Τα #7

•14 Δεκεμβρίου, 2019 • 1 σχόλιο

40iBt

Big Thief – “U.F.O.F.”

Υπάρχουν δίσκοι τους οποίους ερωτεύεσαι με τον καιρό και την επανάληψη και υπάρχουν δίσκοι που από την πρώτη φορά ξέρεις ότι είναι κάτι ξεχωριστό. Να πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι αν είχα ακούσει κάτι από τους Big Thief πριν την άνοιξη και το “U.F.O.F.”, αλλά αυτός εδώ είναι ένας δίσκος που με έκανε να παραμιλάω (ή έστω να παρασκέφτομαι) από την πρώτη ακρόαση. Η φύση των Big Thief φαίνεται να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο rock και στο folk. Στο “U.F.O.F” ίσως λόγω της διάθεσης της Adrianne Lenker, είναι το δεύτερο που φαίνεται να παίρνει τα ηνία, αν και υπάρχουν αρκετές στιγμές ηλεκτρισμού και ξεσπασμάτων, οι οποίες όμως λειτουργούν, κατά κύριο λόγο, συμπληρωματικά. Τον δίσκο γενικά τον χαρακτηρίζει ένας συγκρατημένος λυρισμός, λίγο αφηρημένος, αλλά σε καμιά περίπτωση απόμακρος. Είναι από τα μεγάλα του προτερήματα το πόσο κοντά σου τον νιώθεις, ακόμα και όταν οι στίχοι του γίνονται αρκούντως αφηρημένοι. Αυτό νομίζω ότι οφείλεται εξίσου στην ερμηνεία της Lenker, στις μελωδίες της κιθάρας του Buck Meek, όσο και στον αφάνταστα νωχελική ρυθμικότητα των Oleartchik/Krivchenia. Εδώ έχουμε ένα album που δεν βιάζεται, ξέρει ότι χρειάζεται το χρόνο του αλλά δεν γίνεται και ποτέ στρυφνό. Ο δεύτερος δίσκος που έβγαλαν φέτος οι Big Thief μπορεί να μην είχε το ίδιο αποτέλεσμα, αλλά αξίζει σίγουρα να ακουστεί και περιέχει ένα από τα πιο ωραία τους κομμάτια (το “Not”).

 

91cjAtu-KML._SS500_

Loyle Carner – “Yesterday’s Gone” (2017)

Το “Yesterday’s Gone” είναι ο πρώτος δίσκος μετά από δεν-θυμαμαι-και-γω-πόσα χρόνια που έμαθα επειδή άκουσα κομμάτι του στο ελληνικό ραδιόφωνο. Συγκεκριμένα ήταν το “Isle Of Arran” στους Laternative σε κάποια (βαρετή κατά τ’ άλλα) διαδρομή προς τη δουλειά. Το ντεμπούτο του Carner δεν προδίδει την ηλικία του. Μουσικά κοιτάει αρκετά προς το old school, με μπόλικες soul, funk, gospel με τα samples του και δεν έχει σχεδόν καθόλου ηλεκτρονικά στοιχεία. Οι στίχοι του επίσης είναι αναπάντεχα (χωρίς ενοχές) συναισθηματικοί και καταπιάνονται με μια πολύ σπάνια για το hip hop προσέγγιση στα θέματά τους. Αφήστε που πρέπει να είναι ο δίσκος με τα λιγότερα καντήλια στην ιστορία του hip hop. Ακόμα και όταν χαλαρώνει και φωνάζει λίγο περισσότερο, παραμένει ιδιαιτέρως μειλίχιος. Σε καμιά περίπτωση ο δίσκος δεν γίνεται νερόβραστος βέβαια, ίσα ίσα που αυτή η έμφυτη πραότητα του είναι το πιο γοητευτικό του στοιχείο. Ο ίδιος ο Carner δε διαθέτει μια εγγενή μελωδικότητα στην ομιλία του που τον διαχωρίζουν από τους περισσότερους του χώρου.  Μαζί με τους Kojey Radical και Dave (και μπόλικους άλλους λιγότερο γνωστούς) που έχουν αναφερθεί και νωρίτερα εδώ, από τις καλύτερες φουρνιές ενός μουσικού είδους.

Τα #8

•13 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

CS741970-01A-BIG

Dave – “Psychodrama”

To “Psychodrama” έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά μεγάλων δίσκων για το βρετανικό hip-hop τα τελευταία χρόνια. Πιθανώς να ακουστεί κλισέ, αλλά το ντεμπούτο του (πιτσιρικά) Dave, ακούγεται σοφό (ή και προβληματισμένο αν θέλετε) πέρα από τα χρόνια του δημιουργού του. Η αγάπη που τρέφω πλέον για το hip hop του Νησιού (σε αντίθεση με αυτό εξ Αμερικής) είναι κυρίως γιατί οι Βρετανοί μοιάζουν πιο διατεθειμένοι να κοιτάξουν προς τα μέσα στιχουργικά, χωρίς μεγαλοστομίες και αυτό παρασύρει και τη μουσική τους σε έναν πιο ζεστό, πιο οργανικό ήχο, συγκρινόμενο με την συνθετική ατμόσφαιρα των περισσότερων μεγάλων Αμερικάνων. To “Psychodrama” έχοντας θέση το πλαίσιο του ως μια συζήτηση με έναν ψυχολόγο, φαίνεται να ελευθερώνει τον δημιουργό του και να του επιτρέπει να εκφράσει τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του (είτε για τον εαυτό του, είτε για τους ανθρώπους με τους οποίους σχετίζεται, είτε για την κοινωνία γενικότερα). Η παραγωγή του είναι αρκετά λιτή και αρμονική, με μεγάλη έμφαση στις μελωδίες ώστε να συντροφεύει το σκεπτικό ύφος του Dave. Βλέπω ότι μέσα στο ’19 ο Dave ακούστηκε πολύ, οπότε αναμένουμε να δούμε αν θα είναι αυτός το νέο μεγάλο όνομα του Βρετανικού hip hop.

 

61yw8sj6TzL._SL1200_

Wye Oak – “Civilian” (2011)

Ούτε και θυμάμαι που πρωτοδιάβασα για τους Wye Oak, πάντως σίγουρα τους έμαθα κατά την κυκλοφορία του “Civilian”, του τρίτου τους δίσκους. Για το ντουέτο από τη Βαλτιμόρη, μάλλον ήταν καλή εποχή να τους μάθεις με τον τρίτο τους δίσκο. Το “Civilian” παραμένει, μέχρι και σήμερα, για μένα η καλύτερή τους δουλειά με διαφορά, κυρίως γιατί εδώ φαίνεται να έχουν περισσότερα νεύρα, περισσότερο πάθος, να είναι περισσότερο θορυβώδεις από το παρελθόν και (ειδικά) το μέλλον, με αποκορύφωμα το ομώνυμο τραγούδι που είναι ένα σταδιακά αυξανόμενο ξέσπασμα μέχρι την εκστασιαστική του κορύφωση. Τα group-ντουέτα είναι σχετικά σπάνια και πολύ ενδιαφέρουσα κατάσταση, γιατί σου δίνουν την εντύπωση μιας μεγαλύτερης από το συνηθισμένο οικειότητας μεταξύ των μελών τους. Η αλήθεια είναι ότι όταν ακούς το “Civilian” ακούς ένα πολύ δεμένο ήχο, σαν να ξέρει ακριβώς ο ένας πως θα μιλήσει με τον άλλον. Και φυσικά η Jenn Wasner έχει μια από εκείνες τις ιδιαίτερα εκφραστικές indy rock φωνές που δεν αφήνουν κανέναν ασυγκίνητο. Ή τέλος πάντων κανένα που να διαθέτει καρδούλα. Κρίμα που στα επόμενα album αγάπησαν το electro και νέρωσαν πολύ το κρασί τους.

Τα #9

•12 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a1419138084_5

Boduf Songs – «Abyss Versions»

Αν κάτι χαρακτηρίζει τον Matt τον Sweet, αυτό είναι η σταθερότητα. Έχει βρει τη (μικρή) μουσική γωνιά του και την εξερευνά όλα αυτά τα χρόνια με συνέπεια και συνέχεια. Πήγε να κάνει μια μικρή αλλαγή στα δυο προηγούμενα “Burnt-up On Re-Entry” και “Stench Of Exist”, αλλά με το “Abyss Versions” επιστρέφει ολοταχώς στα γνώριμα χωράφια του παρελθόντος, μοιάζοντας ως μια απόλυτα φυσική συνέχεια του εκπληκτικού “This Alone Above All Else In Spite Of Everything”. Το δίπτυχο νωχελική, επαναλαμβανόμενη κιθάρα/ημι-ψιθυριστά φωνητικά είναι πάλι το κυρίαρχο συστατικό για να εκφράσει ο Sweet την εντυπωσιακή μαυρίλα που τον συναρπάζει όλα αυτά τα χρόνια. Ένα σιγανό drum-machine σε 2-3 σημεία δεν φαίνεται ικανό να ξεσηκώσει με το ρυθμό του το δίσκο. Από την άλλη πλευρά φυσικά, αυτό που με (μας) τράβηξε στον Sweet, είναι αυτή η, σχεδόν παραδομένη, μελωδική μονοτονία με την οποία πιάνει έναν ήχο και μοιάζει να θέλει να τον εξερευνήσει για πάντα. Νομίζω ότι λίγοι μπορούν να εκφράσουν την κούραση τόσο γοητευτικά όσο οι κυκλοφορίες των Boduf Songs. Και σε ακόμα πιο λίγους μπορεί αυτή η έλλειψη αλλαγής να γίνεται προσόν και όχι μειονέκτημα. Η γωνίτσα μπορεί να παραμένει σταθερή, τα χρώματα που τη χαρακτηρίζουν να παραμένουν μουντά, αλλά δεν γίνεται εύκολα να ξεκολλήσεις το βλέμμα από αυτή.

 

5a1c221acc4fe_3915_5472_nadine-shah-holiday-destination-600x600

Nadine Shah – “Holiday Destination” (2017)

H περιγραφή για το “Holiday Destination” θα μπορούσε να σταματήσει στην αναφορά του τρίστιχου “Since turning 30 I have become so damn broody/I see what it has done to me/And all logic goes right through me” από το “2016” ή της επαναλαμβανόμενης ερώτησης “How you gonna sleep tonight?” του ομώνυμου τραγουδιού., αλλά μάλλον θα αδικούσα το δίσκο. Το “Holiday Destination” γράφτηκε το 2016, εν μέσω πολέμων, προσφυγικών κυμάτων, ραγδαίας αύξησης του συντηρητισμού και της ξενοφοβίας και γενικά αυτής της χρυσής εποχής για τον κόσμο που ήταν το δεύτερο μισό των ‘10s. Η Shah και λόγω καταγωγής προφανώς και φαίνεται ότι ένιωσε όλη αυτή την κατάσταση άμεσα με αποτέλεσμα τη δημιουργία του καλύτερου της δίσκου, ο οποίος είναι ισόποσα έκφραση απελπισίας και κάλεσμα για αντίδραση. Στην επιτυχία του βοήθησε και το γεγονός ότι οι συνθετικές της ικανότητες μοιάζουν να είναι στο απώγειό τους, με όλα τα τραγούδια να είναι άμεσα και να συνεχίζουν να παίζουν στο μυαλό σου ακόμα και αφού σταματήσεις να ακούς το δίσκο. Και αν στις περισσότερες αναφορές επισκιάζεται η ποιότητα του indie rock της, είναι νομίζω σημαντικότερο να ακουστούν αυτά που έχει να πει. 2 χρόνια μετά σίγουρα δεν έχουν αλλάξει πολλά.

Τα #10

•11 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a0438681074_10

Echo Tides – “The Whale Boombox Anatomy”

Υπάρχουν κάποιοι δίσκοι που, ανεξαρτήτως είδους, στα πρώτα δέκα δευτερόλεπτα του πρώτου κομματιού σε κάνουν να πιστέψεις ότι είσαι μπροστά σε κάτι μεγάλο. Προφανώς και το “TheWhaleBoomboxAnatomy” είναι ένας τέτοιος. Μέχρι πρότινος δεν είχα ασχοληθεί ιδιαίτερα με την μουσική πλευρά του Παναγιώτη Πανταζή (κατά κόσμον PanPan), μόνο με την κόμικ και τούτο το albumμάλλον με τιμωρεί για την παράβλεψη τούτη. Υπάρχουν επίσης κάποιοι δίσκοι που με έναν σχεδόν υπερβατικό τρόπο μοιάζουν φτιαγμένοι για να είναι το soundtrackτου τόπου ζωής των δημιουργών τους. Με κάθε επίγνωση θα πω ότι αυτό εδώ είναι από τα πιο Αθηναϊκά πράγματα που έχω ακούσει μετά τους StereoNova. Για κάποιον δε όπως εγώ, που συνήθως αρέσκεται σε υποτονικές μουσικές, το ότι τα ξεσηκωτικά, μπιτάτα electro-περίεργα του “WhaleBoomboxAnatomy” ακούγονται τόσο γοητευτικά είναι σχεδόν μαγική κατάσταση. Είναι σπάνιο το αίσθημα της νοσταλγίας να συνοδεύεται από βελτίωση της διάθεσης, αλλά κάθε φορά που ακούω το δίσκο σε μια τέτοια κατάσταση καταλήγω. Ελπίζω να έχει διάρκεια το σχήμα (τρομερή τραγουδίστρια επίσης η Καλλιόπη Μητροπούλου) και επίσης ελπίζω να βγει κάποια στιγμή και σε φυσικό formatο δίσκος.

 

herndon-proto

Holly Herndon – “Proto” (2019)

To be continued…

Τα #11

•10 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a2373715219_16

Mourning [A] BLKstar – “Reckoning”

Οι κολλεκτίβες σχεδόν κάθε είδους πάντα είχαν κρατημένη μια ξεχωριστή θέση στην καρδούλα μας. Οι εκ Cleveland ορμώμενοι Mourning [A] BLKstar ήρθαν φέτος να προστεθούν και αυτοί σε τούτη την κατηγορία αγαπημένων μουσικών. Αν και δεν είμαι μεγάλος φαν της νεότερη soul/funk, τούτοι εδώ έχουν φτιάξει ένα υπέροχο για τα αυτιά μου μίγμα. Πιθανολογώ ότι βοηθάει σε αυτό και η σοβαρότητα των θεμάτων που τους απασχολούν, αλλά το “Reckoning” (όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του) είναι ένας αρκετά οργισμένος δίσκος. Η οργή όμως δεν έρχεται μέσω τρομερής έντασης, αλλά μέσω μιας σκεπτικής σοβαρότητας. Παρά τα άσχημα που βλέπουν και ζουν στην καθημερινότητά τους, ο δίσκος διακατέχεται από μια πρωτόγνωρη ηχητική ζεστασιά (που αναδεικνύεται και από την εξαιρετική παραγωγή), μάλλον γιατί δεν υπάρχει πουθενά το αίσθημα της παράδοσης. Στην εκφραστικότητα της μουσικής τους μεγάλο ρόλο παίζουν και οι φανταστικές φωνές των τριών τραγουδιστών/τραγουδιστριών τους, που βγαίνουν μέσα από κλασσική soul παράδοση, ακόμα και αν η μουσική περιέχει αρκετά πιο σύγχρονα στοιχεία. Το “Reckoning” είναι από τους δίσκους που (μουσικά και θεματικά) αξίζουν να συγκαταλέγονται στους μεγάλους, αμερικάνικους δίσκους.

 

original

Susanna/Jenny Hval – “Meshes Of Voice” (2014)

Τόσο η Susanna Wallumrød, όσο και η Jenny Hval είναι από τις σημαντικότερες μορφές της δεκαετίας που τελειώνει. Ξεκινάνε από αρκετά διαφορετικά μουσικά σημεία, η Susanna πιο μινιμαλιστικά μελωδική, η Jenny πιο δυναμικά πειραματική, αλλά μάλλον αυτές οι αντιθέσεις τους, έκαναν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα τη συνεργασία και το “Meshes Of Voice” να είναι ίσως η καλύτερη στιγμή στην καριέρα και των δυο τους. Σε αντίθεση με άλλους δίσκους ανάλογων συνεργασιών, όπου η κοινή μουσική είναι αρκετά ομοιόμορφη, στο “Meshes Of Voice” είναι ξεκάθαροι οι χαρακτήρες και των δυο μουσικών. Άλλοτε παίρνει η ηνία η μια, άλλοτε η άλλη και άλλοτε τα δυο στυλ σχεδόν συγκρούονται στη μέση ενός κομματιού. Αν αυτό ακούγεται χαοτικό και χωρίς νόημα, με κάποιο ανεξήγητο τρόπο, έχουν καταφέρει όχι μόνο να μπορούν να αλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους, αλλά και να γράψουν ένα δίσκο ο οποίος ακούγεται ως ένα ενιαίο σύνολο μονομιάς. Ακούς την εκφραστικότητα της Susanna, τον παιχνιδιάρικο θόρυβο της Hval και τελικά ακούς κάτι καινούριο και μοναδικό και μάλλον αυτό είναι και το μεγαλύτερο στοίχημα που κερδίζει ο δίσκος. Τα επαναλαμβάνουμε συχνά πυκνά, στη Νορβηγία ρίχνουν μουσική στο φαγητό των ανθρώπων.

Τα #12

•9 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a2900791121_10

Amirtha Kidambi & The Elder Ones – “From Untruth”

Δεύτερη χρονιά με παρουσία της Amirtha Kidambi στη λίστα, μετά την περσινή συμμετοχή της στο “Code Girl” της Mary Halvorson, όπου την έμαθαν και οι περισσότεροι υποθέτω. Εδώ πλέον έρχεται με τον δεύτερο δίσκο της δικιάς της μπάντας, των Elder Ones σε ακόμα πιο free form κατευθύνσεις. Έχω την εντύπωση, χωρίς να είμαι μεγάλος γνώστης της σκηνής, ότι η free jazz τα τελευταία χρόνια περνάει μια νέα χρυσή εποχή, κυρίως γιατί πολλοί νέοι μουσικοί την έχουν μπολιάσει με διάφορα (όχι πάντα αναμενόμενα) στοιχεία και το δέντρο έχει πετάξει πάμπολλα νέα κλαδιά. Στο “Untruth” προφανώς πρώτο λόγο έχει η εντυπωσιακή φωνή (σε εύρος, δεξιοτεχνία και ένταση) της Kidambi, είτε τραγουδώντας, είτε αυτοσχεδιάζοντας. Οι υπόλοιποι τρεις του γκρουπ (σαξόφωνο, μπάσο, ντραμς) ακολουθούν στις περιπέτειες με περισσή όρεξη και ικανότητα. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνω στα drums του Maxx Jaffe γιατί αλλάζει τρομερά άνετα από αργά σημεία σε αυτοσχεδιαστικά ξεσπάσματα, κρατώντας αριστοτεχνικά όλο το υπόλοιπο γκρουπ σε μια σταθερή πορεία με τους ρυθμούς του. Ένα από τα πολύ θετικά σημεία όλου αυτού του νέου ρεύματος στην jazz είναι ότι οι μπάντες, τουλάχιστον στα αυτιά μου, καταφέρνουν να είναι περιπετειώδεις, χωρίς να είναι εντελώς απρόσιτες όπως μεγάλο μέρος του λεγόμενου “avant-garde” (βάλτε όσα εισαγωγικά θέλετε). Να βρούμε και ένα φεστιβάλ τώρα, να τους δούμε μαζεμένους.

 

R-4224149-1359020090-1283.jpeg

Fire! Orchestra – “Exit” (2013)

Νομίζω ότι ακόμα και για όσους γνώριζαν τους Fire!, η εμφάνιση των Fire! Orchestra, του 28-μελούς group που δημιούργησαν οι Gustafsson/Berthling/Werliin ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Ένα τεράστιο σχήμα που καταφέρνει σχεδόν ταυτόχρονα να αυτοσχεδιάζει, να groove-άρει και να δημιουργεί ένα σύνολο μέσα από ένα φαινομενικό χάος, είναι κάτι που θέλει μπόλικο ταλέντο. Θα ακούσει κανείς εδώ κυρίως free jazz, αλλά και αρκετό kraut/progressive rock, ελαφρώς μαξιμαλιστικό αλλά καθόλου πομπώδες με δυο εκπληκτικές τραγουδίστριες (τη Mariam Wallentin και την Sofia Jernberg) μπροστά από την ορχήστρα να τραγουδούν/απαγγέλουν/φωνάζουν τους στίχους του Arnold De Boer των Ex. 28 νοματαίοι περικλείουν μεγάλα ποσά ενέργειες που άλλοτε φαίνεται να τη συγκρατούν με δυσκολία και άλλοτε την εκλύουν με απογειωτικά αποτελέσματα. Έχοντας δει και μπόλικα βίντεο από live εμφανίσεις τους, το αποτέλεσμα μοιάζει με μια ατελείωτη έκρηξη μουσικής (πλέον είναι σίγουρα μέσα στο top 5 συγκροτημάτων που θα ήθελα να δω live). Και αν οι περισσότεροι αναφέρουν ως επιρροές τον Ornette Coleman και την Carla Bley (και έχουν απόλυτο δίκιο εδώ που τα λέμε), αλλά στα αυτιά μου, το “Exit” ακούγεται σχεδόν εξίσου ως ένα rock έργο. Και χωρίς πρόθεση ταιριαστό με το άλλο 12.

Τα #13

•8 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

telefon_dreams

Telefon Tel Aviv – “Dreams Are Not Enough”

Όσο προχωρούν και οι δυο φετινές λίστες, τόσο συνειδητοποιώ πόσο χάλια ήταν για πολύ κόσμο αυτή η δεκαετία και ειδικά το δεύτερο μισό της. Οι Telefon Tel Aviv είχαν εξαφανιστεί για μια δεκαετία ως μουσική οντότητα, μετά το θάνατο του ενός εκ των δυο μελών, του Charlie Cooper. Στο ενδιάμεσο, ο έτερος, o Joshua Eustis, πέρασε και διάφορα άλλα, κυκλοφόρησε κάποια διαφορετικά project σε άλλα στυλ, αλλά οι Telefon Tel Aviv μπήκαν στο συρτάρι. Στο “Dreams Are Not Enough” (γλαφυρότατος τίτλος), η πρότερη μελαγχολία τους (του, πάντα μπερδεύομαι με τον αριθμό που πρέπει να χρησιμοποιώ) συμπυκνώνεται σε μια απόλυτη μαυρίλα (ειδικά σε κομμάτια όπως το “not seeing”). Η μουσική παραμένει εκείνο το υβρίδιο μεταξύ της αρρυθμίας του glitch και της μελωδίας της (σχεδόν pop) electronica, αλλά εδώ όλα είναι πιο αργά, πιο αποδομημένα, πιο χαμηλόφωνα. Ακόμα και τα πιο ρυθμικά σημεία ακούγονται περίεργα αποστασιοποιημένα από οποιαδήποτε ξεσηκωτική διάθεση. Ακολουθώντας την ροή των τίτλων του (που σχηματίζουν ένα σύντομο ποίημα ουστιαστικά), και τα κομμάτια του ρέουν το ένα μέσα στο άλλο, δίνοντάς την αίσθηση ότι όλος ο δίσκος είναι μια ενιαία σουίτα. Όπως καταλαβαίνουμε όλοι, φέτος έχουμε μπόλικες επιλογές όταν θέλουμε να μαυρίσει η ψυχούλα μας. Ευτυχώς που το μας έρχεται τόσο αυθόρμητα αυτό.

 

Push-The-Sky-Away-1-1024x1024

Nick Cave & The Bad Seeds – “Push The Sky Away” (2013)

Είμαι ξεκάθαρα, και εντελώς απενοχοποιημένα, πολύ όψιμος ακροατής του Nick Cave. Και όσο και αν εκτιμώ τα κλασσικά του αριστουργήματα, η καρδούλα μου είναι σίγουρα χαρισμένη στην μετά “Nocturama” περίοδο (την οποία αναγνωρίζω σίγουρα ως άνιση) και, κυρίως, στους τρεις τελευταίους δίσκους. Η εύκολη (και ακριβής) σύνδεση είναι ότι όσο μεγάλωνε η επιρροή του Warren Ellis στο σχήμα, τόσο πιο κοντά σε μένα ερχόταν η μουσική. Στην τριλογία “Push The Sky Away”/”Skeleton Tree”/”Ghosteen”, ο χαρακτήρας του Ellis φαίνεται να είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής και το πρώτο εκ των τριών συνεχίζω να το θεωρώ τον καλύτερο δίσκο του. Είναι ο πρώτος δίσκος που οι Bad Seeds αγκαλιάζουν τόσο ολοκληρωτικά τον μινιμαλισμό, καταλήγοντας σε λιτές μεν, υπέροχα δουλεμένες δε συνθέσεις, με αποκορύφωμα τον κλείσιμο του album με το ομώνυμο κομμάτι (το οποίο ήταν και μια συγκλονιστική live στιγμή στην εδώ συναυλία). Το ίδιο και η ερμηνεία του Cave, καταφέρνει να είναι συναισθηματική αλλά και πολύ συγκρατημένη, ακόμα και όταν τον πιάνουν οι συνηθισμένες πνευματικές του ανησυχίες. Στα μπόνους ότι μου έμαθε και την Gwendolyn Brooks.