a Ghost Within

•18 Οκτωβρίου, 2010 • 3 Σχόλια

Σήμερα είναι η μέρα που διαβάζω και ακούω μουσική. Θα εστιάσω στο δεύτερο. Δεν έχω πάρει ακόμα το τελευταίο WIRE, παρότι με έχουν ενημερώσει πως εμπεριέχει εξαιρετικό αφιέρωμα. Στο Wire λοιπόν, γνωρίζω πως θα διαβάσω για τον Thurston Moore μέσα. Ο άνθρωπος άμα εξαντλήσει τους γύρω καλλιτέχνες, θα κάνει split με τον εαυτό του. Και το Wire θα γράψει φυσικά για αυτό το album, σε αρκετά πολύπλοκα αγγλικά ώστε να μην πολυκαταλάβεις αν το έθαψε ή το γούσταρε. Τώρα, φανταστείτε ένα σύμπαν όπου δεν έχουν υπάρξει οι Sonic Youth, πως δεν το έριξαν ποτέ στη μουσική τα παιδιά, πως έγιναν διαφημιστές ή πλασιέ. Για τι θα έγραφε το Wire τότε; Ποιός θα ήταν ο αναπληρωματικός καλλιτέχνης; Παρένθεση, πόσο αστεία είναι η έννοια του αναπληρωματικού; Άκουγα τις προάλλες από μια τηλεόραση την έκφραση «αναπληρωματική miss Πελοπόννησος». Τι στο κέρατο σημαίνει αυτό; Ποιά η χρησιμότητα; Δηλαδή υπάρχει περίπτωση μια μέρα να χρειαστεί οπωσδήποτε (και άμεσα) η Πατρίδα τις υπηρεσίες της miss Πελοπόννησος και αυτή να μην μπορεί, και έτσι να επιστρατευτεί ευθύς η αναπληρωματική miss Πελοπόννησος να αναλάβει δράση; Στο Wire υπάρχει νόημα. Αν δεν ήταν οι Sonic Youth, θα ήταν οπωσδήποτε ο Robert Wyatt. Ξέρετε τον Robert Wyatt. Ήταν ο drummer των Soft Machine, που επίσης ξέρετε. Στη συνέχεια δημιούργησε το λεγόμενο «Robert Wyatt Effect» πέφτοντας μεθυσμένος από τον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας στην οποία γινόταν το party εκείνο στο οποίο. Από τότε, έμεινε μόνιμα καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Από το Robert Wyatt Effect προσβλήθηκε και ο Carl Michael Eide, όταν βούτηξε άφοβος και εκείνος στο κενό υπό παρόμοιες αρχικές συνθήκες. Κανείς από τους δυό τους δεν άγγιξε ή θα αγγίξει πια ξανά τύμπανα. Είναι θλιβερό γεγονός, και οπωσδήποτε κομβικό στη ζωή των, αλλά ειδικά για τον Wyatt, αναρωτιέμαι πραγματικά πως μπορεί να τον καθόρισε στη συνέχεια αυτό. Αρνητικά ή θετικά; Η προσωπική του καριέρα υπήρξε το λιγότερο αξιοζήλευτη, και αρκεί μια ματιά στη wikipedia για να δεις το χάος αυτής. Μια καριέρα στην οποία χώρεσε ο μεγάλος Pascal Comelade, οι Hot Chip, και εκατοντάδες άλλες αναζητήσεις και πειράματα. Η αφορμή μας είναι το νέο album «For The Ghosts Within» που έκανε με τον Gilad Atzmon στο σαξόφωνο όσο και την* Ros Stephen στο βιολί. Ένα album διασκευών σε Louis Armstrong, Thelonious Monk και Duke Ellington «για τις βροχερές δευτέρες που γράφουμε στο ίντερνετ». Επειδή αυτό όμως ομολογουμένως θα μπορούσαν να το προσφέρουν αρκετοί, εδώ θα προτείνω τον λόγο που το «For the Ghosts Within» ξεχωρίζει : είναι η μεγάλη φωνή του Wyatt. Είναι επίσης το προσωπικό στίγμα που γενικώς είναι Αδύνατο να περάσεις σε ένα «In a Sentimental Mood» ή ένα «Wonderful World». Είναι η συνεργασία του με την* παλαιστίνια ράπερ Shadia Mansour στο άκυρο «What are they now?», κομμάτι αφιερωμένο στα αιωνίως αυξανόμενα θύματα της λωρίδος της Γάζας. Είναι άρα και ο ξεκάθαρος πολιτικός χαρακτήρας αυτού του εγχειρήματος. Ξεχωρίζει για αυτά. Πέρα από αυτά, έχει και τεχνικά χαρακτηριστικά, όπως πως υπάρχει εδώ απόλυτη ευλάβεια στα πρωτότυπα, πως το σύνολο είναι εξαιρετικά καλοδουλεμένο και ο ήχος γεμάτος, ενώ η φωνή του Robert Wyatt ξαναμπαίνει εδώ. Ο άνθρωπος το νιώθει, και χωρίς να είμαι ο μεγαλύτερος οπαδός του, καταφέρνει και εδώ να με κερδίζει, παίζοντας απλά «μεγάλες στιγμές της jazz», της οποίας επίσης δεν είμαι ο μεγαλύτερος οπαδός. Εικάζω πως για τους πιουρίστες της jazz το «For the Ghosts Within» ίσως θα έπρεπε να χαρίζεται στην Πίστα ή να παίζει σε παντοπωλεία (ούτε καν σε ασανσέρ_σουπερμάρκετ), αλλά εδώ που τα λέμε είναι πιουρίστες της jazz και ποιός ενδιαφέρεται. Η μουσική κερδίζει και τι φωνάρα έχει ο Robert Wyatt ρε παιδιά.

Σε άλλα μουσικά νέα, ζω για να ξανακούω το «H’Art Songs» του Moondog τα βράδια, επανακυκλοφορεί σε βινύλιο το «Golem» των Sand και είμαι Ευτυχισμένος που υπάρχει η Rotorelief, κάνω μεγάλη επανάληψη στο τελειωμένο «Mekanik Destruktiw Kommandoh» των Magma όσο και στο «Halber Mensch» ενόψει συναυλίας, οι Deathspell Omega δεν ξεφεύγουν από το Fas-Ite μοτίβο στο κομμάτι που διέρρευσε, και η τριλογία θα κλείσει Επιβλητικά το λιγότερο, ενώ δεν ξέρω αν σας είπα, θα κερδίσω το βινύλιο του Svarte Greiner στον διαγωνισμό της experimedia. Το έχω αποφασίσει.

Και μια αγγελία. Αν κάποιος αναγνώστης αποφάσισε πως βαρέθηκε το LP «Fantasma Parastasie» των Aidan Baker και Tim Hecker, παρακαλείται να επικοινωνήσει με τη διεύθυνση.

Inside

•15 Οκτωβρίου, 2010 • Σχολιάστε

Είναι εφτά χρόνια, αλλά προσπαθώ να αποφασίσω αν στην πραγματικότητα ήταν την προηγούμενη βδομάδα ή πριν καμιά δεκαπενταετία, όταν έβλεπα για πρώτη φορά στην τηλεόραση (υποθέτω σε καμιά ξεχασμένη βραδινή ζώνη του MAD το «Eye for an eye». Μουσικά και αισθητικά ήταν ένα αρκετά μεγάλο shock. Ας είμαστε ειλικρινής και ας βγάλουμε το καπέλο στους 2 Unkle, του «Never Neverland». Ιδιοφυείς παραγωγοί αλλά και συνθέτες, έφτιαξαν ένα υπερπλήρες album, ηλεκτρονικό αλλά γεμάτο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, με τα ωραία samples του, παντός καιρού, χώρου και διαθέσεων. Και φυσικά το «Eye for an eye» είναι όντως μόνο η αρχή στο album. Περιέχει και ακόμα καλύτερα κομμάτια αλλά οπτικά είναι από τα λίγα παραδείγματα που το video έχει γίνει ένα με το τραγούδι. Εντάξει μετά μάθαμε και το «Psyence Fiction» και τον DJ Shadow και τα λοιπά. Όχι ότι τα μετέπειτα album δεν μου άρεσαν (με την εξαίρεση του βαρετού τελευταίου) αλλά το «Never Neverland» θα είναι για πάντα ΤΟ album στο μυαλό μου. Και για να πω και την αλήθεια τους προτιμούσα όταν ήταν πιο ηλεκτρονικοί και λιγότερο rock και ας μην τους είχα συνδέσει ποτέ με clubs και λοιπές ασχολίες. Πόσο λιώσιμο είχε φάει όμως εκείνο το «Inside» για κάτι μήνες..

Παρόμοιο shock ήταν και η πρώτη θέαση του video του «Again» των Archive. Δεν θα το παίξω true-τους-ακούω-από-το-δεύτερο-rehearsal οπαδός, καλό χρυσό το «Londinium» αλλά και εγώ με τον κοσμάκη τους έμαθα (για να το παίξω και λίγο cool τυπάκι πάντως, δεν θυμάμαι όταν είχε πρωτοκυκλοφορήσει το video του να είχε γίνει τόσος σάλος. Είμαι πεπεισμένος ότι αυτό ήρθε λίγους μήνες μετά – ή ίσως αυτό είναι η ψευδαίσθηση του wannabe ελιτιστή μέσα μου). Αυτούς όμως σε αντίθεση με τους Unkle τους παράτησα σχετικά γρήγορα, περνώντας από το «Londinium» στο «Noise» αλλά σταματώντας εκεί. Οι μετέπειτα προσπάθειές τους με άφησαν αδιάφορο και δεν τους αφιέρωσα ιδιαίτερο χρόνο. Θα ομολογήσω πάντως ότι στις πρώτες ακροάσεις χασκογέλασα αρκετά με τους έξυπνα χαζούλικους στίχους του «Fuck You». Θα ήθελα να πιστεύω μέσα μου ότι έκαναν και λίγο χαβαλέ με αυτό το κομμάτι.

Σε παρόμοιες αναμνήσεις πάντως θα βάλω και το «Lightbulb Sun», με το repeat να κολλάει στο «Shesmovedon». Θυμόμαστε αλλά δεν αναπολούμε, αλλά βγάζω το καπέλο στην αρχοντιά που βγάζει αυτό το κομμάτι. Πάντα θα διαθέτω μια ιδιαίτερη αγάπη και προτίμηση στα τραγούδια που κρατάνε το κεφάλι τους ψηλά. Μπορεί να αναρωτιόμαστε τι ακριβώς σκέφτεται ο Wilson και αφιερώνει χρόνο σε επίδοξους Σουηδούς συνθέτες ή γιατί έχει ψιλοκόψει και τα project τελευταία (εντάξει μαλακίες λέω εδώ, από ότι βλέπω τώρα μέχρι και τους Incredible Expanding Mindfuck ξέθαψε φέτος), αλλά ούτε καν οι ορδές βαρετοβλαμμένων progressive οπαδών δεν θα μας κάνει να τους αντιπαθήσουμε. Του συγχωρούμε ακόμα και τους ανεκδιήγητους Blackfield. Του συγχωρούμε μέχρι και το γεγονός ότι έκοψε χρόνο από τους Van Der Graaf Generator τότε στο Λυκαβηττό (σε αυτές τις περιπτώσεις δεν βγαίνεις να παίξεις, αφήνεις τους άλλους να παίζουν τρεις ώρες και μετά μια ώρα τα προσωπικά του Hammill).

Και μια που μιλούσαμε για εμμονές την προηγούμενη φορά, έχουμε κανονίσει ήδη τι θα κάνουμε στις 14/11 του φετινού χρόνου. Αρχίσουμε να προσευχόμαστε ότι θα ακούσουμε και αυτό:

blue sky water white black death

•14 Οκτωβρίου, 2010 • Σχολιάστε

Η εναλλαγή μαύρης βροχερής μουντάδας και ήλιου με βροχή είναι εξαιρετικό φαινόμενο, καθώς κάτι τέτοιες ώρες μπορεί κανείς να παρατηρήσει το ουράνιο τόξο, φαινόμενο όμορφο. Το πρόβλημα είναι πως ποτέ δεν ξέρεις τι να φορέσεις, μιας και όταν ντυθείς ελαφρά θα αποφασιστεί παγετώνας, ενώ άμα βάλεις εκείνο το κάτι παραπάνω για το κρύο, θα υποστείς την χαριτωμένη θερμοπληκτική υγρασία σάουνας που πάντα ήθελες στο μπάνιο σου, όταν έξω βρέχει καταρρακτωδώς και εσύ είσαι Μέσα, Εντός, και Κοροιδεύεις αυτούς με τις εφημερίδες στο κεφάλι που τρέχουν μεταξύ της δεύτερης και τρίτης γουλιάς γαλλικού καφέ που πίνεις δίπλα στο παράθυρο, απολαμβάνοντας το τσιγάρο σου. Παρατηρήσατε πως έπεσε η τιμή μερικών τσιγάρων; Που λέτε αυτή ακριβώς η κατάσταση με τις εναλλαγές της, ορίζει το ιδανικό κλίμα. Δηλαδή, μιλώντας κάπως αλλοπρόσαλλα, αν μπορούσα κάπως να σταθεροποιήσω τις καιρικές συνθήκες, θα το έκανα σε αυτές, και θα ήταν κάθε μέρα έτσι, και δεν θα ξαναέβλεπα χιόνι ή ήλιο, αλλά σιγά το πράγμα. Παλιότερα προσπαθούσα να εντοπίσω μια περίοδο της ζωής μου κατά την οποία θα ήθελα με παρόμοιο τρόπο να «παγώσω» την ψυχολογία μου ώστε να μείνει για πάντα έτσι, αλλά πάντα κάτι έλειπε και δεν άνοιγα στον τύπο με τα κοκκινομπλέ χάπια που βάραγε την πόρτα. Με τον καιρό είναι κάπως πιο εύκολο φυσικά, καθώς με τέτοιο καιρό κάποιοι άνθρωποι είμαστε συνήθως αισθητά πιο ευδιάθετοι από ό,τι άλλοτε, οπότε ίσως θα πρέπει να κεντράρω τους οκτώβρηδες για να βρω το κόλπο της ψυχολογίας. Ακόμα και έτσι, όλα είναι εξ ορισμού ανάποδα και υπεύθυνη είναι φυσικά η κβαντική αιτιότητα των υπερχορδών. Μικρός που λέτε, όπως ίσως και όλα τα παιδιά, νόμιζα πως η αρχή του ουρανίου τόξου είναι μια μεγάλη πολύχρωμη λίμνη, και πως στον βυθό της λίμνης αυτή είναι ο θησαυρός. Μεγάλος πια, ξέρω πως υπάρχει αυτή η λίμνη, και είναι πιο πολύχρωμη από ποτέ καθώς είναι γεμάτη από λαμπρά τοξικά λύματα, χιλιανούς μεταλλωρύχους, mp3 players, ψυχές, αγάπες, ελπίδες και γίνεται πάλι ουράνιο τόξο και το βλέπω τώρα που σας γράφω και είναι όμορφο φαινόμενο όπως προείπα. Βρίσκω μουσική και δεν είναι ευχάριστη, διότι αν ήταν τέτοια θα πίναμε ισπανικό τσάι ινδοκάρυδο στο Floral και θα ακούγαμε Μανουτσάο.

Το album των ημερών είναι…..δεν είναι ακόμα γιατί πρόλογος : Xiu Xiu ακούτε και αγαπάτε, διότι πολλά και ωραία albums ημιπερίεργου ψιλοavantgarde με ωραίες μελωδίες, πνευματικό τέκνο του Jamie Stewart, ανθρώπου που μεγάλωσε σε μουσική οικογένεια και αυτό σίγουρα του έκανε καλό. Σίγουρα θα τον κατατάξω στους indie τύπους. Ωραίο φετινό album με τίτλο «Dear God, I Hate Myself», και για να το λέει, έτσι θα είναι. Οι Shearwater είναι επίσης κάποιοι υπέροχοι άνθρωποι από το Τέξας, από όπου και ηχογραφούν από το 2001. Τους έμαθα μόλις πρόπερσι και τα δύο albums τους που άκουσα («Rook» και «The Golden Archipelago») είναι τα ψαγμένα cool albums εκείνα που δεν θα μπορούσαν ποτέ να θεωρηθούν το next big thing των indie τύπων που ψάχνουν next big things αντί να ακούνε μουσική. Ας είναι καλά οι μαλακίες που ανακαλύπτουν. Θα σας πω εγώ μια μαλακία που ανακάλυψα, την εξής μία. Κάθε χρόνο μαζεύονται οι μουσικοί και αποφασίζουν πως κάθε χρονιά θα αναλαμβάνει κάποιο συγκρότημα να γράψει Το Μεγάλο Album που σώζει τις ψυχές των ανθρώπων για ένα έτος. Το έκαναν οι Portishead πρόπερσι, οι Coil το 2005, οι Ulver πριν τρία χρόνια, o Scott Walker πριν τέσσερα, οι This Immortal Coil πέρσι, ενώ φέτος παρότι είμαι πεπεισμένος πως ήρθε η σειρά των Swans με το συγκλονιστικό δίσκο που έκαναν, ξαφνικά έρχονται ανταγωνιστές της πρωτιάς, και είναι οι Xiu Xiu με τους Shearwater παρέα, ως Blue Water White Death, σε ένα αριστουργηματικό ομότιτλο album που περισσότερο από όλα μου φέρνει σαν φάντασμα του Scott Walker στις παλιές του μέρες, με τον σημερινό του ήχο, σε σαφώς πιο γήινα πλαίσια. Όπως και για τους Xiu Xiu, των οποίων το όνομα προέρχεται από ένα κινέζικο φιλμ του 1998, έτσι και οι Blue Water White Death δανείζονται το όνομά τους από την ομότιτλη ταινία του 1971, και όπως λέει η εταιρία τους «As Blue Water White Death, the two conjure music that, like the underwater world of the ocean, is dually ominous and serene, and fittingly, considering the band’s namesake plunges boldly into new sonic territories.». Δεν θα περιγράψω κάτι άλλο, παρά θα υπερθεματίσω πως για φέτος είναι Υποψήφιοι και πως έχω πάθει άλλο ένα μουσικό σοκ. Επίσης, ουδεμία σχέση έχουν με τους συμπαθέστατους indie τύπους Blue Sky Black Death. Τσεκάρετε και το «Third Party» των τελευταίων, ποτέ δεν ξέρετε.

Δικό σας εξώφυλλο Blue Water White Death, και το link για την εταιρία τους, αν θέλετε να στηρίξετε και εμπράκτως, προσωπικά δεν έχω φράγκο, αλλά θα. Μόλις δημοσιευτεί το παρόν.

Γίναμε και φέτος

…and then you die

•13 Οκτωβρίου, 2010 • Σχολιάστε

Αυτό το post ξεκίνησε ως post ασύλληπτης γκρίνιας για το χάλι των τελευταίων ημερών. Συνειδητοποιώ όμως ότι αυτό το blog δεν το χουμε για να γκρινιάζουμε γιατί πήζουμε στη δουλειά ή γιατί μας κοροϊδεύει το σύμπαν. Εξάλλου, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, τα έχουμε ξαναπεί, τα έχουμε ξανασκεφτεί και θα τα ξαναπούμε και στο μέλλον. Είναι και αυτή η υγρασιοζέστη που δεν μας αφήνει να χαρούμε τη συννεφιά μας που σε εξαντλεί ακόμα περισσότερο. Προσπάθεια για χαλάρωση εδώ και κάποιες ώρες και αναζήτηση της κατάλληλης μουσικής για να κολλήσει με την ατμόσφαιρα. Μίγμα «θέλωνατασπάσωόλα» με «βαριέμαινασηκώσωτοχέριμου». Αναρωτιέμαι πραγματικά τι θα ταίριαζε σε αυτή την περίσταση. Μια απόπειρα για ραδιόφωνο δεν απέδωσε καρπούς, καθώς ο Εν Λευκώ αυτή την ώρα έβαζε κάτι ανεκδιήγητα latin funk χαρουμενιάρικα που, να με συγχωρέσετε, ποτέ δεν άντεξα και που, οι πιθανότητες λένε, ποτέ δεν θα αντέξω. Μια γρήγορη ματιά στα περιεχόμενα του εδώ σκληρού δίσκου (έχετε παρατηρήσει πως κάθε φορά που κάθεσαι σε ξένο υπολογιστή, αδυνατείς να βρεις τη μουσική) αποκάλυψαν περίεργες εναλλακτικές λύσεις που δεν μου ταίριαζαν απόλυτα. Αυτή τη στιγμή ακούω το περσινό album του Detritus, το «Things Gone Wrong» και προσπαθώ (μάταια) να θυμηθώ αν το είχα ακούσει και πέρυσι. Δεν μου κάνει κλικ. Θα ζητήσω συγγνώμη από τον κατά τ’ άλλα συμπαθή Detritus. Κάπου όμως τώρα βλέπουμε λίγο πιο πάνω στο winamp μια συλλογή του Joe Cocker. Δεν μπορώ να αντισταθώ στην ωραιότατη διασκευή στο «First We Take Manhattan», ενώ οι πιθανότητες λένε ότι σε μια αποπνικτική ημέρα στα μέσα του Οκτώβρη, ακόμα και το «Summer In The City» μπορεί να ακουστεί ταιριαστό. Είναι κάπως το γελοίο το γεγονός ότι αυτή η χώρα, ούτε το φθινόπωρό σου δεν σε αφήνει να ευχαριστηθείς.

Έλεγα ότι η μια συναυλία που ήταν σίγουρο ότι θα πάω αυτή την εποχή, ήταν η επιστροφή των Colour Haze στο An μετά από δεν θυμάμαι και γω πόσα χρόνια. Τελικά όντας απόλυτα πιστός στη συνέπεια που με διακρίνει τα τελευταία χρόνια (ειδικά σε αυτά τα θέματα) και αυτό έχει μπει σε αμφιβολία. Γελάω και γω ο ίδιος με τον εαυτό μου μερικές φορές, μη νομίζετε. Την σειρά του Joe πήρε το «Αερικό» του Θανάση Παπακωνσταντίνου, αλλά θεωρώ πολύ δύσκολο να αντέξω να ακούσω ολόκληρο δίσκο του αυτή τη στιγμή. Αυτό που μοιάζει κατάλληλο να με ηρεμήσει όμως φαίνεται να βρίσκεται στη γλυκύτητα του «On The Other Side Of The World» του Tom Waits και αυτομάτως μου θυμίζει ότι πρέπει να ξαναδώ σύντομα το «Night On Earth». Χτες σε μια συζήτηση συνειδητοποίησα πόσο καιρό έχω να πάω σινεμά. Μαζί με την συνέπεια για τους Colour Haze, μπορείτε να βάλετε και την απόφασή μου να μην χάσω με τίποτα το «Nord». Ας ελπίσουμε τώρα ότι θα υπάρχει torrent με υπότιτλους. Κάπου είδα και ότι έβγαλε καινούρια ταινία ο δημιουργός του «Kitchen Stories». Φυσικά πλέον δεν υπάρχει και ιδιαίτερος χρόνος για ταινίες και ακόμα και για μουσική, αλλά μπορούμε πάντα να ελπίζουμε.

Η Τετάρτη ήταν πάντα κάπως διφορούμενη μέρα. Ακόμα και όταν οι συνθήκες της ήταν πολύ καλύτερες από αυτές της σημερινής. Αρκετά μέσα στη βδομάδα για να αρχίσεις να νιώθεις την κούραση να βγαίνει, αλλά όχι αρκετά κοντά στο Σαββατοκύριακο για να σε ενθαρρύνει η ανυπομονησία της Παρασκευής (ή όπως τα έχουμε καταφέρει τώρα τελευταία με τη δουλειά) του Σαββάτου. Και αυτός ο πούστης ο McRae δεν λέει να βγάλει κανένα δίσκο της προκοπής να θυμηθούμε τις παλιές καλές εποχές τώρα που μικραίνουν οι μέρες. Τι να σου κάνει και αυτό το «Ghost Of The Shark». Οι απόπειρες των Paperboys μου φαίνονται ακόμα ημι-αστείες και ας προσπαθεί φιλότιμα εκείνο το (σαμπλαρισμένο;) σαξόφωνο στο βάθος του «One Day». Αν το βάλεις δίπλα στο «Don’t Test/Wu Stallion» των Suga Bang Bang οι συγκρίσεις δεν ξεκινούν καν. Για δες όμως που σήκωσε ένα αεράκι και η ελπίδα της ψύχρας το βράδυ παραμένει ζωντανή.

Είναι δεδομένο ότι δεν θα ξεφύγουμε ποτέ από τις εμμονές μας. Πιστεύω ότι μέχρι ενός σημείου απολαμβάνουμε να καθοριζόμαστε λίγο από αυτές. Σημείωση να θυμηθώ να ψάξω περισσότερα τα έργα του Mahler.

Και για να καληνυχτίσουμε, σας αφήνουμε με κάτι παλιό και κλασσικό

freedom

•10 Οκτωβρίου, 2010 • Σχολιάστε

Νομίζω ότι όλοι ξέρουμε ποιο είναι το νέο της ημέρας. Ο Solomon Burke αποφάσισε ότι αρκετή μουσική έβγαλε από μέσα του και είπε να πάει κάπου αλλού. Υποθέτω ότι θα έπρεπε να έχουμε συνηθίσει όσο μεγαλώνουμε να συμβαίνουν αυτά, αλλά παραμένει λίγο περίεργη η αίσθηση του να διαβάζεις για το θάνατο κάποιου ανθρώπου που μπορεί να μην ήταν άμεσα κομμάτι της ζωής σου, αλλά είχες περάσει αρκετές ώρες μαζί του. Δεν θα το παίξω μεγάλος οπαδός του, δεν είμαι αρκετά hip για να τον έχω μάθει από παλιά ή από τους πρώτους του δίσκους. Η γνωριμία επήλθε κάπου ανάμεσα στην επιμονή του Rob για την αξία του και στην κυκλοφορία του «Don’t give up on me». Ευκαιρία να πάρω επιτέλους και εκείνα τα πρώτα, ώστε να μπορώ να το παίζω με άνεση hip από εδώ και πέρα. So long, Sol.

Αυτές τις μέρες διαβάζω και το «Lowside of the road», μια από τις βιογραφίες του Tom Waits, δυστυχώς μη εγκεκριμένη από τον ίδιο. Όταν διάβασα το γεγονός αυτό στον πρόλογο, αναρωτήθηκα κατά πόσο έχουμε δικαίωμα να διαβάσουμε κάτι τέτοιο ή να κάνουμε κάποιους να κερδίσουν χωρίς να έχει δώσει την άδειά του ο ίδιος. Υποθέτω ότι είναι κάπως άβολο να ξέρεις ότι το αντικείμενο αυτών που διαβάζεις θα προτιμούσε να μην το κάνεις. Ευτυχώς ο συγγραφέας καταναλώνει απείρως περισσότερο χρόνο να μιλάει για την μουσική και τη δημιουργία της, παρά για τις ιδιωτικές λεπτομέρειες του ίδιου του Waits (όχι οτι δεν τον σχεδιάζει ως άνθρωπο, από τη στιγμή που η ζωή του καθορίζει και τη μουσική του). Μιλάει ωραία για τη μουσική, έχει ενδιαφέρον να διαβάζεις για τη δημιουργία μερικών από τους αγαπημένους δίσκους σου, και ευτυχώς αποφεύγει (τις περισσότερες φορές) την ανάλωση σε «ζουμερά» στιγμιότυπα. (Σημείωση: Να θυμηθώ να περάσω το «Swordfishtrombones» στο mp3 player). Περιμένω να δω πάντως και την περιγραφή των πρόσφατων χρονων. Μέχρι στιγμής μόλις κυκλοφόρησε το «Bone Machine».

To Sonic Death Monkey εύχεται και για μια ακόμη φορά χρόνια πολλά και ευτυχισμένα στην αγαπημένη του κάτοικο Γερμανίας, ακόμα και όταν το 50% κάνει περίεργες μουσικές αγορές για την περίσταση. Μπορεί οι υπόλοιποι να τίμησαν περισσότερο την γιορτή, αλλά θα φροντίσω την επόμενη φορά να τους ξεπεράσω. Και για να μην ξεχνιόμαστε:

Οι μουσικές μου εξορμήσεις τις τελευταίες μέρες δεν ήταν και πολύ συναρπαστικές. Μάλλον το τέλος Σεπτεμβρίου/αρχές Οκτωβρίου δεν ήταν πολύ θετική περίοδος. Το τελευταίο Black Angels δεν με ενθουσίασε, το Qemists είναι μάλλον απογοητευτικό, ακόμα και το καινούριο των Circle δεν με συγκλόνισε. Στην ίδια κατηγορία Tricky και Legendary Pink Dots (αν και με τους τελευταίους δεν μπορώ παρά να συγκινηθώ λίγο καθώς είχα πολυυυύ καιρό να τους ακούσω). Η μετά-Monade solo απόπειρα της Laetitia Sadier αρκετά αδιάφορη, ενώ ακόμα και το φρέσκο ep των Boris με τον Ian Astbury δεν ξεπερνά τα όρια του απλά συμπαθητικού. Δεν ξέρω τι έχουν πάθει όλοι ή αν απλά εγώ είμαι σε περίεργη διάθεση. Μόνη εξαίρεση το πολύ ωραίο «Singing Ax» του J. Tillman (δεν το ξερα καν οτι έβγαζε καινούριο) και, σε μικρότερο βαθμό, το καλογραμμένο «Epic» της Sharon Van Etten. Οι ελπίδες μου εναποτίθενται στο καινούριο Mirror of Deception, μπας και μας θυμίσει τις metal μέρες μας, μαζί με το ομορφότατο «Warp Riders» των The Sword.

Επιτέλους έβαλε κρύο, βγάλαμε κουβέρτες, μπορεί η δουλειά να μη μας αφήνει να τις απολαύσουμε όσο θα θέλαμε, αλλά τουλάχιστον είμαστε στην εποχή μας πλέον. Σιγά σιγά θα θυμηθούμε και τις πιο χειμωνιάτικες συλλογές μας για να ξεσκουριάσουμε και κάπως. Προς το παρόν, adieu.

…of.the.WI-CKED!

•4 Οκτωβρίου, 2010 • Σχολιάστε

Νύχτα. Γυρίζοντας στο σπίτι, πριν καν βγάλω το -σίγουρα ιδιαιτέρως αρωματικό- t-shirt μου, αλλά και τα υπόλοιπα ρούχα, ψάχνω να βρω το cd των Apollyon Sun διότι έχω ανάγκη να ακούσω και το SUB απόψε. Το βρίσκω και μεταπηδώ απευθείας στο Concrete Satan και ψάχνω να δω τι είδους deja vu υπήρξε απόψε νωρίτερα. Όλο το βράδυ θα παίζει το SUB. Βρίσκομαι ακόμα σε μια περίεργη κατάσταση. Φαντασιωνόμουν (σαν παλαβός φαντάζομαι) ritual κλείσιμο με Synagoga Satanae, γιατί το εν λόγω μηδένισε καθετί doom είχα ακούσει ως τότε, καθώς και επειδη εκείνο το MONOTHEIST όρισε ακαδημαϊκά το νόημα του οποιουδήποτε reunion. Επιπροσθέτως, όταν στην Γερμανία παλιά είχα δει ένα κλείσιμο τέτοιο (ένα και δύο), και ζημιά, το περίμενα καρτερικά και σήμερα. Ταίριαζε και χρονικά, διότι οι TRIPTYKON είχαν ήδη παίξει ένα υπερπλήρες σετ. Παίζει όλο το Synagoga Satanae, ίσως όχι με όλη του τη μεγαλοπρέπεια αφού έλειπε ο Martin Eric Ain, αλλά όπως και αν παιχτεί αυτό το κομμάτι εγώ έχω θέμα ακινησίας άκρων, μεγάλο θέμα, θα το κοιτάξω. Το έπαθα μόλις ο drummer σηκώθηκε όρθιος και επιχείρησε τα πρώτα βαθιά κτυπήματα. Μόλις τελείωσε όλο αυτό το doom παραλήρημα, έκανα να αναπνεύσω, μπορούσα ακόμα, καλό νέο, αλλά ο Thomas Gabriel Fischer επέλεξε να έχουμε για κλείσιμο ένα ωραιότατο και γεμάτο The Prolonging. Μεγαλοπρεπές κλείσιμο is μεγαλοπρεπές κλείσιμο. Νωρίτερα, το κοινό αντιδρούσε ανάλογα με τι άκουγε. Σοβαρά αυχενικά θέματα στα διάφορα Necromantical Screams, Dethroned Emperor, δέος με Babylon Fell (είχα απωθημένο κάτι λίγο από το μεγαλύτερο του album), και απαραίτητες σφαλιάρες με Circle of the Tyrants, The Usurper. Τα καλύτερα riffs που γράφτηκαν ποτέ. Τα «Goetia» (τεράστιο τραγούδι) και «Abyss Within My Soul» μου έδειξαν ξανά τον λόγο που οι TRIPTYKON δεν είναι το αχρείαστο νέο project του Warrior. Ποτέ δεν είχε και ποτέ δεν θα κάνει τέτοιο. Επίσης, Θυμάστε που σας είπα πως το Synagoga Satanae είναι ό,τι πιο doom θα φανταστείτε; Ψέματα σας είπα. Η νέα εκτέλεση του «Procreation of the Wicked» είναι. Ο όγκος που βγάζει πλέον στον ήχο του, είτε με τους CELTIC FROST προ τετραετίας, είτε με τους TRIPTYKON τώρα, είναι Αξιοσημείωτος και κάνει μια φοβερή αντίθεση με «αυτό που έχουμε στο μυαλό μας όταν σκεφτόμαστε τους Celtic Frost». Αυτό το ένα πράγμα «που σκεφτόμαστε» έχει αποκτήσει αρκετές διαστάσεις και μαντεύω πως θα αποκτήσει και άλλες. Οι Celtic Frost είναι πολλά πράγματα μαζί, ένα εκ των οποίων είναι οι TRIPTYKON. Οι τελευταίοι είναι η νέα μπάντα του Thomas Gabriel Fischer, ανθρώπου για τον οποίο έχω βαρεθεί να ψάχνω κατάλληλα λόγια να γράφω. Ο άνθρωπος υπήρξε το μεγαλύτερο ποσοστό του κινήματος του metal, από τότε που ασχολήθηκε για πρώτη φορά να κάνει εκεί κάτι κασσέτες με τους Hellhammer. Δεν κλείνω το διάστημα, επειδή εκείνο το «Nekronomikon» δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα στις μερούλες μας, στον κοσμάκη που ζούμε. Το EPARISTERA DAIMONES ήρθε για να λύσει μερικές απορίες που είχα στο μεσοδιάστημα μεταξύ αυτού και του MONOTHEIST. Μια από τις αγαπημένες μου ασχολίες είναι να ακούω εκείνο το PROTOTYPE demo των CELTIC FROST του 2002, που είχε ολοκληρωμένα (ή όχι) κομμάτια που θα έμπαιναν (ή δεν θα έμπαιναν) στο MONOTHEIST. Κάποια από αυτά βρίσκονται μόνο εκεί, και μαζί με το «Flesh» cd-r των APOLLYON SUN αποτελούν όλες τις ιδέες που ο Warrior έκλεινε στο συρτάρι και χρησιμοποίησε ή θα χρησιμοποιήσει στο μέλλον. Ας πούμε το «November» ντύθηκε «Obscured» και κατέληξε στο MONOTHEIST, το ίδιο έπαθε το «The Dying I» σε «Drown in Ashes» ενώ το «Relinquished Body» μεταμορφώθηκε σε «Myopic Empire» και το λατρεύουμε στο EPARISTERA DAIMONES. Μου αρέσει ιδιαίτερα η ιδεολογία του Tom να πειράζει και να μετασχηματίζει ιδέες που μπορεί να είχε από το 1990 με σκοπό να τις φέρει στο σημείο που θέλει και να τις χρησιμοποιεί Όποτε και Αν. Στο PROTOTYPES θα βρείτε μέσα και αγνό «get wicked» hip hop με procreation of the wicked ρίμα. Μάλλον δεν σκόπευε να διαρρεύσει ποτέ αυτό το demo. Οι Anaal Nathrakh πάλι, έχουν μόλις κατέβει από τη σκηνή του Κυττάρου που είναι ωραίος χώρος. Τριακόσια άτομα περίπου, που στο An θα είχαν πρόβλημα και στο Gagarin θα έπαιζαν ποδόσφαιρο. Μου είχαν πει πως οι άγγλοι είναι καλοί, κάποιοι άνθρωποι που τους είχαν δει στην Αγγλία στην πρώτη τους συναυλία. Με είχαν προετοιμάσει πως είναι αρκετά καλύτεροι από όσο θα τους περίμενε ένας τύπος στην Αθήνα που θα περιοριζόταν στο να πλέξει το εγκώμιο του Codex Necro, και δεν θα ξεχνούσε να προσθέσει πως η καλύτερη δουλειά του συμπαθέστατου Mick Kenney είναι (με μεταλλάδικη «άνεση») το «Cursed Again» album του ως FROST. Πανηγυρικό δίκιο είχαν, καθότι οι παθιασμένοι Anaal Nathrakh έπαιξαν ένα τεράστιο set με κομμάτια από όλα τα albums των, μιλούσαν με το κοινό, ανέβαζαν κόσμο για stagediving, και ο V.I.T.R.I.O.L. ή Dave Hunt είναι μια λαλίστατη αγγλάρα που το ένιωθε μέχρι της τελευταίας εκείνης ρανίδος που ξεχείλισε το ποτήρι. Πάθος, ενέργεια, και ξύλο είναι μερικές λέξεις. Μικρή διακοπή, και νωρίτερα έπαιζαν οι Alcest. Αυτοί θα μπορούσαν να είναι ηχητικά παράταιροι, αλλά τελικά δεν ήταν. Ο μπασίστας ήταν αισθητική ρέπλικα του John Myung, ενώ η κοπέλα έφερνε σε Dave Mustaine. Έπαιξαν κάτι λιγότερο από μια ώρα, τίμησαν και τα δύο albums, δυό καταπληκτικά albums να προσθέσω, ενώ μπορεί οι Alcest να απευθύνονται σε οπαδούς Anathema, Katatonia, Red Sparowes, Opeth και όλα τα hails σε γράμμα του μεταλχάμμερ, αλλά με έναν τρόπο απευθύνονται και σε εμένα. Ο Neige πρέπει επιτέλους να ασχοληθεί με το album των Forgotten Woods, εντάξει, ωραίοι οι Alcest, αλλά γρήγορα αεροπλάνο για Νορβηγία ψηλέ. Όσο έπαιζαν οι Alcest, που έπαιξαν και το λατρεμένο ομώνυμο «Souvenirs D’un Autre Monde», συμφωνήθηκε πως όλα αυτά τα έχουν κάνει οι Fleurety από τα μέσα των 90’s, καθώς και οι My Bloody Valentine, οι Slowdive και οι (φανταστικοί) The Nightblooms κάπως νωρίτερα. Στον πηγαιμό για το μαγαζί, Ημέρα ακόμα, άκουγα το Vanity/Nemesis και ιδιαιτέρως το κομμάτι Nemesis.

φάση #4

•26 Σεπτεμβρίου, 2010 • Σχολιάστε

although I’ve howled across fields and my eyes turned grey
are yours still the same
are you still the same

and her legs went on forever

•22 Σεπτεμβρίου, 2010 • 2 Σχόλια

Είναι περίπου 4 τα ξημερώματα. Είναι Τετάρτη πλέον και οι δρόμοι είναι αναμενόμενα, αλλά και ευχάριστα, άδειοι. Τις σπάνιες φορές που θα οδηγήσω, αυτές μου φαίνονται οι πιο ιδανικές συνθήκες. Χωρίς άλλους τριγύρω σου, ακολουθώντας απλά το δρόμο, έχοντας τη μουσική σου και, κατά προτίμηση, ανοιχτό το παράθυρο, ώστε να σε ψιλοξυπνάει ο αέρας. Με χαρά διαπιστώνω ότι έχουν αρχίσει ήδη οι νύχτες μας να δροσίζουν. Σιγά, σιγά, το παίρνει απόφαση το καταραμένο καλοκαίρι και μας αδειάζει τη γωνιά. Λίγη υπομονή ακόμα θέλει. Σήμερα όμως δεν οδηγούσα εγώ, και άρα δεν επέλεγα τη μουσική εγώ. Γενικά όταν μπαίνω ως συνοδηγός σε κάποιο αυτοκίνητο, προσπαθώ να αποφύγω να βάλω χέρι στη μουσική. Ακόμα και οταν οι επιλογές δεν ταιριάζουν. Σήμερα όμως ταίριαξαν, ίσως γιατί η διάθεση ήταν παρόμοια. Ίσως γιατί στις 4 τα ξημερώματα τα κοινα σημεία στις μουσικές πολλαπλασιάζονται. Το τραγούδι που ξεκίνησε να παίζει μόλις μπήκαμε στην Ηλιούπολη σήμερα, φρόντισε να κάνει αναφορά σε μια άλλη πόλη, σε μια πόλη που δεν έχουμε αξιωθεί ακόμα να πάμε. Ήταν κάπως περίεργη η σύμπτωση. Το συγκεκριμένο κομμάτι το ξανάκουγα πάλι σε ένα αυτοκίνητο, αυτή τη φορά διασχίζοντας μια γέφυρα, πάλι ως συνοδηγός και λίγες μέρες αργότερα στο σπίτι. Όλες τις φορές περνούσε από το μυαλό μου το ίδιο πράγμα. Πώς θα ένιωθε άραγε η γυναίκα που ενέπνευσε αυτό το τραγούδι την πρώτη φορά που το άκουσε; Θέλω να πιστεύω ότι αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και όχι σε ένα συνοθύλευμα περιστατικών που έβλεπαν μπροστά τους οι περιοδεύοντες μουσικοι. Μου αρέσει κάθε φορά που το ακούω να βλέπω τα πόδια της, να κάθομαι να την χαζεύω όταν γεμίζει το κουτί με τον πάγο, να εξαφανίζεται από μπροστά μου σε ένα εστιατόριο αργά το βράδυ (ή μήπως και αυτό ήταν απλά παιχνίδι της φαντασίας μου;). Πώς θα πρέπει να νιώθεις όταν είσαι η έμπνευση για τέτοια τελειότητα; Ελπίζω ότι ήταν αρκετά ξεχωριστή ώστε να μην είναι το τραγούδι μια εξιδανίκευση μιας όμορφης φαντασίωσης. Όλοι έχουμε στο μυαλό μας κάποια πόδια που μοιάζουν να συνεχίζουν για πάντα. Αν είμαστε τυχεροί, καταφέρνουμε να το πούμε κιόλας. Δυστυχώς δεν είμαστε αρκετά τυχεροί για να μπορούμε να το πούμε τόσο ωραία. Ίσως γιατί εμείς δεν βρεθήκαμε ποτέ σε εκείνο το παλιό γυμναστήριο. Δεν ξέρω ακριβώς την απάντηση, οπότε θα κάνω την εύκολη επιλογή και θα αφήσω την αναζήτηση σε άλλους, πιο σοφούς από μένα. Μέχρι τότε μπορούμε να χρησιμοποιούμε τα λόγια άλλων για να πούμε αυτά που θέλουμε. Μπορούμε επίσης να έχουμε μαζί μας τη μουσική που συνοδεύει αυτά τα λόγια να μας κάνει να κοιτάμε έξω από το παράθυρο ενός αυτοκινήτου, χωρίς να βλέπουμε τίποτα. Ή να παίρνουμε ένα τηλέφωνο στις 4 το πρωί για να πούμε απλά ενα καληνύχτα. Μπορώ να κάνω μια έκληση σε αυτό που κάποιοι ονομάζουν μοίρα, μια μέρα να γνωρίσω εκείνη την δρομέα μέσων αποστάσεων. Είμαι σίγουρος ότι θα είναι αρκετά μεγαλύτερη απο μένα, ίσως πλέον τα πόδια της να μη σου θυμίζουν την αιωνιότητα. Αλλά της οφείλουμε ένα ευχαριστώ. Γι’ αυτό..

Κουνάμε ρυθμικά το πόδι, σφυρίζουμε μαζί με τη μελωδία, ετοιμαζόμαστε να κάνουμε τον τέλειο κύκλο στο κρεβάτι μας, να συμπαθήσουμε ακόμα και αυτές, τις ζεστές νύχτες, να βγάλουμε το καπέλο μας στον θείο Jon και τελικά ξανασκεφτούμε το ταξίδι προς τη Βουδαπέστη. Μεταφορικώς και μη.

stories beyond the edge of town

•20 Σεπτεμβρίου, 2010 • Σχολιάστε

Νομίζω ότι έχω ξανα-αναφέρει την τεράστια συμπάθεια που τρέφω προς τα μέλη εκείνα της singer/songwriter κάστας, τα οποία καταφέρνουν να αποφύγουν οποιεσδήποτε τετριμμένες μανιέρες και να ξεφύγουν από τα περιοριστικά στεγανά του είδους, ακόμα και αν συνεχίζουν να χρησιμοποιούν πολλά από τα γνωστά συστατικά του επαγγέλματος. Κάπως έτσι καταφέρνουν να επικεντρωθούν στο μεγαλύτερο προσόν της τέχνης τους, στο να λένε ιστορίες, αλλά να τις λένε έχοντας ανακαλύψει μια εντελώς προσωπική φωνή, που τους ξεχωρίζει από το σωρό ρομαντικών τροβαδούρων και τεθλιμμένων κορασίδων. Τι με κάνει να επανέρχομαι σε αυτό το θέμα; Δυο φρεσκότατες κυκλοφορίες, το «This Alone Above All Else In Spite Of Everything» «των» Boduf Songs (δηλαδή του Matthew Sweets) και το «Pope Killdragon» «των» Strand of Oaks (δηλαδή του Timothy Showalter).

Από τα δυο, το «Pope Killdragon» είναι πιο κοντά στην παράδοση της μεγάλης των singer/songwriter γενιάς, αν και οι δομές των συνθέσεών του ξεφεύγουν λίγο από τις αναμενόμενες. Ο Showalter ξέρει να επιλέγει και τα θέματά του όμως, και δεν φοβάται να βγάζει και τη γλώσσα του περιπαιχτικά στους στίχους τους. Άλλωστε, δεν υπάρχει τίποτα πιο αδιάφορο και πιο απογοητευτικό, από όσους παίρνουν υπερβολικά στα σοβαρά τον εαυτό τους. Το τραγικό πάντα είναι δυνατότερο, εξάλλου, όταν συνοδεύεται από το κωμικό. Η μουσική του album ακολουθεί με άνεση αυτή την λογική, αλλάζοντας ύφος, τόνο και διάθεση αρκετά συχνά κατά τη διάρκεια του δίσκου, αλλά διατηρώντας τον χαρακτήρα της. Σχετικά με το έτερο της παρέας, έχω να πω ότι το όνομα Boduf Songs μου ήταν από παλιότερα γνώριμό, χωρίς όμως να έχω ακούσει τίποτα δικό του, μια που (σε μια από τις γνωστές εξάρσεις μαλακίας μου), τους είχα, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, τοποθετήσει στην post rock κατηγορία, σε μια εποχή που οι post rock δίσκοι ήταν a dime-a dozen. Οποίο λάθος όμως και ζητώ ταπεινά συγνώμη για την κατάφορη αδικία. Το «This Alone…» έχει να προσφέρει μια γοητευτικότατη μαυρίλα, αργόσυρτη και σαγηνευτική, ισόποσα επιβλητική και μελαγχολική. Απορροφώντας και αυτό εξωγενή στοιχεία (ναι, ακόμα και από αυτό, το post rock), φτιάχνει τον κόσμο του και μας καλεί να του κάνουμε παρέα. «Bought myself a cat o’ nine tails» λέει ξεκινώντας ο Sweets και εγώ τρέχω να ανακαλύψω και τις προηγούμενες δουλειές του.

Για bonus αναφορά στο τέλος, κρατάμε την πολύχρωμη (όπως και το εξώφυλλό του) stoner-ο-ψυχεδέλεια του «Lights from Paradise» των Quest For Fire. Ατμοσφαιρικά χαμένο, αρκούντως ταξιδιάρικο και φυσικά τέρμα κομμάτια, δεν βρίσκει ενέργεια να ανεβάσει ρυθμούς αλλά παραμένει ξαπλωμένο σε μια αιώρα ατενίζοντας τον ορίζοντα σε μια αμμουδιά. Ίσως ό,τι πρέπει για έναν καλοκαιρινό Σεπτέμβριο. Ίσως το καλύτερο αντίδοτο, τώρα που οι Black Mountain επέλεξαν να πάρουν τα κουβαδάκια τους και να πάνε σε άλλες, εξίσου όμορφες όμως, παραλίες. Λυπάμαι μόνο που δεν έχω άλλες διακοπές να το πάρω μαζί μου.

Μιλώντας για Black Mountain όμως, ακόμα δεν έχω καταλάβει πως κάποιοι θεώρησαν κάτι λιγότερο από εξαιρετικό το «Wilderness Heart».

it’s only me pursuing something I’m not sure of

•14 Σεπτεμβρίου, 2010 • Σχολιάστε

Είναι γνωστό πως ο Peter Christopherson δεν είναι πολύ καλά. Γιατί πάνω εκεί που άρχισα να στολίζω με too much σχόλια το δεκαπλό box set των Incapacitans (που τουλάχιστον λέγεται «Box is Stupid») ή και την επικείμενη (επανα)επανακυκλοφορία της -επίσης- δεκαπλής «we spit on their graves» κασσέτας των Sutcliffe Jugend (τεράστιας ιστορικής σημασίας κυκλοφορία), έρχεται ο Christopherson να κάνει την υπέρβαση. Μην σας τρομάζουν πια τα ακατάπαυστα Current 93 box sets, ούτε τα μπαουλάκια των Nurse With Wound με τα αψέντια και τα ποτηράκια, εδώ έχουμε κάτι μεγαλύτερο. Είναι ένα δεκαεξαπλό dvd set σε ξύλινο κουτί που έχει μέσα επίσης 1 (ένα) σαπούνι και 1 (ένα) πετσετάκι. Ναι, ο Peter Christopherson δεν είναι στα καλά του. Σχεδόν θα προτιμούσα να έβγαζε νέα μουσική κάτω από το όνομα των Coil, διότι οι Coil μου καθαρίζουν την ψυχή, και κάπου εδώ πετυχημένο_αστειάκι με σαπούνι πετσετάκι. Θεωρώ προφανές πως οι συνθήκες ζωής στην Bangkok ωθούν τον εκ Leeds μέτοικο εκεί σε άλλες σκέψεις από ό,τι θα έκανε πχ σε ένα αστικό Βερολίνο, αλλά δεν μπορώ και πάλι να βρω μια εξήγηση που να με καλύπτει. Δεν υπάρχουν σήμερα οι Coil. Δεν είναι όλες οι πορείες ανοικτές, αλλά κλείνουν. Ο Peter Christopherson δεν είναι καλά, και εφόσον μερικά πράγματα έχουν σαφέστατη δυσάρεστη υφή, τα ξεχνώ, επανερχόμενος ευθύς σε αυτό που με διδάσκουν περισσότερο οι Coil κάθε φορά που έρχομαι κοντά τους. Στην πλήρωση του όρου της ανθρώπινης δυνατότητας.

Οι Coil

Σε συζητήσεις που έχω με τον εαυτό μου, αλλά και με άλλους, καταλήγουμε όλοι μαζί σε μερικά βασικά συμπεράσματα που ορίζουν την αντικειμενικότητα της μικρής ομάδος Α που συζητάει για τους Balance και Christopherson και βρίσκει στη δημιουργία τους Την Ολική Ανατροπή της κανονικής εξελικτικής μουσικής ροής που θα λέγαμε για τους υπόλοιπους της παρέας τους, πλην του γέρου, που είναι επίσης σε Άλλο γήπεδο. Ώρες ολόκληρες σκέφτομαι, αναρωτιέμαι και συζητώ για την λαμπρή ύπαρξη του πρώιμου «Scatology», για την μεταβατικότητα από εκείνο στο κολοσσιαίο «Horse Rotorvator» και στις επόμενες ενέργειες του Μαύρου Ηλιοσφαιρικού Κρουστικού Κύματος που έμελλε μια μέρα να ταξιδέψει τα κόκκινα πτηνά πάνω από το Παρίσι, να οδηγήσει το αυτοκίνητο του Pier Paolo Pasolini πολλές φορές πάνω από τον ίδιο ώστε να αντλήσει έμπνευση, να με κάνει να αναρωτιέμαι επιληπτικά «where are you?» ανά πάσα ηλιακή και γήινη συνιστώσα, να μου λέει να μην ανησυχώ για τίποτα, διότι δεν γίνεται να πάθω κάτι στα αλήθεια. Να μου ζωγραφίσει νεκρή την ίδια μου την ψυχή! Να μου περιγράφει μέχρι και τα πέντε πρώτα λεπτά του μετά. Να με κάνει να δημιουργώ εικόνες για φράσεις όπως how to destroy angels και λέξεις όπως never, να μου χαρίζει μουσική για το σκοτάδι, και σκοτάδι για την μουσική. Να με επαναφέρει στην κατανυκτική Ostia, όχι της Ιταλίας όμως, αλλά της Ταϋλάνδης :

Και εδώ, σε μια παρένθεση, θα πω πως το μοναδικό πράγμα με το οποίο δεν συμφώνησα στο έπακρο με την καταπληκτική κριτική του κύριου Άρη Καραμπεάζη για το album των This Immortal Coil, είναι το κομμάτι εκείνο που αναφέρεται στην Ostia. Ναι, μπορεί η αμερική να μην είναι η ήπειρος της Ostia, αλλά όσο ο Christopherson (που δεν είναι καλά) κατάφερε να χαράξει το σύνορό της στην μακρινή Bangkok με συγκλονιστική επιτυχία, άλλο τόσο μεταμόρφωσε σε Ξεσπασματική Κραυγή το υποτονικό της πένθος, ο επίσημος ΑΑ (απάτριδος αμερικάνος) Bonnie «Prince» Billy. Στο κλίμα της συγκεκριμένης συνεργασίας, στα μάτια μου ο Oldham είναι ευλαβής, με τη γνωστή του αναίδεια όμως. Ακόμα και αν το συγκεκριμένο tribute, έχει χωρίσει την μικρή μας ομάδα Α σε δύο μικρότερες υποομάδες. Κάποιοι δεν ανέχονται τα τραγούδια των Coil χωρίς την υπερβατική μοναδικότητα της φωνής του Balance, και δεν μπορώ να τους κατηγορήσω με επιχειρήματα. Και επειδή σε αυτό το sonic death monkey σας έχουμε μιλήσει πολύ για το εγχείρημα των This Immortal Coil, σήμερα το πρόγραμα έχει κάτι παρεμφερές : Τέσσερα χρόνια πριν, η -επίσης γαλλική- Rotorelief είχε κυκλοφορήσει το «Coilectif – In Memory Ov John Balance And Homage To Coil». Εδώ δεν θα βρείτε το αδερφάκι του This Immortal Coil, θα βρείτε ένα μακρινό ξεχασμένο συγγενή που πέθανε και δεν έμαθε κανείς τίποτα, και ουδείς ξανάκουσε να μιλάνε για αυτόν. Ο αγνώστων λοιπών στοιχείων Freddo Derouard κλέβει άνετος την παράσταση με τον «A Staircase’s Revenge» εξαιρετικό τίτλο που χάρισε στο remix του. Σοβαρό tribute των παιδιών του θορύβου, το οποίο θα αγαπήσετε. Κάποιοι της ομάδος.

στο…μέλλον

•12 Σεπτεμβρίου, 2010 • 5 Σχόλια

Στο μέλλον οι άνθρωποι έχουν γίνει πολιτισμένοι και συζητούν ήρεμα ακόμα και για τα πιο δύσκολα προβλήματα. Έχουν αφήσει χρόνια πίσω το απαρχαιωμένο πια στυλ της ειρωνίας, όσο και εκείνο της υποσυνείδητης επιβολής γνώμης, επιχειρημάτων, άποψης, τρόπου, ρυθμού και σολομωνικής. Μία μέρα λοιπόν, στο ωραίο τέτοιο μέλλον, σε ένα χώρο και χρόνο που με δυσκολία θα φανταζόταν (ή θα υπέθετε..) ακόμα και ο ίδιος ο Riemann, δύο άνθρωποι συζητούν. Η κυρία, θα λέγαμε μιας κάποιας ηλικίας, παίρνει το λόγο την χρονική στιγμή t=0 και “αγαπητέ μου, θα ήθελα να σας επισημάνω την δυσαρέσκειά μου για τον τρόπο που φερθήκατε στον αγαπημένο μου υιό”. Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτού του μέλλοντος, είναι πως οι άνθρωποι βαρέθηκαν τις συντομογραφίες, τα slangs, τα greeklish, τα lol και όλες τις αργκό της υφηλίου, και επανέφεραν σε λόγο και γραφή μια ευγενέστατη, εύηχη και μοντέρνα εκδοχή της ελληνικής δημοτικής με τα απαραίτητα στοιχεία καθαρεύουσας, δημιουργώντας μια διάλεκτο θα έλεγα, που –όπως όλα τα υγιή πράγματα- προχωράει στο μέλλον σκιαγραφώντας κάθε εκατοστό του παρελθόντος. Προχωράει προς τα εμπρός δηλαδή, με την όπισθεν όμως. Ο άνθρωπος έμαθε από τα λάθη του. Ο Κύριος απαντάει σε ήπιους τόνους με ένα “Σας ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο, κυρία μου, και εκτιμώ βαθύτατα την κριτική όταν αυτή είναι καλοπροαίρετη και έχει ως στόχο τον μετασχηματισμό της λίμπιντο σε κατάσταση κοινωνικού οφέλους. Η ασυναίσθητη –ή μη- μερική και πρόσκαιρη ικανοποίηση δεν είναι κάτι για το οποίο δεν θα έπρεπε να είμαστε υπόλογοι, βεβαιώς. Στους εαυτούς μας πρωτίστως. Ωστόσο ο συμπαθής νέος υιός σας προέβη σε μια πράξη, την οποία, με τη σειρά μου βεβαίως, εκτιμώ πως πρέπει να κατακρίνω, πάντα με γνώμονα το κοινωνικό όφελος, και..”. Εδώ η κυρία διακόπτει σχεδόν τον συνομιλητή της, και εκείνος δεν επιδιώκει να επανακτήσει την θέση του στην συζήτηση .“Από μια –θα μου επιτρέψετε- αδιάφορη σκοπιά, έχετε το δίκιο με το μέρος σας, αλλά θεωρώ πως στις εποχές μας πρέπει η δύναμη της νόησης να μας οδηγεί πια εκεί που τα άγρια ένστικτα του παρελθόντος δεν μας πήγαν στο έπακρο. Στην γαλήνη της ψυχής μας. Ομολογώ πως ο λατρεμένος μου πρωτότοκος υπήρξε κάπως ενστικτώδης, αλλά πάντα έτσι ήταν αυτό το παιδί. Ο άντρας μου συνήθιζε να μου λέει πως ο υιός μας είναι ενστικτώδης. Και μπορεί να είναι. Ωστόσο, η δική σας συμπεριφορά παραμένει αχαρακτήριστη”. Ο κύριος, χαϊδεύοντας το ποτήρι του, που σημειώνεται πως περιέχει ένα εξαιρετικό Cabernet Sauvignon, αλλάζει λίγο στάση στο σώμα του, γέρνει ελάχιστα στα πλάγια, και πλήρως χαλαρός πια, απαντάει “Μα Madame, ο υιός σας προέβη σε μια αγενή, επιτακτική και βίαιη σεξουαλική ενέργεια πάνω στο ημίγυμνο κορμί της μονάκριβης μου κόρης, αγνοώντας κάθε αντίρρησή της. Το σπλάχνο μου ούρλιαζε για βοήθεια και εκλιπαρούσε τον υιό σας ώστε εκείνος να ασελγήσει απλώς ερωτικά πάνω της, θέλοντας να αποφύγει τις πληγές με το ξυράφι, το οποίο χρησιμοποιούσε εκείνος για να ζωγραφίσει στο καθαρό και νεανικό της δερματάκι. Εκείνος όμως –από ένστικτο ίσως όπως λέτε- συνέχισε, και αφού την έγδαρε στο –μετα βίας- ανεπτυγμένο στήθος της, αλλά και σε όλα της τα ζωτικά όργανα, την άκουσε να παρακαλάει ξεψυχώντας να την δολοφονήσει, εκεί επί τόπου, άμεσα, γιατί ένα κοριτσούδι δεκατριών ετών γνωρίζει καλά πως μερικές πληγές δεν κλείνουν ποτέ, οπότε είναι καλό να μην προσπαθεί κανείς να τις κλείνει, αλλά να τις αφήνει όπως είναι, ή και να τις μεγαλώνει ακόμα. Ήταν πανέξυπνο το μικρό μου, ειλικρινά λυπάμαι που δεν θα το γνωρίσετε ποτέ. Θα μπορούσα μήπως να χρησιμοποιήσω τον αναπτήρα σας; Δυστυχώς ξέχασα τον δικό μου στη δουλειά”. Η κυρία παραμένει διστακτική αλλά παραχωρεί τον αναπτήρα της. “Σας ευχαριστώ”, χαμογελάει ο κύριος. “Κύριε, θα σας συμβούλευα να σταματήσετε το κάπνισμα. Δεν είναι πως ενοχλούμαι που καπνίζετε, απλώς η μη καπνίζουσα κατάσταση συντελεί στο βέλτιστον της σωματικής, αλλά κυρίως της ψυχικής ακεραιότητας. Δεν είδατε τα στατιστικά της IWUStats; Θα επανέλθω όμως στο κύριο θέμα της κουβέντας μας. Ο υιός μου αντέδρασε με βάση τις επιταγές του χαρακτήρα του, και θα κριθεί από τον θεό με βάση τις επιλογές του. Υπήρξε ειλικρινέστατος με τον χαρακτήρα του. Οι δικές σας πράξεις όμως, κύριε, παρουσιάζουν μια χαρακτηριστική ασυνέπεια με την ποιότητα του χαρακτήρα σας. Ειλικρινά, το μυαλό μου δεν χωράει τα γεγονότα. Πως γίνεται, πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος της δικής σας ιδιοσυγκρασίας, με μια τέτοια παιδεία και κουλτούρα, να επέλεξε να μην ευνουχίσει απλώς το βλαστάρι μου; Ήταν ανάγκη να του περάσετε τέσσερις πρόκες στην ουρήθρα του; Και στη συνέχεια, πως άντεξε η ψυχή σας να του κόψετε το ένα αυτί, να του βγάλετε το ένα μάτι, να ξεριζώσετε τα νύχια από τα δάχτυλα των καλοσχηματισμένων ποδιών του, να αφαιρέσετε τα δαχτυλάκια των χεριών, και να του καρφώσετε δύο κατσαβίδια, ένα σε κάθε γόνατο; Και το σημαντικότερο, πως αντέξατε μετά να τον βιάσετε υστερικά, με την τερατώδη αυτή μανία; Ήθελα από καιρό να ρωτήσω τον λόγο που εσείς, ένας καλλιεργημένος και επιτυχημένος, έξυπνος άνθρωπος συνολικά, με τόση λεπτότητα, τακτ, και αυτό το –τόσο καταπληκτικό!- χιούμορ, να μάθω λοιπόν την αιτία που δεν δοκιμάσατε να λύσετε τις διαφορές σας δια της συζήτησης. Το κοινωνικό όφελος κύριε μας προστάζει να σταθούμε προσοχή, είναι ένας μανδύας πάνω από τις σκεπές μας, μας προφυλάσσει. Το ξέρετε πως ο υιός μου έπαιζε μπάσκετ; Δεν νομίζω πως θα έχει όρεξη να ξαναπαίξει τώρα. “. O κύριος θαύμαζε τη ροή του λόγου της κυρίας. “Ειλικρινά λυπάμαι για αυτό κυρία μου, άλλωστε είναι και ο λόγος που ζήτησα να σας δω. Δεν μπορούσα να πράξω διαφορετικά από το αυτόν, για τον εξής απλό λόγο, τον οποίο θα σας παραθέσω ευθύς αμέσως, είναι η κατάσταση ανοικτού-κλειστού και όλες οι πιθανές προεκτάσεις της. Σας μίλησα λίγο πριν για αυτό, αλλά ίσως δεν πιάσατε το στίγμα μου. Αν κάποια πράγματα παραμείνουν για πάντα κλειστά, με σοφό τρόπο, τότε δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να ανοίξουν, διότι ο προορισμός τους είναι κάτι κλειστό, είναι ένα κλειστό σύνολο αριθμών τους οποίους δεν πρέπει να μετρήσουμε ποτέ, είναι ένα μυστικό που δεν θα μάθουμε ποτέ, μια γυναίκα που δεν θα αγαπήσουμε ποτέ, μια ευτυχία που δεν θα ζήσουμε ποτέ των ποτών, και καλά θα κάνουμε να μην την ψάξουμε ποτέ. Από τη στιγμή όμως που περιέλθουμε σε κατάσταση «ανοικτού», οι κανόνες αλλάζουν, το πεδίο αντιστρέφεται, και μοναδικός σκοπός της ζωής μας παραμένει να κρατήσουμε ανοιχτό τον κύκλο, να ανακαλύψουμε όλα τα κρυμμένα μυστικά, να μετρήσουμε όλους τους πιθανούς και απίθανους συνδυασμούς, να αγαπήσουμε όσες γυναίκες βρεθούν στο διάβα μας και να ψάχνουμε κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας για την ανηγμένη αυτή ευτυχία, προσέχτε με, με «η» και όχι «οι». Κάτω από αυτές τις συνθήκες, που θα παρακαλούσα να σεβαστείτε ως απαράβατες αρχές μου, δεν θα μπορούσα με κανένα τρόπο να συζητήσω, διότι είναι εκείνες οι στιγμές που όλες οι συζητήσεις πεθαίνουν, νεκρώνουν και δεν αποτελούν πια επιτυχημένο τρόπο κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Αλήθεια, έχετε πλάνα για απόψε το βράδυ; Παίζεται μια καταπληκτική παράσταση στο Ideon”. Η κυρία απάντησε ήρεμη και με πρέποντα τρόπο πως έχει μια υποχρέωση, αλλά θα μπορούσε σίγουρα την επόμενη. Σηκώνονται, χαιρετιούνται και φεύγουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις, έχοντας κατανοήσει πλήρως ο ένας τον άλλον. Ωστόσο, οι κακές γλώσσες λένε πως φεύγοντας, όταν πια νόμιζε πως κανείς δεν θα μπορούσε να την ακούσει, ξέφυγε από την κυρία ένα μουρμουρίζων “τι είπε ρε ο μαλάκας νυχτιάτικα”. Άλλες φήμες αναφέρουν πως το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο συνειδητοποίησε το λάθος της , έσκυψε λίγο προς τα μπροστά και δεν ξαναμίλησε ποτέ και σε κανέναν για αυτό. Όπως και κανείς άλλος.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε