god says no

Όλα τα albums που ξέφυγαν ανάμεσά στα δάχτυλα μας τον προηγούμενο χρόνο συνεχίζουν να μας περιμένουν καρτερικά δεξιά και αριστερά, θέλοντας να μας κάνουν τη χάρη να τα ανακαλύψουμε. Αν είμαστε αρκετά τυχεροί βρίσκουμε τα απαραίτητα στοιχεία στις διαδρομές μας που θα μας οδηγήσουν σε αυτά. Αν όχι.. Έχω συνειδητοποιήσει καιρό τώρα ότι όχι μόνο δεν θα μπορέσουμε να ακούσουμε ποτέ τα πάντα, αλλά σίγουρα δεν θα μπορέσουμε καν να ακούσουμε όσα πιθανώς θα μας ενθουσίαζαν. Ο δίσκος που μονοπώλησε το σημερινο (κατά τ΄αλλα βαρετό) πρωινό στη δουλειά ήταν το «God was like, no» (συμπαθέστατος τίτλος) των The Fun Years. Το ντουέτο των Ben Recht και Isaac Sparks δεν είναι φρέσκοι στην πιάτσα, κυκλοφορούν από το 2004, αλλά μάλλον εγώ χρειάστηκα 7 χρόνια για να τους ανακαλύψω. Αυτή η αρχή τους βάζει χρονικά μέσα στα δημιουργικότερα χρόνια της ευρύτερης ηλεκτρονικο-περίεργης σκηνής (ας μην ξεχνάμε ότι την ίδια χρονιά κυκλοφορούσε και το «Venice»). Ο δίσκος ήρθε επίσης σε μια περίοδο που σκεφτόμουν συνέχεια ότι το 2011 μοιάζει μια πολύ ωραία χρονιά για το drone/ambient. Με το «God was like, no» μου δημιουργούνται σκέψεις ότι ίσως και το 2010 να έκρυβε τα δικά του μυστικά. Διαβάζοντας reviews για το album, παρέα με το όνομα του Fennesz, ένα ακόμα γνώριμο πρόσωπο μοιάζει να επαναλαμβάνεται συνεχώς. Ο Tim Hecker (και το «Ravedeath 1972») έχουν μονοπωλήσει αρκετά τις φετινές συζητήσεις μας.

Χωρίς να θέλω να γίνω επαναλαμβανόμενος ή προβλέψιμος, αυτά τα δυο ονόματα είναι ο πιο εύκολος τρόπος για να πάρει κάποιος μια βασική εικόνα για το τι περίπου είναι οι The Fun Years. Πολλές φορές στο μυαλό μου χωρίζω τη μουσική σε αυτή που απευθύνεται στο μυαλό και σε αυτή που απευθύνεται στην καρδιά (με όλες τις πιθανές, ενδιάμεσες αναλογίες φυσικά). Αυτή η αντίθεση είναι πιο έντονη στην ηλεκτρονική ή, καλύτερα, στην «πειραματική» μουσική. Αν και παραδέχομαι ότι η πρώτη κατεύθυνση παρουσιάζει και μεγάλο ενδιαφέρον και έχει να προσφέρει μπόλικες (έστω εγκεφαλικές) συγκινήσεις, στον χαρακτήρα μου ταιριάζει μάλλον καλύτερα η δεύτερη προσέγγιση. Για παράδειγμα όσο και αν μπορέσω να αναγνωρίσω τις αρετές μουσικών όπως ο Florian Hecker, ποτέ δεν θα με συγκινήσει πραγματικά η δουλειά τους. Μουσικοί ομως όπως οι Fun Years πιστεύω ακράδαντα ότι στοχεύουν κυρίως στα συναισθήματα του ακροατή και το γεγονός ότι καταφέρνουν να δημιουργήσουν μια τόσο έντονη μουσική χωρίς να έχουν την ευκολία μιας όμορφης μελωδίας ή ενός ψαρωτικού στίχου, τους κάνει ακόμα πιο συμπαθείς. Λόγω της έντονης παρουσίας της κιθάρας δε, μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχουν και κάποια λοξοκοιτάγματα προς πιο post rock περιοχές, αλλά μάλλον το φλερτ (τι ωραία λέξη) δεν μεταφέρεται ποτέ στην κρεβατοκάμαρα (αν και ίσως σε σημεία φτάνει μέχρι τον καναπέ). Αλλά ακόμα και όταν ο Recht δημιουργεί κάποιες δυναμικές, ο Sparks δεν αργεί πολύ να έρθει να τις αποδομήσει με την επεξεργασία του και τα ηλεκτρονικά του, οπότε στον πυρήνα του αυτός ο δίσκος παραμένει στα ηλεκτρονικά χωράφια. Το πολύ καλό επίσης (και πρόσφατα είχαμε μια συζήτηση γι’ αυτό κάπου αλλού) είναι ότι ο δίσκος και οι συνθέσεις δεν τραβάνε υπερβολικά σε διάρκεια, όπως κάνουν αρκετές ambient κυκλοφορίες. Όχι ότι αυτό είναι απαραίτητα καλό ή κακό (ένας από τους αγαπημένους μου δίσκους άλλωστε – το «The tired sounds…» των Stars Of The Lid ξεκινάει και ξεχνάει να τελειώσει), αλλά σου δίνει την αίσθηση ότι ξέρουν ακριβώς τι θέλουν να μας πουν και τα 43:21 που διαρκεί το album τους φτάνουν και με το παραπάνω. Οι δυο φίλοι μας ξέρουν επίσης άριστα πότε να παρεμβάλλουν τις μελωδίες τους (σύντομες και επαναλαμβανόμενες) ανάμεσα στα drones της μουσικής τους, έτσι ώστε και να κρατάνε αναλλοίωτη την ατμόσφαιρά τους και γίνονται λίγο πιο γήινοι ώστε να μην ξεφεύγουν σε εντελώς αφαιρετικά νέφη. H μόνη ίσως στιγμή που πάνε να φύγουν εντελώς είναι το «And they think my name is Dequan» αλλά από την άλλη το συγκεκριμένο κομμάτι μοιάζει να λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο προηγούμενο και στο επόμενο κομμάτι, στην ηρεμία του «Little Vapors» και στην πιο θορυβώδη διάθεση του «Get out of the obese crowd». To δε τελευταίο κομμάτι, «Precious Persecution Complex», ίσως γιατί μου θυμίζει αρκετά έντονα το «A Little Wiser Than the Monkey, Much Wiser Than the Seven Men» του Alexander Rishaug με τις μελωδίες (μελωδίες που φανερώνουν αρκετές Reich-ικές καταβολές) να προσπαθούν να αναδυθούν ανάμεσα στον ηλεκτρονικό θόρυβο. Επίσης μια που το αναφέραμε βλέπω ότι ο Rishaug έβγαλε/βγάζει φέτος καινούριο δίσκο («Shadow of events»), οπότε άλλη μια σημείωση για κάτι που πρέπει να βρούμε να ακούσουμε.

Κυκλοφόρησαν και τα δυο καινούρια album των Boris για τα οποία θα χρειαστεί να συζητήσουμε σοβαρά κάποια στιγμή, αλλά αυτή η στιγμή δεν είναι τώρα. Κυρίως γιατί έχω ακούσει μόλις 2-3 φορές το καθένα. Επίσης, τελικά έκατσα και άκουσα στα πεταχτά και το Bon Iver χωρίς να εντυπωσιαστώ σε συγκλονιστικό βαθμό. Μπαίνει και αυτό όμως στην λίστα με όλα αυτά που θα με απασχολήσουν τις επόμενες ημέρες (μαζί με μερικά άγνωστα περσινα ακόμα).

~ από KsDms στο 23 Μαΐου, 2011.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: