fists of spring

•21 Μαρτίου, 2014 • Σχολιάστε

Είναι άπειρες οι συζητήσεις και οι σκέψεις που συνεχίζουμε να κάνουμε για το «High Fidelity» μέχρι και σήμερα. Δεν ξέρω αν είναι δείγμα συνεχιζόμενης εφηβείας, αλλά αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, έχουμε ακόμα κάποια χρόνια μπροστά μας για να πιάσουμε τους χαρακτήρες του βιβλίου, οπότε μάλλον υπάρχει ελπίδα. Τις προάλλες για άσχετο λόγο μου ήρθε πάλι στο μυαλό ένα από τα βασικά διλήμματα του βιβλίου σχετικά με την αντιμετώπιση των ανθρώπων γύρω μας. Η ερώτηση αν συμπαθούμε τους ανθρώπους που συναντούμε «for what they like» ή «for what they are like» (Θα με συγχωρήσετε αλλά ακούγεται πολύ καλύτερο στα αγγλικά), στην αρχή απαντιέται ξεκάθαρα με την πρώτη επιλογή, αλλά καθώς προχωρούν οι μέρες (και οι σελίδες), ο φίλος μας ο Rob, αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι μάλλον και το δεύτερο δεν είναι ακριβώς λάθος. Αν και το αντιμετωπίζει γενναία ως δείγμα ωρίμανσης από μεριάς του (και για πω την αλήθεια δεν θα διαφωνήσω τρομερά), συνεχίζω να θέλω να διατηρώ κάποιες από τις εμμονές μου, καθότι και αυτές δίνουν κάποια σημεία αναφορά για το ποιος είναι ο καθένα. Σε κάθε γνωριμία θα αρχίζουν να δημιουργούνται κουτάκια τα οποία θα συμπληρώνονται με ναι ή όχι, από τα πιο χαζά χαρακτηριστικά μέχρι και τα πιο σοβάρα. Θεωρώ ότι και το γούστο και η αισθητική του κάθε ανθρώπου είναι αρκετά σοβαρό δείγμα του ποιος είναι, αλλά όσο περνάει ο καιρός συνεχίζω να βρίσκω ανθρώπους με τους οποίους μπορώ να συνυπάρχω αρμονικά, ή ακόμα και ευχάριστα, χωρίς να συζητήσουμε ποτέ για το top 5 δίσκων που θα ακούγαμε περπατώντας στο βουνό ή για το πόσο θα θέλαμε να είχαμε το βιβλιοπωλείου του Bernard Black (και τελικά είναι ή δεν είναι ωραία η Tamsin Greig;). Γνωστές, ημι-ανούσιες σκέψεις, ακόμα και τώρα που ο ήλιος λάμπει, τα πουλάκια κελαηδάνε και η ομορφιά της Ελλάδας μας απλώνεται περήφανη γύρω μας, αλλά είπαμε… Χωρίς τις εμμονές μας ποιοι είμαστε πια;

Γνωριμία των ημερών, οι Καναδοί Picastro, από τους λίγους κάτι-σαν-shoegazers που εκπέμπουν πραγματική γοητεία, τους οποίους έμαθα διαβάζοντας για τον δίσκο που κυκλοφορούν τώρα («You»), αλλά κατάφερα να ακούσω δυο παλιότερα album («Red Your Blues» & «Whore Luck» – θα τους είχα αγαπήσει μόνο και για τους τίτλους). Για κάποιο λόγο μου έφεραν στο μυαλό τους Wye Oak (στυλιστικά δεν μοιάζουν πάρα πολύ), μετά είδα ότι βγάζουν καινούριο album και οι Wye Oak, χαμός, πανικός και το 2014. Εκπληκτικό και το «Soutak» της Aziza Brahim (για τις πιο Σαχαρ-ικές στιγμές σας), η φτιαγμένη-για-καπνισμένα-Bar (αγαπημένα κλισέ) jazz της Zara McFarlane στο «If You Knew Her» (μεγάλες υποθέσεις), καινούριο Hauschka, καινούριο Origamibiro, γενικά όρεξη να έχετε να ακούτε. Επόμενο στη σειρά είναι μάλλον το καινούριο Sleepy Sun, γενικά μέχρι το καλοκαίρι μάλλον θα πάμε καλά. Στο ενδιάμεσο, θα μας κρατάνε παρέα οι εμμονές μας τουλάχιστον.

Ch…ch…ch……?

•19 Μαρτίου, 2014 • Σχολιάστε

Θα είμαι ειλικρινέστατος, οι αλλαγές δεν είναι το μεγάλο μου φόρτε σε αρκετούς τομείς. Ίσως γιατί το μυαλό μου χρειάζεται χρόνο να επεξεργαστεί δεδομένα (όχι δείγμα υψηλής νοημοσύνης θα μου πείτε), ίσως γιατί πάντα θα σφίγγω τα δόντια περιμένοντας τι θα στραβώσει στη συνέχεια. Δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι αυτό τα τελευταία χρόνια αντικατοπτρίζεται και στην μουσική που με συγκινεί τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από αργούς ρυθμούς εξέλιξης, μικροσκοπικές κινήσεις, επαναλαμβανόμενες φράσεις και ρυθμούς που προσεγγίζουν την κίνηση παγετώνων. Τι νόημα έχουν όλα αυτά; Όχι κάτι ρηξικέλευθο, δεν είμαστε για τέτοια αυτή τη βδομάδα. Περισσότερο μια ημι-ανασκόπηση συγκινήσεων και μια σπάνια στιγμή ενδοσκόπησης. Ίσως και μια μικρή προσπάθεια αλλαγής. Συμβαίνουν και (ειρωνικά) θαύματα μερικές φορές.

Μπορούμε και live μερικές φορές

Ένας χαιρετισμός από την Ν. Ζηλανδία

Ολίγες κλασσικές αξίες

Παραδοχή κούρασης

Και για το τέλος κάτι που κινείται ελαφρώς διαφορετικά (ίσως όχι και τόσο όμως)

H Τετάρτη τελικά είναι όντως η κορυφή του βουνού. Περίεργη μέρα, ποτέ δεν επικοινώνησα σοβαρά μαζί της. Ίσως εκεί και να οφείλεται η μπερδεμένη ατμόσφαιρα που κυριαρχεί. Time of the season που λέγανε και οι Zombies. Έτσι κάνουμε μια μικρή παράκαμψη και εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας στον κ. Dulli, που πολύ τον εκτιμούμε τα τελευταία χρόνια.

Για σήμερα στηρίζουμε μαύρο.

Seabirds will fly from the ocean and destroy our Sundays in an evening

•9 Μαρτίου, 2014 • 2 Σχόλια

Η κατάσταση έχει ως εξής: Τελειώνεις τον απογευματινό σου καφέ, έχεις κάτσει να κάνεις μια απόπειρα για διάβασμα μήπως και μπεις σε ρυθμό πάλι, είναι Κυριακή, ημι-συλλογίζεσαι το σαββατοκύριακό σου, τη βδομάδα που έρχεται, τη ζωή, το σύμπαν, τους ανθρώπους και άλλα τέτοια βαθυστόχαστα με τα οποία ασχολούμαστε εμείς οι σοβαροί άνθρωποι. Έχεις αρχίσει να βαριέσαι τη σιωπή που κυριαρχεί στο σπίτι και αποφασίζεις να βάλεις λίγη μουσική. Θυμάσαι ότι προχτές είχες κατεβάσει το δεύτερο album των (του) Petrels («Onkalo») και σκέφτεσαι ότι ήθελες να τον ξανατσεκάρεις. Ξεκινάει ωραία, σκέφτεσαι «να ένας ακόμα glitchοπερίεργος δίσκος που θα σκεφτόμαστε και θα μελαγχολούμε γλυκά» και 4:14 λεπτά μετά (δηλαδή αφού τελειώσει το πρώτο κομμάτι) και μπαίνει το «Giullo’s Throat». Χωροχρόνοι αρχίζουν να καμπυλώνονται, η Γη σκοντάφτει λίγο στην τροχιά της, βιβλία δικτύων πετάγονται στο πάτωμα, σκέψεις εξαφανίζονται, τιζωεςσυμπανανθρωπουςμουλεςτωρα. Επαναστάσεις ξεκινούν, γεωλογικές περίοδοι αλλάζουν, θεοί πεθαίνουν και η λέξη «throat» συγκαταλέγεται μέσα στις αγαπημένες μου πλέον. Γι’ αυτό θα βάλω μετά να ακούσω και το «By The Throat» και η καταστροφή που θα επέλθει θα είναι είναι μάλλον ολοκληρωτική. Θέλω όλο τον κατάλογο της Denovali τώρα.

title optional

•1 Μαρτίου, 2014 • 2 Σχόλια

Αυτό εδώ το μέρος υφίσταται από το 2006, και όσο υπάρχουν Ιανουάριοι δεν το βλέπω να σταματάει να υπάρχει. Πάντα θα μπαίνουν λίστες οι οποίες θα αναθεωρούνται σε δεύτερο χρόνο, κατάσταση που θα συνεχίζεται εσαεί και χωρίς τύψεις («ατυψεί» όπως προτιμώ να λέω) μέχρι α) να μάθουμε να μην κάνουμε λίστες, β) να κάνουμε σωστές λίστες στην ώρα τους, γ) να παραδεχτούμε πως το blogging έχει πεθάνει, δ) να μας ανταλλάξουν με τα μάρμαρα της Ακρόπολης και να ζήσουμε ευτυχισμένοι με αγάπη στο Βρετανικό Μουσείο.

Στο διπλανό σπίτι επικρατεί ένα τεράστιο πάρτυ, γκόμενες, ξύδια, χαμός, η βροχή δεν κατάφερε να σταματήσει τις λαμπάντες και τους ώριμους ανθρώπους που στα mid 30’s τους συνεχίζουν να θεωρούν φοβερή ιδέα να ντύνονται γυναίκες (οι σάτυροι), ενώ σε πριν λίγα λεπτά εμφανίζεται στην Αθήνα ο Luke Younger και δεν πήγα να τον δω επειδή βρέχει σκατά παρασκευή δουλειά κούραση κέφια πέτρινες πούτσες

Η ιστορία λέει πως θα ανοίξω την πόρτα, θα βρω μια εξάδα Χάνεκε (έτσι μου αρέσει) και θα καταλήξω να χορεύω αγκαλιά στη βροχή με μία γυναίκα ντυμένη δεινόσαυρο, δεινόσαυρο με τον οποίο θα ανταλλάζω όρκους αιώνιας αγάπης και θα του υπόσχομαι πως ο,τι και να γίνει, κανένας άνθρωπος πια δεν θα τον πειράξει, δε θα χρειαστεί να εξαφανιστεί με τους άλλους δεινόσαυρους όταν παρέλθει η εποχή των δεινοσαύρων και αρχίσει η εποχή των ανθρώπων, γιατί θα είναι μαζί μου, με έναν ονειροπόλο και ρομαντικό Μπομπ Σφουγγαράκη, και θα ζήσουμε ζωή που δεν την φανταζόμαστε Θεοφάνη. Θα σκεφτήκατε ήδη ίσως μερικούς συμβολισμούς, αλλά επί ματαίω, απλά είδα μια φοβερή στολή δεινοσαύρου σε ένα εποχιακό στη Χαλανδρίου και έπλασα το στόρι, άλλωστε τι είναι η ζωή, τα στόρισζ που πλάθουμε ορισμένες παρασκευές που θυμόμαστε πως έχουμε μπλογκς, αυτή είναι η ζωή, αυτά είναι τα μπλογκς, μήπως αυτοί δεν είναι και οι δεινόσαυροι;

Η μουσική που θέλω να έχω όρεξη να ακούσω είναι πολλή, τα πράγματα για τα οποία θέλω να έχω όρεξη να γράψω είναι το ίδιο πολλά, ο καιρός που περνάει περισσότερος, τσανακλίδου μαμά γερνάω, σαββαταπόγευμα σεμιαπλατεία

Ο δίσκος φέτος είναι το The Tables Are Turning των Zoviet France, και μετά σου λέει για δεινόσαυρους ο άλλος. Δε θα συστηθούμε απόψε, δε θα πούμε το ποίημα για staaltapes και τι υπήρξαν για το industrial και και και και, φανταστείτε τα όλα αυτά σαν χαρτογιακάδικο μουσικό αφιέρωμα που χάνεται μέσα σε ηχώ, που το παίρνει ο αέρας, πως είναι το σημείο της ταινίας που κανείς δε θέλει πολλά λόγια αλλά θολή ατμόσφαιρα και συναίστημα, ένα κορυφαίο φωτογραφικό στιγμιότυπο που παγώνει η κάμερα και *εκεί* κρύβεται όλο το νόημα των νοημάτων, με τον σούπερ συμβολισμό, γαμάτη ταινία. Λέω στον Κ. πριν κάνα χρόνο «μαλάκα Κ. έβγαλαν δίσκο οι Zoviet France!», επειδή τότε είχε βγει το 7.10.12., και τι μου λέει; Μου λέει «μου τη σπάνε ρε Μ. οι μπάντες που έχουν * και : και αρχίδια στο όνομά τους» και μου φάνηκε εξαιρετική απάντηση και δεν επέμεινα καθόλου, τι να επιμείνεις ρε μαλάκα Μ.; Δε θέλει ο άλλος αποστρόφους και αρχίδια, τι πας να του πεις, για αιθέρια ambient soundscapes in the likes of Moon’s Milk (In Four Phases); Άντε ρε.

Το The Tables Are Turning είναι διαφορετικό όμως γιατί είναι ένας glitch όλεθρος και το Poured Out Slowly είναι κρίμα που είναι μόνο έξι λεπτά, θα έπρεπε να είναι το λιγότερο εικοσιοκτώ, να παίζει όλη την ημέρα και τη νύχτα, πάντα στον αγώνα για ένα λίγο καλύτερο κόσμο. Έχει και slowly στον τίτλο, δε μπορείς να τελειώνεις τόσο γρήγορα κύριε. Που λέτε αυτό είναι το πρόβλημα των δίσκων που κυκλοφορούν Νοέμβριο και ληκάρουν Ιανουάριο, και κυρίως είναι των Zoviet France το 2014, δε θα τους βρεις σε καμία λίστα. Ας είναι έτσι. Μιλάμε για μεγάλα πράγματα όμως, σαν τους δεινοσαύρους, και αυτό έχει όσο να πεις μια αξία.

Για καληνύχτα, ο Danny Hyde βγάζει τον δεύτερο δίσκο των Electric Sewer Age, θα θυμάστε πως στον πρώτο είχαν χρησιμοποιηθεί οι τελευταίες (ως εκείνη την ώρα) ηχογραφήσεις του Peter Christopherson και ήταν η μαγεία η ίδια. Ο τωρινός είναι σαν να έχει γραφτεί στο studio του Ape of Naples, έχει τα ίδια μπάσα ακριβώς, και ελπίζω να μην κυκλοφορήσει και αυτό Νοέμβριο.

εδώ έχουμε ένα ανολοκλήρωτο ακόμα κομμάτι που νιώθω πως σε μερικά σημεία ακούγεται ο ήχος εισερχόμενου μηνύματος του soulseek

Τον Ιούνιο θα επανέλθω με την επόμενη ανεκδιήγητη μαλακία που θα μου έχει συμβεί

time and relevance

•28 Φεβρουαρίου, 2014 • Σχολιάστε

Πριν κάποιες ημέρες σκεφτόμουν ότι το ep είναι ένα αρκετά παραγνωρισμένο format στην μουσική ιστορία. Δεν έχει ούτε την hit αμεσότητα του single, ούτε την ολοκληρωμένη εξέλιξη του LP στο μυαλό των ακροατών. Σε αυτό ίσως οφείλεται και η σχετική σπανιότητα των 10» κυκλοφοριών, το οποίο είναι αρκετά μεγάλο κρίμα κατά τη γνώμη μου. Και αν η Wikipedia βάζει το όριο της διάρκειας των ep στα 25 λεπτά, στο δικό μου μυαλουδάκι το όριο φτάνει λίγο μακρύτερα και το λήγουμε κάπου στα 30 (με διάφορες εξαιρέσεις φυσικά και προς τα πάνω και προς τα κάτω). Η ύπαρξη του ep διακατέχεται απο μια σαφή γοητεία κατ’ εμέ, καθώς πρώτα από όλα συνήθως αποτελεί κάτι απρογραμμάτιστο, κάτι ξαφνικό, σαν εκείνα τα δώρα που σου δίνουν χωρίς να υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος, επέτειος ή εορτασμός (και εδώ που τα λέμε είναι και τα καλύτερα). Η χρήση του ep από τους μουσικούς πολυποίκιλη, καθώς κάποιες φορές κυκλοφορεί για να δώσει στέγη σε περισσεύματα δίσκων (και εκείνες τις φορές συνήθως κρύβει διαμάντια), κάποιες φορές για να γεμίσει κενό χρόνο ανάμεσα σε κυκλοφορίες, κάποιες φορές για να καλύψει μια ιδέα που δεν εξελίχθηκε σε κανονικό δίσκο, κάποιες φορές ίσως και χωρίς λόγο. Ως αποδέκτης της μουσικής, λατρεύω σχεδόν όλους αυτούς τους λόγους, κυρίως γιατί όλοι καταλήγουν στην ιδέα ότι πρόκειται για μια πιο μυστηριώδη δημιουργία. Αυτή η ιδέα προήλθε από το επανειλλημένο κόλλημα με το «Woman King» των Iron & Wine, μια καταπληκτική κυκλοφορίας (μάλλον η αγαπημένη μου δική τους), η οποία με κορυφή το ομώνυμο κομμάτι λέει εκπληκτικές ιστορίες στα 25 σχεδόν λεπτά του. Λίγες ημέρες μετά, ξανάκουσα μετά από πάρα πολύ καιρό, και ίσως για πρώτη φορά τόσο προσεκτικά, το «Dyad 1909» του Olafur Arnalds, το οποίο με άφησε να κάθομαι έκπληκτος στο δρόμο σκεπτόμενος τι δεν είχα προσέξει τόσο καιρό, με το τελειώτικο χτύπημα να έρχεται στο τελευταίο κομμάτι, «…Og Lengra», το οποίο τρεχάτε να ακούσετε τώρα. Μετά προφανώς άρχισαν οι επόμενοι αυτόματοι συνδυασμοί, θυμήθηκα τη συγκίνηση με τα αδερφάκια «Silence Teaches You How To Sing» και «Silencing The Singing» (όχι που θα γλυτώνατε την αναφορά), την αναπάντεχη ομορφιά του «Travels In Constants» των Mono, τη χαρά της πρώτης γνωριμίας μέσω ενός ep με τους Londong Grammar, FKA Twigs, Rosie Low. Να μην ξεχάσουμε και τις συζητήσεις για την ατέλειωτη σειρά των τελευταίων κυκλοφοριών του Burial (αυτόματη ερώτηση μαποτεθαβγάλειδισκοεπιτέλους). Να μην ξεχάσουμε το σοκ της πρώτης ακρόασης του αρχικού riff του «Mammoth». Να μην ξεχάσουμε τον κεραυνοβόλο έρωτα με την από πουθενά εμφάνιση του «Electricity Wiped Out Heaven» των Threemovements (πως να ξεπεράσεις εκείνο το «6922/23» άραγε. Γιατί να θες να το ξεπεράσεις εδώ που τα λέμε;). Επειδή μάλιστα με συμφέρει, θα βάλω τρίποντο από την άλλη μπασκέτα, να επιλέξω τις cd εκδόσεις των Equinox/Solstice κυκλοφοριών και να σημειώσω πόση ομορφιά έχει χωρέσει σε αυτά τα 20-25 λεπτά ενός δίσκου. Είμαι σίγουρος ότι αν κάτσετε και σεις να σκεφτείτε, θα προστεθούν πολλές αναφορές στις από πάνω.

Σήμερα εκεί που χάζευα να βρω κανένα βιβλίο να αγοράσω, ένα από αυτά που κατέληξα τελικά, ήταν το «Blind Willow, Sleeping Woman», μια συλλογή διηγημάτων του Haruki Murakami. Ξεκινώντας να το διαβάζω στο μετρό, μου ήρθε αυτόματα στο μυαλό η σκέψη της αναλογίας ενός διηγήματος με ένα ep. Θέλει τέχνη να καταφέρει να πεις μια ολόκληρη ιστορία σε λίγες σελίδες, ίσως όσο δύσκολο είναι να παρουσιάσεις ένα ολοκληρωμένο μουσικό έργο σε 25 λεπτά. Αυτός ο περιορισμός ίσως να δίνει και περιθώριο για περισσότερη λεπτομέρειες στις ξεχωριστές πινελιές που συνθέτουν το τελικό αποτέλεσμα. Κάπως έτσι κατέληξε το «NippleJesus» να είναι μέσα στις πιο αγαπημένες μου ιστορίες του Hornby. Κάπως έτσι επήλθε και η τεράστια συμπάθεια για τον Etgar Keret και τον ρομαντικό σουρεαλισμό του. Σχετικά πρόσφατη ήταν και η γνωριμία με τον Wodehouse και τους «idle rich» του. Μάλλον κάποια στιγμή πρέπει να το πάρω απόφαση να διαβάσω και Alice Munro, μην πάει χαμένο το νόμπελ.

Η πρόταση της βραδιάς; Ξαπλώστε στο κρεβάτι, ανάψτε πορτατίφ, βάλτε να παίζει το «Woman King» και ξεκινήστε να διαβάζετε το «One Kiss On The Mouth In Mombasa». Μετά μπορείτε να κοιμηθείτε λίγο πιο ήσυχα, ξέροντας ότι ο κόσμος δεν είναι εντελώς κενός. Δεν θα καθυστερήσετε καν πολύ.

pilgrimage

•23 Φεβρουαρίου, 2014 • Σχολιάστε

Περίεργη ημέρα σήμερα (θα μου πείτε, πότε δεν ήταν περίεργες οι Κυριακές μας, κυρίως στο μυαλό μας). Το μεσημέρι περπατούσα με κοντομάνικο σε ένα σχεδόν καλοκαιρινά ηλιόλουστο περιβάλλον (ξέρετε, Ελλάδα, ήλιος, θάλασσα, Ακρόπολη, μουζάκα κλπ) και εδώ και μπόλικη ώρα θυμήθηκε με αέρα και ψιλόβροχο ότι είναι ακόμα χειμώνας. Μετά από πολύ καιρό μάζεψα κουράγιο να κάτσω να δω καμιά ταινία της προκοπής σήμερα. Είχα ξεκινήσει από χτες με μια επανάληψη του «Scott Pilgrim vs The World», αλλά κάτι η κουρασονύστα, κάτι λίγο παραπάνω κρασί, ο ύπνος νίκησε, οπότε η συνέχεια ήρθε σήμερα με τον (τρίτο) πρωινό καφέ. Αν και η ταινία ξεχειλίζει από indie στερεότυπα, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ την απλή γοητεία της, τις αναφορές της, αν και, για να πω την αλήθεια θα ήθελα να την έχω δει στα 22 μου και όχι στα 30 μου. Η απόλαυση παράμεινε η ίδια όμως και, φυσικά, η Mary Elizabeth Winstead ήταν αναμενόμενα ερωτεύσιμη. Η μουσική αξιοπρόσεχτα ταιριαστή στη φάση, αλλά δεν νομίζω να την άκουγα ποτέ αυτόνομη.

H συνέχεια ήταν δυο ταινίες τις οποίες πλέον ανεπιφύλαχτα, όταν σας έρθει η όρεξη για λίγη συνοφρυωμένη μαύρη κωμωδία. Το «A Film With Me In It» ήθελα να το δω χωρίς να ξέρω πολλά πράγματα γι’ αυτό μόνο και μόνο για την παρουσία του Dylan Moran. Τελικά άξιζε με το παραπάνω, ειδικά για κάποιον που αγαπάει τις αλληλουχίες συμπτώσεων στις ταινίες του. Αστεία, καταθλιπτικά ρεαλιστική στις περιφερειακές συνθήκες της και με εξαιρετικό interplay ανάμεσα στους δυο κύριους χαρακτήρες. Το επόμενο, η απαραίτητη σκανδιναβική νότα στο κατά τ’ άλλα φωτεινό σαββατοκύριακό μας, ήταν το «En ganske snill mann» του Hans Petter Moland. Το Stellan Skarsgård πρέπει να τον είδα πρώτη φορά στο «Good Will Hunting» (το οποίο ψήνομαι να ξαναδώ τώρα που το σκέφτομαι), αλλά τον συμπάθησα απεριόριστα με το ρόλο του στο «Aberdeen». Γενικά έχει μια τεράστια ικανότητα να παίζει ημι-καμμένους χαρακτήρες, τους οποίους κάνει συμπαθείς χωρίς να εξωραΐζει τα ελαττώματά τους. Στην ταινία πραγματικά δεν πρέπει να υπάρχει ένας χαρακτήρας που να μην έχει κάνει σκατά τη ζωή του και είναι περίεργο πως δυο ώρες βουτηγμένες στην μετριότητα και στην ελαφρά αποσύνθεση δεν σε μουδιάζουν, αλλά στο τέλος καταφέρνεις να δεις μέχρι και μια σχεδόν ποιητική πλευρά στο μικρο-σύμπαν που χτίζει ο Moland. Επίσης εξαιρετικά χαμογελαστό cameo από τον Anders Baasmo Christiansen του «Nord». Υπάρχει μια ατμόσφαιρα που καταφέρνουν να πιάνουν συνήθως όλοι αυτοί εκεί πάνω, που αν και δεν μπορώ να καταλάβω πλήρως, με αφήνει με ένα ιδιαιτέρως απαραίτητο μειδίαμα στο τέλος. Για το τέλος, με μια μικρή διακοπή για αναδιοργάνωση, κράτησα στο «Blue Like Jazz». Είστε post-modern Χριστιανός; Σας πείραζαν στο πανεπιστήμιο γιατί πιστεύατε στο θεό; Μπορείτε να σπουδάζετε θετικές επιστήμες και να βρίσκετε ηρεμία σε μια ανώτερη δύναμη; Πιστεύετε ότι οι φονταμενταλιστές χαλάνε το καλό όνομα των εκάστοτε σωτήρων; Αυτή είναι μάλλον η ταινία για σας. Μη με παρεξηγήσετε, μου άρεσε πολύ το τελικό αποτέλεσμα, ακόμα πιο πολύ οι αρκετά low-key ερμηνείες και σκηνοθεσία, αλλά το τελικό συμπέρασμα «για όλα τα καθυστερημένα που κάνουν οι άνθρωποι δεν φταίει ο θεός» μου ακούστηκε λίγο υπερβολικά εύκολο. Θα δεχτώ πάντως ότι και οι δυο πλευρές έχουν μεγάλο αριθμό καθυστερημένων (πώς θα μπορούσαν να το αποφύγουν όταν ο γενικός αριθμός των καθυστερημένων είναι τεράστιος). Καθόλου άσχημη ταινία ενηλικίωσης πάντως.

Σε μουσικές πλευρές, το νέο ep του Leyland Kirby δεν μου πολυάρεσε με την εξαίρεση της αδιανόητης ομορφιάς του «Diminishing Emotion», έχω ξανακολλήσει με το «Woman King» των Iron & Wine (έχω στο μυαλό μου post αφιερωμένο σε μεγάλα eps), ακούω προσεκτικά τη «Θητεία» και αναρωτιέμαι πότε θα ξυπνήσω με τη συνειδητοποίηση ότι πήγε Πέμπτη πάλι. Οι μέρες περνάνε ύποπτα γρήγορα, οι σκέψεις κρύβονται κάτω από την κουβέρτα, είμαστε λίγο εξωτερικοί παρατηρητές, στον ύπνο βάζουμε Helios και μάλλον έχασα την ελληνική έκδοση του High Fidelity.

Well, you could say that you’re undecided about spots

•11 Φεβρουαρίου, 2014 • Σχολιάστε

Φαντάζομαι ότι όλοι έχουν βρεθεί στο ιδιόμορφο αυτό σταυροδρόμι του να μην ξέρουν που έχει διάθεση να τους οδηγήσει η διάθεσή τους (pun intended). Ακεφιές ή ενέργεια; Απάθεια ή περισυλλογή; Παπουτσάκια ή μουσακάς; Ξέρετε τώρα, όπως κάθε μεγάλο δίλημμα της ζωής, έτσι και η απόφαση για το πως αισθάνεσαι εμπεριέχει αρκετές παραμέτρους και διφορούμενες διαστάσεις. Τι έχουμε εδώ λοιπόν; Top 5 τραγουδιών για όταν δεν ξέρετε ποια είναι η διάθεσή σας.

(Νο 5) Madrugada – Step Into This Room And Dance For Me

Στο μυαλό μου από τα ημι-παραγνωρισμένα κομμάτια του «Nightly Disease», απομακρύνεται λίγο από την κοιτάω-εναλλάξ-το-πάτωμα-και-το-ταβάνι ατμόσφαιρα του υπόλοιπου δίσκου. Η μελωδία του σαφώς χορευτική σύμφωνα με την προτροπή του τραγουδιού. Ακόμα προσπαθώ να αποφασίσω αν πρόκειται για πρόσκληση, πρόκληση ή απλά ευγενή πόθο. Το ύφος με κάνει να σκέφτομαι τα δυο πρώτα, εκείνη η μεσαία στροφή «By now we should know the music and the steps/Oh, me, I never asked, I never set you up» με κάνει να σκέφτομαι το τελευταίο. Υποθέτω ποτέ δεν θα μάθουμε αν χόρεψε τελικά ή αν την κοιτούσε έξω από την πόρτα.

(Νο 4) Monster Magnet – Dead Christmas

Σε ένα δίσκο που τα ταξίδια διαδέχονται το ένα το άλλο, από μια μπάντα που πάντα έβαζε το σωματικό πάνω από το ψυχικό, το «Dead Christmas» μοιάζει περίεργα σκεπτικό. Τσακισμένες βιολέτες, πνιγμένοι σε δημητριακά θεοί, ψυχές που κινούνται απελπιστικά αργά και φώτα που δεν λένε να εμφανιστούν. Εκείνο όμως το μεσαίο μέρος κινείται σε ύποπτα απογειωτικούς ρυθμούς και το τελικό συμπέρασα («I’ll see you around babe«) δεν εκφέρεται με ιδιαίτερη παραίτηση, το αντίθετο μάλιστα. Στην τελική, στην άκρη του Άρη περιμένεις, πόσο άσχημα να είναι;

(Νο 3) Buck 65 – Blood Of A Young Wolf

H μελωδία του κομματιού παραπέμπει σε ταξιδιωτικές americana στιγμές, οι ακατάπαυστοι στίχοι του Buck 65 αλλάζουν διαθέσεις πιο γρήγορα και από κανάλια το βράδυ του Σαββάτου. «See, I’m a man of many problems, up against some scary odds/We kill, we hide, we all fall down, idiots love to bury gods» και αμέσως μετά «Still I’m filled with wonder«. Ναι, ξέρουμε ότι δεν παλεύουμε ιδιαίτερα αυτό το μοντέρνο κόσμο με τις διάφορες ηλίθιες αναζητήσεις του, αλλά τελικά θα ξανακάναμε τα ίδια όπως λέει και ο καναδός φίλος μας. Το μυστικό κρύβεται εκεί λέω εγώ: «I don’t want to go to pieces, easy going, I’m afraid to fly & so I’m running»

(Νο 2) Pearl Jam – Indifference

Αν αυτό το τραγούδι δεν είναι σπουδή στην αντίθεση, δεν ξέρω τι είναι. Ο πρώτος στίχος του («I will light the match this mornin’ so I won’t be alone«) πρέπει να είναι από τα πιο θλιμμένα πράγματα που έχω διαβάσει ποτέ. Η ξεροκέφαλη (σε σημείο βλακείας) στάση του μπορεί να συμπυκνωθεί στο «I will stare the sun down until my eyes go blind«. Το συμπέρασμα ότι δεν θα κάνει διαφορά το ξέρουμε, το έχουμε συνειδητοποιήσει, το ξέρει μέχρι και η κιθάρα του McReady εδώ που τα λέμε. Επιμένουμε στη βλακεία μας όμως, το στηρίζει και ο θείος William («If the fool would persist in his folly he would become wise») και δεν αλλάζουμε κατεύθυνση ποτέ.

(No 1) Dead Can Dance – Crescent

Εδώ πλέον έχουμε περάσει σε κοσμικά επίπεδα προβληματισμών. Δεν εμπιστευόμαστε τα μάτια μας, πεθαίνουν αστέρια, το ίδιο το φως είναι η ύψιστη ψευδαίσθηση. Τι επιχειρήματα να φέρεις απέναντι σε αυτά τα χτυπήματα; Η μουσική όμως παρά τον σοβαρό της χαρακτήρα δεν σε οδηγεί σε ιδιαίτερα απελπισμένες οδούς, ενώ και ο ίδιος ο Perry το παραδέχεται κάπου ότι «And the more that i see/The more life means to me». Η δε κατάληξη του τραγουδιού είναι αρκούντως υμνική. Άλλωστε η παραδοχή συνεχίζεται («Ι need love in my life»). Ας είμαστε ρεαλιστές μπροστά στις δικές ανησυχίες, τα παράδοξα του σύμπαντος μάλλον λαμβάνουν δευτερεύοντα ρόλο.

Και επειδή δεν πρόκειται να καταφέρουμε να καταλήξουμε σε κάποια απόφαση, ας το παίξουμε 1-2-Χ για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα χαθούμε εντελώς. Πιθανώς να επανέλθουμε και με δεύτερο μέρος.

winter catharsis

•6 Φεβρουαρίου, 2014 • Σχολιάστε

Την τελευταία βδομάδα ο χειμώνας αποφάσισε να κάνει δυναμικότατη επιστροφή, οι κουβέρτες πέφτουν η μια πάνω στην άλλη και δεν προλαβαίνουν, το έδαφος κουνιέται, οι πολιτικές εξελίξεις τρολλάρουν, η διάθεση το ρίχνει λευκό ή άκυρο. Μουσική να υπάρχει βέβαια και όλα τα υπόλοιπα τα βρίσκουμε συνήθως. Ή και να μην τα βρίσκουμε, έχουμε κάτι να απασχολούμε το κεφάλι μας.

Δεν είμαι μεγάλος fan των solo album. Μπορείτε να κατηγορήσετε μια ταλαιπωρημένη παιδική ηλικία, όπου τα διάφορα album των διάφορων guitar heroes συνήθως διαφημίζονταν ως κάτι διαφορετικό από τις επιδείξεις μεγαλομανίας που συνήθως ήταν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δίσκοι, επικεντρωμένοι σε ένα όργανο, που διαθέτουν ουσιαστική ομορφιά (ένας εύκολος πρώτος τρόπος να τους αναγνωρίζετε είναι η έλλειψη της λέξης βιρτουόζος ή των παραγώγων της). Ένα άλλο πεδίο με το οποίο έχω χάσει την στενή επαφή μου τα τελευταία χρόνια είναι και ο ευρύτερος χώρος της κλασσικής μουσικής, με ελάχιστες εξαιρέσεις, επικεντρωμένες κυρίως στους μινιμαλιστές νεοκλασσικούς.

Κάπως έτσι λοιπόν φτάνουμε στον αγαπημένο μου δίσκο των τελευταίων ημερών και η απόδειξη ότι και η Βραζιλία μπορεί να βγάζει ωραία πράγματα. To όνομα του νέου Andrei Machado, το όνομα του δίσκου «Catarse» (πορτογαλικά για να μην ψάχνετε), γενικά λίγες πληροφορίες στο internet περί αυτού (δεν το λες και κακό αυτό), αν και μπαίνοντας στη σελίδα του στο last.fm, πρώτη αναφορά στις επιρροές το όνομα ενός άλλου παλιού γνώριμου, του Peter Broderick. Παίρνετε μια σαφή εικόνα λοιπόν το τι έχουμε στα μόλις 25 λεπτά του «Catarse». Σχεδόν αποκλειστικά πιανιστικές συνθέσεις, λίγο ambient, λίγο νεοκλασσική, λίγο Satie, λίγες σιωπές, αρκετές παύσεις, μπόλικη γλυκιά ή μη μελαγχολία, δυστυχώς καθόλου ανάποδοι σκελετωμένοι ρυθμοί όμως. Κανείς δεν είναι τέλειος θα μου πείτε. Το ξέρω θα σας πω και θα μιλήσω με ειλικρίνεια, και μένα μου έλειψε το σκοτάδι και η άβυσσος της ψυχής μας, αλλά έκανα την καρδιά μου πέτρα και το αγάπησε το «Catarse».

Προτείνεται για ρομαντικά δείπνα, καλά βιβλία, βροχερούς περιπάτους, ματς του Παναθηναϊκού (για να συμβαίνει και κάτι ενδιαφέρον εκείνη τη στιγμή), γνωριμίες με καινούρια σκεπάσματα και απογεύματα στη δουλειά.

Δεν προτείνεται για πρωινούς καφέδες, παρτάρισμα με αλκοόλ, παρτάρισμα με Buckler, βραζιλιάνικα καρναβάλια και γενικά για πράγματα που δεν σας γεμίζουν την ψυχούλα με περισυλλογή και ενδοσκόπηση.

the merry month of amethysts

•2 Φεβρουαρίου, 2014 • Σχολιάστε

Πέρασε λοιπόν και ο περίεργα καλοκαιριάτικος Ιανουάριος. Ο χειμώνας επέστρεψε δυναμικά, οι Κυριακές επίσης, η μουσική συνεχίζει να δημιουργείται, οι δουλειές συνεχίζουν να κουράζουν, ο ύπνος ποτέ δεν είναι αρκετός, οπότε είπαμε να επανέλθουμε με τις κλασσικές διαδικασίες επεξεργασίας γεγονότων.

what a lovely day

…what a lovely day

01. Esmerine – Lost River Blues II
02. Anais Mitchell feat. Greg Brown – Hey, Little Songbird
03. Fabrizio Paterlini – Not From The Past, Not For The Future
04. Mark Lanegan – Low
05. Skuli Sverisson – Her Searching Hands
06. Nils Frahm – Says
07. Jeremy Jay – Sentimental Expressway
08. Håkon Kornstad & Håvard Wiik – Bad And The Beautiful
09. Mark Kozelek – Heron Blue
10. Johann Johannsson – The Cause Of Labour Is The Hope Of The World (Live From KCRW)
11. Nick Cave & The Bad Seeds – Mermaids (Live From KCRW)
12. Erik Enocksson – The State The Sea Left Her In
13. Andrei Machado – Menos
14. Carlos Cipa – Morning Love
15. Piano Interrupted – An Accidental Fugue
16. Jim Jarmusch & Jozef Van Wissem – Etoimasia
17. Broken Bells – Holding On For Life

ear on the ground

•28 Ιανουαρίου, 2014 • Σχολιάστε

Δεν θυμάμαι που διάβασα για πρώτη φορά το όνομα των Mono. Ήταν αρκετά χρόνια πριν σίγουρα, μάλλον λίγο πριν την κυκλοφορία του «Walking Cloud…». Ας πούμε το 2003 για να είμαστε μέσα. Σημαδιακή χρονιά το 2003. Χρονιά γνωριμιών, χρονιά που είδαμε τους GY!BE live, χρονιά που αρχίσαμε να καίμε τη σχολή μας. Χρονιά αλλαγών γενικά. Αν δεν θυμάμαι, ποιος μου έμαθε τους Mono, θυμάμαι σαν σήμερα την ανακάλυψη του «One Step More And You Die» στο Metropolis (τις παλιές, καλές εποχές του Metropolis), την αγορά του (θα σας έλεγα και τη διαδρομή προς το σπίτι, αλλά ας μην γίνομαι υπερβολικός), την πρώτη ακρόαση του «Com(?)» και το σοκ που την ακολούθησε (ανάλογες αισθήσεις με την πρώτη ακρόαση του «What A Long, Strange Journey This Has Been» των 2 By Bukowski). Μετά ήρθε το «Walking Cloud…», το «You Are There», τους είδαμε live, φύγαμε από live τους πριν τους δούμε λόγω αδιανόητων συνθηκών και σήμερα, 11 χρόνια μετά, έχουμε χάσει την επαφή μαζί τους καθώς αποφάσισαν σιγά σιγά να βάλουν πολύ νερό στο κρασί τους και να καταλήξουν σε μια ημι-αδιαφορη ορχηστρική μπάντα δωματίου (μερικές φορές η πορεία είναι προδιαγεγραμμένη, αλλά δεν μπορείς να το δεις ή αν το βλέπεις ελπίζεις σε γκολ στις καθυστερήσεις). Το «Hymn To The Immortal Wind» ήταν ωραίο αλλά άφηνε περιθώρια ανησυχίας και το «For My Parents» μου προκαλεί σοβαρή βαρεμάρα στις διάφορες προσπάθειες ακρόασης.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο 2014 και αυτή τη φορά καταγράφουμε το που για να μην ψαχνόμαστε σε καμια δεκαριά χρόνια. Το Stationary Travels (ένα από τα τελευταία αγαπημένα μου blogs) μου έμαθε λοιπόν πριν κάποιες ημέρες τους (τον) Aural Method (κατά κόσμον Matt Kidd). Ακούγοντας το πρώτο του album («When I Drifted I Heard A Faint Melody») μου ήρθε αμέσως στο μυαλό η ιδέα του πόσο ωραία θα ήταν να είχαν εξελιχθεί έτσι οι Mono. Ανάμεσα στο ambient, τη μουσική δωματίου και την μελωδική πλευρά του post rock, ο δίσκος είναι εξαιρετικά καθηλωτικός, συγκινητικός και γενικά αυτό που ζητάει η ψυχούλα σας τέτοιες μέρες που ο καιρός ξαναθυμήθηκε ότι έχουμε χειμώνα. Η ισορροπία που έχει καταφέρει να πιάσει το «When I Drifted…» είναι αξιοζήλευτη και το γεγονός ότι αποφεύγει τις ιδιαίτερες εξάρσεις δεν το αποτρέπει από το να μαγνητίζει τον ακροατή. Με κάτι τέτοια (και με τους Sound Of Rescue) μου δημιουργείται η αίσθηση ότι ίσως έχουμε να δούμε ακόμα πράγματα σε αυτό τον ήχο (γιατί άμα περιμένουμε από το «Rave Tapes» σωθήκαμε). Άμεση προτεραιότητα στη συνέχεια έχει πάρει και το δεύτερο, περσινό «Slumber, Savage Beasts» και ελπίζω να συνεχιστεί ο ενθουσιασμός.

Εκτός από αυτά όμως, ας θυμηθούμε και παλιούς έρωτες:

Can tensile strength be reduced with time?

•26 Ιανουαρίου, 2014 • Σχολιάστε

Τον τελευταίο καιρό, κάθε φορά που έμπαινα στο γραφείο έβλεπα τη στοίβα με τα αδιάβαστα τεύχη του Wire να μεγαλώνει μήνα με το μήνα. Είναι περίεργη η αίσθηση της συνειδητοποίησης ότι κάτι για το οποίο μέχρι (σχετικά) πρόσφατα δεν μπορούσες να περιμένεις να κάνεις, τώρα δεν σου κάνει καμιά αίσθηση και είναι κάτι ακόμα που αφήνεις για κάποια άλλη στιγμή. Προχτές αποφάσισα, μια που δεν έχω ιδιαίτερη όρεξη για ανάγνωση βιβλίων αυτό τον καιρό, να αναπληρώσω το χαμένο χρόνο. Από σύμπτωση, χτες είχαμε μια σχετική συζήτηση, στην οποία εκφράστηκε ένα παρόμοιο αίσθημα, το οποίο με οδήγησε σε σκέψεις (μη φανταστείτε τίποτα πρωτοποριακό συγκλονιστικό φυσικά – κρατάμε τις δυνάμεις μας για άλλους τομείς). Το γεγονός παραμένει όμως ότι χωρίς να έχουμε αλλάξει δραματικά εμείς ή να έχει αλλάξει δραματικά το Wire (αν μη τι άλλο οι αναφορές στον Omar Suleiman έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια), πλέον δεν μας ασκεί αρκετή εντύπωση ώστε να το αποζητούμε. Ίσως τελικά και αυτή η έλλειψη αλλαγής να έφερε και την τελική βαρεμάρα. Τώρα που ξεκίνησα να τα ξαναδιαβάζω πάντως, συνεχίζει να μου αρέσει τρομερά το ύφος γραφής, η ποικιλία των ειδών που καλύπτει, η διάθεση να βγάλει καινούρια πράγματα (το προ εξαμήνου, πλέον, αφιέρωμα στην νέα ηλεκτρονική σκηνή του Bristol ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον), αλλά. Βέβαια η συνδρομή έχει ανανεωθεί μέχρι τον επόμενο Νοέμβριο, οπότε υπάρχει καιρός ακόμα. Ελπίζω μέχρι τότε να μην αυξάνεται μόνο η στοίβα.

Πριν τις συζητήσεις περί μουσικών περιοδικών, χτες μου ήρθε όρεξη μετά από καιρό για περπάτημα στο κέντρο και μια σύντομη βόλτα από τα δισκοπωλεία στο Μοναστηράκι. Ήταν ωραίο το Σάββατο, αν και αρκετά βροχερό, είχε αρκετό κόσμο για να χαζεύεις αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να μην μπορείς να περπατήσεις και γενικά υπήρχαν κάποιες ενδείξεις ζωής σε μια πόλη που τελευταία δυσκολεύεται ακόμα και στα αυτονόητα. Επίσης μια που ακόμα δεν έχουν αρχίσει να μαζεύονται οι νέες κυκλοφορίες προς ακρόαση μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, είπα να πάρω το πιστό μου MP3 player και να το γεμίσω με δίσκους που ήθελαν επανακρόαση. Έχω ξαναπεί νομίζω ότι τη συγκέντρωση που έχω στη μουσική όταν περπατάω δεν την έχω σε καμιά άλλη περίπτωση και πάντα λάτρευα το συνδυασμό των ματιών τριγύρω μου σε συνδυασμό με τα ακουστικά στο κεφάλι μου. Το πρόγραμμα χτες είχε το «Fuck Death» του Corey Mercer (Blackout Beach), το οποίο μου φάνηκε αρκετά ωραιότερο σε σχέση με πως το θυμόμουν και μου θύμισε τις συγκινήσεις του «Skin Of Evil» με τον ιδιότροπο συναισθηματισμό του, το εκπληκτικό soundtrack του «Prisoners» από το Jóhann Jóhannsson, το οποίο είναι από τα λίγα πλήρως ορχηστρικά soundtrack που με κόλλησαν κατευθείαν, κυρίως γιατί χρησιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις παύσεις ανάμεσα στις νότες και, για το τέλος, το «In A Lonely Place» των Tape Loop Orchestra, το οποίο κάθε φορά που ξανακούω εντυπωσιάζομαι από το χαρακτήρα του. Επανάληψη, αποσύνθεση, αλλά και μελωδία, ίσως σε ένα ύφος πιο λιγότερο άυλο από τις αντίστοιχες δουλειές του Basinski, αλλά και μάλλον πιο προσιτό εξαιτίας αυτού. Όσοι αρέσκονται σε δομήσεις και αποδομήσεις, μάλλον θα χαθούν μέσα στις τρεις συνθέσεις του (και ίσως πρέπει να δούμε και την ομώνυμη ταινία που το ενέπνευσε).

Οι επόμενες ημέρες έχουν Wire και ακροάσεις παλιών δίσκων όπως καταλαβαίνετε, μέχρι να συνειδητοποιήσουμε τι συμβαίνει το 2014.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε