It’s a crime they didn’t tell us about the diamonds in her eyes

•19 Απριλίου, 2017 • Σχολιάστε

Το motto της φετινής χρονιάς φαίνεται να είναι “αγοράζουμε εισιτήρια συναυλιών νωρίς ώστε να μην είναι δικαιολογία η βαρεμάρα για να μην πάμε. Κάπως έτσι κατάληξα για το live των Black Heart Procession το Μάρτη, να έχω αγοράσει το εισιτήριο από πριν τα Χριστούγεννα. Δεν μετανιώνω πάντως, γιατί ακόμα και γώ που παραδέχομαι ότι δεν υπάρχουν πολλά πράγματα που καίγομαι να δω συναυλιακά πλέον, θα στενοχωριόμουν αρκετά αν έχανα τους Αμερικάνους.  Μικρές λεπτομέρειες όπως ο χώρος (παρά το γεγονός ότι είναι εξαιρετικός ως εμφάνιση, ποτέ δεν συμπάθησα τη συναυλιακή απόδοση του Fuzz, ειδικά στο θέμα του ήχου) ή το γεγονός ότι το live θα ήταν επετειακό για τα 20χρονα του “1”, θεωρήθηκε υπερβολικά υπερβολικό να προκαλέσουν έστω και την παραμικρή γκρίνια.

Έχω χάσει την επαφή μου με την εξέλιξη των συνηθειών του Ελληνικού κοινού στις συναυλίες (δεν ξέρω καν αν είναι ακόμα το καλύτερο στον κόσμο), αλλά από πλευράς προσέλευσης παρατήρησα ότι όσο περνάνε τα χρόνια γινόμαστε και χειρότεροι, με αποτέλεσμα οι Appalachian Cobra Worshippers να παίξουν το μεγαλύτερο μέρος του set τους σε μισοάδειο χώρο, πραγματικό κρίμα καθώς εγώ τους απόλαυσα όσο λίγα support συγκροτήματα, με τον ενθουσιασμό σε φάσεις να θυμίζει Earthbound Χριστουγεννιάτικου live 2004 (ή 2003 με απατά η έτσι και αλλιώς μετριότατη μνήμη μου). Θα ομολογήσω ότι δεν κατάλαβα ότι έπαιζαν μόνο διασκευές με εξαίρεση αυτή του “Red Right Hand” του Cave, οπότε θα θεωρήσω άκρως πετυχημένη την προσαρμογή στην bluesoamericana τους των τραγουδιών που επέλεξαν να ερμηνεύσουν. Θα ήθελα να πω μπράβο στα παιδιά, αλλά καθότι όπως τους έκοψα είναι μάλλον μεγαλύτεροί μου, ελπίζω να τους ξαναπετύχουμε κάπου μπροστά μας.

Για τους Black Heart Procession πρέπει να πω ή πάρα, πάρα πολλά ή να είμαι τρομερά λακωνικός καθώς δεν θα καταφέρω να μεταδώσω σωστά το πόσο μεγάλο συγκρότημα τους θεωρώ. Αν και τους έμαθα αργούτσικα (μάλλον εποχές “3” ή “Amore Del Tropico”), το “2” (ειδικά) και το “3” είναι από τους δίσκους που κατέχουν ξεχωριστή θέση στην (ομολογουμένως οχι και τεράστια) καρδούλα μου. Ο δε πρώτος συνόδευσε άριστα πολύ περιέργες φάσεις, όπως όλοι οι σημαντικοί για τη ζωή μας δίσκοι, εδώ που τα λέμε. Για κάποιο παράδοξο λόγο, το “1” αφιέρωσα πολύ χρόνο σχετικά πρόσφατα, οπότε μάλλον πρόκειται για το δίσκο με το μικρότερο για εμένα συναισθηματικό δέσιμο, εξού και το μούδιασμα όταν άκουσα ότι το live θα αφιερωνόταν εκεί. Παρά το γεγονός όμως ότι διαψεύστηκε η πεποίθησή μου ότι μετά την παρουσίαση του δίσκου, θα υπήρχε δεύτερο μέρος με “greatest hits” αύρα, και οι BHP έπαιξαν μόνο δυο επιπλέον παλιά κομμάτια και ένα καινούριο, δεν μου έμεινε κανένα παράπονο από αυτό που παρακολουθήσαμε. Αγαπώ τους πολυ-οργανίστες (multi-instrumentalists το λέγανε στο χωριό μου) και τόσο ο πυρήνας των Pall/Tobias, όσο και το σερβικό δίδυμο session μουσικών που τους συνόδευαν ήταν άκρως εντυπωσιακοί.

Είναι δεδομένο ότι η μουσική των BHP λειτουργεί ιδανικά όταν έχει μόνο εσένα ως αποδεκτη (όσο εγωιστικό και αν ακούγεται αυτό), καθώς η ίδια της η φύση μου φαίνεται συγκλονιστικά προσωπική. Θα γίνω μεγαλόκαρδος βέβαια και θα πω ότι δεν με ενόχλησαν οι υπόλοιποι (!!!) έστω και αν είχαμε το κλασσικό, υπέροχο, πηγαινέλα που χωρίς αυτό καμιά συναυλία δεν είναι ολοκληρωμένη. Αν σκεφτείς κιόλας ότι δεν ήταν και γεμάτο το Fuzz, θα έλεγε κανείς ότι δε θα χρειαζόταν τοσο περπάτημα για να βρουν μια καλή θεση και να το απολαύσουν. Τελευταίο σημείο γκρίνιας ο ήχος, που θα πίστευε κανείς ότι μια που η μουσική ήταν κατά κύριο χωρίς πολλές παραμορφώσεις, θα έπρεπε να ναι πιο καθαρός. Τέλος όμως στα παράπονα γιατί κατά τ’ αλλα το live ήταν αρκούντως μαγευτικό. Διάχυτα μελαγχολικοί, ψιθυριστικά υποτονικοί σε στιγμές, ξεσπασματικά έντονοι σε άλλες, απαιτούσαν καθολική προσοχή όσο έλεγαν της ιστορίες τους. Χωρίς πολλές ομιλίες ευτυχώς, δεν σε άφηναν να αφαιρεθείς από το ρου του δίσκου. Και η αλήθεια είναι ότι είναι και αυτός μεγάλος δίσκος. Και η φωνή του Jenkins παραμένει από το πιο ωράια πράγματα που έχουν αποτυπωθεί σε κάποιο ψηφιακό ή αναλογικό μέσο.

Το καινούριο κομμάτι θεματολογικά κάπως ευκολώς αναμενόμενα συναισθηματικόεπαναστατικό, αλλά μουσικά αρκετά υπέροχο για να δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες για όταν αξιωθούν να βγάλουν τον καινούριο δίσκο (έχουν περάσει και μπόλικα χρόνια από το “Six” άλλωστε). Τα δυο τελευταία πράγματα που θέλω να σημειώσω είναι ότι ιδιαιτέρως ευχάριστη η πολυποίκιλη ηλικιακή κατανομή του κοινού και ότι επιτέλους πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσει αυτή η φάρσα με τα encore. Τέλος, δεν ξεχνώ ότι του χρόνου τα 20χρονα από το “2” και ελπίζω να ξανακάνουμε μια γύρα, ώστε να μιλήσουμε με περισσότερους υπερθετικούς βαθμούς.

ο νέος δίσκος των Wolf Eyes

•28 Μαρτίου, 2017 • Σχολιάστε

Η γενικευμένη ασάφεια που έχει επιβάλλει στην τέχνη (αλλά και στα πάντα) ο 21ος αιώνας δημιουργεί -κυρίως- αρκετές κουβέντες για την τέχνη την ίδια (αλλά και για τα πάντα). Νιώθω ένα φευγαλέο συναίσθημα πως τα πάντα σήμερα είναι σαν το διάστημα που ακολουθεί το πέρας μιας πολύ έντονης τηλεοπτικής ταινίας: πρώτα την βλέπεις, έπειτα κάθεσαι και την συζητάς. Την αναλύεις, την υπεραναλύεις, την νοηματοδοτείς, την επανανοηματοδοτείς, την ταυτίζεις με το σήμερα, την νοσταλγείς, και στο τέλος επιστρέφεις σε αυτήν για να την ξαναδείς, να την ξαναφτιάξεις τελικά, με απώτερο σκοπό να επαναφέρεις κάπως το συναίσθημα, τις συνθήκες, τα πάντα πριν απο το πέρας της ταινίας αυτής. Το κατά πόσο αυτό είναι στα αλήθεια σημερινό χαρακτηριστικό αποτελεί με τη σειρά του θέμα συζήτησης. Πάνω σε αρκετές απο αυτές τις συζητήσεις, για να το πάω λίγο στη μουσική, έχω ακούσει το επιχείρημα πως εν ολίγοις δεν είναι πια δυνατό να κυκλοφορήσουν οι λεγόμενοι κλασικοί δίσκοι, οι μεγάλοι δίσκοι που αλλάζουν τις ζωές μας, και πως αυτό δεν είναι το αποτέλεσμα μιας λιγότερης έμπνευσης, είτε μιας «όλα έχουν παιχτεί» μιζερολογίας, αλλά λόγω της μορφής της ίδιας της μουσικής βιομηχανίας, με την αμεσότητα στην πρόσβαση και τον ακατάπαυστο ρυθμό της κυκλοφορίας να μη δημιουργούν τις συνθήκες εμβάθυνσης στο μουσικό έργο το ίδιο.

Όλο αυτό φέρει τις ανάλογες επιπτώσεις στην μουσική σκηνή την ίδια: τα μέσα αλλάζουν, οι τεχνολογίες προσθέτουν δυνατότητες, οι καλλιτέχνες προσαρμόζονται, τα μουσικά είδη τέμνονται, οι κανόνες μπλέκονται, τα όρια γίνονται δυσδιάκριτα, η επανάληψη μεγάλη, το streaming παίρνει φωτιά, η κατανάλωση γίνεται ακραία, και σαν δώρο σου δίνεται η νοσταλγία, η γλυκιά ανάγκη αυτή να γυρίσεις πίσω σε αυτά που αγάπησες όταν όλα ήταν λίγο πιο αθώα, και φυσικά να τα αγοράσεις ξανά, σε κάθε πιθανό αναβιωμένο ή μη μέσο.

Η ερώτηση είναι αν υπάρχουν όντως «κλασικά» albums πια, και αν ναι ποια είναι αυτά, και αν όχι αν τα χρειαζόμαστε, και αν δεν είμαστε βέβαιοι τελοσπάντων τι σκεφτόμαστε για όλα αυτά.

Περνώντας στον κεντρικό πυρήνα της δημοσίευσης, ένα βασικό χαρακτηριστικό της λεγόμενης πειραματικής μουσικής είναι πως είναι τόσο απέραντη, που σε συζητήσεις για αυτήν θα καταλήξεις πάρα πολύ γρήγορα πια σε name dropping παρά να μιλάς για τα κάποια ουσιαστικότερα πράγματα που σου χαρίζει το μεγαλύτερο δέσιμο με έναν καλλιτέχνη και το έργο του. Είναι πολλοί, είναι καλοί, είναι παντού, είναι δωρεάν, δεν υπάρχει ο χρόνος. Οπότε, στις ίδιες συζητήσεις, όταν κάποιος θα ρωτήσει ποιο νέο δίσκο περιμένεις να κυκλοφορήσει, ποιο νέο υλικό ανυπομονείς να ακούσεις, ποιανού καλλιτέχνη θα ψάξεις εκ των προτέρων τις επόμενες κινήσεις, προτού αυτές εμφανιστούν μπροστά σου ως τετελεσμένες, θα πρέπει ίσως να έχεις στο μυαλό σου μια λίστα.

Νομίζω πως ο κάθε άνθρωπος έχει μια λίστα, και έχω και εγώ μία, και πάντα λέω πρώτους τους Wolf Eyes.

Απο τους πέντε που διαβάζετε το κείμενο, με τους τρεις πιθανότατα έχουμε μιλήσει απο κοντά. Και στους τρεις έχω αναφέρει πως οι Wolf Eyes είναι για μένα μια μπάντα ανάλογης σημαντικότητας με τους Sonic Youth ως προς την επιδραστικότητά τους, και μέρα με τη μέρα (σε συζητήσεις που έχω με τον εαυτό μου) πείθομαι πως τελικά πρόκειται για ένα ακόμα πιο συμπαγές φαινόμενο. Η έκρηξη του cdr στην Αμερική την προηγούμενη δεκαετία τροφοδότησε το μαζικότερο ίσως κίνημα της noise μουσικής (ή street noise μουσικής, όπως την λέω με τον εαυτό μου) που έγινε ποτέ, και με την πάροδο του χρόνου εμφανίστηκαν εκατοντάδες νεαροί dudes, που με πρότερο hobby το skate και ίσως την punk rock μπάντα που διατηρούσαν στο υπόγειο, είδαν μια προοπτική στον θόρυβο. Αυτό αν σταματούσε εκεί θα ήταν κάτι ας πούμε αυτοαναφορικό. Αλλά δεν έμεινε εκεί, καθώς ένα μεγάλο μέρος του αμερικάνικου (για αρχή) indie είδε πως οι noise πατέντες θα μπορούσαν να αφομοιωθούν πολύ ομαλά στην συνθετική του τεχνοτροπία. Προσπερνώντας το βιογραφικό κομμάτι τόσο του αμερικάνικου noise, όσο και των Wolf Eyes των ίδιων, ερχόμαστε στην παρούσα δεκαετία, όπου το Dread ακούγεται σαν την μακρινή νεανική κραυγή, το Human Animal στην Sub Pop την ξεκάθαρη άρνηση να γίνουν μια μπάντα της Sub Pop εξαργυρώνοντας κάπως την αξία τους, και το Always Wrong σαν τον πιο ολέθριο απόηχο του industrial που έχω ακούσει μάλλον ποτέ. Η διάλυση που ακολούθησε άλλαξε τον συνθετικό πυρήνα της μπάντας, μιας και ο Aaron Dilloway αποφάσισε να το τρέξει μόνος του (κάνοντας τεράστια πράγματα που δε θα μπω στον πειρασμό να αναπτύξω εδώ), ενώ οι Young/Olson επιστράτευσαν τον roadie τους James Baljo, περίπου στη θέση του, μάλλον επειδή ήθελαν απλά να είναι τρεις. To No Answer-Lower Floors στην De Stijl το 2013, μας σύστησε στην ουσία τους νέους Wolf Eyes: ο ήχος μασημένης new wave κασσέτας του 1982, ο πεταμένος ρυθμός, οι περιφερειακές κιθάρες (τα εφέ τους μάλλον), και η γενικότερη σερνάμενη ροή του ήχου σε συνοδεία των παρακμιακών φωνητικών έδιναν το στίγμα της πορείας: η American Tapes έχει κάνει τον κύκλο της, ο θόρυβος δεν είναι αυτοσκοπός, το shock θα είναι διαφορετικό. Η άρνησή τους για δεύτερη φορά να χαλαρώσουν, μετατρέπει τον επόμενο δίσκο I Am A Problem: Mind In Pieces, δύο χρόνια μετά στη Third Man, απο ολέθριο λάθος σε δυναμίτη. Με τον ελάχιστα πιο καθαρό ήχο και τις πιο εμφανείς κιθάρες να κοστίζουν αρκετούς χιλιάδες followers την ημέρα που ο Jack White είχε την ιδέα να αναλάβει ο John Olson για μια ημέρα το instagram της εταιρίας. Στην εποχή των social media καταλάβαμε και κάπως πιο εμφανώς το τι είναι οι Wolf Eyes σαν άνθρωποι, θυμίζοντας εκείνο το τίποτα_στα_σοβαρά μπλογκ κάπου στα βάθη του ελληνικού ίντερνετ. Μια μηδενική σοβαρότητα που αντιτίθεται με ένα φωναχτό τρόπο στην παλαιών αρχών «κλασική» σοβαροφάνεια σήμα κατατεθέν τόσο των πειραματικών όσο και των βάνδαλων του ήχου. Δεν έχω βρει κάτι που να μη συμπαθώ στους Wolf Eyes. Εδώ και περίπου μια εβδομάδα ακούω καθημερινά το Undertow, νέο δίσκο τoυς, στο δικό τους label Lower Floor Music. Ο δίσκος που περίμενα για το 2017 σε εκείνες τις συζητήσεις. Η διάρκειά του είναι ακόμα μικρότερη, και ο ήχος του ακόμα πιο περίεργος απο τον προκάτοχό του. Φωνητικά με μπουντρουμική ηχώ (σε όσα κομμάτια απαιτούνται), ήχος που ακούγεται το ίδιο Smegma σε όποιες στροφές και αν παίξεις τον δίσκο, free jazz λογική, acid folk κλεψίματα, ηχητικό συναισθηματικό πέσιμο και μια δευτερεύουσα προσπάθεια της μπάντας να ενσωματώσει στη μουσική της τον ήχο διαφόρων projects των μελών της μπάντας, με εμφανέστερο αυτό των Stare Case και λιγότερο αυτό των Dead Machines, και αυτο κυρίως στο Right Ιn Front Of You cdr που συνοδεύει το LP, που στα αυτιά μου είναι η συνέχεια του Superstitions Of The Sea του 2009. Το Undertow έχει παίξει εφτά φορές στο πικάπ, τουλάχιστον 25 σε διάφορους mp3 player ενώ παίζει συνεχώς και στο κεφάλι μου όταν δεν το ακούω.

Πέραν της γενικότερης αγάπης για τη μπάντα, πέραν του λατρεμένου #fuck_patriarchy banner στο site τους, πέραν της πολιτικής θέσης που έχουν βάλει πια σε πιο περίοπτη θέση στην συνολική παρουσία τους, ένα album που ακούω τόσες φορές (και θα ακούω για άλλες τόσες) δε μπορώ να διανοηθώ πως γίνεται να μην είναι «κλασικό» για εμένα, ακόμα και στα μικρομεγέθη ακροατών που αναφέρεται μια μπάντα σαν τους Wolf Eyes.

Αν μιλάμε όμως για την μεγάλη εικόνα, οι απαντήσεις μου είναι οι εξής : Δεν υπάρχουν πια κλασικά albums. Δεν χρειαζόμαστε πια κλασικά albums. Δεν χρειαζόμαστε άλλη νοσταλγία.

Χρειαζόμαστε περισσότερους Wolf Eyes και περισσότερα Undertow.

smoke, lights, noise

•26 Μαρτίου, 2017 • Σχολιάστε

Ήταν 21 Μαίου 2005. Οι Κωνσταντίνοι και Ελένες αυτού το κοσμάκη γιόρταζαν την ονομαστική τους εορτή, οι Ελληνίδες και Έλληνες αυτού του κοσμάκη ετοιμάζονταν να πανηγυρίσουν την νίκη στη Eurovision της (εορτάζουσας) Παπαρίζου και εμείς είχαμε βρεθεί να περιμένουμε έξω από το (έτοιμο να μετατραπεί σύντομα σε σουπερμάρκετ) Ρόδον για να δούμε τους Isis, που ήταν τότε στα καλύτερά τους (τώρα καλά καλά δεν μπορούμε να ψάξουμε στο google τους Isis). Κάπου εδώ θα ήταν αναμενόμενο να γίνει μια αναδρομή γεμάτη συναισθηματισμό στην ιστορία και σημασία του Ρόδον για τη μουσική στην Ελλάδα, αλλά επειδή δεν πρόλαβα να δεθώ ιδιαιτέρως συναισθηματικά με το Ρόδον, δεν θα την κάνω. Support στους Isis ήταν οι Jesu του Broadrick, στις συναρπαστικές αρχές τους ακόμα (πριν γίνουν πιο βαρετοί και από το σιδέρωμα) και ο Tim Hecker (αγνώστων λοιπών στοιχείων για μας που χαμε πάει να δούμε τους Isis).

Κοιτώντας πίσω σε εκείνη την εποχή διαπιστώνω ότι και ο Hecker ήταν ακόμα στην αρχή του (ως Hecker τουλάχιστον, γιατί το όνομα Jetone ήταν ήδη σχετικά γνωστό), βρισκόμενος ανάμεσα στο «Mirages» και στο breakthrough του «Harmony in ultraviolet». Φυσικά, εγώ τότε δεν είχα ιδέα για όλα αυτά (και άρα δεν μπορώ να το παίξω πρωτοντεμάκιας) και πέρα από μια αμυδρή περιέργεια για το τι ήταν αυτός ο τύπος, ήμουν περισσότερο επικεντρωμένος στις μπύρες με το υπόλοιπο παρεάκι (ήταν ωραίο το τότε παρέακι για να τα λέμε όλα). Όταν ξεκίνησε να παίζει ο Hecker όμως, και παρά το γεγονός ότι το ambient/noise/etc μίγμα που παρουσίαζε δεν ήταν ακριβώς μέσα στα ακούσματά μου, θυμάμαι τον εαυτό μου να εντυπωσιάζεται. Φυσικά, 12 χρόνια μετά δεν θυμάμαι καν τι έπαιζε, αλλά το αίσθημα ότι βρισκόμασταν μπροστά σε κάτι τρομερά ενδιαφέρον παραμένει ξεκάθαρο στο μυαλό μου.

Fast-forward 10 χρόνια μετά, πάλι Μάιος, πάλι Αθήνα, χωρίς eurovision αυτή τη φορά, έξω από ένα άλλο χώρο, όχι τόσο ιστορικό (ή τόσο ωραίο) όσο το Ρόδον, σε μια αρκετά διαφορετική Αθήνα, δίπλα σε ένα πολύ διαφορετικό κοινό, όντας ένας αρκετά διαφορετικός άνθρωπος. O Tim Hecker έχει κυκλοφορήσει τον καλύτερο (κατ’ εμέ) δίσκο του, το «Ravedeath, 1972» και έναν αντάξιο, διάδοχό του, το «Virgins», βρίσκεται σε μεγάλα κέφια και έχει γίνει ένας από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες. Η δε αναμονή να τον δούμε πλέον, είναι μάλλον μεγαλύτερη από αυτή πριν τους Isis, καθώς, σε αντίθεση με το 2005, οι συναυλίες δεν είναι πολύ συχνό φαινόμενο στη ζωή μας και η απόφαση να ξεκουβαλήσουμε παίρνεται σαφώς πιο δύσκολα. Επιπλέον, το συγκεκριμένο live ερχόταν ως ζευγάρι μαζί με την πρώτη εμφάνιση του Ben Frost στην Ελλάδα, οπότε ο ενθουσιασμός ήταν ακόμα μεγαλύτερος. Φυσικά, γκαντεμιές συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες, και ένα ατύχημα δεν μας επέτρεψε να δούμε ποτέ τον Hecker στην επιστροφή του στη Ελλάδα.

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2017, μια χρονιά που έχει αρχίσει να εξελίσσεται σε ανάλογη του 2005 σε συναυλίες που έχουμε κανονίσει ή θα κανονίσουμε να πάμε. Δεν ξέρω πως, αλλά το συναυλιακό πρόγραμμα φέτος είναι τόσο ελκυστικό που μοιάζει σχεδόν αμαρτία να μη δούμε όσα περισσότερα μπορούμε. Μεγάλο μέρος των καλών νέων οφείλεται στις διοργανώσεις της Groove Productions στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγ. Παύλου, η πρώτη εκ των οποιών ήταν η επιστροφή του Tim Hecker, σε ένα χώρο πολύ πιο ταιριαστό στη μουσική του από ότι το Ρόδον ή το Ρομαντζο. Βρισκόμαστε λοιπόν οι τρεις μας, έξω από την εκκλησία (για τρίτη φορά), περιμένοντας να καταφέρουμε να δούμε επιτέλους τον Καναδό. Ο κόσμος αρκετός (η συναυλία sold-out γαρ), η αναμονή με λίγη περισσότερη γκρίνια από ότι θα ήταν το 2005 και η είσοδος στην εκκλησία ανά τετράδες καθότι απαιτούταν η ταχτοποίηση του κόσμου στα στασίδια από τους διοργανωτές, εξαιτίας του πολύ καπνού που χρησιμοποιήθηκε για το στήσιμο του live (και έφερε μνήμες άβολων στιγμών στους Sunn O))) στο An).Εκεί λοιπόν, καταλήγουμε καθισμένοι στη γεμάτη εκκλησία, μπροστά σε μια σειρά μπλε προβολάκια, αναμένοντας την αρχή του live.

Ίσως ο όρος live να χρησιμοποιείται κάπως καταχρηστικά, αλλά αυτό είναι μια συζήτηση που, αν και ενδιαφέρουσα, πρέπει να γίνει κάποια άλλη στιγμή. Στην καθορισμένη ώρα (Ευρωπαίοι γίναμε), η μουσική ξεκινάει, τα προβολάκια αρχίζουν να παιχνιδίζουν και ο Hecker δεν φαίνεται πουθενά. Οι θεατές αρχίζουν να ψιλοκοιτάζονται μεταξύ τους και να αναμένουν, αλλά καθώς η συναυλία προχωρά, συνειδητοποιούν όλοι λίγο πολύ ότι μάλλον δεν θα εμφανιστεί πίσω από το τείχος καπνού κάτι παραπάνω από την αμυδρή σιλουέτα του Hecker. Αργότερα θα θυμηθώ, ότι κάτι ανάλογο είχε συμβεί και το 2005, όταν ο Hecker έπαιζε το set του από τη θέση του ηχολήπτη και όχι τη σκηνή. Δεν θα αναλύσω πολύ τις θεωρητικές προεκτάσεις της (μη) παρουσίας του μουσικού σε μια συναυλία. Είναι σαφές ότι αφού επιλέγεις να παραβρεθείς σε μια τέτοια εκδήλωση, αναζητάς σε κάποιο επίπεδο την φυσική επικοινωνία με τον μουσικό και η ανατροπή μιας τέτοιας νόρμας δεν ξέρω αν είναι ενδιαφέρων πειραματισμός ή αχρειάστη avant-gardeίλα. Από την άλλη πλευρά και μόνο το γεγονός ότι θα συζητηθεί, σημαίνει ότι σε κάποιο επίπεδο πέτυχε το σκοπό της. Επίσης θα ομολογήσω ότι ο συνδυασμός της αμυδρής παρουσίας του μουσικού και της φυσικής επίδρασης των δονήσεων της ίδιας της μουσικής παρουσίαζε μια άκρως καθηλωτική εμπειρία.

Ο Καναδός είναι αποδεδειγμένα μεγάλος μαέστρος στη διαχείριση και επεξεργασία των ήχων. Κινείται ανάμεσα στο ambient, στο κλασσικό και στο noise με τόση επιδεξιότητα που βλέπεις την εξέλιξη της μουσικής στο μυαλό σου ενώ νιώθεις την επίδραση των συχνοτήτων της στα αντικείμενα γύρω σου, στο κτίριο και στο ίδιο σου το σώμα. Για μια ώρα δεν σταμάτησε να απαιτεί την προσοχή του κοινού, χωρίς καν να εμφανιστεί μπροστά του. Πολύ πιο θορυβώδης από το πρόσφατο «Love Streams», κάτι που δεν το πολυπερίμενα να πω την αλήθεια, ίσως γιατί πίστευα ότι η επιρροή της 4AD θα γίνεται πιο έντονη όσο περνάει ο καιρός. Αν και θα λάτρευα μια παρουσίαση των πιο κλασσικότροπων στοιχείων της μουσικής του, δεν υπήρχε στιγμή στη μια ώρα που διάρκεσε το set που να βαρέθηκα ή να αφαιρέθηκε η προσοχή μου.

Σωτήριο έτος 2017, 22 Μαρτίου, ώρα 22:30. Εμείς στη Φιλελλήνων να κινούμαστε προς το μετρό, ευχαριστημένοι από την αρχή της συναυλιακής σαιζόν, περιμένοντας με ανυπομονησία τον ερχομό του Fennesz στην Αγγλικανική (ώστε να θυμηθούμε ημέρες Synch) και προγραμματίζοντας τα υπόλοιπα που θέλουμε να δούμε. Στο ενδιάμεσο, The Black Heart Procession, και προσπάθεια να κάνουμε κατσαπ με τις φετινές κυκλοφορίες που έχουν αρχίσει να μαζεύονται. Αν βρούμε χρόνο μπορεί να κάνουμε και καμιά δουλειά.

Going deeper underground

•20 Μαρτίου, 2017 • Σχολιάστε

Υπάρχουν κάποιες χρονικές στιγμές στην πορεία ορισμένων καλλιτεχνών, τόσο έκδηλα μεταιχμιακές, που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρατήρησης. Κάνοντας πρόσφατα μια ανασκαφή σε παλιούς δίσκους, έπεσα (sic) πάνω στο “The Miners’ Hymn” του Jóhann Jóhannsson, το οποίο είναι ένα ξεκάθαρο σύνορο ανάμεσα σε δυο ιδιαιτέρως διακριτές περιόδους του. Τον Jóhannsson τον έμαθα πρώτα με το “Virðulegu Forsetar”, αλλά τον αγάπησα κυρίως με το, εκπληκτικό,  “IBM 1401, A User’s Manual”, ίσως την καλύτερη στιγμή των πρώτων Touch/4AD ημερών του, των ημερών που τον είχαν χαρακτηρίσει έναν από τους πιο ελπιδοφόρους νέο-μινιμαλιστές συνθέτες και μέρος μιας γενιάς εντυπωσιακών Ισλανδών μουσικών που είχαν αρχίσει να κάνουν όνομα στους ευρύτερους νέο-κλασσικούς/ambient κύκλους.

Κάποια στιγμή, μετά το 2012, τον ανακάλυψε το Hollywood και ο ευρύτερος κινηματογραφικός κόσμος, με αποτέλεσμα να μείνουν πίσω οι προσωπικοί του δίσκοι, για να επικεντρωθεί στην, σαφώς πιο επικερδή, παραγωγή soundtrack. Ας μη με παρεξηγήσει κανένας, δεν το λέω επικριτικά, είμαι σίγουρος ότι αποτελεί σημάδι της αναγνώρισης της αξίας του και δύσκολα κάποιος θα έλεγε όχι σε προτάσεις όπως το “Prisoners”, το “Theory of Everything” ή το “Arrival” και από πλευράς οικονομικής και από πλευράς δυνατοτήτων παραγωγής. Προσωπικά όμως, εντός ελαχίστων εξαιρέσεων, το “ορχηστρικό soundtrack” δεν είναι από τις μεγάλες μου αδυναμίες στη μουσική, οπότε τα τελευταία 5-6 χρόνια μου έχει λείψει ο Jóhannsson των πρώτων album, καθώς με την εξαίρεση του, υπέροχα minimal, “Prisoners”, τα υπόλοιπα δεν με κέρδισαν και πολύ. Φυσικά, θα κατανοήσω ότι μάλλον όλος αυτός ο ντόρος γύρω από το όνομα του Ισλανδού, είναι αυτό που οδήγησε στο να κυκλοφορήσει το τελευταίο του album (“Orphée”) στην Deutsche Grammophon, το οποίο από μόνο του είναι ένα εμφανές δείγμα επιτυχίας στο νέο-κλασσικό χώρο. Όσο και αν μου άρεσε το “Orphée”, θεωρώ ότι είναι εμφανή μέσα του τα χαρακτηριστικά των μεγάλων σαλονιών και δεν μπορεί παρά να μου λείπουν κάπως οι πιο απλές, πρώτες ημέρες.

Ανάμεσα λοιπόν στις μέρες του «ενός από αυτούς τους Ισλανδοπερίεργους» και του περιζήτητου συνθέτη, έρχεται να σταθεί το “The Miners’ Hymns”. Ένα soundtrack, το οποίο για κάποιο λόγο συμπεριλαμβάνεται στα “κανονικά” album του (το οποίο είναι μάλλον και το πιο ξεκάθαρα μεταβατικό χαρακτηριστικό του). Έρχεται να ακολουθήσει το επίσης κάτι-σαν-soundtrack “And In The Endless Pause There Came The Sound Of Bees” και αντικαθιστά τον πιο ορχηστρικό του χαρακτήρα με μια επιστροφή στις πρώτες, ambient μέρες του ως μουσικού. Το “The Miners’ Hymns” έρχεται να συνοδεύσει το ομώνυμο, βουβό, ντοκυμαντέρ του Bill Morrison, για τον ειδυλλιακό βορρά της Αγγλίας την μαγευτική περίοδο των μέσων της δεκαετίας του 80. Για όσους αρέσκονται σε κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις με ταξικό χαρακτήρα, είμαι σίγουρος ότι μάλλον δεν υπάρχει πιο πρόσφορο έδαφος από το Ην. Βασίλειο των Θατσερικών 80s, τα οποία μέσα από τη μαυρίλα τους πρόσφεραν έμπνευση σε πολλούς καλλιτέχνες διαφόρων ειδών τέχνης να δημιουργήσουν Μεγάλα Πράγματα (ή αλλιώς ΜΠ). Αναμένω πότε θα αρχίσουμε να κάνουμε post-Brexit παραλληλισμούς, αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξω κανένα νέο-punk revival.

Αναμενόμενα ίσως, το “The Miners’ Hymns” χαρακτηρίζεται από την μαυρίλα της πρώτης ύλης που βρίσκεται στο επίκεντρό του. Έχει απολέσει μεγάλο μέρος του ελεγειακού χαρακτήρα των προκατόχων του, για μια εναλλαγή ανάμεσα σε ημι-απειλητικά ασφυκτικές ατμόσφαιρες και αγωνιούσες για μια πολυπόθητη γαλήνη στιγμές. Όσο και αν δεν αποφύγουμε τα κλισέ, ο χαρακτηριστικά ομιχλώδης αγγλικός Βορράς είναι κυρίαρχος εδώ, με την παραίτηση και την επιμονή του, κάπου ανάμεσα στον αιθέρα και στο υπέδαφος, με όλες τις αντιθέσεις που τον κάνουν ξεβαμμένα γοητευτικό αλλά και όχι ένα μέρος που θα επέλεγες για μια άνετη ζωή. Δεδομένου ότι ο δημιουργός είναι Ισλανδός και χρονικά (και όχι μόνο) απομακρυσμένος από τις εμπειρίες των ανθρακορύχων του Durham, καταφέρνει να συνοδεύσει κατάλληλα τις αρχειακές εικόνες του Morrison. Φυσικά, και μόνο η δημιουργία τέχνης εμπνευσμένης από τις (δύσκολες) εμπειρίες μιας ξένης προς εσένα κοινωνικής ομάδας σηκώνει μπόλικη συζήτηση, αλλά αυτό θα πρέπει να γίνει κάποια άλλη στιγμή και ίσως να οδηγήσει στο να χάσουμε την ομορφιά που περιέχεται σε αυτές τις συνθέσεις.

Στο “The Miners’ Hymns” o Jóhannsson σχεδόν φαίνεται να προβλέπει την μουσική εξέλιξή του, κρατώντας όμως τα εφόδια τις μέχρι τότε καριέρας του. Είμαι σίγουρος ότι η εν λόγω κυκλοφορία μάλλον θα έχει τη μοίρα να παραπέφτει πάντοτε, είτε από αυτούς που επικεντρώνονται στα πρώτα album τους, είτε από αυτούς που τον γνώρισαν ως επιτυχημένο συνθέτη μεγαλεπήβολων soundtrack.  Μάλλον αρμόζουσα μοίρα δεδομένου του περιεχομένου του. Καλό θα είναι να φροντίζουμε να το φέρνουμε στο φως πότε πότε, για να θυμόμαστε τη σχέση παρελθόντος-μέλλοντος, αλλά και να απολαμβάνουμε την συνθετική του αξία.

Not all’s about the medium

•12 Μαρτίου, 2017 • Σχολιάστε

Νομίζω ότι όσο υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι που αφιερώνουν χρόνο, χρήμα και συναισθήματα στην σχέση τους με τη μουσική, θα κάθονται να συζητούν για τα διάφορα μέσα που επιλέγονται να την φιλοξενούν όταν ηχογραφείται. Διαφωνίες και προτιμήσεις θα υπήρχαν όταν τα μαγνητικά μέσα ήρθαν να συμπληρώσουν το βινύλιο, όταν η ψηφιοποίηση που έφεραν τα cd ήρθε να αντικαταστήσει το αναλογικό του παρελθόντος και η διαφωνία της δικιάς μας γενιά μάλλον ήρθε κάπου στα late 90s με early 00s με την εμφάνιση του (διαβολικού κατά πολλούς) mp3. Κάπως έτσι ξεκινήσαμε να συζητάμε για ποιότητα, ζεστασιά, ήρθε στο λεξιλόγιό μας πρώτα το lossy και μετά το lossless (με την έλευση του FLAC) για να κάνουμε μια πλήρη περιστροφή και να καταλήξουμε πάλι (μέσω της ευρύτερης vintage νοσταλγίας που μας χαρακτηρίζει) πίσω σε βινύλια, κασέτες και, περιμένω κάπου στο βάθος την επανεμφάνιση του 8-track. Μεγάλος χαμένος της ιστορίας μάλλον το mini-disc που ποτέ δεν κατάφερε να κερδίσει το cult status που θα του επέτρεπε να γίνει το νέο, αγαπημένο μέσο των indie κύκλων.

Σε αντίθεση με ότι διαφαινόταν στις αρχές της νέας χιλιετίας, όπου όλα έμοιαζαν να γίνονται ψηφιακά, και ο κόσμος πετούσε πικαπ, cd players, κασετόφωνα, diskman και άλλα τέτοια ρομαντικά για dvd και σκληρούς δίσκους, η τάση των ’10s είναι πολύ περισσότερο back to basics. Πλέον pickup βρίσκεις ακόμα και δίπλα σε επιτραπέζια και καφετιέρες, το οποίο δεν θεωρώ εν γένει αρνητικό. Το πρώτο βήμα στην επαφή με κάτι, θα πρέπει να είναι εύκολο και affordable, αν δεν θέλουμε να καταλήξουμε σε καταστάσεις στείρου ελιτισμού, που θα πρέπει να καταφύγεις σε κυνήγι θησαυρού για να βρεις αυτό που θέλεις. Από την άλλη πλευρά, η αγορά του ίδιου του βινυλίου έχει αρχίζει να ξεφεύγει σε κόστος. Και δεν μιλάω μόνο για τυχόν μικρές παραγωγές (όπου να δεχθώ ότι το κόστος παραγωγής είναι δυσανάλογα υψηλό) αλλά ακόμα και σε πιο ευρείς κυκλοφορίες οι τιμές πλέον είναι αρκετά δυσπρόσιτες για πολλούς. Το πιο αστείο από όλα είναι ότι φαίνεται να συμπαρασύρει αυτή η τάση και τις τιμές των cd χωρίς να υπάρχει κάποιος ουσιαστικός λόγος, περαν του  «ας βγάλουμε όσα μπορούμε από τα κορόιδα». Οι κασέτες ακόμα διατηρούνται σε φυσιολογικά επίπεδα, αλλά οι μέρες δόξας τους ξανάρχισαν σχετικά πρόσφατα (θεωρώ κυρίως λόγω της αγάπης που έχουν δείξει η ευρύτερη κοινωνία των hipsters για τα 80s), οπότε τους δίνω λίγο χρόνο μέχρι να αναγνωρίσουν οι σχετιζόμενοι τις δυνατότητές τους.

Η κατάσταση με το βινύλιο ειδικά ήταν αναμενόμενο ότι θα κατέληγε εδώ, όταν η μεγαλύτερη μερίδα αφοσιωμένων μουσικόφιλων εκφραζοταν με περισσό πάθος υπέρ της ανωτερότητας του βινυλίου και μετά βδελυγμίας κατά του cd. Κάπως έτσι κάτι που στα 70s ήταν ένα μαζικά παραγόμενο είδος, τώρα έχει αποκτήσει ένα (αδικαιολόγητο πολλές φορές) συλλεκτικό χαρακτήρα είδους πολυτελείας. Το πιο αστείο τον τελευταίο καιρό είναι ότι έχει αρχίσει και μια σχετικά ξέφρενη κούρσα επανεκδόσεων (αυτό που στα 90s γινόταν με τα cd), όπου εκεί σήμερα κάνουμε μια έκδοση στα 500 (και άρα συλλέκτική), του χρόνου μια άλλη έκδοση στα 500 (και άρα πάλι συλλεκτική) και ούτω καθεξής. Το μόνο θετικό στην όλη κατάσταση είναι ότι έχουμε αρχίσει να ξεφεύγουμε από το καθεστώς των μεγάλων ή μεγαλομεσαίων δισκογραφικών και η νόρμα του παρόντος και του μέλλοντος τείνει να γίνει η μικρή εταιρεία, η οποία κατά κανόνα αφιερώνει περισσότερο μεράκι και έμπνευση σε αυτά που κυκλοφορεί, με αποτέλεσμα να βγαίνουν έργα τέχνης από όλες τις απόψεις. Δικτυακοί τόποι όπως το bandcamp, το bigcartel και άλλα έχουν βοηθήσει πολύ στη διάδοση και στην ευκολία στην πρόσβαση σε όλο αυτό το υλικό, αν και ακούω ότι και εκεί έχει ξεκινήσει συζήτηση περί κέρδους και εκμετάλλευσης. Μέχρι στιγμής πάντως το μοντέλο λειτουργεί, αν και απαιτεί στενή παρακολούθηση καθώς οι περισσότερες μικρές κυκλοφορίες δύσκολα βγαίνουν σε πάνω από 100 αντίτυπα. Πάντως ως έρευνα αγοράς οι τιμές παραμένουν πολύ χαμηλές, ειδικά αν υπολογίσει κάποιος την ποιότητα των περισσότερων. Ίσως η καλύτερη απόδειξη ότι αν έχεις έμπνευση, δε χρειάζεσαι πολλά για να δημιουργήσεις ομορφιά.

Δεν ξέρω αν θέλω να καταλήξω σε κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα, αλλά νομίζω ότι όσο και αν μας αρέσει η φυσική πλευρά της ηχογραφημένης μουσικής, όσο και αν θεωρούμε ολοκληρωμένο ένα έργο όταν έχει και ένα καλοφτιαγμένο περιτύλιγμα, καλό θα είναι να διατηρούμε μια κρίση στο πότε η εμπορική πλευρά τείνει προς την εκμετάλλευση. Δεν θα το καταφέρουμε πάντα, γιατί ποιος μπορεί να ελέγξει τα πάθη του πάντα, αλλά η πρόθεση χρειάζεται να υπάρχει.

2

•14 Φεβρουαρίου, 2017 • Σχολιάστε

Αρνήθηκα να διαβάσω το δελτίο τύπου για το νέο album του Costinho. Δηλαδή το διάβασα, αλλά εκ των υστέρων, αφού είχε προηγηθεί τόσο η ακρόαση, όσο και μια καταγραφή των σκέψεων μου για εκείνο. Αυτό έχει να κάνει με ένα μικρό κόλλημα, προσωπικής φύσεως αν θέλετε, όταν με ενδιαφέρει να βγάλω ένα ασφαλές συμπέρασμα για μένα και να αποστασιοποιηθώ όσο γίνεται απο την δημοσιογραφική έννοια του album review.

Ο Costinho είναι ο Κωστής Ζουλιάτης. Των Night on Earth. Ο άνθρωπος πίσω απο το συγκλονιστικό documentary «Anaparastasis: Life & Work of Jani Christou (1926-1970)». Ο άνθρωπος πίσω απο δεκάδες άλλες δράσεις, μουσικές ή γύρω απο τη μουσική. Ο θεωρητικός της πολιτικής ταυτότητας και υπόστασης της avant garde, και συγγραφέας του υπερπλήρους άρθρου «Η avant-garde της αντίστασης – Για μια αντίσταση της avant-garde», δημοσιευμένο στο δεύτερο τεύχος των τετραδίων μαρξισμού.

Θα μπορούσα να συνεχίσω για κάποια ώρα με το ερευνητικό έργο του Κωστή Ζουλιάτη, καθώς και με μια περαιτέρω ανάλυση του μουσικού του βιογραφικού, αλλά απο την τρίτη παράγραφο και μετά θα μιλήσω μόνο για το 2 και την αίσθηση που μου άφησε. Το 2 είναι η δεύτερη δισκογραφική του δουλειά ως Costinho, κυκλοφορεί στην Triple Bath, και θα είναι διαθέσιμη για πρώτη φορά την Πέμπτη 18/2 στην live του παρουσίαση στο Baumstrasse. Αν σας κάνει εντύπωση που το πρώτο του album (στην ίδια εταιρία) λεγόταν 3, εδώ ακούτε την πρόβλεψη πως το επόμενο θα λέγεται 1, και ακριβώς όπως και οι δύο προκάτοχοί του, θα διαρκεί επίσης 44 λεπτά και θα κινείται στο δικό του αυτοσχεδιαστικό σύμπαν, για το οποίο θα μιλήσουμε όταν θα έρθει η ώρα. Το 2 χωρίζεται σε δύο μεγάλα κομμάτια, με πρώτο το 16λεπτο Vicinity και δεύτερο το 28λεπτο Mother Sea. Μιλάμε για δύο μουσικές συνθέσεις με αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα, που δεν κάνουν εκπτώσεις ούτε στη συνθετική ούτε και στην αυτοσχεδιακή τους συνιστώσα. Έπεσα μέσα στο ότι ο Ζουλιάτης έχει χρησιμοποιήσει διαφορετικούς μουσικούς ανα «πλευρά», καθώς σε καθεμια ακούγονται διαφορετικά όργανα, με το διακριτικό πιάνο σαν κοινή συνισταμένη προφανώς παιγμένο απο τον ίδιο. Στην πρώτη έχουν έντονο ρόλο τα έγχορδα (βιόλα, κοντραμπάσο) δίδοντας έμφαση στη χρυσό λεπτό σημείο του αυτοσχεδιασμού με τον έντονο λυρισμό, σε μια καταπληκτική σύνθεση που με πήγε στο συναίσθημα του Limnology του Richard Skelton, και αυτό είναι απο τα αγαπημένα μου κοπλιμέντα για μια σύνθεση βασισμένη στα έγχορδα. Και δεν το έχω κάνει πολλές φορές ως τώρα. Στη δεύτερη ακούω ένα σαξόφωνο, στην αρχή εντελώς συγκεκριμένου ρόλου και αυστηρού ρυθμού, να μετατρέπεται σε ένα free πράγμα που χορεύει με κάποιο synthesizer, κάποια τύμπανα και -ίσως- κάποια περαιτέρω ηλεκτρονικά effects με το πιάνο λίγο πιο διακριτικό, πέραν ενός μεταβατικού σημείου στη μέση όπου αποκτά μάλλον κεντρικό ρόλο. Αν θέλετε να είμαι τολμηρός στους παραλληλισμούς μου, το Mother Sea περιέχει jazz ανάλογης ποιότητας με τον δίσκο που έκανε ο Nils Petter Molvaer με τον Moritz von Oswald, και συγκεκριμένα στο Transition κομμάτι, ακόμα και αν θα ακούσετε διαφορετικά όργανα. Η ομοιότητα -και ο συνδετικός κρίκος- του Vicinity με το Mother Sea είναι στην έντονη συναισθηματική ατμόσφαιρα που στο τέλος παίρνει το παιχνίδι. Σε ένα τελευταίο σχόλιο, μεγάλη αξία έχει μια μουσική αν καταφέρνει να δημιουργεί εικόνες. Στο Mother Sea σκεφτόμουν θάλασσα, ήρεμη στα ήρεμα, ταραγμένη στα ταραγμένα, απέραντη σε κάθε περίπτωση.

Το 2 είναι ο πραγματικά σπουδαίος δίσκος που τον ακούω σε unmastered έκδοση και γνωρίζω πως μεθαύριο που θα τον αποκτήσω και σε φυσική μορφή θα είναι ακόμα σπουδαιότερος.

Και ένα υστερόγραφο, γιατί είναι κρίμα να μην αναφερθεί. Τόσο σήμερα στο Boiler, στα πλαίσια των Boiling Films, όσο και το Σάββατο 18/2 στις 11 στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, θα πραγματοποιηθούν προβολές της Αναπαράστασης. Και στις δύο περιπτώσεις η είσοδος θα είναι ελεύθερη, ενώ στο Boiler η είσοδος θα είναι με ελεύθερη συνεισφορά, που θα στηρίξει την ομάδα SAM SAM (με όμορφες δράσεις μουσικής και τέχνης με τα προσφυγόπουλα στον καταυλισμό της Σούδας στη Χίο). Το Σάββατο επιπροσθέτως θα δοθεί και ομιλία απο τον δημιουργό με θέμα τη λαϊκή ταυτότητα και το ρόλο της παράδοσης στο έργο του Γιάννη Χρήστου.

Persian Surgery Dervishes

•3 Φεβρουαρίου, 2017 • Σχολιάστε

Ακούω μουσική περίπου όλη τη μέρα, κάνοντας ή μη ταυτόχρονα άλλα πράγματα, αλλά κυρίως κάνοντας. Αλλά τη νύχτα είναι κάπως καλύτερα. Ειδικά άμα ήθελα να βγω αλλά τελικά δε βγήκα και με πιάνει αυτό το εφηβικό που θέλω να περάσει όλο το βράδυ με ενεργή ακρόαση, μην κάνοντας κάτι άλλο. Και όχι στο youtube.

Οι πρώτες δύο επανακυκλοφορίες που αγόρασα μέσα στο 2017 ήταν τα Songs For The Ten Voices Of The Two Prophets και Descending Moonshine Dervishes του Terry Riley. Το δεύτερο είναι ένα κοντσέρτο του 1975, τη χρονιά όπου δηλαδή ηχογράφησε και το μαγικό Live Köln 1975 με τον Don Cherry και τον Karl Berger, ένα Descending Moonshine Dervishes όπου τελοσπάντων ο Riley κάνει μια αναπαράσταση του τιτάνιου Persian Surgery Dervishes των 1971/72 στο yamaha του, δοκιμάζοντας την υπομονή μου για την «τρία χρόνια περιμένουμε» επανακυκλοφορία της Aguirre. Αυτή η μουσική έχει έναν και μοναδικό τρόπο ακρόασης. Και δεν είναι το youtube.

Ωστόσο είναι, μέχρι να μην είναι.

Δε μιλάμε απλά για μεγάλα πράγματα εδώ, μιλάμε για ορισμένα απο τα μεγαλύτερα.

Growing pains

•30 Ιανουαρίου, 2017 • Σχολιάστε

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε νομίζω για την πιο εντυπωσιακή ανακάλυψη του 2016. Τελικά κατέληξε στο ν. 2 της λίστας, γιατί, εντάξει, Gorecki είναι αυτός, δεν τον κάνεις εύκολα στην άκρη και γιατί ο Stetson έφερε τέλεια σε πέρας ένα ιδιαίτερα μεγαλεπήβολο εγχείρημα στο “Sorrow”. Οι πρώτες ακροάσεις του “Α Sense of Growth” της Jessica Sligter συγκρίνονται άνετα με τις πρώτες ακροάσεις του “By the throat” του Ben Frost σε ορμή κρούσης του σαγονιού στο πάτωμα. Προφανώς και δεν είχα ιδέα για την ύπαρξή της, παρά το γεγονός ότι η δισκογραφική που την φιλοξενεί, η Hubro, είναι από τις πλέον συμπαθείς σε εμένα. Την Sligter μου την έμαθε η Jenny η Hval, την οποία αγαπώ επίσης παράφορα και η οποία συμμετέχει στο εν λόγω album. Επίσης έχει συνεργαστεί με την Susanna (τι πάει να πει ποια Susanna) σε live εμφάνιση, ενώ στο δίσκο συμμετέχει και ο Eyvind Kang. Από περγαμηνές και συστάσεις δεν τα πάει καθόλου άσχημα αλλά από την πρώτη ακρόαση του “A Sense of Growth” καταλαβαίνεις ότι δεν τις χρειάζεται κιόλας.

 

Πάντα με έλκυαν οι μουσικοί που δεν κατατάσσονται ή δεν περιγράφονται εύκολα, αρκεί να μην γίνονται επιτηδευμένα ασαφείς με σκοπό τον εύκολο avant-garde-ο-εντυπωσιασμό (ή αλλιώς είμαστε “πειραματικοί” για να είμαστε “πειραματικοί”). Η Sligter δεν αφήνει πίσω της τις κλασσικές φόρμες του τραγουδιού, αλλά τα υλικά που απαρτίζουν τις συνταγές της δεν είναι προβλέψιμα, ούτε επαναλαμβανόμενα. Και αν η φύση την προίκισε με μια εκπληκτικά κρυστάλλινη φωνή, από εκείνες που δεν χρειάζεται να φωνάξουν για να βγάλουν όλη την ένταση του κοσμου, είναι ολοφάνερο ότι έχει δουλέψει πάρα πολύ στο συνθετικό κομμάτι. Οι αναφορές που θα ακούσετε εκεί έξω περιλαμβάνουν τον ύστερο Scott Walker (αν και η Sligter είναι σαφώς πιο δομημένη), την αχαλίνωτη τραγουδοποιία της Hval, την avant-folk/pop της Josephine Foster, ακόμα και την ιδιόμορφη μινιμαλιστική jazz των συγκατοίκων της στη Hubro, όπως οι Splashgirl ή οι Building Instrument. To γοητευτικό είναι όμως ότι αν και μπορείς να ακούσεις κάποια στοιχεία, το συνολικό αποτέλεσμα δεν σου θυμίζει κάτι συγκεκριμένο, αλλά δημιουργεί ένα χαρακτηριστικό ηχόχρωμα, όλο δικό της. Κάτι ανάλογο (χωρίς να θέλω να γίνω κουραστικός) με αυτό που έχει καταφέρει η Hval στους δίσκους της. Η Sligter μπορεί να γίνεται με άνεση ταυτόχρονα αφαιρετική και σαγηνευτική, ήρεμη και γεμάτη ένταση, δραματική αλλά και σιωπηλή.

 

Μεγάλο ατού και η διάρκεια του δίσκου, καθώς στα 35 λεπτα του δίσκου, ακούμε πολλά στυλ αλλά καταφέρνουν να μην καταλήξουν σε ένα χαοτικό και χωρίς νόημα μίγμα. Αντίθετα δίνυν μια ελκυστικότατη ποικιλομορφία που θα οδηγήσει τον ακροατεί να επιστρέφει και να ξαναεπιστρέφει προσπαθώντας να ανακαλύψει κάθε κρυμμένη γωνία του δίσκου. Το “A Sense of Growth” θα σε οδηγήσει δε στο “Fear and the Framing” (το προηγούμενο album της), όσο και στο ντεμπόυτο της, που κυκλοφόρησε υπό το όνομα Jae. Όλα αυτά είναι μια ακόμα απόδειξη γιατί η Νορβηγία είναι όντως ευλογημένος μουσικά τόπος, με τα διάφορα δημιουργικά παρεάκια να φτιάχνουν τις γωνιές τους στο καλλιτεχνικό τοπίο της χώρας. Επίσης κάνει ακόμα πιο εμφανές ότι η Hubro είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εταιρείες εκεί έξω, με ξεχωριστούς σε ύφος αλλά συγγενείς σε ατμόσφαιρες μουσικούς. Σε αναμονή, λοιπόν, του επόμενου βήματος (μόνη ή με παρέα), απολαμβάνουμε ξανά και ξανά την ολοκληρωτική ομορφιά του album. Από τα (λίγα) πραγματικά ωραία συμβάντα του 2016 που δίνουν ελπίδες ότι δε θα σταματήσουμε ποτέ να ανακαλύπτουμε άγνωστα πράγματα που θα μας συγκινούν, θα μας γοητεύουν και θα μας κάνουν να ανακαλύπτουμε λίγη περισσότερη μαγεία στον κόσμο γύρω μας.

Mind the gap

•24 Ιανουαρίου, 2017 • Σχολιάστε

Υποθέτω ότι όλες οι γενιές έχουν λόγους να νιώθουν ξεχωριστές, να πιστεύουν ότι μεγάλωσαν σε μια μεταβατική περίοδο, μια που η ιστορία του κοσμάκη τούτου είναι γεμάτη μεταβατικές περιόδους. Γι’ αυτούς που, όπως εγώ, βρίσκονται στα μέσα της τέταρτης δεκαετίας της ζωής τους (τους ανήκοντες στη γενιά των millennials), μια από τις σημαντικότερες μεταβάσεις που έζησαν ήταν τεχνολογική. Πρέπει να είμαστε η τελευταία γενιά που μεγάλωσε χωρίς internet, που θυμάται πως ήταν η κατάσταση πριν, που οι κασέτες δεν ήταν κάποιο hipster μέσο, αλλά ο πρώτος τρόπος για να ανταλλάξουν μουσική. Τούτη είναι η εποχή που αρχίζουμε να χάνουμε ελαφρώς το επίπεδο συνεννόησης με τους επόμενους, λόγω τρομακτικών διαφορών στις μεθόδους επικοινωνίας. Δεν θα καταλήξω σε συμπέρασμα για το τι είναι καλύτερο, δεν θα ρομαντικοποιήσω την έλλειψη τεχνολογίας, μ’ αρέσει το internet γενικά, αλλά όλες αυτές οι διαφορές παρουσιάζουν παρατηρησιακό ενδιαφέρον.

Οι μουσικές αναφορές παραμένουν ένας από τους πιο ενδιαφέροντες κώδικες επικοινωνίας που έχουν αρκετές χωροχρονικές επιρροές ώστε να δίνουν σημεία αναφοράς μέσω των οποίων μπορείς να αναγνωρίσεις χαρακτηριστικά των ανθρώπων γύρω σου. Προς τι όλες αυτές οι σκέψεις; Έτυχε να βρεθώ το τριήμερο των Φώτων, εκτός έδρας, σε ένα bar, όπου έπαιζε live μια πάντα κατά κύριο λόγο twentysomethings, αλλά το setlist των οποίων ήταν έαν trip νοσταλγίας προς τα 90s. Δεν ξέρω αν τα ανακάλυψαν μόνοι τους ή αν ήταν επιρροές μεγαλύτερων αδερφιών/φίλων (κάπως έτσι δεν ανοίγουν σε όλους οι διάφοροι μουσικοί δρόμοι;), αλλά απευθυνόμενοι σε ένα κοινό κατά βάση 30αρηδων, νομίζω ότι έδωσαν μπολικη ευχαρίστηση κρίνοντας από τις ξέφρενες αντιδράσεις. Είναι πολύ ενθαρρυντικό ότι οι άνθρωποι μπορούν πολύ συχνά να σε εκπλήξουν μέσω της μουσικής, διασκεδάζοντας με πράγματα που σήμαιναν κάποτε πολλά για σένα, που χαρακτήρισαν την εφηβεία σου, που αφιέρωσες ίσως περισσότερο χρόνο από ότι θα περίμενε κανείς. Σε κάτι τέτοιες καταστάσεις πιστεύω ότι θα θετικά συναισθήματα του ένα, ανατροφοδοτούν τον άλλο, κυρίως όταν βρίσκεις ομοιότητες και επαφές εκεί που δεν το περίμενες (εδώ που τα λέμε βέβαια βοηθούν και μερικά ποτά παραπάνω). Για κάθε στιγμή που μια pop αναφορά μεταξύ γενεών πέφτει στο κενό, υπάρχουν και τέτοιες στιγμές που ανακαλύπτεις ότι δεν είναι και τόσο διαφορετικά τα πράγματα, όσο νόμιζες τουλάχιστον (και ότι τελικά ποτέ δε θα σταματήσεις να πέφτεις μπροστά στο «Fear Of The Dark»).

Τελευταίως, επιστρέφουμε ξανά και ξανά στο θέμα της νοσταλγίας, ίσως γιατί το παρόν έχει τα μαύρα του χάλια. Χρήσιμο και ευχάριστο από τη μια, επικίνδυνο από την άλλη. Το παρελθόν μπορεί να αποκαλύπτει την ανάπτυξη του χαρακτήρα μας, αλλά είναι μια ωραιότατη παγίδα για να μην προχωράμε μπροστά. Κοιτώντας προς το (μουσικό) μέλλον λοιπόν, έφτασαν μέσα Ιανουαρία για να αρχίσει η σχετικά κανονική ροή νέων κυκλοφοριών. Πρώτος μεγάλος σε προσμονή δίσκος για το 2017 (αν και όχι από εμένα τόσο), το καινούριο XX. Πρώτες εντυπώσεις meeeeh. Δεύτερες θα δείξει. Είμαι σίγουρος οτι θα αναλυθεί διεξοδικά παντού. Πρώτη μεγάλη κυκλοφορία για τον γράφοντα, το «A Shadow In Time» του William Basinski. Μεγάλες προσδοκίες, αλλά ακόμα δεν έχω καταφέρει να τον ακούσω. Θα επανέλθω συντόμως ελπίζω. Γενικά δεν έχουμε ψαχτεί με το τι ακριβώς περιμένουμε το 2017, ίσως θα είναι καλύτερα να ευχαριστηθούμε την έκπληξη. Μέχρι την επόμενη φορά, μοιραστείτε τις pop ευαισθησίες σας και παίζει να περάσετε συλλογικά καλύτερα. Εναλλακτικά, οι υπόλοιποι του Sonic Death Monkey συνιστούν τουρνουά Subuteo.

Ξαναβγάζουν το Merzbox λίγο λίγο

•20 Ιανουαρίου, 2017 • Σχολιάστε

(και σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν)

Ακόμα και αν ο Merzbow δεν ήταν και ο,τι σημαντικότερο συνέβη στη noise μουσική, κανείς δε θα μπορούσε να αμφιβάλλει πως πρόκειται για το trademark της, ένα ισχυρό συνώνυμό της για να είμαι ακριβής. Στα λεγόμενα εμπορικά πλαίσια τουλάχιστον, είτε σε μια κοινή καθημερινή μουσική γλώσσα, η λέξη Merzbow σημαίνει «noise μουσική». Είτε είσαι χωμένος «απο τα τέλη των 70’s» στον πειραματικό ήχο, είτε αρκείσαι στο να ποστάρεις το Requiem στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μια φορά το χρόνο και να βάζεις τέρμα το Pulse Demon για να εκνευρίσεις τους γείτονες, είτε, κακά τα ψέματα, τα διάβασες όλα αυτά στο ίντερνετ γιατί στα αθηναϊκά δισκάδικα έβρισκες μόνο τα remixes του Frog στην ευαίσθητη ηλικία όπου οι θόρυβοι σου χτύπησαν πρώτη φορά την πόρτα, για ένα πράγμα δε μπορείς να φέρεις αντίρρηση: Πως η συνεισφορά του Masami Akita -που υιοθέτησε το ψευδώνυμο Merzbow απο το installation «The Cathedral Of Erotic Misery» του Γερμανού καλλιτέχνη Kurt Schwitters- στον πειραματικό ήχο είναι τεράστιου βεληνεκούς και αξίας. Ακόμα και αν τον χωρίσεις σε περιόδους, όπου η Α είναι η Υπερθεϊκή Ανώτερη Τέχνη και η Β κάποια βαρετή και ανούσια, στο γνωστό κρεσέντο που μας πιάνει όταν ασχολούμαστε πολύ με κάτι και χρειάζεται να το κάνουμε κτήμα μας για να δείξουμε πόσο πολύ ασχολούμαστε με κάτι, ο Merzbow έχει μια ξεχωριστή δυναμική σε σχέση με τους άλλους βάνδαλους του είδους.

Το έργο του είναι τόσο μεγάλο σε ποσοτικά πλαίσια, όπου πολλές φορές έχω απαντήσει «ε δεν είναι και σαν τον Merzbow», όταν κάποιος φίλος παραπονιέται πως κάποιος άλλος καλλιτέχνης έχει βγάλει μόνο 20 cd σε ένα οχτάμηνο. Το να έχεις ασχοληθεί στα σοβαρά με έναν καλλιτέχνη σαν τον Merzbow έχει κάποιους παραπάνω πόντους δυσκολίας απο ο,τι συνήθως, καθώς αυτό απαιτεί μια εξαιρετική αφοσίωση, και μια τέτοια αφοσίωση απαιτεί μια ενεργή συμμετοχή, και αυτό είναι ένα βασικό μου επιχείρημα υπέρ των καλλιτεχνών όπου βγάζουν προς τα έξω Όλο το υλικό που ηχογραφούν: πρέπει να κάνει κάποια παραπάνω πράγματα και ο ακροατής. Πράγμα που μας φέρνει σε νέες συζητήσεις για το ρόλο της σύγχρονης τέχνης και την πιο ρευστή αλληλεπίδραση δημιουργού, έργου και κοινού, αλλά έτσι θα φύγουμε απο τον βασικό σκοπό της δημοσίευσης, πράγμα που δε θα ήθελα, αλλά δε θα με ενοχλούσε κιόλας, αλλά τελοσπάντων δε θα γίνει.

Ο Masami Akita σε εποχές προ ίντερνετ, και συγκεκριμένα το 2000, χάρισε στους κάπως πιο εύπορους οπαδούς του το MERZBOX, μια συλλογή πενήντα κυκλοφοριών του, όπου πάνω κάτω μάζευε σε αρκετό βαθμό την 80’s περίοδο και σε βοηθούσε ας πούμε να ξεκινήσεις απο κάπου, σε περίπτωση που δεν το είχες κάνει ήδη. Το Merzbox εξαντλήθηκε, το internet ήρθε, και σίγουρα κάποιο ρώσικο torrent tracker θα χαρίζει 2ΤΒ αρχείων υπο τον γενικό τίτλο «merzbow full discography v0», αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης δείχνει να μη ζορίζεται ιδιαίτερα να φύγει απο την ψηφιακή του περίοδο, θέτοντας ως πρωτεύοντα καλλιτεχνικό σκοπό την διακύρηξη των animal rights και την καθιέρωση του vegan τρόπου ζωής, πράγμα που κάνει σε ακραίο βαθμό εδώ και δεκαπέντε συναπτά έτη. Οπότε το βάρος των επανακυκλοφοριών του Καλού Merzbow (κατά τη γνώμη μου και τα λοιπά) πέφτει στα labels, και συγκεκριμένα σε τρία ευρωπαϊκά, και ακόμα πιο συγκεκριμένα σε δύο ιταλικά και ένα γερμανικό.

Η ουσιαστική και κάπως πιο στοχευμένη αρχή έγινε το 2012, όταν η γνωστή και πρωτοντεμάδικη Vinyl On Demand, μια εταιρία που κυκλοφορεί αυστηρά reissue boxes απο γνωστά και μη αμελητέα ονόματα του παλιού καλού industrial (όσο και του παλιού κακού synth/ebm), κυκλοφόρησε δέκα βινύλια με τίτλο Lowest Music & Arts 1980 – 1983, όπου, όπως ίσως έγινε ήδη κατανοητό απο τον τίτλο, φέρνει στο φως τις πρώτες πρώτες κασσέτες στο label του ίδιου του Masami Akita, ZSF products (πριν λεγόταν Lowest Music & Arts), σε μια εποχή όπου οι δουλειές του ήταν εντελώς επηρεασμένες απο ντανταϊσμό και υπερρεαλισμό, πράγμα εντελώς φανερό στον ίδιο τον ήχο του. Εδώ ακούμε τις πρώτες απόπειρες για tape manipulation, ακουστικές κιθαρες, sound collages και ένα εντελώς άναρχο μπλέξιμο που εκπληρώνει τις avant garde προσδοκίες του δημιουργού, όσο και της πειραματικής κοινότητας, όποια και αν ηταν αυτή το 1980-83. Ένα μεγάλο highlight είναι ολόκληρες οι ηχογραφήσεις του ψυχροπολεμικού Mechanization Takes Command, όπου ηχεί σαν κάτι που οι δημοσιογράφοι θα ανακαλύψουν 30 χρόνια μετά, θα το ονομάσουν proto-techno και θα το «φορτώσουν» στους eurodisco πατέρες της σύγχρονης techno, είτε ακόμα και σε ιταλικά giallo soundtracks, γιατί πλέον δεν υπάρχει όριο στο τι μπορεί να θεωρηθεί τι και απο ποιον. Και αυτο δεν το λέω κακό, απλά εγώ προσωπικά κρατάω πως ο Merzbow το έχει κάνει και αυτό, και μάλιστα 30 χρόνια πριν το δελτίο τύπου για το -κατα τα άλλα συμπαθές- Grand Owl Habitat γράψει «It ain’t for everyone, that’s for sure, but the most fearless DJs and those with a high tolerance for Alberich, Maurizio Bianchi, the most extreme L.I.E.S., Whitehouse or Prurient are urged to get a fix.». Για να μη μακρηγορώ, το εν λόγω box set της Vinyl On Demand αποτελεί για μένα την ιδανική εισαγωγή στον κόσμο του Merzbow, και μιας και πλέον μας άφησε σαν label καθώς -λέει- εκπλήρωσε τον σκοπό του, την σκυτάλη έλαβαν άλλοι ως όφειλαν.

Και μάλιστα πρόκειται για δύο ιταλικά labels, που κινούνται σε παρόμοια πλαίσια, και δη στο power electronics/industrial/noise, όπου με αμελητέα χρονική διαφορά συνέχισαν εκεί που σταμάτησε η Vinyl On Demand. Η Urashima, ως επίσης πρωτοντεμάδικη, αφοσιώθηκε στην ίδια χρονική περίοδο με την VOD, βγάζοντας ετικέτες που πιθανώς να χωρούσαν σε ενα Lowest Music & Arts vol2, και διατηρώντας σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα την κασσετική και αναλογική αισθητική της εποχής στα βινύλια (ναι) των Kibbutz (1983), Collection 009 (1981), Lowest Music.2 (1982) και τελευταία στο μνημειώδες Remblandt Assemblage (1981) όπου αποτελεί έναν κολοφώνα της πρώτης καλλιτεχνικής εποχής του μερουτσουμπάου. Δεν ξέρω αν θα το περιγράψω καλά, αλλά η εμμονή του με τον φουτουρισμό εδώ φτάνει σε κάποιο άνω όριο, ακολουθώντας ευλαβικά την αισθητική και όχι απλά μνημονεύοντας τον Luigi Russolo, τα κολάζ δίνουν και παίρνουν, οι ήχοι είναι εντελώς πρωτόλειοι και κατασκευασμένοι σε φτωχό home studio και εδώ μου δίνεται η εντύπωση πως ο άνθρωπος ήρθε για να κάνει τον κακό χαμό, να φέρει τα πάνω κάτω. Η menstrual recordings πάλι, έκανε κάτι ακόμα πιο έξυπνο. Βλέποντας πως οι πρώτες κασσέτες είναι είτε άφαντες, είτε έχουν ήδη επανακυκλοφορήσει, είτε και τα δύο, αποφάσισε να μπει στο παιχνίδι με καλύτερο τρόπο, πηγαίνοντας λίγα χρόνια μετά και πιάνοντας τα albums πια του Merzbow, και τις κατα τη γνώμη μου ισχυρότερες δουλειές του ως σήμερα. Δηλαδή το Material Action 2 N·A·M του 1983, το Antimonument του 1986, το Ecobondage του 1987 και κυρίως το Storage του 1988. Και μιλάμε για αυτούσιες επανακυκλοφορίες, χωρίς «τολμηρές» προσθήκες στο artwork ή περιττά πειράγματα στον ήχο. Οι συγκεκριμένες ηχογραφήσεις βρίσκουν τον Merzbow να αλλάζει άρδην τον ήχο του, να χρησιμοποιεί ασύδοτα λούπες και cut ups και να αφοσιώνεται στην ηχητική απογύμνωση των τότε επιρροών του, δηλαδή την ηλεκτροακουστική μουσική των Conlon Nancarrow, Luc Ferrari και François Bayle μεταξύ άλλων, τακτική που γιγαντώθηκε στον πραγματικά καλύτερο δίσκο που έκανε ποτέ του, το Batztoutai with Memorial Gadgets. Το επόμενο δηλαδή στη σειρα που περιμένω πως και πως να επανακυκλοφορήσει. Είχε βγει στην RRRecords το 1986.

Συνοψίζοντας αυτό το κάτι σαν ελλιπές άρθρο, που σίγουρα δεν πρόκειται για αφιέρωμα στον Merzbow αλλά μονάχα σε ένα κομμάτι του παλιού έργου του, και αυτό στη σημερινή του μορφή, θεωρώ πάρα πολύ χρήσιμο να υπάρχει κάπου, όχι τόσο «μαζεμένη» αλλά εστιασμένη η πληροφορία. Ποτέ δεν άκουσα περισσότερο Merzbow στη ζωή μου απο όσο άκουσα απευθείας απο τις ηχογραφήσεις που ανέφερα παραπάνω. Ποτέ δεν έδωσα τόση σημασία στα flac του Merzbox που υπήρχαν σταθερά σε κάθε σκληρό μου δίσκο απο τότε που έχω σκληρούς δίσκους. Ποτέ δεν γούσταρα τον Merzbow περισσότερο επίσης. Και θα ήθελα να συνεχίσει να συμβαίνει αυτό.

Twinkle, twinkle little stars

•17 Ιανουαρίου, 2017 • Σχολιάστε

Δεν θυμάμαι πως και πότε ακριβώς ήρθε η πρώτη επαφή με τους Stars of the Lid. Θυμάμαι σίγουρα ότι αυτή ήταν με το «The tired sounds of Stars of the Lid» οπότε σίγουρα μιλάμε για τα θαυμαστά ’00s. Πιθανολογώ ότι ήταν μια λίστα με αγαπημένους δίσκους του Kristoffer Rygg (εκεί σίγουρα ήταν η πρώτη γνωριμία με τον Astor Piazzolla), αλλά δεν παίρνω και όρκο. Θεωρώ πάντως γεγονός της ζωής ότι για πολλές από τις πιο σημαντικές σχέσεις δεν μπορείς να τοποθετήσεις χωροχρονικά την αρχή τους. Από την άλλη πλευρά η μνήμη μου δεν είναι και το πλέον δυνατό μου σημείο, οπότε μπορεί απλά να το βλέπω αφελώς ρομαντικά αυτό το γεγονός. Όπως και να χει πάντως, η γνωριμία έγινε, η συμπάθεια εξελίχθηκε σε αγάπη και αυτό το συναίσθημα καλά κρατεί ακόμα.

Οι Τεξανοί ήταν σίγουρα μια από τις κυριότερες αιτίες για την ενασχόληση και, μετέπειτα, τον έρωτά μου με τον ευρύτερο ambient χώρο, ο οποίος τα τελευταία χρόνια είναι σίγουρα από τα είδη που κυριαρχεί στο μουσικό μου χρόνο. Και πλέον, μετά από τόσα χρόνια, μπορώ με σιγουριά να πω ότι, μαζί με τον William Basinski, οι SotL είναι οι πιο αγαπημένοι μου μουσική του χώρου (και σίγουρα ανάμεσα στους πιο αγαπημένους γενικά). Η προσέγγιση των δυο προς τη μουσική είναι αρκετά διαφορετική, αλλά και τα δυο στυλ με γοητεύουν. Εκεί που ο Basinski συνήθως βρίσκει μια υπέροχη μουσική φράση και επιμένει στην αέναη, mantr-ική της επανάληψη, οι Stars of the Lid χτίζουν τις μουσικές τους με ταχύτητες ανάλογες αυτών που συνήθως αναφέρονται στις περιγραφές παγετώνων. Είναι ίσως η αντίθεση ανάμεσα στη δόμηση και την αποδόμηση, η διαφορά στους χαρακτήρες των δύο πλευρών. Και οι δυο όμως δημιουργούν βαθειά συναισθηματική μουσική, σε αντίθεση με την ψυχρότητα πολλώ άλλων ambient μουσικών, κάτι που, εν τέλει, είναι αυτό που τους κάνει αγαπημένους για μένα.

Τόσο ο McBride, όσο και ο Wiltzie, σταδιακά άρχισαν να ασχολούνται με τις προσωπικές τους δουλειές ή με συνεργασίες με άλλους μουσικούς (ειδικά ο δεύτερος) και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την σχετική αδρανοποίηση των SotL. Ασχολούμενος όμως τον τελευταίο καιρό με όλες αυτές τις δουλειές, διαπιστώνω ότι οι περισσότερες εξ αυτών παρουσιάζουν μια διαφορετική πτυχή του κεντρικού συνόλου που είναι οι SotL. Οι (τελευταίως φημισμένοι) A Winged Victory For The Sullen (ο Wiltzie μαζί με τον Dustin O’ Halloran) είναι η νεοκλασσική πλευρά τους, οι Sleepingdog (Wiltzie/Chantal Acda) και οι Bell Gardens (o McBride με τον Kenneth James Gibson) είναι η πιο άμεσα μελωδική/indie πλευρά, οι Aix Em Klemm (ο Wiltzie με τον Donne των Labradford) και τα προσωπικά του McBride είναι πιο μινιμαλιστικά ξεγυμνωμένα, ενώ οι Dead Texan (με την Christina Vantzou) είναι μάλλον ότι πιο κοντινό στους SotL. Όλα μαζί συνθέτουν ένα τρομερά γοητευτικό πρίσμα διαφορετικών αποχρώσεων γύρω από έναν αριστουργηματικό πυρήνα. Τον τελευταίο καιρό δε, ο Wiltzie εχει αρχίσει να συμμετέχει και αυτός στην μεγάλη ζήτηση των διαφόρων νεο-κλασσικό/ambient μουσικών για σύνθεση soundtrack. Ελπίζω αυτό να μην έχει επίδραση στην κυκλοφορία κανονικών (όπως έχει γίνει με τον Jóhannsson π.χ.).

Δεν βρίσκεις εύκολα τόσα έντονα συναισθήματα, χωρίς να καταφεύγει ο εκφραστής σε κυριολεκτικές ή μεταφορικές κραυγές. Η ενδοσκόπηση είναι μεγάλο πράγμα, και οι Stars of the Lid φαίνονται ολοκληρωτικά φτιαγμένοι γι’ αυτές τις καταστάσεις. Και τελικά εκείνο το “Requiem for dying mothers”. Και τελικά I love you, but I prefer Trondheim.

Πρώτα ραντεβού:

Stars Of The Lid – «The Tired Sounds of Stars of the Lid» (2001, Kranky)

Bell Gardens – «Slow Dawns For Lost Conclusions» (2014, Rocket Girl)

Sleepingdog – «With Our Heads In Our Clouds and Our Hearts In The Fields (2011, Gizeh)

The Dead Texan – «The Dead Texan» (2004, Kranky)

A Winged Victory For The Sullen – «A Winged Victory For The Sullen» (2011, Erased Tapes)

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε