Εβρι ντεη ιζ λαικ Σαντεη

•29 Μαρτίου, 2020 • 1 σχόλιο

Ποιος να το φανταζόταν άραγες ότι θα υπήρχε τόση συγκέντρωση συλλογικού ελεύθερου χρόνο, όσο των τελευταίων ημερών και σχεδόν καμιά επιλογή για εκμετάλλευσή του; Θυμάται άραγε κανείς τότε που γκρινιάζαμε γιατί δεν συνέπεπταν τα προγράμματα της παρέας ώστε να κανονίσουμε να βρεθούμε; Φυσικά, η παλιά (κινέζικη; άραγε υπάρχουν παροιμίες που δεν είναι κινέζικες;) παροιμία περί ευχών και απόκτησής των, αποδεικνύεται ευχάριστα εκδικητική. Το δε άλλο αξίωμα του σύγχρονου κόσμου, ότι ή θα έχεις ελεύθερο χρόνο ή λεφτά, αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά αληθινό. Βέβαια, αξίωμα είναι, φτύνει την ανάγκη για αποδείξεις στο πρόσωπό μας, αλλά λίγη υπερβολή ποτέ δεν έβλαψε κανένα. Κάπως έτσι λοιπόν, καταλήγουμε τώρα να περνάμε μια συννεφιασμένη Κυριακή, με τις βδομάδες μας να έχουν μόνο Κυριακές (ή σχεδόν μόνο έστω, κάπου εκεί στο βάθος κρύβεται και μια Τετάρτη) και τη κυριότερη διαφορά να είναι αν θα είναι συννεφιασμένες ή όχι.

Μεγάλος πειρασμός για ανελέητη γκρίνια, για τα μικρά ή μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε λόγω της κατάστασης, μεγάλες οι τύψεις για όταν γκρινιάζουμε γιατί, εν μέσω γενικού χαμού, τα προβλήματα μας μπορεί να μην είναι όσο μεγάλα φανταζόμαστε (ή όσο μεγάλα σε σύγκριση με άλλα που ακούμε τριγύρω). Μεγάλο και το άγχος για το τι θα φέρει το μέλλον με δουλειές που μένουν πίσω, με σχέδια που ανατρέπονται, με ανησυχία για τους δικούς μας που είναι μακριά (ή και κοντά), με <ας βάλει ο καθένας ό,τι θέλει εδώ τέλος πάντων, δεν θα τα κάνω όλα εγώ>. Τουλάχιστον, σε καταστάσεις αποκλεισμού, η επικοινωνία είναι σαφώς ευκολότερη από ό,τι παλιότερα, έστω και αν μεγάλο μέρος της είναι μαλακίες που διαβάζουμε στα social media της αρεσκείας μας. Με τούτα και με κείνα βέβαια, αποδείχτηκε ότι μια παγκόσμια επιδημία οδηγεί στην επιστροφή στα blog (και εκτός blogovision), οπότε καταλαβαίνει κανείς (αν δει το ιστορικό δημοσιεύσεων εδώ μέσα) σε τι σημείο απελπισίας έχουμε φτάσει.

Ο τίτλος για το μεγάλο ερώτημα των ημερών (εξαιρώντας το «τι θα απογίνουμε επιτέλους» που προσπαθούμε να αγνοήσουμε επιδεικτικά και δεν το πολυκαταφέρνουμε) είναι ντέρμπυ ανάμεσα στο «τι να βάλω να ακούσω;», στο «τι να βάλω να δω;» και στο «τι να βάλω να μαγειρέψω». Ίσως θα έπρεπε να υπάρχει κάπου εκεί και το «τι να βάλω να διαβάσω;» αλλά το ιντελεξουελ προφιλ μας έχει υποστεί σοβαρά χτυπήματα τούτες τις δύσκολες μέρες. Φιλοδοξώ (ή ελπίζω) κάποια στιγμή να επιστρέψω στον Stuart τον Maconie που αγόρασα πρόσφατα (το βιβλίο του δηλαδή, όχι τον ίδιο τον άνθρωπο, μην τον στερήσω και από τους ακροατές του BBC 6), κυρίως γιατί ξέρω ότι θα μου φτιάξει κάπως το κέφι. Είναι από εκείνους τους συγγραφείς που έχουν το ταλέντο να γράφουν για καθημερινά πράγματα με έντονο χιουμορ και ζεστασιά, που ορίζουν το φιλγκουντ (στην ίδια κατηγορία μπαίνει και ο Bill Bryson π.χ.)

Στην κατηγορία «τι να βάλω να δω;» δυστυχώς δεν έχω καμιά πρόταση που θα ακουστεί κουλ και ψαγμένη, εδώ έχω ξεκινήσει για πρώτη φορά το Scrubs και δεν με χαλάει και ιδιαίτερα, κυρίως γιατί έχοντας φτάσει στην 4η σαιζόν ακόμα δεν μπορώ να αποφασίσω αν είναι πιο ωραία η Sarah Chalke ή η Christa Miller (η δεύτερη έχει ένα ελαφρύ προβάδισμα πάντως). Στην κατηγορία «τι να βάλω να ακούσω;» έχει γίνει ένας καταιγισμός νέων κυκλοφοριών τις τελευταίες μέρες (μάλλον από ό,τι ήταν έτοιμο προ καραντινών – ή καραντίνων, ποτέ δεν θυμάμαι πότε πέφτει ο τόνος), τον οποίο ας χαρούμε όσο μπορούμε, γιατί εκεί στο τέλος της χρονιάς βλέπω να πέφτει ξηρασία. Παράλληλα έχουν μαζευτεί και διάφορες ανακαλύψεις/προτάσεις για παλιότερες κυκλοφορίες που δεν είχα πάρει χαμπάρι, οπότε υπάρχει υλικό για να εκμεταλλευτούμε τον ελεύθερο χρόνο. Για τον γράφοντα βέβαια (παρά το γεγονός ότι και άλλοι αγαπημένοι έχουν κυκλοφορήσει νέους δίσκους τώρα) το δισκογραφικό γεγονός «καινούριος δίσκος Clara Engel» πάντα χρίζει ιδιαίτερης προσοχής και προτεραιότητας (και πρηξίματος των τριγύρω).

Αν και εδώ και 1-2 χρόνια έχουν πάψει οι πολλές μικρές κυκλοφορίες, το ετήσιο ραντεβού με το full length παραμένει (ευτυχώς) σταθερό. Το «Hatching Under The Stars» κυκλοφορεί επίσημα στις 5 Απριλίου ή αν βιάζεστε είναι ήδη διαθέσιμο αν συμμετέχει κάποιος στο Patreon της Engel (να με συγχωράει εκ των προτέρων για τη χρήση του γένους αλλά τα Ελληνικά είναι κάπως περιορισμένα σε αυτή τη σκοπιά). Τα έγραφα και για τη blogovision, είναι από τις περιπτώσεις που δηλώνω ξεκάθαρα φανμποης, το στυλ της έχει ταιριάξει πλήρως στα γούστα μου και έχει μια μοναδική ικανότητα να είναι αργόσυρτη, ατμοσφαιρική και όχι ιδιαίτερα φωτεινή χωρίς όμως να κηδεύει. Μάλλον το έχω ξαναπεί, αλλά όποιος αγαπάει εκείνη την φολκοπερίεργη μουντίλα που αγαπάει να λέει ιστορίες, δύσκολα θα βρει κάτι καλύτερο από την Καναδή. Όταν βγει, αλλά και για τα παλιότερα φυσικά υπάρχει και το Bandcamp, που έτσι και αλλιώς αγαπάει.

Δύσκολη περίοδος να είσαι και ανεξάρτητος μουσικός υποθέτω. Περιοδείες ακυρώνονται, ο κόσμος έχει άλλες προτεραιότητες από το να αγοράζει δίσκους ή δεν έχει καν λεφτά να αγοράζει δίσκους, οπότε υπάρχει και εκεί θέμα. Το Bandcamp έκανε μια καλή κίνηση για μια μέρα, αλλά γενικά νομίζω ότι και αυτός ο χώρος θα βγει με ακόμα περισσότερα προβλήματα από τούτη την κατάσταση. Θα πει κάποιος «και ποιος δεν θα βγει με προβλήματα;» και θα έχει και δίκιο εδώ που τα λέμε, αλλά με μουσική ασχολούμαστε (συνήθως) εδώ, οπότε αναμενόμενη η αναφορά.

Αναρωτιέμαι αν είναι αποδεκτή συνταγή αντιμετώπισης της κυριακίτιδας, το να είναι όλες σου οι μέρες Κυριακές. Καταλήγω στο ότι μάλλον όχι, γιατί είτε ακολουθούνται από Δευτέρα, είτε όχι, οι Κυριακές μοιάζουν καταραμένες ημέρες έτσι και αλλιώς. Γιατί άραγε να μη δίνει κάποιος την επιλογή να είναι όλες οι μέρες Παρασκευές απόγευμα; Κάπου εδώ μάλλον θα έπρεπε να υπάρχει κάποιο βαθυστόχαστο συμπέρασμα για το πως θα γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, θα πέσει ο καπιταλισμός, θα καταργηθούν τα σύνορα, θα ξανανέβει η Sunderland στην Premier League και θα αρχίσουν να μας αρέσουν τα λαχανάκια Βρυξελλών (τα οποία θα μεταμορφωθούν σε μια εκτεταμένη αλληγορία για την επανάκαμψη της EE  και της αδελφοποίησης των λαών της). Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε όμως είναι να δώσουμε μια ωραία συνταγή για να πιάσουμε και τα ορφανά του Master Chef.

Τα #1

•20 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

74Tmp

Kate Tempest – “The Book Of Traps And Lessons”

Κάθε καινούριο έργο της Tempest, όποια τέχνη και αν αφορά, επιβεβαιώνει συνεχώς ότι πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες φωνές τούτης της γενιάς. Δεν θα κουραστώ ποτέ να λέω ότι το ταλέντο της στο χειρισμό του λόγου είναι σπανιότατο ακόμα και ανάμεσα σε ποιητές/λογοτέχνες. Το “The Book Of Traps And Lessons” είναι μια από τις καλύτερες περιγραφές/συνοδείες της χρονιάς, της εποχής, των σκέψεων των περισσότερων ανθρώπων. Ως τέτοια δεν είναι ιδιαίτερα φωτεινός δίσκος. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Ειδικά στο Νησί που κατοικεί η Tempest, τα πράγματα εδώ και χρόνια δεν πάνε καλά και δεν δείχνουν ότι θα πάνε καλύτερα. Το μεγάλο προσόν της είναι ότι όσο και αν αναγνωρίζει την μαυρίλα που κυριαρχεί γύρω της, ο λόγος της ποτέ δεν σταματά να περιέχει ψήγματα ελπίδας και μια διάθεση για επιμονή ενάντια στο ρεύμα. Μιλάει πάντα με συμπάθεια και αγάπη για τους ανθρώπους, ειδικά τους «μικρούς» και αυτό είναι που κάνει τους στίχους της ακόμα πιο δυνατούς. Μουσικά ο δίσκος, όπως και οι προηγούμενοι, είναι φτιαγμένος απλά για να ντύνει τους στίχους της (ενίοτε δε η μουσική σιωπά, όπως στο “All Humans Too Late”. Η Tempest παραμένει κατ’ εξοχήν μια spoken word καλλιτέχνης. Μάλλον ενσυνείδητα ο δίσκος κλείνει με το πιο ελπιδοφόρα ανυπότακτο κομμάτι του, το “People’s Faces”, στο οποίο η Tempest ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι όλα πάνε πολύ στραβά αλλά και ότι μπορεί και να τα καταφέρουμε. Μερικές φορές το πιο δύσκολο να πιστεύεις είναι ότι ακόμα υπάρχει εγγενής αξιοπρέπεια στους ανθρώπους.

 

81u+A-l2WCL._SS500_

Bill Wells & Aidan Moffat – “Everything’s Getting Older” (2011)

Μου κάνει πραγματική εντύπωση που ο συγκεκριμένος δίσκος δεν υμνείται από περισσότερο κόσμο. Λίγοι έχουν περιγράψει την μέση ηλικία και τη διαδικασία του να απομακρύνεσαι από τα νεανικά σου χρόνια με τόση επιτυχία και κατανόηση. Η (δυστυχώς μοναδική μέχρι στιγμής) συνεργασία του πολυπράγμονα Bill Wells και του αγαπημένου μας Σκωτσέζου Aidan Moffat είναι ένας ανεπανάληπτος δίσκος που θα κοιτάξει στα μάτια τη ζωούλα μας και θα ασχοληθεί άλλοτε με συμπάθεια, άλλοτε με κούραση, άλλοτε με κοροϊδία στην πορεία μας σε τούτο τον άδικο, μίζερο αλλά ενίοτε εξαιρετικά όμορφο κοσμάκη. Από την εποχή των Arab Strap, δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο ωραία εκφορά για εκείνο το misery του “What came first? Music or misery?” του High Fidelity από την προφορά του Moffat. O δίσκος ελέω Wells είναι αρκετά πιανιστικός, αλλά γενικά διατρέχει διάφορα στυλ από την μελαγχολία του “Copper Top” (με έναν από τους πιο ωραίους στίχους που έχουν γραφτεί ποτέ στο “birth, love and death, the only reasons to get dressed up”) στο κυνικά παιχνιδιάρικο groove του “Glasgow Jubilee” (για να αναφέρουμε τα δυο καλύτερα κομμάτια του δίσκου). Και αν γενικά το κλίμα είναι αρκετά βαρύ στη μεγαλύτερη διάρκειά του, όπως και το “The Book Of Traps and Lessons” της Tempest, στο τέλος με τα “The sadness in your eyes will slowly fade away” και “The greatest story ever told”, έρχεται η συνειδητοποίηση ότι τα πράγματα δεν είναι μόνο μαύρα. Άλλωστε όπως λέει πολύ σωστά ο Moffat, “Without us, the world will still turn/And the sun still will burn/The faithful moon will wax and wane/And still it will rain/But who needs a world to impress/When there’s love to confess?”

 

Τα #2

•19 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

herndon-proto

Holly Herndon – “Proto”

Η Holly Herndon είναι πραγματικά ξεχωριστή κατάσταση δημιουργού. Περιδιαβαίνει τα χωράφια αυτού που (πολλές φορές καταχρηστικά) ονομάζεται avant-garde, αλλά δεν γίνεται ποτέ απρόσιτη, προέρχεται από ένα ακαδημαϊκό μουσικό υπόβαθρο, αλλά δεν γίνεται ποτέ ψυχρή, και ενώ πειραματίζεται κατά κύριο λόγο με δύσκολα υλικά, καταφέρνει να γίνεται άμεσα γοητευτική. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιον σύγχρονο που να του ταιριάζει περισσότερο εκείνη η (ταλαιπωρημένη) ταμπέλα του IDM. Από την αρχή της καριέρας της, εστίαζε πολύ στη σχέση μεταξύ του τεχνολογικού και του ανθρώπινου, έδειχνε τεράστια αγάπη στις ανθρώπινες φορές και σχεδόν εξίσου μεγάλη αγάπη στο να παίζει μαζί τους και τις πειράζει. Στο “Proto” έχει πιάσει ένα ζενίθ, μια αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στους ηλεκτρονικούς ήχους και στις ανθρώπινες φωνές. Δεν είναι συχνό φαινόμενο δίσκος που βασίζεται τόσο πολύ σε συνθετικά στοιχεία, να ακούγεται τόσο ζεστός, αλλά και τόσο εξυψωτικός. Ολόκληρο το “Proto”, ακόμα και στα πιο στρυφνά σημεία του (π.χ. το “Godmother”) ακούγεται υμνικό και ελπιδοφόρο. Ένας τρομερά φωτεινός δίσκος, που για μια φορά δεν αντιμετωπίζει τη συνάντηση ανθρώπου και μηχανής ως μια αναπόφευκτη δυστοπία. Το αν θα βγει αληθινή η ελπίδα του, μένει να το δούμε φυσικά. Το soundtrack για το Ghost In The Shell που δεν ξέρατε ότι σας έλειπε.

 

original_(2)

Tim Hecker – “Ravedeath, 1972” (2011)

Και ο δίσκος στο #2 της δεκαετίας οφείλει μεγάλο μέρος της ομορφιάς του στη σχέση ανάμεσα στο οργανικό και στο συνθετικό. Αναμφισβήτητα ο κορυφαίος δίσκος στην καριέρα του Tim Hecker, δημιουργήθηκε από την ηχογράφηση μιας ημέρας σε μια Ισλανδική εκκλησία με εκκλησιαστικό όργανο, κιθάρα και πιάνο και κατόπιν επεξεργάστηκε στο studio με τη βοήθεια του άλλου μεγάλου του είδους, του Ben Frost. Τον Tim Hecker τον έμαθα, όπως και πολύς κόσμος στην Ελλάδα, σε κείνη την συναυλία των Isis, μια από τις τελευταίες του Ροδον. Τον ξανασυνάντησα αρκετά αργότερα, όταν ασχολήθηκα εκτενέστερα με το είδος και τον αγάπησα με μεγάλη ευκολία. Το “Ravedeath, 1972” κάνει κάτι παρόμοιο με το “Disintegration Loops” του Basinski, εξετάζει την μεταβολή και αποδόμηση των ήχων, την εξέλιξη ενός μουσικού έργου μέσα στο χρόνο, την δυνατότητα να παραχθεί ομορφιά ακόμα και με τη χρήση παρεμβολών στην κύρια πηγή. Και μην παρεξηγήσει κανείς, αυτός μπορεί να μην είναι ένας φωτεινός ή χαρούμενος δίσκος, αλλά είναι βαθιά όμορφος και συγκινητικός, ίσως γιατί δείχνει να εκτιμά και να βρίσκει χρήσιμες ακόμα και τις ηχητικές ατέλειες. Τελικά αυτό που μένει είναι ότι δεν χρειάζεται να παραμένει κάτι αναλλοίωτο για να διατηρείται εκθαμβωτικό.

Τα #3

•18 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a3031923408_10

Clara Engel – “Where A City Once Drowned (The Bethlehem Tapes Vol. II)”

Φαίνεται να υπάρχει μια ροπή προς τους κύκλους και τα κλεισίματά τους σε αυτές τις λίστες. Αρκετά ταιριαστό και για τέλος δεκαετίας θα πω εγώ. Η ClaraEngelυπήρξε αρκετά πολυάσχολη τα τελευταία χρόνια, αλλά κυρίως με «μικρές» κυκλοφορίες που δεν σου έδιναν ακριβώς την αίσθηση του κανονικού album. 9 χρόνια μετά το BethlehemTapes, επιστρέφει στη Βηθλεεμ της Πενσυλβάνια για να ηχογραφήσει το δεύτερο, με συμμετοχή διαφόρων μουσικών σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική της. Ο δίσκος δεν μεταβάλλεται δραματικά σε σχέση με το γνώριμο, μινιμαλ, ακουστικό στυλ της, απλά εδώ έχει το περιθώριο λόγω των υπόλοιπων να παίξει λίγο περισσότερο με ήχους και ενορχηστρώσεις. Και πάλι πρωταγωνιστής είναι η υπέροχη φωνή της,οι, αρκετά αφηρημένες, ιστορίες της και η ατμόσφαιρα που ξέρει τόσο καλά να δημιουργεί. Ο δίσκος στο σύνολό του είναι τρομερά κολλητικός και περιέχει μερικές από τις πιο ωραίες συνθέσεις της. Θακάνωειδικήαναφοράστο “AtNightTheyRacedThroughTheStars”, τοοποίο είναι μέσα στα καλύτερα της τραγούδια και το οποία, δεν ξέρω αν ασυνείδητα ή ενσυνείδητα, φέρνει σχεδόν αμέσως στο μυαλό το μεγαλείο που λέγεται “PlanetCaravan”. Ελπίζω κάποια στιγμή να της δοθεί η δυνατότητα να ηχογραφήσει με μεγαλύτερη άνεση και περισσότερα μέσα.

 

74Tmp

Kate Tempest – “The Book Of Traps And Lessons” (2019)

To be continued too…

Τα #4

•17 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

HenrykGoreckiBethGibbonsSymphonyOfSorrowfulSongs

Beth Gibbons & the Polish Radio Orchestra – “Henryk Górecki Symphony No. 3 (Symphony Of Sorrowful Songs)”

Αυτό που συνέβη με την 4η θέση, όχι μόνο δεν ήταν σχεδιασμένο, αλλά μόλις τώρα που ξεκίνησα να γράφω το συνειδητοποίησα. H Beth η Gibbons συστάσεις προφανώς δεν χρειάζεται, είχαμε καιρό να τη συναντήσουμε (17 χρόνια από το “Out Of Season” και 11 από το “Third”), οπότε τα αναπάντεχα νέα ότι θα κυκλοφορήσει σε δίσκο την εκδοχή της για το πιο γνωστό έργο του Gorecki ήταν σίγουρα ευπρόσδεκτα (έστω και με μια δόση ανησυχίας). Για το project συμπληρώθηκε από την Polish Radio Orcestra με μαέστρο τον δεν-υπάρχουν-αρκετά-επίθετα-υπερθετικού-βαθμού Krzysztof Penderecki. Δεν ξέρω τι ακριβώς περίμενα από αυτό το δίσκο, δεν θα κάτσω να αναλύσω την αξία του έργου προφανώς, πρόκειται για ένα από τα πιο συγκινητικά μουσικά έργα που έχουν γραφτεί ποτέ. Αυτό που θα πω πάντως είναι ότι αν και δεν υπάρχει καμιά σοβαρή τσαχπινιά στην απόδοση του έργου, εγώ τουλάχιστον δεν περίμενα τέτοια ερμηνεία από την Gibbons. Περίμενα κάτι πιο χαμηλών τόνων, πιο κοντά στο στυλ της, ενώ εδώ, τουλάχιστον στο απαίδευτο αυτί μου, μοιάζει να λάμπει σε έκταση και ένταση, δείχνοντας μια πλευρά των ικανοτήτων της που δεν είχε ξαναπαρουσιάσει. Σε κάθε περίπτωση, μου μοιάζει με εξαιρετική ερμηνεία στο έργο του Górecki, χωρίς να είμαι φυσικά κανένας πιουρίστας της κλασσικής μουσικής.

 

91sup6w8oeL._SS500_

Colin Stetson – “Sorrow (A Reimagining Of Górecki’s 3rd Symphony” (2015)

Σε αντίθεση με την φετινή εκδοχή της Gibbons, η προ-τετραετίας προσέγγιση του Stetson είναι κάτι αρκετά διαφορετικό από μια ορθόδοξη απόδοση της 3ης Συμφωνίας. O Stetson δεν χρησιμοποιεί πλήρη ορχήστρα, παρά μια 12μελή μάζωξη μουσικών με διάφορα γνωστά ονόματα για να καταλήξει σε μια σχεδόν (post) rock σπουδή πάνω στο έργο του Górecki. Σε περίπτωση που κάποιος που δεν το έχει ακούσει, ήδη έχει ανατριχιάσει στην (πολύπαθη) συνταγή ανάμιξης ορχηστρικής κλασσικής μουσικής και <εισάγετε τυχαίο μοντέρνο είδος>, ας μην φοβηθεί, καθότι ο Stetson καταφέρνει να αντιμετωπίσει το έργο με έκδηλη αγάπη και σεβασμό, αλλά και χωρίς φόβο, έχοντας αρκετό ταλέντο και λόγω της ενασχόλησής του με μια ευρεία γκάμα ειδών, να το φέρει αρκετά στα μέτρα του. Καταφέρνει περίτεχνα να αντικαταστήσει τους ρόλους μιας ορχήστρας με τα εργαλεία που επέλεξε να έχει στα χέρια του, έχει την αδερφή του που αποδεικνύεται μια ωραιότατη soprano και δημιουργεί μια πολύ ενδιαφέρουσα οπτική για το χιτάκι του Πολωνού συνθέτη. Αν πρέπει (που εντάξει πρέπει) να συγκρίνω τους δύο δίσκους, θα πω ότι εντυπωσιάστηκα από την απόδοση της Gibbons, αλλά είχε περισσότερο ενδιαφέρον η προσπάθεια του Stetson.

Τα #5

•16 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

fireorchestra

Fire! Orchestra – “Arrival”

Όπως ήδη είπα, τα δυο πρώτα album των Fire! Orchestra είναι από αυτά που φτάνουν για να κάνουν το εν λόγω συγκρότημα ένα από τα πλέον αγαπημένα των τελευταίων χρόνων. Για κάποιο λόγο που δεν έχω καταφέρει να προσδιορίσω ακόμα, το 3ο album τους, το “Ritual” δεν με κέρδισε σχεδόν καθόλου και η αλήθεια είναι ότι δεν έχω αφιερώσει χρόνο στο να καταλάβω γιατί. Και ενώ λοιπόν αρχίζει να σιγοπαίζει στο μυαλό το «ό,τι αρχίζει ωραία, τελειώνει με πόνο», έρχεται το 2019 και το “Arrival” να καθησυχάσει τις (όποιες) ανησυχίες μου. Πλέον η ορχήστρα έχει μετασχηματιστεί σε ένα αρκετά μικρότερο σχήμα και αυτό μοιάζει να αντικατοπτρίζεται και στην μουσική τους. Όχι τόσο σε πλούτο, όσο ότι εδώ φαίνεται να είναι λίγο (ή και πολύ) πιο συγκεντρωμένοι στο να συνθέσουν τραγούδια από ότι αυτοσχεδιαστικές σουίτες. Εδώ οι συνθέσεις είναι πιο δομημένες, πιο βασισμένες στις φωνές των Wallentin και Jernberg, ενώ δε διστάζουν να διασκευάσουν το “Blue Crystal Fire” του (κατ’ εξοχήν) τραγουδοποιού Robbie Basho (να σημειωθεί ότι η διασκευή είναι ένα από τα πιο ωραία κομμάτια του δίσκου). Στυλιστικά δεν θα σημειωθούν πολλές διαφορές σε σχέση με το παρελθόν (έτσι και αλλιώς η παλέτα τους είχε πάντα πολύ μεγάλο εύρος), αλλά εδώ η ενέργεια είναι κάπως πιο συγκρατημένη, το χάος πιο δομημένο. Σε κάθε περίπτωση, ο δίσκος είναι τόσο καλός που εξαφανίζει οποιεσδήποτε αμφιβολίες υπήρχαν.

 

HUBROCD2551-1024x1024

Jessica Sligter – “A Sense Of Growth” (2015)

Πλήρως σκανδιναβοκρατούμενη η πέμπτη θέση στις λίστες, αλλά αυτό δεν είναι και κάτι αναπάντεχο, δεδομένης της συμπάθειας προς εκείνα τα μέρη. Η Jessica Sligter είναι από τις μεγαλύτερες (για μένα) ανακαλύψεις της δεκαετίας, κυρίως λόγω του συγκεκριμένου δίσκου. Στο “A Sense Of Growth” καταφέρνει να χωρέσει τόσα πολλά στα 33 λεπτά του, που μοιάζει σχεδόν θαύμα. Έχοντας ως σκελετό τις υπέροχες μελωδίες των φωνητικών της, στιγμιαία σε ξεγελάει ότι θα έχεις καλογραμμένα μεν, συμβατικά δε τραγούδια. Όμως πίσω από την φανταστική ερμηνεία της χτίζει εντελώς διαφορετικούς κόσμους, με θορύβους, ενορχηστρώσεις εγχόρδων, ambient πεδία, κάποιες jazz μεταγγίσεις, ακόμα και από τις πιο αυτοσχεδιαστικές πτυχές του folk. Όλα αυτά σχηματίζουν έναν δίσκο που είναι σχεδόν ισόποσα περιπετειώδης και άμεσος, σαν να σου κλείνει το μάτι ελαφρώς κοροϊδευτικά καθώς σε σαγηνεύει. Ίσως η ιδανική pop; Δεν είναι τυχαίο ότι περνάει και η Jenny Hval μια βόλτα από εδώ, μια που και εκείνη έχει μια παρόμοια προσέγγιση στην αναδόμηση της pop. Στον επόμενο δίσκο της, η Sligter μεταπήδησε πλήρως στα χωράφια του αφηρημένου improvisation, αλλά στο “A Sense Of Growth” έχει αποκρυσταλλώσει μια ιδιαιτέρως σπάνια ισορροπία ανάμεσα στο παράξενο και στο γνώριμο.

Τα #6

•15 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

800

Rustin Man – «Drift Code»

Οι δίσκοι που κυκλοφόρησαν στην αρχή της χρονιάς έχουν πάντα ένα μικρό μειονέκτημα όταν έρχεται η ώρα να σχηματιστούν οι λίστες της χρονιάς, αλλά τo “Drift Code” παίζει να είναι ο δίσκος που έχω ακούσει περισσότερο αυτή τη χρονιά, οπότε δεν κινδύνευε ποτέ η θέση του. 17 χρόνια του πήρε του Paul Webb να κυκλοφορήσει τον διάδοχο του μνημειώδους “Out Of Season”, εκείνης της μετα-Portishead συνεργασίας του με την Beth Gibbons. Στην απάντηση για το αν άξιζε η αναμονή, θα πω ότι δεν ξέρω καθώς δεν το περίμενα, ούτε είχα ιδέα για την ύπαρξή του. Το “Drift Code” όμως είναι σίγουρα ένας εκπληκτικός δίσκος, βουτηγμένος στην βρετανική μουσική παράδοση, κάπου ανάμεσα στο folk, το progressive και την ψυχεδέλεια των 70s, βγάζοντας συχνά πυκνά μια αδιανόητη Hammill-ίλα (πράγμα που μόνο θετικό μπορεί να είναι για μένα) και σίγουρα προκαλεί μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για τις ερμηνευτικές του ικανότητες. Οι δε ενορχηστρώσεις των κομματιών είναι ένα ποίημα, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που δεν περίμενες από μέλος των Talk Talk. Η επιφανειακή απλότητα των συνθέσεων με κάθε ακρόαση δίνει τη θέση της σε μια μυριάδα μικρο-στοιχείων που θα κάνουν τον ακροατή να το βάλει ξανά και ξανά. Από τους πιο ωραίους pop δίσκους της χρονιάς, αξιότατος διάδοχος του “Out Of Season”.

 

915pl9ozS2L._SS500_

Anais Mitchell – “Young Man In America” (2012)

Η Anais Mitchell είναι από τις σημαντικότερες νέες εκπροσώπους αυτής της μεγάλης αμερικάνικης παράδοσης folk τροβαδούρων και τροβαδούρισων και αν και παρέμεινε σχετικά obscure για μεγάλο μέρος της καριέρας της, τα τελευταία χρόνια έχει κάνει μεγάλη επιτυχία με την musical μεταφορά του “Hadestown”, του δίσκου που κυκλοφόρησε πριν το “Young Man In America”. Και αν το “Hadestown” με τους Ορφικούς του συμβολισμούς είναι ένας εξαιρετικός δίσκος, το “Young Man In America” είναι σίγουρα ο καλύτερός της. Όπως όλοι οι καλοί folk μουσικοί, έτσι και η Mitchell είναι ικανότατη στο να λέει ιστορίες σε όλα τα τραγούδια της. Και αν οι ήρωες της μοιάζουν βγαλμένοι από παλιότερες εποχές, τα συναισθήματα και οι σκέψεις που εκφράζουν δεν είναι μακριά από τις δικές μας, γι’ αυτό κιόλας η μουσική της συγκινεί τόσο. Η δε φωνή της είναι ιδιαίτερη σε χροιά αλλά και εντυπωσιακή σε ένταση, που τραγούδια όπως το ομώνυμο ιδιαιτέρως ξεσηκωτικά. Ξαναβάζω να ακούσω 7 χρόνια μετά το δίσκο και δεν έχει χάσει τίποτα από τη μαγεία του. Και όσο αν το “Child Ballads” ήταν ενδιαφέρουσα σπουδή πάνω σε παλιές μπαλάντες και το “Xoa” να έδωσε μια μικρή γεύση καινούριου υλικού, αλλά ακόμα περιμένω να βγάλει επιτέλους νέο δίσκο.

Τα #7

•14 Δεκεμβρίου, 2019 • 1 σχόλιο

40iBt

Big Thief – “U.F.O.F.”

Υπάρχουν δίσκοι τους οποίους ερωτεύεσαι με τον καιρό και την επανάληψη και υπάρχουν δίσκοι που από την πρώτη φορά ξέρεις ότι είναι κάτι ξεχωριστό. Να πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι αν είχα ακούσει κάτι από τους Big Thief πριν την άνοιξη και το “U.F.O.F.”, αλλά αυτός εδώ είναι ένας δίσκος που με έκανε να παραμιλάω (ή έστω να παρασκέφτομαι) από την πρώτη ακρόαση. Η φύση των Big Thief φαίνεται να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο rock και στο folk. Στο “U.F.O.F” ίσως λόγω της διάθεσης της Adrianne Lenker, είναι το δεύτερο που φαίνεται να παίρνει τα ηνία, αν και υπάρχουν αρκετές στιγμές ηλεκτρισμού και ξεσπασμάτων, οι οποίες όμως λειτουργούν, κατά κύριο λόγο, συμπληρωματικά. Τον δίσκο γενικά τον χαρακτηρίζει ένας συγκρατημένος λυρισμός, λίγο αφηρημένος, αλλά σε καμιά περίπτωση απόμακρος. Είναι από τα μεγάλα του προτερήματα το πόσο κοντά σου τον νιώθεις, ακόμα και όταν οι στίχοι του γίνονται αρκούντως αφηρημένοι. Αυτό νομίζω ότι οφείλεται εξίσου στην ερμηνεία της Lenker, στις μελωδίες της κιθάρας του Buck Meek, όσο και στον αφάνταστα νωχελική ρυθμικότητα των Oleartchik/Krivchenia. Εδώ έχουμε ένα album που δεν βιάζεται, ξέρει ότι χρειάζεται το χρόνο του αλλά δεν γίνεται και ποτέ στρυφνό. Ο δεύτερος δίσκος που έβγαλαν φέτος οι Big Thief μπορεί να μην είχε το ίδιο αποτέλεσμα, αλλά αξίζει σίγουρα να ακουστεί και περιέχει ένα από τα πιο ωραία τους κομμάτια (το “Not”).

 

91cjAtu-KML._SS500_

Loyle Carner – “Yesterday’s Gone” (2017)

Το “Yesterday’s Gone” είναι ο πρώτος δίσκος μετά από δεν-θυμαμαι-και-γω-πόσα χρόνια που έμαθα επειδή άκουσα κομμάτι του στο ελληνικό ραδιόφωνο. Συγκεκριμένα ήταν το “Isle Of Arran” στους Laternative σε κάποια (βαρετή κατά τ’ άλλα) διαδρομή προς τη δουλειά. Το ντεμπούτο του Carner δεν προδίδει την ηλικία του. Μουσικά κοιτάει αρκετά προς το old school, με μπόλικες soul, funk, gospel με τα samples του και δεν έχει σχεδόν καθόλου ηλεκτρονικά στοιχεία. Οι στίχοι του επίσης είναι αναπάντεχα (χωρίς ενοχές) συναισθηματικοί και καταπιάνονται με μια πολύ σπάνια για το hip hop προσέγγιση στα θέματά τους. Αφήστε που πρέπει να είναι ο δίσκος με τα λιγότερα καντήλια στην ιστορία του hip hop. Ακόμα και όταν χαλαρώνει και φωνάζει λίγο περισσότερο, παραμένει ιδιαιτέρως μειλίχιος. Σε καμιά περίπτωση ο δίσκος δεν γίνεται νερόβραστος βέβαια, ίσα ίσα που αυτή η έμφυτη πραότητα του είναι το πιο γοητευτικό του στοιχείο. Ο ίδιος ο Carner δε διαθέτει μια εγγενή μελωδικότητα στην ομιλία του που τον διαχωρίζουν από τους περισσότερους του χώρου.  Μαζί με τους Kojey Radical και Dave (και μπόλικους άλλους λιγότερο γνωστούς) που έχουν αναφερθεί και νωρίτερα εδώ, από τις καλύτερες φουρνιές ενός μουσικού είδους.

Τα #8

•13 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

CS741970-01A-BIG

Dave – “Psychodrama”

To “Psychodrama” έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά μεγάλων δίσκων για το βρετανικό hip-hop τα τελευταία χρόνια. Πιθανώς να ακουστεί κλισέ, αλλά το ντεμπούτο του (πιτσιρικά) Dave, ακούγεται σοφό (ή και προβληματισμένο αν θέλετε) πέρα από τα χρόνια του δημιουργού του. Η αγάπη που τρέφω πλέον για το hip hop του Νησιού (σε αντίθεση με αυτό εξ Αμερικής) είναι κυρίως γιατί οι Βρετανοί μοιάζουν πιο διατεθειμένοι να κοιτάξουν προς τα μέσα στιχουργικά, χωρίς μεγαλοστομίες και αυτό παρασύρει και τη μουσική τους σε έναν πιο ζεστό, πιο οργανικό ήχο, συγκρινόμενο με την συνθετική ατμόσφαιρα των περισσότερων μεγάλων Αμερικάνων. To “Psychodrama” έχοντας θέση το πλαίσιο του ως μια συζήτηση με έναν ψυχολόγο, φαίνεται να ελευθερώνει τον δημιουργό του και να του επιτρέπει να εκφράσει τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του (είτε για τον εαυτό του, είτε για τους ανθρώπους με τους οποίους σχετίζεται, είτε για την κοινωνία γενικότερα). Η παραγωγή του είναι αρκετά λιτή και αρμονική, με μεγάλη έμφαση στις μελωδίες ώστε να συντροφεύει το σκεπτικό ύφος του Dave. Βλέπω ότι μέσα στο ’19 ο Dave ακούστηκε πολύ, οπότε αναμένουμε να δούμε αν θα είναι αυτός το νέο μεγάλο όνομα του Βρετανικού hip hop.

 

61yw8sj6TzL._SL1200_

Wye Oak – “Civilian” (2011)

Ούτε και θυμάμαι που πρωτοδιάβασα για τους Wye Oak, πάντως σίγουρα τους έμαθα κατά την κυκλοφορία του “Civilian”, του τρίτου τους δίσκους. Για το ντουέτο από τη Βαλτιμόρη, μάλλον ήταν καλή εποχή να τους μάθεις με τον τρίτο τους δίσκο. Το “Civilian” παραμένει, μέχρι και σήμερα, για μένα η καλύτερή τους δουλειά με διαφορά, κυρίως γιατί εδώ φαίνεται να έχουν περισσότερα νεύρα, περισσότερο πάθος, να είναι περισσότερο θορυβώδεις από το παρελθόν και (ειδικά) το μέλλον, με αποκορύφωμα το ομώνυμο τραγούδι που είναι ένα σταδιακά αυξανόμενο ξέσπασμα μέχρι την εκστασιαστική του κορύφωση. Τα group-ντουέτα είναι σχετικά σπάνια και πολύ ενδιαφέρουσα κατάσταση, γιατί σου δίνουν την εντύπωση μιας μεγαλύτερης από το συνηθισμένο οικειότητας μεταξύ των μελών τους. Η αλήθεια είναι ότι όταν ακούς το “Civilian” ακούς ένα πολύ δεμένο ήχο, σαν να ξέρει ακριβώς ο ένας πως θα μιλήσει με τον άλλον. Και φυσικά η Jenn Wasner έχει μια από εκείνες τις ιδιαίτερα εκφραστικές indy rock φωνές που δεν αφήνουν κανέναν ασυγκίνητο. Ή τέλος πάντων κανένα που να διαθέτει καρδούλα. Κρίμα που στα επόμενα album αγάπησαν το electro και νέρωσαν πολύ το κρασί τους.

Τα #9

•12 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a1419138084_5

Boduf Songs – «Abyss Versions»

Αν κάτι χαρακτηρίζει τον Matt τον Sweet, αυτό είναι η σταθερότητα. Έχει βρει τη (μικρή) μουσική γωνιά του και την εξερευνά όλα αυτά τα χρόνια με συνέπεια και συνέχεια. Πήγε να κάνει μια μικρή αλλαγή στα δυο προηγούμενα “Burnt-up On Re-Entry” και “Stench Of Exist”, αλλά με το “Abyss Versions” επιστρέφει ολοταχώς στα γνώριμα χωράφια του παρελθόντος, μοιάζοντας ως μια απόλυτα φυσική συνέχεια του εκπληκτικού “This Alone Above All Else In Spite Of Everything”. Το δίπτυχο νωχελική, επαναλαμβανόμενη κιθάρα/ημι-ψιθυριστά φωνητικά είναι πάλι το κυρίαρχο συστατικό για να εκφράσει ο Sweet την εντυπωσιακή μαυρίλα που τον συναρπάζει όλα αυτά τα χρόνια. Ένα σιγανό drum-machine σε 2-3 σημεία δεν φαίνεται ικανό να ξεσηκώσει με το ρυθμό του το δίσκο. Από την άλλη πλευρά φυσικά, αυτό που με (μας) τράβηξε στον Sweet, είναι αυτή η, σχεδόν παραδομένη, μελωδική μονοτονία με την οποία πιάνει έναν ήχο και μοιάζει να θέλει να τον εξερευνήσει για πάντα. Νομίζω ότι λίγοι μπορούν να εκφράσουν την κούραση τόσο γοητευτικά όσο οι κυκλοφορίες των Boduf Songs. Και σε ακόμα πιο λίγους μπορεί αυτή η έλλειψη αλλαγής να γίνεται προσόν και όχι μειονέκτημα. Η γωνίτσα μπορεί να παραμένει σταθερή, τα χρώματα που τη χαρακτηρίζουν να παραμένουν μουντά, αλλά δεν γίνεται εύκολα να ξεκολλήσεις το βλέμμα από αυτή.

 

5a1c221acc4fe_3915_5472_nadine-shah-holiday-destination-600x600

Nadine Shah – “Holiday Destination” (2017)

H περιγραφή για το “Holiday Destination” θα μπορούσε να σταματήσει στην αναφορά του τρίστιχου “Since turning 30 I have become so damn broody/I see what it has done to me/And all logic goes right through me” από το “2016” ή της επαναλαμβανόμενης ερώτησης “How you gonna sleep tonight?” του ομώνυμου τραγουδιού., αλλά μάλλον θα αδικούσα το δίσκο. Το “Holiday Destination” γράφτηκε το 2016, εν μέσω πολέμων, προσφυγικών κυμάτων, ραγδαίας αύξησης του συντηρητισμού και της ξενοφοβίας και γενικά αυτής της χρυσής εποχής για τον κόσμο που ήταν το δεύτερο μισό των ‘10s. Η Shah και λόγω καταγωγής προφανώς και φαίνεται ότι ένιωσε όλη αυτή την κατάσταση άμεσα με αποτέλεσμα τη δημιουργία του καλύτερου της δίσκου, ο οποίος είναι ισόποσα έκφραση απελπισίας και κάλεσμα για αντίδραση. Στην επιτυχία του βοήθησε και το γεγονός ότι οι συνθετικές της ικανότητες μοιάζουν να είναι στο απώγειό τους, με όλα τα τραγούδια να είναι άμεσα και να συνεχίζουν να παίζουν στο μυαλό σου ακόμα και αφού σταματήσεις να ακούς το δίσκο. Και αν στις περισσότερες αναφορές επισκιάζεται η ποιότητα του indie rock της, είναι νομίζω σημαντικότερο να ακουστούν αυτά που έχει να πει. 2 χρόνια μετά σίγουρα δεν έχουν αλλάξει πολλά.

Τα #10

•11 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a0438681074_10

Echo Tides – “The Whale Boombox Anatomy”

Υπάρχουν κάποιοι δίσκοι που, ανεξαρτήτως είδους, στα πρώτα δέκα δευτερόλεπτα του πρώτου κομματιού σε κάνουν να πιστέψεις ότι είσαι μπροστά σε κάτι μεγάλο. Προφανώς και το “TheWhaleBoomboxAnatomy” είναι ένας τέτοιος. Μέχρι πρότινος δεν είχα ασχοληθεί ιδιαίτερα με την μουσική πλευρά του Παναγιώτη Πανταζή (κατά κόσμον PanPan), μόνο με την κόμικ και τούτο το albumμάλλον με τιμωρεί για την παράβλεψη τούτη. Υπάρχουν επίσης κάποιοι δίσκοι που με έναν σχεδόν υπερβατικό τρόπο μοιάζουν φτιαγμένοι για να είναι το soundtrackτου τόπου ζωής των δημιουργών τους. Με κάθε επίγνωση θα πω ότι αυτό εδώ είναι από τα πιο Αθηναϊκά πράγματα που έχω ακούσει μετά τους StereoNova. Για κάποιον δε όπως εγώ, που συνήθως αρέσκεται σε υποτονικές μουσικές, το ότι τα ξεσηκωτικά, μπιτάτα electro-περίεργα του “WhaleBoomboxAnatomy” ακούγονται τόσο γοητευτικά είναι σχεδόν μαγική κατάσταση. Είναι σπάνιο το αίσθημα της νοσταλγίας να συνοδεύεται από βελτίωση της διάθεσης, αλλά κάθε φορά που ακούω το δίσκο σε μια τέτοια κατάσταση καταλήγω. Ελπίζω να έχει διάρκεια το σχήμα (τρομερή τραγουδίστρια επίσης η Καλλιόπη Μητροπούλου) και επίσης ελπίζω να βγει κάποια στιγμή και σε φυσικό formatο δίσκος.

 

herndon-proto

Holly Herndon – “Proto” (2019)

To be continued…