Flower power

Από την πρώτη ακρόαση του “Wars Of The Roses” και την απόφαση ότι θα υπάρξει αυτό το κείμενο, ξεκίνησαν με μεγάλη ταχύτητα να περνάνε από το μυαλό μου διάφορες εισαγωγές για το τι ήθελα να πω στις σειρές που θα ακολουθήσουν. Δεν μπορώ να πω οτι κατέληξα κάπου ή ότι θεώρησα μια προσέγγιση περισσότερο προτιμητέα σε σχέση με τις υπόλοιπες, γι’ αυτό επέλεξα να αυτοσχεδιάσω. Νομίζω ότι κάπου έχω ξανα-αναφέρει ότι μου είναι αρκετά δύσκολο να περιγράψω τη σχέση που έχω αναπτύξει με τους Ulver όλα αυτά τα χρόνια. Είναι μερικά συγκροτήματα, η σχέση με τα οποία δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα συλλογικό γεγονός, τουλάχιστον για εμένα. Όσο και αν απολαμβάνω να μιλάω γι’ αυτούς με τα άτομα που εκτιμώ και τους αγαπάνε επίσης, καταλήγω στο τέλος ότι θέλω να τους έχω απέναντι μου σε προσωπικό επίπεδο γιατί, τελικά, είναι η απόλυτα δικιά μου μπάντα. Λέω μπάντα βέβαια, όταν στην ουσία εννοώ μουσική, γιατί με τους ανθρώπους, αν και τους εκτιμώ απεριόριστα για το ταλέντο τους, δεν νιώθω ιδιαίτερη “συγγένεια”. Αν κάτι με είχε γοητεύσει από την αρχή στο συγκρότημα ήταν η σχεδόν πλήρης αποστασιοποίηση από το κοινό του, ίσως όχι γιατί δεν εκτιμούσαν τους οπαδούς τους, αλλά μάλλον δεν ένιωθαν οποιαδήποτε ανάγκη προσθήκης νέων επιπέδων επικοινωνίας πέραν της μουσικής. Φυσικά όλα αυτά έχουν αλλάξει άρδην εδώ και κάποια χρόνια και, πλέον, παίζουμε ειδικές εκτελέσεις από τη black metal ιστορία μας για το καλύτερο κοινό του κόσμου, οπότε οποιαδήποτε έννοια αποστασιοποίησης έχει μπει, καλώς ή κακώς, στη ντουλάπα με τα σεμεδάκια της γιαγιάς.

Σκεφτόμουν τις προάλλες την όλη ιστορία των Ulver και κατέληξα ότι πλέον μπορεί να χωριστεί με σχετική ασφάλεια σε τρεις μεγάλες περιόδους. Η πρώτη, της τριλογίας, τους έκανε ημι-cult όνομα. Η δεύτερη, η μάλλον δημιουργικότερη, ξεκίνησε με το “Themes…” για να τελειώσει, πανηγυρικά, στις γιορτινές εκδηλώσεις του “1st Decade In The Machines”. Σε αυτή την περίοδο γράφτηκαν τεράστιες ποσότητες μουσικής, μια που, ειδικά στην τετραετία 1999-2003 το συγκρότημα έμοιαζε να ζει στο studio και έβγαζαν την μια κυκλοφορία μετά την άλλη. Η τελευταία περίοδος κατέληξα ότι είδε την αυγή της στην κυκλοφορία του “A Quick Fix For Melancholy”, το οποίο σηματοδότησε τη στροφή από τις αφηρημένες φόρμες των προηγούμενων κυκλοφοριών σε μια σαφώς πιο τραγουδο-κεντρική πορεία. Δεν ξέρω αν από τότε είχαν αρχίσει να τους μπαίνουν ιδέες, αλλά κοιτώντας αυτή τη στιγμή προς τα πίσω, διακρίνω μια μάλλον αναπόφευκτη πορεία. Τα “Blood Inside” και “Shadows Of The Sun” έκαναν ακόμα πιο έντονη την οργανική, πλέον, πλευρά των Ulver και κάπως έτσι φτάσαμε στις πρώτες ανακοινώσεις περί live εμφανίσεων. Όσοι είχαν διαβάσει συνεντεύξεις των τελών των 90s συνειδητοποιούσαν πόσο αστείο ακουγόταν όλο αυτό. Περίπου όσο αστείες ακούγοντας το καλοκαίρι του 2004 οι φήμες περί επερχόμενης περιοδείας των Arcturus (οι οποίοι μην ξεχνάμε ότι τότε άλλαξαν τραγουδιστή γιατί ο παλιός τους δεν είχε όρεξη για περιοδείες). Μαζί με την πραγματοποίηση των live εμφανίσεων είχε ξεκινήσει (με απαρχή το “Blood Inside”) και μια ιδιαίτερη κινητικότητα στο τμήμα marketing της εταιρείας και εκεί που κάποτε έβγαζαν κάθε τρίμηνο νέα κυκλοφορία, έφτασαν να βγάζουν κάθε τρίμηνο νέα επανακυκλοφορία σε βινύλιο.

Κάθε φορά που εκφράζω τις (ίδιες) γκρίνιες, κάπου όχι πολύ βαθιά μέσα μου, νιώθω ότι τους αδικώ και λίγο, γιατί αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, ακόμα και αυτή, η τρίτη περίοδος με όλες τις άσχετες ενασχολήσεις, μας έδωσε τεράστιους δίσκους, με αποκορύφωμα το “Shadows Of The Sun”, το οποίο ακόμα δυσκολεύομαι να πιστέψω πόσο καλό είναι. Δύσκολο να ξεχάσεις την τέχνη σου, είναι η αλήθεια, ακόμα και όταν σε απασχολούν άλλα πράγματα. Από το “Shadows Of The Sun” όμως πέρασαν τέσσερα χρόνια μ’ αυτά και μ’ αυτά. Τους είδαμε live (εγώ ακόμα επιμένω ότι ήταν ένα μετριότατο live με μερικές εκλάμψεις ασύλληπτου μεγαλείου), είδαμε τον Kristofer live και με τους Aethenor το καλοκαίρι, αγοράσαμε μερικά βινύλια ακόμα, πήραμε και μερικές μπλούζες και κάπως έτσι φτάσαμε στο 2011. Οι πρώτες ειδήσεις μιλούσαν για ανοιξιάτικη κυκλοφορία. Ο πρώτος τίτλος, “A Critical Geography”. Ξεχάστηκε σχετικά γρήγορα για να ξυπνήσουμε μια ωραία πρωία και να μάθουμε ότι η κρίσιμη γεωγραφία αντικαταστάθηκε από τους πολέμους των ρόδων. Κάποια στιγμή, μετά την ανακοίνωση της, κανονικής πια, περιοδείας τους, έδωσαν στον κόσμο μια πρόγευση από το τι θα ακολουθήσει με την δημοσίευση του “February MMX”.

Θα σας ομολογήσω ότι με έλουσε κρύος ιδρώτας στις πρώτες ακροάσεις του. Μετά τα απανωτά χαστούκια της προηγούμενης χρονιάς, πραγματικά δεν είχα το κουράγιο να ζήσω μια τέτοιου μεγέθους απογοήτευση από τους Ulver ειδικά. Ένα ημι-αδιάφορο κομμάτι, άσχημα απλουστευμένο για να ταιριάξει σε μια ζωντανή αισθητική που φαίνεται να αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος του συγκροτήματος, ήταν ο χειρότερος δυνατός πρεσβευτής του νέου πονήματος. Η δε προσθήκη του Daniel O’ Sullivan ως μόνιμου μέλους των Ulver ακόμα με αφήνει με ανάμικτά συναισθήματα, αφού όσο και αν παραδέχομαι πόσο τεράστιος μουσικός είναι, ακόμα δεν έχω πειστεί ότι ταιριάζει στην ψυχή τους. Βέβαια εμένα, ευτυχώς, δεν μου πέφτει λόγος και, αν κάτι εκτιμώ απεριόριστα ακόμα σε αυτούς, είναι ότι πιθανότατα δεν θα δίνουν μια για την άποψή μου. Επίστρέφοντας στο “February MMX”, παραδέχομαι ότι σήμερα, αρκετές μέρες και δεκάδες ακροάσεις μετά, αποφασίζω ότι δεν είναι κακό κομμάτι και ότι έχω αρχίσει να το συνηθίζω. Δεν θα το θεωρήσω ποτέ μεγάλο τραγούδι και, πιθανότατα, δεν θα θεωρήσω ποτέ ότι αξίζει να βρίσκεται στο “Wars Of The Roses”, αλλά έχω σταματήσει να βγάζω αφρούς στο άκουσμά του και δέχομαι ότι αυτή η νέα πορεία εξυπηρετεί και αυτή τους σκοπούς της.

Η συνέχεια στο δίσκο έρχεται με το, ακόμα συντομότερο, “Norwegian Gothic” το οποίο μου ακούγεται σαν ένα out-take του “Blood Inside” που εκτελέστηκε με τη νοοτροπία του “Shadows Of The Sun” και αποτελεί επίσης ένα καθόλου ξεχωριστό τραγούδι. Εδώ έχω τρομάξει ήδη αρκετά, γιατί, πανάθεμά με, τους Ulver μου τους θέλω πιο ξεχωριστούς και από νιφάδα χιονιού. Δεν ανέχομαι οποιοδήποτε συμβιβασμό από αυτούς που μου έχουν προσφέρει το αγαπημένο μου album όλων των εποχών και νευριάζω ακόμα περισσότερο με όλους αυτούς που τα παραβλέπουν όλα αυτά, γιατί κατάφεραν να τους δουν live και να διασκευάζουν κομμάτια από το “Bergtatt”. Και ακόμα περισσότερο νιώθω το πόσο προσωπική είναι η σχέση μου μαζί τους, γιατί ξέρω ότι όσο περισσότερο διαφωνεί ο καθένας με τους υπόλοιπους για το τι είναι αυτοί οι τύποι, τόσο πιο ξεκάθαρα ορίζει τη σχέση του με τη μουσική τους.

Και όμως εκεί μπαίνει ένα πιάνο και ξεκινάει μια εισαγωγή και ακούς και τη βελόνα του βινυλίου να χαράζει το δίσκο, γιατί ακόμα δεν υπάρχει πουθενά το cd και ακούς αναγκαστικά ένα rip από το βινύλιο. Και μετά μπαίνει η φωνή, και μια δεύτερη φωνή και μετά από λίγο μια τρίτη και σιγά σιγά αρχίζουν και άλλοι ήχοι να συνοδεύουν το πιάνο, όμως αυτό παραμένει η ψυχή του “Providence”. Οι φωνές συνεχίζουν να εναλλάσονται, λες και με την εναλλαγή τους κάθε φορά σε σπρώχνουν όλο και πιο ψηλά και ήδη έχει ξεφύγει από την ατμόσφαιρα, ήδη έχεις ξεχάσει κάθε γκρίνια, κάθε απογοήτευση και κάπου εκεί μπαίνουν οι κιθάρες και τα κλαρινέτα και πλέον έχεις αρχίσει να βλέπεις τους πλανήτες να περνάνε όλο και πιο γρήγορα από δίπλα σου. Και η μελωδία και οι φωνές καταλήγουν σε μια ambient ησυχία αφού φαίνεται να έχει βγει πλέον εκτός του ηλιακού συστήματος. Θυμάστε τους στίχους του “Nowhere/Catastrophe” και τις εικόνες που σχημάτιζαν; Εκεί ακριβώς βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή (“Coal black, turbulence holes of bass drones/But otherwise empty/No planets, no meteorites/If anything, perhaps fine dust clouds of exploded music/You float there, somewhere between pleasure and fear”). Θυμάστε την πρώτη φορά που ακούσατε το “Proverbs Of Hell”; Θυμάστε το σημείο που ξεκινάει το κυρίως μέρος του “Gnosis”; Θυμάστε την ανατριχίλα της στιγμής που ακούσατε για πρώτη φορά εκείνο το δίστιχο (“Science – The new aristocracy/Progress – The world is on the march”); Θυμάστε τις καμπάνες του “Not Saved”; Ε λοιπόν το “Providence” ήρθε να κάνει παρέα σε όλα αυτά, να διαλύσει κάθε υποψία περί καμπής, να ορίσει την τελειότητα εν έτει 2011, να σε τυφλώσει με όλη τη λαμπρότητα ενός υπερκαινοφανή αστέρα και να αφήσει τα άτομά σου να αιωρούνται σε ένα πεδίο που η ενοποιημένη θεωρία μιλάει μόνο για τη μουσική.

Το “September IV” έχει ομολογουμένως δύσκολο ρόλο και γι’ αυτό οι Ulver κάνουν την απόλυτα έξυπνη κίνηση. Από το διάστημα σε πιάνουν και σε ξαναγυρίζουν με μιας στη γη. Παράλληλα θλιμμένο, ανθρώπινο αλλά και το πιο ηλεκτρονικό και ξεσηκωτικό κομμάτι του δίσκου. Ποιος είπε ότι οι επικήδειοι πρέπει να είνα χαμηλών τόνων; Η αντίθεση της ήρεμης συγκίνησης στην αρχή με το απελευθερωτικό ξέσπασμα στο τέλος δημιουργούν ένα εκπληκτικό κομμάτι.

Πέρασαν 13 χρόνια για να θυμηθούμε τη μητέρα Αγγλία. Ίσως μια ελαφρώς αργοπορημένη τιμή στην πατρίδα του ποιητή που τους χάρισε τον καλύτερό τους δίσκο, επίσης αποτελεί και το τραγούδι που χαρίζει τον τίτλο του δίσκου. Εδώ επιστρέφουμε στο ύφος των προηγούμενων δίσκων με σαφώς πιο ορχηστρικές βλέψεις, από τις φωνές στην αρχή μέχρι και την όλη ενορχήστρωση. Μajestic ανατάσεις αντάξιες του “Blood Inside”, περηφάνια και σοβαρότητα, ο ήχος της αξιοπρέπειας. Abstract αναπολήσεις της ιστορίας; Όπως και να έχει, παραμένεις αιχμάλωτος στη δημιουργία.
Επόμενο, ίσως απόλυτα λογικό, βήμα για το ταξίδι η μεταφορά στον ωκεανό. Και μόνο για τους στίχους “a lighthouse/in the eye of the storm”, το Sonic Death Monkey θα είχε λατρέψει το “Island”. Ο ωκεανός του είναι ήρεμος, μάλλον ήταν απαραίτητη λίγη γαλήνη μετά τα σκαμπανεβάσματα των προηγούμενων τραγουδιών. Τα πάντα εδώ ακούγονται ελαφρώς στο βάθος, ανάμεσα στα πουλιά και τα κύματα. Πάντα λάτρευα τα τραγούδια με έντονες τις εικόνες του υγρού στοιχείου και το “Island” είναι από τα καλύτερα τέτοια. Επίσης είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ένα τόσο ήρεμο κομμάτι καταφέρνει να γίνεται και τόσο βαθειά συναισθηματικό. Και κάπως έτσι μας οδηγεί στο…

“Stone Angels”. Αν το “Providence” είναι η συνθετική τελειότητα των Ulver, τότε αυτό αγκαλιάζει τις ατμόσφαιρές του, βυθίζεται στην αγάπη που τρέφει ο Rygg (τουλάχιστον) για τους Coil και δημιουργεί το πιο ωραίο tribute στο “Angelic Conversation” που έχει γραφτεί ποτέ. Οι Ulver μεγαλουργούν στις μελοποιήσεις ποιημάτων και το ποίημα του Waldrop δεν αποτελεί εξαίρεση. Εδώ βάζει και το χεράκι του προφανώς ο Stephen Thrower για να δημιουργηθεί ένα ηχοτόπιο απερίγραπτης ομορφιάς. Και αν ο O’ Sullivan, προφανώς, δεν μπορεί να συγκριθεί με τη Judi Dench, δίνει μια πολύ ωραία απαγγελία. Εδώ οι Ulver νιώθουν ελεύθεροι να αφήσουν για λίγο πίσω τους το song-writing και να επικεντρωθούν σε στιγμές που θυμίζουν τα early 00s, όταν μεγαλουργούσαν με κυριότερο όπλο τον μινιμαλισμό και τη σιωπή.

Όπως θα παρατηρήσατε δεν αναφέρθηκα στις συμμετοχές των Westerhus, Noble και Ward απλά και μόνο γιατί έχουν ενσωματωθεί τέλεια στο δίσκο και χρησιμοποιούνται με τον καλύτερο τρόπο ώστε να προσθέσουν τις προσωπικές πινελιές που θα τονίσουν ακόμα περισσότερο το περίγραμμα της ομορφιάς του “Wars Of The Roses”. Έτσι και αλλιώς, όσο και αν θέλουν με το καινούριο image τους να δώσουν την εικόνα της υπερ-δεμένης μπάντας, προσωπικά πάντα θεωρούσα τους Ulver ως μια χαλαρή μάζωξη ανθρώπων που ανά τακτά χρονικά διαστήματα νιώθουν την ανάγκη να δημιουργήσουν και απλά συνεννοούνται άψογα μεταξύ τους. Γι’ αυτό και οι συνεχείς προσθήκες και αλλαγές σε ένα ευρύτερο line up λειτουργούν τόσο καλά ακόμα και αν οι διάφοροι που περνούν μέσα και έξω από το studio προσφέρουν συγκεκριμένα πράγματα σε συγκεκριμένες στιγμές.

Συμπέρασμα; Χαμογελάω συνήθως τις στιγμές που πρέπει να καταλήξω σε ένα κλείσιμο, κυρίως γιατί δεν είμαι καλός σε αυτό. Το “Wars Of The Roses” είναι ένα σχετικά σύντομο album (σαν τα live τους!) φτάνοντας τα 45 λεπτά σε διάρκεια (που πολλοί και, μάλλον, ανάμεσά τους και εγώ θα πουν ότι πρόκειται για την απόλυτα ιδανική). Χάνοντας ένα 8λεπτο περίπου από τα δυο πρώτα τραγούδια που επιμένω ότι είναι κατώτερα, όχι μόνο των δυνατοτήτων του συγκροτήματος αλλά και των standards που οι ίδιοι θα έπρεπε να έχουν θέσει στους εαυτούς τους, πέφτουμε κάτω από τα 40 λεπτά. Αυτά όμως τα 37-38 λεπτά που μας απομένουν πιάνουν τέτοια επίπεδα τελειότητας που μετά από τόσες ακροάσεις τείνω να τους συγχωρέσω τα πάντα. Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι πρόκειται για ένα καταπληκτικό δίσκο, που αξίζει και με το παραπάνω να φέρει τη σφραγίδα των Ulver, αλλά το οποίο θα μπορούσε να είναι το album της χρονιάς με απόσταση ετών φωτός από το επόμενο, αν έλειπαν τα δυο πρώτα κομμάτια. Θεωρώντας ως δεδομένο ότι οφείλουμε να εξαντλούμε κάθε ρανίδα αυστηρότητας στους μεγάλους μας έρωτες (γιατί αλλιώς τι αξία έχουν αν δεν μας ωθούν και αυτοί με τη σειρά τους στην υπέρβαση;), δεν θα μιλήσω για δίσκους χρονιάς κλπ. Από την άλλη πλευρά το “Providence” έχει αρχίσει να αφήνει ήδη πίσω του τα υπόλοιπα φετινά τραγούδια και αν βγει κάτι καλύτερο αργότερα.. Ας πούμε ότι θα γίνουμε κάποιοι πολύ ευτυχισμένοι άνθρωποι.

we drink and drink
a subtle poison

more in sorrow
than in anger

our skin is so thin
and left to love

the sentence we serve
our masks discarded

the blind rage of youth
the black starry eyes

all animal passions
covering up the truth

there is no deliverance
providence is lost

~ από KsDms στο Απρίλιος 3, 2011.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: