Efrim Manuel Menuck, Pissing Stars, #01

•Δεκέμβριος 20, 2018 • Σχολιάστε

a4286775054_10

Σε μια άσχημα περίεργη χρονιά που ακολούθησε μια σειρά άσχημα περίεργων χρονιών, το γνώριμα (και ίσως αναμενόμενα) δυστοπικό όραμα του αρχηγού (ή πρώτου μεταξύ ίσων) των Godspeed You Black Emperor και Silver Mt. Zion (and the something somethings) μοιάζει απόλυτα ταιριαστό. Ένα χρόνο μετά το “Luciferian Towers” (για το οποίο ακόμα δεν έχω καταλήξει για τη θέση του στο GY!BE σύμπαν) και εφτά χρόνια μετά το “Sings High Gospel”, ο Menuck ξαναθυμήθηκε ότι αγαπάει την δημιουργική μοναξιά και εγέννετω “Pissing Stars”. Κάπως έτσι, μερικούς μήνες μετά, βρέθηκε στην πρώτη θέση μιας αρκούντως ασήμαντης λίστας κάπου στην άλλη πλευρά του κόσμου.

Στο σύνολό του, το “Pissing Stars” ακούγεται ως προσωπικός δίσκος, πολύ περισσότερο από το “High Gospel”. Είναι αρκετά απογυμνωμένος, χωρίς την πολυφωνία των άλλων project του Menuck και ακόμα και το τραγούδι του ακούγεται ως μόλογος. Σαφώς πιο drone-oriented, πιο ambient, λιγότερο καθαρά μελωδικός (με την εξαίρεση του σχεδόν pop “Α Lamb In The Land of Payday Loans”), πιο θαμπά θορυβώδης, ίσως και πιο κουρασμένος. Όπως ακριβώς και η πραγματικότητά μας δηλαδή. Το ομώνυμο τραγούδι π.χ. ακούγεται σαν ένα απαισιόδοξο Pink Floyd-meets-Fennesz ξαδερφάκι του “Horses In The Sky”. Οι κιθάρες του “Black Flags Ov Thee Holy Sonne” φέρνουν στο μυαλό την μαυρίλα των όψιμων Earth συνδυαζόμενων με τα φωνητικά των Silver Mt. Zion (και εκείνη η παιδική φωνή που επαναλαμβάνει το “dead stars” χαρίζει την πιο συγκλονιστική στιγμή του δίσκου). Παρά την ευρύτερη μουντίλα του δίσκου, υπάρχουν και πιο αισιόδοξες στιγμές (με κυριότερη το “A Lamb..” που προαναφέρθηκε) και κατά μια έννοια, αυτή η σπανιότητα τις κάνει πιο σημαντικές.

Ο Menuck έχει πάντα ένα χάρισμα να συνδυάζει την απογοήτευση με το σθένος και εκεί είναι που αποφεύγει, οι δύστροπες ατμόσφαιρες που δημιουργεί να καταλήγουν σε μια παραιτημένη μιζέρια, αλλά πάντα να καίει μια φωτιά μέσα τους. Ακόμα και εδώ, που διακρίνονται αρκετά συχνά τάσεις φυγής, διατηρείται μια γοητευτικά ξεροκέφαλη αποφασιστικότητα ότι δεν είναι όλα χαμένα. Ίσως αυτό είναι και η αιτία που με έκανε να το αγαπήσω τόσο πολύ. “The love of hopeless causes” που λέγανε και οι New Model Army.

Lubomyr Melnyk, Fallen Trees, #02

•Δεκέμβριος 19, 2018 • Σχολιάστε

cover

Η λίστα φέτος δεν είχε καθόλου νεοκλασσικοπερίεργα μέχρι στιγμής, αλλά σώθηκε από αναπάντεχη ανατροπή της τελευταίας στιγμής. Εκεί λοιπόν που δεν το περίμενε κανείς, ήρθε ο αγαπημένος μας Ουκρανός πιανίστας και εν μέσω λιστών και Δεκεμβριάτικου χαμού, κυκλοφόρησε στις 7 του μηνού το “Fallen Trees”. Κατ’ εμέ, ενα από τα σημαντικότερα πράγματα που έχει κάνει η, γενικά λατρεμένη, Erased Tapes, είναι που έκανε γνωστό τον Melnyk. Είναι ένας από τους πιο εντυπωσιακούς μουσικούς (συνθετικά και εκτελεστικά) που έχει βγάλει ο ευρύτερος νεο-κλασσικός χώρος και θα ταν κρίμα να μην τον μαθαίναμε ποτέ και εμείς οι απέξω από τη φάση.

Το “Fallen Trees” είναι το τέταρτο του στην Erased Tapes και, μάλλον, το καλύτερό του (μαζί με το “Rivers And Streams”). Ο δίσκος είναι συγχρόνως ελεγειακά μελαγχολικός, αλλά και ανυψωτικά ελπιδοφόρος με (προφανή) κεντρικό άξονα το εξόχως χαρακτηριστικό στυλ του Melnyk. Το “Fallen Trees” είναι χωρισμένο σε δυο μέρη, τα τρία πρώτα κομμάτια και την ομώνυμη, αποτελούμενη από πέντε μέρη, σουίτα, εμπνευσμένη από τις εικόνες πεσμένων δέντρων που έβλεπε ο Melnyk στα ταξίδια του με το τραίνο.

Στο πρώτο μέρος έχουμε το “Requiem for a Fallen Tree” με την μαγευτική συμμετοχή της επίσης εξ Erased Tapes ορμώμενης Hatis Noit (η οποία έχει βγάλει και αυτή ένα πολύ ενδιαφέρον ep φέτος) σε πιο κλασσικές φόρμες από τα προσωπικά της, το καλπάζον “Son Of Parasol” και το παραδοσιακά εμπνεόμενο “Barcarolle” (Βενετίες, γόνδολες και άλλα αναγεννησιακορομαντικά). Το “Fallen Trees” βρίσκει τον Melnyk στα πιο Reich-ο-Riley-ικά του και, ίσως στην πιο κλασσική του στιγμή, υποστηριζόμενος από το τσέλο της Anne Muller (ψάχτε το “7 Fingers”, τη συνεργασία της με τον Nils Frahm) και τη φωνή του David Allred, επίσης της Erased Tapes, στο “Apparition”. H μουσική του Melnyk έχει μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική ροή εξαιτίας του παιξίματος του, η οποία, τουλάχιστον στα δικά μου αυτά, της δίνει μια πιο έντονη ζωντάνια, ακόμα και στα πιο θλιμμένα σημεία της.

Με τεράστια χαρά επίσης ανακάλυψα ότι έχει προγραμματιστεί να μας ξανάρθει τον Απρίλιο, για να διορθώσουμε το ότι τον είχαμε χάσει στην Αγγλικανική. Το “Fallen Trees”, αν και χωρίς ιδιαίτερες ηχητικές εκπλήξεις, καταφέρνει για μια ακόμα φορά να είναι τόσο υπερβατικά όμορφο που δεν μπορεί να αφήσει κάποιον ασυγκίνητο.

Καλά, φυσικά και μπορεί, και εικάζω ότι θα αφήσει πολλούς ασυγκίνητους, αλλά τι να κάνουμε, δεν μπορεί να έχουν όλοι το ίδιο καλό γούστο με μένα.

Spiritualized, And Nothing Hurt, #03

•Δεκέμβριος 18, 2018 • Σχολιάστε

SPZ_And_Nothing_Hurt_Digital_3k_ALBUM_ART_grande

Οι Spiritualized (ή ο Jason Pierce τέλος πάντων) ορίζουν για μένα ακριβώς αυτό που θα έπρεπε να είναι το δημοφιλές αγγλικό rock. Ψυχεδελικό και χειμαρώδες, μελαγχολικό και αισιόδοξο, πλούσιο αλλά και απλό. Φυσικά όλα γίνονται σαφώς πιο απλά όταν διαθέτεις την συνθετική ικανότητα του Pierce, αυτό τον αριστοτεχνικό τρόπο να δημιουργείς περίτεχνες συνθέσεις συνδυάζοντας άπειρα στοιχεία αλλά μην πέφτοντας στην παγίδα του βαρυφορτωμένου αχταρμά, όπως τόσοι άλλοι που χάνονται μέσα στη μεγαλεπήβολη ματαιοδοξία τους.

Δεν θα προχωρήσω σε προβλέψιμες συγκρίσεις αν και μπαίνω στον πειρασμό, ίσως γιατί διακρίνω κάποιες ηχητικές ομοιότητες. Το 8ο (και κάπου πήρε το μάτι μου, πιθανόν τελευταίο) album των Άγγλων θα φέρει στο μυαλό σε πολλές στιγμές τους προκατόχους του και ακόμα δεν έχω καταλάβει αν αυτή είναι μια ενσυνείδητη ρετροσπεκτίβα ή ένα φυσικό κλείσιμο κύκλου. Ο Pierce έχει μαζέψει πολύ κόσμο για να χτίσει το έργο του και φαίνεται να έχει εξαντλήσει όλα τα ενορχηστρικά εργαλεία του, αλλά, μα τα γένια του Τουτατή, το αποτέλεσμα τον δικαιώνει μέχρι εκεί που δεν φτάνει άλλο. Τα τραγούδια ακούγονται τόσο πληθωρικά, αλλά και τόσο αβίαστα που είναι άξια θαυμασμού. Από το αιωρούμενο «Perfect Miracle», στα ορχηστρικά σημεία του «Damaged» μέχρι και το θορυβώδες κλείσιμο του «The Morning After», θα συναντήσει κάποιος πολλές διαθέσεις, κάποιες πιο γλυκές, κάποιες πιο εφηβικά θυμωμένες, κάποιες πιο προβληματισμένες.

Με τόση δουλειά που ρίχνει κάθε φορά στην δημιουργία ενός δίσκου ο Pierce, δεν είναι και απορίας άξιον ότι χρειάζεται μπόλικα χρόνια για να τον ολοκληρώσει, αν και τα 6 χρόνια αυτής της φοράς ήταν κάπως παραπάνω από ό,τι χρειαζόταν. Είμαι σίγουρος ότι θα μπει (όπως έχει ήδη γίνει) σε μπόλικες λίστες, αν και γενικά, για κάποιο λόγο που δεν καταλαβαίνω, είναι και αρκετοί που δεν έχουν εντυπωσιαστεί. Επειδή όμως έχουμε πιάσει τριάδα, προφανώς δεν είμαι ένας από αυτούς. Το «And Nothing Hurt» είναι ένας τόσο πολυεπίπεδος δίσκος, σε άλλα χέρια πιθανότατα θα είχε μετριότατη κατάληξη. Ο Pierce όμως αποδεικνύει ότι το λέει ακόμα η καρδούλα του και όπως λέει και ο ίδιος: «And take it easy/ All these wasted years/ Celebrate your finest/ And the music of the spheres»

Mary Halvorson, Code Girl, #04

•Δεκέμβριος 17, 2018 • Σχολιάστε

a2581662586_10

Ετσι όπως πήγαινε η λίστα φέτος, μου κάνει τρομερή εντύπωση που έφτασε να συμπεριληφθεί και ένα διπλό album με μιάμιση ώρα διάρκεια. Ας είναι όμως, την Mary την Halvorson την συμπαθώ απεριόριστα και ας είναι πρακτικά αδύνατο να παρακολουθήσεις την καριέρα της σε μια δαιδαλώδη αλληλουχία solo δίσκων, group, projects, συμμετοχών ως sidewoman (ή sideperson αν θέτε), αλλά σχεδόν ό,τι έχει πέσει στην αντίληψη και στο στερεοφωνικό μου ειναι άκρως ενδιαφέρον και απολαυστικό. Στο «Code Girl» ξαναδημιουργεί ένα group (έστω και αν ο δίσκος είναι κάτω από το δικό της όνομα για κάποιο λόγο), μαζεύει τους γνωστούς της Tomas Fujiwara και Michael Formanek για το rhythm section, τον Ambrose Akimunsire στην τρομπέτα (φέτος η λίστα έχει πολλές συνδυαστικές παρουσίες) και την (παντελώς άγνωστη σε μένα, αλλά ιδιαιτέρως εντυπωσιακή) Amirtha Kidambi για το τραγούδι.

Ο δίσκος είναι μεγάλη πρόκληση από πολλές πλευρές. Είναι πολύ εύκολο να χαθείς μέσα στα 14 τραγούδια του και λόγω διάρκειας και λόγω πληθώρας πληροφοριών που ακούγονται μέσα σ΄αυτά. Όλοι οι συμμετέχοντες προέρχονται από διάφορες εκφάνσεις της free jazz και, προφανέστατα, αυτό είναι ίσως το κυριότερο συστατικό του δίσκου. Όμως, τόσο η ικανότητα της Halvorson να γράφει ελκυστικότατες μελωδίες, όσο και η συμμετοχή της Kidambi με το εύρος της ερμηνείας της (από χωρίς λέξεις αυτοσχεδιασμούς έως και γλυκύτατα τραγουδίσματα), δεν τον αφήνουν να γίνουν ακατανόητα στρυφνός. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη δομή και στην έκρηξη είναι και το ομορφότερο σημείο του. Οι μουσικοί ακούγονται τρομερά δεμένοι μεταξύ τους, οι διάλογοι ανά δυο ή και τρεις εναλλάσσονται συνέχεια στα κομμάτια (όπως στο «Possibility of Lightning» π.χ. που η συνδιάλεξη ανάμεσα στον Akimunsire και την Kidambi οδηγεί σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις σε ένα ξεσπασματικό διαγωνισμό ανάμεσα στην Halvorson και τον Fujiwara για να ξαναμπεί στιγμιαία ανάμεσα η Kidambi).

To «Code Girl» (και μάλλον και οι Code Girl) έχουν ήσυχα σημεία, έχουν αυτοσχεδιαστικά σημεία, έχουν jazz σημεία, έχουν rock σημεία, έχουν υπερβατικά σημεία, γενικά από όλα έχει ο μπαχτσές. Επίσης θεωρώ ότι εντυπωσιακό ότι βρίσκεις τόσο άμεσο συναίσθημα σε έναν συχνά αφαιρετικό δίσκο. Η αφομοίωση του συγκεκριμένου album νομίζω ότι είναι θέμα χρόνων (και όχι χρόνου). Μόνο τις τελευταίες ημέρες που το ξανακούω αποκλειστικά και βρισκω τον εαυτό μου να χάνεται και να ανακαλύπτει νέες γωνιές συνέχεια. Από την άλλη βέβαια μην τα θέλουμε όλα εύκολα και καλομαθαίνουμε. Ευκαιρία να εξερευνήσετε τις όχι-και-τόσο-ποπ ευαισθησίες σας.

Maarja Nuut & Ruum, Muunduja, #05

•Δεκέμβριος 16, 2018 • Σχολιάστε

a3115864931_10

Νομίζω ότι δεν μπορεί να υπάρξει αναφορά σε μουσική εξ Εσθονίας χωρίς μια κλισέ αναφορά στο γνωστότερο της χώρας. Οπότε ας τη βγάλουμε από τη μέση νωρίς και ας πούμε ότι μάλλον τίποτα δε θα σας θυμίσει τον Arvo Pärt στο «Muunduja». Σε περίπτωση που δεν το κατάλαβε κάποιος, η χώρα καταγωγής της Maarja Nuut, αλλά και του συνοδού της στο δίσκο, Hendrik Kaljujärv (ή αλλιώς Ruum), είναι η Εσθονία. Το όνομά της είχε πρωτοακουστεί στον ευρύτερο indie κόσμο με το «Une Meeles» του 2016, ως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες folk μουσικούς της γενιάς της, με τους περισσότερους να εντυπωσιάζονται τόσο από το βιολί της, όσο και από τη φωνή της.

Η συνεργασία με τον Ruum στο «Muunduja» δημιουργεί μια εξόχως αρμονική αντίθεση. Από τη μια οι σαφως παραδοσιακές μελωδίες της Nuut (σε βιολί και φωνή) και από την άλλη τα σύγχρονα synths του Ruum. Δεν ξέρω αν με επηρεάζει η συγγενής γλώσσα, αλλά αυτό που μου ρθε στο μυαλό για αρχή ήταν η Islaja, και ο δίσκος μοιάζει λίγο σαν συνδυασμός των δυο περιόδων της. Η πλευρά της Nuut θα σας θυμίσουν πιθανότατα πολλά από τα Βορειοσκανδιναβικά folk συγκροτήματα που χετε ακούσει στη ζωή σας. Εμένα π.χ. μου ρθαν για κάποιο ημι-απροσδιόριστο λόγο στο μυαλό (μάλλον λόγω του ήχου του βιολιού) οι Utla του Håkon Høgemo. Για να είμαι δίκαιος, πιστεύω ότι μεγάλο μέρος της ευθύνης για την επιτυχία του ταιριάσματος, την έχει ο Ruum, καθώς έχει καταφέρει να δώσει ένα πολύ ζεστό ήχο στα ηλεκτρονικό μέρη του, με αποτέλεσμα πουθενά να μην μοιάζουν με ξένο σώμα στις ιστορίες της Nuut. Η θέση του οδηγού κατά τη διάρκεια του δίσκου εναλλάσεται συχνά μεταξύ τους και έτσι, ενώ ο χρόνος του τραγουδιού μειώνεται, η εμφάνισή του αποκτά εντονότερη σημασία ακριβώς εξαιτίας αυτών τον παύσεων. Νομίζω ότι κάθε παραδοσιακή ιστορία σε μουσική μορφή στηρίζεται έντονα στην επανάληψη για το χτίσιμο της έντασης της και εδώ υπάρχουν λαμπρά δείγματα τέτοιων σημείων (όπως π.χ. τα πλήκτρα στο τέλος του «Mahe»). To «αιθέριος» είναι από τους λιγότερο αγαπημένους μου επιθετικούς χαρακτηρισμούς, αλλά εδώ δυσκολεύομαι να βρω κάποιον καλύτερο για το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου, έστω και αν υπάρχουν και κάποιες πιο κορυφωτικές στιγμές όπως το πρώτο μισό του «Takisan». Ακόμα και αυτό όμως καταλήγει σύντομα σε μια ατμοσφαιρική αποδόμηση.

Τα εσθονικά (όπως και τα ξαδερφάκια τους, τα φινλανδικά) είναι απίστευτα μουσική γλώσσα, με τα βαθειά «L» τους και τα πολλά «U» τους και προσθέτουν από μόνα τους μια επιπλέον μαγεία στην διήγηση της Nuut (δεν θα πω ότι εχω ιδέα για τι πράγματα μιλάει φυσικά). Σε τραγούδια όμως όπως το «Kuud Kuulama» και το «Kurb Laulik» υπάρχει μια σχεδόν υπνωτική ροή των λέξεων που δεν σε αφήνει να ξεφύγεις. Ενα αλλο σημείο που αγαπώ σε δίσκους, είναι να κρατούν το καλύτερο κομμάτι τους για το τέλος και το «Muunduja» το κάνει. Το «Une Meeles» (επίσης ο τίτλος του προηγούμενου δίσκου της) είναι ένα ημι-ambient διαμάντι (no pun intended!) όπου τα δομημένα σε επίπεδα φωνητικά της Nuut συνοδεύονται από τους στατικούς θορύβους του Kaljujärv για να καταλήξει σε ένα αφαιρετικά αυτοσχεδιαστικό βιολιστικό μέρος πριν χαθεί και αυτό στη σιωπή.

Το «Muunduja» είναι Μεγάλος Δίσκος (πιθανότατα και με άλλα κεφαλαία γράμματα), ειδικά για αυτούς που η καρδούλα τους πεταρίζει για χιονισμένα τοπία και βορεινά δάση. Αναρωτιέμαι που θα πάμε από εδώ και μετά.

Hermit and The Recluse, Orpheus vs. The Sirens, #06

•Δεκέμβριος 15, 2018 • Σχολιάστε

The-Hermit-And-The-Recluse-Orpheus-Vs-The-Sirens-1534772614-compressed

Τα τελευταία χρόνια οι κουλ τάσεις του αμερικάνικου hip-hop φαίνεται να μοιράζονται ανάμεσα στους δυτικοακτέζους Kendrick Lamar & co, σε όλους αυτούς τους περίεργους (και ακατανόητους για μένα) πιτσιρικάδες με τα περίεργα κουρέματα και τα Lil’ something ονόματα και τις πιο pop-ίζουσες πτυχες με τους Drakes, τις Minaj και τις Cardi B αυτού του ντουνιά. Οι τελευταίοι είναι εκτός των νερών μου και πέραν 2-3 δοκιμαστικών ακροάσεων καινούριων κυκλοφοριών για εγκυκλοπαιδικούς λόγους, δεν έχω αφιερώσει ποτέ χρόνο. Τους δεύτερους δεν τους παλεύω καθόλου, ενώ με τους Καλιφορνέζους hip-hoppers δεν τα πήγαινα καλά ποτέ και στις προηγούμενες γενιές. Και τι φταίμε εμείς που σαι περίεργος θα πει κάποιος, αλλά τι να κάνεις, αυτή είναι η ζωή. Από τότε που άρχισα να εκτιμώ το hip-hop ως ήχο, πάντα με έλκυαν περισσότερο οι πιο κλασσικοί Νεουορκέζικοι ήχοι (με μεγαλύτερη αγάπη μάλλον τους Wu Tang Clan και τα παρακλάδια τους) και στη δεκαετία που διανύουμε, νομίζω ότι το μόνο mainstream hot όνομα της περιοχής είναι o Childish ο Gambino, το οποίο επίσης δεν έχω καταφέρει βέβαια να εκτιμήσω μετά από μπόλικες προσπάθειες (ναι, ξέρω, είμαι απάλευτος γεροπαράξενος).

Ελαφρώς κάτω από την επιφάνεια βέβαια (όπως και σε όλα τα είδη) δεν έχουν σταματήσει να γίνονται ενδιαφέροντα πράγματα και να βγαίνουν αριστουργήματα και αριστουργηματάκια. Τον Kasheem Ryan (κατά κόσμον Ka) τον έμαθα πρώτη φορά με το προπέρσινο «Honor Killed The Samurai», λογικά μετά από καμιά ενθαρρυντικά περιγραφική κριτική στο Pitchfork ή στο Quietus και ο δίσκος έλιωσε αρκετά εκείνη τη χρονιά. Είχε όλα τα στοιχεία που βρίσκω γοητευτικά σε κάποιον μουσικό του είδους: ατμόσφαιρα, μελωδίες, περισυλλογή και πλήρη απουσία φανφάρας στον λόγο του. Στα συν ότι κάτι η θεματική, κάτι ο ήχος έφερναν στο μυαλό τους Wu Tang Clan και τις μετέπειτα δουλειές του GZA. Φέτος λοιπόν, ο πυροσβέστης φίλος μας, συνεργάστηκε με τον παραγωγό Animoss και ως Hermit And The Recluse (υπέροχος πλεονασμός το όνομα εντωμεταξύ), άφησαν τις Γιαπωνίες και αποφάσισαν να πιάσουν τον (ομολογουμένως και αναμενόμενα πολυτραγουδισμένο) Ορφέα για να στήσουν τις αστικές αλληγορίες τους. Ως ιδέα, μπορεί να είναι κάπως πολυδουλεμένη, αλλά από την άλλη, όλα παίζονται στη ματιά του δημιουργού και δεν θα κουράζομαι ποτέ να αναφέρω ως παράδειγμα το «Hadestown» της Anais Mitchell, ο οποίος ηταν αυθεντικά αριστουργηματικός concept δίσκος.

To «Orpheus vs The Sirens» ευνοείται από ένα υποδειγματικό ταίριασμα ανάμεσα στους δυο δημιουργούς του. Από τη μια ο Ka περισσότερο μονολογεί τους συλλογισμούς του, παρά φτύνει ρίμες, μιλάει στον εαυτό του, επιμένει σε επαναλαμβανόμενες φράσεις (όπως το «we made it through» στο «Fate), μοιάζει με άνθρωπο που απλά προσπαθεί να ξεδιαλύνει τις σκέψεις του. H παραγωγή του Animoss από πίσω, μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως αρχοντική. Συναισθηματική χωρίς να γίνεται μελό, πλούσια χωρίς να γίνεται παραφορτωμένη, δουλεμένη χωρίς να γίνεται αποστειρωμένη. Ο δίσκος είναι μια ανασκόπηση ζωής (άλλωστε πλησιάζει τα 50 πλέον ο Ka), από κείνες που όλοι νιώθουμε την ανάγκη να κάνουμε κάποια στιγμή, απλά χωρίς τόσο ταλέντο και λυρισμό στη γραφή. Τελικά αυτό που σε κερδίζει ολοκληρωτικά, πέραν της μουσικής είναι αποσπάσματα όπως αυτό στο (συγκλονιστικά sample-αρισμένο) «Golden Fleece»:

«I want compassion from the highest
Food for the lowest
Cures for the afflicted
Rooves for the homeless
Direction for the misled
Heat for the coldest
Love for the lonely
Peace for the soldiers
«

Θα τολμήσω να κάνω μια ακόμα αναλογία στο μυαλό μου και εδώ και θα πω ότι το «Orpheus Vs. The Sirens» φέρνει στο μυαλό το μεγαλειώδες εκείνο soundtrack του Ghost Dog, είναι γεμάτο με την ίδια νύχτα, είναι γεμάτο με τους ίδιους μονολόγους του πρωταγωνιστή, είναι γεμάτο με την συνειδητοποίηση ότι συνεχίζεις ακόμα και αν δεν βλέπεις διέξοδο, γιατί, τελικά, τι άλλο να κάνεις;

Splashgirl, Sixth Sense, #07

•Δεκέμβριος 14, 2018 • Σχολιάστε

HUBROLP3587-1024x1024

Μου χε κάνει εντύπωση ότι δεν είχα πετύχει νωρίτερα τον όρο post-jazz, αν και βλέπω οτι χρησιμοποιείται κατά κόρον για να περιγράψει τους Νορβηγούς. Επίσης ας είμαστε ειλικρινείς, σιγά μην υπήρχε λίστα χρονιάς που δεν θα περιείχε κάποιους Νορβηγούς. Η Hubro είναι από τις πλέον αγαπημένες εταιρείες τα τελευταία χρόνια και οι Splashgirl από τα πιο εμβληματικά σχήματά της. Ο όρος post-jazz, όσο άχρηστος μπορεί να είναι για να περιγράψει την μουσική ενός συγκροτήματος, τόσο νόημα βγάζει ως περιγραφή των περισσότερων μουσικών της Hubro, αφού τους ακούσεις φυσικά. Οι Splashgirl έχουν την πιο κλασσική σύνθεση ενός jazz trio, πιάνο/μπάσσο/ντραμς. Οι Splashgirl βέβαια ποτέ δεν ήταν ένα κλασσικό jazz trio και όσο περνάει ο καιρός φαίνεται να νιώθουν περισσότερο την ανάγκη του πειραματισμού με τον ήχο τους.

Το «Sixth Sense» είναι μάλλον το πιο ξεκάθαρα αυτοσχεδιαστικό album τους και το πιο αφαιρετικό ως προς την προσέγγιση των συνθέσεων. Αυτό το ενισχύει μάλλον και η πληθώρα επιρροών και διαφορετικών στυλ ακόμα και στην διάρκεια ενός μόνο κομματιού (μεγάλο παράδειγμα το «Broken» π.χ.). Το στοίχημα νομίζω σε κάτι τόσο «απλωμένο» είναι να μην ακούγεται μόνο ως παντελής απώλεια κατεύθυνσης και σκοπού, πράγμα που δεξιοτεχνικά αποφεύγουν οι φίλοι μας οι Splashgirl. Δεν είμαι από αυτούς που αγαπάνε τους ακραίους αυτοσχεδιασμούς τύπου Derek Bailey, αλλά δεν μπορώ παρά να απολαύσω την ελευθερία που παρέχει στη δημιουργικότητα των μουσικών η σποραδική καταπάτηση των κανόνων. Λεπτές ισορροπίες που όμως όταν επιτευχθούν φέρνουν μεγάλη ανταμοιβή. Σε επίπεδο ύφους, ο δίσκος γίνεται άλλοτε σκεπτικά διαλεκτικός (το πρώτο μέρος του «Broken»), άλλοτε στριφνά απειλητικός (το «Monsoon»), άλλοτε ευπρόσδεκτα γαλήνιος (το «Half Self» με τον διάλογο ανάμεσα στο υπέροχο μπάσο και στην σχεδόν Jarmusch-ική κιθάρα του Myhre), αλλοτε φουτουριστικά συνθετικός (όπως στο «Taal Caldera»). Μεγάλο προσόν φυσικά και ότι οι Splashgirl έχουν βρει στο πρόσωπο του Randall Dunn και ένα παραγωγό που και φαίνεται να τους καταλαβαίνει απόλυτα και τους βοηθάει να βγάζουν κυκλοφορίες που δεν χάνονται στις υφολογικές εναλλαγές τους.

Το 2018 φαίνεται μια ακόμα καλή χρονιά για τη Hubro και μάλιστα προσφάτως βγήκε και το νέο album των Møster (το βασικό group του Kjetil Møster των The End που προηγήθηκαν σε τούτη δω τη λίστα), και το «Sixth Sense» είναι ό,τι καλύτερο έβγαλε η εταιρεία φέτος. Δεν ξέρω αν είναι καλή εισαγωγή για τους Splashgirl, αλλά σίγουρα είναι ευοίωνο δείγμα για την μελλοντική πορεία τους.