Ambrose Akinmusire, Origami Harvest, #08

•Δεκέμβριος 13, 2018 • Σχολιάστε

01

Το προ τεσσάρων χρόνων «The Imagined Savior Is Far Easier To Paint» ήταν μεγάλος δίσκος, μεγάλος για τα δεδομένα περισσοτέρων του ενός μουσικών ειδών. Το «Origami Harvest» εκτοξεύεται ακόμα πιο ψηλά («we are the universe» λέει εξάλλου ο Kool A.D. στο «A blooming bloodfruit in a hoodie»). O συνδυασμός jazz και hip-hop έχει βγάλει αριστουργήματα (θα ξαναθυμηθώ το «Knives From Heaven» του Matthew Shipp με τους Antipop Consortium π.χ.) και εδώ ο αμερικάνος τρομπετίστας καταφέρνει να κάνει κάτι ακόμα πιο δύσκολο. Συνδυάζει την jazz του με το hip-hop και την μουσική δωματίου προσθέτοντας τα έγχορδα των Mivos Quartet στη συνταγή (και μάλιστα δίνοντάς τους σε αρκετά σημεία), ενώ την παλέτα συμπληρώνουν οι Sam Harris στο πιάνο και Marcus Gilmore στα drums (με τον τελευταίο να δημιουργεί μια ευφάνταστη εισαγωγή στο «Miracle and Streetfight»).

Και μόνο το γεγονός ότι ο Akimunsire κατάφερε να συνδυάσει τόσα (τουλάχιστον φαινομενικά) ετερόκλητα στοιχεία λέει πολλά για τις ικανότητες και το όραμά του. (Ελαφρώς) αναμενόμενα ο δίσκος διακατέχεται από την κοινωνικοπολιτική φόρτιση των τελευταίων χρόνων, χωρίς όμως να εκφράζει επιθετικότητα, αλλά περισσότερο μια σκεπτικά θυμωμένο προβληματισμό («an almost resigned defiance» έγραψε πολύ ταιριαστά ο Jon Turney στο London Jazz News). O δίσκος πηγαίνει από αφαιρετικά free jazz σημεία σε ορχηστρικές μελωδίες με περισσή ακροβατική άνεση και ο Kool A.D. παραμονεύει για να εκφράσει τις ιδέες που είχε ανάγκη να εκφράσει ο δίσκος (στην τριλογία που ανοίγει το δίσκο). Και αν το «Particle/Spectra» είναι το πιο «κλασσικό» jazz κομμάτι του, οποιαδήποτε αμφιβολία για το τι θέλει να πει το «Origami Harvest» εξανεμίζεται στο «Free, White and 21» και στον κατάλογο των νεκρών του. Χωρίς να θέλω να συγκρίνω απαραίτητα την γραφή, θα πω ότι μου έφερε λίγο στο μυαλό το «The Weary Blues», το album του Langston Hughes με τον Charles Mingus.

Δεδομένου ότι ο Akimunsire συμπεριλαμβάνεται σε μια γενιά jazz μουσικών όπως ο Kamasi Washington ή ο Thundercat, μου κάνει λίγο εντύπωση που δεν μνημονεύεται τόσο συχνα όσο αυτοί. Και αν ο Καμασης θα βρεθεί σε πάμπολλες λίστες (και φέτος) με το «Heaven And Earth (όχι αδίκως), εγώ θα πω ότι το «Origami Harvest» μίλησε πολύ περισσότερο στην καρδούλα μου και θεωρώ ότι έχει κάπως περισσότερα πράγματα να μας πει γενικά. Μουσικά και λεκτικά.

Aaron Martin, Touch Dissolves, #09

•Δεκέμβριος 12, 2018 • Σχολιάστε

a2468269419_16

H ΙΙΚΚΙ είναι ένα πολύ ενδιαφέρον project/εταιρεία. Η κυκλοφορίες της έχουν πάντα δυο μέρη, ένα εικαστικό και ένα μουσικό, καθώς όπως λένε οι ίδιοι πρόκειται για διαλόγους μεταξύ δυο καλλιτεχνών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αμερικάνος τσελίστας Aaron Martin βρίσκεται απέναντι στον τούρκο φωτογράφο Yusuf Sevincli, με ένα δίσκο απέναντι σε ένα album φωτογραφιών. Αλλά μια που εδώ λέμε για μουσική, θα μιλήσω μόνο για το κομμάτι του Martin. O Martin ανήκει (στο μυαλό μου τουλάχιστον) σε αυτή την γενιά ambient/νεοκλασσικών μουσικών που έχουν κάνει πάταγο στις μικροανεξάρτητες εταιρείες και σκηνές. Φυσικά και έχει συνεργαστεί με πολλούς της παρέας (το Christoph Berg, τον Dag Rosenqvist στους From The Mouth Of The Sun κλπ.), εχει καταφέρει σε 12 χρόνια να βγάλει καμια 15αριά album και μπόλικα ep, ενώ φέτος έχει βγάλει ένα ακόμα δίσκο στην Preserved Sound, που μόλις συνειδητοποίησα ότι δεν έχω ακούσει και άρα μάλλον δεν θα συμπεριληφθεί σε τούτη τη λίστα.

Στο «Touch Dissolves» ο Martin ξεδιπλώνει το ταλέντο του τόσο ως μουσικός, όσο και ως παραγωγός/ενορχηστρωτής, καθότι η απλότητα που χαρακτηρίζει τη μουσική του θέλει τρομερή μαεστρία για να την κάνεις πλούσια, αλλά διακριτική. Το τσέλο του φυσικά βρίσκεται στην καρδιά των περισσότερων συνθέσεων, αλλά το συνοδεύουν, άλλοτε από το βάθος, άλλοτε σχεδόν καλύπτοντάς το, τόσο άλλα κλασσικά όργανα όσο και διάφοροι ηλεκτρονικοί ήχοι. Από τις συνεχείς νότες του «A child’s arms are moonlight», στο κρεσέντο του «The space above overflowing», στη γλυκύτητα του «Water reads what fingers have written», στην ορχηστρικότητα του “Falling From The Feet Of Sunlit Bodies”, στην κιθάρα του “To Stems Unclasped The Petals Cling” (με ένα σημείο που θυμίζει την πολύ ηρεμία των GY!BE), στις αντηχήσεις του “Guarded Eyes Make Curtains Blossom” και, τέλος, στο αναπτερωτικό organ drone του «A Hand That Teaches, A Branch That Sings», ο δίσκος είναι σαφώς soundtrack-ικός, αλλά από την άλλη αυτό είναι κάτι που μπορεί να ειπωθεί σχεδόν για κάθε ambient κυκλοφορία (εδώ που τα λέμε η ίδια η ταμπέλα το εμπεριέχει).

Η αλήθεια είναι ότι το «Touch Dissolves» δεν θα σου κάνει την ίδια καλή παρέα όλες τις ώρες. Έχοντας δοκιμάσει να το ακούσω συνέχεια τις τελευταίες ημέρες, είναι εμφανές ότι αν δεν είσαι αφοσιωμένος και με αρκούντως σκεπτική διάθεση, θα σου ξεγλυστράει πολύ συχνά και πολύ εύκολα. Αν όμως επικεντρωθείς στις λεπτομέρειες, θα ξεδιπλώσει όλη την ομορφιά του, και αυτή είναι πολλή. Εξίσου σκιώδες με τις φωτογραφίες του Sevincli και σταθερά καθηλωτικό όπως σχεδόν όλες οι δουλειές του Martin.

The Necks, Body, #10

•Δεκέμβριος 11, 2018 • Σχολιάστε

a3079202239_10

Οι Necks είναι μεγάλοι. Οι Necks ορίζουν το power trio έστω και αν συνήθως ψιθυρίζουν. Οι Necks έχουν κυκλοφορήσει τόσα album που δυσκολεύομαι να πω ότι κατέχω σε βάθος τον κατάλογό τους. Οι Necks έχουν περίεργη σχέση με τη jazz, σχεδόν παίζοντας κρυφτό μαζί της και αποφεύγοντας επιδέξια να ξεκαθαρίσουν αν την υπηρετούν ή όχι. Οι Necks αγαπούν την επανάληψη. Οι περισσότεροι δίσκοι τους είναι δομημένοι γύρω από αυτή. Οι Necks αγαπούν την ροή. Δεν υπάρχουν διακοπές στους δίσκους τους, μόνο πρόοδος προς την κατάληξη. Οι Necks επίσης αγαπούν την ησυχία. Στις περισσότερες των κυκλοφοριών τους, έβρισκαν ένα θέμα και το εξέλισσαν στη διάρκεια του δίσκου με πολύ, πολύ μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες πινελιές διαφοροποίησης. Ή μάλλον αγαπούσαν την ησυχία. Στο «Body» αποφασίζουν για κάποιο λόγο να ξεσαλώσουν. Το εντυπωσιακό είναι ότι το κάνουν αδιανόητα καλά.

To «Body» νοητά μπορεί να χωριστεί σε τρία μέρη. Το πρώτο και το τρίτο είναι κοντά σε αυτό που μας έχουν συνηθίσει οι Necks, ντελικάτο, μινιμαλιστικό, κυκλικό και διακριτικό. Το μεσαίο μέρος είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Χτίζει σταδιακά μια ένταση και οδηγείται σε ένα ξέσπασμα που καταφέρουν να κρατήσουν για μια ξεσηκωτική χρονική διάρκεια. Για 15 περίπου λεπτά οι Necks μεταμορφώνονται σε μια σχεδόν (post) rock μπαντα και μάλιστα πρώτης διαλογής. Πιάνο, μπάσο, ντραμς και η κιθάρα του Buck φωνάζουν και ξαναφωνάζουν και ξαναφωνάζουν σε μια κορύφωση που οδηγεί το δίσκο σε άλλο επίπεδο. Οι Necks πάντα έβγαζαν τρομερά ποιοτικούς δίσκους, αλλά η φύση του στύλ τους σε έκανε να ξέρεις λίγο πολύ τι να περιμένεις, έστω και αν αφιέρωνες κάθε φορά άπειρες ακροάσεις για να ανακαλύψεις όλα εκείνα τα δομικά μικροστοιχεία που σχημάτιζαν το σύνολο. Το «Body» ανατρέπει αρκετά τα δεδομένα και ακούγεται ταιριαστά απειλητικό ως soundtrack μιας χρονιάς που δεν άλλαξε τη διαδοχή κακών και ανάποδων χρονιών. Από μια μερια το λες και ελαφρώς ανησυχητικό ότι μέχρι και οι Necks αποφάσισαν να ξεσπάσουν. Το «The Body» πλέον συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στις πιο φωτεινές στιγμές τους και πλέον με έχει κατακλύσει ανυπομονησία για το επόμενο βήμα.

Emma Ruth Rundle, On Dark Horses, #11

•Δεκέμβριος 10, 2018 • Σχολιάστε

a4234956256_10

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που κατάφερε να δει την Rundle πέρισυ ως support στους Woven Hand, έστω και αν δεν ήταν στην καλύτερη μέρα της (κάτι ο τραυματισμός, κάτι το ότι δεν είχε μπάντα από πίσω). Πρέπει να είμαι από τους λίγους που δεν έμαθε την Rundle από τους Red Sparowes, καθότι στο τρίτο αλμπουμ τους είχα πάψει πια να τους παρακολουθώ μετά το ψιλοβαρετό δεύτερο, αλλά, αν δεν κάνω λάθος, μια πρόταση φίλου με οδήγησε στο «Some Heavy Ocean» το 2014, στο οποίο με εντυπωσίασε τρομερά και η εξυπνότατη χρήση της κιθάρας από την Rundle και οι δυναμικές του δίσκου και η γενικότερη minimal συνθετική προσέγγιση. Ήταν από εκείνα τα ευχάριστα δύσκολα να περιγραφούν album, στα οποία ακούς τις post rock επιρροές χωρίς να είναι σε καμιά περίπτωση post rock. To προπέρσινο «Marked For Death» ήταν ακόμα καλύτερο, πιο έντονο, πιο μαύρο, πιο γενικά.

Πιστεύω ότι πρέπει να ναι αρκετά αγχωτική η διαδικασία δημιουργίας του διαδόχου ενός τόσο καλού δίσκου, αλλά από την άλλη πιστευω ότι η Rundle δεν στερείται ταλέντου για να τα φέρει σε πέρας. Και η αλήθεια είναι ότι τα έφερε. Το «On Dark Horses» είναι σαφώς διαφορετικό του προηγούμενου, μου ακούγεται σαφώς πιο ξεσηκωτικό, έστω και αν δεν το λες χαρούμενο σε καμιά περίπτωση. Επίσης μου δίνεται η εντύπωση ότι η Rundle άφησε λίγο κατά μέρος την δημιουργία κομματιών βασισμένων σε ένα κιθαριστικό μέρος και έγραψε περισσότερο τραγούδια. Ίσως σε αυτό συνέβαλε και η συμμετοχή του Patterson (αυτού των Jaye Jayle που βρήκαμε νωρίτερα) που ανέλαβε (για πρώτη φορά) μέρος των κιθαριστικών σημείων και μάλλον οδήγησε την Rundle να δώσει μεγαλύτερο βάρος στην τραγουδιστική της ερμηνεία. Κατά μια έννοια αυτός είναι μάλλον ο pop δίσκος της, και γι’ αυτό το λόγο είναι ίσως αυτός που θα της δώσει μια ώθηση να γίνει πιο γνωστή και παραέξω από το (μετα)post rock συνάφι.

Η Rundle γνωρίζαμε ότι ήταν μεγάλη κιθαρίστρια και ότι είχε γοητευτικότατη φωνή, εδώ αποδεικνύει ότι είναι και μεγάλη ερμηνεύτρια. Ευελπιστώ κάποια στιγμή στην επιστροφή της με κανονικό συγκρότημα για συναυλία ώστε να μην μείνουμε παραπονεμένοι. Και κάπως έτσι, τέλειωσε και η πρώτη δεκάδα της λίστας.

The End, Svårmod Och Vemod Är Värdesinnen, #12

•Δεκέμβριος 9, 2018 • Σχολιάστε

a4255396134_10

Όταν το καλοκαίρι άρχισαν να εμφανίζονται μπροστά μου οι δημοσιεύσεις για το δίσκο των The End, το μυαλό μου πήγε στους Καναδούς της Relapse, λέω που εμφανίστηκαν πάλι αυτοί και δεν ασχολήθηκα άμεσα. Μετά από λίγο καιρό, είδα περισσότερες αναφορές, σκανδιναβικό τίτλο, μπήκα να δω τι είναι, πρώτο όνομα Mats Gustafsson, δεύτερο όνομα Kjetil Møster, τρίτο όνομα Sofia Jernberg, παύση, συγκίνηση, βρήκαμε δίσκο να αγαπήσουμε. Την Jernberg την έμαθα (όπως οι περισσότεροι φαντάζομαι) με τους Fire! Orchestra (του Gustafsson επίσης για όσους δεν έτυχε να τους έχουν συναντήσει), την αγάπησα και άρχισα να ψάχνω που αλλού έχει συμμετάσχει (όχι σε πολλά πράγματα όπως αποδείχτηκε, δυστυχώς). Το project συμπληρώνεται από τους Anders Hanna και Greg Saunier (των Deerhoof σε μια παρουσία ελαφρώς έκπληξη), αλλά θα ομολογήσω ότι όντας σε δίλημμα αν θα συμπεριλάβω στη λίστα αυτό ή το «The Hands» των Fire!, ο λόγος που η πλάστιγγα έκλινε προς τους The End ήταν η παρουσία της Jernberg.

O Gustafsson γενικά δεν φημίζεται για την πολύ ευγενική προσέγγιση προς τη μουσική, κάτι που ισχύει σε μεγάλο βαθμό και στο «Svårmod…». Møster και Gustafsson δίνουν μεγάλη ένταση και μπόλικη επιθετικότητα στους ημι-αυτοσχεδιασμούς των σαξοφώνων τους (δεν είναι πολύ περίεργο ότι τα ελάχιστα ήρεμα σημεία του δίσκου κυριαρχούνται μόνο από τους ψιθύρους της Jernberg και την απλωμένα διακριτική παρουσία του Saunier), ενώ η βαρύτονη κιθάρα του Hanna αναπληρώνει την (παράδοξη) απουσία του μπάσου σε jazz σχήμα. Βέβαια για κάποιο λόγο η παρουσία του είναι πιο διακριτική από των υπόλοιπων, με την εξαίρεση του (σχεδόν rock) «Vemod» που βγαίνει μπροστά. Αν ήθελε κάποιος να σχηματοποίηση τους ρόλους του συγκροτήματος, η κορυφή θα ταν σίγουρα η ερμηνεία της Jernber, με τους δυο σαξοφωνίστες πίσω της να αυτοσχεδιάζουν αρκούντως φωνακλάδικα και το ιδιόμορφο rhythm-section να διαμορφώνει τη βάση του οικοδομήματος. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα κομμάτι ως αυτό που περιγράφη καλύτερα τη φύση των The End, αυτό λογικά θα ήταν το «Don’t Wait» (ίσως και ό,τι πιο κοντινό σε μια απογυμνωμένη εκδοχή των Fire! Orchestra), που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα στοιχεία που ξεδιπλώνουν την (αυτοσχεδιαστική) ομορφιά τους.

Η free jazz στις μυριάδες ενσαρκώσεις της είναι, στην καλύτερη, περίεργη περίπτωση. Αναλόγως τον καλλιτέχνη, αλλά, πιστεύω ακράδαντα, και την νοητική διάθεση του ακροατή την ώρα της ακρόασης, μπορεί να αντιμετωπισθεί από επαναστατικά υπερβατική μέχρι ανούσια ακατανόητη, με πολλά ενδιάμεσα επίπεδα. Είναι λεπτές οι ισορροπίες ανάμεσα στους αυτοσχεδιαστικούς διαλόγους μεταξύ των μουσικών και στο βαράμε στο γάμο του avant-garde καραγκιόζη. Εξάλλου λίγες παγίδες είναι τόσο ύπουλες όσο η έννοια του εξπεριμενταλαβανγκαρντ. Ο Gustafsson έχει ένα ξεχωριστά προσωπικό στυλ που παραμένει ευδιάκριτο σε όλες τις δουλειές του και η σφραγίδα του κυριαρχεί και στο «Svårmod…», δίσκος που  η ποιότητά του μοιάζει ακόμα πιο εντυπωσιακή, αν λάβουμε υπόψη μας ότι ηχρογραφήθηκε μετά από μόλις 3 συναυλίες που συνυπήρξαν οι πέντε μουσική μαζί. Μένει να δούμε αν το project είναι για μια φορά ή θα χει και συνέχεια. Ελπίζω να μην παραγκωνίσει τους Fire! Orchestra βέβαια.

Thus Owls, The Mountain That We Live Upon, #13

•Δεκέμβριος 8, 2018 • Σχολιάστε

a4210535320_10

Είναι πολύ ωραίο πράγμα τα ντουέτα, έστω και αν δεν είναι ακριβώς ντουέτα. Εχουν μια ιδιαίτερη δυναμική (πάρτε τους Wye Oak π.χ.). Οι Σουηδο-Καναδοί Thus Owls είναι κατά κύριο λόγο ντουέτο (και ζεύγος), αλλά κάποιον έπρεπε να βρουν να παίζει και τα drums. Πιο συχνά από οτιδήποτε άλλο θα δείτε το χαρακτηρισμό indie rock, ο οποίος είναι τραγικά περιοριστικός για να περιγράψει την μουσική τους (και πιθανότατα τη μουσική οποιωνδήποτε άλλων) και μπορεί να πετύχετε και καμιά αναφορά στους Portishead (όχι ιδιαίτερα θα πω εγώ, αν και η ερμηνεία της Angell, όχι όμως η χροιά μπορεί να φέρει λίγο προς Beth). Η αλήθεια είναι ότι είναι σχετικά δύσκολο να περιγράψεις τη μουσική των Thus Owls, όχι γιατί παίζουν κάτι πειραματικά εξεζητημένο, αλλά γιατί οι επιρροές και οι τάσεις τους εναλλάσονται παιρνόντας φευγαλέα κατά τη διάρκεια των τραγουδιών. Εμένα σε φάσεις μου θυμίζουν π.χ. τις πιο ατμοσφαιρικές στιγμές της Kate Bush των παλιών καλών και αγαπησιάρικων σκύλων. Μετά περνάνε κάτι κυματάκια late 60s ψυχεδέλειας, έρχονται κάτι πνοές σαξοφώνου που γλυκοκοιτάζουν την Βόρεια Ευρώπη, εξερευνήσεις pop ευαισθησιών στις μελωδίες και στις δομές, αντηχήσεις από το «Out Of Season» στο πρώτο μισό του «Solar Eclipse», shoegaze-ικές κιθάρες και ορχηστρικά μπολιάσματα.

Σε όλη αυτή την μικροβιοποικιλότητα βοηθάει τρομερά και το ήμασταν δυο, ήμασταν τρεις, γίναμε γύρω στους εννιά νοματαίοι που συμμετέχουν στη δημιουργία του album. Όσο και αν φαίνεται λεπτομέρεια, θεωρώ ότι προσφέρει μεγάλη ελευθερία στον μουσικό να έχει περισσότερα εργαλεία στη διάθεσή του, μετά οποία να μπορεί να δουλέψει πιο λεπτομερώς το έργο του. Έτσι το άνοιγμα της βεντάλιας από το σχεδόν ξεκάθαρα rock του «Devils In The Dark» μέχρι το ηλεκτρονικοκάτι «My Blood» και το μαυροφορεμένα pop «Α Shade of Green» είναι γοητευτικότατα μεγάλο. Όχι ότι είναι κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτή τη λίστα, αλλά αν αγαπάμε την διεξοδική εσωστρέφεια στη μουσική, το «The Mountain That We Live Upon» είναι από τις πολύ ωραίες παρέες.

Dakota Suite/Dag Rosenqvist/Emanuele Errante, What Matters Most, #14

•Δεκέμβριος 7, 2018 • Σχολιάστε

a1048901160_10

Κοίτα να δεις που αργήσαμε να φτάσουμε στο πρώτο νεοκλασσικό-ambient-ο-περίεργο της λίστας τούτης, πράγμα που είναι αρκετά μεγάλη έκπληξη και για μένα τον ίδιο. Επίσης μετά από ένα δυνατό σερί, ξαναβρήκαμε δίσκο που πέρασε τα 40 λεπτά σε διάρκεια (έστω οριακά). Επειδή δεν νομίζω ξαφνικά να αποφάσισαν οι μουσικοί του κόσμου τούτου να βγάζουν συντομότερους δίσκους, είναι σχετικά ασφαλές το συμπέρασμα ότι σε μένα φαίνονται πιο ελκυστικοί οι πιο συμπαγείς. Τέλος πάντων, δεν έχει και τόση σημασία η διάρκεια όσο η ποιότητα (ναι, ξερω πως ακούγεται).

Οι Dakota Suite είναι λίγο ιδιόμορφη μπάντα (ή τουλάχιστον έτσι νομίζω εγώ). Είναι τόσο αθόρυβοι που είναι τρομερά εύκολο να χάσεις κυκλοφορίες τους (και είναι πολλές οι κυκλοφορίες τους) και παρά το γεγονός ότι βγάζουν συστηματικά εξαιρετικούς δίσκους, εγώ βρίσκω δύσκολο το να τους παρακολουθήσω. Επίσης είναι λίγο ιδιόμορφη η μουσική τους καθώς μπλέκουν και ακουστικα τροβαδουρίστικα σημεία και μπόλικη ambient και λίγη jazz και αρκετά μέρη αυτού που ονομάζεται modern classical, με μόνο κοινό παρονομαστή ότι έχουν μια τάση να σου μαυρίζουν την ψυχούλα. Επίσης αγαπούν πολύ τις συνεργασίες από ότι φαίνεται καθώς έχουν βγάλει μέχρι στιγμή μπόλικους συνεργατικούς δίσκους και μάλιστα με ποικιλία συντρόφων (από τον David Darling που θα αναγνωρίσουν οι λάτρεις της ECM, του Γιαπωνέζους Vampilia, τον Quentin Sirjacq κλπ). Με τον ιταλό Emanuele Errante έχουν ξανασυνεργαστεί στο επίσης πολύ ωραίο «The North Green Down», ενώ ο Dag Rosenqvist τους συναντά πρώτη φορά. Πέραν αυτών, στα credits του «What Matters Most» βρίσκουμε πάλι των προαναφερθέντα Sirjacq, τον Machinefabriek και διάφορους άλλους ακόμα. Γενικά όπως καταλαβαίνει εύκολα κανείς, αυτός ο δίσκος περιέχει περισσότερες περγαμηνές και από σπηλιά στη Νεκρά Θάλασσα.

Οι τρεις βασικοί βέβαια έχουν ως κοινό παρονομαστή το ambient κυρίως, άλλος πιο θορυβωδώς (o Rosenqvist ειδικά ως Jasper TX), άλλος πιο μινιμαλιστικά (o Errante) και άλλος πιο τραγουδιστικώς μελωδικά (οι DS).  Στα 41 λεπτά του δίσκου, θα αναμιχθούν και θα περάσουν όλα από μπροστά μας, έστω κινούμενα με μια αργή μελαγχολία. Θα υπάρξουν και τα τραγούδια («Falling Apart in Stages»), οι μισόκλειστες ματιές προς τη jazz («De Ziekte Van Emile»), οι αναμνήσεις μεταδόσεων μαύρων ήλιων («Now I Am Lost»), οι ambient ηρεμίες («Broken Things Are The Glue Of This World») και μάλλον και άλλα που θα ανακαλυφθούν εν καιρώ. Φυσικά όλα αυτά μεταδίδονται με μια έμφυτη τάση αισιοδοξίας για το μέλλον και την κατάσταση του κόσμου για να καταλήξουν σε ένα συμπέρασμα από εκείνα που θα χρησιμεύουν για όλη τη ζωή («Someday this pain will be useful to you»).

Ακούστε το «What Matters Most», ξεθάψτε τα παλιά Dakota Suite αν έχετε, ανακαλύψτε για πρώτη φορά αν δεν έχετε, μελαγχολήστε γλυκά ή και όχι τόσο γλυκά αν θέλετε, το 2018 τελειώνει, το 2019 μάλλον θα ναι χειρότερο, όλα καλά παιδιά.