expanding the vision

•20 Απριλίου, 2011 • Σχολιάστε

Είναι πραγματικά δύσκολο να μην συμπαθήσεις τον Mika Rättö. Circle, Kuusumun Profeetta, Omfalos Renaissance, αλλά η αφορμή για το σημερινό post είναι η συμβολή του στη δημιουργία των Eleanoora Rosenholm. Συνδυάστε μαζί με αυτό και το ζεστό σπιτικό της Fonal και καταλαβαίνετε μερικούς από τους λόγους που τους πήρα από την αρχή με καλό μάτι. Τα δυο εξαιρετικά πρώτα album τους, που δεν ξεχνούσαν την ανεξάρτητη παραξενιά τους, ούτε όμως και τις pop ευαισθησίες τους, δεν μπόρεσαν παρά να ενισχύσουν και με το παραπάνω την αρχική, θετική εντύπωση. Ηλεκτρονικοί, synth-pop, μελωδικοί, χαρούμενοι αλλά με ένα σαρδονικό χαμόγελο, παράξενοι και πιασάρικοι. Μέσα σε όλα αυτά, όμως ποτέ δεν ακούγονταν πολύπλοκοι ή υπέρμετρα φιλόδοξοι. Έχω αναφέρει αρκετές φορές εδώ μέσα ότι όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερο εκτιμώ την απλότητα στη μουσική και τόσο πιο εύκολο είναι με κουράσουν δημιουργίες στις οποίες οι μουσικοί δείχνουν να ξεφεύγουν μέσα από την ίδια τη φιλοδοξία τους να φτιάξουν κάτι πιο «μεγαλειώδες» ή πιο πλούσιο (το τελευταίο τρανταχτό παράδειγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι το απαράδεκτο «Crown Of Creation» των Lucifer Was). Το «Hyväile Minua Pimeä Tähti» είναι σχεδόν ολόφρεσκο (κυκλοφόρησε πριν κάνα μήνα) και είναι, όπως θα καταλάβατε ήδη, το τρίτο album των Eleanoora Rosenholm. Προς τι όλες αυτές οι εισαγωγές; Αυτός ο δίσκος παρουσιάζει μια σημαντική αλλαγή κατεύθυνσης για το συγκρότημα και την αφήγηση της ιστορίας της νοικοκυράς-δολοφόνου τους. Όχι τόσο σε ηχητικό επίπεδο, όσο σε νοοτροπία σύνθεσης. Αν και το μουσικό ύφος των Φινλανδών έχει παραμείνει στα γνώριμά τους πεδία (λίγο synth-pop, λίγο electronica, λίγες rock επιρροές και μπόλικη ιδιοσυγκρασία) αλλά εδώ δείχνουν φιλοδοξία να φτιάξουν κάτι παραπάνω από ένα pop δίσκο. Υπό κανονικές συνθήκες αυτό θα μου δημιουργούσε μια αρνητική προδιάθεση, αλλά οι πρώτες ακροάσεις ήταν τόσο ενθαρρυντικές, που έκαναν οποιεσδήποτε αμφιβολίες να εξαφανιστούν αμέσως σαν καπνός σε χειμερινό φινλανδικό αεράκι.

Η κυριότερη διαφορά του «Hyväile…» με τους προκατόχους του είναι στις ενορχηστρώσεις των κομματιών. Εκεί που οι προηγούμενοι βασίζονταν σε αρκετά απλές και σαφέστατα pop δομές, εδώ οι Eleanoora Rosenholm, εμπλουτίζουν τα κομμάτια τους με μπόλικα background στοιχεία (φωνές, πνευστά, έγχορδα), μεταμορφώνοντας τη μουσική τους σε ένα ισόποσο μίγμα soundtrack-ικής ορχηστρικής μουσικής και ηλεκτρονικού pop/rock. Η δουλειά που έχει γίνει ειδικά στα χορωδιακά δεύτερα φωνητικά έκανε ακόμα και μένα, που γενικά δεν πολυσυμπαθώ τέτοιες πρακτικές, να μείνω με ανοιχτό το στόμα. Όλα αυτά συνεισφέρουν και στο να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα πιο σοβαρά σκοτεινή από τα δυο πρώτα album, όπου κυριαρχούσε αρκετά περισσότερο και το ειρωνικό στοιχείο. Το πόσο σημαντικό (ειδικά για μένα) είναι ότι κατάφεραν να κάνουν κάτι τέτοιο χωρίς να ξεφύγουν σε σοβαροφανείς χαζομάρες είναι δύσκολο να περιγραφεί και αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που έχω φάει τρομερό κόλλημα με το δίσκο αυτές τις μέρες. Όλος ο δίσκος για μένα χτιζεται γύρω από την κεντρική δοκό του «Puoli päivää Firenzestä itään» που αποτελεί το πιο όμορφο κομμάτι του δίσκου και αυτό που μάλλον συγκεντρώνει τα περισσότερα στοιχεία που τον απαρτίζουν, ενώ το αμέσως προηγούμενο, «Pimeä tähti» πιθανότατα θα έκανε και τους Delerium να ζηλέψουν αρκετά. Επίσης αξίζει να σημειωθεί πόσο ελκυστικό έχουν καταφέρει να κάνουν ένα αρκετά 80s ήχο που όμως παρουσιάζεται μέσα από μια σαφώς νέας χιλιετίας οπτική. Άσε που σε αυτό το δίσκο ακόμα και μια μυρωδιά από Circle θα πάρετε, οπότε καταλαβαίνετε ότι όλα τα στοιχήματα σταματάνε γιατί κανένας δεν ξέρει τι μπορεί να εμφανιστεί στην επόμενη γωνία. Τι ωραία που θα ήταν αν περισσότερα soundtrack λειτουργούσαν με τον τρόπο των Φινλανδών. Ξέρουν όχι απλά να λένε την ιστορία τους, αλλά να την κάνουν και αναπόσπαστο κομμάτι της μουσικής και αυτό δεν είναι πολύ εύκολο πράγμα, ειδικά όταν η ιστορία φαίνεται να έχει τόσες πολλές μεταπτώσεις στη διάθεσή της ακόμα και μέσα στα ίδια τα τραγούδια.

Το «Hyväile Minua Pimeä Tähti» είναι, από όποια πλευρά και αν το εξετάσω, ένα ΜΕΓΑΛΟ album. Και είναι μεγάλο, κυρίως γιατί ενώ έχει φιλοδοξίες στο να εμπλουτίσει το μουσικό του περιεχόμενο, δεν έχει ούτε φιλοδοξία, ούτε άγχος στο να αναγνωριστεί ως μεγάλο album. Αυτό του δείνει μια ανέμελη άνεση που το κάνει ακόμα πιο γοητευτικό. Βοηθάει βέβαια και το γεγονός ότι είναι τρελοί αυτοί οι Φινλανδοί και ότι έχουν και ένα μαέστρο όπως τον Rättö (ο οποίος ακόμα συνθέτει, αν και δεν αποτελεί πλήρες μέρος του συγκροτήματος, αν δεν κάνω μεγάλο λάθος) να σέρνει το χωρό από τα παρασκήνια. Αν και παλεύει με το «Mort Aux Vaches» των Broderick/Machinefabriek (το οποίο βρίσκεται σχεδόν στο άλλο άκρο) για δίσκος του μήνα, είμαι σίγουρος ότι και θα συνεχίσουν οι συνεχείς ακροάσεις και ότι θα το ξαναβρούμε μπροστά μας εκεί κατά το Δεκέμβριο. Ποιος είπε ότι πέθαναν οι ιστορίες;

waltzes and precious stones

•17 Απριλίου, 2011 • Σχολιάστε

Ανάμεσα στην κλασσική τρέχουμε-να-προλάβουμε-να-ακούσουμε-όλα-τα-καινούρια-που-βρηκαμε (είναι λιγότερο χαζό από ότι ακούγεται το να αγχώνεσαι γι’ αυτό, αλήθεια σας λέω, πιστέψτε με), τις τελευταίες μέρες με έχει πιάσει μια τεράστια όρεξη/ανάγκη για γενικότερη ρετροσπεκτίβα των Black Heart Procession. Βοηθάει σημαντικά σε αυτό και ο καιρός των τελευταίων ημερών που προσπαθεί με συγκινητικές προσπάθειες να μας πείσει ότι μπήκαμε στον Οκτώβριο, αλλά και η γενικότερη διάθεση που έχει κάτι ημι-ανεξήγητες μεταπτώσεις. Ανάμεσα στις ακροάσεις των δίσκων τους που έχω λιώσει σχετικά λιγότερο (δηλαδή τα «1», «Amore Del Tropico» και «Six»), έσπαγα το κεφάλι μου προσπαθώντας να θυμηθώ ποιος μου τους έμαθε. Δυστυχώς δεν τα έχω καταφέρει ακόμα, αλλά είμαι σχεδόν πεπεισμένος ότι δεν είχα διαβάσει απλά σε κάποιο περιοδικό γι’ αυτούς, οπότε μάλλον κάποιος καλός άνθρωπος με έπρηξε αρκετά ώστε να τους ακούσω. Για ένα πράγμα είμαι σίγουρος όμως. Ο πρώτος δίσκος τους που άκουσα ήταν το «2» και οι επαναλήψεις του χαρακτήρισαν μια αρκετά μεγάλη περίοδο της ζωής μου, της οποίας αυτός ο δίσκος έμοιαζε το καταλληλότερο soundtrack. Ατέλειωτες ακροάσεις, τεράστιο κόλλημα με τις ιστορίες του, δυο τραγούδια («Blue Tears» & «It’s a crime…») που το σύμπαν συνομώτησε για να γραφτούν για μένα (δεν δέχομαι αντιρρήσεις, εγώ ξέρω καλύτερα), στρώσιμο του δρόμου για το εξίσου συγκλονιστικό «3» και αρκετή συναισθηματική καταστροφή (από αυτή που μας αρέσει όμως).

Δεν είμαι από τους ανθρώπους που νιώθουν μια ακατανίκητη ανάγκη να κατηγοριοποιήσω καθετί που ακούω, αλλά μ’ αρέσει σίγουρα να βρίσκω σημεία αναφοράς στις μουσικές μου. Οι Black Heart Procession όμως μοιάζουν να ξεγλιστούν ιδιαιτέρως εύκολα και να αποφεύγουν με μεγάλη άνεση οποιαδήποτε κατηγορία. Δεν είναι ότι χρησιμοποιούν εξωτικα υλικά για τις συνταγές τους, δεν είναι ότι έχουν πειραματικές ανησυχίες, ούτε ότι ξεχνάνε μια σαφώς pop αισθητική στις συνθέσεις τους, παρόλ’ αυτά ακόμα δεν μπορώ να τους καταλάβω πλήρως. Αν και παραμένουν μια βασικά rock μπάντα, τη μουσική τους δεν θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσως με μεγάλη σιγουριά rock. Έχουν πολύ βαλς μέσα τους, μοιάζουν να αγαπάνε υπερβολικά το ακορντεόν και τους διακατέχει ένας ρομαντισμός που δεν τους φέρνει σε rock ‘n’ roll περιπάτους. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορώ με τίποτα να τους χαρακτηρίσω μια ακόμα indie folk μπάντα, ούτε μου δημιουργούν άμεσα στο μυαλό την εικόνα των ρομαντικών τροβαδούρων που κάνουν καντάδες. Ακόμα και οι εικόνες που χρησιμοποιούν στους στίχους τους είναι παρελθοντικές χωρίς να γίνονται όμως παλιομοδίτικες. Χαζεύοντας τώρα τη δισκογραφία τους, συνειδητοποιώ όμως ότι λείπει από τη ρετροσπεκτίβα το «In The Fishtank» με τους Solbakken, το οποίο φτάνει επίσης σε ύψη κατάλληλα για πρόκληση ιλίγγων. Να σημειώσω λοιπόν να το προσθέσω και αυτό στη λίστα.

Για τώρα θυμόμαστε μια από τις αγαπημένες μας ασχολίες και πάμε στο…

01. earth – old black
02. the builders and the butchers – lullaby
03. the twilight singers – she was stolen
04. van der graaf generator – bunsho
05. jethro tull – stormy monday blues
06. the decemberists – rox in the box
07. nicolas jaar – balance her in between your eyes
08. jenny hval – portrait of the young girl as an artist
09. dakota suite & emanuele errante – a loveless moment
10. fleurety – summon the beasts
11. wye oak – civilian
12. ben frost – understanding why it hurts…
13. arbouretum – the highwayman
14. the black heart procession – blue water-blackheart

I can see the ship’s reflection in your eyes

gods and trains

•13 Απριλίου, 2011 • Σχολιάστε

Είμαι από εκείνους τους ανθρώπους που πάντα όταν βγαίνουν από το σπίτι κουβαλάνε μια (συνεχώς σχεδόν γεμάτη) τσάντα. Αυτή η συνήθεια ξεκίνησε όχι τόσο ως παρενέργεια από τα σχολικά χρόνια, παρά μια ανάγκη που προέκυψε με την αρχή της ευρείας χρήσης μέσων μαζικής μεταφοράς για τις (όλο και αυξανόμενες) μετακινήσεις μου. Ποτέ δεν συμπάθησα την οδήγηση και, για να πω την αλήθεια, ποτέ δεν με συμπάθησε και εκείνη. Κάπου ανάμεσα στην επιλογή και στον εξαναγκασμό, συνειδητοποίησα πριν αρκετά χρόνια, ότι είμαι από εκείνους που είναι καταδικασμένοι να βασίζονται στις δημόσιες μεταφορές για τις αστικές μετακινήσεις τους. Αν ζούσα σε μια νορμάλ πόλη φυσικά αυτό θα ήταν το αυτονόητο αλλά φυσικά μετακινούμαι στην πόλη όπου ακόμα και οι ποδηλάτες είναι καθυστερημένοι. Ξεφεύγω όμως από το θέμα μου και αυτό δεν είναι ποτέ κάτι καλό. Αυτό που έλεγα λοιπόν είναι ότι, όπως κάθε λογικός άνθρωπος, φροντίζω πάντα πριν φύγω από το σπίτι να γεμίσω την τσάντα με εφόδια για την επερχόμενη διαδρομή (βιβλία, περιοδικά και φορτισμένα mp3 players), καθώς πραγματικά δεν αντέχω να κάθομαι και να μην κάνω τίποτα πέρα από το να χαζεύω τους, ομολογουμένως ημι-αδιάφορους, συμπολίτες μου. Φεύγοντας σήμερα από το σπίτι για την γνώριμη διαδρομή Ηλιούπολη-Περιστέρι και κάνοντας τους καθιερωμένους ελέγχους (πήρα κλειδιά, πήρα πορτοφόλι, κλείδωσα παράθυρα, έκλεισα θερμοσίφωνο και λοιπά αγχωτικά), ελέγχοντας το τι βιβλίο είχα μαζί μου, συνειδητοποίησα ότι το “Polysyllabic Spree” που (ξανά)διάβαζα αυτές τις μέρες έφτανε επικίνδυνα κοντά στο τέλος του και οι ένα-δυο τελευταίοι μήνες της στήλης του φίλου Nick ήταν αμφίβολο αν θα κάλυπταν τη σημερινή και αυριανή διαδρομή. Γρήγορη ματιά στη βιβλιοθήκη, απογοήτευση, έπρεπε να έχω παραγγείλει βιβλία αυτό το μήνα, άρπαγμα του “The Grand Design” του Hawking για να γιορταστεί το πρώτο μάθημα κβαντομηχανικής από μια φιλόλογο και το μάτι μου έπεσε (αναμενόμενα) πάνω στο “31 Songs”. Καλή επιλογή, φαίνεται ότι ξεκινάμε πάλι Hornby-ική περίοδο με την (ακόμα πιο αναμενόμενη) κατάληξη στο Ένα που τα διαφεντεύει όλα, αλλά προς το παρόν Bruce Springsteen, να ακολουθείται από τη Nelly Furtado (πριν γίνει r ‘n’ b hot γκομενάκι – τότε που ήταν γλυκιά και ανέμελη Λατίνα). Η επιλογή έκλεισε λοιπόν, μπαίνει και αυτό στη τσάντα, κάπου πρέπει να υπάρχει και ένα τεύχος του Wire, γρήγορο πέρασμα από το πατρικό γιατί έφτασε και η παραγγελία της Basses Frequencies (καινούριο Pleq λίαν συντόμως μαζί σας) και τρέξιμο στη στάση για το λεωφορείο. Τείνω να καταλήξω ότι η στάση του λεωφορείου είναι το ιδανικό σημείο για επιλογή μουσικής, κοιτάω mp3 player, πάλι ξέχασα να αλλάξω τα περιεχόμενα, τίποτα δεν μου κάθεται, βάζω Metal Mountains κυρίως γιατί μου το έθαβε ο Μάνος τις προάλλες και θέλω να του αποδείξω μέσα μου ότι έχει άδικο. Καταφθάνει και το λεωφορείο, ευτυχώς σχεδόν άδειο, βρίσκω αναπαυτική θέση κάτω από φως, βγάζω βιβλίο, διαβάζω στα γρήγορα για τους Teenage Fanclub και σκέφτομαι πόσο τυχερός είσαι όταν μπορείς να κλείσεις το Hammersmith για event συγκέντρωσης χρημάτων για το σχολείο του γιου σου και μπαίνω με φόρα στο “Born To Run”. 1,500 ακροάσεις υπολογίζει στο περίπου ο Nick για το άσμα ασμάτων, εγώ πάλι που ποτέ δεν μεγάλωσα με δίαιτα Bruce, αμφιβάλλω αν το έχω ακούσει 20 φορές στη μέχρι τώρα ζωή μου. Από την άλλη ο Nick ποτέ δεν συμπάθησε τη jazz, οπότε εκεί νικάω, γιατί συγχωρείστε με φίλοι οπαδοί του Bruce, αλλά εγώ ποτέ δεν μεγάλωσα με αυτά, αλλά με κάποιο περίεργο τρόπο το Metal Mountains έρχεται και δένει αριστοκρατικά με το κείμενο για το “Born To Run” και ακόμα και γι’ αυτό, το “Heartbreaker”. Ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο, το οποίο παίζει να αποτελεί και το αγαπημένο μου μουσικό κείμενο, ζηλεύω βαθιά γιατί ξέρω ότι ποτέ δεν πρόκειται να γράψω με τόση άνεση και όμορφη απλότητα για κανένα θέμα, πόσο μάλλον για τη μουσική. Αυτό με οδηγεί συνειρμικά στο πόσο απολαμβάνω να γράφω κατά περιόδους γι’ αυτά τα πράγματα και ας ξέρω ότι πολύ συχνά δεν έχω κάτι συγκλονιστικό να πω, δεν έχω κάποιο συγκλονιστικό τρόπο για να το πω και ότι τελικά δεν πρόκειται με τίποτα να το διαβάσουν συγκλονιστικά πολλοί άνθρωποι. Υποθέτω βέβαια ότι το γράψιμο είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό μια πράξη αυτοικανοποίησης για τον γραφών, περισσότερο από ότι πράξη επικοινωνίας με το γύρω κόσμο, εκτός βέβαια αν μιλαμε για βιοποριστικούς σκοπούς, όπου εκεί παίζει άλλο παιχνίδι. Το Metal Mountains όμως είναι σχετικά σύντομο album και η διαδρομή αρκετά μεγάλη οπότε αποφασίζω να στηρίξω το “Leave Ruin” των Strand Of Oaks, για το “Pope Killdragon” των οποίων εγώ είχα βαρεθεί να πρήζω κόσμο πέρισυ. Το πρώτο album, προφανώς δεν είχε κάνει ανάλογη σοκαριστική εντύπωση και γι’ αυτό μου προξένησε αρκετή έκπληξη η ανακάλυψη του, ξεχασμένο, σε κάποιο folder στον υπολογιστή. Αυτό ήταν σαφέστατα κρίμα και, συγχρόνως, η καλύτερη απόδειξη ότι η ακρόαση μουσικής είναι σε τεράστιο βαθμό θέμα συγκυριών. Ακούγοντάς το προσεκτικά τώρα, που ξέρω πια, πόσο μεγάλος συνθέτης είναι ο Timothy Showalter, δεν μπόρεσα να μη διακρίνω όλα εκείνα τα στοιχεία που με έκαναν να αγαπήσω το δεύτερό τους δίσκο, κυρίως αυτή τον στεγνό και καυστικό τρόπο έκφρασης για τον οποίο οι φίλοι Άγγλοι χρησιμοποιούν την ιδιαιτέρως γοητευτική λέξη “deadpan”. Σε περίπτωση που πιστεύετε ότι έχω ήδη μπει στον προαστιακό και κοντεύω να φτάσω Κόρινθο, οφείλω να σας ομολογήσω ότι δεν πρόλαβα να ακούσω παραπάνω από τρία τραγούδια πριν φτάσω τελικά στο, γεμάτο αυτοκίνητα, Περιστέρι. Να σημειώσω επίσης ότι το μαγαζί που έκλεισε από ανθοπωλείο και θα ήταν ο ιδανικός χώρος για το δισκάδικο, πλέον στεγάζει γραφειο/εταιρεία φωτοβολταϊκών. O tempora, o mores.. Τώρα που και οι αγρότες βρίσκουν καλύτερη ιδέα να φυτεύουν φωτοβολταϊκά, από ό,τι ντομάτες, χάθηκε άλλο ένα μέρος όπου θα μπορούσε να. Αυτή τη στιγμή ακούω “Lets Dance” και συνειδητοποιώ ότι υπάρχουν τεράστια κομμάτια της μουσικής που δεν θα μπορέσω ποτέ να εκτιμήσω, εξίσου τεράστια με αυτά που λατρεύω, όπως το “Mayday” των Unkle. Των οποίων, προσφάτως, είδα σε γνωστό indie e-zine να εκθειάζεται ο κάκιστος προηγούμενος δίσκος και να θάβονται οι δυο προηγούμενοι, ως μη έχοντας κατεύθυνση. Μερικές φορές δεν τους καταλαβαίνω αυτούς τους Ρωμαίους. Όπως θα παρατηρήσατε σε αυτό το κείμενο δεν υπάρχουν συνειδητά παράγραφοι, μια που δεν μπορώ να βρω το κουράγιο να χωρίσω και νοηματικές ενότητες. Ξέρω ότι αύριο θα με περιμένει το υπόλοιπο “Leave Ruin” για την επιστροφή στην Ηλιούπολη, υπό το φως του ηλίου αυτή τη φορά. Και πρέπει να ακούσω επιτέλους και τι ακριβώς είναι εκείνο το 1605munro που αγόρασα επειδή είχε ωραία περιγραφή, συμμετοχή του Fripp και πλήρη απουσία από οποιοδήποτε χώρο κατεβάσματος μουσικής. Ελπίζω να αξίζει, ενώ έχουν μαζευτεί και μερικά ακόμα που έχουν τις προοπτικές να γίνουν εξαιρετικές ανακαλύψεις. Προς το παρόν όμως θα πάω απλά να ξεκουράσω την πιασμένη, από την τσάντα που λέγαμε στην αρχή, πλάτη γιατί αύριο, αν και ημέρα ξεκούρασης, προβλέπεται αρκετό τρέξιμο. Το πρωί ίσως τα πούμε προσπερνώντας ο ένας τον άλλο σε κάποιο σταθμό ή στάση. Ίσως και όχι, το σίγουρο είναι ότι δεν θα αλλάξει τη ζωή μας αυτή η προσπέραση. Μέχρι τότε, στενοχωριέμαι που δεν μου αρέσει πολύ ο Rufus Wainright. Από την άλλη πλευρά φέτος και εμείς ανακαλύψαμε το Θεό στο “Providence”.

not aloud

•10 Απριλίου, 2011 • 5 Σχόλια

Είναι Κυριακή (ξανά!) και πιστό στις παραδόσεις το Sonic Death Monkey επιστρέφει στις βραδινούς μονολόγους του. Αν και κουραστική αυτή η Κυριακή (ξανά!), τουλάχιστον να περηφανεύεται ότι ήρθε να κολλήσει στο τέλος δυο άλλων γεμάτων ημερών που τουλάχιστον μας έκαναν να ευχαριστηθούμε. Δεν είμαι ιδιαίτερο party animal, αλλά το party της Παρασκευής ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου. Είναι ένα από τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή να μαζεύεσαι με τους δικούς μας ανθρώπους, να ακούς τη μουσική σου (ή και τις μουσικές των άλλων εδώ που τα λέμε), να γίνεσαι όμορφα κομμάτια (κάπου στο «Monster» o Dylan Moran λέει ότι οι άνθρωποι συνηθίζουν να μετράνε το πόσο καλά πέρασαν με το πόσο σκατά είναι το επόμενο πρωινό – στηρίζουμε αρκετά αυτή την άποψη) και μετά να επιστρέφεις μαζί με αυτούς για να καταρρεύσεις σε μια απολαυστική ζάλη, και ας καταριέσαι το επόμενο πρωινό την άδικη μοίρα που σε άφησε να ξυπνήσεις. Ευχαριστούμε λοιπόν από τα βάθη της καρδιάς μας την απαράμιλλη φιλοξενία του Σπιρτόκουτου, όσους ήρθαν να μας κάνουν παρέα και όσους ήρθαν χωρίς να έχουν φιλοδοξία να μας κάνουν παρέα, αλλά ένιωσαν με τη ΦΑΣΗ.

Ο πονοκέφαλος την επόμενη μέρα δεν πέρασε πολύ γρήγορα, αλλά τουλάχιστον πέρασε αρκετά γρήγορα ώστε να μας επιτρέψει να απολαύσουμε και τον καφέ μας και ένα απογευματινό γεύμα στο ωραιότερο μπαλκόνι της Αθήνας. Προσωπικά είχα καιρό να νιώσω τέτοια χαλάρωση, στις αναπαυτικές καρέκλες και με τη βοήθεια ελκυστικότατης κουβέρτας όταν έκανε κάπως πιο ψύχρα, κάτω από έναν ουρανό που επέμενε να είναι εντυπωσιακά καθαρός σε μια από εκείνες τις ανοιξιάτικες μέρες που σου θυμίζουν τη χρησιμότητα της εποχής αυτής. Αρκετό γέλιο, αρκετή συζήτηση, όχι για τα πολύ σοβαρά ευτυχώς (αυτά έχουμε βαρεθεί να τα συζητάμε εδώ και αρκετό καιρό) αλλά με μια άνεση που μόνο σε μια ωραία παρέα μπορείς να βρεις. Μ’ αρέσει όταν ακούγομαι γλυκανάλατος μερικές φορές, η γλυκύτητα στην ατμόσφαιρά μας είναι κάτι που δεν επιζητούμε πολύ συχνά, αλλά, υπό κατάλληλες συνθήκες, μπορεί να ομορφύνει μια ημέρα σε δυσθεώρητα ύψη. Βοήθησε και η μουσική και αυτή τη φορά, αν και δεν ήταν επιλογές του Sonic Death Monkey. Είναι ωραίο να βάζεις μουσικές για άλλους, αν και ομολογώ ότι οι απόπειρές μου σε πιο διασκεδαστικές στιγμές είναι μάλλον αποτυχημένες. Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα βεβαίως και, τουλάχιστον, οι δυο της παρέας τα καταφέρνουν παραπάνω από απλά καλά. Ευχαριστούμε λοιπόν και την ιδιοκτήτρια του πιο ωραίου μπαλκονιού της Αθήνας για τη φιλοξενία και το τάισμα και την ανεπίσημη dj της βραδιάς για τις μουσικές. Κρίμα που έπρεπε να αποχωρήσουμε σχετικά νωρίς αλλά ας όψεται η σκληρή εργασιακή πραγματικότητα που δεν μας αφήνει να ησυχάσουμε.

Και κάπως έτσι φτάνω σε ένα ακόμα κυριακάτικο βράδυ. Εικάζω ότι και οι υπόλοιποι της παρέας βρίσκονται ή κατευθύνονται προς ένα ανάλογο, ελαφρώς μοναχικό κυριακάτικο βράδυ. H εβδομάδα τουλάχιστον για μένα προβλέπεται δύσκολη και γεμάτη άβολες καταστάσεις τις οποίες σιχαίνομαι αλλά είναι η τελευταία δοκιμασία πριν το πολυπόθητο αεροδρόμιο. Είμαι ένα στάδιο πριν το να βγάλω ημερολόγιο και να αρχίσω να σβήνω ημέρες. Μετά την βδομάδα που μας έρχεται ψιλιάζομαι ότι θα είμαι ένα βήμα μετά από αυτό. Προς το παρόν ελπιζω να είναι σχετικά αναίμακτες οι επόμενες μέρες, έχω μαζέψει αρκετή μουσική προς ακρόαση και το μόνο που χρειάζομαι είναι κανένα βιβλίο γιατι η εκ νέου ανάγνωση του Polysyllabic Spree α) τελειώνει και β) με γεμίζει ενοχές γιατί έχω πολύ καιρό να αγοράσω βιβλία.

Επειδή ο αγαπητός Αλέξανδρος όμως έκανε παράπονα για το post videos από το youtube, θα του κάνω τη χάρη, κυρίως για να μη νιώθει τόσο άσχημα για την απώλεια του «Karma Killer» και δηλώσω τον την αγάπη μου για το παρακάτω, το οποίο δεν μπορώ να σκεφτώ πόσο καλύτερα μπορεί να περιγράψει αυτό το Παρασκευο-σάββατο.

Wond’ring aloud —
will the years treat us well.
As she floats in the kitchen,
I’m tasting the smell
of toast as the butter runs.
Then she comes, spilling crumbs on the bed
and I shake my head.
And it’s only the giving
that makes you what you are.

H πρόταση της ημέρας από το Sonic Death Monkey είναι να κατσετε να κατεβάσετε και να ακούσετε τo «20 Years of Jethro Tull» να νιώσετε και εσείς τη ΦΑΣΗ.

δυσκολεύομαι πολύ να βρω τίτλο

•8 Απριλίου, 2011 • Σχολιάστε

Είμαι τώρα επί τέσσερες μέρες σε ένα δωμάτιο με ένα μεγάλο παράθυρο και από τη μια βλέπω τον Υμηττό και από την άλλη κάτι κτίρια που από μπροστά έχουν ένα νεκροταφείο. Η κατάσταση δεν πάει άλλο, μα σίγουρα θα συνεχιστεί. Το κάπνισμα απαγορεύεται ρηχά, όχι ρητά, δηλαδή και ρητά, αλλά κυρίως ρηχά, και όσο βρίσκομαι εκεί ξεχνάω συστηματικά μερικά βασικά πράγματα όπως «κριτήριο», «επικοινωνία» και «ορθογραφία». Δεν ξέρω αν αυτός είναι ο λόγος που θα έλεγα πως ο David Tibet συνήλθε από την υπερκόπτωση (με ταυ) των τελευταίων ετών και έβγαλε ένα σοβαρό album, κυρίως επειδή όταν το πρωτοείχα ακούσει δεν με είχε συγκινήσει, ενώ τώρα το βάζω συνεχώς. Έχω ερωτευτεί το «Jasmine». Και το «As Real As Rainbows» είχα ερωτευτεί παλιότερα βέβαια, αλλά τελικά ήταν παγίδα, επειδή το Aleph είναι μια μαλακία και αυτό δεν αλλάζει. Είτε βλέπω το νεκροταφείο από το παράθυρο, είτε την χαβάη. Τι να κάνουμε τώρα. Το σημαντικό είναι πως οι Current 93, αν και ήμουν επιφυλακτικός πως βιάστηκαν μετά τον Baalstorm, τελικά δεν βιάστηκαν, και υπάρχουν ακόμα, με τον Tibet να κάνει ένα μικρό πέρασμα στην Ανατολή όσον αφορά στον ήχο του. Σε ένα τραγούδι μάλιστα ήμουν βέβαιος πως θα μπει ο Γαργανουράκης μετά, αλλά τελικά δεν μπήκε. Είναι θέμα χρόνου ασφαλώς για τον Πέτρο Γαϊτάνο. Όχι αναγνώστη που έκανες search «Πέτρος Γαϊτάνος», δεν θα βρεις εδώ κάτι που θα σε ενδιαφέρει εδώ. Να φύγεις. Οι υπόλοιποι εμπιστεύεστε άφοβα το «HoneySuckle Æons», φετινό album των Current 93. Live επίσης υπήρξαν καταπληκτικοί μεν, και αν με κάποιο τρόπο μπορούσα να ξεχάσω πως είχαν και δισκογραφία πριν από το 2000, και μάλιστα πολύ σημαντικότερη από τη σημερινή, μάλλον θα είχα περάσει τέλεια. Με θέα τον Υμηττό το album παίζει κάθε μέρα όμως.

Σήμερα δεν πήγα σε εκείνο το δωμάτιο και υπάρχω κάπως

Και επίσης απόψε είναι μια ιδιαιτέρως γεμάτη βραδιά καθώς κάνουμε ΠΑΡΤΥ στο Σπιρτόκουτο (αποκάτω δημοσίευση) και να ρθείτε γιατί είμαστε καλά παιδιά. Πιο πριν όμως, εν καιρώ κρίσης, η χώρα δημιουργεί διλήμματα. Σε ποιά συναυλία να πάμε; Ενώ νόμιζα πως όλοι θα τρέξουμε να δούμε τον Ignatz (ιδρυτή της KRAAK, αυτό αρκεί) που παίζει στην knot, ενώ τελικά όλοι (οι υπόλοιποι) θα πάνε Καταραμένο Σύνδρομο για να ακούσουν Yussuf Jerusalem. Υπήρξαν μερικά επιχειρήματα εκατέρωθεν που θα μπορούσα να επισυνάψω στην παρούσα δημοσίευση, καθώς συζήτησα με πέντε άτομα και άνω για το θέμα, αλλά δεν θα συμβεί, διότι την λύση την έδωσε -όπως πάντα- μια γυναίκα, με το ανατρεπτικό «εγώ παιδιά λέω να πάω Cradle of Filth αύριο». Συζήτηση τέλος. Συνοπτικά είμαι τρελός με τρία λάμδα και είστε τρελοί με ένα λάμδα.

Εδώ βλέπουμε λίγο Ignatz για να καταλάβουμε τι χάνετε όσοι δεν θα έρθετε

Ο Ignatz έχει νέο album «I Hate this City» στην Conspiracy.

edit

και για να μην έχετε παράπονο, ένα Yussuf Jerusalem

σπαμ

•6 Απριλίου, 2011 • 1 σχόλιο

περισσότερα αύριο αλλά τα βασικά:

στο Σπιρτόκουτο την Παρασκευή 8 Απριλίου (μεθαύριο) θα παίξουμε μόνο Βρετανούς για να ευχηθούμε στο Γουίλιαμ και την Κέιτ μας, βίο ανθόσπαρτο και καλούς απογόνους. κατά προτίμηση αριστεροπόδαρους αμυντικούς χαφ ή/και αξιόπιστους τερματοφύλακες.

με τόσο ξεδιάντροπα διαφημιστικό ποστ νοιώθω κάπως σαν την κοπελίτσα που βγαίνει στο mediafire και μου υπενθυμίζει πως έχω τώρα την ευκαιρία να κερδίσω αυτό το υπέροχο δώρο. Τη μισώ αυτή την κοπελίτσα, ξέρουμε που μένει;

flipping the pages

•5 Απριλίου, 2011 • Σχολιάστε

Αυτές τις μέρες αν και βρίσκω τον εαυτό μου να ακούει μουσική σχεδόν συνέχεια αντιμετωπίζω αρκετά προβλήματα συγκέντρωσης. Έτσι καταλήγουν οι ακροάσεις μου να μοιάζουν με απλά ξεφυλλίσματα κατά τα οποία ο βασικός στόχος είναι να κρατήσω σημειώσεις για το σε ποια θα πρέπει να επιστρέψω αργότερα, όταν θα μπορώ να αφιερωθώ σε αυτά με μεγαλύτερη προσήλωση.

Από φετινές κυκλοφορίες των τελευταίων ημερών, τη μεγαλύτερη εντύπωση μου έκαναν τα «Viscera» της Jenny Hval, «Mazes» των Moon Duo, «Replica» των Rauelsson & Peter Broderick και το εκπληκτικό «Wolf Notes» των *AR, του νέου μουσικού πονήματος του Richard Skelton, το οποίο ηταν πραγματικά μαγευτικός δίσκος. Θα αφήσω κάποιον άλλο να μιλήσει για το «Street Halo» του Burial, αν και η σύντομη διάρκειά του επέτρεψε τις επαναληπτικές ακροάσεις.

Στις συμπάθειες αλλά που πρέπει να ξανακούσω με πολύ περισσότερη προσοχή το καινούριο Bohren and Der Club Of Gore, το «Apocalypse» του Bill Callahan που μου φάνηκε ελκυστικότερο από όλες τις τελευταίες κυκλοφορίες του, το «On A Mission» της Katy B που γενικά έχει πάρει εξαιρετικές κριτικές στα indie media, αλλά το οποίο φοβάμαι ότι θα βαρεθώ γρήγορα, το Witchcraft-ικό «Hisinger Blues» των Graveyard (πρόσφατη ανακάλυψη χάρη σε παρακείμενο forum), ενώ συμπαθέστατο ήταν το «Alchemic Heart» των Vampilia (συνεργασία που δεν περίμενα να με ενδιαφέρει, αλλά χάρη στον Μανώλη έκατσα να ακούσω και μου άρεσε πολύ η ατμόσφαιρά του) και το «The Sea» των Phaedra (για τις πιο ακουστικές στιγμές μας).

Από την άλλη πλευρά οι πρώτες 2-3 ακροάσεις του «Fever» των 2562 δεν μου είπε και πολλά πράγματα, όπως και το «Veils» των Oscillation, από την ψυχεδέλεια του οποίου περίμενα αρκετά. Πέρασαν και δεν άγγιξαν και οι El Caco, αλλά γι’ αυτούς μάλλον δεν ημουν και σε κατάλληλη διάθεση για να εκτιμήσω το stoner τους.

Επόμενα στη σειρά είναι ένα πέρασμα στο back catalogue της Νatalie Beridze, που ακούστηκε πολύ ωραία, αν και η διασκευή στο «Hurt» μου φάνηκε αποτυχημένη ως διασκευή (αν και όμορφο κομματι αν το εξετάσει κάποιος ανεξάρτητα), βύθιση στο Blue Angel Lounge που μου πρότεινε έτερο μέλος του Sonic Death Monkey και στην δεύτερη συνεργασία Peter Broderick και Machinefabriek. Επίσης έχω αποφασίσει μια επανάληψη σε kraut τοπία, τα οποία είχα παραμελήσει τελευταία και μετά από σχετική συζήτηση, ένιωσα μερικές τύψεις.

Το βραβείο της καλύτερης ακρόασης αλλά μόνο με συνοδεία μπύρας, πάει στο τελευταιο album των Dropkick Murphys, που θα ήθελα να πετύχαινα live το καλοκαίρι σε καμιά εξόρμηση. Ποτέ δεν διεκδικούσα δάφνες οπαδού, αλλά λίγο πανηγύρι πάντα μας χρειάζεται για να μην μας φάει η πολλή σοβαρότητα.

Σημείωση για αύριο, να θυμηθώ να αλλάξω επιτέλους τη μουσική στο mp3 player γιατι οι ώρες που περνάω στο δρόμο τείνουν συνέχεια να αυξάνονται οπότε κρίμα είναι να πηγαίνουν χαμένες. Τέλος τίτλων ειδήσεων από το Sonic Death Monkey.

did you all enjoy the show

•4 Απριλίου, 2011 • 1 σχόλιο

Έχω πρήξει πολλούς ανθρώπους με διάφορα παραληρήματά μου για το πόσο ωραίες βραδιές ήταν οι Πέμπτες στο MoBetter, τουλάχιστον ως το 2004 που σταμάτησα να πηγαίνω τόσο τακτικά. Σε τι κατάσταση πήγαινα για μάθημα ή δουλειά το επόμενο πρωινό είναι ίσως η καλύτερη φοιτητική μου ανάμνηση. Kyuss, Monster Magnet, Nightstalker, Soundgarden, White Zombie, Fu Manchu, ξεκινούσε το πρόγραμμα από το stoner και περνούσε από grunge, λίγη κλασικούρα με Sabbath, λίγα σουξεδάκια με Tool, πάλι stoner, μια ευτυχία. Πρωτοπήγα στα 19 μου, πεντέξι χρόνια αργότερα άρχισαν τα πολλά numetal που πλέον έπαιζαν οι PsychoGranmamas να με ενοχλούν λίγο (και οι numetalάδες περισσότερο) και χαθήκαμε και με εκείνη την παρέα και τέλος πάντων, τι υπέροχα χρόνια ήταν αυτά τα πεντέξι χρόνια, ακόμα και τώρα μπαίνω μέσα και λίγο συγκινούμαι. Το θέμα είναι ως τότε, δεν υπήρχαν μαγαζιά που να έβαζαν Kyuss και Nightstalker και αν υπήρχαν σίγουρα δεν μάζευαν τόσο κόσμο και σίγουρα ο κόσμος δεν περνούσε τόσο ωραία. Δεν μπορώ να εξηγήσω το γιατί αλλά. Ίσως γιατί αυτό έφτανε από μόνο του.

Τους Kyuss τους ήξερα από σχετικά νωρίς επειδή από σπόντα έπεσε στα χέρια μου το Sky Valley. Ξέρεις την ιστορία με την ξαδέρφη ή το θείο ή το συμμαθητή που σου δίνει ένα δίσκο και μαζί με αυτό σου αλλάζει το σύμπαν; Ε εγώ είχα τον αδερφό του κολλητού μου τότε που μας έδινε σε μας τα μικρά και ακούγαμε χαζεμένοι περίπου ό,τι μας πλάσαρε. Τίποτε δε μας τάραξε όμως όσο το Sky Valley, και τους δυο και ως συνέπεια μόνο stoner (τι άσχημη ταμπέλα) για πολύ καιρό. Ακούγαμε και στηρίζαμε ακόμα και σκουπίδια και ας μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας, το stoner έχει κάμποσο σκουπίδι μέσα του. Το συζητούσαμε και σε ένα ταξίδι με αυτοκίνητο πρόσφατα πως είναι παράξενο αλλά ουσιαστικά αυτό που παίζουν οι Kyuss ούτε τρομερά πρωτότυπο είναι, ούτε τεχνικά πολύ δύσκολο. Πώς λοιπόν καταφέρνουν και ξεχωρίζουν τόσο άνετα από τον υπόλοιπο σωρό, είναι ένα μυστήριο που δεν έχω λύσει. Από το 1996 λοιπόν, δεκαπέντε χρόνια.

Την πρώτη μέρα που πάτησα το ποδαράκι μου στο στρατόπεδο της Λέρου όταν είχα πάρει μετάθεση εκεί για να φυλάξω τα σύνορά μας από κάθε λογής εχθρούς, μας πήραν «συνέντευξη». Για όποιον δεν ξέρει απ’αυτά (και μέσα από την καρδιά μου εύχομαι να μη μάθει ποτέ) η «συνέντευξη» αυτή είναι ουσιαστικά ένα ερωτηματολόγιο που συμπλήρωνε κάποιος για λογαριασμό του λοχαγού με τις κλασικές και απολύτως προβλέψιμες τυποποιημένες ερωτήσεις έτσι ώστε σε περίπτωση που εγώ τίναζα μια μέρα σε μια σκοπιά τα μυαλά μου στον αέρα, ο αξιωματικός θα είχε το άλλοθι ότι ενδιαφέρθηκε ουσιαστικά για μένανε, με χαρτιά και αποδείξεις: σπουδές, οικογενειακή κατάσταση, οικονομική κατάσταση γονέων, επάγγελμα, πόσο χαρούμενοι είμαστε που φοράμε τα χακί, πόσες γκόμενες αφήσαμε πίσω κτλ. Στη Λέρο λοιπόν με ρώτησε ο λοχαγός και τι μουσική ακούω. Του είπα ροκ. Με ρώτησε «α, δηλαδή αναρχία κετς ε; χεχεχε». Πετυχαίνοντας το ρουόκ αφιέρωμα στον Άλφα αυτή τη στιγμή που κάθομαι και σκέφτομαι και γράφω, τον θυμήθηκα το μαλάκα πρώτη φορά μετά από χρόνια και αναρωτιέμαι τι κάνει, αν είναι καλά, αν βλέπει αυτή την εκπομπή και εκείνος και τέλος αν η μάνα του συνεχίζει να πηδιέται με όλο το χωριό για ένα πιάτο φακιές.

Άσχετο όμως. Συνεχίζω.

Πέρασα χίλια ζόρια να βρω το γαμημένο το εισιτήριο γιατί ξαφνικά μια μέρα μας είπαν σολντ άουτ (ποιος το περίμενε; απίστευτο) αλλά μια μέρα πριν το είχα στα χέρια μου και το κοιτούσα με μια χαρά, άλλο πράμα (ΜΑΓΙΑ αιώνια αγάπη και σαρανταδώδεκα μπύρες). Οι Kyuss Lives! (το θαυμαστικό ήταν μια ξεκάθαρα αχρείαστη προσθήκη) έπαιξαν σε 80 λεπτά τα 15 από τα 18 μπετόν κομμάτια που έπαιξαν οπουδήποτε αλλού σε αυτή την περιοδεία. Περισσότερο επαγγελματίες από όσο θα ήθελα, χωρίς να φαίνεται να έχουν ιδιαίτερο κέφι, έβγαλαν την υποχρέωση και αντίο παιδιά, τα ξαναλέμε το καλοκαίρι στο χωράφι. Ο κιθαρίστας αξιοπρεπέστατος γιατί αυτό ήταν ένα από τα μεγάλα ερωτηματικά της βραδιάς, να τα λέμε αυτά. Οι Garcia μοιάζει πια όλο περισσότερο με έναν πιο παχύ Ray Liotta, ο Oliveri ήταν για κάποιο λόγο που δεν κατανόησα ποτέ αυτός στον οποίον έδιναν μεγαλύτερη σημασία οι γύρω μου αλλά εγώ έβρισκα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην επιστροφή του Brant Bjork πίσω από τα ντραμς. Ξέρω ότι όλοι θα ήθελαν και τον Homme εκεί πάνω, πολλοί τον Reeder στο μπάσο (και εγώ προσωπικά μιας και τον BB τον είχα ξαναδεί, δε θα με πείραζε να ερχόταν ο Alfredo Hernandez) αλλά εκείνη την ώρα όλα αυτά δεν είχαν σημασία. Ήταν η μία ΥΠΕΡΘΕΪΚΗ ΚΟΜΜΑΤΑΡΑ μετά την άλλη, ειδικά στο Whitewater δεν ήξερα που βρισκόμουν, σχεδόν ένοιωθα να μασάω την άμμο της ερήμου. Το Fuzz γεμάτο πέρα από κάθε φαντασία και λογική, πριν το ανκόρ πήγα λίγο προς τα πίσω και μετά κάθε υποψία σκέψης να γυρίσω στη θέση μου καταπνίγηκε βιαίως.

Με εκείνον τον τότε κολλητό που λέγαμε πιο πάνω δε βρεθήκαμε μέσα, είπαμε ένα γεια από μακρυά όπως περίμενα έξω, κάτι σαχλαμάρες να βρεθούμε κάποια στιγμή και αυτά. Δεν ήταν όπως παλιά αλλά ειλικρινά χάρηκα που τον είδα. Σαν τους Kyuss.

We should make a fuss of our friends

•3 Απριλίου, 2011 • 2 Σχόλια

Φαντάσου αυτό:
Είσαι στο νεκροκρέβατό σου, έτοιμος να την κάνεις, στην καλύτερη δεν πονάς, τα μάτια σου είναι ακουμπισμένα στο ταβάνι, μαλακά, ίσως υγρά ίσως όχι, δεν διψάς, δεν πεινάς. Είσαι έτοιμος να ξεκουραστείς, κάτι παίζει στο πικάπ από πίσω, δε λέμε τί και το μυαλό σου είναι άδειο. Το μυαλό σου δεν είναι καθόλου απασχολημένο, δεν είναι κατοικημένο από καμιά ανάμνηση γιατί ποτέ δεν έκανες έναν φίλο.
Φαντάσου κι αυτό:
Είσαι εκεί στα 25-28, περπατάς στο δρόμο, έχεις την μουσική στα αφτιά σου, είσαι οκ, ο ήλιος είναι ζεστός, πήγες δουλειά, δεν κουράστηκες πολύ, ξέρεις τί θα φας στο σπίτι, δεν υπάρχει πρόβλημα, ακούς την μουσική σου, την ακούς, την ξανακούς, συνεχίζεις να περπατάς, ο δρόμος είναι ευθύς, τα πεζοδρόμια στα οποία βηματίζεις είναι καθαρά και χωρίς τρύπες, είναι εντάξει, ακούς την μουσική όχι-σου, την ξανακούς και ξαφνικά…σταματάς στη μέση ενός δρόμου με κόκκινο για πεζούς και ενώ ένα πόλο είναι έτοιμο να σε λυώσει, συνειδητοποιείς ότι για όλη την μουσική του κόσμου δεν έχεις καμία ιστορία να διηγηθείς.
Το κύριο ερώτημα των μαθητών μου που βρίσκονται ακόμα στις αρχές της διαδικασίας του να μάθουν πώς να αναπτύσσουν τις σκέψεις τους με τρόπο ώστε να φτιάχνουν μια ιστορία με ροή, με ρυθμό, με μια απλή έστω σκέψη, με μια άποψη, είναι – πώς το κάνεις;
Τί πρέπει να κάνω για να πω μια ιστορία; Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που πρέπει να πω; Περιμένει κάποιος να ακούσει κάτι από μένα;
Τί κάνεις όταν δεν έχεις κάτι να διηγηθείς; Τί κάνεις όταν δεν έχεις δώσει σημασία στις στιγμές που έπρεπε και τις άφησες να περάσουν χωρίς επιστροφή; Τί κάνεις όταν δεν έχεις δώσει όση σημασία έπρεπε στις ιστορίες με φίλους;
Η πιο συνηθισμένη απάντηση μου σε μαθητή που έχει μπλεχτεί στους ιστούς του ίδιου του του μυαλού, είναι πως η ιστορία δεν είναι πώς πας από το σημείο Α στο σημείο Β. Ευτυχώς ή δυστυχώς, αυτή είναι η διαφορά μια ιστορίας από το σύμπαν των μαθηματικών ή τις λεωφόρους της φυσικής: Η ιστορία σου αιωρείται, γεννιέται, ανακυκλώνεται και πρωτοανοίγει τα μάτια της στον χώρο ανάμεσα στο σημείο Α και Β.
Φαντάσου αυτό:
Είσαι 15, είσαι αλλιώς, είναι βράδυ με υγρασία και μοιράζεσαι με έναν άνθρωπο ένα σκαλοπάτι πολυκατοικίας. Κάθεστε, κοιτάτε γύρω σας την γνώριμη γειτονιά και έχετε πιάσει κουβέντα για κάτι που δεν θα θυμάσαι σε 16 χρόνια από τώρα. Κι όμως η ιστορία σου λέει, ότι θα θυμάσαι το σκαλοπάτι, θα θυμάσαι την πολυκατοικία και 16 χρόνια μετά, η γνώριμη γειτονιά δεν θα έχει αλλάξει ούτε στο ελάχιστο. Κι όμως 16 χρόνια μετά, θα θυμάσαι ότι πριν 16 χρόνια καθόσουν σε αυτό το σκαλοπάτι, το τζην σου ήταν κολλητό, η μπλούζα σου δροσερή και η κουβέντα ανάλαφρη. Δεκαέξι χρόνια μετά θα ακούσεις από τον ίδιο άνθρωπο με τον οποίο μοιράστηκες εκείνο το σκαλοπάτι να σου ζητάει να καθίσετε πάλι εκεί γιατί θέλει να ξανανιώσει έτσι. Θέλει η πόλη να μην έχει αλλάξει, θέλει η γειτονιά να μην έχει αλλάξει και θέλει να σπιτώσει για ακόμα μια φορά την ιστορία του/της.
Μέσα σε όλα αυτά, σκέφτομαι τους καλύτερους storytellers της μουσικής μου, τους Waterboys. Ήταν η μπάντα που μου δίδαξε πως ο καλύτερους τρόπος για να θυμάσαι την μουσική που έχεις ακούσει είναι να φέρεις στο μυαλό σου την πρώτη φορά που την άκουσες. Μανώλη, νομίζω μαζί το συζητούσαμε μια μέρα αυτό και στο έχω αναφέρει;
Η πόλη μου ήταν πάντα ερωτευμένη με τους Waterboys. Πάντα έπαιζαν στα ραδιόφωνα τις Δευτέρες νωρίς το πρωί, με ένα Whole of the moon και πάντα Παρασκεύες βράδυ στα μπαρ με ένα Pan Within. Αυτό που με συγκλόνιζε πάντα είναι οι στίχοι και από εκεί βρίσκω αφορμή να τους αναφέρω κάπου μέσα στην κουβέντα με τις ιστορίες.
Έχω πραγματικά μια πολύ, πολύ, πολύ μεγάλη αγάπη για την μουσική τους.
Στο βιβλίο του John Peel, the Olivetti Chronicles, ο Peel διηγείται μια ιστορία σε σχέση με έναν φίλο του που πέθανε νέος και ξαφνικά, αναφέροντας την φράση We should make a fuss of our friends. Την βρήκα τόσο απλή και τόσο περιεκτική που στην φέρνω εδώ για να την δούμε μαζί.
Φαντάσου αυτό:
Είσαι στο νεκροκρέβατό σου, τα μάτια σου είναι έτοιμα να κλείσουν, είσαι μόνος-η, δεν πεινάς, δεν διψάς, δεν είσαι πολύ κουρασμένος αλλά είσαι έτοιμος, ο ήλιος είναι ζεστός, πονάς πολύ. Κοιτάς λίγο έξω, σε στραβώνει λίγο το φως, χαίρεσαι στιγμιαία, λες όπου να ναι, άντε λίγο ακόμα, όχι ρε πούστη από πόλο και ξαφνικά στο πικάπ ξεκινάει αυτό

Και μετά Φαντάζεσαι κι αυτό:
Οι ιστορίες σου, σου γεμίζουν το μυαλό και έρχονται σαν θάλασσα. Είσαι πάλι 15, είσαι ένα σκαλοπάτι από τα πολλά και βρώμικα, αλλά είσαι αυτό το συγκεκριμένο, είσαι το τζην, είσαι το μπαρ, είσαι μαθητής που αναρωτιέται πως να γράψει, αν ποτέ κανείς θα ακούσει αυτό που θα πει, είσαι το σαρδάμ σε μια εκδρομή, είσαι η πρώτη στιγμή που το άκουσες, είσαι το πόλο, είσαι τσατισμένος, είσαι χάλια αλλά γελάς μόνος σου με το σαρδάμ, είσαι το δούλεμα, είσαι ο θυμός, είσαι μόνος και κανείς δε σε αγαπάει αλλά κανείς δε σε αφήνει ήσυχο, είσαι η μπάντα, είσαι το βιβλίο, είσαι η φράση, είσαι το ραδιόφωνο, είσαι ο χώρος ανάμεσα στο Α και στο, είσαι εκεί που θέλεις να είσαι, είσαι εκεί που δεν θέλεις να είσαι, δεν είσαι ο ίδιος αλλά δεν άλλαξες και καθόλου, είσαι κομμάτια, περπατάς με τους αστράγαλους αλλά τί διάολο.
Μια ιστορία έχεις να την πεις. Και είναι ιστορία με φίλους.

Flower power

•3 Απριλίου, 2011 • Σχολιάστε

Από την πρώτη ακρόαση του “Wars Of The Roses” και την απόφαση ότι θα υπάρξει αυτό το κείμενο, ξεκίνησαν με μεγάλη ταχύτητα να περνάνε από το μυαλό μου διάφορες εισαγωγές για το τι ήθελα να πω στις σειρές που θα ακολουθήσουν. Δεν μπορώ να πω οτι κατέληξα κάπου ή ότι θεώρησα μια προσέγγιση περισσότερο προτιμητέα σε σχέση με τις υπόλοιπες, γι’ αυτό επέλεξα να αυτοσχεδιάσω. Νομίζω ότι κάπου έχω ξανα-αναφέρει ότι μου είναι αρκετά δύσκολο να περιγράψω τη σχέση που έχω αναπτύξει με τους Ulver όλα αυτά τα χρόνια. Είναι μερικά συγκροτήματα, η σχέση με τα οποία δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα συλλογικό γεγονός, τουλάχιστον για εμένα. Όσο και αν απολαμβάνω να μιλάω γι’ αυτούς με τα άτομα που εκτιμώ και τους αγαπάνε επίσης, καταλήγω στο τέλος ότι θέλω να τους έχω απέναντι μου σε προσωπικό επίπεδο γιατί, τελικά, είναι η απόλυτα δικιά μου μπάντα. Λέω μπάντα βέβαια, όταν στην ουσία εννοώ μουσική, γιατί με τους ανθρώπους, αν και τους εκτιμώ απεριόριστα για το ταλέντο τους, δεν νιώθω ιδιαίτερη “συγγένεια”. Αν κάτι με είχε γοητεύσει από την αρχή στο συγκρότημα ήταν η σχεδόν πλήρης αποστασιοποίηση από το κοινό του, ίσως όχι γιατί δεν εκτιμούσαν τους οπαδούς τους, αλλά μάλλον δεν ένιωθαν οποιαδήποτε ανάγκη προσθήκης νέων επιπέδων επικοινωνίας πέραν της μουσικής. Φυσικά όλα αυτά έχουν αλλάξει άρδην εδώ και κάποια χρόνια και, πλέον, παίζουμε ειδικές εκτελέσεις από τη black metal ιστορία μας για το καλύτερο κοινό του κόσμου, οπότε οποιαδήποτε έννοια αποστασιοποίησης έχει μπει, καλώς ή κακώς, στη ντουλάπα με τα σεμεδάκια της γιαγιάς.

Σκεφτόμουν τις προάλλες την όλη ιστορία των Ulver και κατέληξα ότι πλέον μπορεί να χωριστεί με σχετική ασφάλεια σε τρεις μεγάλες περιόδους. Η πρώτη, της τριλογίας, τους έκανε ημι-cult όνομα. Η δεύτερη, η μάλλον δημιουργικότερη, ξεκίνησε με το “Themes…” για να τελειώσει, πανηγυρικά, στις γιορτινές εκδηλώσεις του “1st Decade In The Machines”. Σε αυτή την περίοδο γράφτηκαν τεράστιες ποσότητες μουσικής, μια που, ειδικά στην τετραετία 1999-2003 το συγκρότημα έμοιαζε να ζει στο studio και έβγαζαν την μια κυκλοφορία μετά την άλλη. Η τελευταία περίοδος κατέληξα ότι είδε την αυγή της στην κυκλοφορία του “A Quick Fix For Melancholy”, το οποίο σηματοδότησε τη στροφή από τις αφηρημένες φόρμες των προηγούμενων κυκλοφοριών σε μια σαφώς πιο τραγουδο-κεντρική πορεία. Δεν ξέρω αν από τότε είχαν αρχίσει να τους μπαίνουν ιδέες, αλλά κοιτώντας αυτή τη στιγμή προς τα πίσω, διακρίνω μια μάλλον αναπόφευκτη πορεία. Τα “Blood Inside” και “Shadows Of The Sun” έκαναν ακόμα πιο έντονη την οργανική, πλέον, πλευρά των Ulver και κάπως έτσι φτάσαμε στις πρώτες ανακοινώσεις περί live εμφανίσεων. Όσοι είχαν διαβάσει συνεντεύξεις των τελών των 90s συνειδητοποιούσαν πόσο αστείο ακουγόταν όλο αυτό. Περίπου όσο αστείες ακούγοντας το καλοκαίρι του 2004 οι φήμες περί επερχόμενης περιοδείας των Arcturus (οι οποίοι μην ξεχνάμε ότι τότε άλλαξαν τραγουδιστή γιατί ο παλιός τους δεν είχε όρεξη για περιοδείες). Μαζί με την πραγματοποίηση των live εμφανίσεων είχε ξεκινήσει (με απαρχή το “Blood Inside”) και μια ιδιαίτερη κινητικότητα στο τμήμα marketing της εταιρείας και εκεί που κάποτε έβγαζαν κάθε τρίμηνο νέα κυκλοφορία, έφτασαν να βγάζουν κάθε τρίμηνο νέα επανακυκλοφορία σε βινύλιο.

Κάθε φορά που εκφράζω τις (ίδιες) γκρίνιες, κάπου όχι πολύ βαθιά μέσα μου, νιώθω ότι τους αδικώ και λίγο, γιατί αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, ακόμα και αυτή, η τρίτη περίοδος με όλες τις άσχετες ενασχολήσεις, μας έδωσε τεράστιους δίσκους, με αποκορύφωμα το “Shadows Of The Sun”, το οποίο ακόμα δυσκολεύομαι να πιστέψω πόσο καλό είναι. Δύσκολο να ξεχάσεις την τέχνη σου, είναι η αλήθεια, ακόμα και όταν σε απασχολούν άλλα πράγματα. Από το “Shadows Of The Sun” όμως πέρασαν τέσσερα χρόνια μ’ αυτά και μ’ αυτά. Τους είδαμε live (εγώ ακόμα επιμένω ότι ήταν ένα μετριότατο live με μερικές εκλάμψεις ασύλληπτου μεγαλείου), είδαμε τον Kristofer live και με τους Aethenor το καλοκαίρι, αγοράσαμε μερικά βινύλια ακόμα, πήραμε και μερικές μπλούζες και κάπως έτσι φτάσαμε στο 2011. Οι πρώτες ειδήσεις μιλούσαν για ανοιξιάτικη κυκλοφορία. Ο πρώτος τίτλος, “A Critical Geography”. Ξεχάστηκε σχετικά γρήγορα για να ξυπνήσουμε μια ωραία πρωία και να μάθουμε ότι η κρίσιμη γεωγραφία αντικαταστάθηκε από τους πολέμους των ρόδων. Κάποια στιγμή, μετά την ανακοίνωση της, κανονικής πια, περιοδείας τους, έδωσαν στον κόσμο μια πρόγευση από το τι θα ακολουθήσει με την δημοσίευση του “February MMX”.

Θα σας ομολογήσω ότι με έλουσε κρύος ιδρώτας στις πρώτες ακροάσεις του. Μετά τα απανωτά χαστούκια της προηγούμενης χρονιάς, πραγματικά δεν είχα το κουράγιο να ζήσω μια τέτοιου μεγέθους απογοήτευση από τους Ulver ειδικά. Ένα ημι-αδιάφορο κομμάτι, άσχημα απλουστευμένο για να ταιριάξει σε μια ζωντανή αισθητική που φαίνεται να αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος του συγκροτήματος, ήταν ο χειρότερος δυνατός πρεσβευτής του νέου πονήματος. Η δε προσθήκη του Daniel O’ Sullivan ως μόνιμου μέλους των Ulver ακόμα με αφήνει με ανάμικτά συναισθήματα, αφού όσο και αν παραδέχομαι πόσο τεράστιος μουσικός είναι, ακόμα δεν έχω πειστεί ότι ταιριάζει στην ψυχή τους. Βέβαια εμένα, ευτυχώς, δεν μου πέφτει λόγος και, αν κάτι εκτιμώ απεριόριστα ακόμα σε αυτούς, είναι ότι πιθανότατα δεν θα δίνουν μια για την άποψή μου. Επίστρέφοντας στο “February MMX”, παραδέχομαι ότι σήμερα, αρκετές μέρες και δεκάδες ακροάσεις μετά, αποφασίζω ότι δεν είναι κακό κομμάτι και ότι έχω αρχίσει να το συνηθίζω. Δεν θα το θεωρήσω ποτέ μεγάλο τραγούδι και, πιθανότατα, δεν θα θεωρήσω ποτέ ότι αξίζει να βρίσκεται στο “Wars Of The Roses”, αλλά έχω σταματήσει να βγάζω αφρούς στο άκουσμά του και δέχομαι ότι αυτή η νέα πορεία εξυπηρετεί και αυτή τους σκοπούς της.

Η συνέχεια στο δίσκο έρχεται με το, ακόμα συντομότερο, “Norwegian Gothic” το οποίο μου ακούγεται σαν ένα out-take του “Blood Inside” που εκτελέστηκε με τη νοοτροπία του “Shadows Of The Sun” και αποτελεί επίσης ένα καθόλου ξεχωριστό τραγούδι. Εδώ έχω τρομάξει ήδη αρκετά, γιατί, πανάθεμά με, τους Ulver μου τους θέλω πιο ξεχωριστούς και από νιφάδα χιονιού. Δεν ανέχομαι οποιοδήποτε συμβιβασμό από αυτούς που μου έχουν προσφέρει το αγαπημένο μου album όλων των εποχών και νευριάζω ακόμα περισσότερο με όλους αυτούς που τα παραβλέπουν όλα αυτά, γιατί κατάφεραν να τους δουν live και να διασκευάζουν κομμάτια από το “Bergtatt”. Και ακόμα περισσότερο νιώθω το πόσο προσωπική είναι η σχέση μου μαζί τους, γιατί ξέρω ότι όσο περισσότερο διαφωνεί ο καθένας με τους υπόλοιπους για το τι είναι αυτοί οι τύποι, τόσο πιο ξεκάθαρα ορίζει τη σχέση του με τη μουσική τους.

Και όμως εκεί μπαίνει ένα πιάνο και ξεκινάει μια εισαγωγή και ακούς και τη βελόνα του βινυλίου να χαράζει το δίσκο, γιατί ακόμα δεν υπάρχει πουθενά το cd και ακούς αναγκαστικά ένα rip από το βινύλιο. Και μετά μπαίνει η φωνή, και μια δεύτερη φωνή και μετά από λίγο μια τρίτη και σιγά σιγά αρχίζουν και άλλοι ήχοι να συνοδεύουν το πιάνο, όμως αυτό παραμένει η ψυχή του “Providence”. Οι φωνές συνεχίζουν να εναλλάσονται, λες και με την εναλλαγή τους κάθε φορά σε σπρώχνουν όλο και πιο ψηλά και ήδη έχει ξεφύγει από την ατμόσφαιρα, ήδη έχεις ξεχάσει κάθε γκρίνια, κάθε απογοήτευση και κάπου εκεί μπαίνουν οι κιθάρες και τα κλαρινέτα και πλέον έχεις αρχίσει να βλέπεις τους πλανήτες να περνάνε όλο και πιο γρήγορα από δίπλα σου. Και η μελωδία και οι φωνές καταλήγουν σε μια ambient ησυχία αφού φαίνεται να έχει βγει πλέον εκτός του ηλιακού συστήματος. Θυμάστε τους στίχους του “Nowhere/Catastrophe” και τις εικόνες που σχημάτιζαν; Εκεί ακριβώς βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή (“Coal black, turbulence holes of bass drones/But otherwise empty/No planets, no meteorites/If anything, perhaps fine dust clouds of exploded music/You float there, somewhere between pleasure and fear”). Θυμάστε την πρώτη φορά που ακούσατε το “Proverbs Of Hell”; Θυμάστε το σημείο που ξεκινάει το κυρίως μέρος του “Gnosis”; Θυμάστε την ανατριχίλα της στιγμής που ακούσατε για πρώτη φορά εκείνο το δίστιχο (“Science – The new aristocracy/Progress – The world is on the march”); Θυμάστε τις καμπάνες του “Not Saved”; Ε λοιπόν το “Providence” ήρθε να κάνει παρέα σε όλα αυτά, να διαλύσει κάθε υποψία περί καμπής, να ορίσει την τελειότητα εν έτει 2011, να σε τυφλώσει με όλη τη λαμπρότητα ενός υπερκαινοφανή αστέρα και να αφήσει τα άτομά σου να αιωρούνται σε ένα πεδίο που η ενοποιημένη θεωρία μιλάει μόνο για τη μουσική.

Το “September IV” έχει ομολογουμένως δύσκολο ρόλο και γι’ αυτό οι Ulver κάνουν την απόλυτα έξυπνη κίνηση. Από το διάστημα σε πιάνουν και σε ξαναγυρίζουν με μιας στη γη. Παράλληλα θλιμμένο, ανθρώπινο αλλά και το πιο ηλεκτρονικό και ξεσηκωτικό κομμάτι του δίσκου. Ποιος είπε ότι οι επικήδειοι πρέπει να είνα χαμηλών τόνων; Η αντίθεση της ήρεμης συγκίνησης στην αρχή με το απελευθερωτικό ξέσπασμα στο τέλος δημιουργούν ένα εκπληκτικό κομμάτι.

Πέρασαν 13 χρόνια για να θυμηθούμε τη μητέρα Αγγλία. Ίσως μια ελαφρώς αργοπορημένη τιμή στην πατρίδα του ποιητή που τους χάρισε τον καλύτερό τους δίσκο, επίσης αποτελεί και το τραγούδι που χαρίζει τον τίτλο του δίσκου. Εδώ επιστρέφουμε στο ύφος των προηγούμενων δίσκων με σαφώς πιο ορχηστρικές βλέψεις, από τις φωνές στην αρχή μέχρι και την όλη ενορχήστρωση. Μajestic ανατάσεις αντάξιες του “Blood Inside”, περηφάνια και σοβαρότητα, ο ήχος της αξιοπρέπειας. Abstract αναπολήσεις της ιστορίας; Όπως και να έχει, παραμένεις αιχμάλωτος στη δημιουργία.
Επόμενο, ίσως απόλυτα λογικό, βήμα για το ταξίδι η μεταφορά στον ωκεανό. Και μόνο για τους στίχους “a lighthouse/in the eye of the storm”, το Sonic Death Monkey θα είχε λατρέψει το “Island”. Ο ωκεανός του είναι ήρεμος, μάλλον ήταν απαραίτητη λίγη γαλήνη μετά τα σκαμπανεβάσματα των προηγούμενων τραγουδιών. Τα πάντα εδώ ακούγονται ελαφρώς στο βάθος, ανάμεσα στα πουλιά και τα κύματα. Πάντα λάτρευα τα τραγούδια με έντονες τις εικόνες του υγρού στοιχείου και το “Island” είναι από τα καλύτερα τέτοια. Επίσης είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ένα τόσο ήρεμο κομμάτι καταφέρνει να γίνεται και τόσο βαθειά συναισθηματικό. Και κάπως έτσι μας οδηγεί στο…

“Stone Angels”. Αν το “Providence” είναι η συνθετική τελειότητα των Ulver, τότε αυτό αγκαλιάζει τις ατμόσφαιρές του, βυθίζεται στην αγάπη που τρέφει ο Rygg (τουλάχιστον) για τους Coil και δημιουργεί το πιο ωραίο tribute στο “Angelic Conversation” που έχει γραφτεί ποτέ. Οι Ulver μεγαλουργούν στις μελοποιήσεις ποιημάτων και το ποίημα του Waldrop δεν αποτελεί εξαίρεση. Εδώ βάζει και το χεράκι του προφανώς ο Stephen Thrower για να δημιουργηθεί ένα ηχοτόπιο απερίγραπτης ομορφιάς. Και αν ο O’ Sullivan, προφανώς, δεν μπορεί να συγκριθεί με τη Judi Dench, δίνει μια πολύ ωραία απαγγελία. Εδώ οι Ulver νιώθουν ελεύθεροι να αφήσουν για λίγο πίσω τους το song-writing και να επικεντρωθούν σε στιγμές που θυμίζουν τα early 00s, όταν μεγαλουργούσαν με κυριότερο όπλο τον μινιμαλισμό και τη σιωπή.

Όπως θα παρατηρήσατε δεν αναφέρθηκα στις συμμετοχές των Westerhus, Noble και Ward απλά και μόνο γιατί έχουν ενσωματωθεί τέλεια στο δίσκο και χρησιμοποιούνται με τον καλύτερο τρόπο ώστε να προσθέσουν τις προσωπικές πινελιές που θα τονίσουν ακόμα περισσότερο το περίγραμμα της ομορφιάς του “Wars Of The Roses”. Έτσι και αλλιώς, όσο και αν θέλουν με το καινούριο image τους να δώσουν την εικόνα της υπερ-δεμένης μπάντας, προσωπικά πάντα θεωρούσα τους Ulver ως μια χαλαρή μάζωξη ανθρώπων που ανά τακτά χρονικά διαστήματα νιώθουν την ανάγκη να δημιουργήσουν και απλά συνεννοούνται άψογα μεταξύ τους. Γι’ αυτό και οι συνεχείς προσθήκες και αλλαγές σε ένα ευρύτερο line up λειτουργούν τόσο καλά ακόμα και αν οι διάφοροι που περνούν μέσα και έξω από το studio προσφέρουν συγκεκριμένα πράγματα σε συγκεκριμένες στιγμές.

Συμπέρασμα; Χαμογελάω συνήθως τις στιγμές που πρέπει να καταλήξω σε ένα κλείσιμο, κυρίως γιατί δεν είμαι καλός σε αυτό. Το “Wars Of The Roses” είναι ένα σχετικά σύντομο album (σαν τα live τους!) φτάνοντας τα 45 λεπτά σε διάρκεια (που πολλοί και, μάλλον, ανάμεσά τους και εγώ θα πουν ότι πρόκειται για την απόλυτα ιδανική). Χάνοντας ένα 8λεπτο περίπου από τα δυο πρώτα τραγούδια που επιμένω ότι είναι κατώτερα, όχι μόνο των δυνατοτήτων του συγκροτήματος αλλά και των standards που οι ίδιοι θα έπρεπε να έχουν θέσει στους εαυτούς τους, πέφτουμε κάτω από τα 40 λεπτά. Αυτά όμως τα 37-38 λεπτά που μας απομένουν πιάνουν τέτοια επίπεδα τελειότητας που μετά από τόσες ακροάσεις τείνω να τους συγχωρέσω τα πάντα. Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι πρόκειται για ένα καταπληκτικό δίσκο, που αξίζει και με το παραπάνω να φέρει τη σφραγίδα των Ulver, αλλά το οποίο θα μπορούσε να είναι το album της χρονιάς με απόσταση ετών φωτός από το επόμενο, αν έλειπαν τα δυο πρώτα κομμάτια. Θεωρώντας ως δεδομένο ότι οφείλουμε να εξαντλούμε κάθε ρανίδα αυστηρότητας στους μεγάλους μας έρωτες (γιατί αλλιώς τι αξία έχουν αν δεν μας ωθούν και αυτοί με τη σειρά τους στην υπέρβαση;), δεν θα μιλήσω για δίσκους χρονιάς κλπ. Από την άλλη πλευρά το “Providence” έχει αρχίσει να αφήνει ήδη πίσω του τα υπόλοιπα φετινά τραγούδια και αν βγει κάτι καλύτερο αργότερα.. Ας πούμε ότι θα γίνουμε κάποιοι πολύ ευτυχισμένοι άνθρωποι.

we drink and drink
a subtle poison

more in sorrow
than in anger

our skin is so thin
and left to love

the sentence we serve
our masks discarded

the blind rage of youth
the black starry eyes

all animal passions
covering up the truth

there is no deliverance
providence is lost

short and random reminiscence (in 5 parts)

•30 Μαρτίου, 2011 • Σχολιάστε

Αποφεύγοντας για μια ακόμα φορά με περίτεχνο τρόπο την έγγραφη ενασχόληση με το «Wars Of The Roses», το Sonic Death Monkey αποφασίζει να πάρει για μια ακόμα φορά το φτυαράκι του, το κουβαδάκι του και να βγει προς αναζήτηση χαμένων θησαυρών. Το φιλόδοξο σχέδιο για το άμεσο μέλλον μιλάει για λεπτομερειακή αναζήτηση στο back catalogue και σημείωση των δίσκων που πρέπει να ξεσκονιστούν αλλά και των συγκροτημάτων που έχουμε χάσει τις εξελίξεις και λυπούμαστε γι’ αυτό. Φυσικά με την αναβλητικότητα που με χαρακτηρίζει, είναι πολύ πιθανό να μην γίνει τίποτα από αυτά αλλά είναι ένας στόχος που με κάνει να νιώθω λίγο καλύτερα. Είναι ίσως μια καλή ευκαιρία λοιπόν να θυμηθούμε παλιές (εντάξει, όχι και αρχαίες) κυκλοφορίες και να τις μοιραστούμε με τους (τρεις) αναγνώστες μας (για να καταλήξουμε να συζητάμε για black metal πάλι βέβαια.


a Beautiful Machine – Solar winds, white noise, antigravity

Είχα πέσει πάνω σε αυτό το δίσκο αρκετά χρόνια πριν όταν η Embryo Recordings είχε δώσει προς download μεγάλο μέρος του καταλόγου της και είχα εντυπωσιαστεί από τις πρώτες ακροάσεις με τους Αυστραλούς. Τεράστιο συγκρότημα (δεν παίρνω όρκο, αλλά παίζει να είχαν και κάποια συγγένεια με τους Halo) που συνδυάζει εξόχως το post rock και την πιο space ψυχεδέλεια (και έντεκα χρόνια πριν όλα αυτά ε). Μεγαλείο και συγκίνηση, ειδικά με το «The sound of her wings».


Imogen Heap – Speak for yourself

Προχωράμε πέντε χρόνια μπροστά και βρισκόμαστε στο 2005. Η γνωριμία με την Imogen Heap, αν δεν κάνω τραγικό λάθος, πρέπει να είχε έρθει λίγο νωρίτερα όταν είχα πρωτοακούσει την ελκυστικότατη διασκευή των Frou Frou στο «Holding out for a hero» για το soundtrack του Shrek. Εξαιρετική φωνή και ωραίοτατη pop και songwriting και στις δικές της δουλειές και από τους Frou Frou. Το «Speak for yourself» το είχα λιώσει ένα φεγγάρι πηγαίνοντας στη δουλειά το πρωί. Μάλλον ο αγαπημένος μου δίσκος της.


Olafur Arnalds – Found songs

Προχωράμε ακόμα μερικά χρόνια μπροστά και φτάνουμε στην απόφαση του Olafur Arnalds (για τον οποίο τα λέγαμε πάλι περισυ) να διαθέσει μια σειρά καινούριων κομματιών μέσω του Twitter, τα οποία θα συνοδεύονταν από artwork οπαδών του. Τα εφτά κομμάτια της κυκλοφορίας που ονομάστηκε «Found Songs» παρουσιάζουν όλες τις ομορφότερες πλευρές της μουσικής του Arnalds, ορχηστρικός μινιμαλισμός και γοητευτική απλότητα. Αναρωτιέμαι πότε όλοι αυτοί οι βόρειοι νεο-κλασσικοί θα αρχίσουν να γράφουν περισσότερα soundtrack.


Marillion – Childhood rehearsals (bootleg)

Και από το 2009 επιστρέφουμε στο 1984 και τους Marillion που είχα παραμελήσει εδώ και πολύ καιρό. Δεν συμπαθώ ιδιαίτερα τα live albums αλλά υπάρχουν μερικές εξαιρέσεις που όχι απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα, αλλά που τον κάνουν να μοιάζει ανούσιος. Το συγκεκριμένο bootleg είναι από μια συναυλία στο Hammersmith λίγο πριν κυκλοφορήσει το «Misplaced Childhood». Τα 6 μόλις κομμάτια του ορίζουν την έννοια υπερ-τέλειο setlist. «Cinderella search», «Jigsaw», το μισό «Misplaced Childhood», «Chelsea Monday», «Incubus» και «Garden Party». Ωραίος ήχος, μεγαλειώδεις εκτελέσεις και ο Fish σε αποδόσεις που θα έκαναν περήφανους και τους δυο θειους Peter. Ωραίες αναμνήσεις από την πρώτη ακρόασή του σε διακοπές στη Jena και περιπάτους σε δάση και στοιχειωμένο όσο δεν πάει κομμάτι το «Cinderella search».


Alex Tiuniaev – I knew her

Και κλείνουμε με κάτι εντελώς άγνωστο (ακόμα και για μένα) αφού δεν είχα ιδέα (ή δε θυμόμουν) περί τίνος πρόκειται όταν το ξαναπέτυχα μπροστά μου. Ο εκ Ρωσσίας ορμώμενος Alex όμως έκρυβε μια ωραιότατη έκπληξη στον δίσκο του. Ξεκινώντας μινιμαλιστικά ηλεκτρονικός για να γίνει όσο προχωράει ελκυστικά συμφωνικός (δηλαδή να διατηρεί την ισορροπία ανάμεσα στο να σε παρασύρει με την έντασή του αλλά να μην υποπέπτει σε μπαροκ γελοιότητες). Εξαιρετικός δίσκος που για μια ακόμα φορά εμφανίστηκε από το πουθενά. Μικρό bonus η αναφορά στους Stars of the Lid στο site της εταιρείας του.

Ώρα για ύπνο σιγά σιγά όμως, μια που η κούραση κερδίζει της όρεξης για χάζεμα. Ευελπιστούμε να ανακαλυφθούν και περισσότεροι θησαυροί στο κυνήγι μας.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε