Τα #11

•10 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a2373715219_16

Mourning [A] BLKstar – “Reckoning”

Οι κολλεκτίβες σχεδόν κάθε είδους πάντα είχαν κρατημένη μια ξεχωριστή θέση στην καρδούλα μας. Οι εκ Cleveland ορμώμενοι Mourning [A] BLKstar ήρθαν φέτος να προστεθούν και αυτοί σε τούτη την κατηγορία αγαπημένων μουσικών. Αν και δεν είμαι μεγάλος φαν της νεότερη soul/funk, τούτοι εδώ έχουν φτιάξει ένα υπέροχο για τα αυτιά μου μίγμα. Πιθανολογώ ότι βοηθάει σε αυτό και η σοβαρότητα των θεμάτων που τους απασχολούν, αλλά το “Reckoning” (όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του) είναι ένας αρκετά οργισμένος δίσκος. Η οργή όμως δεν έρχεται μέσω τρομερής έντασης, αλλά μέσω μιας σκεπτικής σοβαρότητας. Παρά τα άσχημα που βλέπουν και ζουν στην καθημερινότητά τους, ο δίσκος διακατέχεται από μια πρωτόγνωρη ηχητική ζεστασιά (που αναδεικνύεται και από την εξαιρετική παραγωγή), μάλλον γιατί δεν υπάρχει πουθενά το αίσθημα της παράδοσης. Στην εκφραστικότητα της μουσικής τους μεγάλο ρόλο παίζουν και οι φανταστικές φωνές των τριών τραγουδιστών/τραγουδιστριών τους, που βγαίνουν μέσα από κλασσική soul παράδοση, ακόμα και αν η μουσική περιέχει αρκετά πιο σύγχρονα στοιχεία. Το “Reckoning” είναι από τους δίσκους που (μουσικά και θεματικά) αξίζουν να συγκαταλέγονται στους μεγάλους, αμερικάνικους δίσκους.

 

original

Susanna/Jenny Hval – “Meshes Of Voice” (2014)

Τόσο η Susanna Wallumrød, όσο και η Jenny Hval είναι από τις σημαντικότερες μορφές της δεκαετίας που τελειώνει. Ξεκινάνε από αρκετά διαφορετικά μουσικά σημεία, η Susanna πιο μινιμαλιστικά μελωδική, η Jenny πιο δυναμικά πειραματική, αλλά μάλλον αυτές οι αντιθέσεις τους, έκαναν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα τη συνεργασία και το “Meshes Of Voice” να είναι ίσως η καλύτερη στιγμή στην καριέρα και των δυο τους. Σε αντίθεση με άλλους δίσκους ανάλογων συνεργασιών, όπου η κοινή μουσική είναι αρκετά ομοιόμορφη, στο “Meshes Of Voice” είναι ξεκάθαροι οι χαρακτήρες και των δυο μουσικών. Άλλοτε παίρνει η ηνία η μια, άλλοτε η άλλη και άλλοτε τα δυο στυλ σχεδόν συγκρούονται στη μέση ενός κομματιού. Αν αυτό ακούγεται χαοτικό και χωρίς νόημα, με κάποιο ανεξήγητο τρόπο, έχουν καταφέρει όχι μόνο να μπορούν να αλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους, αλλά και να γράψουν ένα δίσκο ο οποίος ακούγεται ως ένα ενιαίο σύνολο μονομιάς. Ακούς την εκφραστικότητα της Susanna, τον παιχνιδιάρικο θόρυβο της Hval και τελικά ακούς κάτι καινούριο και μοναδικό και μάλλον αυτό είναι και το μεγαλύτερο στοίχημα που κερδίζει ο δίσκος. Τα επαναλαμβάνουμε συχνά πυκνά, στη Νορβηγία ρίχνουν μουσική στο φαγητό των ανθρώπων.

Τα #12

•9 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a2900791121_10

Amirtha Kidambi & The Elder Ones – “From Untruth”

Δεύτερη χρονιά με παρουσία της Amirtha Kidambi στη λίστα, μετά την περσινή συμμετοχή της στο “Code Girl” της Mary Halvorson, όπου την έμαθαν και οι περισσότεροι υποθέτω. Εδώ πλέον έρχεται με τον δεύτερο δίσκο της δικιάς της μπάντας, των Elder Ones σε ακόμα πιο free form κατευθύνσεις. Έχω την εντύπωση, χωρίς να είμαι μεγάλος γνώστης της σκηνής, ότι η free jazz τα τελευταία χρόνια περνάει μια νέα χρυσή εποχή, κυρίως γιατί πολλοί νέοι μουσικοί την έχουν μπολιάσει με διάφορα (όχι πάντα αναμενόμενα) στοιχεία και το δέντρο έχει πετάξει πάμπολλα νέα κλαδιά. Στο “Untruth” προφανώς πρώτο λόγο έχει η εντυπωσιακή φωνή (σε εύρος, δεξιοτεχνία και ένταση) της Kidambi, είτε τραγουδώντας, είτε αυτοσχεδιάζοντας. Οι υπόλοιποι τρεις του γκρουπ (σαξόφωνο, μπάσο, ντραμς) ακολουθούν στις περιπέτειες με περισσή όρεξη και ικανότητα. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνω στα drums του Maxx Jaffe γιατί αλλάζει τρομερά άνετα από αργά σημεία σε αυτοσχεδιαστικά ξεσπάσματα, κρατώντας αριστοτεχνικά όλο το υπόλοιπο γκρουπ σε μια σταθερή πορεία με τους ρυθμούς του. Ένα από τα πολύ θετικά σημεία όλου αυτού του νέου ρεύματος στην jazz είναι ότι οι μπάντες, τουλάχιστον στα αυτιά μου, καταφέρνουν να είναι περιπετειώδεις, χωρίς να είναι εντελώς απρόσιτες όπως μεγάλο μέρος του λεγόμενου “avant-garde” (βάλτε όσα εισαγωγικά θέλετε). Να βρούμε και ένα φεστιβάλ τώρα, να τους δούμε μαζεμένους.

 

R-4224149-1359020090-1283.jpeg

Fire! Orchestra – “Exit” (2013)

Νομίζω ότι ακόμα και για όσους γνώριζαν τους Fire!, η εμφάνιση των Fire! Orchestra, του 28-μελούς group που δημιούργησαν οι Gustafsson/Berthling/Werliin ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Ένα τεράστιο σχήμα που καταφέρνει σχεδόν ταυτόχρονα να αυτοσχεδιάζει, να groove-άρει και να δημιουργεί ένα σύνολο μέσα από ένα φαινομενικό χάος, είναι κάτι που θέλει μπόλικο ταλέντο. Θα ακούσει κανείς εδώ κυρίως free jazz, αλλά και αρκετό kraut/progressive rock, ελαφρώς μαξιμαλιστικό αλλά καθόλου πομπώδες με δυο εκπληκτικές τραγουδίστριες (τη Mariam Wallentin και την Sofia Jernberg) μπροστά από την ορχήστρα να τραγουδούν/απαγγέλουν/φωνάζουν τους στίχους του Arnold De Boer των Ex. 28 νοματαίοι περικλείουν μεγάλα ποσά ενέργειες που άλλοτε φαίνεται να τη συγκρατούν με δυσκολία και άλλοτε την εκλύουν με απογειωτικά αποτελέσματα. Έχοντας δει και μπόλικα βίντεο από live εμφανίσεις τους, το αποτέλεσμα μοιάζει με μια ατελείωτη έκρηξη μουσικής (πλέον είναι σίγουρα μέσα στο top 5 συγκροτημάτων που θα ήθελα να δω live). Και αν οι περισσότεροι αναφέρουν ως επιρροές τον Ornette Coleman και την Carla Bley (και έχουν απόλυτο δίκιο εδώ που τα λέμε), αλλά στα αυτιά μου, το “Exit” ακούγεται σχεδόν εξίσου ως ένα rock έργο. Και χωρίς πρόθεση ταιριαστό με το άλλο 12.

Τα #13

•8 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

telefon_dreams

Telefon Tel Aviv – “Dreams Are Not Enough”

Όσο προχωρούν και οι δυο φετινές λίστες, τόσο συνειδητοποιώ πόσο χάλια ήταν για πολύ κόσμο αυτή η δεκαετία και ειδικά το δεύτερο μισό της. Οι Telefon Tel Aviv είχαν εξαφανιστεί για μια δεκαετία ως μουσική οντότητα, μετά το θάνατο του ενός εκ των δυο μελών, του Charlie Cooper. Στο ενδιάμεσο, ο έτερος, o Joshua Eustis, πέρασε και διάφορα άλλα, κυκλοφόρησε κάποια διαφορετικά project σε άλλα στυλ, αλλά οι Telefon Tel Aviv μπήκαν στο συρτάρι. Στο “Dreams Are Not Enough” (γλαφυρότατος τίτλος), η πρότερη μελαγχολία τους (του, πάντα μπερδεύομαι με τον αριθμό που πρέπει να χρησιμοποιώ) συμπυκνώνεται σε μια απόλυτη μαυρίλα (ειδικά σε κομμάτια όπως το “not seeing”). Η μουσική παραμένει εκείνο το υβρίδιο μεταξύ της αρρυθμίας του glitch και της μελωδίας της (σχεδόν pop) electronica, αλλά εδώ όλα είναι πιο αργά, πιο αποδομημένα, πιο χαμηλόφωνα. Ακόμα και τα πιο ρυθμικά σημεία ακούγονται περίεργα αποστασιοποιημένα από οποιαδήποτε ξεσηκωτική διάθεση. Ακολουθώντας την ροή των τίτλων του (που σχηματίζουν ένα σύντομο ποίημα ουστιαστικά), και τα κομμάτια του ρέουν το ένα μέσα στο άλλο, δίνοντάς την αίσθηση ότι όλος ο δίσκος είναι μια ενιαία σουίτα. Όπως καταλαβαίνουμε όλοι, φέτος έχουμε μπόλικες επιλογές όταν θέλουμε να μαυρίσει η ψυχούλα μας. Ευτυχώς που το μας έρχεται τόσο αυθόρμητα αυτό.

 

Push-The-Sky-Away-1-1024x1024

Nick Cave & The Bad Seeds – “Push The Sky Away” (2013)

Είμαι ξεκάθαρα, και εντελώς απενοχοποιημένα, πολύ όψιμος ακροατής του Nick Cave. Και όσο και αν εκτιμώ τα κλασσικά του αριστουργήματα, η καρδούλα μου είναι σίγουρα χαρισμένη στην μετά “Nocturama” περίοδο (την οποία αναγνωρίζω σίγουρα ως άνιση) και, κυρίως, στους τρεις τελευταίους δίσκους. Η εύκολη (και ακριβής) σύνδεση είναι ότι όσο μεγάλωνε η επιρροή του Warren Ellis στο σχήμα, τόσο πιο κοντά σε μένα ερχόταν η μουσική. Στην τριλογία “Push The Sky Away”/”Skeleton Tree”/”Ghosteen”, ο χαρακτήρας του Ellis φαίνεται να είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής και το πρώτο εκ των τριών συνεχίζω να το θεωρώ τον καλύτερο δίσκο του. Είναι ο πρώτος δίσκος που οι Bad Seeds αγκαλιάζουν τόσο ολοκληρωτικά τον μινιμαλισμό, καταλήγοντας σε λιτές μεν, υπέροχα δουλεμένες δε συνθέσεις, με αποκορύφωμα τον κλείσιμο του album με το ομώνυμο κομμάτι (το οποίο ήταν και μια συγκλονιστική live στιγμή στην εδώ συναυλία). Το ίδιο και η ερμηνεία του Cave, καταφέρνει να είναι συναισθηματική αλλά και πολύ συγκρατημένη, ακόμα και όταν τον πιάνουν οι συνηθισμένες πνευματικές του ανησυχίες. Στα μπόνους ότι μου έμαθε και την Gwendolyn Brooks.

Τα #14

•7 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

lostwisdom

Mount Eerie/Julie Doiron – «Lost Wisdom, Pt. 2»

Δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να έχει καταφέρει να ακούσει ολόκληρο το “A Crow Looked At Me” με την πρώτη. Το “Now Only” ήταν ελάχιστα λιγότερο οδυνηρό, αλλά και τα δυο σε έκαναν σχεδόν να νιώθεις άσχημα που έχει δημιουργηθεί τέτοια μουσική εξαιτίας ενός θανάτου. Όπως φαίνεται, τον Phil τον Elverum δεν τον θέλει καθόλου η τύχη την τελευταία πενταετία, αφού η νέα, δεύτερη συνεργασία του με την Julie Doiron είναι ένα album χωρισμού, αυτή η παραδοσιακά ιστορική κατηγορία δίσκων που έχει βγάλει τεράστιες δημιουργίες. Το “Lost Wisdom” είναι τρομερά καλογραμμένος δίσκος, λιγότερο ωμός από την μαυρίλα των δυο προηγούμενων, κάπως πιο ποιητικός, πιο «μουσικός» και, αν και πάλι, έντονα δραματικός, βοηθιέται και από την παρουσία της Doiron ως ένα στήριγμα για την διάλυση που πάλι περνάει ο Elverum. H δισκογραφία του Elverum ως Mount Eerie έχει μπόλικα αριστουργήματα, αλλά τα τελευταία έχουν μια επιπλέον βαρύτητα λόγω της ψυχικής κατάστασης του δημιουργού τους. Δεν ξέρω αν η μουσική δημιουργία βοηθάει στην κάθαρση, πραγματικά το ελπίζω, γιατί του πήγε πραγματικά χάλια αυτή η περίοδος. Είναι μια ιδιαίτερη κατάσταση τα break-up τραγούδια, ακόμα και ως ακροατής αντιμετωπίζεις διαφορετικά τη μουσική σε μια τέτοια φάση της ζωής σου και ο Elverum αποδεικνύει πάλι ότι δημιουργεί κοσμήματα μέσα από αυτή τη σκοτεινιά.

 

MotorpsychoAndStaleStorlokken-DeathDefyingUnicorn_grande

Motorpsycho and Ståle Storløkken – The Death Defying Unicorn (2012)

Ήταν σίγουρο ότι η δεκαετία θα είχε Motorpsycho μέσα, έπεσε πολλή σκέψη για το ποιος δίσκος θα έμπαινε τελικά και η επιλογή ήταν αρκετά δύσκολη. Κατέληξα (με μια μικρή έκπληξη) στο “Death Defying Unicorn” γιατί δεν είναι πολλές οι φορές που κάτι τόσο μαξιμαλιστικό με έχει κερδίσει τόσο ολοκληρωτικά. Ο δίσκος είναι γιγάντιος σχεδόν από κάθε άποψη. Ξεκάθαρα από τις πιο prog δουλειές τους, μεγάλος σε διάρκεια, πλούσιες ενορχηστρώσεις, ενέργεια που ξεχειλίζει σε κάθε κομμάτι, πολλοί συμμετέχοντες και πολλαπλά στυλ να εναλλάσσονται κατά τη διάρκειά του. Δεν θα κρύψω και μια μικρή έκπληξη ως προς τη συμμετοχή του Storløkken, οι δουλειές του οποίου ως Supersilent είναι ίσως το ακριβώς αντίθετο από αυτά που συμβαίνουν στο “Death Defying Unicorn”. Η λέξη δεν μου πολυαρέσει, αλλά δεν μπορώ να βρω κάποιο επίθετο πιο ταιριαστό από το «επικός», τόσο σε σύλληψη όσο και σε εκτέλεση. Φυσικά είναι και concept ο δίσκος, αλλά αυτό μικρή σημασία έχει. Σε μια δισκογραφικά πλούσια δεκαετία για τη μπάντα, το “Death Defying Unicorn” ξεχωρίζει τόσο ποιοτικά όσο και χαρακτήρα (αν και τα “Heavy Metal Fruit” και “Still Life With The Eggplant” δεν υπολείπονται). Και για μια φορά ήμασταν αρκετά τυχεροί ώστε να τους δούμε και live. Αργήσαμε, μπορώ να πω, μέχρι να εμφανιστούν οι πρώτοι Νορβηγοί στη λίστα.

Τα #15

•6 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

korwar

Sarathy Korwar – “More Arriving”

Για διάφορους λόγους, το “More Arriving” το έχω στο μυαλό μου ως το μικρό αδερφάκι του “Holiday Destination” της Nadine Shah. Αν και μουσικά δεν υπάρχει καμιά σύνδεση, μπορούν να γίνουν αναλογίες τόσο για το στιχουργικό περιεχόμενό τους, όσο και για το background των δημιουργών τους. Ο Sarathy Korwar είναι Άγγλος με ινδική καταγωγή, τα drums και η tabla είναι τα όργανά του, η jazz και η ινδική κλασσική μουσική το παρελθόν του και ο προβληματισμός για την σύγχρονη εποχή μάλλον μεγάλο βάρος στο κεφάλι του. Πριν το “More Arriving” δεν είχα ακούσει κάτι άλλο δικό του και ακόμα και τώρα θα πω ότι o δίσκος αυτός είναι πολλά άλματα μπροστά σε σχέση με τα προηγούμενα. Θεματολογικά όπως είπα, είναι αρκετά κοντά στο Holiday Destination σε έναν συνεχές συλλογισμό για όλα τα στραβά των τελευταίων χρόνων, αλλά εδώ ο λόγος είναι πιο υπόγεια ειρωνικός, πιο αφηρημένος αλλά τρομερά δυνατός στο να μεταδώσει όλα αυτά που απασχολούν τους συγγραφείς του. Η μουσική μια μίξη jazz, hip hop και ινδικής κλασσικής μουσικής, βαθιά ρυθμική, αρκετά ιδιότροπη, και εντυπωσιακά γοητευτική για κάποιον που δεν πολυαντέχει την ινδική μουσική όπως εγώ. Είναι μεγάλη απόδειξη της σοβαρότητας του Korwar ότι τα έχει συνδυάσει τόσο πετυχημένα και ενώ διατηρεί ένα εμφανές χιουμορ δεν καταλήγει σε καρικατούρα. Στα τραγούδια της χρονιάς φυσικά το “Bol” και το πιο ωραίο σφάξιμο με βαμβάκι οι στίχοι του.

 

a2454647473_10

Clara Engel – “The Bethlehem Tapes” (2010)

Ίσως θα γίνω λίγο άδικος, αλλά θα πω ότι για μένα η καλύτερη μουσική στιγμή του Aidan Baker είναι ότι με το “Already Drowning” μου αποκάλυψε την ύπαρξη της Clara Engel. Υπάρχουν κάποιοι μουσικοί που από την πρώτη στιγμή σου κάνουν απόλυτα κλικ, ταιριάζουν τόσο πολύ με τα γούστα σου που δεν γίνεται να μην είναι έρωτας από την πρώτη ακρόαση. Η Engel είναι μια τέτοια περίπτωση και θα μπορούσα να βάλω διάφορες κυκλοφορίες εδώ, αλλά η επιλογή του “Bethlehem Tapes” είναι σε μεγάλο βαθμό συναισθηματική, καθώς ήταν το πρώτο που άκουσα και ακόμα το θεωρώ από τις καλύτερες δουλειές της. Αρκετές φορές η lo-fi αισθητική και προσέγγιση στην ηχογράφηση είναι μεγάλο προσόν και λίγους έχω ακούσει να το κάνουν καλύτερα από την Engel. Τα τραγούδια είναι πλήρως βασισμένα στην κιθάρα της και στη φωνή της, με ελάχιστες άλλες ηχητικές πινελιές και μεταφέρουν μια αφοπλιστική αμεσότητα ακόμα και όταν οι ιστορίες τους είναι αρκούντως φανταστικές. Πολυγραφότατη, με λιγότερο ή περισσότερο ολοκληρωμένες κυκλοφορίες, αλλά και με μια σπάνια φωνή για να διηγείται αυτές τις περίεργες, γοτθικές ιστορίες που συχνά συνοδεύει με τα σκίτσα της. Είναι ιδιαίτερα ταιριαστό ότι το “Bethlehem Tapes” κυκλοφόρησε μόνο σε κασέτα, ίσως μια ακόμα ωδή στην απλότητα. Επίσης (αν και δεν περιέχεται εδώ), όλοι πρέπει να βρουν να ακούσουν τη διασκευή της στο “Fire Of The Mind” των Coil.

Τα #16

•5 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a3452415368_10

Zamilska – «Uncovered»

Είχα μπόλικα χρόνια να ενθουσιαστώ με industrial ή techno ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. To “Uncovered” το διόρθωσε περίτρανα αυτό και χωρίς να έχω καμιά πρότερη ιδέα για το ποια είναι η Natalia Zamilska. Τούτη την δεκαετία η Πολωνία έχει δημιουργήσει σημαντική σκηνή στον ευρύτερο ηλεκτρονικό ήχο (δεν είναι τυχαία άλλωστε και η επιτυχία του Unsound), αλλά οι επαφές μου μαζί της ήταν σε άλλα υπο-είδη (sub-genres για τους Ευρωπαίους ανάμεσά μας). Νομίζω ότι η μια λέξη που μπορεί να χαρακτηρίσει το “Uncovered” είναι το «βαράει». Δεν είναι ότι φτάνει μέχρι το όριο των power electronics ακριβώς, αλλά τα beat της δεν μπορεί να τα θεωρήσεις κάτι άλλο industrial και ιδιαιτέρως θορυβώδη σε σημεία. Αυτό δεν το κάνει να χάνει σε τίποτα από τη χορευτικότητά του (sic), έστω και αν το club που παίζει είναι κάπως πιο σκοτεινό και κλειστοφοβικό από τα συνηθισμένα. Βοηθάει και η ευρεία χρήση φωνητικών να γίνει πιο άμεσος ο δίσκος, αλλά την ίδια στιγμή αυτό το χτίσιμο με πολλαπλά επίπεδα που χρησιμοποιεί η Zamilska τον κάνει να χρειάζεται επαναλαμβανόμενες ακροάσεις για να τον εκτιμήσεις πλήρως. Όχι ακριβώς ευχάριστο άκουσμα, αλλά παράξενα ξεσηκωτικό και με μια ατμόσφαιρα που θα θυμίσει λίγο εκείνο το ωραίο industrial των 80s/early 90s.

 

a0468687667_16

Jasper TX – «The Black Sun Transmissions» (2011)

Χωρίς κάποιο ιδιαίτερο σχέδιο, καταλήξαμε στη θέση 16 να ασχολούμαστε με το θόρυβο και στις δυο κυκλοφορίες. Βέβαια, βρίσκονται σε αντιδιαμετρικά σημεία μουσικά, καθώς το album της Zamilska χαρακτηρίζεται από το ρυθμό, ενώ το “Black Sun Transmissions” του Dag Rosenqvist (όταν ήταν ακόμα Jasper TX) η απουσία του ρυθμού είναι πλήρης. Εδώ ο θόρυβος είναι ενίοτε κατάληξη της μελωδίας, ενίοτε αντίθεση της μελωδίας και ενίοτε κάλυψη της μελωδίας. Σε κάθε περίπτωση είναι από τις πιο αριστοτεχνικές χρήσεις του που έχω συναντήσει μπροστά μου. Το “The Black Sun Transmissions” είναι συγκλονιστικά συναισθηματικός δίσκος, ακόμα και στις άγριες στιγμές του και περιέχει μπόλικα σημεία άξια ανατριχίλας. Αν καταπιάνεται κάποιος με τον ευρύτερο ambient χώρο, ο Rosenqvist είναι σίγουρα από τους αξιολογότερους εκπροσώπους και, κατά τη γνώμη μου, το “Black Sun” είναι η κορυφαία του στιγμή, γιατί είναι και μελωδικό, και θορυβώδες και σιωπηλό και, εν τέλει, είναι τόσο αριστοτεχνικά δημιουργημένο που καταλήγει πολλές φορές μέσα στη διάρκειά του υπερβατικό. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μαυρίσαμε αρκετά στο 16.

Τα #17

•4 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a0575450462_10

Marissa Nadler & Stephen Brodsky – “Droneflower”

Αν και δεν φαίνεται πουθενά στην solo μουσική της πορεία, η Nadler πάντα είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τα εξώτερα πεδία του metal. Ο Brodsky είναι από τα σημαντικά ονόματα εκείνης της post-κάτι έκρηξης των early-to-mid 00s. Γνωρίστηκαν, συμπάθησαν ο ένας τον άλλον (καλά παιδιά φαίνονται και οι δυο) και μετά από μια πενταετία αποφάσισαν να βγάλουν και ένα album μαζί. Το “Droneflower” ακούγεται ως μια εντελώς αβίαστη συνεργασία. Και αν τα μουσικά τους στυλ δεν έμοιαζαν ιδιαίτερα, μάλλον η ατμόσφαιρα που ήθελαν να βγάλουν ήταν εντελώς συμβατή. Η ερμηνεία της Nadler δεν αλλάζει δραματικά σε σχέση με τους κανονικούς δίσκους της, εκτός ίσως από την απώλεια του ρομαντικού στοιχείου της μουσικής της. Εδώ ακούγεται εξίσου μελωδική, αλλά ελαφρώς πιο ζοφερή, για να έρθει να ταιριάξει και με τους τόνους του Brodsky, που δεν γίνονται ποτέ τρομερά θορυβώδεις, αλλά θα φέρουν κάτι στο μυαλό από όψιμους Earth. Φυσικά η φόρμα των συνθέσεων εδώ είναι πιο μαζεμένη, πιο κοντά στην κλασσική τραγουδοποιία, από ό,τι σε μεγάλες, ελεγειακές συνθέσεις (και η συνολική διάρκεια του είναι μικρή άλλωστε). Ίσως μια μετάβαση προς το δεύτερο να τους άνοιγε νέους ορίζοντες, μια που, για μένα, το καλύτερο κομμάτι του δίσκου είναι το “Estranged” με τις επαναλαμβανόμενες κιθαριστικές φράσεις του Brodsky να χτίζουν το υπόβαθρο για την ιστορία της Nadler. Κατάφερα να αποφύγω τη λέξη «κινηματογραφικός» (ή μάλλον όχι).

 

Kojey-23-Winters

Kojey Radical – «23 Winters» (2016)

Συνειδητοποιώ ότι τούτη τη δεκαετία που περνάει, άκουσα πολύ περισσότερο hip hop από ό,τι σε όλη την υπόλοιπή μου ζωή. Επίσης συνειδητοποιώ ότι, για τα δικά μου γούστα τουλάχιστον, η δεκαετία αυτή ήταν χρυσή για το βρετανικό hip hop, πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος. Το “23Winters” είναι μια από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις στο χώρο, κυρίως γιατί ο λόγος του Kojey Radical ξεφεύγει κατά πολύ σε ποιότητα, λυρισμό και ευφυία από τη συντριπτική πλειονότητα των συνοδοιπόρων του. Όπως και μια άλλη ψυχή που θα αναφερθεί εδώ, είναι πρώτα ποιητής και μετά MC. Δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος δίσκος είναι απόλυτα προσωπικός, και από πλευράς θεματολογίας και λόγω του ότι συμμετέχει με διάφορες σκέψεις και ο πατέρας του, φαίνεται και ίδιος να έχει μια μεγάλη διάθεση για έκφραση ακόμα και όταν τα θέματα είναι αρκούντως προβληματισμένα (ή ίσως κυρίως λόγω αυτού). Μουσικά είναι πιο κοντά στις νέες hip hop τάσεις, αλλά με αρκετές προσωπικές πινελιές που κέρδισαν και μένα που δεν είναι ακριβώς του γούστου μου αυτές οι κατευθύνσεις. Μουσικά είναι πιο ηλεκτρονικό, πιο πνιγηρό, αλλά ακόμα και στα πιο οργισμένα του, δεν χάνει την ποιητικότητά του. Μπορεί αυτή τη στιγμή το μεγάλο όνομα στην εκεί σκηνή να ‘ναι ο Stormzy, αλλά ο Kojey Radical είναι αυτό που οι φίλοι Άγγλοι λένε “force of nature”.

Τα #18

•3 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

sult

Maja S. K. Ratkje – «Sult»

Την Maja πάντα την συμπαθούσα ακόμα και όταν οι μουσικές της διαδρομές (π.χ. Fe-Mail ή Spunk) παραήταν περιπετειώδεις για τα αυτάκια μου. Μέσα στο χαοτικό της έργο όμως (αριθμητικά αλλά και στυλιστικά), υπήρχαν μπόλικοι σταθμοί που με έκαναν να την αγαπήσω. Το “Sult” είναι, ίσως, το κορυφαίο αυτών των σταθμών, αφού ξεδίπλωσε μια σαφώς πιο προσιτή (για τα δεδομένα της πάντα) πλευρά της. To project είχε ξεκινήσει ως μουσική για μια χορευτική απόδοση της ομώνυμης νουβέλας του Knut Hamson και εμπνεόμενη από την κατασκευή του custom organ της, αποφάσισε να το κυκλοφορήσει και αυτόνομα. Το “Sult” είναι σαφώς από τα πιο μελωδικά (αν όχι το πιο μελωδικό) της album με στιγμές που αγγίζουν από το νεοκλασσικό μινιμαλισμό μέχρι σχεδόν μπαλαντοειδείς συνθέσεις, ενώ έχει καταφέρει να γράψει και υπέροχα μέρη για φωνή βοηθάνε τον δίσκο να σταθεί από μόνος του, χωρίς το οπτικό συμπλήρωμα του μπαλέτου. Σίγουρα διατηρεί μια αβέβαιη ατμόσφαιρα (χωρίς να το έχω διαβάσει, εικάζω ότι το βιβλίο του Hamson μάλλον δεν είναι και τρομερά φωτεινό), αλλά συγκρινόμενο με τις υπόλοιπες κυκλοφορίες της, εδώ παρουσιάζεται μια τρομερά διαφορετική Ratkje. Δεν ξέρω αν θα είναι αυτό το βήμα που θα την οδηγήσει σε πιο soundtrack-ικά έργα (όπως τόσοι άλλοι Βόρειοι), αλλά σίγουρα είναι ο δίσκος της που εγώ θα λιώσω περισσότερο.

 

concerning

Jozef Van Wissem & Jim Jarmusch – “Concerning the Entrance Into Eternity” (2012)

Δεν ξέρω πως γνωριστήκανε τούτοι οι δυο τύποι, αλλά η συνάντησή τους ήταν κάτι το ανεπανάληπτο. Θα ομολογήσω εξαρχής ότι είμαι fanboy του Jarmusch και ότι θα αντιμετώπιζα οτιδήποτε έκανε με περισσό ενδιαφέρον, αλλά αυτό το project και, κυρίως, αυτός ο δίσκος στέκεται εκεί ψηλά με τις καλύτερες ταινίες του. Προς θεού φυσικά, δεν θέλω να αδικήσω το Van Wissem, ο οποίος έχει μια σαφέστατα μεγαλύτερη μουσική ιστορία και είτε ως συνεργασίες, είτε ως solo, έχει καταφέρει να βάλει το λαούτο του, στην ευρύτερη πειραματικοπερίεργη σκηνή. Η punk (όπως λέει ο ίδιος) προσέγγιση του Van Wissem, συνάντησε τα έκδηλα punk θεμέλια του Jarmusch, για να δημιουργήσουν έναν ξεκάθαρα μη punk δίσκο. O διάλογος μεταξύ τους σε όλο το album είναι κάτι το απερίγραπτο, με τον Wissem να χτίζει μικρομελωδίες στις χορδές του λαούτου και τον Jarmusch να χτίζει ένα background με τις φράσεις της κιθάρας του (που δεν μπορεί να μη σου φέρουν στο μυαλό τη δουλειά του Young στο Dead Man) και να καταλήγουν να κάνουν αέναους κύκλους ο ένας γύρω από τον άλλον. Ειδικά στο “Continuation Of the Last Judgement”, νομίζεις (ή εύχεσαι) ότι αυτή η επανάληψη δεν θα τελειώσει ποτέ. A portrait of meditation as coolness.

Τα #19

•2 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

farm_fresh

Maria Faust/Tim Dahl/Weasel Walter – “Farm Fresh”

Δεν είναι συχνό το φαινόμενο του να ακούσεις για πρώτη φορά ένα μουσικό και να σου δημιουργηθεί αυτόματα η ανάγκη να εξερευνήσεις επί τόπου όλο του το έργο. Πραγματικά, δεν καλοθυμάμαι που πρωτοέπεσε μπροστά μου το “Farm Fresh” φέτος, αλλά σημαντικό μέρος της χρονιάς έχει καταναλωθεί στην ανάπτυξη της μουσικής σχέσης με την Maria Faust. Και αν αδικώ λίγο τους άλλους δυο συντελεστές του δίσκου, ακολουθώντας τις jazz παραδόσεις ο band leader είναι ξεκάθαρος σε αυτό το τρίο. Το “Farm Fresh” σφύζει από ενέργεια, από στυλ, από εκπλήξεις, από πάθος και από ταλέντο. Θυμάται άραγε κανείς πόσος ενθουσιασμός είχε υπάρξει στην αρχή των Shining (πριν καταλήξουν σε μια heavy metal καρικατούρα); Κάτι ανάλογο βγάζει και αυτός ο δίσκος, αν και είναι σαφώς πιο απαιτητικός από τις απόπειρες των Νορβηγών. Έχει πολλή free jazz, λίγο metal, λίγο punk, λίγη παράδοση, λίγη κλασσική και μπόλικο ανακάτεμα για να ενσωματωθούν όλα αυτά μεταξύ τους. Η Εσθονή δείχνει να έχει τη διάθεση να βγάζει άλλη πλευρά της σε κάθε project της και εδώ φαίνεται ότι μάλλον είχε ανάγκη από ένα ξέσπασμα. Έτοιμο να συνοδέψει τις πιο εξωστρεφείς στιγμές σας.

a3934148476_10

Ô Paon – Courses (2010)

Αρχικά σε αυτή τη θέση σκόπευα να βάλω το “A Crow Looked At Me”, ίσως το πιο άβολο album που έχει ηχογραφηθεί ποτέ (τα Skeleton Tree/Ghosteen πραγματικά ωχριούν μπροστά του). Μετά όμως είδα ότι το “Courses” βγήκε το ’10 και πιστεύω ότι καλύτερα να γιορτάζουμε τη ζωή των ανθρώπων παρά συγκινούμαστε με το θάνατό τους. Σε μια δεκαετία με μπόλικες απώλειες, αυτή της Genevieve Castree σίγουρα δεν ακούστηκε πολύ, αλλά εξίσου σίγουρα ήταν από τις μεγαλύτερες. Την είχα μάθει όταν ηχογραφούσε psych folk διαμαντάκια ως Woelv, αλλά η αλλαγή του δισκογραφικού ονόματος σε O’ Paon και η κυκλοφορία του εν λόγω δίσκου, είναι η κορυφή του μουσικού της έργου. Δεν είναι ότι έχει αφήσει πίσω της το psych folk της, αλλά εδώ με μια γενναία χρήση loops και άλλων λιγότερο folk στοιχείων, δημιουργεί ένα κύκλο τραγουδιών αξιομνημόνευτων.  H επανάληψη γίνεται σπουδή πάνω στην κούραση και στη θλίψη. Καταφέρνει όμως να είναι μεγαλειώδης και όχι μίζερος. Και το “Raffinerie” θα παραμείνει για πάντα ένα από τα πιο συγκλονιστικά τραγούδια που έχω ακούσει στη ζωούλα μου. H μουσική οντότητα O’ Paon είχε άλλη μια κυκλοφορία το ’13 (το “Fleuve”), αρκούντως απολαυστική και αυτή και μετά, δυστυχώς, ποτέ δεν θα μάθουμε τι θα ακολουθούσε.

Tα #20

•1 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

basontime

William Basinski – «On Time Out Of Time»

Νομίζω ότι λίγες πιο πιασάρικες περιγραφές μπορείς να βγεις για ένα δίσκο από το «ηχογραφήσεις της σύγκρουσης δυο μαύρων τρυπών 1,5 δισεκατομμύριο χρόνια πριν». Φυσικά κάτι που ακούγεται τόσο μεγαλεπήβολο κρύβει από μόνο του μια παγίδα για αυτόν που θα εφησυχαστεί στην «ασφαλεια» του εντυπωσιακού concept. Από την άλλη πλευρά στον άνθρωπο που έχει βγάλει το μνημείο που λέγεται “Disintegration Loops” οφείλουμε να έχουμε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη και μετά από μπόλικες ακροάσεις του δίσκου κατά τη διάρκεια της χρονιάς, επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά ότι αξίζει τούτη μας την εμπιστοσύνη. Ο Basinski είναι μαέστρος σε τέτοιους μονολιθικούς ήχους και το “On Time Out Of Time” καταφέρνει να δώσει μια μικρή εικόνα του μεγέθους του συμβάντος στη φαντασία του ακροατή. Αν και σίγουρα δεν είναι το πιο ζεστό του έργο, αποφεύγει περίτεχνα να χαθεί και στην παγωνιά του κοσμικού κενού. Και μόνο το γεγονός ότι μπορεί να προκαλέσει συναισθηματική φόρτιση με κάτι τόσο μακρινά (χωρικά και χρονικά) αλλά και σε τόσο διαφορετική κλίμακα μεγέθους από την ταπεινή γωνίτσα μας, είναι δείγμα μεγάλου καλλιτέχνη. Σίγουρα όχι για όλες τις ώρες, σίγουρα όχι για όλο τον κόσμο αλλά σίγουρα ταιριαστό για όμορφες στιγμές συνειδητοποίησης της ασημαντότητας μας (ή και της σημασίας μας).

 

boards_of_canada__1369400203_crop_550x550

Boards Of Canada – «Tomorrow’s Harvest» (2013)

Οι Boards Of Canada είναι μαγικό συγκρότημα. Για κάποιο λόγο στο μυαλό μου πάντα τους έχω μαζί με τους Stars Of The Lid, αν και δεν έχουν πολλές μουσικές ομοιότητες, γιατί η μουσική και των δύο καταφέρνει να είναι γαλήνια αλλά και βαθιά συναισθηματική. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν είναι από τα πολύ παραγωγικά συγκροτήματα, και το “Tomorrow’s Harvest”, το τελευταίο μέχρι σήμερα album τους, ήρθε 8 χρόνια μετά το επίσης εκπληκτικό “The Campfire Headphase” και επανάφερε εκείνη την περίεργη μίξη τεχνολογίας και υπαίθρου που κάποτε ονομάστηκε πολύ ταιριαστά “folktronica”. Είναι εξίσου κινηματογραφικό, αλλά σαφώς πιο σκοτεινό σε σχέση με τους προκατόχους του, κρατώντας βέβαια τα λοξοκοιτάγματα προς το παρελθόν, όχι τόσο ξεκάθαρα στη μουσική, όσο ως αιωρούμενες επιρροές στην ατμόσφαιρα. Επίσης, η διάρκειά του, αλλά και η ποικιλομορφία του τον κάνουν ένα δίσκο που δύσκολα θα ακούσεις μόνο μια φορά. Σου κεντρίζει το ενδιαφέρον και σε ξαναβάζει να το ακούσεις για να προσέξεις όλες τις λεπτομέρειες που σου κρύφτηκαν την προηγούμενη φορά. Δεν είναι ο πιο χαρούμενος δίσκος τους (το “Campfire Headphase”), δεν είναι ο πιο αριστοτεχνικός δίσκος τους (το “Music Has The Right To Children”), δεν είναι ο πιο ρυθμικός τους δίσκος (το “Geogaddi”), αλλά είναι ο πιο σκυθρωπός δίσκος τους και, ας είμαστε ειλικρινείς, ζούμε για κάτι τέτοια.

Crossings

•13 Αυγούστου, 2019 • Σχολιάστε

Φίλοι που έχετε μείνει στην Αθήνα, φίλοι που σας αρέσει ή δε σας αρέσει η Αθήνα τους Αύγουστοι, φίλοι ρομαντικοί ή κυνικοί, γκρινιάρηδες ή αισιόδοξοι, αγαπημένοι ή μαλωμένοι, χαρούμενοι ή στεναχωρεμένοι, φίλοι που είστε ή δεν είστε εδώ,

που είστε ή δεν είστε φίλοι,

αναγνώστες,

γνωρίζετε ίσως κάποιο μπαρ στην Αθήνα, ή γενικά χώρο, ή ταράτσα με μια τάβλα, ένα κιόσκι, ένα βραχάκι, δύο παγκάκια στη σειρά, ένα αρχαίο ζιγκουράτ, μια θάλασσα, μια γωνιά μικρή

εντός πόλεως,

που να έχει ή να μην έχει άλλους φίλους, να έχει δύο ζεστές κάιζερ να μασουλάμε το αλουμινόχαρτο, ένα τασάκι, ένα αεράκι,

και να παίζει όλη την ώρα το Crossings του Herbie Hancock;
όχι το Thrust.

ούτε το Sextant.

το Crossings.

αν γνωρίζετε,
θα θέλαμε να γνωρίζουμε και εμείς

θα σας ήμασταν σχεδόν υπόχρεοι

R-195833-1338206139-4548.jpeg

ένα γλυκό απόγευμα να έχετε