Όταν οι Zoviet France έπαιξαν στο δωμάτιο του Zan Hoffman

•21 Νοεμβρίου, 2020 • Σχολιάστε

Οι πρώιμοι Zoviet France δεν φημίζονται για την ευρεία συναυλιακή τους δραστηριότητα. Πόσο μάλλον για την όποια δισκογραφική της αποτύπωση. Τον Μάιο του 1991, οι Ben Ponton και Robin Storey βρίσκονται στην Αμερική, όπου ο περιζήτητος σεσσιονάς/συνεργάτης του Eugene Chadbourne, Joee Conroy, τους κλείνει ένα gig στο μυθικό venue Tewligans στις 16 του μήνα. O Zan Hoffman, γνωστός απο το one man experimental project του Zandstones, όσο και απο την κασσετική του δισκογραφική ΖΗ27, κατασκευάζει αφίσες στο χέρι, χρησιμοποιώντας ψευδο-ξύλο και.. πλακάκια δαπέδου, ως tribute στο συχνά ανώμαλα χειροποίητο packaging που συνηθίζει να χρησιμοποιεί η μπάντα στις κυκλοφορίες της. Όλα όμορφα ως εδώ. Σε ένα στιγμιότυπο μαγικής συνεννόησης όμως, το club κλείνει το νεοσύστατο garage / psychobilly σχήμα των Flat Duo Jets την ίδια βραδιά, αμελώντας στρατηγικά να ενημερώσει τον Joee ή τη μπάντα. Οι τελευταίοι φτάνουν στο χώρο λίγο πριν το gig για να μάθουν πως δεν υπάρχει Zoviet France gig. Αρκετά ψύχραιμοι και εκ φύσεως diy οι Ponton/Storey ρωτούν μηχανικά τον Joee «ok, σε ποιανού σπίτι θα στήσουμε να παίξουμε;», με τον τον τελευταίο να προτείνει το διαμέρισμα του Zan Hoffman ως κοντινότερο στον συναυλιακό χώρο.

Έτσι, μια ζεστή βραδιά του Μάη του 1991, χωρίς περαιτέρω ανατροπές, ήρεμα και λογικά, οι Zoviet France παίζουν live στο δωμάτιο του Zan Hoffman.

O ίδιος, αξιοποιώντας τη δυνατότητα εγγραφής που έχει το stereo του, έρχεται αντιμέτωπος με το γεγονός πως έχει μια original ηχογράφηση των Zoviet France στα χέρια του, και χωρίς δισταγμό, αμελώντας με τη σειρά του να ενημερώσει τη μπάντα, κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες μεταξύ φίλων και γνωστών το γλυκό bootleg Live in my Livingroom σε μια κασσετική έκδοση 27 αντιτύπων.

Προς μεγάλη χαρά των οπαδών των Zoviet France, η ηχογράφηση διασώζεται ολόκληρη στο youtube:


Επίλογος: Ας μην επιχειρήσουμε το 2020 να συζητήσουμε το αν έπρεπε ή όχι να διαρρεύσει χωρίς την έγκριση της μπάντας. Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μοναδικό στιγμιότυπο, ένα εκπληκτικό live αποτύπωμα μιας μπάντας που βρίσκεται σε μια περίοδο ριζικής αλλαγής του καθιερωμένου ήχου της: Μιας βραδιάς όπου οι Zoviet France αυτοσχεδιάζουν ζωντανά, όχι σε ένα venue αλλά σε ένα δωμάτιο. Ένα μονάχα χρόνο μετά τη μοναδική ως τότε επίσημη live κυκλοφορία τους Vienna 1990

Υστερόγραφο: Καταλαβαίνω γιατί το Live In My Livingroom δεν χωράει στο γιγάντιο 17LP box set Châsse 2ᵉ, δεύτερο μέρος της αποκατάστασης της τεράστιας δισκογραφίας τους, ενώ το Vienna 1990 χωράει. Και καλύτερα έτσι. Αυτό που δε μπορώ να καταλάβω με τίποτα είναι γιατί δε χωράει το Digilogue LP του 1996!

Η χαμένη κασσέτα της Marie Goyette

•18 Νοεμβρίου, 2020 • 2 Σχόλια

Όσοι δεν ήμασταν tape traders στη χρυσή εποχή του tape trading (φεβρουάριος 1984 – δευτερο μισό σεπτεμβρίου του ίδιου έτους) αναπτύξαμε κάποιο μηχανισμό για να μας βοηθάει να «ενημερωνόμαστε για τη μουσική». Καθένας έχει τον δικό του. Απο τα περιοδικά οι ρομαντικοί, απο τα προτεινόμενα του spotify αυτοί που βαριούνται, απο τα βιβλία οι θεωρητικοί, απο το «δεν ενημερώνομαι, ενημερώνω» οι ψυχή-του-πάρτυ φίλοι μας, εως τον γενικότερο μηχανισμό «απο τον ιντερνέτ» ο οποίος λίγο πολύ εσωκλείει την συντριπτική πλειοψηφία των υπόλοιπων. Ο μηχανισμός συχνά αλλάζει με τα χρόνια. Εδώ και μερικά απο αυτά έχω πιάσει τον εαυτό μου να απομακρύνεται κάπως απο την ενημέρωση μέσω της μουσικής αρθογραφίας και να επικεντρώνεται στην εξερεύνηση του καταλόγου αρκετών ή πολλών δισκογραφικών εταιριών, με των οποίων το μουσικό αισθητήριο αλληλεπιδρά περισσότερο το δικό μου. Και φυσικά, στην επικοινωνία μεταξύ των labels, ένα απο τα πλέον απαραίτητα σημεία της έρευνας για μένα.

Ίσως όλο αυτό είναι ένας πρόλογος για να αναφέρω την ReR Megacorp και την Slowscan. Που η ίδια η αναφορά αυτή ίσως είναι με τη σειρά της ένας πρόλογος για να γράψω λίγα πράγματα για το έργο της γεννηθείσας στο Μόντρεαλ καλλιτέχνιδος Marie Goyette, πραγματικό και οριστικό κυρίως θέμα της σημερινής δημοσίευσης.

Η ReR Megacorp είναι η δισκογραφική εταιρία των Chris Cutler, drummer των avant garde θρύλων Henry Cow (και μετέπειτα των Art Bears), και Mick Hobbs των 1/2 Japanese και Officer!. Ένα πολύ βρετανικό label με απλησίαστα ποιοτικό κατάλογο, και ήχο που έχει ως βασικό πυρήνα τις ηχητικές ψυχώσεις των Cutler/Hobbs, και αν θέλετε περιτριγυρίζει την ψυχή του έργου των Chris Cutler και Fred Frith σε κάθε καλλιτεχνική φάση που πέρασαν ποτέ. Η ReR είναι μια απο τις δισκογραφικές όπου δεν υπάρχει περίπτωση να προσπεράσω αν συναντήσω σε ένα δισκοπωλείο ή σε ένα άρθρο. Αντιθέτως, αποτέλεσε και αποτελεί ένα βασικό «μηχανισμό» μου, και αν υπάρχει κάτι που λέγεται «ενημέρωση για τη μουσική», η ReR είναι για μένα ας πούμε ένα πολύ έμπιστο ειδησεογραφικό. Αν αρχίσω να κάνω name dropping απο τον κατάλογο θα μπορώ να γράφω για ανησυχητικά πολλή ώρα, οπότε θα εστιάσω σε μια κυκλοφορία μόνο, για να πάρω και την πάσα που θέλω. Είναι η μοναδική κυκλοφορία των p53, και συγκεκριμένα η αποτύπωση του show που έδωσαν στο εικοστό πέμπτο Frankfurt Jazz Festival το 1994. Οι p53 αποτελούνται απο τον ίδιο τον Chris Cutler στα κρουστά, τον τιτάνα Otomo Yoshihide στην παραμορφωμένη κιθάρα, τον Lutz Glandien στα ηλεκτρονικά, ενώ στο πιάνο συναντούμε τον Zygmunt Krauze και την Marie Goyette. Ο Cutler είχε αναπτύξει εκείνη την περίοδο ένα ενεργό ενδιαφέρον για το sampling και το turntablism, η χρήση των οποίων σαν μουσικά όργανα αποτέλεσε και τον πυρήνα της ιδέας των p53, ιδεά που μπορεί πλέον να περιγράφει μια οποιαδήποτε free jazz μπάντα, αλλά οι βραχύβιοι p53 σίγουρα δεν ήταν απλά μια τέτοια. Ο Cutler θέλησε να μπλέξει τον κλασικό με τον «ηλεκτρονικό» ήχο σαν μια ζωντανή «μάχη» μεταξύ τους, οπότε η χρήση των δύο πιάνο κάθε άλλο παρά πλεονάζουσα είναι. Not an easy marriage, που λέμε και στο χωριό. Κανονικό αριστούργημα στα δικά μου αυτιά.

Αυτή ήταν η πρώτη επαφή μου με την κλασική πιανίστρια Marie Goyette. Μια επαφή που ήταν αρκετή για να αναζητήσω και την δεύτερη ηχογραφημένη δουλειά της, ένα περίεργο απο κάθε άποψη cd του 1998 που λέγεται «A Scientific Dream And A French Kiss» και αποτελεί σύμπραξη με τη γνωστή avant garde τραγουδίστρια -και επίσης μέλος των Henry Cow και Art Bears- Dagmar Krause. Κυκλοφορία με κανονικά τραγούδια, σε στίχους και φωνές και των δυο ερμηνευτριών, με τη μουσική να αποτελεί μια επίδειξη sampling απο την Goyette, που κόβει/ράβει/εναποθέτει απο Mahler και Rachmaninoff μέχρι Eisler και Bartok. Έπιασα απο την αρχή τι συμβαίνει εδώ (σε όλα εκτός απο το εξώφυλλο) αλλά ας πούμε πως δεν το ακολούθησα ψυχικώς και στο έπακρο, κάπου και κάτι δε λειτούργησε. Και κάπου εκεί σταματάει το ηχογραφημένο έργο της Marie Goyette. To πρόβλημα με δημιουργούς σαν την Goyette, που ενεπλάκη ενεργά με τα avant garde κυκλώματα του Βερολίνου άμα τη αφίξει της το 1989, είναι πως η διαρκής μετατόπιση απο τη μια μορφή έκφρασης σε μια άλλη και η ιδιαιτερότητα της performance art, απο το πέρασμα του στησίματος θεατρικών παραστάσεων στην ένταξη σε αυτοσχεδιαστικά groups και απο εκεί στο πιάνο και στα radioplays, δεν ενθαρρύνει ιδιαίτερα την έννοια της μουσικής κυκλοφορίας όπως την έχουμε κατα νου σε πλαίσια μουσικής βιομηχανίας, όσο του «ηχητικού δρώμενου» που γεννιέται, λάμπει, σβήνει και ζει στη μνήμη των ανθρώπων που βρίσκονταν στον χώρο εκείνη τη στιγμή, με τον χώρο να είναι συνήθως μισό δωμάτιο χωρίς εξαερισμό ή μια παλιά αποθήκη ή ένας σιδηρόδρομος. Ποιητικό ή όχι, η Marie Goyette έχει γράψει σίγουρα πολλή μουσική, έχει παρουσιάζε ζωντανά ακόμα περισσότερη, αλλά σε πλαίσια δισκογραφίας υπήρξαν μόνο αυτά τα δύο cds! Άντε και μια vocal συμμετοχή της στο «Call Me Yesterday» της Antje Vowinckel. Και αυτό έπρεπε κάπως να διορθωθεί.

Η χαμένη κασσέτα της Marie Goyette

H εταιρία Slowscan του Jan van Toorn είναι μια περίπτωση δισκογραφικής ανάλογης σημαντικότητας με την ReR, μόνο που ο ήχος της είναι ακόμα πιο εξειδικευμένος και «αρχειακός». Δραστηριοποιήθηκε ως κασσετικό label απο το 1983 ως το 1988, και μετά απο μια πολυετή παύση επανήλθε ως αυστηρά βινυλιακό label το 2000, ενεργό μέχρι και τη στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές. Καμία προσπάθεια δε θα κάνω να αναφέρω καλλιτέχνες ή κυκλοφορίες της, πράγμα εντελώς μάταιο, αφού μιλάμε για την αποθέωση της δισκογράφησης και αποκατάστασης της sound art. Η όμορφη ιστορία είναι πως ο Jan van Toorn συνάντησε την Marie Goyette σε μια performance που έδινε με τον Michel Waisvisz στο Eindhoven κάπου στις αρχές των 90’s και της ζήτησε υλικό για μια κασσέτα που θα κυκλοφορούσε στην Slowscan. Η Goyette έστειλε πράγματι μια κασσέτα λίγους μήνες μετά, απο το Βερολίνο, η κυκλοφορία της όμως δεν έλαβε χώρα ποτέ, καθώς η Slowscan το έκλεισε για λίγο το μαγαζί. Η κασσέτα κρύφτηκε στα συρτάρια και χάθηκε απο τα εγκόσμια μέχρι το 2019, όταν ο Jan την ανακάλυψε τυχαία, έχοντας ξεχάσει εντελώς την ύπαρξή της. Θα έμοιαζε με κάποιο τρικ προώθησης, αλλά εδώ μιλάμε για την ουσιαστικά μοναδική κυκλοφορία της καλλιτέχνιδος. Η ίδια θεωρεί εξωπραγματικό πως το υλικό βρέθηκε μετά απο 30 χρόνια και νιώθει σαν να έστειλε μήνυμα σε ένα μπουκάλι το οποίο επιτέλους βρέθηκε. Την κυκλοφορία ανέλαβε το εκλεκτικό label Dead Mind Records, με τη δική του ιστορία στον χώρο των μικροεκδόσεων.

Το «Stone Memorial», χαμένη κασσέτα της Marie Goyette, κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2020 και αποτελείται απο τα εξής τέσσερα κομμάτια:

A1. Stone Memorial [08:49]: Ιντριγκαρισμένη απο τον ήχο που κάνουν οι πέτρες όταν έρχονται σε επαφή με μέταλλο, ηχογραφεί επι ώρες ένα συνεργείο κατασκευής πεζοδρομίων για να επεργαστεί στη συνέχεια τους ήχους στο studio ενός φίλου της. Της παίρνει μια νύχτα, και εγένετο Stone Memorial.

A2. Es Stinkt Aber Es Klingt Gut [24:22]: Αργά το απόγευμα της 8ης Νοεμβρίου του 1989, η Goyette ηχογραφεί απο το μπαλκόνι της τον ήχο εκατοντάδων Trabants (δημοφιλές μοντέλο αυτοκινήτων της πρώην ανατολικής Γερμανίας) που έχουν ξεχυθεί στους δρόμους μετά την πτώση του Τείχους την ίδια ημέρα. Ο ήχος που βγάζουν είναι εντελώς συγκεκριμένος και της θυμίζει τον ήχο των scooters. Στη συνέχεια, στα πλαίσια ενός happening δημιουργεί ένα κομμάτι με βάση τις ηχογραφήσεις αυτές, το οποίο και τιτλοφορεί it stinks, but it sounds good.

B1. Ich Fühle Mich Etwas Seekrank, Stewardess [26:34]: Ηχογράφηση των ήχων ενός αγκυροβολημένου πλοίου το οποίο λειτουργούσε για λίγο καιρό ως γκαλερί. Το κομμάτι που δημιουργήθηκε ήταν φτιαγμένο για να παίζεται απο τα μεγάφωνα του ίδιου του πλοίου. Περιέχονται ήχοι θάλασσας και διάφορα άλλα field recordings της ευρύτερης περιοχής.

B2. Aboriginals Of Berlin [02:34]: Ηχογραφήσεις οπαδών ποδοσφαίρου και συμμοριών στην ευρύτερη περιοχή του Βερολίνου.

Η χαμένη κασσέτα της Marie Goyette είναι σημαντική

Συχνά, ή έστω καμιά φορά, μου είναι δύσκολο να νοηματοδώ ή να κατατάσσω κάπου συγκεκριμένα μια αφηρημένη μουσική που-δεν-είναι-μουσική αλλά τελικά είναι πιο μουσική απο τη μουσική: Θέλω να μπορώ να καταλάβω κάτι για το έργο αλλά κυρίως θέλω να μπορώ να δεθώ μαζί του, και όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά. Το «Stone Memorial» θα μπορούσε να είναι άλλη-μια sound art κυκλοφορία με ηχογραφήσεις πεδίου και διακριτική στουντιακή επεξεργασία απο τις δεκάδες που βγαίνουν καθημερινά χωρίς να απαιτεί πολύ χρόνο ακρόασης, παρά μόνο τοποθέτηση σε κάποιο λήμμα, σε κάποια έκθεση, σε κάποιο installation στην καλύτερη ή χειρότερα απλά στον δυσανάλογα μακρύ δισκογραφικό κατάλογο μιας μουσικής περιορισμένου ακροατηρίου. Δε βρήκα ούτε ένα άρθρο για την sound art της Marie Goyette στο διαδίκτυο, καμία αναφορά, πέρα απο το φετινό και μικροσκοπικό δελτίο τύπου του «Stone Memorial». Δεν πέρασε και μέρα όμως που να μην επιστρέψει η σκέψη μου στις σειρήνες ενός καραβιού, στις τυχαίες cut-up λέξεις ενός βιβλίου με διάσημες φράσεις στα γερμανικά, στις εξατμίσεις παλαιών γερμανικών αυτοκινήτων και στα πεζοδρόμια μιας πόλης που απο τη μια γκρεμίζεται και απο την άλλη χτίζεται. Το «Stone Memorial» είναι ένα ηχητικό δρώμενο με τη σειρά του, αιώνιο, με εμφατική ανάδειξη του ανθρώπινου παράγοντα κόντρα στην αυστηρότητα -και ασφάλεια- του ακαδημαϊκού χαρακτήρα. Και αυτό θα με βοηθάει για πάντα να βρίσκω την ουσία του έργου, το νόημα και το δέσιμο που ψάχνω. Είναι εύκολο να το καταλάβει κανείς πριν το κατανοήσει; Δεν έχω απάντηση. Για μένα είναι νομίζω ο μονόδρομος.

Το «Stone Memorial» μπορείτε να το ακούσετε στην bandcamp σελίδα της Dead Mind Records. Η κασσέτα εκδόθηκε σε 50 αριθμημένα αντιτύπα και δεν έχει εξαφανιστεί απο παντού. Ακόμα.

Για κλείσιμο, κάτι που ήθελα να γράψω σε κάποιο μέρος του κειμένου, αλλά δεν κατάφερα να το χωρέσω παραπάνω και ξέμεινε στο τέλος, είναι πως μια κύρια καλλιτεχνική ενασχόληση της Marie Goyette τα τελευταία χρόνια είναι πλέον η ηθοποιία. Στον κινηματογράφο έχει εμφανιστεί ως τώρα σε τρεις ταινίες, και αν σκεφτήκατε αυτόματα κάποιο underground arthouse cinema, o πιο αξιοσημείωτος ρόλος της ήταν στο «The Grand Budapest Hotel» του Wes Anderson!

43 «bootlegs» των Coil από τον θάνατο του Peter Christopherson και μετά

•24 Αυγούστου, 2020 • 2 Σχόλια

Αν στην Dais Records είχαν λίγο καλύτερο προγραμματισμό, οι προπαραγγελίες για την -πολυαναμενόμενη για όλους τους φίλους της μπάντας- επανακυκλοφορία του «Musick To Play In The Dark» των Coil θα άνοιγαν στις 19 Αυγούστου, όπου είχαμε το αόρατο lunar event του Μαύρου Φεγγαριού, και όχι στις 21. Ωστόσο ο αριθμός 21 έχει ένα δικό του συμβολισμό, καθώς φέτος συμπληρώνουμε 21 έτη ακριβώς από την αρχική κυκλοφορία, οπότε μια καλύτερη σημειολογία είναι ίσως μια καλύτερη σημειολογία. Η εκ νέου κυκλοφορία του «Musick To Play In The Dark» λειτουργεί εδώ ως αφορμή για ένα κείμενο απο αυτά που υπάρχουν για κάποια χρόνια στο κεφάλι μου, αλλά ποτέ δε μου αρέσουν όταν τα βλέπω ολοκληρωμένα σε γραπτό λόγο. Ωστόσο τελευταία τείνω να προτιμώ ένα μέτριο κείμενο απο ένα καθόλου κείμενο. Το μέτριο λοιπόν κείμενο αυτό θα είναι μια απλή καταγραφή με ολίγο σχολιασμό των επανακυκλοφοριών των Coil απο τον θάνατο του Peter Christpherson και μετά, τα albums δηλαδή που κάποιος αυστηρός άνθρωπος θα ονόμαζε τα bootlegs των Coil, ενώ εγώ θα έβαζα «τα bootlegs» σε εισαγωγικά. Δεν θα πρόκειται για reviews των δίσκων, ο σχολιασμός θα έχει να κάνει με τον γνωστό υποκειμενισμό που με διακρίνει, λίγη ως ελάχιστη κουβέντα θα γίνει για τη μουσική την ίδια, και ως επι το πλείστον θα γράφω για τις εκδόσεις τις ίδιες, το πόσο μου αρέσουν, το κατα πόσον θεωρώ κάποια απαραίτητη ή όχι (για εμένα) και γενικώς όπως προαναφέρθηκε θα είναι μια απλή καταγραφή. Ένα κείμενο που δε θα συνιστούσα σε τρεις κατηγορίες ανθρώπων, σε όσους δεν ασχολούνται με εκδόσεις δίσκων και τα ακούνε απο το ίντερνετ, σε όσους είναι πιο πολύ οπαδοί των Coil απο εμένα και τα ξέρουν ήδη όλα αυτά γιατί υπάρχουν στο ίντερνετ, και -κακά τα ψέματα- και σε όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους γιατί αντικειμενικά ποιος έχει χρόνο για ένα μέτριο κείμενο τον Αύγουστο του 2020.

Οι κυκλοφορίες παρουσιάζονται σε χρονολογική σειρά. Βάζοντας με τη σειρά μου τη λέξη bootlegs σε εισαγωγικά, αναγνωρίζω την ύπαρξη και της λέξης bootlegs χωρίς εισαγωγικά, οπότε στο κείμενο τα τελευταία θα προσπεραστούν δια της ευθείας οδού και μάλλον κάποια θα αναφερθούν δια της πλαγίας.

Είναι σαραντατρείς κυκλοφορίες στο σύνολο, οπότε δε μπορώ να προσδιορίσω estimated reading time, αλλά ίσως να παίρνατε ένα νεράκι καλού κακού για το δρόμο, ξεκινάμε:

Coil / Nine Inch Nails – Recoiled LP (Cold Spring, 2014)
Υλικό που παρείχε ο Danny Hyde (μηχανικός ήχου και αφανές περιστασιακό μέλος της μπάντας) στην Cold Spring το 2013, προερχόμενο από τα studios του ιδίου. Πρόκειται για πέντε κομμάτια των Nine Inch Nails για τα οποία είχε ζητήσει διακαώς remixes απο τους Coil ο Trent Reznor. Οι Coil δεν χάλασαν χατίρι σε άνθρωπο που τους βοήθησε τόσο ανά τα χρόνια, οπότε και αυτά τα tracks υπάρχουν και κυκλοφορούν. Για την ακρίβεια τα είχε κυκλοφορήσει ο ίδιος ο Danny Hyde μέσω torrent πολλά χρόνια πριν, ενώ όλα τα κομμάτια υπήρχαν διάσπαρτα ήδη σε διάφορα EPs των ΝΙΝ. Αν με κάποιο τρόπο είχε αφαιρεθεί η φωνή του Reznor και η μουσική των Nine Inch Nails, και τα κομμάτια είχαν λιγότερο 90’s industrial προσανατολισμό ενδεχομένως να τα είχα ακούσει και δεύτερη φορά. Ο ήχος είναι αρκετά καλός. Αν δεν είχα ακούσει ποτέ αυτόν τον δίσκο δε θα είχα το παραμικρό πρόβλημα. Κυκλοφόρησε σε cd, μαύρο LP, καφέ LP, και όπως οτιδήποτε σέβεται τον εαυτό του, σε picture LP.

Coil – Backwards LP (Cold Spring, 2014)
To 1992 οι Coil ηχογραφούν το album «Backwards», διάδοχο του «Love’s Secret Domain». Μια κασσέτα με demo εκδόσεις των τραγουδιών ταχυδρομείται στις εταιρίες Torso και Boudisque. H συμφωνία έχει σχεδόν έρθει, αλλά και τα δύο labels σταματούν να υπάρχουν μέχρι τα τέλη του 1993, οπότε η εν λόγω κασσέτα ληκάρει και γίνεται αντικείμενο πόθου για τους σκληροπυρηνικούς της εποχής. Τα κομμάτια εν καιρώ ολοκληρώνονται και οι Coil υπογράφουν στη Nothing Records των John Malm Jr. / Trent Reznor. Το επερχόμενο album δείχνει να παίρνει μορφή. Σε συνδυασμό με μια σειρά δεκάδων γεγονότων μεταξύ Coil και Reznor, το album άλλοτε εγκαταλείπεται και άλλοτε ξαναπιάνεται. Όμως οι Coil του 1992 δεν είναι ίδιοι με τους Coil του 2005, οπότε και το album, που δεν τιτλοφορείται πια «Backwards» αλλά «The Ape of Naples» κυκλοφορεί στην Threshold House και επανασυστήνει τους Coil σε ένα τεράστιο εύρος κοινού, όντας ίσως η διασημότερη κυκλοφορία τους. O Danny Hyde πάλι, που ήταν μηχανικός ήχου στο original demo, είχε στην κατοχή του όλα τα αρχεία. Και τα έδωσε στην Cold Spring. Και η Cold Spring έκανε αυτό που δεν έκαναν όλα τα labels που κυνήγησαν αλλά δεν έπιασαν το album που θα ακολουθούσε του LSD: χάρισε μια ωραία κυκλοφορία στο original Backwards! Δεν είναι μόνο πως βλέπεις τον πυρήνα του Ape of Naples σε πρωτόλεια εφηβική ορμή, είναι πως το υλικό έχει ενεργό ενδιαφέρον και πέρα απο αυτή τη συνθήκη. Βγήκε σε μαύρο δίσκο και cd. Τα αντίτυπα απο Cold Spring είχαν μια extra postcard, ενώ τα αντίτυπα που πουλούσε απευθείας ο Hyde είχαν ένα extra insert με φωτογραφίες και κείμενα της εποχής. Fun fact, στο δικό μου αντίτυπο είχε βάλει ως δώρο ένα cdr με ακυκλοφόρητα κομμάτια, που πολλά χρόνια μετά -και λίγες γραμμές αργότερα στο κείμενο- θα συναντήσουμε ως «Swanyard».

The New Blockaders, Vortex Campaign, Coil – The Melancholy Mad Tenant 2xLP (Infinite Fog, 2015)
To 1984, στα άδυτα του κασσετικού underground που χαρακτήριζε τόσο το industrial όσο και τις πιο πειραματικές του εκδοχές, υπήρχε ένα βραχύβιο project, οι Vortex Campaign, δηλαδή οι Jan και Paul Verstraete. Δισκογραφικά έχουν αφήσει ένα ελάχιστο αποτύπωμα, και αυτό κυρίως σε συλλογές, όμως στην ώρα τους έκαναν δύο κασσετάρες, η μια εκ των οποίων είχε τον άτυπο τίτλο «Dolbied» και αποτελούσε τη σύμπραξη των Ζαν και Πωλ με τους Coil και τους The New Blockaders. Η κασσέτα ήταν περιορισμένη έκδοση των 50 αντιτύπων, οπότε ποιος δε θα χαιρέτιζε μια επανακυκλοφορία; Ο Peter Christopherson έδωσε το πράσινο φως για μια ολοκληρωμένη επανακυκλοφορία σε cd το 2005 στην Black Rose Recordings του Stephen Meixner (που είχε ένα εντελώς περίεργο project με το όνομα Χοντραστατε όπως ακριβώς το διαβάζετε), όσο και για μια εντελώς θλιβερή πετσοκομμένη εκδοχή σε βινύλιο στην Important Records. Με δεδομένο πως το υλικό είναι άπιαστου επιπέδου, και πως οι παραπάνω εκδόσεις έγιναν δυσεύρετες με το χρόνο, μια επανακυκλοφορία σε cd το 2015 και σε δίσκο το 2017 (απο τα αρχεία του Richard Rupenus των ΤΝΒ αυτή τη φορά) στο -κατα τα άλλα αμφιλεγόμενης αισθητικής- ρώσικο label Infinite Fog, κρίνεται τουλάχιστον ευπρόσδεκτη.

Προσωπικό υστερόγραφο: Είδα τους The New Blockaders και τους Vortex Campaign ζωντανά ένα φεγγάρι στην Αγγλία και είναι πραγματικά κρίμα που οι δεύτεροι σταμάτησαν να γράφουν μουσική από τα μέσα των 80s.

Coil – Threshold Archives First Batch of CDs (Threshold Archives, 2015)
Εδώ αρχίζει ένα εκστατικό παραλήρημα βλακείας. Κάποια ιστορία: Αν χωρίσουμε τους Coil σε τρεις εποχές, Ι (έναρξις – 2004), ΙΙ (2004-2009)και ΙΙΙ (2009 – θα δείξει), με την Ι να είναι πριν τον θάνατο του John Balance, την ΙΙ ένα μεσοδιάστημα μεταξύ των αναχωρήσεων Balance και Christopherson, και την ΙΙΙ αυτή για την οποία αναφερόμαστε στο άρθρο, είναι γεγονός πως πολλά πράγματα που ετοιμάζονταν στην περίοδο ΙΙ επιτελέστηκαν στην περίοδο ΙΙΙ. Αυτό δεν είναι αναγκαία κακό σαν ιδέα. Μια καλή ιδέα όμως μπορεί να απέχει αισθητά απο την καλή πραγμάτωση μια καλής ιδέας. Οι Coil, τουλάχιστον στην περίοδο Ι, ήταν ιδιαιτέρως αυστηροί με το τι κυκλοφορεί υπο την υπογραφή τους. Είχαν «έτοιμα» albums στα συρτάρια τους, που τα τριβέλιζαν για χρόνια γιατί δεν ήταν πραγματικά Έτοιμα στο κεφάλι τους. Αυτή είναι μια πολύ τίμια στάση απέναντι στη μουσική στην ενεργή σου περίοδο. Η περίοδος ΙΙ όμως, κατά την οποία οι Coil δεν υπήρχαν σαν ζωντανός οργανισμός, ήταν κάπως πιο χαλαρή στο θέμα των κυκλοφοριών. Ο Peter Christopherson, όπως διαβάζαμε παλιά στις πηγές ενημέρωσής μας (κυρίως το website της brainwashed), ετοίμαζε επανακυκλοφορίες των studio albums των Coil σε cd, με έκαστο να περιέχει άλλα τρία cd ακυκλοφόρητου υλικού. To «Love’s Secret Domain» θα είχε την τιμητική του για παράδειγμα, αφού οι βινυλιακές του επανεκδόσεις ακυρώθηκαν στα μέσα των 90’s, κάνοντας τα test pressings που κυκλοφόρησαν πραγματικά holy grails των συλλεκτών. Υλικό υπήρχε, και μάλιστα πολύ. Όμως υπάρχει κάτι σημαντικότερο από το πολύ υλικό: η επιμέλεια του υλικού. Ο Jon Whitney που έτρεχε την Brainwashed μπορεί να βοηθούσε τον Christopherson στο ξεκαθάρισμα του αρχείου το 2006, αλλά όταν το ανέλαβε εξολοκλήρου ο ίδιος, τα πράγματα δεν πήραν την ιδανική τροπή. Ιδρύοντας το παρακλάδι Threshold Archives, το 2015, o Whitney έριξε ξαφνικά στην αγορά 8 cds σε πάμφθηνο εφημεριδέ χάρτινο slimcase εξώφυλλο, με την κυκλοφορία των οποίων ολοκληρώθηκε κάπως -στο μυαλό του- το πρώτο μέρος του οράματος του Christopherson. Τα cds είναι τα εξής: «The Angelic Conversation (Instrumental)», «The Wheel», «Panic», «The Anal Staircase», » The Consequences Of Raising Hell», «Wrong Eye», «Windowpane» και «The Snow». Αν σας θυμίζουν κάτι οι τίτλοι των περισσοτέρων είναι ορισμένα γνωστά EPs των Coil, εμπλουτισμένα με καλό ή λιγότερο καλό έξτρα υλικό, καλών ή λιγότερο καλών ηχογραφήσεων. Η ένσταση εδώ δεν είναι στην αξία της μουσικής, μολονότι η πλειοψηφία των bonus κομματιών δε θα περνούσε με τίποτα στην περίοδο ΙΙ (και με κανένα τρόπο στην Ι), αλλά της ταπεινής τους παρουσίασης, χωρίς το παραμικρό ένθετο για την ιστορία των ηχογραφήσεων, χωρίς καμία πληροφορία για την πηγή τους και ούτω κάθε εξής. Λες και δεν έφταναν τα τρία Unnatural History. Πόντος συμπάθειας στο γεγονός πως ακούσαμε για πρώτη φορά τον John Balance να τραγουδάει το «Dark Age of Love», και παρότι πρόκειται για το ισχυρότερο ακυκλοφόρητο κομμάτι στη γνωστή μουσική ιστορία, αυτό καταφέρνει να μην αρκεί για να σώσει την κατάσταση. Βεβαίως υπήρξε ανταπόκριση και κοστίζουν σαράντα-πενήντα ευρώ το ένα πλέον, αλλά τι να το κάνεις; Σκέφτομαι τι ωραίο και προσεγμένο box set θα έκανε ο Frank Maier στη Vinyl On Demand αν τον άφησαν και με πιάνει στεναχώρια με την εν λόγω προχειρότητα, και ναι, αρπαχτή.

Ford Proco / Coil – Expansión Naranja 12″ (Mannequin, 2015)
Οι Ford Proco ήταν ένα synthpop duo των Robert Castañeda και Wito Lavolt απο το Μεξικό όπου σε μια φάση ταξίδεψαν στο Los Angeles για να δουν μια συναυλία των The Orb, στην οποία γνωρίστηκαν με τον Peter Christopherson, ο οποίος μάλλον τους συμπάθησε και τους ζήτησε να εμφανιστούν σαν extras στο video «Born Dead» των Body Count που εκείνη την περίοδο σκηνοθετούσε. Ήταν πια 2000 και οι Balance/Christopherson συμμετείχαν σε δύο κομμάτια του album «Vertigo De Lodo Y Miel» των Ford Proco. Είναι πια 2015 και η Mannequin Records του Alessandro Adriani ανακοινώνει πως έχει «ακυκλοφόρητο» υλικό των Ford Proco / Coil και έπεται 12″. Ξεκινούσε για τα καλά η μεγάλη περίοδος όπου η γνωριμία με παλαιό περιστασιακό συνεργάτη των Coil συνεπάγετο αμέσως με δυνατότητα κυκλοφορίας με το όνομα Coil στον τίτλο. Καμία στάση εδώ. Αν και το πρώτο track έχει ένα συμπαθητικό jazzy bluriness που ας πούμε τώρα που το ξανάκουσα γράφοντας το κείμενο μου φάνηκε τόσο γλυκό όσο το θυμόμουν.

Coil – Astral Disaster LP (Prescription, 2015)
To 1999 οι Coil κυκλοφόρησαν το album τους «Astral Disaster» στην εταιρία Prescription του Gary Ramon των Sun Dial. Αποτέλεσε δε ίσως το πιο σπάνιο κομμάτι του καταλόγου τους, αφού επρόκειτο για αριθμημένη έκδοση 99 αντιτύπων (+ κάποιες αναπόφευκτες hand made art editions). Ο δίσκος επανακυκλοφόρησε το 2000 στην Threshold House με διαφορετικό tracklist και εν ολίγοις σχεδόν διαφορετική μουσική. Ως «μέλος» των Coil δε, για τη συγκεκριμένη ηχογράφηση λογίζεται και ο ίδιος ο Gary Ramon, αφού έπαιξε λίγο σιτάρ και έκανε τη μίξη. Τυπικά, η επανακυκλοφορία του Astral Disaster είναι μια ευθεία επανέκδοση την πρώτης του έκδοσης, ο δίσκος είναι γραμμένος απο τα original masters και ο ήχος είναι μια χαρά. Θα έλεγε κανείς πως ως εδώ όλα είναι σχεδόν legit. Τουλάχιστον για τα επόμενα τρία χρόνια.

Coil – The Ape of Naples LP (Important Records, 2016)
Υπήρχε μια ωραία περίοδος όπου γυρίζαμε στα δισκάδικα και ψάχναμε τα εν γνώσει μας πειρατικά βινύλια εκ Ρωσίας των Megalithomania, And The Ambulance Died In His Arms, Black Antlers και λοιπών άλλων, και χαιρόμασταν με τα παράσιτα στα πικάπ. Δεν ήταν πολύ καιρό μετά όταν έσκασαν και οι πρώτες κόπιες του «The Ape Of Naples», καθώς και η άμεση αντίδραση της Important Records όπου με newsletter σύστησε κάπως επιτακτικά στον κόσμο να μην αγοράσει το bootleg, εφόσον η ίδια ετοίμαζε μια γιομάτη πάθος νέα έκδοση του album, πάνω στα νέα master tapes που είχε όμως ήδη δεχθεί ο Peter Christopherson όσο ήταν εν ζωή, απο τα οποία είχε κυκλοφορήσει το The Ape of Naples / The New Backwards box set κατά την περίοδο ΙΙ. Οπότε αποφάσισα να πάει το παλιάμπελο, να περιμένω την «bootleg» και όχι την bootleg επανέκδοση, με τη βεβαιότητα πως ένα δυναμικό και ιστορικό label σαν την Important Records θα τα κατάφερνε κάπως καλύτερα απο κάποιους τυχαίους Ρώσους που έκοβαν με το τσουβάλι ο,τι έβρισκαν, πιθανότατα απο cd κιόλας. Η χαρά μου κράτησε μέχρι την ημέρα που παρέλαβα το δέμα. Η χειρότερης ποιότητας επανακυκλοφορίας που θα μπορούσα να περιμένω χωρίς όμως να μπορώ να τη φανταστώ. Ο δίσκος πηδάει, ποπάρει και σφυρίζει, και το αποκορύφωμα: δε χωράει με κανένα τρόπο να ξαναμπεί στο εξώφυλλό του απο τη στιγμή που το πρωτοβγάλεις. Ο πιο θλιβερός τρόπος να διαχειριστεί κανείς την ευλογία του να έχει τα δικαιώματα αυτού του δίσκου. Η προχειρότητα αυτή, στη συνέχεια με έκανε ιδιαιτέρως σκεπτικό απέναντι στην Important, σε σημείο να μην αγοράσω την επανέκδοση όλων των δίσκων του Harry Bertoia, και αυτό για μένα σημαίνει πως πολύ δύσκολα θα ξαναεμπιστευτώ το label για οτιδήποτε.

Coil – The New Backwards LP (Important Records, 2016)
Το «The New Backwards» είχε κυκλοφορήσει σε cd το 2008 και περιείχε ημιακυκλοφόρητα και ακυκλοφόρητα κομμάτια που άλλα προορίζονταν για το «The Ape Of Naples», και άλλα για αλλού, και που τελοσπάντων είχαν προκύψει από τη διαβόητη πλέον «Backwards» κασσέτα. Μουσικά είναι τουλάχιστον το ίδιο βαρύ με το Ape και η σημαντικότητα μιας επανέκδοσης ανάλογη. Η Important , σκεπτόμενη όλα αυτά, αφαιρεί τρία κομμάτια (μην κόψει και διπλό δίσκο) και χαρίζει μια επανέκδοση ανάλογης σοβαρότητας με αυτή του The Ape of Naples. Πραγματικά απορώ και θα συνεχίσω να απορώ.

Coil – Another Brown World / Baby Food 12″ (Sub Rosa, 2017)
To 1989 η Sub Rosa είχε κυκλοφορήσει το εκπληκτικό compilation LP «Myths 4 • Sinople Twilight In Çatal Hüyük» όπου περιείχε το «Another Brown World» των Coil, με τίτλο αναφορά στο Another Green World του Brian Eno. Είναι απο τις αγαπημένες μου στιγμές των Coil, απο τα κομμάτια που είναι τόσο καλά που όταν φτάσουν στη μέση τα σταματάς για να τα ξαναβάλεις απο την αρχή πριν καν τελειώσουν. Τέσσερα χρόνια μετά η εταιρία έριξε και άλλο ένα (από τα δεκάδες στην ιστορία της) compilation στην αγορά, το «Chaos In Expansion», που εκτός από μουσική του collaborator των Coil, Charles Hayward των This Heat, υπάρχει και ένα κομμάτι του György Ligeti. Άλλη μια απο τις κυκλοφορίες της Sub Rosa την ψυχοσύνθεση της οποίας αδυνατώ να συλλάβω ακριβώς. Το κομμάτι των Coil εδώ ήταν το «Baby Food». H Sub Rosa λοιπόν, σε ένα κλίμα γενικής ενασχόλησης με τους Coil, είπε να βγάλει ένα ωραίο 12″ με τα δύο κομμάτια των οποίων είχε τα δικαιώματα, και όλα ωραία. Μας είπε ένα μικρό ψεματάκι στο press release πως είναι η πρώτη τους φορά σε βινύλιο, αλλά την συγχωρούμε διότι: α) είναι πραγματικά πελώριο label, β) είναι μια επαγγελματική επανέκδοση με ηχάρα και γ) κόστιζε κάτι του τύπου 12 ευρώ οπότε θα δυσκολευόμουν να γκρινιάξω. Ή να μην το πάρω.

Ιστορία άσχετη με τους Coil αλλά ιδιαιτέρως σχετική με τα υπόλοιπα: To 2008 η Sub Rosa κυκλοφόρησε το cd «Four Electronic Pieces 1959-1966» της Pauline Oliveros. Στα χρόνια που ακολούθησαν η Important Records ήρθε κοντά με το Pauline Oliveros Estate και γέμισε τα ράφια των δισκάδικων με πολλούς δίσκους της Oliveros, πράγμα μόνο ευχάριστο. Παρότι όμως δεν υπήρχε άμεσο πλάνο της επανακυκλοφορίας των τεσσάρων κομματιών του cd της Sub Rosa στην Important, η τελευταία έστειλε newsletter δυσφημίζοντας την επιμείμενη βινυλιακή επανακυκλοφορία των Four Electronic Pieces ως μέρος των Early Electronics Series της Sub Rosa, τονίζοντας πως πρόκειται για grey area release (δε θα τολμούσε να ισχυριστεί πως είναι παράνομη κυκλοφορία) και μη κατονομάζοντας το label, πρoέτρεψε τον κόσμο, το ίδιο επιτακτικά, να μην το αγοράσει εφόσον δεν έχει την άδεια του ιδρύματος. Όντας κάπως πιο υποψιασμένος αυτή τη φορά, το διπλό LP της Sub Rosa πρόκειται για εκδοσάρα, και αν είναι έτσι οι «grey area» releases, ενώ οι επίσημες σαν της Important, I’m all for grey area releases.

Zos Kia / Coil – Transparent LP (Cold Spring, 2017)
Επιστροφή στις επανεκδόσεις για την Cold Spring σε μια κυκλοφορία όπου το έπαιξε safe και της βγήκε. Η μουσική σύμπραξη των John Gosling (Psychic TV) με τον John Balance (αρχικά) και τον Peter Christopherson (λίγο αργότερα) χάρισε στο industrial κοινό την απόκοσμη κασσετάρα «Transparent», στην Α πλευρά της οποίας συναντούμε το βραχύβιο Zos-Kia project των Gosling/Balance, ενώ στη Β τη σύμπραξη των Zos-Kia με τους Coil. Το παρόν κείμενο γράφεται στις 23 Αυγούστου του 2020, ενώ η κασσέτα κυκλοφόρησε στις 23 Αυγούστου του 1983 στο Αυστριακό label Nekrophile Rekords (πολύ άσχημο όνομα, αλλά συγχωρείται γιατί είχε βγάλει μια εξίσου τρομερή κασσέτα, την «What’s History» των Genesis P-Orridge και Stan Bingo, την ίδια χρονιά), για να επανακυκλοφορήσει σε δίσκο απο την Eskaton το 1998 και να εξαφανιστεί απο παντού ως το 2017, οπότε και ο John Gosling αυτή τη φορά επιμελήθηκε την πιο πλήρη ως τώρα επανακυκλοφορία, με την προσθήκη δύο κομματιών των ΑΚΕ, της μπάντας που προηγήθηκε των Zos-Kia. Η επανακυκλοφορία είναι πιστή στην αισθητική του original, ο ήχος σε πολύ καλή κατάσταση, και η εγγραφή στο επίπεδο που χρειάζεται για να αναδειχθεί ο συγκεκριμένος ήχος. Όχι και άσχημα. Μπορεί σαν μουσική να έχει κακογεράσει για την πλειοψηφία των οπαδών της μπάντας, μπορεί και όχι, πάντως εγώ στα τέσσερα λεπτά του «Stealing the Words» ακούω όλους τους μετέπειτα Coil και αυτό δε γίνεται να μην το αξιολογώ κάθε φορά με την ίδια θέρμη.

Time Machines – Time Machines 2xLP (Dais Records, 2017)
Ένα πραγματικό ευτύχημα για κάθε οπαδό της μπάντας είναι αναμφισβήτητα η επανεμφάνιση του Drew McDowall στα μουσικά δρώμενα μετά απο πολλά χρόνια απουσίας. Η επιστροφή αυτή χαρακτηρίστηκε απο μια ιδιαίτερα πυκνή δισκογραφία, το βινυλιακό κομμάτι της οποίας ανέλαβε η Dais Records. Αριστουργηματικού επιπέδου οι δουλειές του McDowall. Εκτός όλων των άλλων, ο Drew είχε υπάρξει ενεργό μέλος των Coil σε μια κάπως πιο ύστερη περίοδο, και αποτέλεσε τον ας πούμε απαραίτητο συνδετικό κρίκο του label με τη συνέχιση της αποκατάστασης του έργου των Coil. Οι περιοχές με τα δικαιώματα είναι όντως γκρι, αλλά απο όσο έχω καταλάβει, αν ένα μέλος της μπάντας όπου συνέθεσε μουσική και την εκτέλεσε σε ένα δίσκο είναι εν ζωή, ενώ τα άλλα όχι, τότε αυτόματα τα δικαιώματα περνούν σε αυτόν. Δεν έχω ιδέα στα αλήθεια όμως. Όπως και να έχει, το «Time Machines» των Time Machines (και όχι των Coil, όπως λαθεμένα διαφήμιζε η Dais τις ημέρες των προπαραγγελιών) είναι ένας δίσκος που οι Coil κυκλοφόρησαν ως Time Machines γιατί δεν ήθελαν να τον κυκλοφορήσουν ως Coil. O Drew McDowall είχε πολύ μεγάλη συνθετική συνεισφορά στο έργο, η επανακυκλοφορία είναι αξιοπρεπέστατη, ενώ η Dais αποκτά μια επιπλέον ευαισθησία για μια ορθή ευρωπαϊκή διανομή, με δεδομένο πως τα ταχυδρομικά κόστη για Ευρώπη ξεφεύγουν κάθε χρόνο και περισσότερο και μοιραία εκτοξεύουν τις τιμές των δίσκων. Η γκρίνια των οπαδών έγκειται στις πολλές χρωματιστές εκδόσεις βινυλίου και μια ήπια αγανάχτηση ίπταται στον αέρα για το πόσοι πια θα βγάλουν λεφτά απο τους Coil. H απάντηση είναι «δυστυχώς πολλοί» και εφόσον είναι πολλοί ας είναι και η Dais λέω εγώ, διότι αν με ρωτούσε κανείς, δε με ρωτάει, τελοσπάντων αν με ρωτούσε, θα έλεγα πως κάνει μακράν την καλύτερη δουλειά.

Υστερόγραφο / Ήττες και Νίκες: Ο Drew McDowall παρουσίασε ολόκληρο το «Time Machines» στις 29 Σεπτεμβρίου του 2018 στο Temple. Ο φίλος μου ο Κώστας παντρεύτηκε με τη Μαρία στις 29 Σεπτεμβρίου του 2018 στην Κεφαλλονιά. Γράφω «γαμημένες Timing Machines» στο ημερολόγιό μου και πετάω για Αργοστόλι.

Coil With Black Sun Productions – The Plastic Spider Thing 2xLP (Rustblade, 2017)
Οι καλλιτέχνες Black Sun Productions, δηλαδή οι Massimo & Pierce, δηλαδή οι συνεργάτες / χορευτές των Coil στα live τους, κυκλοφόρησαν στην Eskaton το cd «The Plastic Spider Thing» όπου είναι remixes παλιών κομματιών των Coil απο τον draZen που έχει το label Black Sun Productions, απλή συνωνυμία με τους καλλιτέχνες Black Sun Productions, δηλαδή τους Massimo & Pierce. Μέχρι εδώ πρόκειται για μια ωραία ανακατωσούρα, το «The Plastic Spider Thing» δε είναι αυτό που είναι για αυτό που είναι, και δυστυχώς δεν μιλάμε για μεγάλα πράγματα εδώ και ούτε ξέρω αν ήταν ο σκοπός μας να μιλήσουμε για μεγάλα πράγματα εξαρχής. Ωστόσο η ιταλική Rustblade δεν κωλώνει να ονομάσει την επανακυκλοφορία της «Coil With Black Sun Productions», να κοτσάρει τον Balance στο εξώφυλλο και να φτιάξει σπεσιάλε εκδόσεις με φυλαχτά και διάφορα άλλα magick και tragick. Προσωπικά προσπερνάω με κρότο, εντελώς εκτός της αισθητικής μου, καλύτερα τα ρώσικα.

Coil – A Cold Cell In Bangkok 12″ (Optimo Music, 2017)
Το 2008, το DJ duo των Optimo έφτιαξε ένα compilation για την Domino που λεγόταν Sleepwalk. Ανάμεσα στον Arthur Russell, τον Chris Watson, τον Mulatu και την Karen Dalton, υπήρχε και ένα remix του Peter Christopherson στην live εκδοχή του «A Cold Cell» στην Bangkok. Εννέα χρόνια μετά υπάρχει και σε one-sided 12″ με etching στη β’ πλευρά και φιλανθρωπικό σκεπτικό στην κυκλοφορία του, πράγμα αυστηρά μόνο για το οποίο η συγκεκριμένη επανακυκλοφορία «περνάει».

Coil – Astral Disaster Sessions Un/Finished Musics LP (Prescription, 2018)
Εδώ ο Gary Ramon μάλλον παρατήρησε τον υπόλοιπο καταιγισμό επανακυκλοφοριών και κάθισε και τα σκέφτηκε λίγο καλύτερα τα πράγματα και μάλλον αναρωτήθηκε κάποια πράγματα τα οποία μάλλον συνοψίζονται στην απορία «μαλάκας είμαι εγώ να μη βγάλω κανα ψιλό;». Άμεσο επακόλουθο της σκέψης αυτής είναι πως η κατοχή κάποιων demo και κάποιων ημιτελών/πρωτόλειων «early mix» / «alternative mix» κομματιών του στουντιακού χρόνου του Astral Disaster είναι μάλλον βλακεία να μην κυκλοφορήσουν σε ένα ωραιότατο και εντελώς άχρηστο βινύλιο. Απατεωνία μεγατόνων, ντροπή, αίσχος, αποτροπιασμός. Θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί ως extra cd/download στην επανακυκλοφορία του Astral Disaster και να είναι όλα χαριτωμένα. Εδώ έχουμε μόνο υλικό για τους συλλέκτες, χωρίς να μπορώ να καταλάβω τι συλλέγουν ακριβώς.

Coil + Zos Kia + Marc Almond – How To Destroy Angels LP (Cold Spring, 2018)
Λίγες γραμμές πιο πάνω διαβάζατε πως η κασσέτα «Transparent» των Zos-Kia / Coil κυκλοφόρησε στις 23 Αυγούστου του 1983. Την αμέσως επόμενη ημέρα εκείνου του πολύ δραστήριου Αυγούστου, οι John Gosling, John Balance και Marc Almond εμφανίστηκαν στην Air Gallery του Λονδίνου για να παρουσιάσουν την performance «A Slow Fade To Total Transparency». Στο ηχητικό background της performance αυτής έπαιζε ένα προηχογραφημένο κομμάτι εικοσιτριών λεπτών των Gosling/Balance/Christopherson με τίτλο «How To Destroy Angels». Η ομοιότητά του με το ομότιτλο 12″ των Coil της επόμενης χρονιάς είναι κυρίως στον τίτλο, αφού εδώ έχουμε ξανά το γνωστό και τραχύ industrial σε μια αντικειμενικά μέτρια ηχογράφηση, καθώς και ένα μικρό ρεμίξ του και μια πρόβα της μπάντας απο το 1983. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός πως τα lines notes επιμελείται ο Michel Faber, σκηνοθέτης του «Under the Skin». Είναι ενδιαφέρον archival υλικό ομολογουμένως, αλλά θα πόνταρα πως δεν είναι απο τα πρώτα (ή τα δεύτερα) πράγματα που θα σκεφτεί να αναζητήσει κανείς όταν θέλει να ακούσει Coil. Στα συν πως πρόκειται για πρώτη ουσιαστική γνωριμία με το υλικό. Στα πλην πως όλο αυτό έχει αρχίσει να κουράζει και τους ακούραστους λίγο.

Coil – Пособие Для Кончающих: Волос Злата / Пособие Для Начинающих: Глас Сéребра 4xLP (Feelee, 2018)
Μικρή αναδρομή: Οι Coil έπαιξαν ζωντανά πενηνταμία συνολικά φορές, απο το 1983 ως το 2004. Στις 15 Σεπτεμβρίου του 2001 εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στη Ρωσία, στο club DK Gorbunova της Μόσχας. To club Gorbunova είχε πάρει το όνομά του απο τον Nikolai Gorbunov, γραμματέα του Lenin για ένα φεγγάρι. Με αφορμή λοιπόν την έναρξη των σχέσεων Coil και Ρωσίας, και με μεσολάβηση του Ivan Pavlov (CoH), η εταιρία Feelee ρίχνει στην αγορά δύο compilation cds, τα «Пособие Для Кончающих: Волос Злата» και «Пособие Для Начинающих: Глас Сéребра» για να εορτάσει περαιτέρω το όλο event. Στην πιο compact disc club στιγμή των Coil, τα δύο cd περιέχουν απλά επιλογές-κράχτες απο τα πολύ διάσημα full length τους (με έμφαση στα δύο ολόφρεσκα τότε Musick To Play In The Dark) και μερικά ήδη πασίγνωστα b-sides, με τον Pavlov να μεταφράζει τους τίτλους στη ρωσική γλώσσα. Η Eskaton, ένα χρόνο μετά, το έφερε και στις Ευρώπες ως διπλό cd με τίτλο «The Golden Hare With A Voice Of Silver» οπότε και παγιώθηκε ως η πιο εύκολα προσβάσιμη συλλογή των Coil. Για χρόνια ήταν το μόνο cd τους που έβρισκα σταθερά στα δισκοπωλεία. Για κάτι τέτοιες συλλογές διαβάζει κανείς κριτικές του τύπου «δεν προσφέρει τίποτα νέο στους οπαδούς της μπάντας, αλλά αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στους νεότερους για να την γνωρίσουν» και λοιπά πρωτότυπα. Και όντως, ο υπότιτλος της συλλογής είναι «A Guide For Beginners / Finishers». Και όντως, κάθε δημοφιλής μπάντα έχει τουλάχιστον απο μια τέτοια συλλογή. Και όντως, ίσως δεν είναι το χειρότερο πράγμα στον κόσμο. Και όντως, ίσως κάποιοι γνώρισαν τους Coil μέσω μιας ανάλατης διπλής συλλογής το 2001. Μα στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να ξανακυκλοφορήσει σε πανάκριβο τετραπλό δίσκο δεκαεπτά χρόνια μετά, όταν δεν υπάρχουν σίγουρα πια α) beginners β) οι ίδιοι οι Coil και γ) ουσιαστικοί λόγοι απόκτησης best of συλλογών πεπαλαιωμένου σκεπτικού και οράματος. Στα επιπλέον cons είναι πως τα δύο bonus tracks δεν είναι καν των Coil (απο ένα μοιράζονται οι Pavlov και Thighpaulsandra) και το γεγονός πως δεν συμπεριλαμβάνονται καν τα original εξώφυλλα, παρά μόνο μονόχρωμα «βαριά» sleeves με χρυσό τύπωμα. Δε μπορώ να συντάξω το ίδιο εύκολα λίστα με pros.

ELpH vs Coil – Worship The Glitch 2xLP (Dais Records, 2018)
Αν μου ζητούσαν να βγάλω πρωταθλήτρια απο τις σαραντατρείς κυκλοφορίες που καταγράφω, αυτή θα ήταν στο χαλαρό η βινυλιακή έκδοση του «Worship The Glitch» απο την Dais. Το παρόν album σηματοδοτεί την μουσική στροφή των Coil σε πιο σαφή glitch electronica πεδία και -ας πούμε- σοβαρεύει και σκοτεινιάζει πολύ απότομα τον ήχο τους. Τα τρία Halliwell Hammers βασίζονται θεματικά στη δολοφονία του σεναριογράφου Joe Orton από τον εραστή του και ηθοποιό Kenneth Halliwell με εννέα χτυπήματα σφυριού, γεγονός που κάνει ακόμα πιο σκοτεινές τις ήδη μακάβριες και νεκρικές μελωδίες του. Χωρίς να πολυλογήσω για τη μουσική ως σύνθεση περαιτέρω, διότι δεν είναι αυτό το θέμα του κειμένου, η μουσική ως ήχος των Balance / Christopherson / McDowall είναι υψηλοσυχνοτική, αρκετά χαμηλογραμμένη, με κάποια ελαφριά σκαμπανεβάσματα στην ένταση και χρειάζεται μια κάποια αφοσίωση για να την «πιάσεις» αν δεν την αφήσεις να αναπαράγεται στην ασφάλεια του background. Αν αναφέρω τη λέξη ambient, που δε θέλω, αλλά δεν είμαι σίγουρος πως μπορώ να αποφύγω, εδώ μιλάμε για την πιο απαιτητική ambient που έχω ακούσει. Και όπως γνωρίζουμε, το να αποτυπωθεί κάτι τέτοιο σε όλο του το μεγαλείο σε βινύλιο συγκεκριμένα, είναι από πολύ πολύ δύσκολο ως τα όρια του αδύνατου. Ο Josh Bonati εδώ χαρίζει ένα εξωπραγματικό mastering σε ένα πολύ ιδιότροπο δίσκο, και το αποτέλεσμα είναι μαγικό, καθώς η μουσική ακούγεται καλύτερα ακόμα και απο τα cd της Eskaton! Δεν υπάρχουν λόγια, αν είναι να επανακυκλοφορεί το οτιδήποτε είναι καλό να γίνεται με τόση αγάπη και προσοχή.

Coil Presents Black Light District – A Thousand Lights In A Darkened Room 2xLP (Dais Records, 2018)
Την ίδια ακριβώς εικόνα με το «Worship The Glitch» παρατηρούμε και στην έκδοση του «A Thousand Lights In A Darkened Room». Κυκλοφόρησαν την ίδια ημέρα, υπό την επίβλεψη των ίδιων ανθρώπων, προσεγμένα και τακτοποιημένα. Οι γνωστές γκρίνιες για τις πολλές χρωματιστές εκδόσεις και το κάποιο κυνήγι που πρέπει να πέσει. Όχι η αγαπημένη διαδικασία των περισσοτέρων εκεί έξω. Προς τιμήν του label, δύο χρόνια μετά η τιμή και των δύο δίσκων (στις περισσότερες εκδόσεις τους) είναι σταθερά χαμηλή.

Coil – Swanyard 3xLP (Infinite Fog, 2018)
Εδώ έχουμε την πρώτη επανακυκλοφορία που κατάφερε να με τσαντίσει στα αλήθεια. Τριπλός δίσκος απο την Infinite Fog όπου περιέχει μάλλον ΟΛΟ το αρχείο του studio του Danny Hyde απο το 1993 ως το 1996. Ως επι το πλείστον demos και συνθετικές απόπειρες κατά τη μεταμόρφωση του «Backwards» σε «The Ape Of Naples». Μιλάμε για δυόμιση γεμάτες ώρες από instrumentals, ημιτελή και ατελή fragments που έχετε ξανακούσει σε τελειωμένη μορφή ή και δεν έχετε ξανακούσει γιατί δεν έγιναν ποτέ τίποτα, και μάλλον υπήρχε λόγος για αυτό. Ταλαιπώρια. Ο πίνακας του Steven Stapleton που είναι απεικόνιση ενός ονείρου όπως του το είχε διηγηθεί ο John Balance είναι υπέροχος. Ο δίσκος έχει βγει σε πολλές πανάκριβες μικροεκδόσεις, κανονικές και σπέσιαλ, και δεν έχω ιδέα πως «γράφουν» τα κομμάτια στον δίσκο διότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να μάθω.

Coil – Stolen and Contaminated Songs 2xLP (Cold Spring, 2019)
To «Stolen & Contaminated Songs» είναι ας πούμε ένα σοβαρό Swanyard της περιόδου Ι, όπου η μπάντα χαρίζει μερικά outtakes και ακυκλοφόρητα κομμάτια της ηχογράφησης του «Love’s Secret Domain». Όντας μάλλον συνολικά ο αγαπημένος μου δίσκος των Coil, θα περίμενα να συμπαθώ εξίσου τα outtakes του, που δεν είναι άσχημα, αλλά είναι outtakes, και νομίζω πως θα προτιμώ για πάντα το Chaostrophy απο το Original Chaostrophy που περιέχεται εδώ. Ψυχανεμίζομαι πως κατα βάθος μου κλωτσάει λίγο η μανιακή τους ενασχόληση με την acid house στα 90s. Η επανακυκλοφορία είναι για άλλη μια φορά δια χειρός Danny Hyde και δεν ξεκινάει καλά, καθώς παρατηρούμε το εξής: Στην πρώτη έκδοση του 1992 το πρώτο κομμάτι λεγόταν Futher ενώ έπρεπε να ονομάζεται Further και στην τωρινή επανέκδοση το κομμάτι ονομάζεται Futhur (είναι φανερό πως δεν έκανα διακοπές αυτόν τον Αύγουστο). Στο εξωτερικό αυτοκόλλητο υπάρχει και δεύτερο ορθογραφικό, ενα the είναι γραμμένο δύο φορές κολλητά αντί για μια. Κατά τα άλλα ήταν 2019 και είχαν κυκλοφορήσει σχεδόν τα πάντα εκτός απο τα «Musick To Play In The Dark» και αυτό με έκανε ειλικρινώς να αναρωτιέμα πόσα futher / futhur / furfur θα μπορούσα να αντέξω ακόμα.

Coil – Porto & Live Five & θα δείξει (Retractor, 2019)
Μου επισημάνθηκε απο τρία άτομα πως αμέλησα να αναφέρω τα cdr που φτιάχνει σπίτι του ο Thighpaulsandra ξαναφέροντας στη ζωή τις -όχι ακριβώς- official κυκλοφορίες των live. Όντας -εκείνοι- τρεις και εγώ μόλις ένας, αποφάσισα να τα συμπεριλάβω, παρότι στο μυαλό μου τα είχα σαν bootlegs άνευ εισαγωγικών άρα εξ ορισμού εκτός άρθρου. Ο Thighpaulsandra λοιπόν, επαναδραστηριοποιεί μετά από δεκάξι χρόνια το σπιτικό του label Retractor, και μέσω αυτού φτιάχνει cdr μικροεκδόσεις των ζωντανών εμφανίσεων των Coil στις οποίες συμμετείχε και ο ίδιος, όπως του Porto (June 21st 2003) και Gdańsk (Live at St. John Church, Gdańsk Oct 25th 2002). Το πρώτο ήταν ας πούμε ένα -συζητήσιμα- authorized bootleg της περιόδου ΙΙ ενώ το δεύτερο τιτλοφορείται «Live Five», ως «φυσική συνέχεια» της live σειράς της Threshold House που σταματούσε στον αριθμό Four. Στα θετικά είναι πως ο ήχος έρχεται απο κονσόλα και όχι απο κασσετοφωνάκι, όπως στα πολυάριθμα κακογραμμένα bootlegs. Και οκ, το «Live-Box» είναι όντως ακριβό. Το «Colour Sound Oblivion» ακόμα ακριβότερο. Αν η δίψα σας για ένα ή δύο (ή ποιος ξέρει πόσα) live cdr των Coil είναι ακόρεστη, διατηρώ την εντύπωση πως είναι ακόμα διαθέσιμα στο website του Thighpaulsandra. Για όλους μας υπάρχει κάτι εκεί έξω.

Coil – The Gay Man’s Guide To Safer Sex + 2 LP (Musique Pour La Danse, 2019)
Το «Gay Man’s Guide To Safer Sex» ήταν ένα safer sex instructional documentary που γυρίστηκε το 1992 απο τους Mike Esser και Tony Carne σε συμπαραγωγή με τη φιλανθρωπική οργάνωση Terrence Higgins Trust, αφιερωμένη στον HIV και τη σεξουαλική υγεία. Το soundtrack των Balance / Christopherson δεν κυκλοφόρησε ποτέ στην ώρα του και επανήλθε σε μια αιφνιδιαστική έκδοση βινυλίου απο την Musique Pour La Danse, ηλεκτρονικό παρακλάδι της Mental Groove Records, του ίδιου ανθρώπου που τρέχει το ψύχραιμο label We Release Whatever The Fuck We Want Records. Τα αρχεία διέρρευσαν / προσφέρθηκαν για άλλη μια φορά απο τον Danny Hyde. Στην αρχή νόμιζα πως πρόκειται για ψευδοlabel και αρχεία χαμηλής ποιότητας (ίσως έφταιξε που εμφανίστηκε ξαφνικά σε όλα τα ηλεκτρονικά stores που μπορούσα να φανταστώ) αλλά τελικά μιλάμε για μια στρωτή και δουλεμένη επανακυκλοφορία. Ήχος σπαθί, και ένα ομώνυμο easy listening track για ανελέητα repeats. Παίζει και έκδοση κασσέτας που αντί για +2 έχει +3 στο τέλος, με την προσθήκη του 14λεπτου «Proto Protection». Kudos για τον τίτλο «Omlagus Garfungiloops», προχωράμε.

Coil – Threshold Archives Second Batch of CDs (Threshold Archives, 2019)
Δάκρυ ή γέλιο; Ποιός να ξέρει; Μια ορθή επανάληψη του πρώτου batch των 8 cds, σε ίδιου επιπέδου συσκευασίες και με ακόμα χειρότερα extra tracks. Τα 8 cds τιτλοφορούνται: «Airborne Bells», «The Sound Of Musick», «First Dark Ride», «Protection», «Heartworms», «I Don’t Want To Be The One», «Copal» και «The Restitution Of Decayed Intelligence». Τα πράγματα είναι ιδιαιτέρως περίπλοκα μέσα στην απλότητά τους. Ας πούμε πως η Threshold Archives, η Prescription και η Infinite Fog είναι τα τρια labels που δεν έχουν το παραμικρό φίλτρο στο τι αρχειακό υλικό θα χωρέσουν στις κυκλοφορίες τους. Και αυτό το αρχειακό υλικό, δεν είναι απαραίτητο να είναι και διαφορετικό. Σε αυτά τα οκτώ cds θα βρείτε και alternate takes του «Gay Man’s Guide To Safer Sex» και (κάποια απο τα ίδια!) sessions του «Astral Disaster», και τα Blue του Jarman, και μέρος του «Sara Dale’s Sensual Massage», τοποθετημένα ας πούμε κάπως άκομψα και ενδεχομένως αταίριαστα μεταξύ τους. Μιλάμε για αγνό καραγκιοζιλίκι. Να τονίσω πόσο πολύ χαίρομαι που ο Stephen Thrower απέχει εντελώς απο τη φάση και δεν βλέπουμε κάθε χρόνο το «Horse Rotorvator» σε Record Store Day έκδοση και ταυτόχρονα υπερθεματίζω τη σκέψη του τι ωραία πράγματα θα μπορούσαμε να είχαμε δει αν τα είχε αναλάβει όλα αυτά ο Frank Maier της Vinyl On Demand. Αλλά ζούμε σε ένανε άσκημο κόσμο για reissue plan συγκροτημάτων που μας άφησαν νωρίς. Meanwhile, εννοείται ένα πενηντάευρο έκαστο στα διαβόητα μέρη υπερκοστολόγησης. Μ α κ ρ ι ά.

Coil ‎- Astral Disaster Sessions Un/Finished Musics Vol. 2 LP (Prescription, 2020)
Εδώ μιλάμε για SEQUEL OUTTAKE ALBUM. Outtake των outtakes! Ο βασιλέας των βασιλέων των bootlegs. Μέχρι να βγει το Vol. 3. Με τα ίδια κομμάτια ασφαλώς. Gary Ramon κανένας σεβασμός άνθρωπέ μου;

Coil ‎- A Prison Of Measured Time 12″ (Old Europa Cafe, 2020)
Μόλις τέσσερις εκδόσεις βινυλίου και μια cd για τα δύο κομμάτια «Heaven’s Blade Dark Night Mix » και «Wir Clik Wir, A Deeply Disturbed Passing Mix » που έδωσε ο Danny Hyde στην Old Europa Cafe. Πρόκειται για δύο κομμάτια, το ένα το ξέρουμε όλοι, το άλλο ίσως όχι, για τα οποία ζήτησε remixes ο Peter Christopherson στον Danny Hyde το 1998, στη γνωστή περίοδο που οδήγησε στο «The Ape Of Naples», αλλά λόγω λόγω λόγων ξεχάστηκαν στα ράφια και ποια καλύτερη χρονιά για να κυκλοφορήσουν απο το μαγικό μας 2020; Δε πολυσυμπαθώ το label, για αυτό και δεν νιώθω άμεση την ανάγκη για ακρόαση. Σε κάποια samples που πέρασαν απο το ραντάρ υπήρχαν όντως φωνητικά του John Balance που δεν είχα ξανακούσει. Που ξέρεις.

Coil – Sara Dale’s Sensual Massage 2xLP (Infinite Fog, 2020)
Εδώ νομίζω πως θα αφιερώσω λίγο χρόνο παραπάνω. Ξεκινώ με μια μικρή αναφορά στην VHS κασσέτα «Sara Dale’s Sensual Massage: The Stroke of Pleasure» του 1992. Πρόκειται για ένα σοβαρό στιγμιότυπο της pre-millenium softcore porn ιστορίας, με την healing therapist Sara Dale να επιδεικνύει επί σαρανταπέντε λεπτά την τεχνική του sensual massage υπό τους αιθέριους ήχους που συνέθεσαν οι Balance / Christopherson ακριβώς την ίδια χρονιά που σκάρωσαν το «Gay Man’s Guide To Safer Sex». Η μουσική σύνδεση των δύο κυκλοφοριών είναι εξίσου παρούσα με την αισθητική: εποχή πρωτόγνωρης αλλαγής για τη μπάντα, με τα σαγηνευτικά αγγίγματα της Sara να αποτελούν το πρώτο αισθησιακό χάδι που οδήγησε στο «The Ape Of Naples». Σκεπτόμενος πόσες φορές έχω αναφέρει το «The Ape Of Naples» σε αυτό το κείμενο, έρχομαι στη διαπίστωση πως το μουσικό έργο που ακούσαμε το 2005 δημιουργείτο σταθερά και σταδιακά επί δεκατρία χρόνια συνεχόμενα, σαν να αποτέλεσε ένα μακρινό απόηχο όλων των πραγμάτων που σκέφτονταν, ένιωθαν και συνέθεταν οι Balance και Christopherson σε όλα τα 90s. Πίσω στο αβάσταχτα πορωτικό kitch του sensual massage της Sara Dale και συγκεκριμένα στο οριακά new age soundtrack, είναι γεγονός πως δεν είχε κυκλοφορήσει ποτέ πριν ολόκληρο, και είναι εξίσου γεγονός πως ήταν μια παράλειψη που θα διορθωθεί τον επόμενο μήνα που θα κυκλοφορήσει επίσημα στην Infinite Fog. Γνωρίζω πως πέφτετε απο τα σύννεφα, αλλά τα αρχεία έδωσε στην εταιρία ο Danny Hyde. Ο διπλός δίσκος είναι πλεονασμός, τα themes του Jarman δεν κολλάνε σαν extra tracks και δεν χρειάζονταν για άλλη μια φορά, τα ακυκλοφόρητα sessions δεν έχουν ακουστεί ξανά (εδώ καλά καλά δεν είχε ακουστεί το επιλεγμένο υλικό), το εξώφυλλο του Steven Stapleton ψυχορραγεί επάνω μου, η τιμή του είναι υψηλή και οι πολλές χρωματιστές του εκδόσεις και art editions είναι για άλλη μια φορά πραγματικά περιττές. Ωστόσο δεν υπάρχει ουδεμία περίπτωση να μην ασχοληθώ με αυτή την κυκλοφορία. Όπως θα έχετε παρατηρήσει ως τώρα, λόγω μεγέθους του άρθρου έχω αποφύγει να βάλω οποιαδήποτε εικόνα ή link στο κείμενο για να μη φορτωθεί. Η μοναδική εξαίρεση είναι το video αρχείο της «Sara Dale’s Sensual Massage: The Stroke of Pleasure» βιντεοκασσέτας.

Coil – A Guide For Beginners – The Voice Of Silver / A Guide For Finishers – A Hair Of Gold 2xCD (Cold Spring, 2020)
Αν το 2018 δεν υπήρχε απολύτως κανένας λόγος να βγεί η γνωστή συλλογή σε τέσσερις δίσκους, το 2020 δεν υπάρχει π ρ α γ μ α τ ι κ ά απολύτως κανένας να ξαναβγεί σε διπλό cd στην Cold Spring. Η οποία δεν ξεχνάει να υπερθεματίσει για το πόσο official είναι η κίνησή της, έχοντας λάβει κάθε πιθανή άδεια απο την Feelee. Feelee Feelee..

Coil – Musick To Play In The Dark 2xLP (Dais Records, 2020)
Μπορεί να διαφωνούμε σε πολλά πράγματα γενικά, όμως είμαι βέβαιος πως μπορούμε να συμφωνήσουμε στο πόσο πολύ αγαπούν οι φίλοι των Coil το «Musick To Play In The Dark», στο πόσο δύσκολο τους ήταν να το εντοπίσουν σε οποιοδήποτε format απο ένα -όχι και πρόσφατο- χρονικό σημείο και έπειτα, και στο πόσο λυτρωτική θα είναι αυτή η επανέκδοση γύρω στο χριστούγεννο όταν και θα την πιάσουμε στα χέρια μας. Δε θα μιλήσω για τη μουσική, υπάρχουν αυτά στο ίντερνε, θα αναφέρω όμως πως την επίβλεψη της κυκλοφορίας έχουν αναλάβει οι Drew McDowall και Thighpaulsandra, δύο απο τα τέσσερα δηλαδή μέλη των Coil για τη συγκεκριμένη ηχογράφηση. Επίσης το mastering έχει αναλάβει ξανά ο Josh Bonati το οποίο είναι μόνο καλό νέο. Το πρώτο Musick λοιπόν κυκλοφόρησε το 1999 απο την Chalice. Η αρχική έκδοση αποτελούνταν απο 2000 cd (εκ των οποίων περίπου τα 400-500 ήταν αριθμημένα και υπογεγραμμένα απο τη μπάντα) και 500 δίσκους βινυλίου, απο το οποίο έλειπε τελείως όμως το κομμάτι «Strange Birds» με τα υπόλοιπα να βρίσκονται σε edited εκδοχές ώστε να χωράνε σε μονό δίσκο. Στη συνέχεια, τα επόμενα χρόνια, ακολούθησαν άλλες δύο εκδόσεις σε cd μέχρι το 2006 οπότε και εκεί έδειχνε να κλειδώνει η έκδοση. Ακριβώς εκεί άρχισε να αγριεύει το πράγμα, ο Peter Christopherson είχε επικεντρωθεί σε παλαιότερο υλικό για επανακυκλοφορία και δεν κοίταζε μόλις 6-7 χρόνια πίσω, ενώ κάθε χρόνο προστίθεντο και απο ένα ψηφίο στην ενδεικτική τιμή των κυκλοφοριών στα ebay. Μετά τον θάνατο του Sleazy, άρχισε και μια προσπάθεια για μια επίσημη επανακυκλοφορία, με πολλά labels να προσπαθούν (Vinyl On Demand, Editions Mego και άλλα) αλλά να μην βγαίνει άκρη ποτέ. Οι φήμες για το αν υπάρχουν δικαιώματα και ποιος τα έχει ήταν πολλές, και δε θα τις αναπαραγάγω. Οι μόνοι που δε έδιναν κάστανο για όλα αυτά ήταν για άλλη μια φορά οι φίλοι μας οι Ρώσοι, όπου τίποτα δεν τους εμπόδισε να κόψουν ένα τριπλό δίσκο με τα δύο volumes του Musick υπο την «ετικέτα» κάποιας Alkah Hellna, ο οποίος πρέπει να ήταν γραμμένος απο το youtube link του album στην καλύτερη. Στα της επικείμενης επανακυκλοφορίας της Dais, η κουβέντα πλέον έχει οριστικά μετακινηθεί απο το αν έχει «δικαίωμα» να θεωρεί official την κοπή της, στο «γιατί τόσες χρωματιστές εκδόσεις γ τ χ σ», το οποίο, όσο και αν μου αρέσει το κυνήγι ώρες ώρες (guilty), δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ και εγώ. Τις αμέσως επόμενες στιγμές της προπαραγγελίας είχα την απάντηση: η «Moon» edition έπεσε σε ενάμισι λεπτό, η «Eclipse» edition σε κάτι λιγότερο απο σαράντα λεπτά, ενώ μέσα στο επόμενο δίωρο είχαν εξαφανιστεί πάνω απο 4.000 δίσκοι, αν αναλογιστεί κανείς πως μια μερίδα των αριθμών του site ήταν δεσμευμένοι για ευρωπαϊκά και αμερικάνικα distros, στα οποία εξαντλήθηκαν επίσης ως επι το πλείστον τα preorders τις επόμενες ημέρες. Αν αυτό δεν είναι δείγμα τόσο για το πόσο official είναι η έκδοση, όσο και για το αν υπήρχε ανάγκη για τέτοιους αριθμούς, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να είναι. Αυτό που ξέρω είναι πως εκπληρώθηκε μια τεράστια ανάγκη αποκατάστασης του «Musick To Play In The Dark» (δεν υπήρχε καν σε digital μορφή!) που με τόσα χρόνια αναμονής είχε φτάσει στο όριο της εμμονής.

Ευχή μου να κυκλοφορήσει στην Dais το δεύτερο μέρος του Musick με τους ίδιους όρους μέσα στο 2021, να γυριστεί ίσως ένα γλυκό ντοκιμαντέρ για όλα αυτά, που ιδανικά να μην είναι το England’s Hidden Reverse μαζί με δώδεκα persistence is all, και κυρίως το 2021 να αποτελέσει την οριστικά καταληκτική χρονιά της περιόδου ΙΙΙ: δεν υπάρχει τίποτα παραπάνω που χρειάζεται να συμβεί στα αλήθεια.

mtpintd

Εβρι ντεη ιζ λαικ Σαντεη

•29 Μαρτίου, 2020 • 1 σχόλιο

Ποιος να το φανταζόταν άραγες ότι θα υπήρχε τόση συγκέντρωση συλλογικού ελεύθερου χρόνο, όσο των τελευταίων ημερών και σχεδόν καμιά επιλογή για εκμετάλλευσή του; Θυμάται άραγε κανείς τότε που γκρινιάζαμε γιατί δεν συνέπεπταν τα προγράμματα της παρέας ώστε να κανονίσουμε να βρεθούμε; Φυσικά, η παλιά (κινέζικη; άραγε υπάρχουν παροιμίες που δεν είναι κινέζικες;) παροιμία περί ευχών και απόκτησής των, αποδεικνύεται ευχάριστα εκδικητική. Το δε άλλο αξίωμα του σύγχρονου κόσμου, ότι ή θα έχεις ελεύθερο χρόνο ή λεφτά, αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά αληθινό. Βέβαια, αξίωμα είναι, φτύνει την ανάγκη για αποδείξεις στο πρόσωπό μας, αλλά λίγη υπερβολή ποτέ δεν έβλαψε κανένα. Κάπως έτσι λοιπόν, καταλήγουμε τώρα να περνάμε μια συννεφιασμένη Κυριακή, με τις βδομάδες μας να έχουν μόνο Κυριακές (ή σχεδόν μόνο έστω, κάπου εκεί στο βάθος κρύβεται και μια Τετάρτη) και τη κυριότερη διαφορά να είναι αν θα είναι συννεφιασμένες ή όχι.

Μεγάλος πειρασμός για ανελέητη γκρίνια, για τα μικρά ή μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε λόγω της κατάστασης, μεγάλες οι τύψεις για όταν γκρινιάζουμε γιατί, εν μέσω γενικού χαμού, τα προβλήματα μας μπορεί να μην είναι όσο μεγάλα φανταζόμαστε (ή όσο μεγάλα σε σύγκριση με άλλα που ακούμε τριγύρω). Μεγάλο και το άγχος για το τι θα φέρει το μέλλον με δουλειές που μένουν πίσω, με σχέδια που ανατρέπονται, με ανησυχία για τους δικούς μας που είναι μακριά (ή και κοντά), με <ας βάλει ο καθένας ό,τι θέλει εδώ τέλος πάντων, δεν θα τα κάνω όλα εγώ>. Τουλάχιστον, σε καταστάσεις αποκλεισμού, η επικοινωνία είναι σαφώς ευκολότερη από ό,τι παλιότερα, έστω και αν μεγάλο μέρος της είναι μαλακίες που διαβάζουμε στα social media της αρεσκείας μας. Με τούτα και με κείνα βέβαια, αποδείχτηκε ότι μια παγκόσμια επιδημία οδηγεί στην επιστροφή στα blog (και εκτός blogovision), οπότε καταλαβαίνει κανείς (αν δει το ιστορικό δημοσιεύσεων εδώ μέσα) σε τι σημείο απελπισίας έχουμε φτάσει.

Ο τίτλος για το μεγάλο ερώτημα των ημερών (εξαιρώντας το «τι θα απογίνουμε επιτέλους» που προσπαθούμε να αγνοήσουμε επιδεικτικά και δεν το πολυκαταφέρνουμε) είναι ντέρμπυ ανάμεσα στο «τι να βάλω να ακούσω;», στο «τι να βάλω να δω;» και στο «τι να βάλω να μαγειρέψω». Ίσως θα έπρεπε να υπάρχει κάπου εκεί και το «τι να βάλω να διαβάσω;» αλλά το ιντελεξουελ προφιλ μας έχει υποστεί σοβαρά χτυπήματα τούτες τις δύσκολες μέρες. Φιλοδοξώ (ή ελπίζω) κάποια στιγμή να επιστρέψω στον Stuart τον Maconie που αγόρασα πρόσφατα (το βιβλίο του δηλαδή, όχι τον ίδιο τον άνθρωπο, μην τον στερήσω και από τους ακροατές του BBC 6), κυρίως γιατί ξέρω ότι θα μου φτιάξει κάπως το κέφι. Είναι από εκείνους τους συγγραφείς που έχουν το ταλέντο να γράφουν για καθημερινά πράγματα με έντονο χιουμορ και ζεστασιά, που ορίζουν το φιλγκουντ (στην ίδια κατηγορία μπαίνει και ο Bill Bryson π.χ.)

Στην κατηγορία «τι να βάλω να δω;» δυστυχώς δεν έχω καμιά πρόταση που θα ακουστεί κουλ και ψαγμένη, εδώ έχω ξεκινήσει για πρώτη φορά το Scrubs και δεν με χαλάει και ιδιαίτερα, κυρίως γιατί έχοντας φτάσει στην 4η σαιζόν ακόμα δεν μπορώ να αποφασίσω αν είναι πιο ωραία η Sarah Chalke ή η Christa Miller (η δεύτερη έχει ένα ελαφρύ προβάδισμα πάντως). Στην κατηγορία «τι να βάλω να ακούσω;» έχει γίνει ένας καταιγισμός νέων κυκλοφοριών τις τελευταίες μέρες (μάλλον από ό,τι ήταν έτοιμο προ καραντινών – ή καραντίνων, ποτέ δεν θυμάμαι πότε πέφτει ο τόνος), τον οποίο ας χαρούμε όσο μπορούμε, γιατί εκεί στο τέλος της χρονιάς βλέπω να πέφτει ξηρασία. Παράλληλα έχουν μαζευτεί και διάφορες ανακαλύψεις/προτάσεις για παλιότερες κυκλοφορίες που δεν είχα πάρει χαμπάρι, οπότε υπάρχει υλικό για να εκμεταλλευτούμε τον ελεύθερο χρόνο. Για τον γράφοντα βέβαια (παρά το γεγονός ότι και άλλοι αγαπημένοι έχουν κυκλοφορήσει νέους δίσκους τώρα) το δισκογραφικό γεγονός «καινούριος δίσκος Clara Engel» πάντα χρίζει ιδιαίτερης προσοχής και προτεραιότητας (και πρηξίματος των τριγύρω).

Αν και εδώ και 1-2 χρόνια έχουν πάψει οι πολλές μικρές κυκλοφορίες, το ετήσιο ραντεβού με το full length παραμένει (ευτυχώς) σταθερό. Το «Hatching Under The Stars» κυκλοφορεί επίσημα στις 5 Απριλίου ή αν βιάζεστε είναι ήδη διαθέσιμο αν συμμετέχει κάποιος στο Patreon της Engel (να με συγχωράει εκ των προτέρων για τη χρήση του γένους αλλά τα Ελληνικά είναι κάπως περιορισμένα σε αυτή τη σκοπιά). Τα έγραφα και για τη blogovision, είναι από τις περιπτώσεις που δηλώνω ξεκάθαρα φανμποης, το στυλ της έχει ταιριάξει πλήρως στα γούστα μου και έχει μια μοναδική ικανότητα να είναι αργόσυρτη, ατμοσφαιρική και όχι ιδιαίτερα φωτεινή χωρίς όμως να κηδεύει. Μάλλον το έχω ξαναπεί, αλλά όποιος αγαπάει εκείνη την φολκοπερίεργη μουντίλα που αγαπάει να λέει ιστορίες, δύσκολα θα βρει κάτι καλύτερο από την Καναδή. Όταν βγει, αλλά και για τα παλιότερα φυσικά υπάρχει και το Bandcamp, που έτσι και αλλιώς αγαπάει.

Δύσκολη περίοδος να είσαι και ανεξάρτητος μουσικός υποθέτω. Περιοδείες ακυρώνονται, ο κόσμος έχει άλλες προτεραιότητες από το να αγοράζει δίσκους ή δεν έχει καν λεφτά να αγοράζει δίσκους, οπότε υπάρχει και εκεί θέμα. Το Bandcamp έκανε μια καλή κίνηση για μια μέρα, αλλά γενικά νομίζω ότι και αυτός ο χώρος θα βγει με ακόμα περισσότερα προβλήματα από τούτη την κατάσταση. Θα πει κάποιος «και ποιος δεν θα βγει με προβλήματα;» και θα έχει και δίκιο εδώ που τα λέμε, αλλά με μουσική ασχολούμαστε (συνήθως) εδώ, οπότε αναμενόμενη η αναφορά.

Αναρωτιέμαι αν είναι αποδεκτή συνταγή αντιμετώπισης της κυριακίτιδας, το να είναι όλες σου οι μέρες Κυριακές. Καταλήγω στο ότι μάλλον όχι, γιατί είτε ακολουθούνται από Δευτέρα, είτε όχι, οι Κυριακές μοιάζουν καταραμένες ημέρες έτσι και αλλιώς. Γιατί άραγε να μη δίνει κάποιος την επιλογή να είναι όλες οι μέρες Παρασκευές απόγευμα; Κάπου εδώ μάλλον θα έπρεπε να υπάρχει κάποιο βαθυστόχαστο συμπέρασμα για το πως θα γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, θα πέσει ο καπιταλισμός, θα καταργηθούν τα σύνορα, θα ξανανέβει η Sunderland στην Premier League και θα αρχίσουν να μας αρέσουν τα λαχανάκια Βρυξελλών (τα οποία θα μεταμορφωθούν σε μια εκτεταμένη αλληγορία για την επανάκαμψη της EE  και της αδελφοποίησης των λαών της). Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε όμως είναι να δώσουμε μια ωραία συνταγή για να πιάσουμε και τα ορφανά του Master Chef.

Τα #1

•20 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

74Tmp

Kate Tempest – “The Book Of Traps And Lessons”

Κάθε καινούριο έργο της Tempest, όποια τέχνη και αν αφορά, επιβεβαιώνει συνεχώς ότι πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες φωνές τούτης της γενιάς. Δεν θα κουραστώ ποτέ να λέω ότι το ταλέντο της στο χειρισμό του λόγου είναι σπανιότατο ακόμα και ανάμεσα σε ποιητές/λογοτέχνες. Το “The Book Of Traps And Lessons” είναι μια από τις καλύτερες περιγραφές/συνοδείες της χρονιάς, της εποχής, των σκέψεων των περισσότερων ανθρώπων. Ως τέτοια δεν είναι ιδιαίτερα φωτεινός δίσκος. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Ειδικά στο Νησί που κατοικεί η Tempest, τα πράγματα εδώ και χρόνια δεν πάνε καλά και δεν δείχνουν ότι θα πάνε καλύτερα. Το μεγάλο προσόν της είναι ότι όσο και αν αναγνωρίζει την μαυρίλα που κυριαρχεί γύρω της, ο λόγος της ποτέ δεν σταματά να περιέχει ψήγματα ελπίδας και μια διάθεση για επιμονή ενάντια στο ρεύμα. Μιλάει πάντα με συμπάθεια και αγάπη για τους ανθρώπους, ειδικά τους «μικρούς» και αυτό είναι που κάνει τους στίχους της ακόμα πιο δυνατούς. Μουσικά ο δίσκος, όπως και οι προηγούμενοι, είναι φτιαγμένος απλά για να ντύνει τους στίχους της (ενίοτε δε η μουσική σιωπά, όπως στο “All Humans Too Late”. Η Tempest παραμένει κατ’ εξοχήν μια spoken word καλλιτέχνης. Μάλλον ενσυνείδητα ο δίσκος κλείνει με το πιο ελπιδοφόρα ανυπότακτο κομμάτι του, το “People’s Faces”, στο οποίο η Tempest ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι όλα πάνε πολύ στραβά αλλά και ότι μπορεί και να τα καταφέρουμε. Μερικές φορές το πιο δύσκολο να πιστεύεις είναι ότι ακόμα υπάρχει εγγενής αξιοπρέπεια στους ανθρώπους.

 

81u+A-l2WCL._SS500_

Bill Wells & Aidan Moffat – “Everything’s Getting Older” (2011)

Μου κάνει πραγματική εντύπωση που ο συγκεκριμένος δίσκος δεν υμνείται από περισσότερο κόσμο. Λίγοι έχουν περιγράψει την μέση ηλικία και τη διαδικασία του να απομακρύνεσαι από τα νεανικά σου χρόνια με τόση επιτυχία και κατανόηση. Η (δυστυχώς μοναδική μέχρι στιγμής) συνεργασία του πολυπράγμονα Bill Wells και του αγαπημένου μας Σκωτσέζου Aidan Moffat είναι ένας ανεπανάληπτος δίσκος που θα κοιτάξει στα μάτια τη ζωούλα μας και θα ασχοληθεί άλλοτε με συμπάθεια, άλλοτε με κούραση, άλλοτε με κοροϊδία στην πορεία μας σε τούτο τον άδικο, μίζερο αλλά ενίοτε εξαιρετικά όμορφο κοσμάκη. Από την εποχή των Arab Strap, δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο ωραία εκφορά για εκείνο το misery του “What came first? Music or misery?” του High Fidelity από την προφορά του Moffat. O δίσκος ελέω Wells είναι αρκετά πιανιστικός, αλλά γενικά διατρέχει διάφορα στυλ από την μελαγχολία του “Copper Top” (με έναν από τους πιο ωραίους στίχους που έχουν γραφτεί ποτέ στο “birth, love and death, the only reasons to get dressed up”) στο κυνικά παιχνιδιάρικο groove του “Glasgow Jubilee” (για να αναφέρουμε τα δυο καλύτερα κομμάτια του δίσκου). Και αν γενικά το κλίμα είναι αρκετά βαρύ στη μεγαλύτερη διάρκειά του, όπως και το “The Book Of Traps and Lessons” της Tempest, στο τέλος με τα “The sadness in your eyes will slowly fade away” και “The greatest story ever told”, έρχεται η συνειδητοποίηση ότι τα πράγματα δεν είναι μόνο μαύρα. Άλλωστε όπως λέει πολύ σωστά ο Moffat, “Without us, the world will still turn/And the sun still will burn/The faithful moon will wax and wane/And still it will rain/But who needs a world to impress/When there’s love to confess?”

 

Τα #2

•19 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

herndon-proto

Holly Herndon – “Proto”

Η Holly Herndon είναι πραγματικά ξεχωριστή κατάσταση δημιουργού. Περιδιαβαίνει τα χωράφια αυτού που (πολλές φορές καταχρηστικά) ονομάζεται avant-garde, αλλά δεν γίνεται ποτέ απρόσιτη, προέρχεται από ένα ακαδημαϊκό μουσικό υπόβαθρο, αλλά δεν γίνεται ποτέ ψυχρή, και ενώ πειραματίζεται κατά κύριο λόγο με δύσκολα υλικά, καταφέρνει να γίνεται άμεσα γοητευτική. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιον σύγχρονο που να του ταιριάζει περισσότερο εκείνη η (ταλαιπωρημένη) ταμπέλα του IDM. Από την αρχή της καριέρας της, εστίαζε πολύ στη σχέση μεταξύ του τεχνολογικού και του ανθρώπινου, έδειχνε τεράστια αγάπη στις ανθρώπινες φορές και σχεδόν εξίσου μεγάλη αγάπη στο να παίζει μαζί τους και τις πειράζει. Στο “Proto” έχει πιάσει ένα ζενίθ, μια αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στους ηλεκτρονικούς ήχους και στις ανθρώπινες φωνές. Δεν είναι συχνό φαινόμενο δίσκος που βασίζεται τόσο πολύ σε συνθετικά στοιχεία, να ακούγεται τόσο ζεστός, αλλά και τόσο εξυψωτικός. Ολόκληρο το “Proto”, ακόμα και στα πιο στρυφνά σημεία του (π.χ. το “Godmother”) ακούγεται υμνικό και ελπιδοφόρο. Ένας τρομερά φωτεινός δίσκος, που για μια φορά δεν αντιμετωπίζει τη συνάντηση ανθρώπου και μηχανής ως μια αναπόφευκτη δυστοπία. Το αν θα βγει αληθινή η ελπίδα του, μένει να το δούμε φυσικά. Το soundtrack για το Ghost In The Shell που δεν ξέρατε ότι σας έλειπε.

 

original_(2)

Tim Hecker – “Ravedeath, 1972” (2011)

Και ο δίσκος στο #2 της δεκαετίας οφείλει μεγάλο μέρος της ομορφιάς του στη σχέση ανάμεσα στο οργανικό και στο συνθετικό. Αναμφισβήτητα ο κορυφαίος δίσκος στην καριέρα του Tim Hecker, δημιουργήθηκε από την ηχογράφηση μιας ημέρας σε μια Ισλανδική εκκλησία με εκκλησιαστικό όργανο, κιθάρα και πιάνο και κατόπιν επεξεργάστηκε στο studio με τη βοήθεια του άλλου μεγάλου του είδους, του Ben Frost. Τον Tim Hecker τον έμαθα, όπως και πολύς κόσμος στην Ελλάδα, σε κείνη την συναυλία των Isis, μια από τις τελευταίες του Ροδον. Τον ξανασυνάντησα αρκετά αργότερα, όταν ασχολήθηκα εκτενέστερα με το είδος και τον αγάπησα με μεγάλη ευκολία. Το “Ravedeath, 1972” κάνει κάτι παρόμοιο με το “Disintegration Loops” του Basinski, εξετάζει την μεταβολή και αποδόμηση των ήχων, την εξέλιξη ενός μουσικού έργου μέσα στο χρόνο, την δυνατότητα να παραχθεί ομορφιά ακόμα και με τη χρήση παρεμβολών στην κύρια πηγή. Και μην παρεξηγήσει κανείς, αυτός μπορεί να μην είναι ένας φωτεινός ή χαρούμενος δίσκος, αλλά είναι βαθιά όμορφος και συγκινητικός, ίσως γιατί δείχνει να εκτιμά και να βρίσκει χρήσιμες ακόμα και τις ηχητικές ατέλειες. Τελικά αυτό που μένει είναι ότι δεν χρειάζεται να παραμένει κάτι αναλλοίωτο για να διατηρείται εκθαμβωτικό.

Τα #3

•18 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a3031923408_10

Clara Engel – “Where A City Once Drowned (The Bethlehem Tapes Vol. II)”

Φαίνεται να υπάρχει μια ροπή προς τους κύκλους και τα κλεισίματά τους σε αυτές τις λίστες. Αρκετά ταιριαστό και για τέλος δεκαετίας θα πω εγώ. Η ClaraEngelυπήρξε αρκετά πολυάσχολη τα τελευταία χρόνια, αλλά κυρίως με «μικρές» κυκλοφορίες που δεν σου έδιναν ακριβώς την αίσθηση του κανονικού album. 9 χρόνια μετά το BethlehemTapes, επιστρέφει στη Βηθλεεμ της Πενσυλβάνια για να ηχογραφήσει το δεύτερο, με συμμετοχή διαφόρων μουσικών σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική της. Ο δίσκος δεν μεταβάλλεται δραματικά σε σχέση με το γνώριμο, μινιμαλ, ακουστικό στυλ της, απλά εδώ έχει το περιθώριο λόγω των υπόλοιπων να παίξει λίγο περισσότερο με ήχους και ενορχηστρώσεις. Και πάλι πρωταγωνιστής είναι η υπέροχη φωνή της,οι, αρκετά αφηρημένες, ιστορίες της και η ατμόσφαιρα που ξέρει τόσο καλά να δημιουργεί. Ο δίσκος στο σύνολό του είναι τρομερά κολλητικός και περιέχει μερικές από τις πιο ωραίες συνθέσεις της. Θακάνωειδικήαναφοράστο “AtNightTheyRacedThroughTheStars”, τοοποίο είναι μέσα στα καλύτερα της τραγούδια και το οποία, δεν ξέρω αν ασυνείδητα ή ενσυνείδητα, φέρνει σχεδόν αμέσως στο μυαλό το μεγαλείο που λέγεται “PlanetCaravan”. Ελπίζω κάποια στιγμή να της δοθεί η δυνατότητα να ηχογραφήσει με μεγαλύτερη άνεση και περισσότερα μέσα.

 

74Tmp

Kate Tempest – “The Book Of Traps And Lessons” (2019)

To be continued too…

Τα #4

•17 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

HenrykGoreckiBethGibbonsSymphonyOfSorrowfulSongs

Beth Gibbons & the Polish Radio Orchestra – “Henryk Górecki Symphony No. 3 (Symphony Of Sorrowful Songs)”

Αυτό που συνέβη με την 4η θέση, όχι μόνο δεν ήταν σχεδιασμένο, αλλά μόλις τώρα που ξεκίνησα να γράφω το συνειδητοποίησα. H Beth η Gibbons συστάσεις προφανώς δεν χρειάζεται, είχαμε καιρό να τη συναντήσουμε (17 χρόνια από το “Out Of Season” και 11 από το “Third”), οπότε τα αναπάντεχα νέα ότι θα κυκλοφορήσει σε δίσκο την εκδοχή της για το πιο γνωστό έργο του Gorecki ήταν σίγουρα ευπρόσδεκτα (έστω και με μια δόση ανησυχίας). Για το project συμπληρώθηκε από την Polish Radio Orcestra με μαέστρο τον δεν-υπάρχουν-αρκετά-επίθετα-υπερθετικού-βαθμού Krzysztof Penderecki. Δεν ξέρω τι ακριβώς περίμενα από αυτό το δίσκο, δεν θα κάτσω να αναλύσω την αξία του έργου προφανώς, πρόκειται για ένα από τα πιο συγκινητικά μουσικά έργα που έχουν γραφτεί ποτέ. Αυτό που θα πω πάντως είναι ότι αν και δεν υπάρχει καμιά σοβαρή τσαχπινιά στην απόδοση του έργου, εγώ τουλάχιστον δεν περίμενα τέτοια ερμηνεία από την Gibbons. Περίμενα κάτι πιο χαμηλών τόνων, πιο κοντά στο στυλ της, ενώ εδώ, τουλάχιστον στο απαίδευτο αυτί μου, μοιάζει να λάμπει σε έκταση και ένταση, δείχνοντας μια πλευρά των ικανοτήτων της που δεν είχε ξαναπαρουσιάσει. Σε κάθε περίπτωση, μου μοιάζει με εξαιρετική ερμηνεία στο έργο του Górecki, χωρίς να είμαι φυσικά κανένας πιουρίστας της κλασσικής μουσικής.

