Σατανιστική Τελεστή

•23 Ιουνίου, 2011 • Σχολιάστε

Δεν συνηθίζω να χρονοτριβώ όσο τρέχω επειδή με κυνηγούν τέρατα, αλλά ελέω μιας μικρής διακοπής για ένα ελαφρύ παλ μαλ με ένα σκέτο καφέ τύπου φραπέ τύπου αργοπορημένος φοιτητής, κάνω μια επίκληση στον Δαίμονα : περίμενέ με για πέντε λεπτά, κοίτα τις αγωνιώδεις προσπάθειές μου να χαλαρώσω πριν με φας ζωντανό σε μία, δύο αλλά και τρεις διαστάσεις, δώσε μου φωτιά νανάψω βαλεμού κρασί ναπιώ, μείωσε και κάπως την θερμοκρασία, μπορείς, σε εκλιπαρώ για αυτό, και περικύκλωσέ με με την ησυχία σου, μην με καταπιείς απευθείας, τώρα που χρονοτριβώ αισθητά λιγάκι, μόνο βασάνισέ με όπως εγώ βασανίζω τα κουνούπια, τα καλοκαιρινά βράδια, όταν παίρνω το αίμα μου πίσω, και το απλώνω στα λευκά αδιαπέραστα τοιχώματα του δωματίου μου : τα κυνηγώ για ώρα πριν τα σκοτώσω Δαίμονα : άσε με και εσύ, ακριβώς επειδή είσαι Άσπλαχνος Δυνάστης των Ψυχών, πέντε λεπτά, πέντε λεπτά μόνο, δηλαδή οκτώ, για να δω εκείνο και το επόμενο :

Αυτή ήταν μια Σατανιστική Τελεστή. Μην την δοκιμάσετε στο σπίτι

walking

•19 Ιουνίου, 2011 • Σχολιάστε

Περπατάω στο Περιστέρι. Δυο-τρία βήματα πιο μέσα από έναν από τους κεντρικότερους δρόμους του, νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε άλλο κόσμο. Πριν καμιά δεκαετία το Περιστέρι έμοιαζε εξωτικό μέρος, η διαδρομή μέχρι εκεί ολόκληρο ταξίδι, ενώ οι αναζητήσεις είχαν να κάνουν είτε με το γήπεδο του Ατρομήτου όταν πηγαίναμε να δούμε για πρώτη φορά τους Iron Maiden, είτε το πάλαι ποτέ Woodstock για μια από τις πιο εξουθενωτικές συναυλιακές εμπειρίες της ζωής μου. Τα τελευταία χρόνια το έχω γνωρίσει το Περιστέρι, αρκετά ώστε να φαίνεται πλέον οικία περιοχή, ώστε να έχω το θάρρος να κυκλοφορήσω σε δρόμους που δεν έχω ξαναπατήσει. Για κάποιον σαν εμένα που έχει μαλώσει από μικρός με τον προσανατολισμό του, αυτό είναι μεγάλο βήμα.

Κάθε μα κάθε φορά που διασχίζω περπατώντας την Αθήνα (μια από τις πλέον αγαπημένες μου ασχολίες) σκέφτομαι πόσο, μα πόσο άσχημη πόλη είναι. Μερικές φορές φροντίζει να με εκπλήσσει ευχάριστα, μάλλον μόνο και μόνο για να μου αποδείξει πόσο γκρινιάρης είμαι. Πάνω από δέκα χρόνια μετά λοιπόν βρίσκομαι πάλι στο Περιστέρι, να αναζητώ για μια ακόμα φορά το γήπεδο του Ατρομήτου, για εντελώς διαφορετικούς λόγους αυτή τη φορά, αλλά με περισσότερη σιγουριά. Έτσι λοιπόν, έφτασα να διασχίζω έναν από εκείνους τους δρόμους που σε κάνουν να χαζεύεις γύρω σου, ένα στάδιο πριν το χαμόγελο. Αρκετά στενός ώστε να σου δίνει μια αίσθηση γειτονιάς (αν και για μένα η απόλυτα σωστή γειτονιά έχει την αίσθηση της απομόνωσης/απομάκρυνσης των ανηφορών της Ηλιούπολης), να αποπνέει μια ζεστασιά κάπου ανάμεσα στην μυρωδιά των δεντρών και λουλουδιών και στις οσμές μαγειρέματος από τα τα σπίτια. Στενός, αλλά που σου επιτρέπει να βλέπεις τον ουρανό, μια που τα κτίρια είναι αρκετά παλιά και αρα, αρκετά χαμηλά. Παλιά αλλά ευτυχώς όχι παρατημένα και τα περισσότερα με εκείνες τις αυλές που αγαπώ παράφορα σε ένα σπίτι. Αυτές οι αυλές, με τα δέντρα, τις γλάστρες, τα τραπεζάκια, οι οποίες είναι από τις λίγες ουσιαστικά όμορφες αισθήσεις αυτού που ονομάζεται ελληνικό καλοκαίρι. Οι λίγοι κάτοικοι που κυκλοφορούν είναι μια ωραία μίξη ντόπιων και μεταναστών (με μια δόση του απαραίτητου κάγκουρα που μαρσάρει σε δρόμο είκοσι μέτρων με το μπάσο να τραντάζει τζάμια), σε μια από τις σχετικά λίγες περιπτώσεις που, εξωτερικά τουλάχιστον, μοιάζουν να συνυπάρχουν με άνεση. Δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει, ελπίζω αρκετά, αν και οι ελπίδες συνήθως απογοητεύουν.

Πέρα από το περιβάλλον, η ώρα ήταν αυτή που έκανε ακόμα πιο απολαυστική αυτή τη διαδρομή. Η Κυριακή, από το μεσημέρι και μετά, είναι η πιο ωραία ώρα της βδομάδας για περπάτημα. Κυκλοφορεί σχετικά λίγος κόσμος, μια που οι περισσότεροι είναι σπίτι προετοιμαζόμενοι για το τέλος του σαββατοκύριακου ή σε κάποια καφετέρια, και έτσι λίγους (και λίγα αυτοκίνητα) θα συναντήσεις στην πορεία σου. Είναι εφτάμιση και ο ήλιος έχει πέσει αρκετά για να μην ζεσταίνεσαι υπερβολικά, αλλά είναι ακόμα αρκετά πριν το σούρουπο. Στο mp3 player (μαζί με προσευχές να κρατήσει η μπαταρία) παίζει το «Blue Notebooks». Πάντα επιστρέφω σε τέτοιους δίσκους όταν περπατάω, πέρα από το ότι είναι από τους καλύτερους δίσκους που έχουν γραφτεί ποτέ, έχει την ικανότητα να παρέχει την ιδανική συντροφιά για να περιεργάζεσαι το περιβάλλον σου. Δεν είναι μεγάλη η διαδρομή, κανένα εικοσάλεπτο μόνο, πριν ξαναβγείς στον πολιτισμό των λεωφόρων και να κατηφορίσεις τις ακόμα πιο γνώριμες κυλιόμενες του σταθμού του Αγ. Αντωνίου. Δεν είναι και μεγάλο album το «Blue Notebooks» οπότε φτάνει ίσα ίσα για να ολοκληρωθεί η διαδρομή μέχρι τη Δάφνη.

Η Δάφνη από την άλλη πλευρά δεν μου άρεσε ποτέ ιδιαίτερα, ούτε ποτέ τη θεωρούσα κάτι παραπάνω από ένα σταθμό μετεπιβίβασης (αν και φιλοξενεί ένα από τα πλέον αγαπημένα μου μέρη για φαγητό). Επιτέλους διαβάζω το Wire του Μαίου, που είχε ξεμείνει παρατημένο κάνα δίμηνο μέσα στην τσάντα και έχει ωραία πράγματα. Συγχρόνως αναζητώ τι θα διαδεχθεί το «Blue Notebooks», είναι δύσκολη δουλειά και χρειάζεται αρκετή σκέψη. Μια στιγμιαία έμπνευση με οδηγεί στο περσινό «Courses» των Ô Paon. Σας έχω μιλήσει για τους Ô Paon; Όχι αναλυτικά νομίζω, δεν θυμάμαι καν αν το έχω αναφέρει. Το μουσικό όχημα της καναδής Geneviève Castrée (πιθανόν να είχα αναφερθεί εκστασιασμένος και στη δισκογραφία της ως Woelv παλιότερα), μου θυμίζει και σήμερα γιατί ερωτεύτηκα τα γαλλικά, όταν τα άκουσα να συνοδεύουν μουσική. Το «Courses» έρχεται να φέρει κοντά το psych folk της Woelv με τις συνθετικές επιρροες που φέρνει ο Thierry Amar των GY!BE και το κράμα μετουσιώνεται σε κάτι ιδιαιτέρως πολύτιμο. Σημειώστε το κάπου για αργότερα, γιατι μ’ αυτά και μ’ αυτά εγώ έφτασα πάλι στις ανηφόρες της Ηλιούπολης και το απόγευμα έχει δώσει πλέον τη θέση του στο βράδυ. Η Geneviève συνεχίζει να δομεί τη δημιουργία της, κομμάτι-κομμάτι, με υπομονή γλύπτη. Λατρεύω τους δίσκους που χρησιμοποιούν μικρά μικρά μέρη και ήχους για να φτιάξουν τα τραγούδια τους. Λούπες, επαναλήψεις, μελωδίες, οι αφηγήσεις της Castrée και τα πετάλια του Amar. Αισθητικός παράδεισος. Βέβαια σε περίπτωση που περιμένετε να βρείτε το νέο σας post rock ήρωα, μάλλον θα απογοητευτείτε, αλλά αυτό δεν κάνει λιγότερο απαραίτητη την ακρόαση του δίσκου.

Θα επανέλθω, εντός της βδομάδας ελπίζω, και με μερικές ακόμα κυκλοφορίες που αξίζουν αρκετά αναλυτική περιγραφή, αλλά προς το παρόν δεν έχω να πω τίποτα παραπάνω.

still

•16 Ιουνίου, 2011 • Σχολιάστε

Δεν ξέρω που ακριβώς χάσαμε το δρόμο προς αυτό το blog τις τελευταίες μέρες, επικηδείων εξαιρουμένων. Δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται και, πιθανότατα, ούτε η τελευταία. Είναι αργά αλλά δε νυστάζω ιδιαίτερα, πράγμα το οποίο θα μετανιώσω πικρά αύριο το πρωί που θα πρέπει να ξυπνήσω νωρίς. Ούτε γι’ αυτό είναι η πρώτη φορά, έστω και αν αύριο κατά τις 8 θα ορκίζομαι ότι θα είναι η τελευταία. Καταλήγω στο ότι είναι μεγάλη ανακάλυψη τα netbooks, καθότι σήμερα μπορώ να είμαι ξαπλωμένος στην κρεβατάρα μου και να γράφω με άνεση. Συνήθως το γράψιμο προτιμώ να το κάνω στο γραφείο μου αλλά σήμερα το παίζω καλός οικοδεσπότης και δεν έχω την άνεση χώρου που έχω συνήθως. Ως αποτέλεσμα, κρεβάτι, σεντόνι, μαξιλάρια, το δωμάτιο να φωτίζεται μόνο από την οθόνη του Asus μου και παρέα το ραδιόφωνο. Το οποίο παίζει ωραιότατη μουσική ή εναλλακτικά εγώ έχω αρκετά καλή διάθεση για εκτιμήσω πιο εύκολα κάποια πράγματα. Σήμερα το πανηγύρι που λέγεται Ελλάδα γνώρισε μεγάλες στιγμές, από ένα σημείο και μετά σταμάτησα να παρακολουθώ, γιατί αρκετό χρόνο έχασα από τη μουσική μου. Θα τα μάθουμε όλα αναλυτικά αύριο έτσι και αλλιώς, όχι ότι πιστεύω ότι υπάρχουν οι δυνατότητες για μεγάλες αλλαγές. Αλλαγές που να μην προέλθουν στους ίδιους μας τους εαυτούς τουλάχιστον.

Έχω εκδηλώσει και παλαιότερα την λατρεία μου για την μεταμεσονύκτια ζώνη του «Εν Λευκώ» και σήμερα που οι συνθήκες με οδηγούν στο να ακούσω με περισσότερο προσοχή τη μουσική που παίζει το ραδιόφωνο, νιώθω ότι αυτή η άποψη δικαιολογείται πλήρως. Κάποια στιγμή πρέπει να ξαναρχίσω το συστηματικό διάβασμα, ειδικά στο κρεβάτι, παρέα με μουσική. Αρκετά συχνά αναρωτιέμαι γιατί έχω κόψει μερικές συνήθειες, που είναι τόσο απολαυστικές, ενώ έχω διατηρήσει αρκετές ηλίθιες. Αυτές οι μέρες απαιτούν αρκετό τρέξιμο από όλους μας και αυτό δεν είναι ποτέ καλό όταν ανεβαίνουν οι θερμοκρασίες. Όχι ότι έχουν ανέβει και τραγικά πολύ, φέτος ο καιρός δείχνει συγκλονιστικά αναποφάσιστος, με τον Ιούνιο να θέλει να γίνει Απρίλιος στη θέση του Απριλίου. Δεν παραπονιέμαι ιδιαίτερα, μ΄αρεσει που αυτή τη στιγμή είμαι με το σεντονάκι μου και το ότι δεν έχει υπάρξει ούτε καν ιδέα για air-condition ακόμα. Σιγά σιγά βέβαια πρέπει να ξεθάψω και το ανεμιστήρα γιατί θα τον χρειαστούμε. Τρέξιμο λοιπόν που λέτε, για χρήσιμους και άχρηστους λόγους, ευχάριστους και εκνευριστικούς, δικούς μας και ξένους, αλλά κυρίως λίγος χρόνος για σκέψη και περισυλλογή. Τις περισσότερες φορές θα το θεωρούσα θετικό αυτό, αλλά πότε πότε με πιάνει η διάθεση να καταφέρω να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου σε κάτι δομημένο και τις βάλω σε μια σειρά. Γι’ αυτό ίσως να απολαμβάνω τόσο αυτή τη στιγμή στο κρεβάτι μου και την ησυχία που μου προσφέρει η μουσική που παίζει.

Αυτό το καλοκαίρι αναμένεται γεμάτο ενέργεια. Έχουμε αναπροσαρμογές σπιτιών, μετακομίσεις, δουλειές, εξεταστικές, άγχη και απολαύσεις και ακόμα δεν έχουμε κατασταλλάξει στο τι θέλουμε να κάνουμε στις διακοπές μας. Πλάνα να ξεκινήσει το Sonic Death Monkey και η ευρύτερη οικογένεια tour της ελληνικής επαρχίας μοιάζουν γοητευτικές αλλά και αβέβαιες. Σίγουρα κάποια στιγμή θα μας βρείτε σε μια παραλία δίπλα σας, να μαλώνουμε για το ήταν ωραίο το τελευταίο Circle ή για το αν τελικά άξιζε να ξενιτευτούμε μέχρι τη Μαλακάσα για να δούμε Kyuss (σημείωση: να πάμε να πάρουμε εισιτήρια κάποια στιγμή). Επίσης μαθαίνω ότι υπάρχει πιθανότητα να σπάσουμε την συναυλιακή νηστεία μας την επόμενη βδομάδα και να πάμε να δούμε τους Clutch, αν και δεν ενθουσιάζομαι με κλειστούς χώρους καλοκαιριάτικα. Και φυσικά ξέρω ότι δεν πρόκειται να ακούσω ποτέ το «Regulator» live, καταραμένη και άπονη ζωή (σημείωση: η επόμενη συλλογή να αφορά τραγούδια για τα οποία πεθαίνουμε και δεν θα δούμε ποτέ live). Σε μια άσχετη παρατήρηση, θα έλεγα ότι θα περίμενε κανείς να υπάρχουν περισσότερες διασκευές στο «Karma Police». Χαζεύοντας όμως ανάκάλυψα την παρακάτω και είπα να την μοιραστώ μαζί σας

Έχω να πω και για κάποιους δίσκους αυτές τις ημέρες αλλά όχι τώρα. Όταν επέλθει η απαραίτητη συγκέντρωση. Κάνοντας μια μικρή αποκάλυψη θα πω απλά ότι η Bedroom Community φρόντισε πάλι για μας φέτος. Επίσης ανακαλύπτω αυτές τις ημέρες το what.cd, απόπειρα που μοιάζει ενδιαφέρουσα και ίσως δικαιολογημένα τόσο αυστηρά οριοθετημένη, αλλά πολλοί κανόνες ρε παιδιά. Καταλήγω στο ότι για τη μουσική μου, τίποτε δεν πρόκειται να ξεπεράσει ποτε το little blue bird και την άνεσή του. Δεύτερος μήνας σερί επίσης που οι αγορές μου ήταν μηδαμινές. Πρόσφατη εξόρμηση στο κέντρο, απέδωσε ένα δίσκο κυρίως για την τιμή των όπλων και όχι λόγω κάποιας ιδιαίτερης ανάγκης. Ανακάλυψη της ημέρας είναι οι Echocentrics (οι ευχαριστίες μας στον κ. Οικονόμου που έχει κανένα μισάωρο εκπομπής ακόμα).

Προσωπικά, θα στηρίξω retro ψυχεδέλεια αναπόλησης, περισυλλογής και ρομαντισμού. Ταιριάζει και στις παραλίες που λέγαμε πιο πάνω, ειδικά όταν έχει αρχίσει να δύει ο ήλιος. Έτσι και αλλιως, αν κρίνουμε από περσινά δείγματα, το Sonic Death Monkey άμα κάτσει σε παραλία δεν φεύγει ποτέ. Τα χασμουρητά κυριαρχούν όμως, οπότε ώρα να σας αφήσω στην ησυχία σας. Ελπίζω τα πρώτα κουνούπια που βλέπω να τριγυρίζουν ύποπτα (η ουσιαστική απόδειξη ότι καλοκαίριασε πλέον) να κάτσουν ήσυχα για να μην έχουμε σαφάρι βραδιάτικα. Κλείνουμε με ό,τι πιο κατάλληλο για τις ημέρες (σημείωση για το μέλλον: βροχερές ημέρες του Ιουνίου 2011), πιστοί σε μεταμεσονύκτιες αναπολήσεις, εκδηλώνοντας το θαυμασμό μας για το πόσο μεγάλη φωνάρα είναι η Lennox και σιωπώντας επιτέλους.

«Sensitive»

•12 Ιουνίου, 2011 • 4 Σχόλια

Όλες μα όλες οι εξωτερικές συνθήκες μυρίζουν Ιανουάριο του έντεκα (this post is now a companion post to the Günter Schickert one), με την επιβεβλημένη προσθήκη πως όλα μπορούν να τείνουν σε ένα βέβαιο χειρότερο. Μη θέλοντας να κλαψουρίσω τον Αιώνιο Προσωπικό Όλεθρο της Κυριακής που επιτέλους Βρέχει, θα πω για άλλους ανθρώπους, επειδή είναι πιο εύκολο. Είναι; Πριν λίγο καιρό ήταν ο Gil Scot Heron που την έκανε νωρίς, και αντίο Gil Scot Heron, αλλά σήμερα είναι δέκα φορές πιο δυσάρεστο, διότι στο ενδιάμεσο μια βραδιάς με μιξ νερού-μαγειρικής σόδας, και ενός πρωινού με μιξ φραπέ-διετούς ληγμένης καντερέλ, πέθανε ο Seth Putnam. Καρδιά. Όχι πως ήταν και στην καλύτερη ψυχολογική κατάσταση τα τελευταία χρόνια βεβαίως. Σταματήστε να πεθαίνετε ρε. Ο Seth Putnam, για όσους τυχαίνει να μην ασχολείστε με -το λέω και το εννοώ- ανώτερη τέχνη, υπήρξε ιδρυτής και τραγουδιστής των Anal Cunt. Ως «Sensitive» Seth Putnam δε, τραγούδησε σε ένα από τα πιο -το λέω και το εννοώ- αδιανόητα έργα τέχνης που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, στο album «Picnic of Love» των Anal Cunt δηλαδή. Και Αυτήν την Τέχνη δεν δικαιούμαι να την σπάω σε κομμάτια, αλλά ελέω αποχαιρετισμού θα το κάνω, και θα πει και ένα τραγούδι :

Αντίο Seth Putnam :(

it’s just a ride

•1 Ιουνίου, 2011 • Σχολιάστε

everything I want, I have
forever, till the end of time

Angry chair

•30 Μαΐου, 2011 • Σχολιάστε

Δεν θα ήταν άδικο να πεις πως για κάποιου είδους κάθαρση, χρειάζεται απλά να γυρίσεις το κλειδί ελαφρά μέσα στην κλειδαριά. Ένα τέτοιο κλειδί βέβαια, μπορεί απλά να ονομάζεται σολ ή φα.

Το ραντεβού ήταν για το βράδυ. Θέλαμε να μην έχει κόσμο τριγύρω. Εμείς και κάτι άγνωστοι δηλαδή. Δεν είχα ιδεά που με πήγαινε αλλά το κέντρο το ξέρω καλά και το ραντεβού ήταν μετά από πρόβα και μάθημα. Δοξάρι στο χέρι η μία, μπαγκέτες η άλλη.

Η μουσική πολλές φορές, σε κρατάει δέσμιο σε ένα κόσμο άλλο από τον πραγματικό. Θυμάμαι ακόμα σαν να είναι τώρα, τους εκατοντάδες ήχους από εκατοντάδες διαφορετικά όργανα, να προσπαθούν να ξεφύγουν πίσω από κλειστές πόρτες. Όταν πατάς το πόδι σου εκεί μέσα, όταν περνάς μέσα από εκείνους τους διαδρόμους, ο ήχος της πρόβας πίσω από κλειστές πόρτες αριστερά και δεξιά είναι σαν κραυγές ψυχασθενών πίσω από πόρτες κελιών σε ψυχιατρείο. Ένα κρεσέντο τρέλας. Βγαίνοντας από τους διαδρόμους αυτούς ξαναβρίσκεσαι σε ένα φυσιολογικό κόσμο όπου όλα είναι λιγότερο δυνατά – σε ήχο και σε πιθανότητες πραγματοποίησης. Αλλά παραδόξως, περισσότερο παρανοϊκά.

Γυρνώντας σπίτι μετά από μάθημα ή πρόβα, άνοιγα πάντα το ραδιόφωνο. Έχω ξαναναφέρει την μεγάλη αγάπη που τρέφω για το ραδιόφωνο αλλά τότε δεν ήταν όπως τώρα. Αν τώρα το έχω παντρευτεί, τότε μάθαινα να το χαμουρεύω. Έτσι, οι γραμμένες κασσέτες που όλοι έχουμε από τότε, για μένα ήταν κυρίως μια λύσσα να βρω τον επόμενο ήχο, το επόμενο άγνωστο τραγούδι, την επόμενη ραδιοφωνική φωνή.

Καθήσαμε σε ένα τραπέζι στη γωνία. Μεταλλική αντίκα. Κάτι πίναμε αλλά δεν θυμάμαι. Της εξήγησα ότι πρέπει να πάρω μια απόφαση. Να αφήσω το ψυχιατρείο μουσικής και να ψάξω το άλλο θέμα ή το αντίστροφο;
Για αρκετά λεπτά, αφού τέθηκε το ζήτημα κυριολεκτικά, στο τραπέζι, ακολούθησε σιωπή. Σαν να μην ειπώθηκε τίποτα.

Πίσω από μια συγκεκριμένη πόρτα, υπήρχε – και αυτό το γνωρίζαμε όλοι – ο απότομος και οριακά, βίαιος ρούσκι βιολιστής. Πάνω από το ανακάτεμα αυτό των ήχων από τα όργανα, ακουγόταν πάντα η φωνή του. Η δική μας πόρτα ήταν ακριβώς απέναντι από την δική του. Ένα απόγευμα, δεν πρέπει να ήμουν πάνω από 13 ακόμα, από εκείνη την πόρτα βγήκε ένα παιδάκι μικρότερο σε ηλικία από μένα κλαίγοντας. Κανένας μαθητής ή μαθήτρια του ποτέ δεν τον διαολόστειλε πότε από όσο ξέρω.

Το κλίμα της συζήτησης δεν ήταν ακριβώς βαρύ, από την στιγμή που έθεσα το δίλημμά μου. Είχε εναλλαγές. Αυτό που θυμάμαι χαρακτηριστικά όμως ήταν ότι το ερώτημά μου, ο προβληματισμός μου, μπήκε εκείνο το βράδυ στο μαγαζί που καθόμασταν σαν ένας περίεργος άγνωστος που δεν τον εμπιστευόμασταν καθόλου. Μπορεί να τον είχαμε βάλει να κάτσει στο ίδιο τραπέζι με εμάς και να του βάλαμε να πιει αλλά φοβόμασταν να τον κοιτάξουμε στα μάτια γιατί μαζί του, έφερνε την αλλαγή που πιστεύαμε πως δεν θα έρθει ποτέ. Αυτό είναι το κακό με τον κόσμο του μουσικού ψυχιατρείου. Ο κόσμος που σου άνοιξε μαζί με τις πόρτες του μέσα από τις οποίες πέρασες, αυτός ο άλλος κόσμος κάποια στιγμή αρχίζει να υποχωρεί.

Το δίλημμά μου συνεχίζει ακόμα και σήμερα να περιμένει σε εκείνο το τραπέζι, αν και μάλλον έχει απαντηθεί. Το παράδοξο όμως είναι πως μάλλον έχει απαντηθεί μόνο στον πραγματικό κόσμο. Σε εκείνον που άφησα πίσω, παραμένει ερώτημα.
Πάντα αναρωτιόμουν αν οι μουσικοί αυτού του κόσμου, παλεύουν να απαντήσουν στο δικό τους ερώτημα, σε ένα δικό τους δίλημμα. Αν είναι όντως έτσι, τότε πιστεύω ακράδαντα πως είναι πολύ θυμωμένοι γιατί βρέθηκαν στη θέση να δεχτούν αυτό τον άγνωστο στο τραπέζι τους. Ίσως γι’αυτο μου αρέσει αρκετά η μπουκωμένη οργή στη μουσική.

Μεγάλο κομμάτι του θυμού που ένιωσα όταν πότιζα στο τραπέζι μου το δίλημμά μου, έχει παραμείνει ακόμα αναλλοίωτο. Ο θυμός και η ελευθερία είναι οι εξαιρετικά πρωτεϊνούχες τροφές για τους μουσικούς πίσω από όλες τις κλειστές πόρτες αυτού του κόσμου.

a celebrated moment of weakness

•29 Μαΐου, 2011 • Σχολιάστε

Βρέθηκα να κοιτάζω για ώρες έξω από ένα παράθυρο.
Είμαστε όλοι και μονίμως, σε μια κατάσταση εμπύρετη. Είμαστε όλοι και μονίμως για όλα τα φεγγάρια που μας ταλαιπώρησαν πάντα, μια μπάντα πάνω σε μια σκηνή και το σημαντικότερο που θέλουμε να κάνουμε εκεί πάνω είναι να παρασύρουμε το κοινό μας σε όλα τα τραγούδια μας. Είμαστε όλοι και θα είμαστε πάντα κάτι μουσικάριοι που δεν μας νοιάζουν και πολλά παρά να φύγουμε μαζί με όλους. Το πλήθος αυτό μπροστά μας θα είναι για πάντα το μοναδικό πλήθος με το οποίο θέλουμε να το σκάσουμε.
Κουβαλάμε πάντα και κάτι άλλους ανθρώπους χωρίς ποτέ να το μάθουν. Κουβαλάμε αυτούς και τους εαυτούς μας μαζί και κουβαλάμε και όλα αυτά που ζήσαμε ποτέ. Την μοναδική στιγμή που νιώθουμε πως κουβαλάμε κάποιον είναι μαζί με εκείνο το πλήθος.

Έχουμε καταλάβει εδώ και πολύ καιρό πως όλες οι ευχές έχουν τελειώσει και τα τζίνι αποσύρθηκαν. Έχουμε πάρει χαμπάρι, σου εξηγώ, πως όλα έχουν μια γραμμή τέλους και μια γραμμή εκκίνησης. Μερικοί από εμάς θέλουν να στέκονται πάντα στην άχαρη γραμμή εκκίνησης, στα σημεία που κανείς δεν το παίζει έξυπνος και όλα είναι σε δοκιμαστικό στάδιο. Πόσο μου αρέσει να είναι όλα σε δοκιμαστικό στάδιο. Θέλω για πάντα να δοκιμάζω και να αποτυγχάνω και να ξανασηκώνομαι και να το γιορτάζω το πανηγύρι. Θέλω να παίζω δυό νότες παραπάνω από όσο πρέπει και να θέλω πάντα να αντιδράω. Θέλω να κρατήσω το βάρος όλων αυτών που κουβαλάω.

Είμαστε όλοι και μονιμώς σε έναν πυρετό. Κάτι συγκρατημένοι και καθώς πρέπει κάποιες φορές αλλά κατά κύριο λόγο κάπως συγκρατημένοι. Όσο δυναμώνει η μουσική τόσο πιο πολύ συγκρατημένοι γινόμαστε και τόσο πιο εμπύρετοι. Στην πραγματικότητα, είμαστε συγκρατημένοι λόγω του βάρους. Πού να εξηγείς μετά.
Στην φαντασία μου, ανήκουμε όλοι στην αγαπημένη μας μπάντα και μόνο εκεί. Στην φαντασία μου υπάρχει ένα νήμα που μας ενώνει όλους και δονείται στους ρυθμούς συγκεκριμένης μελωδίας και μόνο αυτής. Στην φαντασία μου είμαστε τόσα χιλιόμετρα μακριά και κουβαλάμε μόνο το δικό μας βάρος γιατί αυτό και μόνο είναι αρκετό για να μας κρατήσει συγκρατημένους και στη θέση μας.
Στην πραγματικότητα, πολλές φορές θέλω μόνο φίλους. Στην φαντασία μου, ποτέ δεν θα χρειαστεί να απολογηθώ και πάντα θα λέω ποιός φταίει.

Στην πραγματικότητα, μας ανήκει πάντα η αγαπημένη μας μπάντα και σε ένα ξέσπασμα θα πω ότι ποτέ δεν θα υπάρξω περισσότερο παρά σε εκείνη την σκηνή. Στην πραγματικότητα, γυρίσαμε την σελίδα σε πολλές εποχές για να φτάσουμε επιτέλους πάνω σε εκείνη τη σκηνή. Στην φαντασία μου, σαν στρατιώτες, περάσαμε πάνω από τα πτώματα εποχών για να βρεθούμε με το πλήθος μας μετά από αμέτρητους πολέμους, αμέτρητες νύχτες. Όταν οι νύχτες έγιναν απογεύματα και οι εποχές πήραν ρυθμό από μόνες τους, εγώ δεν χρειάστηκα για να αλλάζω σελίδες πια. Στην φαντασία μου όμως, το συγκρότημα μου με χρειάζεται πάντα.

Τα μάτια μου βρέθηκαν να κοιτάζουν για ώρες και το μόνο που ήθελαν να δουν είναι πάλι εκείνο το πλήθος. Το μόνο πλήθος μέσα στο οποίο θέλω να χαθώ με τα χέρια ανοιχτά και να μην βρεθώ ποτέ.

god says no

•23 Μαΐου, 2011 • Σχολιάστε

Όλα τα albums που ξέφυγαν ανάμεσά στα δάχτυλα μας τον προηγούμενο χρόνο συνεχίζουν να μας περιμένουν καρτερικά δεξιά και αριστερά, θέλοντας να μας κάνουν τη χάρη να τα ανακαλύψουμε. Αν είμαστε αρκετά τυχεροί βρίσκουμε τα απαραίτητα στοιχεία στις διαδρομές μας που θα μας οδηγήσουν σε αυτά. Αν όχι.. Έχω συνειδητοποιήσει καιρό τώρα ότι όχι μόνο δεν θα μπορέσουμε να ακούσουμε ποτέ τα πάντα, αλλά σίγουρα δεν θα μπορέσουμε καν να ακούσουμε όσα πιθανώς θα μας ενθουσίαζαν. Ο δίσκος που μονοπώλησε το σημερινο (κατά τ΄αλλα βαρετό) πρωινό στη δουλειά ήταν το «God was like, no» (συμπαθέστατος τίτλος) των The Fun Years. Το ντουέτο των Ben Recht και Isaac Sparks δεν είναι φρέσκοι στην πιάτσα, κυκλοφορούν από το 2004, αλλά μάλλον εγώ χρειάστηκα 7 χρόνια για να τους ανακαλύψω. Αυτή η αρχή τους βάζει χρονικά μέσα στα δημιουργικότερα χρόνια της ευρύτερης ηλεκτρονικο-περίεργης σκηνής (ας μην ξεχνάμε ότι την ίδια χρονιά κυκλοφορούσε και το «Venice»). Ο δίσκος ήρθε επίσης σε μια περίοδο που σκεφτόμουν συνέχεια ότι το 2011 μοιάζει μια πολύ ωραία χρονιά για το drone/ambient. Με το «God was like, no» μου δημιουργούνται σκέψεις ότι ίσως και το 2010 να έκρυβε τα δικά του μυστικά. Διαβάζοντας reviews για το album, παρέα με το όνομα του Fennesz, ένα ακόμα γνώριμο πρόσωπο μοιάζει να επαναλαμβάνεται συνεχώς. Ο Tim Hecker (και το «Ravedeath 1972») έχουν μονοπωλήσει αρκετά τις φετινές συζητήσεις μας.

Χωρίς να θέλω να γίνω επαναλαμβανόμενος ή προβλέψιμος, αυτά τα δυο ονόματα είναι ο πιο εύκολος τρόπος για να πάρει κάποιος μια βασική εικόνα για το τι περίπου είναι οι The Fun Years. Πολλές φορές στο μυαλό μου χωρίζω τη μουσική σε αυτή που απευθύνεται στο μυαλό και σε αυτή που απευθύνεται στην καρδιά (με όλες τις πιθανές, ενδιάμεσες αναλογίες φυσικά). Αυτή η αντίθεση είναι πιο έντονη στην ηλεκτρονική ή, καλύτερα, στην «πειραματική» μουσική. Αν και παραδέχομαι ότι η πρώτη κατεύθυνση παρουσιάζει και μεγάλο ενδιαφέρον και έχει να προσφέρει μπόλικες (έστω εγκεφαλικές) συγκινήσεις, στον χαρακτήρα μου ταιριάζει μάλλον καλύτερα η δεύτερη προσέγγιση. Για παράδειγμα όσο και αν μπορέσω να αναγνωρίσω τις αρετές μουσικών όπως ο Florian Hecker, ποτέ δεν θα με συγκινήσει πραγματικά η δουλειά τους. Μουσικοί ομως όπως οι Fun Years πιστεύω ακράδαντα ότι στοχεύουν κυρίως στα συναισθήματα του ακροατή και το γεγονός ότι καταφέρνουν να δημιουργήσουν μια τόσο έντονη μουσική χωρίς να έχουν την ευκολία μιας όμορφης μελωδίας ή ενός ψαρωτικού στίχου, τους κάνει ακόμα πιο συμπαθείς. Λόγω της έντονης παρουσίας της κιθάρας δε, μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχουν και κάποια λοξοκοιτάγματα προς πιο post rock περιοχές, αλλά μάλλον το φλερτ (τι ωραία λέξη) δεν μεταφέρεται ποτέ στην κρεβατοκάμαρα (αν και ίσως σε σημεία φτάνει μέχρι τον καναπέ). Αλλά ακόμα και όταν ο Recht δημιουργεί κάποιες δυναμικές, ο Sparks δεν αργεί πολύ να έρθει να τις αποδομήσει με την επεξεργασία του και τα ηλεκτρονικά του, οπότε στον πυρήνα του αυτός ο δίσκος παραμένει στα ηλεκτρονικά χωράφια. Το πολύ καλό επίσης (και πρόσφατα είχαμε μια συζήτηση γι’ αυτό κάπου αλλού) είναι ότι ο δίσκος και οι συνθέσεις δεν τραβάνε υπερβολικά σε διάρκεια, όπως κάνουν αρκετές ambient κυκλοφορίες. Όχι ότι αυτό είναι απαραίτητα καλό ή κακό (ένας από τους αγαπημένους μου δίσκους άλλωστε – το «The tired sounds…» των Stars Of The Lid ξεκινάει και ξεχνάει να τελειώσει), αλλά σου δίνει την αίσθηση ότι ξέρουν ακριβώς τι θέλουν να μας πουν και τα 43:21 που διαρκεί το album τους φτάνουν και με το παραπάνω. Οι δυο φίλοι μας ξέρουν επίσης άριστα πότε να παρεμβάλλουν τις μελωδίες τους (σύντομες και επαναλαμβανόμενες) ανάμεσα στα drones της μουσικής τους, έτσι ώστε και να κρατάνε αναλλοίωτη την ατμόσφαιρά τους και γίνονται λίγο πιο γήινοι ώστε να μην ξεφεύγουν σε εντελώς αφαιρετικά νέφη. H μόνη ίσως στιγμή που πάνε να φύγουν εντελώς είναι το «And they think my name is Dequan» αλλά από την άλλη το συγκεκριμένο κομμάτι μοιάζει να λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο προηγούμενο και στο επόμενο κομμάτι, στην ηρεμία του «Little Vapors» και στην πιο θορυβώδη διάθεση του «Get out of the obese crowd». To δε τελευταίο κομμάτι, «Precious Persecution Complex», ίσως γιατί μου θυμίζει αρκετά έντονα το «A Little Wiser Than the Monkey, Much Wiser Than the Seven Men» του Alexander Rishaug με τις μελωδίες (μελωδίες που φανερώνουν αρκετές Reich-ικές καταβολές) να προσπαθούν να αναδυθούν ανάμεσα στον ηλεκτρονικό θόρυβο. Επίσης μια που το αναφέραμε βλέπω ότι ο Rishaug έβγαλε/βγάζει φέτος καινούριο δίσκο («Shadow of events»), οπότε άλλη μια σημείωση για κάτι που πρέπει να βρούμε να ακούσουμε.

Κυκλοφόρησαν και τα δυο καινούρια album των Boris για τα οποία θα χρειαστεί να συζητήσουμε σοβαρά κάποια στιγμή, αλλά αυτή η στιγμή δεν είναι τώρα. Κυρίως γιατί έχω ακούσει μόλις 2-3 φορές το καθένα. Επίσης, τελικά έκατσα και άκουσα στα πεταχτά και το Bon Iver χωρίς να εντυπωσιαστώ σε συγκλονιστικό βαθμό. Μπαίνει και αυτό όμως στην λίστα με όλα αυτά που θα με απασχολήσουν τις επόμενες ημέρες (μαζί με μερικά άγνωστα περσινα ακόμα).

the merry month of may

•19 Μαΐου, 2011 • 3 Σχόλια

Αυτός ο μήνας δεν έκατσε πολύ καλά στο blog και δεν ξέρω γιατί. Υποτίθεται ότι βγήκαμε λίγο πιο ξεκούραστοι από τις διακοπές του Πάσχα αλλά μάλλον πέσαμε με τα μούτρα ο καθένας στα δικά του. Αυτή η βδομάδα ξεκίνησε ωραία αλλά κατέληξε χείριστα σε εργασιακό επίπεδο με αχρείαστα νεύρα και καταστροφή οποιασδήποτε διάθεσης. Ευτυχώς τελειώνει και ελπίζω η αυριανή μέρα να περάσει όσο πιο αδιάφορα γίνεται. Με την κακή διάθεση ήρθε (αναπόφευκτα) και η αποχή από τη μουσική. Υπάρχει νομίζω ένα επίπεδο μιζέριας σε κάθε άνθρωπο μέχρι το να φτάσεις το οποίο η μουσική είναι ευπρόσδεκτος σύντροφος, αλλά που όταν το ξεπεράσεις θες να αποκλείσεις οποιοδήποτε εξωτερικό ερέθισμα και να κλειστείς απλά στον εαυτό σου. Φυσικά θα πει κάποιος ότι διαλέγουμε πάντα τους πιο υγιείς τρόπους για να αντιμετωπίσουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει, αλλά, εδώ που τα λέμε, πότε θεωρήσαμε την ψυχολογία πραγματική επιστήμη; Υποθέτω και οι υπόλοιποι είχαν τα, αντίστοιχα, δικά τους τρεχάματα ή σαπίλες και επίσης δεν έβρισκαν συχνά την όρεξη να κατευθυνθούν προς τα εδώ.

Και σήμερα δεν έχω κάτι συγκλονιστικό να πω δηλαδή, αυτή την ώρα προσπαθώ να θυμηθώ τι άκουσα τις τελευταίες μέρες και τα πάντα επιμένουν να μου διαφεύγουν με ένα πολύ εκνευριστικό τρόπο. Για την ώρα επέστρεψα στο «Wars Of The Roses» μετά από αρκετές ημέρες και μοιάζει ευπρόσδεκτα κατευναστικό. Δεν θα γυρίσω τη συζήτηση στους Ulver πάλι πάντως γιατί θα γκρινιάζει ο Μάνος. Αυτό το μήνα παρατηρώ επίσης ότι εκτός από σχετικά μικρή ακρόαση μουσικής, είχαμε και μηδαμινή αγορά. Κάτι τα σχετικά υπερβολικά έξοδα του προηγούμενου μήνα, κάτι το γενικό τρέξιμο, εκτός από καναδυο αγορές από γνωστούς (τις οποίες έχω καθυστερήσει και υπερβολικά να πάρω), απείχα από την αγορά. Ελπίζω να το διορθώσω τον Ιούνιο, αν και οι τελευταίες ημέρες θα φύγουν με αρκετά έξοδα για να με κάνουν να διατηρήσω τις τύψεις μου και τον επόμενο μήνα. Τουλάχιστον αυξήθηκαν οι δίσκοι στο σπίτι ελέω επερχόμενης μετακόμισης και αυτό είναι πάντα καλό πράγμα. Σε λίγο καιρό θα πρέπει να αρχίσουμε πάλι τους αυτοσχεδιασμούς για το που θα χωρέσουν όλοι αυτοί.

Έχετε προσέξει πως είναι πρακτικά αδύνατο να βρεις τη μουσική όταν κάθεσαι σε υπολογιστή άλλου ανθρώπου; Πάντα απολάμβανα το ότι βάζουμε τις παραξενιές μας (αλλά και την προσωπικότητά μας θα μπορούσε να πει κανείς) ακόμα και στο πως ταξινομούμε τη μουσική μας, ακόμα και στον υπολογιστή. Δεν ξέρω τι μπορεί να ανακαλύψει από αυτό ένας μελετητής της γενιάς_του_mp3 (ή όπως πρόσφατα έμαθα της γενιάς_του_youtube – πάνε οι εποχές που μας έφταναν απλά γράμματα για τις κατηγοριοποιήσεις), αλλά ελπίζω σε κάποιο πανεπιστήμιο κάπου στον κόσμο να υπάρξει μια εργασία που να αφορά αυτό το θέμα (βέβαια μάλλον θα γίνει από υποψήφιο ψυχολόγο οπότε δεν θα της δώσουμε και μεγάλη σημασία). Κάπως έτσι, αδυνατώντας να βρω που έχει παραχώσει τη μουσική στο laptop το οποίο δανείζομαι αυτή τη στιγμή, ακούω τα πρώτα πράγματα που βρίσκω μπροστά μου. Σπάνια ακούω τις συλλογές που φτιάχνω, μετά τη δημιουργία τους και αυτή ήταν μια καλή ευκαιρία για να ακούσω την τελευταία η οποία έχει και μερικές ωραίες φετινές στιγμές και μερικές ωραιότερες παλιότερες.

Αναρωτιέμαι, μιλήσαμε ποτέ εδώ για το «The North Green Down», τη φετινή συνεργασία των Dakota Suite και Emanuele Errante; Αν όχι, θα έπρεπε. Τους συμπαθώ αρκετά τους Dakota Suite, έστω και αν δεν έχω ασχοληθεί εις βάθος μαζί τους. Ό,τι έχω ακούσει όμως μοιάζει να μπορεί να μεταδώσει μια αίσθηση ομορφιάς εντελώς αβίαστα, πράγμα μεγάλης σημασίας ειδικά για το χώρο που κινούνται. Από την άλλη πλευρά το «Summon the beasts» που ακολουθεί στη συλλογή επιμένει πεισματικά να μου θυμίζει πόσο μεγάλος δίσκος ήταν το «Department Of Apocalyptic Affairs» και να με κάνει και εμένα με τη σειρά μου να επιμένω πεισματικά (με μια μεταλλική επικάλυψη) για το πόσο ανούσια είναι τελικά αυτά που κάνει τελευταίως ο φίλος Svein-Egil. «perfectly able to hold my own hand, but I still can’t kiss my own neck» λένε από την άλλη πλευρά οι Wye Oak και εγώ συνειδητοποιώ ότι στερεύουν και τα λίγα πράγματα που είχα να πω εξαρχής.

Ελπίζω και η αυριανή μέρα να είναι επίσης βροχερή, ώστε να μην έχουν διάθεση και οι τριγύρω για πολλά πολλά. Δεν νομίζω όμως ότι η φύση θα μου κάνει τη χάρη. Για την ώρα στηρίζουμε γνωστές συνταγές

birth, love and death; the only reasons to get dressed up

•13 Μαΐου, 2011 • Σχολιάστε

Τελικά όσο περνάνε οι ημέρες, ενισχύεται η πεποίθησή μου οτι ο κόσμος γερνάει. Αναμενόμενο βέβαια. Όντας ένα βήμα πριν το κλείσιμο τριών δεκαετιών σ’ αυτή την περιπλανώμενη σφαίρα, οι πιθανότητες λένε ότι ό κόσμος γύρω μας θα μεγαλώνει μαζί μας και μια που συνήθως μας απασχολούν οι προηγούμενες γενιές και όχι οι επόμενες (τουλάχιστον μέχρι να συμβάλλουμε στην αύξηση των μελών τους), αυτή η πορεία συνεχίζει να φαίνεται κάπως κατηφορική. Πριν αρκετές μέρες (καθότι ο Μάιος δεν μας έχει βρει και σε μεγάλη φόρμα) συζητούσαμε για έναν δίσκο όπου η ενασχόληση με τη θνησιμότητα ήταν ισόποσα γοητευτική και λυπητερή. Πάνω που είχα απογοητευτεί σχετικά με τις τελευταίες κυκλοφορίες που άκουσα (κάτι για το οποίο δεν φταίνε κυρίως οι κυκλοφορίες γιατί οι περισσότερες ήταν από χώρους που δεν ήταν κοντινοί μου έτσι και αλλιώς, αν και το Circle ήταν δυνατό χτύπημα), διάβασα καλά λόγια για το καινούριο album των Aidan Moffat και Bill Wells. Δεν ξέρω αν ήταν σημαδιακό ή αν θα μπορούσα να σημειωθούν αναλογίες ανάμεσα τους Bad Seeds του Mick Harvey και στους Arab Strap του Aidan Moffat, όμως το γεγονός που μου κίνησε πρώτα το ενδιαφέρον για το δίσκο ήταν ο τίτλος του. «Everything’s getting older» λέει ο (κυριολεκτικά) ποιητής και ποιος είμαι εγώ για να διαφωνήσω. Ο εδώ συνοδοιπόρος του, Bill Wells, παλιός γνώριμος από την εποχή των Arab Strap, αλλά και έχοντας στο βιογραφικό του συνεργασίες από την Isobel Campbell μέχρι τον Lol Coxhill, μάλλον κατάλαβε επακριβώς την ατμόσφαιρα που είχε στο μυαλό του ο Moffat.

Πάντα πίστευα ότι η κούραση δεν ήταν ένα συναίσθημα που θα μπορούσε να μεταδοθεί από τη μουσική και να θεωρηθεί θετικό στοιχείο. Η απόγνωση ίσως, η κούραση και η παραίτηση όχι τόσο πολύ. Το «Everything’s getting older» κάνει τα αδύνατα, δυνατά για να μου αποδείξει το αντίθετο. Ίσως γιατί περιέχει ισχυρές δόσεις κυνισμού και ο κυνισμός είναι μια από τις αγαπημένες μου προσεγγίσεις στη ζωή. Ίσως όμως γιατί δεν ξεχνάει την ευαισθησία του, ούτε προσπαθεί να αποφύγει την θλίψη που προκαλείται από την διαπίστωση του τίτλου του. Θέλει πολλά κότσια να εναλλάσεις ένα τραγούδι όπως το «The Copper Top» με την αγνότατη μελαγχολία του και τους συλλογισμούς περί θανάτου, με το πιάνο του και τα έγχορδά του, με το «Glasgow Jubilee», το αγαπημένο μου κομμάτι του δίσκου, που σχεδόν φτύνει τις ιστορίες του, που γελάει ημι-απογοητευμένα με τους ανθρώπους που μας περιτριγυρίζουν, με το ρυθμό του, το μπάσο του και τις ειρωνικές μελωδίες του. Από την πρώτη φορά που άκουσα την ιστορία του «Glasgow Jubilee», αμέσως μου ήρθε στο μυαλό το «Budapest» (εν μέρει γιατί το χθεσινό post που ήθελα να κάνω θα επικεντρωνόταν στους Jethro Tull). Αν το δεύτερο είναι μια ρομαντικότατη ωδή στην φυσική έλξη και στην εξωτερική ομορφιά των ανθρώπων, στην πρώτη ματια με την οποία γοητευόμαστε και στις φαντασιώσεις που εξαφανίζονται, στην πιο καθαρή τους μορφή όμως, τότε το πρώτο είναι το σαρδονικό γέλιο που προκαλείται από τον παραλογισμό και την ανουσιότητα πολλών ανθρώπων. «We could all be dead tomorrow, says the whore to the hero, and for handsome squaddies like yourself, my fee’s reduced to zero».. Είναι δύσκολο να μην συγκινηθείς από την απογοήτευση που εκδηλώνει ο Moffat εδώ, κυρίως επειδή δεν γκρινιάζει, συνειδητοποιεί ρεαλιστικά ότι δεν μπορείς να περιμένεις τίποτα αξιόλογο από τους ανθρώπους και μειδιά με τη σαπίλα που μας διακρίνει. Το album γενικά ισορροπεί ανάμεσα στο τραγούδι και στο spoken word, τη θλίψη και την γλυκύτητα, τις μπαλάντες και τα jazzy κομμάτια, μερικές φορές δε, θυμίζει ακόμα και τις πιο περιπετειώδεις στιγμές του Tom Waits («A short song to the moon») ή αγγίζει ένα σχεδόν free jazz μινιμαλισμό («Dinner time»). Μπορεί οι ιστορίες και οι λέξεις του Moffat να είναι αυτές που θα τραβήξουν πρώτες τη προσοχή (και δικαιολογημένα), αλλά η προσωπικότητα του Wells δεν μπορεί να μην γίνει φανερότατη στα διάφορα ρεύματα και κινήσεις της μουσικής.

Από την εποχή των Arab Strap ήταν φανερή αυτή η μαεστρία στο συνδυασμό λέξεων και μουσικής. Τόσο ο Malcolm Middleton, όσο και ο Bill Wells έχουν μεγάλες ποσότητες μουσικής μέσα τους για να βοηθήσουν να διηγηθούν οι ιστορίες του τραγουδιστή τους. Το «Everything’s getting older» δεν είναι ακριβώς δυσπρόσιτο album, και μάλιστα τραγούδια όπως το «(If you keep me) In your heart» ή το «The sadness in your life will slowly fade» (με την μελαγχολικά διακριτική του μπασογραμμή) είναι ιδιαιτέρως άμεσα. Κρύβει πληθώρα αρετών ο δίσκος, ακόμα και δεν χρησιμοποιεί εξεζητημένα υλικά και μάλιστα, μερικές φορές, επιμένει σε γνώριμες συνταγές. Και αν η ενασχόληση με τον θάνατο χαρίζει ισχυρά συναισθηματικές στιγμές, στο τέλος αφήνεται να περάσει και μια αχτίδα φωτός στον κόσμο του ακροατή. Το «The greatest story ever told» περιγράφει τη γέννηση ενός παιδιού για να καταλήξει σε μια διαπίστωση («… and remember, we invented love, and that’s the greatest story ever told»), η οποία αν και προβλέψιμη διασώζεται από την πίστη που βάζει στη φωνή του ο Moffat, ενώ το νανουριστικό κλείσιμο με το «And so we must rest» μας οδηγεί στην πολυπόθητη (και ίσως λυτρωτική), ονειρική ανάπαυση (ένας μικρός θάνατος που δεν είναι και τόσο τρομακτικός;). Τελευταίο σημείο που θα ήθελα να σημειώσω είναι το πόσο καιρό είχα να ακούσω αγγλόφωνο τραγουδιστή να διατηρεί τόσο έντονη την προφορά του (κάτι που ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε πολλά σημεία έχουμε spoken word και όχι τραγούδι).

Σήμερα είχα βάλει σκοπό να ακούσω αρκετά καινούρια πράγματα, αλλά, προφανώς, από το πρωί ασχολούμαι μόνο με το «Everything’s getting older» (δικαίως βέβαια). Έτσι έμειναν πίσω τα καινούρια Krallice, Fovea Hex, αλλά και Mountains. Υπάρχουν και λίγα ακόμα που μου έχουν κινήσει το ενδιαφέρον. Να σημειώσω να κάνω το (σχετικό με Jethro Tull) post που ήθελα χτες. Αυτή τη στιγμή όμως κοντεύει δυο και κυριολεκτικά κλείνουν τα μάτια μου, οπότε η συνέχεια στο επόμενο επεισόδιο

ΠιΕς: Λείπει οποιαδήποτε ανφορά στα γεγονότα των ημερών. Ηθελημένα. Το μέλλον μας διαγράφεται περίεργο.

springtime memories

•6 Μαΐου, 2011 • Σχολιάστε

Η καρδιά της άνοιξης μπήκε λίγο περίεργα για το Sonic Death Monkey. Εναλλακτικά ίσως μας έκατσαν βαριά τα εδέσματα των πασχαλινών εορτασμών. Οποιαδήποτε και αν είναι η δικαιολογία που θα επιλέξουμε να χρησιμοποιήσουμε, το σίγουρο είναι ότι τεμπελιάσαμε αρκετά αυτές τις μέρες. Τουλάχιστον πήραμε την ταξιδιωτική σειρά στο blog, την οποία είχε μονοπωλήσει ο Μανώλης τους τελευταίους μήνες (αν και ομολογουμένως με εντυπωσιακά αποτελέσματα, όπου χιονοθύελλες, αεροπορικές εταιρείας και αποκλεισμένοι Ευρωπαίοι δεν εμπόδισαν τις ανά την Ευρώπη περιπέτειές του). Επόμενος στη σειρά ο έτερος συνονομάτός του, που το καλοκαίρι θα φροντίσει να είναι στο ATP για να δει επιτέλους Portishead να του φύγει ο καημός (και μετα να έρθει εδώ και να βαρεθεί να γράψει γι’ αυτά που είδε). Κάπου ανάμεσα στις συναυλιακές εξορμήσεις, οι υπόλοιποι δυο περάσαμε μια παράδοξα μη μουσική Βερολινέζικη εβδομάδα.

Είχα πολύ καιρό να περάσω τόσες ημέρες χωρίς μουσική. Το Βερολίνο μοιάζει με μια εντυπωσιακά ήσυχη πόλη. Κόσμος χωρίς φασαρία, μαγαζιά χωρίς μουσική, ακόμα και τα πιτσιρίκια είναι υπόπτως ήρεμα. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι σχεδιάζουν κάτι σατανικό. Σε clubs δεν συχνάζαμε καθώς οι εξαντλητικοί περίπατοι μας άφηναν μισοκοιμισμένους από τις 11 το βράδυ περίπου. Αν και ηχητικά οι ημέρες ήταν σιωπηλές, αγοράστικά (για μια ακόμα φορά) δεν τα πήγαμε άσχημα. Δεν πρόκειται να χορτάσουμε ποτέ, αλλά μάλλον μας ικανοποιήθηκε η όρεξη για λίγο.

Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά πίσω στα πάτρια εδάφη μαζεύτηκε μπόλικο πράγμα που περίμενε υπομονετικά την επιστροφή μας. Δυστυχώς αυτή η βδομάδα ήταν εφιαλτική, ακόμα περισσότερο από μια συνηθισμένη βδομάδα επιστροφής από διακοπές στην Αθήνα. Η οποία Αθήνα ακόμα επιμένει πεισματικά να μην ζεστάνει σε καλοκαιρινούς ρυθμούς, όχι ότι αυτό είναι κάτι που επιζητούμε απεγνωσμένα, αλλά, προσωπικά, με κάνει να μην ξέρω πως να την αντιμετωπίσω. Ακόμα πιο δυστυχώς οι αναμενόμενες συγκρίσεις αλλά και οι αναμνήσεις των συζητήσεων με κάνουν να σκέφτομαι ακόμα πιο έντονα το αν τελικά θα φτάσουμε ποτέ να σκεφτούμε σοβαρά αυτό το τελειωτικό βήμα. Όλες οι συνθήκες λοιπόν (το ίδιο το σύμπαν θα μπορούσε να πει κανεις) συνομωτούσαν να μας κάνουν να συνεχίσουμε την αποχή μας από τις ηχητικές περιπλανήσεις μας. Έπρεπε να φτάσει η προτελευταία ημέρα της βδομάδας για να προλάβουμε να ανακτήσουμε κάποιο από το χαμένο χρόνο.

Αυτή η προτελευταία ημέρα της βδομάδας όμως κρατούσε κάπου (λίγο βαθια βέβαια) στο μανίκι της μια έκπληξη που νομίζω ότι θα είναι η αιτία για αρκετά χαμόγελα. Προχτές διάβαζα για την εν λόγω κυκλοφορία. Όταν την πήρε το μάτι μου για πρώτη φορά στο internet, για μερικά δευτερόλεπτα μπέρδεψα στο μυαλό μου τον Mick Harvey με τον Mick Harris, και αναρωτήθηκα για λίγο πως και ο τελευταίος αποφάσισε να παρατήσει το όνομα Scorn ως κύριο εκφραστή των μουσικών του διαδρομών. Όμως τελικά αποδείχτηκε ότι το μυαλό μου απλά είχε όρεξη για παιχνίδια και τελικά το «Sketches from the book of the dead» ήταν η νέα προσπάθεια του παλιόφιλου του Nick Cave. Δεν θα σας κάνω μαθήματα για το ποιος είναι ο Mick Harvey, είμαι από τα λιγότερο κατάλληλα άτομα στον κόσμο γι’ αυτή τη δουλειά, μια που οι επαφές μου με τον όλο Birthday Party/Bad Seeds κύκλο είναι είναι αρκετά επιφανειακή, αλλά ακούγοντας σήμερα ξανά και ξανά το «Sketches…» δεν μπορούσε να μου φύγει από το μυαλό η σκέψη για το πόσο πιο συγκλονιστικός είναι αυτός ο δίσκος από τις Grinderman απόπειρες του πιο διάσημου, πρώην συναδέλφου του. Βέβαια τέτοιες συγκρίσεις είναι τόσο ανούσιες όσο και ανθρώπινες, οπότε θα σταματήσουμε να ασχολούμαστε μαζί τους εδώ. Μια τελευταία σημείωση για το πόσο ενδιαφέρουσα θα ήταν μια συνάντηση ανάμεσα στον Waren Ellis (αυστηρά των Dirty Three όμως) και τον Mick Harvey.

Ο δίσκος είναι τόσο σοβαρός όσο προϊδεάζει και ο τίτλος του. Ο Harvey επιμένει σε ακουστικές φόρμες (κιθάρα, πιάνο και κοντραμπάσσο ως επί το πλείστον), παραμένει αριστοκρατικά δραματικός, φωνητικά δραματικός αλλά και γήινα συναισθηματικός. Αν κάποιος χρειαζόταν να βάλει ένα ηχητικό δείγμα δίπλα στο λήμμα «μπαλάντα» σε ένα λεξικό (με την οποίο ουσιαστική έννοια της λέξης όμως), θα μπορούσε να επιλέξει λίγα καλύτερα δείγματα από τα περισσότερα από τα τραγούδια του δίσκου αυτού. Η δε φωνή του ίδιου του Harvey, ο καλύτερος φορέας των ιστοριών του, θεατρική και έτοιμη να σε βυθίσει στον κόσμο των χαρακτήρων των τραγουδιών. Χαίρομαι για την άγνοια των προηγούμενων δουλειών του Harvey μια που τώρα έχω τη δυνατότητα να τον ανακαλύψω από την αρχή.

Στον αντίποδα του «Sketches from the book of the dead» θα μπορούσε να βρει κάποιος την ηλεκτρονική γυαλάδα του «Mirrorwriting» του Jamie Woon, δίσκου που στις πρώτες ακροάσεις δεν μου είχε φανεί κάτι το ιδιαίτερο, αλλά τον οποίο όσο των ακούω, τόσο με οδηγεί να παραδεχτώ τις αρετές του. To νέο trend στην ηλεκτρονική σκηνή της Βρετανίας δείχνει να επιτάσσει την ανάμιξη indie ειδών όπως το dubstep με σαφέστατα pop κατηγορίες όπως το R ‘n’ B ή η soul. Δεν ξέρω πόσο τρομακτικό μπορεί να καταλήξει να γίνει όλο αυτό το ρεύμα, αλλά μέχρι στιγμής δείχνει ότι μπορεί να κρατάει τις ισορροπίες με αρκετή μαεστρία. Γεμάτο hits, γεμάτο καταπληκτικές παραγωγές, δείχνει ότι μπορεί να έχει θέση τόσο στο mainstream, όσο και στο indie. Με 2-3 τέτοιους δίσκους νομίζω ότι οι μεγαλοδισκογραφικές θα αρχίσουν πολύ σύντομα να τρίβουν τα χέρια τους. Αν και δεν είναι το album που θα μου αλλάξει τη ζωή (έστω τη μουσική ζωή), μπορώ να του βγάλω το καπέλο για το πως καταφέρνει να μην γίνεται πλαστικό ή ψεύτικό ή απογοητευτικά αποστειρωμένο.

Καλό σας μήνα λοιπόν και καλά μας ταξίδια.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε