England

•28 Ιανουαρίου, 2009 • Σχολιάστε

Well this is just great isn’t it?

Έχω ξεκινήσει να κάνω διάφορες λίστες στο μυαλό μου.

«Μαύρος πρόεδρος στην Αμερική»

«Τσεκ»

«Καινούριος δίσκος Bruce Springsteen»

«Τσεκ»

«Απολύσεις κατά χιλιάδες στην Βρετανία»

«Τσεκ»

«Εξευτελισμός του χρήματος»

«Τσεκ»

«Ανύπαρκτες πιθανότητες για επαναφορά των πραγμάτων σε φυσιολογικά επίπεδα»

«Τσεκ»

«Συναίσθημα απελπισίας»

«Τσεκ»

«Βροχή στο Λονδίνο»

«Ε, τσεκ»

Περίπου ένας μήνας έχει μείνει μέχρι η E.F. αποχαιρετήσει το νησί του Ηνωμένου Βασιλείου και έχουν ήδη ξεκινήσει οι πρώτες σκέψεις για το τί ακριβώς έμαθε στην – παρά ένα (1) χρόνο – δεκαετή θητεία της στο Ήνγκλαντ.

Ο Micky Rourke πάντως δήλωσε στο τελευταίο τεύχος του Empire πως η δουλειά του ηθοποιού όλα αυτά τα χρόνια, δεν ήταν για αυτόν ένα ταξίδι αυτοανακάλυψης, αυτοτιμωρίας, γνώσης ή ενεργητικού αυνανισμού. Είπε και εδήλωσε πως “it was all for the pussy, man”. Και αν αυτό δεν είναι ενεργητικός αυνανισμός, δεν ξέρω τί είναι.

Δημιουργείται στους ανθρώπους γενικά μια τάση να ανοίγουν το μυαλό τους και την καρδιά τους προς όλα τα πράγματα ίντι, όταν επισκέπτονται την Αγγλία. Galleries, εναλλακτικοί κινηματογράφοι, εκθέσεις φωτογραφίας, μερικοί αποκτούν το χόμπυ της φωτογραφίας, αποθανατίζοντας πεζοδρόμια και άστεγους προσπαθώντας να δώσουν στην εμπειρία τους έναν τόνο φθοράς και γνωστικότητας, έναν τόνο «περπατώντας τα πεζοδρόμια του Λονδίνου, βλέπουμε την κατάντια της ανθρώπινης φύσης/αυτή η πόλη σε τρώει» κτλ.

In the year of our Lord, 2000, οι Radiohead έδωσαν στο λαό τους το Kid A, οι White Stripes έδωσαν γενικά το De Stijl, οι Primal Scream το XTRMNTR, οι Godspeed You! Black Emperor το Lift your skinny fists…εγώ άκουσα για πρώτη φορά τον John Peel με τα ίδια αυτιά στα οποία όταν μιλούσε, φώναζε αργά και δυνατά η πρώτη μου εργοδότρια στην Βρετανία, όχι γιατί ήμουν εκτός από καθυστερημένη και κουφή αλλά γιατί ήμουν ξένη.

Το μυαλό μου μπλοκάρει με τους αποχαιρετισμούς και θα ήταν ωραίο να μπορούσα να αραδιάσω πολλές σειρές με συνειρμούς βαθιάς γνώσης για το Ταξίδι και τον Προορισμό, το περιεχόμενο αυτών, τον Οδυσσέα αυτής της διάστασης, της δεκαετίας. Ποιός νοιάζεται όμως. Μπροστά σε περιμένει μια άλλη χώρα, άλλοι άνθρωποι, άλλα μαγαζιά, άλλη πόλη και έτσι πάει η ιστορία. Καινούρια πόλη, καινούρια ιστορία, καινούριες απελπιστικές στιγμές ασφυξίας, αναζωογονητική, καινούρια μουσική, καινούριος καμβάς, κενός αλλά λευκός στα χέρια του καλλιτέχνη, καινούριο μικρόφωνο και χορδές και πώς θα τα συνηθίσω και έτσι πάει η ιστορία. Θα ξυπνήσεις ένα πρωί και θα κοιταχτείς στον καθρέφτη με το ίδιο βλέμμα που κοίταξες και στην άλλη χώρα και θα πεις, τί κάνω εγώ εδώ και τα παπούτσια σου θα αλλάζουν και το μέγεθος των ρούχων σου θα αλλάζει και η μάνα σου θα αλλάζει και ακόμα κι εσύ να μείνεις ίδιος, όλοι οι άλλοι άλλαξαν όσο εσύ προσπαθούσες να κρατηθείς από αυτό τον ίδιο εαυτό σου, έτσι ώστε όταν θα έρθει αυτή η στιγμή να επιστρέψεις να πεις, ε παιδιά εγώ δεν άλλαξα, αλλά εσείς!

Ανοίγουν οι πόρτες μεγάλων αεροπλάνων με ακόμα πιο μεγάλες φιλοδοξίες, για να σε υποδεχτούν και σκέφτεσαι πως θα μπορούσα να ζήσω σε ένα αεροδρόμιο ανάμεσα στο εδώ και στο αλλού, κάπου στη μέση για να μην μου λείψει τίποτα.

Μπάντες πάνε κι έρχονται, η μία καλύτερη από την άλλη, χαρτάκια στις τσέπες παλιών παντελονιών, οι ίντυ πιο ίντυ και οι ροκ πιο ροκ, τα χρόνια περνάνε, πεθαίνει κι ο Cash και αρχίζεις και απελπίζεσαι. Μαθαίνεις τον εαυτό σου να μιλάει στον εαυτό σου, μαθαίνεις να κοιμάσαι στο μετρό, μαθαίνεις να τρέχεις παντού, σου μένει κουσούρι, θέλεις την μουσική όσο πιο δυνατά γίνεται, αρχίζεις και βάζεις τα πράγματα σε ζευγάρια, the Beach Boys make sense, οι Zeppelin κάνουν αρπαχτή, απελπίζεσαι λίγο περισσότερο, στο μετρό κάνουν έργα πάλι, έργα και πράξεις μεγάλων όπως ο Kid Rock στην γιγαντοαφίσα στη μέση της πόλης και λες σίγουρα του σηκώνεται όταν βλέπει τον εαυτό του, η πόλη βγάζει δήμαρχο έναν τέλειο άνθρωπο χωρίς φρύδια κι εσύ λες ε, παιδιά! Εγώ δεν άλλαξα!

Τα κλεφτρόνια σε προειδοποιούν για την ανοιχτή σου τσάντα, τα πρεζάκια σου κουνάνε το δάχτυλο επικριτικά όταν καπνίζεις χόρτο, κι εσύ δεν άλλαξες.

Σιχάθηκες και τα τηλέφωνα και τα msn και η μυωπία χτύπησε κόκκινα, λες καλημέρα στο θάνατο κι αυτός σου εύχεται πίσω καλή χρονιά 2004 και καληνύχτα στη συσκευή και ευχαριστώ για τα ψάρια, αγαπάς το fish and chips, ένας μεταλλάς σου κάνει συμπαθητικό και ζεστό καμάκι από μακριά την ώρα που βγάζεις φωτογραφίες, οι Who σκαρφαλώνουν στον τοίχο σου, δουλεύεις σαν το σκυλί, δεν βρίσκεις ίχνος παρατημένου σκύλου στην πόλη κι αυτό δεν σε άλλαξε.

Νιώθεις άσχημη, καπνίζεις με ευχαρίστηση, στο απαγορεύουν κι αυτό, κάτι είπαν για τα δικαιώματα των μη καπνιστών. Μαθαίνεις να μην διαμαρτύρεσαι, μαθαίνουν όλοι να μην διαμαρτύρονται για τίποτα, βγάζεις το σκασμό, σιγά δεν έγινε και τίποτα, σου λένε στην Ανώτατη Σχολή Αποφυγής Διαμαρτυριών και Κατάπνιξης Αυτοσεβασμού, τα παιδάκια στην Αφρική πεινάνε και δεν έχουν νερό και οι γόπες σου μας ενοχλούν παλιοπρεζάκι της καπνεμπορίας, κι εσύ δεν έχεις αλλάξει.

Κλείνεις βαλίτσα, βγάζεις τα κλειδιά από το μπρελόκ, δέχεσαι ευχές για καλό ταξίδι και παίρνεις το δρόμο, που είναι ίδιος.

Βάζεις το ένα πόδι μπροστά από το άλλο και προχωράς.

Ίδια πόδια, ίδιος δρόμος, ίδια αεροδρόμια, ίδια βαλίτσα, ίδιο μετρό, γνώριμη διαδρομή, γνώριμη πόλη, ξαφνικά ζεστή και φιλόξενη, ξαφνικά σε καλοδέχεται, ξαφνικά σε καλοαποχαιρετάει, ξαφνικά κάνεις μια γύρα όλη την πόλη και όλα τα 11 εκατομμύρια πρόσωπα που την κάνουν πόλη και όλοι σε αποχαιρετάνε, ξαφνικά όλα είναι σημαντικά και όλα ήταν ίδια μόνο εσύ δεν είσαι.

Thank you Charlie Brooker, Thank you Guardian, Thank you seaside, Thank you free umbrellas with every Evening Standard, Thank you Underworld.

Thank you centre of the world, Thank you loneliness, Thank you Amersham and Wycombe College, Thank you Jane Watson, Thank you Gerry Montague

Thank you Psychology teacher, whose name escapes me, but who was well impressed with my knowledge of what “somatic” means and was generally very nice to me although I failed you miserably

Thank you trees and grass and green as far as the eye could see, Thank you forests, Thank you Rosie’s Vineyard

Thank you weed, Thank you “oi!”, Thank you Oxford for that one last walk with him

Thank you TFL, Thank you capitalism, Thank you pretentiousness, Thank you lack of money, Thank you Shakespeare, Thank you Pakistan and India

Thank you pub, Thank you twats, Thank you Camden, Thank you Hyde Park

Thank you Chinese food, Thank you 24hour supermarkets, Thank you cornershop

Thank you neighbors for listening to Pearl Jam’s Unplugged album with me for three months non stop on full volume

Thank you polite and diplomatic racism

Thank you Vinyl Exchange

Thank you rain and misery

Thank you chavs

Thank you broken heart

Thank you download speed

Thank you airports

Thank you John Peel

…and a little worse

•28 Ιανουαρίου, 2009 • 1 σχόλιο

Θυμάμαι πως όταν πρωτοάκουσα τη μουσική του Glen Danzig, είχα μείνει ξερός. Ήμουν δεκάξι-δεκαεφτά χρονών, και ο ξάδερφός μου ο Μιχάλης μου είχε γράψει μια συλλογή που είχε μέσα και Misfits, είχε το «We Bite!», είχε φυσικά το «Die Die my Darling», είχε και μερικά άλλα, αλλά πάνω από όλα είχε το «Astro Zombies», τραγούδι με το οποίο αρρώστησα. Μεγάλη κομματάρα, και κάπου εκεί αγάπησα τον Danzig. Μετά έμαθα πως είχε προσωπική καριέρα επίσης. Τους Samhain τους έμαθα στα αλήθεια αργότερα. Μένω στην προσωπική καριέρα, όπου όπως προείπα, είχε και τέτοια. Αγόρασα πρώτα το «How the Gods Kill», που είχε μέσα το «Sistinas», που με διαλύει ακόμα και σήμερα. Μετά ήρθε το «Mother» στα αυτιά μου, το «Black Aria», το «Not of this World», κάποια είναι κομμάτια, κάποια albums, μη μπερδεύεστε, δεν έχει και σημασία. Σημασία έχει πως αυτός ο τύπος ακούει πιο πολύ blues από οτιδήποτε άλλο. Και πως έχει μια Φωνάρα σπάνια, και πως ξέρει να γράφει τραγούδια σε μια εποχή που γενικώς δεν γράφονται τραγούδια. Και είναι η ενσάρκωση του rock’n’roll αισθητικώς. Είναι μαζί ο Elvis και ο Ozzy. Και ο Jim Morrison, και καμιά φορά και ο Nick Cave, όταν ο Nick Cave ήταν νέος. Και είναι θαυμάσιο το γεγονός, πως σίγουρα, τώρα που μιλάμε, ο Glen Danzig θα έχει έτοιμες 2-3 κομματάρες μεγάλες για το επόμενο μέτριο album του.

Το post όμως αυτό δεν είναι για τον Glen Danzig, άλλωστε ο τύπος είναι εκεί, και τα προβλήματά του τα έχει λύσει. Το post δεν έχει τον παραμικρό σκοπό να εκθειάσει ένα από τα μεγαλύτερα rock (πραγματικά rock) είδωλα της σύγχρονης μουσικής. Απλά δεν μου αρέσει να πετάω youtube links και ό,τι γίνει.

Το post έχει σκοπό να δείξει πόσο πάγωσε το αίμα μου, όταν σε τιτλικά πλαίσια, σε μια κατά τα άλλα καθημερινότατη μέρα, κατάφερε να συμβεί κάτι που ήδη ήξερα πως υπήρχε, αλλά δεν είχα δει ποτέ. Δεν αισθάνομαι ασφαλής με τέτοιες μουσικές εκεί έξω.

thirteen

rambling

•25 Ιανουαρίου, 2009 • Σχολιάστε

Λοιπόν την αμαρτία μου θα τηνε πω. Τους Animal Collective ποτέ δεν τους πολυσυμπάθησα (ακόμα και οι Panda Bear απόπειρες δεν έπιασαν πολύ χρόνο στην playlist μου). Διαβάζοντας αποθεωτικές κριτικές για το τελευταίο τους album (το καλύτερό τους κλπ κλπ), από το Mojo μέχρι και την Δέλτα της γειτονιάς μου, είπα να τους δώσω μια ακόμα ευκαιρία μπας και έκαναν αυτή τη φορά την υπέρβαση.

«Merriweather Post Pavilion» λέει ο ποιητής δηλαδή και εγώ ακόμα ψάχνω να βρω το μεγαλείο της μουσικής τους. Δεν θα τους πω κακή μπάντα, αυτό θα ήταν σίγουρα αδικία. Τα 55 λεπτά που διαρκεί το καινούριο τους album περνάνε σίγουρα αρκετά ευχάριστα με αυτό το psych pop folk meets electronica υφάκι τους. Εξάλλου τέτοια στυλ είναι φτιαγμένα για να μην σε ενοχλούν. Όμως, για μένα τουλάχιστον, σίγουρα λείπει αυτό το wow effect που θα έκανε τον δίσκο, δίσκο του μήνα, του χρόνου, της δεκαετίας, του χωροχρονικού συνεχούς και άλλα τέτοια εύθυμα. Oh well, δεν μπορεί να τους κερδίσει όλους ένα συγκρότημα.

Πάντως γενικά αυτές οι τελευταίες μέρες ήταν μέρες ελαφριών (και μερικών όχι και τόσο) απογοητεύσεων. Το καινούριο Beirut δεν με ενθουσίασε στις πρώτες ακροάσεις, κυρίως στο δεύτερο μέρος του («Realpeople Holland»). Το «March Of The Zapotec» ήταν αρκετά καλό αλλά δεν πλησίαζε τα προηγούμενα. Μπαίνει αστεράκι βέβαια εδώ γιατί αυτές είναι πρώτες εντυπώσεις μόνο. Από την άλλη η μεγαλύτερη απογοήτευση (όχι και τόσο αναπάντεχα βέβαια) ήταν από το «Rocket Science» των Apoptygma Berzerk. Υπερ-απαράδεκτος δίσκος, στον οποίο όμως έμοιαζαν να κινούνται με προδιαγεγραμμένη πορεία μετά το προηγούμενο, το οποίο μας άρεσε αλλά ακροβατούσε επικίνδυνα ανάμεσα στο συμπαθές και στο cheesy καραγκιοζιλίκι. Εδώ επήλθε η ολοκληρωτική καταστροφή και πλέον καλύτερα Κοργιαλάς παρά Apoptygma. Τέλος δεν μπορώ να πω ότι μου έκανε κλικ και ιδιαίτερα το καινούριο Six Organs Of Admittance, αλλά και αυτούς δεν τους έβαζα ποτέ ανάμεσα στα αγαπημένα μου πράγματα.

Τρομερά ευχάριστη (και από το πουθενά) έκπληξη ήταν το «First Love» της πιτσιρίκας (και τέρατος μετριοφροσύνης) Emmy The Great, η οποία κυκλοφόρησε ένα indie-ακουστικό album το οποίο ξεχειλίζει από εξυπνάδα (και τσαχπινιά!) είτε στους στίχους, είτε στη μουσική, κάτι που σίγουρα είναι καλοδεχούμενο σε μια σκηνή που γενικά δεν χαρακτηρίζεται για το έξυπνο humour της. Όταν δε αυτή η εξυπνάδα περπατάει χέρι με χέρι με σωστό συναίσθημα, τα αποτελέσματα νομίζω ότι είναι ξεχωριστά. Μπράβο στο κορίτσι. Επίσης μεγάλη έκπληξη ήρθε και από το «Parish Bar» του Jeb Loy Nichols, που το άκουσα χωρίς καμια προσδοκία αλλά η soul/jazz/country/whatever του με έκανε να το αγαπήσω. Για πρώτη φορά δε εκτίμησα τον κύριο Anthony ως αυτόνομο καλλιτέχνη. Αν και πάντα μου άρεσαν οι συμμετοχές του σε δημιουργίες άλλων (με κορυφαίες ίσως τις «Dull Flame Of Desire» και «Idumæa») αλλά το «I am a bird now» ποτέ δεν το χώνεψα. Αντιθέτως το φετινό «The Crying Light» μου άρεσε πολύ και είμαι περίεργος τι θα πει και ο υπόλοιπος κόσμος γι’ αυτό. Και δεν πρέπει να ξεχάσω και το «The Versailles Sessions» του Murcof, που ήταν απείρως πιο ενδιαφέρον από το προηγούμενό του («Cosmos») και, αν και αρκετά πιο στρυφνό, σε σχέση με το σύνηθες στυλ του, πολύ όμορφο. Και για να κλείνουμε σιγά σιγά, o τίτλος του δίσκου του μήνα πηγαίνει σίγουρα στο «Skin Of Evil» των Blackout Beach (έλα μην ψαρώνετε, ένας είναι μόνο, ο Carey Mercer), δίσκος που αν και θα χαρακτηριστεί από πολλούς ως indie (ή ίσως avant για τους πιο προχωρημένους) rock αλλά είναι σαφώς κάτι πολύ περισσότερο. Παραθέτω δυο μέρη από την κριτική του Consequence Of Sound στην οποία τα λένε πολύ καλύτερα από μένα.

Carey Mercer will never write that perfect three-minute pop song. Or, maybe his sweating, bustling compositions sound like perfect three-minute pop songs to him. Perhaps, he picks up his guitar every time with the intention of writing the next “Louie, Louie”, but what comes out is something closer to “Ella Guru”.

και

He matches this with music that doesn’t sit still or rest comfortably in a groove. It kicks and pulls at the box we try to put it in. It is an odd alliance of gospel, blues, pop and experimental rock. It’s more modern art than pop. It’s no museum piece, however. Mercer sounds like he wants you to get up close and run your fingers over its cracked and bumpy surface

Ακούσαμε και μπόλικο black metal αυτές τις μέρες χάρη στις προτάσεις του φίλου kiwiknorr και απολαύσαμε ιδιαιτέρως τα album των Woe, Aosoth και Ash Pool. Θα μας άρεσαν και οι Silencer αν τα φωνητικά δεν έμοιαζαν με γριά καθυστερημένη μάγισσα. Έχω καταλήξει πάντως ότι λατρεύω το black metal όταν θυμάται ότι πριν από αυτό υπήρξε και το rock n roll.

Στα συμπληρώματα τις προηγούμενης χρονιάς προσθέτουμε το πολύ γλυκό και όμορφο album των Mint Julep (δηλαδή του Keith Kennif και της συντρόφου του), που είναι μια πιο pop εκδοχή της electronica του Kennif και φυσικά την πάνεμορφα μελωδική και ατμοσφαιρική electronica του Cheju (λέγε με Wil Bolton), του οποίου τα δυο περσινά «Homecoming» ep του είναι μεγάλος σύντροφος για τις τελευταίες νύχτες.

Για την ώρα, καφές, κυριακάτικη συννεφιασμένη μουντάδα και «Space Elements Vol. 1» χορηγία του κυρίου Rafael Toral μοιάζουν ωραίος συνδυασμός.

feed the masturbating bunny

•22 Ιανουαρίου, 2009 • 2 Σχόλια

Είναι ένα θέμα που το συζητούμε συνεχώς. Δηλαδή δεν «το συζητούμε» ακριβώς, δεν κάθομαι στα μπαρς παραγγέλνοντας το ένα ποτήρι μετά το άλλο με την αγωνία να καταλήξουμε σε ένα κάποιο συμπέρασμα. Στην πραγματικότητα δε θυμάμαι ποτέ να έχω κάτσει σε οποιαδήποτε μπάρα και να αρχίσω με οποιονδήποτε φίλο, μπάρμαν, άγνωστο θαμώνα ή γνωστό ντιτζέη την ανταλλαγή επιχειρημάτων σχετικά. Αλλά ας πούμε ότι όντως έτσι συμβαίνει. Με αυτό στο μυαλό μας λοιπόν καταλήγουμε ότι τελικά είναι αλήθεια, μας απασχολεί και μάλιστα αρκετά, τόσο δηλαδή όσο χρειάζεται για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο το σημερινό. Είναι σαφές. Και με το δίκιο του θα αναρωτηθεί κανείς: «Μα υπάρχει τίποτε άλλο στο νου του απλού του κοσμάκη πλέον;». Φοβούμαι πως όχι. Ή κάτι τέτοιο δραματικό πάντως.

Έχει παραγίνει όμως με τα revivals. Βαριούμαι και εύκολα εδώ που τα λέμε αλλά βαριούμαι, πωσνατοκαμουμετώρα. Δε θα γίνω ο τύπος που ψάχνει αποκλειστικά το πιο αβάν γκαρντ σχήμα, τους μπροστά_από_την_εποχή_τους τύπους, ειδικά αφού στους καλύτερους δίσκους του οκτώ έβαλα Black Mountain ή Fleet Foxes ας πούμε, αλλά δε μου φαίνεται και τόσο λογικό να ξεπηδάει κάθε τόσο και άλλο ένα συγκρότημα που αποφάσισε να πιάσει κιθάρες και μικρόφωνα και ντραμς με μοναδικά ερεθίσματα τη σκονισμένη συλλογή δίσκων του μπαμπά.

Οι Yellow Moon Band είναι το γκρουπ στο οποίο συμμετέχουν οι τύποι που διοργανώνουν το Green Man festival και κάπου εδώ θα μπορούσα να σταματήσω την περιγραφή. Αλλά θα συνεχίσω γιατί δεν υπάρχει λόγος να υποθέσω ότι τον ξέρει κανένας άλλος αυτόν τον πολιτιστικό θεσμό αφού δεν τον ήξερα ούτε εγώ μέχρι πριν μια ώρα. Δεν τους λες σύγχρονη μπάντα. Όπως δε λες για παράδειγμα τους Comets on Fire στους οποίος φέρνουν στην ευρύτερη αισθητική. Ή τους Dexter Jones Circus Orchestra στους οποίους φέρνουν στον τρόπο που την προσεγγίζουν. Κατά κύριο λόγο ορχηστρικοί, δε βιάζονται καθόλου να χτίσουν τα κομμάτια τους αλλά δεν κουράζουν με prog γυμναστικές επιδείξεις. Ο πρώτος εκπληκτικός δίσκος του νέου έτους (τα Crippled Black Phoenix δεν τα βάζω ακόμα μέσα). Είναι μεγάλο κρίμα που η Static Caravan δεν έχει σκοπό να το κυκλοφορήσει σε βινύλιο.

Λοιπόν, ξεχνάμε διακριτικά αυτά που έλεγα πιο πάνω. Επρόκειτο περί σαχλαμάρας. Αυτός εδώ είναι ένας μεγάλος δίσκος και καλό θα ήταν να βγαίνουν μόνο τέτοιοι από εδώ και πέρα. Δεν έχουμε 2009, έχει γίνει κάποιο λάθος, θα αποκατασταθεί η βλάβη συντόμως, περιμένετε στο ακουστικό σας. Στο ηχείο σας. Ωραία πράγματα.

Και αυτό σαχλαμάρα είναι βέβαια. Αλλά την πιστεύω την καινούρια σαχλαμάρα περισσότερο τώρα.

And call to you across the sky….

•22 Ιανουαρίου, 2009 • Σχολιάστε

Μου κάνει πραγματικά εντύπωση το ότι δεν έχουμε ξαναμιλήσει για το «Echoes» στο Sonic Death Monkey. Είμαι σίγουρος ότι όλοι προσκυνούμε (ίσως σε διάφορους βαθμούς) το μεγαλείο του και σίγουρα έχουμε συζητήσει πολλές φορές μεταξύ μας το τι συμβαίνει ακριβώς σε αυτό το τραγούδι.

Το «Echoes» είναι από εκείνα τα τραγούδια που σου δείχνει με τον πιο απόλυτο τρόπο ότι οι δημιουργοί του δεν ήταν ακόμα ένα συγκρότημα της εποχής αλλά ότι, ειδικά πριν αρχίσουν να πλακώνονται αναμεταξύ τους (και ήταν ακόμα τζόβενοι) αυτά που γίνονταν στο μυαλό τους κινούνταν σε εντελώς διαφορετικές σφαίρες από ό,τι των περισσοτέρων συνοδοιπόρων τους που μάλλον τους ένοιαζε μόνο να rock-άρουν. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι αυτά που είχαν στο μυαλό τους μπόρεσαν να τα εκφράσουν και όταν έγραφαν κομμάτια και όταν τα ηχογραφούσαν. Αυτή η μεταφορά είναι νομίζω ό,τι κοντινότερο σε μαγεία μπορεί να δημιουργήσει η μουσική. Το «Echoes» ανήκει στην κατηγορία εκείνη κομματιών που για πάντα θα οδηγεί τους ακροατές του να αναρωτιούνται τι περνούσε από το μυαλό των τεσσάρων αυτών ανθρώπων τη στιγμή που το συνελάμβαναν.

Το πρώτο πράγμα που θα σου τραβήξει την προσοχή στο «Echoes» είναι πιθανότατα οι στίχοι του. Δεν ξεφεύγουν πολύ στην ψυχεδέλεια όπως οι προκάτοχοί τους, όσο και αν η μουσική του τραγουδιού είναι από τα πιο space-y πράγματα που έχουν κάνει οι Pink Floyd. Αντίθετα οι στίχοι μοιάζουν να είναι πεισματικά γήινοι, ίσως μέσα από αυτή την αντίθεση τονίζεται ακόμα περισσότερο το νόημά τους.

«Strangers passing in the street
By chance two separate glances meet
And I am you and what I see is me.
And do I take you by the hand
And lead you through the land
And help me understand
The best I can. «

και

«And no one sings me lullabyes
And no one makes me close my eyes
So I throw the windows wide
And call to you across the sky….»

Και αν οι στίχοι είναι αυτοί που θα σε κάνουν να ερωτευτείς το τραγούδι, αυτά που συμβαίνουν στα 24 λεπτά του θα σε πάνε σε ένα από εκείνα τα ταξίδια που μόνο η μουσική μπορεί να σε πάει. Στο «Echoes» (φαινομενικά) ακούγονται λίγα, αλλά συμβαίνουν πάρα πολλά. Αν το χωρίσουμε, χοντρικά, σε 3 μέρη το πρώτο που ξεκινάει με τις γνωστές μελωδίες του Gilmour στην κιθάρα και το αργό μπάσιμο των drums του Mason (σήμα κατατεθέν σε τόσα τραγούδια τους) για να μπουν μετά τα φωνητικά είναι και το πιο στρωτό, ίσως αυτό που δείχνει την μετέπειτα μουσική πορεία του συγκροτήματος. Εκεί μιλάνε οι μελωδίες κυρίως (αν και στο βάθος ακούγονται αρκετά πράγματα που προετοιμάζουν το έδαφος). Το solo του Gilmour ελίσσεται ξανά και ξανά, ενώ οι υπόλοιποι συνοδεύουν, μετά παίρνουν το πρώτο λόγο τα πλήκτρα του Wright παρέα με το μπάσσο του Waters και αρχίζουν να κάνουν διάλογο με την κιθάρα, ώσπου σιγά σιγά κάπου εκεί στο 11ο λεπτό αρχίζουν να σωπαίνουν τα πάντα και το τραγούδι μεταμορφώνεται στον τίτλο του. Αυτό το δεύτερο μέρος του «Echoes» είναι από τα πιο ιδιοφυή πράγματα που έχουν γραφτεί ποτέ στην παγκόσμια μουσική και μπορώ να το συγκρίνω μόνο με το τελευταίο μέρος του «Moonchild» των King Crimson σε μινιμαλιστικό πλούτο. Ειδικά για να το ντύσουν αυτό το σημείο οι Floyd αυτοσχεδίασαν με ότι μηχάνημα βρήκαν μπροστά τους στο studio δημιουργώντας μερικούς από τους ωραιότερους ήχους που έχει ακούσει ποτέ άνθρωπος να δημιουργούν μουσική. Καθ’ όλη τη διάρκειά του νιώθεις απλά να αιωρείσαι στο κενό, έχοντας ως μόνη απόδειξη ότι δεν είσαι μόνος την μουσική. Το 3ο μέρος ξεκινάει από την σιωπή για να οδηγήσει στο αναμενόμενο καθαρτικό ξέσπασμα που δίνει ζωή στον χώρο γύρω σου. Το «Echoes» είναι μάλλον το καταλληλότερο soundtrack σε περίπτωση που κάποιος θέλει να δημιουργήσει ένα σύμπαν (αν το αποφασίσετε ποτέ, λάβετέ το σοβαρά υπόψη σας). Το «Echoes» είναι το soundtrack των ονείρων μας όταν αυτά αποφασίζουν να πάνε βόλτα σε χώρες θαυμάτων αλλά και κενά διαστήματα.

Το γεγονός ότι το «Meddle» είναι μάλλον ο αγαπημένος μου Pink Floyd δίσκος οφείλεται σε μεγαλύτερο ποσοστό στην ύπαρξη αυτού του τραγουδιού στην δεύτερη πλευρά του. Συνεχίζω να αναρωτιέμαι πώς βγαίνουν τέτοιες μουσικές από ανθρώπους αλλά τελικά δεν προβληματίζομαι μια που είμαι υπερβολικά ευγνώμων για το γεγονός. Η εκτέλεση του κομματιού στο «Live At Pompeii» είναι απλά το κερασάκι στην τετραόροφη τούρτα που είναι η ίδια η ύπαρξη της σύνθεσης αυτής.

«Almost everyday you fall
Upon my waking eyes,
Inviting and inciting me
To rise.
And through the window in the wall
Come streaming in on sunlight wings
A million bright ambassadors of morning»

μικρό post

•21 Ιανουαρίου, 2009 • Σχολιάστε

O Preston λέει του Zack “I’ve got somethin’ really good for ya. An hour’s work for a lotta scratch.”. O Zack σχεδόν τον κόβει με “I ain’t interested.”. O Preston, όχι με παράπονο, όχι με δυσφορία, με φυσικότητα μόνο, ακάθεκτος “Then you *are* in a bad mood. You don’t even let me *propose* it to you. Will ya just listen to me for one minute? One minute of your… er…”. O Zack ακάθεκτος, σαρκαστικός “*valuable* time?”, για να κλείσει η κουβέντα με αναστεναγμό, και το αναμενόμενο “Just *fuck off*, Preston.”

Ο Preston είναι το σπίτι σου, ο Zack είναι η ψυχή σου, το “somethin’” είναι το παρελθόν σου, το “good” είναι αυτό που υπάρχει στο κεφάλι σου, το “are” είναι κάτι, το “bad mood” είναι κάτι που ακολουθεί το πρώτο κάτι, το “one minute” είναι αρκετό, το “ain’t” είναι το μέλλον σου, και τα άλλα είναι κάτι άλλο, δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία. Ούτε νόημα. Βγάλτε άκρη,

Το “Down by Law” είναι μεγάλη ταινία. Όχι επειδή λατρεύω τον Jarmusch. Το αντίθετο. Λατρεύω τον Jarmusch *επειδή* το “Down by Law” είναι μεγάλη ταινία. Δεν είναι το αντίθετο ακριβώς, αλλά υπάρχει διαφορά. Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ βγάζω άκρη.

Η αγαπημένη μου σκηνή είναι όπου o Roberto Benigni φωνάζει “I scream. You scream. We all scream. For ice cream.” και οι Tom Waits, John Lurie ακολουθούν, και στη συνέχεια ακολουθούν όλοι, και ο Roberto ουρλιάζει περισσότερο, και οι άλλοι ακολουθούν περισσότερο, και το “ice cream” είναι τελικά και αυτό “I scream”, και γενικώς μεγάλη σκηνή σε μεγάλη ταινία, και εύστοχη και τέτοια. Εδώ δε χρειάζεται να βγάλετε άκρη. Σαφής είναι η ακολουθία. We all scream, for I scream.

Zack : “I ain’t interested”.

Καλώς. Μουσική θέλετε, μουσική θα έχετε. “Oleva” λέγεται το album, και είναι του Miko Vainio. Αδιανόητη διασκευή σε Pink Floyd, set the controls. Καταπληκτικό album, όχι για iPods και κινητά όμως, αλλά για ακουστικά. Δε θυμάμαι γιατί το κατέβασα, αλλά όλα κάτι μου θυμίζαν, και αυτός μου ήταν γνωστός, και η μουσική γνωστή μου ήταν, αλλά το κεφάλι είχε κολλήσει, όπως μόνο το κεφάλι ξέρει να κολλάει. Έπρεπε να έρθει έτερο μέλος του sonic death monkey για να με συνεφέρει με σχόλιο “αυτός από τους Pan Sonic δεν είναι ρε;”. Απαντώ επίσημα, ναι, αυτός είναι, και έκανε φοβερό album, και προσεγμένο και ακούστε το.

Επίσης, γιατί όλα τα *πραγματικά* καλά συμβαίνουν τόσο μακριά;

who needs two ways

•21 Ιανουαρίου, 2009 • 1 σχόλιο

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς μου μίλησε το αφεντικό για τον Mark Lanegan. Το σίγουρο είναι ότι πριν μου πει γι’ αυτόν αγνοούσα παντελώς το έργο του και τον είχα ακούσει μόνο σαν αναφορά σε σχέση με τους Queens Of The Stone Age. Και παρά το γεγονός ότι μου είχε πει να ξεκινήσω με το «Scraps At Midnight», το κόλλημα ήρθε πρώτα με το «Field Songs», κυρίως λόγω του «One Way Street». Έτσι και αλλιώς νομίζω ότι είναι το αγαπημένο τραγούδι και των δυο μας. Από τότε έχει περάσει πολύς καιρός, αλλά κάθε φορά που βάζω το «Field Songs» (κάθε φορά που με έχει πιάσει μια περίεργη διάθεση), θυμάμαι να τον ευχαριστήσω γιατί θα ήμουν χειρότερος άνθρωπος αν δεν είχα γνωρίσει αυτή τη μουσική.

Το «One Way Street» (αλλά και οι υπόλοιπες δουλειές του Lanegan – εδώ εκθειάζαμε και το «Gutter Twins» άλλωστε περυσι) είναι από τους καλύτερους συντρόφους που συνάντησα ποτέ. Όσο για τον ίδιο τον Lanegan, ίσως να τον αδικώ αν και το αναφέρω ως το καλύτερο κοπλιμέντο, αλλά πραγματικά πιστεύω ότι είναι ο Tom Waits της επόμενης γενιάς.

Cheers λοιπόν.

a series of fortunate events

•19 Ιανουαρίου, 2009 • 2 Σχόλια

Κοιτα να δεις πως έρχονται τα πράγματα μερικές φορές. Ακούς το «Adult Nights» των Wild Light (το οποίο δεν σου κάνει και τρελή εντύπωση είναι η αλήθεια), το πρώτο τραγούδι του οποίου έχει τον τίτλο «California On My Mind». Αν και η Καλιφόρνια μάλλον δεν ήταν ποτέ στο μυαλό σου, θυμάσαι πόσο πολύ σου αρέσει το «California Dreamin'». Ξέροντας ότι και αυτό είναι από τα κομμάτια που χει διασκευάσει άπειρος κόσμος, σου ρχεται η ιδέα να κάνεις κάτι παρόμοιο με αυτό που είχαμε κάνει για το «Ain’t No Sunshine» και το «Fever». Να μαζέψεις δηλαδή όσες περισσότερες εκτελέσεις του κομματιού μπορείς να βρεις. Βρίσκεις καμιά τριανταριά (άλλες γνωστές, άλλες άγνωστες) και ξεκινάς να τις ακούς, αρχικά μην προσέχοντας τους εκάστοτε καλλιτέχνες. Ξαφνικά μπαίνει μια εκτέλεση, αργή, σαφώς soul και μια φωνή βραχνή ξεκινάει να τραγουδάει. Μπαίνει και το section με τα πνευστά και το «California Dreamin'» των σαφέστατα λευκών εχει γίνει ολοκληρωτικά μαύρο. Η μπασσογραμμή έρχεται να ενισχύσει και της funk καταβολές του ερμηνευτή, εσύ θυμάσαι γιατί θεωρείς καλύτερη (με διαφορά) εκτέλεση του «Ain’t No Sunshine» αυτή του Otis Redding και αφού περνάς κάποια δευτερόλεπτα έχοντας παγώσει και ξεχνώντας οποιαδήποτε σκέψη, τρέχεις να δεις ποιου είναι αυτή η εκτέλεση. Βλέπεις το όνομα. Lee Moses λέει. Εντάξει, η σχέση σου με τη soul δεν είναι και η μεγαλύτερη πέρα από τα γνωστότερα ονόματα. Oh well, ας είναι καλά το internet-ι και όλα τα βρίσκουμε. Μετά από ένα σύντομο ψάξιμο ανακαλύπτεις ότι δεν υπάρχουν και πολλές πληροφορίες για τον κύριο αυτό (ακόμα και το wikipedia) σηκώνει τα χέρια ψηλά, αλλά τελικά βρίσκεις ότι έχει βγάλει μόνο ένα δίσκο το 71-72 (το «Time And Place») και κάτι σινγκλάκια, τα οποία ευτυχώς έχουν επανακυκλοφορήσει όλα μαζί και είναι αρκετά εύκολο να τα βρεις.

Η ακρόαση του «Time And Place» ήταν εξίσου μεγάλο shock με την ακρόαση του «California Dreamin'». Πραγματικά αναρωτιέμαι γιατί χάθηκε εντελώς αυτή η φωνή. Οι συνθέσεις είναι ασύλληπτα όμορφες, οι ενορχηστρώσεις πλούσια προσεγμένες, η funk και η soul βρίσκουν έναν από τους πιο άξιους αντιπροσώπους τους που δεν παραμένει μόνο σε mellow καταστάσεις αλλά ξέρει να δίνει ενέργεια στην μουσική του, ενώ η φωνή αυτή καθαυτή του Lee Moses είναι από τις πιο ωραίες που έχω ακούσει εδώ και καιρό. Βραχνή και γρετζαρισμένη και με πάθος, αλλά και χαμηλόφωνα μελωδική εκεί που χρειάζεται. Ακούγοντας ξανά και ξανά τον δίσκο, το μόνο που μπορώ να σκεφτώ ως αναλογία (και ας με κράζει ο Μάνος) είναι ο Solomon Burke και όσο ιερόσυλο να ακούγεται εδώ νομίζω ότι έχουμε ένα δίσκο αντάξιο των δημιουργημάτων του Burke.

Σίγουρα δεν είμαι ο μεγάλος γνώστης αυτής της μουσικής, αφου περιστασιακά μόνο επισκέπτομαι τα χωρικά της ύδατα, αλλά νομίζω ότι εδώ έχουμε να κάνουμε πραγματικά (έρχεται κλισέ!!!) με ένα από τα καλύτερα κρυμμένα μυστικά της soul. Για του λόγου το αληθές δείτε παρακάτω.

Ο Βασιλιάς των Μολυβιών

•17 Ιανουαρίου, 2009 • Σχολιάστε

Γειά σας.

16-03-09

16-02-09 (Μαμά, μαμά ο παππούς ακούει Έλβις!!!)

16-02-09

02-02-09

19-01-09 (Αντονυ εν δε Τζονσονς)

Και πριν από όλα αυτά είμαστε εδώ

White Lies – To lose my life

Τώρα βέβαια εγώ δεν είμαι και η μεγαλύτερη φαν της καθαρόαιμης, φρεσκοκουρεμένης, φρεσκοξυρισμένης, νεανίζουσας, μοσχοβολίζουσας αλλά άπλυτης, Uniqlo, H&M, Carnaby Street, κοκκινοπουκαμίζουσας, βρετανικής μουσικής μουντίλας (περισσότερο σαν είδος και λιγότερο σαν χαρακτηρισμός) αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με μια σοβαρή δουλειά, με ισχυρά σημεία, προσεγμένη παραγωγή και ενορχήστρωση, ευθείες γραμμές που δεν βρίσκουν τέλος εύκολα, περιποιημένη αισθητική και artwork και κυρίως μια έντονη ραδιοφωνική φύση στα κομμάτια, πράγμα που πάντα με γοήτευε σε όσους το κατάφερναν.

Mark my words, watch this space θα ακουστούν στην Ελλάδα πολύ και αποκλειστικά από τους λιγότερο άμπαλους. Θα το προτείνω και στην άγνωστη αγαπημένη μου μουσικοπαραγωγίνα την Κάφκα γιατί θα της αρέσει, το προτείνω και σε σας.

Εδώ ξεκινάνε οι μέρες και οι νύχτες σας την ερχόμενη άνοιξη.

season 2009, episode 1 1/2 (calling from the studios)

•15 Ιανουαρίου, 2009 • Σχολιάστε

Και αφού ο συνάδελφος παρακάτω μας μίλησε για την πρώτη συναυλιακή στιγμή της χρονίας που μπήκε, ας δούμε και μεις πώς ξεκίνησε το ευτυχισμένο νέο έτος σε δισκογραφικό επίπεδο. Σιγά σιγά αυτό το μισό μήνα πρόλαβαν να αρχίσουν να έρχονται οι πρώτες κυκλοφορίες του 2009, είτε σε κανονική μορφή είτε σε advance και μπορώ να πω ότι ξεκίνησε ωραία αυτή η χρονιά.

Οι αγαπητοί Crippled Black Phoenix νομίζω ότι θα καταναλώσουν τεράστιες ποσότητες από τον χρόνο μας με τα Resurrectionists/Night Raiders, αφού έβγαλαν δυο δίσκους που από τις πρώτες ακροάσεις μοιάζουν εξαιρετικοί αλλά και δύσκολοι στο να τους απορροφήσεις. Έχουμε όμως μια χρονιά να τους λατρέψουμε. Πιθανότατα θα επανέλθουμε με πολλά περισσότερα σχόλια. To καινούριο album από τους Dalek επίσης δικαίωσε τις προσδοκίες μας και ήταν και ακόμα πιο σκοτεινό από τα προηγούμενα (αν και το αγαπημένο μου παραμένει το προηγούμενο). Οι Telefon Tel Aviv, οι οποίοι δεν είχα ιδέα ότι έβγαζαν album, ήταν η πρώτη ηλεκτρονικοπερίεργη φετινή κυκλοφορία που εντυπωσίασε. Από γνωστά ονόματα και το καινούριο (soundtrack) των Cinematic Orchestra ήταν πολύ όμορφο.

Το πρώτο μεγάλο shock όμως τις χρονιάς ήρθε από δυο δίσκους, παρόμοιους σε στυλ, το «Vacilando Territory Blues» του J. Tillman (drummer των Fleet Foxes) και το ομώνυμο των Timber Timbre (του Taylor Kirk ουσιαστικά δηλαδή), δυο album που μέσα από το folk περίβλημά του κρύβουν πανέμορφες blues ανησυχίες και είναι οι δυο πρώτοι οδηγοί για τα ταξίδια μας φέτος. Πραγματικά εκπληκτικά albums (χωρίς να έχω ακούσει και πολλές φορές το περσινό των Fleet Foxes νομίζω ότι εδώ ο Tillman το ξεπερνάει άνετα), από εκεί που δεν το περίμενα με τίποτα. Και πραγματικά είχα καιρό να ακούσω τέτοια διασκευή των blues και συνειδητοποιώ ότι είναι από τις μουσικές που λατρεύω να ακούω. Ερωτευτήκαμε πάλι.

Υπάρχουν και άλλοι δίσκοι που ζητούν την προσοχή μας και περιμένουν να τους δοθεί ο χρόνος που τους αξίζει. Υπάρχει η electronica των The London Apartments και των Pixel (της Raster-Noton), τα ηλεκτρονικοακουστικά (με γιαπωνέζικες προεκτάσεις) των Asobi Seksu και Susumu Υοkota, ο Aidan Moffat και οι Best Ofs και η ψυχεδέλεια των Psychic Ills. Υπάρχουν και άλλα μπόλικα και ο χρόνος είναι ακόμα νέος.

Μαζί με αυτά, αυτές τις μέρες ήρθαν και εκείνα που θα μπορούσαν να είναι στις λίστες μας αλλά δεν πρόλαβαν (όπως ξαναείπαμε και πριν κάποιες ημέρες). Οι Περουβιανοί Serpentina Satelite και οι ColourHaze-ικές (με μια τζούρα Pink Floyd) καταβολές τους, η Lisa Hannigan (που ακούσαμε και αγαπήσαμε πρώτη φορά στο «O» του Damien Rice) που τα καταφέρνει άψογα και ως αυτόνομη singer/songwriter, το δεύτερο των Eleanoora Rosenholm που δεν πήραμε χαμπάρι, οι Decemberists-ικοί Fire On Fire, οι απίστευτοι electronica-δες Renfro (και τους συγχωρούμε το «Mathematics» στον τίτλο και για τις πιο heavy metal ανησυχίες το υπερ-απίστευτο διπλό τελευταίο album των Hammers Of Misfortune.

Δεν έχουμε παράπονο, μπορεί στους περισσότερους τομείς η χρονιά να αιωρείται στο κενό αλλά από μουσική καλά πάμε. Πολύ καλά.

Χτες μετά από πάρα πάρα πολύ καιρό (πρέπει να χε περάσει και χρόνος) έβαλα και ξανάκουσα το «Themes From William Blake’s The Marriage Of Heaven And Hell» και ξαναθυμήθηκα γιατί είναι ο καλύτερος δίσκος όλων των εποχών. Αναρωτιέμαι αν σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις οι μουσικοί συνειδητοποιούν τις διαστάσεις αυτού που δημιουργούν. Δεν νομίζω ότι κάτι τόσο μεγαλεπήβολο θα μπορούσε να αγγίξει με τόση ευκολία την τελειότητα και όχι μόνο να την αγγίξει αλλά να την ρίξει το κρεβάτι και να περάσει πολλές νύχτες μαζί της. Είμαι πεπεισμένος ότι όταν παίχτηκαν οι πρώτες νότες του album ένιωσα το σύμπαν να ανατριχιάζει.

Let the priests of the raven of dawn, no longer
in deadly black with hoarse note curse the sons of joy.
Nor his accepted brethren, whom, tyrant,
he calls free: lay the bound or build the roof.
Nor pale religious letchery call the virginity that wishes but acts not!
For every thing that lives is holy

kurtweil, drunk and spacewalk

•14 Ιανουαρίου, 2009 • Σχολιάστε

Είσαι η Amanda Palmer και το ξέρεις πως σε συμπαθούμε πολύ.

Θέλεις όμως να σε συμπαθήσουμε ακόμα περισσότερο.

Και θέλεις να κάνεις κάτι για αυτό.

Και διαλέγεις να διασκευάσεις Momus.

Εδώ :

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε