Jerusalem In My Heart, Daqa’iq Tudaiq, #15

•Δεκέμβριος 6, 2018 • Σχολιάστε

a1578869374_10

Μόντρεαλ. Constellation. Ίσως θα μπορούσε να χει τελειώσει η συζήτηση εδώ, αλλά ας μην βαριόμαστε. To «Daqa’iq Tudaiq» είναι το τρίτο album (αν δεν υπολογίσουμε τη συνεργασία με τους Suuns) για τους Jerusalem in My Heart (έχω αρχίσει να προβληματίζομαι για τη χρήση ενικού ή πληθυντικού με όλα αυτά τα one man projects). Θα ομολογήσω ότι στην πρώτη ακρόαση προβληματίστηκα λίγο γιατί νόμιζα οτι ο Moumneh αποφάσισε να το ρίξει εντελώς τους αμανέδες (δεν βοήθησε και η πληροφορία ότι η πρώτη πλευρά είναι επανερμηνεία ενός παραδοσιακού Αιγυπτιακού κομματιού) και αποφάσισε να αφήσει πίσω του όλα τα πιο σύγχρονα στοιχεία που κάνουν την μουσική του σαγηνευτική.

Η αλήθεια είναι ότι η πρώτη πλευρά του δίσκου (τα 4 μέρη του «Wa Ta’atalat Loughat Al Kalam», βασιζόμενα, όπως διαβάζω στο «Ya Garat Al Wadi») γέρνει σαφώς περισσότερο προς την αραβική παράδοση. Κάτι η παραδοσιακή ορχήστρα, κάτι οι ενορχηστρώσεις του μεγάλου Sam Shalabi, ειδικά τα δυο πρώτα μέρη είναι βουτηγμένα στις folk παραδόσεις. Προς το τρίτο μέρος όμως, κάπου αρχίζει η παράδοση να επιβραδύνει και να εισχωρούν και τα υπόλοιπα γνώριμα στοιχεία των Jerusalem In My Heart. Ηλεκτρονικά, synth, ambient περάσματα, παύσεις, μια γενικότερη διάθεση αποδόμησης της βασικής μελωδίας κυριαρχεί στο τρίτο μέρος για να επιστρέψουμε στα πιο παραδοσιακά στο τέταρτο.

Η δεύτερη πλευρά γυρίζει τούμπα την κατάσταση κατευθείαν αφού το «Ben Ithnein» μπαίνει με σαφώς kraut-ική διάθεση (Can με μπουζούκι;). Και τα τέσσερα κομμάτια της β’ πλευράς θάβουν αρκετά τα ανατολίτικά κάτω από θορύβους, παραμορφώσεις, drones, αρυθμίες και άλλα όμορφα, με μόνο το «Layali Al-Rat» να ξαναφέρνει στο προσκήνιο τα μπουζούκια. Το «Kol El ‘Aalam O’youn» που κλείνει το δίσκο είναι μάλλον το πιο ωραίο σημείο του, αφού εκεί πια ο Moumneh έχει πιάσει την απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στις δυο πλευρές του (ή στους δυο κόσμους αν θέλουμε να είμαστε κάπως πιο κλισαρισμένοι).

Η αλήθεια είναι ότι οι Jerusalem In My Heart δεν συγγενεύουν ιδιαίτερα με την υπόλοιπη τρελοπαρέα της Constellation. Αν μπορώ να σκεφτώ κάτι ανάλογο προερχόμενο από εκεί, θα ταν μόνο οι Set Fire To Flames του «Telegraphs in Negative/Mouths Trapped in Static» αν τζάμαραν ένα καλοκαιρινό μεσημέρι σε ένα Αιγυπτιακό καφέ πίνοντας ζεστό τσαγάκι μέντα. Το «Daqa’iq Tudaiq» γίνεται ίσως το πιο φιλόδοξο έργο του Moumneh και αυτό αυξάνει ακόμα περισσότερο τις προσδοκίες για τη συνέχεια.

Esben and The Witch, Nowhere, #16

•Δεκέμβριος 5, 2018 • Σχολιάστε

a1222334802_10

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Το «Nowhere» δεν είναι ο καλύτερος δίσκος των Esben and The Witch, αυτός είναι το «A New Nature». Ας ξεκαθαρίσουμε και κάτι άλλο. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω: α) πώς υπάρχει ακόμα η Season of Mist και β) πως κατέληξαν οι Esben and The Witch στην Season of Mist. Οι Βρετανοί είναι κάπως περίεργη υπόθεση, ελκυστικά περίεργη όμως. Από τις ελαφρώς post-rock-ίζουσες τάσεις του «Violet Cries» και τις πιο ποστπανκογότθικες αναφορές του (μετριότατου κατ’ εμέ) «Wash the Sins Not Only the Face», μετά την αποχώρηση από την Matador, σταδιακά βάραιναν όλο και περισσότερο τον ήχο τους υποδηλώνοντας μια εκτίμηση προς τους Swans αλλά και τα ψυχεδελοdooms των καιρών μας, πάντα με αιχμή του δόρατος την φωνή της Davies φυσικά. Το «Older Terrors» ηταν συμπαθέστατος δίσκος, αλλά αυτή η στροφή προς τα πιο μεταλς δεν με κέρδισε ποτέ ολοκληρωτικά και ποτέ δεν κόλλησα μαζί του. Στο «Nowhere» δεν κάνουν κάποια ιδιαίτερη στροφή, όμως έχουν καταφέρει να πάρουν σχεδόν όλα τα καλά χαρακτηριστικά του προηγούμενου, να τα ακονίσουν κάπως παραπάνω και να βγάλουν ένα δίσκο, ο οποίος απαιτεί την καθήλωση του ακροατή σαφώς εντονότερα σε σύγκριση με τον προκάτοχό του. H μπάντα χρησιμοποιεί ιδιαιτέρως πετυχημένα το δίπολο μελωδία-παραμόρφωση/ξέσπασμα, αν και όχι όπως ίσως θα περίμενε κάποιος βασιζόμενος στις post καταβολές τους. Ακόμα διαθέτουν μια ελαφρώς late-Swans-ική μονολιθικότητα (ειδικά στο Darkness – I too am here) και συνεχίζουν να χρησιμοποιούν διάφορα επαναλαμβανόμενα μοτίβα για να τονίσουν την ατμόσφαιρα της μουσικής τους. Η Davies παραμένει κλασσική δύναμη, μια από τις πιο χαρισματικές ερμηνεύτριες της γενιάς τούτης και μάλλον η βασική κινητήρια δύναμη της μπάντας. Και αν η εισαγωγή φάνηκε κάπως πιο διστακτική από ότι θα άξιζε ίσως σε δίσκο που τελικά κατέληξε στη λίστα με τα 20 καλύτερα της χρονιάς, αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την αξία του «Nowhere», όσο με ένα υποβόσκων φόβο ότι αυτή η πορεία θα τους παγιδεύσει σε έναν ήχο με μικρά περιθώρια εξέλιξης. Αυτό δεν έχει συμβεί όμως ακόμα, το «Nowhere» παραμένει ένας εξαιρετικος δίσκος, οι Esben & The Witch μια μπάντα που αξίζει να ακουστεί περισσότερο από όσο έχει ήδη και ρε παιδιά φτάσαμε και στο #15.

Marissa Nadler, For My Crimes, #17

•Δεκέμβριος 4, 2018 • Σχολιάστε

a1762448735_10

Καλώς ή κακώς, κάθε νέος δίσκος της Marissa Nadler δεν κρύβει ιδιαίτερες εκπλήξεις για όποιον βρεθεί απέναντί του. Αυτό που όμως δεν την αφήνει να γίνει βαρετή ποτέ είναι το ότι, σχεδόν 15 χρόνια μετά το ντεμπούτο της και στο 8ο album πλέον, η τραγουδοποιία της παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Από τα πολύ δυνατά σημεία της είναι ότι έχει καταφέρει τόσο η φωνή όσο και γενικά ο ήχος της να είναι ολοκληρωτικά ξεχωριστός, που παρά το γεγονός ότι πολλοί folk τροβαδούροι συνεχίζουν ακόμα να βγαίνουν, δεν μπορείς να μπερδέψεις την Nadler με κάποιον άλλον. Και το ελαφρώς (έως βαρέως) γοτθίζον folk της δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα, θεματικά πλέον οι ιστορίες της είναι σαφώς πιο καθημερινές. Από το ιδιαιτέρως γνώριμο για όλους νομίζω συναίσθημα του να μην μπορείς να ακούσεις μουσικές που έχεις συνδέσει με ανθρώπους («I Can’t Listen To Gene Clark Anymore») μέχρι και τις ωδές προς χαλασμένα αμάξια («Say Goodbye to that car»), οι στίχοι της έχουν απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές μπαλαντοιστορίες του «Saga of Mayflower May» και των δραμάτων μιας ευρύτερης αγγλοσαξονικής επαρχίας. Βέβαια, δεν έχει χάσει τίποτα από την ποιητικότητα που διακρίνει τον λόγο της, αλλά ίσως αυτή η στροφή οδηγεί και την μουσική της να είναι πιο ξεγυμνωμένη, χωρίς τις πιο πλουσιοπάροχες ενορχηστρώσεις του «Strangers». Απομακρυνόμενη δε από το ελαφρώς κλισέ της μελαγχολικής δεσποσύνης, βρίσκει και την ελευθερία να εκφράσει και άλλα συναισθήματα όπως εκείνο της κριτικής ειρωνίας του «All our catastrophes». Οι ιστορίες του «For my crimes» μπορεί να μην διαρκούν πάρα πολύ, αλλά αυτά τα 34 λεπτά του δίσκου θα σας κάνουν είτε να αγαπήσετε και σεις την Marissa Nadler αν είναι η πρώτη φορά που την γνωρίζετε, είτε θα σας θυμίσουν γιατί την αγαπήσατε από την πρώτη φορά που τη γνωρίσατε.

Rivulets, In Our Circle, #18

•Δεκέμβριος 3, 2018 • Σχολιάστε

a2345084898_10

Τους Rivulets (ή εναλλακτικά τον Nathan Amundson) πρέπει να τους συνάντησα πρώτη φορά αν θυμάμαι καλά κάπου το 2008 λίγο αφότου είχαν βγάλει το υπέροχο «You are my home» κυρίως λόγω της παρέας με την Jessica Bailiff που επίσης με είχε ενθουσιάσει εκείνη την περίοδο. Και επειδή για κάποιο λόγο, ποτέ δεν έχουμε μάθει αρκετή καταθλιπτική μουσική στη ζωή μας τους είχα αγαπήσει. Μετά κάπου χάθηκαν, κάπου τους έχασα και πετύχαινα πολύ αποσπασμαστικά τις κυκλοφορίες τους χωρίς να τους αφιερώνω και πολύ χρόνο, χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν ήταν ωραίες. Δεν ξέρω αν τυχαίνει και σε άλλους, αλλά υπάρχουν μπάντες με τις οποίες για πολύ καιρό δεν μπορείς να συντονιστείς.

Αν υπάρχει ένα όνομα το οποίο ακούγεται συχνά στις περιγραφές τους, αυτό είναι των Red House Painters του Mark Kozelek, προφανώς όχι αδίκως. Καταλαβαίνει κάποιος που κινούμαστε χοντρικά, folk-ίζον indie rock ή rock-ίζον indie folk, από αυτά που κοιτάνε ελαφρώς τα παπούτσια τους. Επιπλέον bonus point, ότι γενικά τους αγαπάει το brainwashed που είναι από τα πιο ωραία μουσικά site εκεί έξω. Προς το κλείσιμο της φετινής χρονιάς, έβγαλαν το «In Our Circle» και αυτή τη φορά συντονιστήκαμε ως έπρεπε. Σε μεγάλο βαθμό, αυτό που μου τράβηξε κατευθείαν την προσοχή είναι ότι ενώ ξεκινά σε συνηθισμένους, ακουστικούς ρυθμούς με το «Εverything Goes» και σε προϊδεάζει για τα κλασσικά, μετά βγαίνουν μπροστά σε πολλά σημεία οι κιθάρες που δίνουν μια καλοδεχούμενη παραμόρφωση στην μελωδία των Rivulets. Νομίζω ότι αν είναι κάτι εύκολο σε Αμερικάνους μουσικους τα τελευταία χρόνια, αυτό είναι να βρουν λόγους να γίνει ακόμα πιο μαύρη η μουσική και οι στίχοι τους. Ο Amundson εδώ το κάνει εξαιρετικά καλά και με αφοπλιστική απλότητα. Από την άλλη όταν έχεις βγάλει δίσκο με τίτλο «We’re Fucked» δεν αφήνεις και πολλές αμφιβολίες για το επίπεδο αισιοδοξίας που σε διακατέχει. Και ακόμα και αυτές οι λίγες αμφιβολίες, νομίζω ότι εξανεμίζονται όταν έχεις τραγούδι με τίτλο «Dark Days» στο οποίο επαναλαμβάνεις τη φράση «another dark day».

Δεν θα κάνω την αναμενόμενη αναφορά στο γνωστό quote γνωστής μουσικόφιλης ταινίας, κυρίως γιατί σε λίγο θα αρχίσουν να μας ζητούν ποσοστά για τις αναφορές. Αν όμως, όπως και γω, έχετε κουραστεί τη δισκογραφία του Mark Kozelek/Sun Kil Moon τα τελευταία, μπόλικα, χρόνια, εδώ θα βρείτε ενα ζεστό (έστω και με ιδιαιτέρως χαμηλό φωτισμό) καταφύγιο στο «In Our Circle». Και τελικά, πού έχει χαθεί η Jessica η Bailiff ρε παιδιά;

Concept Of Thought, Misty Blue, #19

•Δεκέμβριος 2, 2018 • Σχολιάστε

a0818991686_10

Τα τελευταία χρόνια εκτιμώ όλο και περισσότερο το βρετανικό hip hop στις περισσότερες εκδοχές του, πολύ περισσότερο μάλιστα από τις αντίστοιχες αμερικάνικες μεγάλες ελπίδες του χώρου. Πιθανότατα αυτό συμβαίνει γιατί οι Βρετανοί (όχι απροσδόκητα δεδομένων των χαρακτηριστικών της χώρας) είναι πιο ενδοσκοπικοί στη μουσική τους, πιο ποιητικοί στην έκφραση των ιδεών τους, πιο μελαγχολικοί στις ατμόσφαιρές τους. Και αν λείπει η μεγάλη ιστορία στη soul, στη jazz και στα blues για να αντλήσουν τα samples τους, έχουν τη δικιά τους ηλεκτρονική παράδοση για να βρουν τα beat τους. Τους Concept of Thought τους ανακάλυψα πολύ πρόσφατα και είναι λίγο προσθήκη της τελευταίας στιγμής στη λίστα, αλλά το αξίζουν και με το παραπάνω.

Οι δυο πλευρές του «Misty Blue» περιέχουν τα ίδια 6 κομμάτια, με την πρώτη να έχει τις κανονικές εκτελέσεις των κομματιών και τη δεύτερη να έχει τις instrumental, πιο απογυμνωμένες εκδοχές τους. Και τα δυο μέρη έχουν τη γοητεία τους, όντας αλληλοσυμπληρούμενα με μια αρμονία είναι από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά όλου του δίσκου. H παραγωγή του Joe Corfield είναι βουτηγμένη στη jazz και επιμένει σε παλιομοδίτικα μοτίβα και ήχους (μέχρι και τα απαραίτητα παρασιτα του βινυλίου), οι δυο MCs των Concept of Thought εχουν εμφανώς διαφορετικά στυλ (ο ένας πιο ήρεμος, ο άλλος πιο έντονος) αλλά και οι δυο είναι χαρακτηριστικά Βρεταννοί, μεταφέροντας έτσι λίγη από την ατμόσφαιρα του τόπου και η Daisey Drage φροντίζει για τα μελωδικά περάσματα εδώ και εκεί. Ξεκάθαρα νυχτερινός δίσκος, ξεκάθαρα αστικός δίσκος, ειδικά στη δεύτερη πλευρά που σιωπούν οι Awfer, Illiterate και Drage. Ευτυχώς δεν μπορώ να πω οτι προτιμώ κάποια από τις δυο, καθώς στην πρώτη οι λέξεις των Concept of Thought ασκούν ιδιαίτερη γοητεία, ενώ η δεύτερη θα ταν από τα ιδανικά soundtrack για το bar των ονείρων σας.

Το ’18 δεν ειχε πολλές κυκλοφορίες απο τη σκηνή (που να έπεσαν στην αντίληψή μου τουλάχιστον), αλλά η ανακάλυψη των Concept of Thought ήταν από τις ωραίες στιγμές. Το ’19 ελπίζω σε Loyle Carner και Kojey Radical και δεν ξέρω ποιος άλλος ακόμα είναι προγραμματισμένος, γιατί έχει πολύ ψωμί όλη η σκηνή.

Jaye Jayle, No Trail And Other Unholy Paths, #20

•Δεκέμβριος 1, 2018 • Σχολιάστε

a0545345268_10

Μεγάλο πράγμα οι γνωριμίες σε τούτο τον κόσμο λοιπόν. Να πάρτε παράδειγμα τον Εvan Patterson. Η παρέα του με την Emma Ruth Rundle, με οδήγησε στο να μάθω το έργο του ως Jaye Jayle και κάπως έτσι είχε τη μεγάλη τιμή να κερδίσει την 20η θέση στη φετινή μου λίστα. Από χρήσιμες πληροφορίες, το «No Trail and Other Unholy Paths» είναι το 2ο album των/του Jaye Jayle, βγήκε φέτος (προφανώς) και καλά θα κάνετε να το ακούσετε, αν σας αρέσει: η americana, η ψυχεδέλεια, οι Gutter Twins, οι Woven Hand και ο συνδυασμός στοιχείων από όλα τα προηγούμενα μαζί με μια μικρή μικρή δόση kraut. Μη φανταστείτε λοιπόν ότι θα πέσει τρελό παρτάρισμα με το δίσκο, μια που όλα είναι αργά, ράθυμα και άλλα επίθετα ταιριαστά με την ευρύτερη αμερικάνικη επαρχία (χωρίς όμως δόση redneck συμπεριφορών, καθότι είμαστε καλά παιδιά εμείς και δεν μας αρέσουν αυτά). Ως επιπλέον επιχείρημα για να σας πείσω ότι αξίζει ο δίσκος, να πούμε ότι η παρέα με την Emma, επεκτείνεται και στην κανονική συμμετοχή της στο συγκρότημα μαζί με την κιθάρα της και τη φωνή της (και κάπως έτσι έχει δυο παρουσίες στη φετινή λίστα – *spoilers*). Θυμάστε όλα εκείνα τα πανοραμικά πλάνα σε ταινίες με τα ατέλειωτα δάση στη μέση του πουθενά στην Αμερική και τα δαιδαλώδη μονοπάτια τους; Εκεί φαίνεται να είναι ο τόπος γέννησης του «No Trail And Other Unholy Paths», οπότε αν σας γοητεύει το μυστήριο και η ανακάλυψη, υπάρχουν πολλά να βρεθούν στα 43 λεπτά του.

Fear the bloggin’ dead Season 12

•Νοέμβριος 30, 2018 • Σχολιάστε

2018. Εχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια οι εκάστοτε ανασκοπήσεις της χρονιάς να ανάγονται σε κάποιου είδους άτυπο διαγωνισμό για το πόσο χάλια ήταν η χρονιά, πόσο μαύρα μοιάζουν όλα, πόσο πιο κατίμαυρο φαίνεται το μέλλον και γενικά, όλα σκατά και μετά πεθαίνεις. Βλέποντας πίσω στη χρονιά που οδεύει προς το τέλος της, δεν νομίζω να αλλάξει δραστικά το πνεύμα των φετινών ανασκοπήσεων. Τουλάχιστον ελπίζω φέτος να υπάρξει ένα Charlie Brooker’s Wipeout ώστε να βγει κάτι σχετικά καλό από όλο αυτό το σκοτάδι.

Εκτός από τις γενικές ανασκοπήσεις που τείνουν πάντα προς το κακό, τα τελευταία 15+ χρόνια συνηθίζουμε, επισήμως ή ανεπισήμως, οργανωμένα ή μη, να ασχολούμαστε με μια από τις πιο ευχάριστα ανούσιες διαδικασίες για την οποία μπορεί να σπαταλήσει χρόνο κάποιος, την δημιουργία λιστών. Θυμόμαστε λοιπόν τι έχει κυκλοφορήσει, το ξανακούμε, σκοτίζουμε το κεφάλι μας για να αποφασίσουμε ποια είναι τα 10, 20, 50, 100 καλύτερα αλμπουμ της χρονιάς και μετά συνήθως καθόμαστε να μαλώνουμε τόσο για τις δικές μας, όσο και γι’ αυτές που δημοσιεύονται σε sites, περιοδικά, forums (κάποτε), social media (μετά το κάποτε) και άλλους χώρους συνάθροισης βλαμμένων σαν και του λόγου μας. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου να κάνει λίστες, δεν μπορώ να σκεφτώ μια χρονιά που να μην αντιμετώπισα την μουσική παραγωγή της με κάτι λιγότερο από ενθουσιασμό για όλα αυτά που δημιουργήθηκαν.

Μέχρι φέτος δηλαδή. Το 2018 είναι η πρώτη χρονιά που θα δηλώσω απογοήτευση από το πόσα με ενθουσίασαν, πόσα βρήκα ενδιαφέροντα, πόσα τελικά αξίζουν να μπουν σε μια (έστω ασήμαντη) λίστα με τα 20 καλύτερα της χρονιάς. Δεν ξέρω αν το πρόβλημα είναι στο ότι δεν άκουσα τόση μουσική όσο παλιότερα (δεν νομίζω), ότι δεν την άκουσα με τόσο όρεξη όσο παλιότερα (ίσως) ή αν τελικά αυτά τα μεγάλα που βγήκαν φέτος δεν ήταν απλά στους χώρους που ενθουσίαζαν εμένα. Η δυσκολία του να κάτσω να κάνω αυτή την έρμη τη λίστα φέτος, ήταν μάλλον και ο κύριος λόγος που αποφάσισα να συμμετάσχω στη Blogovision 2018, θεσμό που τα προηγούμενα χρόνια τον παρακολουθούσα μόνο απέξω (κυρίως τελικά σχολιάζοντας όπως και όλες τις υπόλοιπες λίστες της χρονιάς). Η απαραίτητη γκρίνια φυσικά (γιατί δεν γίνεται να λείψει) θα έρθει γιατί 2-3 κυκλοφορίες που θα έμπαιναν σχεδόν σίγουρα μέσα, αποκλείστηκαν από τους όρους του θεσμού (π.χ. το «A Shore Far From Any Prison» της Clara Engel, το «A Broke Moon Rises» του Papa M, το «Lazuli» της Hilde Marie Holsen κλπ.). Όμως όταν συμμετέχεις κάπου ακολουθείς τους κανόνες και απλά απολαμβάνεις την ευκαιρία για extra γκρίνια.

Τελικά όμως τα κατάφερα, έστω και αν ο ανταγωνισμός ήταν κυρίως για το τι δεν μπορεί να μπει στη λίστα, παρά για το τι μπορεί να μπει. Έρχονται τα 20 καλύτερα του 2018 για τουτη δω την μικρή γωνιά του κόσμου κάπου στην όμορφη Ηλιούπολη.