μια ακόμη λίστα

•1 Ιανουαρίου, 2021 • Σχολιάστε

Είδα μόλις πόσος καιρός πέρασε από το τελευταίο μου ποστ εδώ αλλά θα κάνω τον ανήξερο.

Αυτή η λίστα ξεκίνησε ως 20άδα αλλά τελευταία στιγμή αποφάσισα να την κόψω στη μέση (συγνώμη Echo Tides!). Φέτος άκουσα τη λιγότερη καινούρια μουσική και έτσι τα 20 μου φάνηκαν πολλά. Δε μου έλειψε η μουσική όμως γενικά. Πες λόγω της ευκολίας του ήδη γνωστού, είτε γιατί αυτό το μούδιασμα της καραντίνας και της κλεισούρας αναπόφευκτα φέρνει μια βαριά και αργοκίνητη νοσταλγία άλλων καιρών, πιο απλών, δεν έβρισκα συχνά τη δύναμη και την όρεξη να διαβάσω για καινούρια πράγματα, να ακούσω νέους δίσκους, να τους δώσω τον απαραίτητο χώρο για να απλωθούν και να δείξουν ό,τι είχαν να δείξουν. Αντ’αυτού, έδωσα περισσότερο χρόνο σε δίσκους που ήξερα ήδη αλλά ίσως δε θυμόμουν καλά. Ή μου είχαν λείψει. Ή στους Entombed.

H σειρά είναι λίγο τυχαία αλλά όχι εντελώς τυχαία.
SAULT ~ Untitled (Black is / Rise)
the Heliocentrics ~ Telemetric sounds
Shabaka & the Ancestors ~ We are sent here by history
the Avalanches ~ We will always love you
Rafael Anton Irisarri ~ Peripeteia
Pa Salieu ~ Send them to Coventry
Adrian Younge & Ali Shaheed Muhammad ~ Jazz is dead 001
Moses Sumney ~ Græ
Richard Skelton ~ These charms may be sung over a wound
2 By Bukowski ~ Her kind fight everything

Όλα να/θα πάνε καλά.
Δε θα χαθούμε.

20 ~ 2020

•31 Δεκεμβρίου, 2020 • Σχολιάστε

Το κείμενο:
Το κείμενο αυτό πρόκειται να είναι μικρό. Αγκομαχώ καθώς γράφω την δεύτερη πρόταση. Καπνίζω και κοιτάζω απέναντί μου μια συσκευασία «ΗΒΗ 2» της Βιβεχρώμ μεταμφιεσμένη σε μπουκάλι κρασιού με ετικέτα To Krasaki. [μα δεν είναι ώρα για αστεία]. Το 2020 ήταν η πιο περίεργη χρονιά που έχω ζήσει ως το 2020. Αποφεύγω να γράψω κάτι περισσότερο. Μαζί με τον απολογισμό και την ανασκόπηση θα αποφύγω επίσης την ηθικοπλασία, τον σχολιασμό για τα κοινωνικά ένστικτα και το συλλογικό ασυνείδητο, οπωσδήποτε και την διατύπωση των σχεδίων για το 2021: δεν θέλω ούτε λέξη γραμμένη, δε σκέφτομαι καν, δεν υπάρχει σχέδιο, ship’s a’going down me mates ~ στο τέλος όμως θα νικήσουμε.

Sonic Death Monkey blog:
Αυτό το blog επι δεκαπέντε συναπτά έτη, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, συνήθως καθόλου, λέει πως ασχολείται με τη μουσική.

Η μουσική:
Φέτος αυξήθηκαν τέσσερα πράγματα και μειώθηκε ένα. Τα τέσσσερα είναι ένα) ο ένας κάποιος σεβαστός ελεύθερος χρόνος κοντά σε περιβάλλον με ηχοσύστημα, δύο) η οργιώδης διάθεση για ακρόαση νέων κυκλοφοριών, τρία) η αναπόφευκτα μεγαλύτερη ποσότητά τους και τέσσερα) η αναπάντεχη ποιότητά τους. Το ένα) όμως που μειώθηκε είναι να πίνουμε σαν ανθρώποι τέσσερες μπύρες σε ένα μέρος που δεν βλέπουμε μπροστά μας απο τον καπνό, σε ένα υπόγειο όπου ζαλισμένοι, χαρούμενοι, στριμωγμένοι και ιδρωμένοι παρατηρούμε ένα κουιντέτο κρουστών, αντικειμένων, λάπτοπ, συνθεζάιζερ και μπαλαλάικας να τσιρίζει καταστρέφοντας μεθοδικά τα μουσικά όργανα, με τις μπύρες να γίνονται ουίσκι(α) και τη νύχτα να μην τελειώνει ποτέ. Ή λίγο λιγότερο ποιητικά, η νύχτα να μην τελειώνει πριν το φάκεν κουλούρι του ψυρρή κλείσει για μεσημέρι. [κλείνει;]

H ανταλλαγή:
Βρίσκετε δίκαιη αυτή την ανταλλαγή; Δίνω τα τέσσερα και παίρνω το ένα μου πίσω ανα πάσα στιγμή.

Ωστόσο:
Ωστόσο αυτή τη στάνη έχουμε και αυτό το γάλα βγάζει, περνάμε στο τελετουργικό, στην υποκατηγορία «λίστες πάλι» της κατηγορίας «ήχος», το 2020 μουσικά μου άρεσε πααρα πολύ, όντας η πρώτη χρονιά που δυσκολεύτηκα ό ν τ ω ς να σκαρώσω την εικοσάδα, η πρώτη επίσης χρονιά που εναποθέτω την εν λόγω εικοσάδα σε φωτογραφία αλλά όχι σε κείμενο, η πρώτη χρονιά που μάλλον ήταν ό ν τ ω ς χειρότερη απο την προηγούμενη, η πρώτη χρονιά για αρκετά εδώ που τα λέμε πράγματα.

Οι δίσκοι:
Οι δίσκοι που άκουσα περισσότερο το 2020 ακολουθούν αμέσως μετά, να είστε ευτυχείς, να έχετε ένα στοιχειωδώς αξιοπρεπές 2021, υπομονή ~ στο τέλος θα νικήσουμε.

To Krasaki:
ενδεχομένως να μην το ανοίξω.

Mr. S. vs the world

•29 Δεκεμβρίου, 2020 • Σχολιάστε

Όλο έλεγα αυτές τις ημέρες που θεωρητικά θα είχα λίγο παραπάνω χρόνο, κάτσω να γράψω για αυτά που δεν μπήκαν στη λίστα της χρονιάς, γι’ αυτά που δεν προλάβαμε να ακούσουμε μέσα στη χρονιά, να κάνω έξυπνες αναφορές για αυτά που συνέβησαν μέσα στη χρονιά και γενικά να γράψω μερικά, προβλέψιμα, ημι-απολογιστικά post. Φυσικά, με το 2020 να συνεχίζει να είναι αυτό που είναι, εννοείται ότι τα σχέδια ανατράπηκαν, ο χρόνος δεν υπήρξε ποτέ και η πραγματικότητα φρόντισε να ορθώσει το υπερρεαλιστικό ανάστημά της για μια ακόμα φορά. Οπότε ανασκόπηση προς το παρόν δεν έχει, αλλά έχει μια σύντομη ιστορία.

Πόσες φορές άραγε έχουμε δει σε μια ταινία ή έχουμε συναντήσει σε ένα βιβλίο, έναν από εκείνους τους χαρακτήρες, του μονόχνωτους, που δεν μιλάνε σε κανένα, φαίνεται μη συμπαθούν (σχεδόν) κανένα και γενικά είναι ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της γειτονιάς. Το αν τους συμπαθείς ή όχι, προφανως εξαρτάται της ιδιοσυγκρασίας σου και του αν ανήκεις σε εκείνο τον πολύ μικρό κύκλο (σχεδόν κουκίδα) ανθρώπων που έχουν σχέση μαζί τους. Τον κ. Σ. τον ήξερα 6 χρόνια τώρα, αν και χρησιμοποιώ τη λέξη ήξερα πολύ καταχρηστικά σε αυτό το πλαίσιο. Ας πούμε καλύτερα ότι τον κ. Σ. τον έβλεπα τα τελευταία έξι χρόνια όταν πήγαινα (συνήθως για διακοπές) στο πατρικό της Μ. Ο κ. Σ. ήταν γείτονας και φίλος των γονιών της Μ. κοντά στα 65 χρόνια, ήταν ο καθηγητής των αγγλικών της και γενικά ήταν μια προέκταση του δικού τους σπιτιού. Η αντιμετώπιση του κ. Σ προς εμέ ξεκίνησε από έκδηλη καχυποψία όταν πρωτοείδε έναν τύπο με μούσια και τατουάζ να συνοδεύει την παλιά του μαθήτρια (μονολογώντας εικάζω από μέσα του «Τι κουμάσι είναι αυτό που μας κουβάλησαν πάλι;») για να καταλήξει σε ημι-αδιάφορη υποδοχή όταν διαπίστωσε ότι μάλλον δεν θα τους σφάξω όλους στον ύπνο τους. Εννοείται ότι κάθε φορά που τον έβλεπα τον χαιρετούσα με ένα χαμόγελο (που δεν χρησιμοποιώ συχνά), εννοείται ότι δεν μου απαντούσε ποτέ όλα αυτά τα χρόνια. Δεν θα πω ότι ήταν κάποιου είδους παιχνίδι αυτό, γιατί προφανώς ξέρω ότι για τον κόσμο του κ. Σ. εγώ είχα μια θέση αρκετά λιγότερο σημαντική από τα αδέσποτα γατιά που κυκλοφορούσαν στη γειτονιά. Φυσικά όντας φίλα προσκείμενος σε οποιαδήποτε έκφραση γεροπαραξενιάς, δεν μπορούσε παρά να έχω αναπτύξει μια ιδιαίτερη συμπάθεια για κείνον τον σκυθρωπο 70αρη που πετύχαινα συχνά ή να γυρίζει με το ποδήλατό του ή να ποτίζει τον εντυπωσιακό κήπο του.

Φυσικά όσο περνούσαν τα χρόνια μάθαινα και περισσότερο πράγματα για τον κ. Σ., καθώς με κάποιο μαγικό τρόπο, αυτοί οι άνθρωποι πάντα περιτριγυρίζονται από ιστορίες που πλησιάζουν το βασίλειο των θρύλων. Ότι είχε σπουδάσει οικονομολόγος, ότι είχε ζήσει αρκετά χρόνια στον Καναδά, ότι επέστρεψε για να φροντίσει τους γονείς του και μάλλον να παγιδευτεί σε μια ζωή που οδηγεί κάποιους χαρακτήρες στο να γίνουν οι περίεργοι της γειτονιας, οτι αγαπούσε πάρα πολύ τις λέξεις και την ιστορία τους, ότι έπαιζε ακορντεόν και ειδικά τις Κυριακές ήταν ο χαρακτηριστικός ήχος της γειτονιάς, ότι η Μ. φρόντιζε πάντα να του φέρνει μουσικά βιβλία από τα ταξίδια της για να παίζει καινούρια πράγματα στο ακορντεόν και διάφορα άλλα μυστηριώδη και μη. Ο κ. Σ. ηταν εκείνος ο κοντινός άνθρωπος που πάντα σκεφτόσουν στις γιορτές, αλλά είχες σταματήσει να καλείς γιατί δεν ήθελες να τον κάνεις να νιώσει άσχημα φέρνοντάς τον στη θέση να αρνηθεί. Ακομα όμως και στους κοντινούς του ανθρώπους, δεν είχε πει όλη την ιστορία του, ούτε μοιραζόταν πολλά πολλά, με αποτέλεσμα αυτός ο θρύλος να μεγαλώνει πότε πότε.

Η καρδιά του κ. Σ. αποφάσισε φέτος ότι το 2020 χρειάζεται ακόμα μια κακοτυχία για να κλείσει, σαν να μην έφταναν όλοι οι (παγκόσμιοι και προσωπικοι) λιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί που είχαν προηγηθεί. Έτσι λοιπόν, όσο σαματά δεν είχε κάνει τα τελευταία 75 χρόνια της ζωής του, αποφάσισε να τον κάνει την τελευταία βδομάδα της. Και μέχρι και μετά το τέλος, φρόντισε (λες και το είχε οργανώσει) να συνεχίζεται το μυστήριο γύρω από το πρόσωπό του και τις πράξεις του. Ας είναι όμως, κάποιοι άνθρωποι αξίζουν να γίνονται θρύλοι, χωρίς ποτέ να ξέρεις ακριβώς ποιοι ήταν. Ή ίσως αυτό να ισχύει για όλους τους θρύλους.

01. Clara Engel – Hatching Under The Stars

•20 Δεκεμβρίου, 2020 • Σχολιάστε

Υπάρχει μια κατηγορία (ίσως όχι και τόσο ισορροπημένων) ανθρώπων που ανάμεσα στις σημαντικές στιγμές της ζωής τους (έρωτες, πτυχία, ανακαλύψεις, ταξίδια κλπ) πάντα μνημονεύουν ορισμένες μουσικές γνωριμίες που λαμβάνουν ξεχωριστή θέση κάθε φορά που δημιουργείται ένα Τοπ-κάτι. Και πάντα θυμούνται την αίσθηση της πρώτης ακρόασης συγκεκριμένων πραγμάτων (ακόμα και δεν θυμούνται την ίδια την πρώτη ακρόαση). Και επειδή αγαπάμε τις ανισορροπίες μας, οι συζητήσεις περί αυτών καταλαμβάνουν (ή έστω θα θέλαμε να καταλαμβάνουν) μεγάλο μέρος του χρόνου μας. Γιατί τι πιο ωραίο από το να θυμάσαι την πρώτη φορά που άκουσες το “Kveldssanger”, το “Musick To Play In The Dark”, το “Lift Yr Skinny Fists Like Antennas To Heaven”, το “By The Throat” ή για την περίπτωση που ασχολούμαστε εδώ, το “Bethlehem Tapes”. Σε αυτές τις διάφορες λίστες που κατά καιρούς επιλέγουμε να φτιάξουμε, συνήθως θα επιστρέψω στα πρόσφατα πονήματα της Clara Engel (να με συγχωρέσει για τη χρήση του θηλυκού γένους, ακόμα δεν έχω καταλάβει πώς χρησιμοποιείται το they στην ελληνική γλώσσα), αν και νομίζω ότι φέτος είναι η πρώτη πρωτιά. Αλλά και τι δίσκος που ήταν το “Hatching Under TheStars”. Φυσικά θα του άξιζε και μόνο η πρωτιά γιατί καλύτερη σύνοψη της τρέχουσας κατάστασης από το “this tired old world isn’t all it’s cracked up to be” του “To keep the ghosts at bay” δεν υπάρχει. Ευτυχώς έχει και πολλά περισσότερα από αυτό.

Μετάτο “Where A City Once Drowned”, είναι μεγάλο ευτύχημα που η Engel συνεχίζει να καλεί (και μάλιστα αυξάνει) φίλους και γνωστούς να συμμετέχουν, δίνοντας μια πιο πολύπλευρη μορφή στις κυκλοφορίες της. Μπορεί το ύφος να μην αλλάζει ιδιαίτερα από κυκλοφορία σε κυκλοφορία, αλλά αν κάτσεις να αφουγκραστείς όλες τις λεπτομέρειες που περιέχονται εδώ μέσα, σχεδόν ανακαλύπτεις έναν πολύ διαφορετικό κόσμο, από αυτόν της απλότητας των πρώτων ακροάσεων. Άλλωστε είναι ολοφάνερο, ότι η Engel αγαπά και διαπρέπει στη δημιουργία εικόνων, είτε με την μουσική, είτε με τους στίχους, είτε με τις ζωγραφιές της. Λίγοι μουσικοί κάνουν πετυχαίνουν τόσο καλά (και τόσο άνετα) να χρησιμοποιούν την μουσική τους ως μέσο διήγησης ιστοριών. Και αν οι εικόνες της ρέπουν αρκετά προς το υπερρεαλιστικό, νομίζω ότι ανάμεσα στις γραμμές βρίσκεις πολλά γήινα στοιχεία. Και αν μη τι άλλο, δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις το πόσο δουλεμένος είναι ο λόγος της. Όσο για την μουσική; Δεν μπορώ να πω πολλά, δηλώνω ότι πατάει ακριβώς όλα τα κουμπιά που ταιριάζουν στα γούστα μου, οπότε πολύ δύσκολα θα είμαι κάτι λιγότερο από ενθουσιασμένος. Και το “Seven Minutes Past Sunrise” μάλλον είναι το ωραιότερο πράγμα που άκουσα φέτος. Τίποτα πιο ωραίο, από αυτόν τον νυχτερινό, αργό, αραιοκατοικημένο, βασισμένο στην κιθάρα και τη φωνή (και τι φωνή) ήχο που σε κάνει να συνειδητοποιείς ότι όντως η πιο ωραία ώρα για ακρόαση μουσικής είναι το βράδυ. 

02. Mary Halvorson’s CODE GIRL – Artlessly Falling

•19 Δεκεμβρίου, 2020 • Σχολιάστε

Αυτός ο δίσκος έχει τα φόντα να οδηγήσει σε τρομερα μεγαλεπήβολες και βαρύγδουπες περιγραφές και να αρχίσουμε να λέμε για ποιητικές φόρμες, δυσαρμονίες, τις περγαμηνές της Halvorson, τα βιογραφικά των υπολοίπων, την επίδραση του Wyatt στην παγκόσμια μουσική και, τέλος πάντων, το πιάνουμε το νόημα. Εδώ όμως είμαστε μόνο απλά, λαϊκά παιδιά (Γιακουμήδες του 21ου αιώνα θα μπορούσε να πει κανείς), οπότε θα κρατήσουμε ένα υποφερτά χαμηλό επίπεδο. Ο δίσκος θα μπορούσε να συνοψιστεί εδώ που τα λέμε στο «μια jazz μπάντα οδηγούμενη από μια jazz αρχηγό που δεν παίζει ένα ιδιαίτερα jazz όργανο βγάζει έναν όχι ιδιαίτερα jazz δίσκο». Μετά θα μας κάνει μήνυση φυσικά η λέξη jazz για κατάχρηση. Το project/συγκρότημα/κουιντέτο των Code Girl είναι η αλήθεια πως εξελίσσεται σε τρομερά ενδιαφέρουσα μουσική οντότητα και είναι μόλις ο δεύτερος δίσκος.

Δεν ξέρω αν υπήρξε σοβαρή επιρροή του Wyatt, δεν το πολυπιστεύω είναι η αλήθεια, αλλά παραμένει το γεγονός ότι το μουσικό ύφος του δίσκου είναι πολύ πιο κοντά στο art rock που θα περίμενε κάποιος από τον Βρετανό, από ότι στην jazz, ακόμα και από τις πιο ελευθεριακές μορφές της. Δεν παραπονιέμαι καθόλου όμως, το τελικό αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό, πολυποίκιλο και με εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στη μελωδία και στο (έστω χαμηλής έντασης) χάος. Γενικά, στην πορεία ο δίσκος μου θύμισε πολλά πράγματα αν και μάλλον όχι γιατί είχε ουσιαστική σχέση, αλλά γιατί υπάρχει αρκετά μεγάλη εναλλαγή σε διάθεση και στυλ. Επίσης χωρίς να είναι ακριβώς στημένος γύρω από τις ερμηνείες των τραγουδιστών (της Kidambi που είναι πάλι σε τρομερή φόρμα, του Wyatt και της Grant), τα φωνητικά τους είναι από τους ακρογωνιαίους λίθους του αποτελέσματος. Σε κάθε περίπτωση, το “Artlessly Falling” είναι από τους πιο ξεχωριστούς δίσκους που βγήκαν φέτος. Οι προβλέψεις λένε ότι ο τρίτος δίσκος θα πιάσει και το ν.1 της λίστας.

03. Nubya Garcia – Source

•18 Δεκεμβρίου, 2020 • Σχολιάστε

Και σε μια ακόμα δεξιοτεχνική αντιπαραβολή (because that’s how we roll) περνάω από τους παλιούς γνώριμους που ανάφερα στην προηγούμενη θέση, στην χαρά μιας νέας ανακάλυψης τουτη την, κατά τ’ αλλα μαύρη και άραχλη, χρονιά. Την Nubya Garcia την συνάντησα για πρώτη φορά (όπως και αρκετούς άλλους εδώ που τα λέμε) στο BBC 6, όταν είχε αναλάβει να κάνει μια εκπομπή ένα απόγευμα και είχε επιλέξει φανταστική μουσική. Το καλοκαίρι ήταν, σε ένα γάμο πήγαινα, μας έπηξαν και στα κρητικά μετά, μόνο η Nubya ήταν μια μουσική όαση στην μέρα. Μετά την έψαξα, είδα ότι ανήκει εν ολίγοις σε αυτή την υπέροχη νεο-αγγλική νεο-jazz σκηνή μαζί με Shabaka και λοιπούς και ότι φέτος έβγαλε και τον πρώτο της δίσκο. Κάπως έτσι λοιπόν έμαθα και γω το (μάλλον όχι και τόσο καλά) κρυμμενο μυστικό των λονδρέζικων σαξοφώνων.

Η αλήθεια είναι ότι όσο απολαμβάνω συχνά πυκνα τις πιο ελεύθερες μορφές της jazz, άλλο τόσο απολαμβάνω και τις πιο κλασσικες προσεγγίσεις στον ήχο όπως αυτή του «Source». Και όσο και αν αντιπαθώ τον όρο cool jazz, μα τον Σοννυ τον Ρολλινς, αυτός ο δίσκος ξεχειλίζει coolness και ας μην ειναι cool jazz. Παράλληλα φροντίζει να μαζεύει δεξιά αριστερά και διαφορα στοιχεία από άλλα είδη της ευρύτερης αφροδιασποράς, δημιουργώντας ένα ακόμα πιο πλούσιο δίσκο. Και φυσικά είναι γεμάτο απολαυστικούς διαλόγους όπως π.χ. αυτός μεταξύ σαξόφωνου και drums στο «Stand With Each Other». Έχοντας σαφώς βαθύτερες ρίζες από την πλειονότητα αυτών που έχουν αρχίσει να αποκαλούνται nu jazz, το «Source» ακούγεται ταυτόχρονα φρέσκο και κλασσικό. Όχι άσχημα αν σκεφτεί ότι είναι ντεμπούτο. Φυσικά αυτό δημιουργεί μεγαλύτερες προσδοκίες για τη συνέχεια, αλλά αυτό είναι κάτι που τώρα δεν πρέπει να απασχολεί ουτε την Garcia, ούτε εμάς.

04. Ka – Descendants Of Cain

•17 Δεκεμβρίου, 2020 • Σχολιάστε

Η φετινή λίστα είναι γεμάτη παλιούς γνώριμους για κάποιο λόγο. Δεν ξέρω αν αυτό είναι γιατί έκανα λίγοτερες νέες γνωριμίες, γιατί οι παλιοί έβγαλαν όλοι εξαιρετικούς δίσκους ή γιατί η ίδια η φύση της χρονιάς ζητούσε λίγο παραπάνω την ασφάλεια του γνώριμου. Μπορεί απλά και να έτυχε. Ο Kaseem Ryan δεν είναι και αρχαίος γνώριμος πάντως, από το «Honor Killed The Samurai» του ’16 χρονολογείται η σχέση. Σε ζευγαρίστικους όρους είναι κάπου εκεί που δεν σου φαίνεται και τόσο περίεργο αν τύχει να γνωρίσεις και κανέναν γονιό του συντρόφου σου. Τα είχαμε ξαναπεί και πρόπερσι για το «Orpheus vs. The Sirens» που είχε βγάλει με τον Animoss. Φέτος, επανέρχεται ως Ka, αλλά πάλι επιλέγει μυθολογική εικονογραφία, έστω και αν στρέφεται σε βιβλικές φιγούρες αυτή τη φορά.

Το έχω ξαναπεί νομίζω, αλλά για μένα το στυλ του Ka ορίζει ακριβώς το αγαπημένο μου hip hop. Χαμηλόφωνο, ατμοσφαιρικό, ενδοσκοπικό, όχι χαζά φασαριόζικο και γεμάτο παρρησία. Πιθανότατα βοηθάει και η ηλικία του Ryan στο να αντιμετωπίζει τόσο τη μουσική όσο και τους στίχους του με περισσότερη υπομονη, περισσότερη φροντίδα και, κυρίως, περισσότερη σκέψη.  Μουσικά τα beats του ντύνονται με εκείνη την υπέροχη συνταγή down-tempo εγχόρδων, κιθάρας, πιάνου, λες και είναι έτοιμα να ντύσουν ακυκλοφόρητες σκηνές από το «Ghost Dog». Θα ήταν αρκετά χαζό να υποκριθώ ότι κατανοώ πλήρως (ή εστω και μερικώς) τις εμπειρίες που αποτελούν τους προγόνους των ιστοριών του, αλλά αυτό δεν κάνει το λόγο του λιγότερο καθηλωτικό ή λιγότερο αμεσο. Και για κάποιον που αρέσκεται να ασχολείται με μεγάλα σύμβολα, δεν καταλήγει ποτέ να ακούγεται μεγαλομανής. Γι’ αυτό και τον αγαπάμε τόσο.

05. The Microphones – Microphones In 2020

•16 Δεκεμβρίου, 2020 • Σχολιάστε

Ο φίλος Phil έχει μάλλον κάποιο τάμα στην Παναγιά την Αποκοσμορεσίβια κάθε χρόνο να εμφανίζεται για να μαυρίζει την ψυχούλα μας όπως κανείς άλλος δεν ξέρει να κάνει. Επειδή από ό,τι φαίνεται ήθελε διάλειμμα από τους Mount Eerie (που ήταν μόνος του), αποφάσισε να αναστήσει τους  Microphones μετά από δεν-ξέρω-και-γω-πόσα χρόνια (που πάλι είναι μόνος του). Ίσως μετά από τόσο πένθος, η επανεπίσκεψη στο παρελθόν και οι απολογισμοί που ακολουθούν τέτοιες κινήσεις (μας τα έλεγε το High Fidelity, δεν μας τα έλεγε;) να είναι αναπόφευκτα γεγονότα. Εντωμεταξύ τον Elverum, τον έχω πάντα στο μυαλό μου για κάποιο λόγο σε μια παράλληλη πορεία με τον Mark Kozelek με όλα τα μονολογιστικά που έχουν στη μουσική τους (με τη διαφορά βέβαια ότι ο Elverum μοιάζει συμπαθες τυπάκι, ενώ ο άλλος φωτάει απο μακριά οτι είναι μαλάκας).

Το «Microphones in 2020» (όπως και τα περισσότερα τελευταία album του) είναι ουσιαστικά ένας μονόλογος με αυτή την γνώριμη τραγουδιστά μουρμουρίζουσα φωνή (συνοδευμόμενη από τα πιο γνώριμα folkιζοντα ακουστικά ακκόρντα με 3-4 ξεσπάσματα για να ξυπνάμε). Απολογιστικός, αλλά όχι ιδιαίτερα νοσταλγικος. Σκεπτικά μελαγχολικός αλλά όχι απογοητευμένος με το πως εξελίσσεται η ζωή. Πάντα είναι κάπως περίεργο να ακους τόσο προσωπικούς δίσκους, που δεν κάνουν σχεδόν καμιά προσπάθεια να απλώσουν το θέμα τους ώστε να μετατραπούν σε κάποιου είδους περιγραφή κοινων εμπειριών. Ακόμα και όταν οι στοχασμοί του ξεφεύγουν από το προσωπικό σε πιο γενικές παρατηρήσεις, ποτέ δεν νιώθεις ότι απευθύνεται σε κάποιον άλλο πέρα απο τον εαυτό του. Από την άλλη πλευρά αυτά που λέει, συνήθως είναι πράγματα που λέμε και εμείς ή που θέλουμε να πούμε εμείς αλλά δεν έχουμε το ταλέντο του Elverum ή πράγματα που δεν ξέραμε ότι θέλαμε να πούμε και εμείς. Καταλάβατε τέλος πάντων. Ή και όχι.

06. Nadine Shah – Kitchen Sink

•15 Δεκεμβρίου, 2020 • Σχολιάστε

Έχετε πέντε λεπτά να σας μιλήσω για την σωτήρα μας, την Nadine Shah; Έχετε, δεν έχετε, εγώ θα μιλήσω. Δεν θα σταματήσω να λέω ότι η Shah είναι από τα πραγματικά μεγάλα κεφάλαια της σύγχρονης βρετανικής μουσικής, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά. Είναι από εκείνους τους έκδηλα ευφυιείς μουσικούς που δεν γίνεται να μην αγαπάς. Ασχέτως αν ασχολείται με το μεταναστευτικό στο «Holiday Destination» ή με τα ζητήματα που την απασχολούν ως γυναίκα στα mid-30s στον Δυτικό κόσμο όπως κάνει στο «Kitchen Sink», αυτό που είναι το μεγάλο προσόν (και απόδειξη της ευφυίας που λέγαμε νωρίτερα) είναι ότι γίνεται αριστοτεχνικά δηκτική χωρίς να προσπαθεί ποτέ να γίνει διδακτική. Επίσης καταφέρνει να χρησιμοποιεί καθημερινή γλώσσα, χωρίς όμως να χάνει την εγγενη ποιητικότητά της. Αυτό κάνει το αποτέλεσμα αρκετά πιο άμεσο και προσβάσιμο, χωρίς απαραίτητα να κάνει συμβιβασμούς με αυτά που θέλει να πει.

Μουσικά γενικά η Shah είναι δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί (τουλάχιστον από εμένα). Αυτό μόνο ως θετικό το θεωρώ, καθώς δεν πολυξέρεις τι θα σε βρει στην επόμενη γωνία και αυτό είναι από τα πιο ωραία πράγματα που μπορεί να σου προσφέρει η μουσική. Στο «Kitchen Sink» κρατάει σε μεγάλο βαθμό τις κιθάρες και τους ρυθμούς του «Holiday Destination», μουσικά (όπως και θεματικά) είναι αρκετά πιο ενδοσκοπικό. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να είστε τεμπέληδες και να χρειαστεί να αφιερώσετε λίγο παραπάνω χρόνο και ακροάσεις για να το εκτιμήσετε, ειδικά στο δευτερο μισο, καθώς είναι κάπως εμπροσθοβαρές. Τι μένει; Θα έλεγα ότι μένει να την δούμε live, αλλά ας μην καταλήξουμε σε απελπισμένους κλαυσίγελους.

07. Croatian Amor – All In The Same Breath

•14 Δεκεμβρίου, 2020 • Σχολιάστε

Που λέτε, ο Loke Rahbek ή αλλιώς Croatian Amor (και όχι Armor όπως πίστευα μέχρι τον προηγούμενο μήνα) είναι συν-ιδρυτής την Posh Isolation. Την Posh Isolation την αγνοούσα παντελώς μέχρι να αποφασίσει να επανεκδόσει το 2015 το «Apan» του Erik Enocksson και, δυο χρόνια αργότερα, το «Farval Falkenberg». Εδώ κάνουμε μια μικρή παύση να πούμε ότι αν δεν έχετε ακούσει το «Farval Falkenberg» αφήστε blogovisions, μαγειρικές, φασίνες σπιτιού, τα παιδιά/σκυλιά, ό,τι έχει ο καθένας τέλος πάντων και πηγαίντε να ακούσετε το «Farval Falkenberg» και μπορεί να γίνετε λίγο καλύτεροι άνθρωποι. Μπορεί και όχι. Μετά δείτε και την ταινία. Συνεχίζουμε με την Posh Isolation όμως. Όπως σε κάθε επαφή με καινούρια δισκογραφικη, μια βόλτα από τον ευρύτερο κατάλογο θα την κάνεις. Η αλήθεια είναι (πόση δυσπιστία γεννά αυτόματα αυτή η φράση όμως ε; Ποια αλήθεια θα ρωτήσει κάποιος) ότι έχει πολλά ενδιαφέροντα πράγματα η Posh Isolation. Για τα δικά μου γούστα, οι κυκλοφορίες του Rahbek είναι στην κορυφή αυτών.

Γενικά όπως κάθε ηλεκτρονικοπερίεργος που σέβεται τον εαυτό του (πότε άραγε σταματήσαμε να χρησιμοποιούμε τον όριο IDM;), έχει περάσει από διάφορα στυλ και διαθέσεις, από τα πιο θορυβώδη μέχρι τα πιο μελωδικά. Το «All In The Same Breath» ανήκει σίγουρα στην δεύτερη κατηγορία. Είναι ένας δίσκος που θα σας φερθεί με τρυφερότητα και ηρεμία, ταξιδιάρικος και κινηματογραφικός θα μπορούσαμε να πούμε, αν θέλαμε να τερματίσουμε τα κλισέ. Εγώ θα πω ότι μου φέρνει στο μυαλό λίγο την ευτυχία που νιώθεις ακούγοντας το «Eingya» του Helios, αν και αυτός είναι πιο αστικός. Άσε που έχει και 2-3 στιγμές (π.χ. το «Yoyogi Park» ή το «Young») που δυνητικά τα άκουγες σε ένα club εκεί λίγο πριν το κλείσιμο κατά την αυγούλα. Αν υπήρχαν clubs ακομα βέβαια. Ή αν ξαναυπάρξουν γενικά. Οπότε εγώ θα δεθώ λίγο παραπάνω με τα πιο down-tempo όπως το «The River That Flows In You Also Flows In Me» ή το «All In The Same Breath» που τα ακούς με άνεση και χωρίς να χρειάζεται το club, σκεπτόμενος τι πάει στραβά σε τούτο τον κοσμάκη. Αυτό δεν θα το αποφύγετε δυστυχώς, αλλά δεν θα κατηγορήσουμε τον Rahbek γι’ αυτό. Τουλάχιστον κάνει εξαιρετική παρέα.

08. Jacaszek – Music For Film

•13 Δεκεμβρίου, 2020 • Σχολιάστε

Το καίριο ερώτημα που μας ταλανίζει φίλες και φίλοι είναι το εξής: «Είναι το Music For Film του Jacaszek (τον οποίο πάντα στο μυαλό μου προφέρω Τζακάζεκ, ενώ υποθέτω ότι είναι μάλλον Γιάκατσεκ) o δίσκος που θα περιμέναμε από τους Ulver αυτή τη χρονιά;». Όχι προφανώς γιατί ο Πολωνός είναι επηρεασμένος από τους Νορβηγούς, αλλά γιατί αυτή η συλλογή κινηματογραφικών συνθέσεων μου έφερε στο μυαλό εκείνη την χρυσή μετα-Perdition City εποχή με τις Coil-ίζουσες αναφορές και τα φευγαλέα έγχορδα. Φυσικά αυτό έχει να κάνει με τις δικές μου αναπολήσεις και λιγότερο με κάποια ουσιαστική σύνδεση, αλλά όλοι μας πέφτουμε στην παγίδα της νοσταλγίας συχνά πυκνά.

Το “Music For Film” ενώπαραμένει πάντα soundtrack-ικό, ακριβώς επειδή συλλέγει συνθέσεις από μπόλικα διαφορετικά έργα, παρουσιάζει αρκετά μεγάλες διαφορές σε ύφος και διάθεση, παραμένοντας φυσικά στα ηχητικά πλαίσια του μινιμαλιστικού ηλεκτρονικοπερίεργου. Αυτό μπορεί να επηρεάζει κάπως τη συνοχή του, αλλά από την άλλη δίνει μεγαλύτερες δυνατότητες για αναζήτηση των κρυμμένων γωνιών του. Είναι και σκοτεινές, τώρα ξέρετε, παίζει να βρείτε καμιά αράχνη, παίζει να βρείτε κανένα θησαυρό, εκεί δεν είναι το ενδιαφέρον; Ο Jacaszek πολύ σπάνια θα απογοητεύσει ή, για να το θέσω καλύτερα, σπάνια θα βγάλει κάτι που δεν θα μιλήσει στην καρδούλα μου. Δεν το έκανε ούτε φέτος, οπότε το 8 είναι δικό του με περισσή άνεση.