 

91sup6w8oeL._SS500_

Colin Stetson – “Sorrow (A Reimagining Of Górecki’s 3rd Symphony” (2015)

Σε αντίθεση με την φετινή εκδοχή της Gibbons, η προ-τετραετίας προσέγγιση του Stetson είναι κάτι αρκετά διαφορετικό από μια ορθόδοξη απόδοση της 3ης Συμφωνίας. O Stetson δεν χρησιμοποιεί πλήρη ορχήστρα, παρά μια 12μελή μάζωξη μουσικών με διάφορα γνωστά ονόματα για να καταλήξει σε μια σχεδόν (post) rock σπουδή πάνω στο έργο του Górecki. Σε περίπτωση που κάποιος που δεν το έχει ακούσει, ήδη έχει ανατριχιάσει στην (πολύπαθη) συνταγή ανάμιξης ορχηστρικής κλασσικής μουσικής και <εισάγετε τυχαίο μοντέρνο είδος>, ας μην φοβηθεί, καθότι ο Stetson καταφέρνει να αντιμετωπίσει το έργο με έκδηλη αγάπη και σεβασμό, αλλά και χωρίς φόβο, έχοντας αρκετό ταλέντο και λόγω της ενασχόλησής του με μια ευρεία γκάμα ειδών, να το φέρει αρκετά στα μέτρα του. Καταφέρνει περίτεχνα να αντικαταστήσει τους ρόλους μιας ορχήστρας με τα εργαλεία που επέλεξε να έχει στα χέρια του, έχει την αδερφή του που αποδεικνύεται μια ωραιότατη soprano και δημιουργεί μια πολύ ενδιαφέρουσα οπτική για το χιτάκι του Πολωνού συνθέτη. Αν πρέπει (που εντάξει πρέπει) να συγκρίνω τους δύο δίσκους, θα πω ότι εντυπωσιάστηκα από την απόδοση της Gibbons, αλλά είχε περισσότερο ενδιαφέρον η προσπάθεια του Stetson.

Τα #5

•16 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

fireorchestra

Fire! Orchestra – “Arrival”

Όπως ήδη είπα, τα δυο πρώτα album των Fire! Orchestra είναι από αυτά που φτάνουν για να κάνουν το εν λόγω συγκρότημα ένα από τα πλέον αγαπημένα των τελευταίων χρόνων. Για κάποιο λόγο που δεν έχω καταφέρει να προσδιορίσω ακόμα, το 3ο album τους, το “Ritual” δεν με κέρδισε σχεδόν καθόλου και η αλήθεια είναι ότι δεν έχω αφιερώσει χρόνο στο να καταλάβω γιατί. Και ενώ λοιπόν αρχίζει να σιγοπαίζει στο μυαλό το «ό,τι αρχίζει ωραία, τελειώνει με πόνο», έρχεται το 2019 και το “Arrival” να καθησυχάσει τις (όποιες) ανησυχίες μου. Πλέον η ορχήστρα έχει μετασχηματιστεί σε ένα αρκετά μικρότερο σχήμα και αυτό μοιάζει να αντικατοπτρίζεται και στην μουσική τους. Όχι τόσο σε πλούτο, όσο ότι εδώ φαίνεται να είναι λίγο (ή και πολύ) πιο συγκεντρωμένοι στο να συνθέσουν τραγούδια από ότι αυτοσχεδιαστικές σουίτες. Εδώ οι συνθέσεις είναι πιο δομημένες, πιο βασισμένες στις φωνές των Wallentin και Jernberg, ενώ δε διστάζουν να διασκευάσουν το “Blue Crystal Fire” του (κατ’ εξοχήν) τραγουδοποιού Robbie Basho (να σημειωθεί ότι η διασκευή είναι ένα από τα πιο ωραία κομμάτια του δίσκου). Στυλιστικά δεν θα σημειωθούν πολλές διαφορές σε σχέση με το παρελθόν (έτσι και αλλιώς η παλέτα τους είχε πάντα πολύ μεγάλο εύρος), αλλά εδώ η ενέργεια είναι κάπως πιο συγκρατημένη, το χάος πιο δομημένο. Σε κάθε περίπτωση, ο δίσκος είναι τόσο καλός που εξαφανίζει οποιεσδήποτε αμφιβολίες υπήρχαν.

 

HUBROCD2551-1024x1024

Jessica Sligter – “A Sense Of Growth” (2015)

Πλήρως σκανδιναβοκρατούμενη η πέμπτη θέση στις λίστες, αλλά αυτό δεν είναι και κάτι αναπάντεχο, δεδομένης της συμπάθειας προς εκείνα τα μέρη. Η Jessica Sligter είναι από τις μεγαλύτερες (για μένα) ανακαλύψεις της δεκαετίας, κυρίως λόγω του συγκεκριμένου δίσκου. Στο “A Sense Of Growth” καταφέρνει να χωρέσει τόσα πολλά στα 33 λεπτά του, που μοιάζει σχεδόν θαύμα. Έχοντας ως σκελετό τις υπέροχες μελωδίες των φωνητικών της, στιγμιαία σε ξεγελάει ότι θα έχεις καλογραμμένα μεν, συμβατικά δε τραγούδια. Όμως πίσω από την φανταστική ερμηνεία της χτίζει εντελώς διαφορετικούς κόσμους, με θορύβους, ενορχηστρώσεις εγχόρδων, ambient πεδία, κάποιες jazz μεταγγίσεις, ακόμα και από τις πιο αυτοσχεδιαστικές πτυχές του folk. Όλα αυτά σχηματίζουν έναν δίσκο που είναι σχεδόν ισόποσα περιπετειώδης και άμεσος, σαν να σου κλείνει το μάτι ελαφρώς κοροϊδευτικά καθώς σε σαγηνεύει. Ίσως η ιδανική pop; Δεν είναι τυχαίο ότι περνάει και η Jenny Hval μια βόλτα από εδώ, μια που και εκείνη έχει μια παρόμοια προσέγγιση στην αναδόμηση της pop. Στον επόμενο δίσκο της, η Sligter μεταπήδησε πλήρως στα χωράφια του αφηρημένου improvisation, αλλά στο “A Sense Of Growth” έχει αποκρυσταλλώσει μια ιδιαιτέρως σπάνια ισορροπία ανάμεσα στο παράξενο και στο γνώριμο.

Τα #6

•15 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

800

Rustin Man – «Drift Code»

Οι δίσκοι που κυκλοφόρησαν στην αρχή της χρονιάς έχουν πάντα ένα μικρό μειονέκτημα όταν έρχεται η ώρα να σχηματιστούν οι λίστες της χρονιάς, αλλά τo “Drift Code” παίζει να είναι ο δίσκος που έχω ακούσει περισσότερο αυτή τη χρονιά, οπότε δεν κινδύνευε ποτέ η θέση του. 17 χρόνια του πήρε του Paul Webb να κυκλοφορήσει τον διάδοχο του μνημειώδους “Out Of Season”, εκείνης της μετα-Portishead συνεργασίας του με την Beth Gibbons. Στην απάντηση για το αν άξιζε η αναμονή, θα πω ότι δεν ξέρω καθώς δεν το περίμενα, ούτε είχα ιδέα για την ύπαρξή του. Το “Drift Code” όμως είναι σίγουρα ένας εκπληκτικός δίσκος, βουτηγμένος στην βρετανική μουσική παράδοση, κάπου ανάμεσα στο folk, το progressive και την ψυχεδέλεια των 70s, βγάζοντας συχνά πυκνά μια αδιανόητη Hammill-ίλα (πράγμα που μόνο θετικό μπορεί να είναι για μένα) και σίγουρα προκαλεί μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για τις ερμηνευτικές του ικανότητες. Οι δε ενορχηστρώσεις των κομματιών είναι ένα ποίημα, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που δεν περίμενες από μέλος των Talk Talk. Η επιφανειακή απλότητα των συνθέσεων με κάθε ακρόαση δίνει τη θέση της σε μια μυριάδα μικρο-στοιχείων που θα κάνουν τον ακροατή να το βάλει ξανά και ξανά. Από τους πιο ωραίους pop δίσκους της χρονιάς, αξιότατος διάδοχος του “Out Of Season”.

 

915pl9ozS2L._SS500_

Anais Mitchell – “Young Man In America” (2012)

Η Anais Mitchell είναι από τις σημαντικότερες νέες εκπροσώπους αυτής της μεγάλης αμερικάνικης παράδοσης folk τροβαδούρων και τροβαδούρισων και αν και παρέμεινε σχετικά obscure για μεγάλο μέρος της καριέρας της, τα τελευταία χρόνια έχει κάνει μεγάλη επιτυχία με την musical μεταφορά του “Hadestown”, του δίσκου που κυκλοφόρησε πριν το “Young Man In America”. Και αν το “Hadestown” με τους Ορφικούς του συμβολισμούς είναι ένας εξαιρετικός δίσκος, το “Young Man In America” είναι σίγουρα ο καλύτερός της. Όπως όλοι οι καλοί folk μουσικοί, έτσι και η Mitchell είναι ικανότατη στο να λέει ιστορίες σε όλα τα τραγούδια της. Και αν οι ήρωες της μοιάζουν βγαλμένοι από παλιότερες εποχές, τα συναισθήματα και οι σκέψεις που εκφράζουν δεν είναι μακριά από τις δικές μας, γι’ αυτό κιόλας η μουσική της συγκινεί τόσο. Η δε φωνή της είναι ιδιαίτερη σε χροιά αλλά και εντυπωσιακή σε ένταση, που τραγούδια όπως το ομώνυμο ιδιαιτέρως ξεσηκωτικά. Ξαναβάζω να ακούσω 7 χρόνια μετά το δίσκο και δεν έχει χάσει τίποτα από τη μαγεία του. Και όσο αν το “Child Ballads” ήταν ενδιαφέρουσα σπουδή πάνω σε παλιές μπαλάντες και το “Xoa” να έδωσε μια μικρή γεύση καινούριου υλικού, αλλά ακόμα περιμένω να βγάλει επιτέλους νέο δίσκο.

Τα #7

•14 Δεκεμβρίου, 2019 • 1 σχόλιο

40iBt

Big Thief – “U.F.O.F.”

Υπάρχουν δίσκοι τους οποίους ερωτεύεσαι με τον καιρό και την επανάληψη και υπάρχουν δίσκοι που από την πρώτη φορά ξέρεις ότι είναι κάτι ξεχωριστό. Να πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι αν είχα ακούσει κάτι από τους Big Thief πριν την άνοιξη και το “U.F.O.F.”, αλλά αυτός εδώ είναι ένας δίσκος που με έκανε να παραμιλάω (ή έστω να παρασκέφτομαι) από την πρώτη ακρόαση. Η φύση των Big Thief φαίνεται να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο rock και στο folk. Στο “U.F.O.F” ίσως λόγω της διάθεσης της Adrianne Lenker, είναι το δεύτερο που φαίνεται να παίρνει τα ηνία, αν και υπάρχουν αρκετές στιγμές ηλεκτρισμού και ξεσπασμάτων, οι οποίες όμως λειτουργούν, κατά κύριο λόγο, συμπληρωματικά. Τον δίσκο γενικά τον χαρακτηρίζει ένας συγκρατημένος λυρισμός, λίγο αφηρημένος, αλλά σε καμιά περίπτωση απόμακρος. Είναι από τα μεγάλα του προτερήματα το πόσο κοντά σου τον νιώθεις, ακόμα και όταν οι στίχοι του γίνονται αρκούντως αφηρημένοι. Αυτό νομίζω ότι οφείλεται εξίσου στην ερμηνεία της Lenker, στις μελωδίες της κιθάρας του Buck Meek, όσο και στον αφάνταστα νωχελική ρυθμικότητα των Oleartchik/Krivchenia. Εδώ έχουμε ένα album που δεν βιάζεται, ξέρει ότι χρειάζεται το χρόνο του αλλά δεν γίνεται και ποτέ στρυφνό. Ο δεύτερος δίσκος που έβγαλαν φέτος οι Big Thief μπορεί να μην είχε το ίδιο αποτέλεσμα, αλλά αξίζει σίγουρα να ακουστεί και περιέχει ένα από τα πιο ωραία τους κομμάτια (το “Not”).

 

91cjAtu-KML._SS500_

Loyle Carner – “Yesterday’s Gone” (2017)

Το “Yesterday’s Gone” είναι ο πρώτος δίσκος μετά από δεν-θυμαμαι-και-γω-πόσα χρόνια που έμαθα επειδή άκουσα κομμάτι του στο ελληνικό ραδιόφωνο. Συγκεκριμένα ήταν το “Isle Of Arran” στους Laternative σε κάποια (βαρετή κατά τ’ άλλα) διαδρομή προς τη δουλειά. Το ντεμπούτο του Carner δεν προδίδει την ηλικία του. Μουσικά κοιτάει αρκετά προς το old school, με μπόλικες soul, funk, gospel με τα samples του και δεν έχει σχεδόν καθόλου ηλεκτρονικά στοιχεία. Οι στίχοι του επίσης είναι αναπάντεχα (χωρίς ενοχές) συναισθηματικοί και καταπιάνονται με μια πολύ σπάνια για το hip hop προσέγγιση στα θέματά τους. Αφήστε που πρέπει να είναι ο δίσκος με τα λιγότερα καντήλια στην ιστορία του hip hop. Ακόμα και όταν χαλαρώνει και φωνάζει λίγο περισσότερο, παραμένει ιδιαιτέρως μειλίχιος. Σε καμιά περίπτωση ο δίσκος δεν γίνεται νερόβραστος βέβαια, ίσα ίσα που αυτή η έμφυτη πραότητα του είναι το πιο γοητευτικό του στοιχείο. Ο ίδιος ο Carner δε διαθέτει μια εγγενή μελωδικότητα στην ομιλία του που τον διαχωρίζουν από τους περισσότερους του χώρου.  Μαζί με τους Kojey Radical και Dave (και μπόλικους άλλους λιγότερο γνωστούς) που έχουν αναφερθεί και νωρίτερα εδώ, από τις καλύτερες φουρνιές ενός μουσικού είδους.