perfect day

•1 Φεβρουαρίου, 2015 • Σχολιάστε

Υπάρχει μια κατάσταση που αναμειγνύεις ανεπανόρθωτα πολλά είδη αλκοόλ, χωρίς να παραδέχεσαι τον λόγο, που μετά βγαίνεις έξω, δε μιλάς με κανέναν μιλώντας με όλους, που πάει τέσσερις, τσακώνεσαι με τον ταξιτζή επειδή δε χαμηλώνει τον σταθμό της εκκλησίας (τοσηδά Αθήνα, νόμιζες θα μου ξέφευγες;), μπαίνεις στο σπίτι, ακροβατείς να μην πατήσεις έναν Duncan/O’rourke και έναν Pierre Henry που γλίστρησαν και οριζοντιώθηκαν (μαζί τα ήπιαμε), ξαπλώνεις με παραπανίσια στροφορμή, κοιτάζεις προσεκτικά το ταβάνι με ανεξήγητη απορία, έπειτα παίζεις ένα παιχνίδι με quiz στο κινητό που δε θυμάσαι πως ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ βρέθηκε εκεί, δε θυμάσαι επίσης πόσες επιστολές του Παύλου προς τον Φιλήμονα περιέχονται στην Καινή Διαθήκη, χάνεις στην κατηγορία Θρησκεία την ίδια ακριβώς στιγμή που ο ταξιτζής σου βγαίνει ταξιτζής της χρονιάς στο taxibeat, εσύ γυρίζεις πλευρό, αναρωτιέσαι γιατί έτσι; και κοιμάσαι. Είναι εορταστικό βράδυ Σαββάτου, χρόνια πολλά Κώστα, όλοι έχετε πάει σε πολλά εορταστικά βράδια.

Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι το γιατί έχω ξυπνήσει (και σηκωθεί απότομα) από τις οκτώ το πρωι με αποκλειστικό -και μυστηριωδώς προφανή- σκοπό να ανοίξω ένα youtube link με το Perfect Day του Lou Reed και να το ακούσω δεκαπέντε φορές σερι κοιτώντας συνεχώς τη φωτογραφία του Lou Reed που ανέβασε ο uploader μαζί με το κομμάτι. Το στομάχι είναι διαλυμένο, δεν έχω πιεί νερό, δεν έχω ρίξει νερό στο πρόσωπό μου, δεν έχω φτιάξει καν καφέ.

Lou Reed. Perfect Day. Όλοι έχετε perfect days.

τα φετινά είκοσι

•30 Δεκεμβρίου, 2014 • Σχολιάστε

Λίγη ένοχη σιωπή μετά, η κακιά συνήθεια προλαβαίνει τη διαπίστωση πως οι λίστες έχουν γίνει πια κάτι αρρωστημένα βαρετό και κοινότυπο. Κοιτάζω δεξιά και αριστερά, πίσω, λίγο συνωμοτικά, ευτυχώς έχω ψευδώνυμο εδώ, και ξανακάνω αυτό που ξαναείχα σκοπό να μην ξανακάνω, μια κατάταξη. Ας σημειωθεί πως ο ιστότοπος εδώ ήταν οριακά νεκρός, οπότε αν έπρηζα λίγο πιο σταδιακά ίσως να μην υπήρχε καν υποτυπώδης λόγος για λίστα, πάντως βρέθηκε κάποιος ελεύθερος χρόνος και άρα κάποιος λόγος, μέθοδος ποτέ. Συνοπτικά, μάλλον η τελευταία χρονιά που μπαίνω στη διαδικασία, του χρόνου με την επόμενη θα εξηγήσω περαιτέρω τους λόγους που είχα αναφέρει πέρσι. Για τους αναγνώστες, ο RR με λυπήθηκε και μου έστειλε τελικά τις κυκλοφορίες (θαύμα, θαύμα!), έξω κάνει σατανιστικό κρύο (τώρα που μιλάμε), μια συμμορία με κυβερνητικούς νεοναζί πήρε λίγο από τον περιρρέοντα ψόφο (τώρα που μιλάμε), και κλείνοντας θα ήθελα να ευχηθ

01. John Lacey, COUM Transmissions – Music For Stocking Top, Swing And Staircase (other ideas)

Όσα και να γράψω για αυτό εδώ θα είναι λίγα. Ο John Lacey υπήρξε μέλος των Coum Transmissions του Genesis P-Orridge, ενώ παράλληλα έπαιζε με τη δική του μπάντα, τους Vacuum Multimedia Theatre Troupe. Κατόπiν γνώρισε τον Chris Carter, με τον οποίο σύστησε τους Genesis P-Orridge και Cosey Fanni Tutti. Λίγα χρόνια αργότερα, ο κόσμος έμαθε τους Throbbing Gristle. Το Music For Stocking Top, Swing And Staircase αποτυπώνει μέρος μιας δωδεκάωρης εμφάνισης των Cosey Fanni Tutti, Genesis P-Orridge και Tom Reindeerwork, ως COUM Transmissions, στο Gulbenkian Hall του Royal College of Art του Λονδίνου, την 1η Οκτωβρίου του 1974. Όση από την ηχογράφηση διασώθηκε, ηχογραφήθηκε σε φορητό κασσετόφωνο του John Lacey, με τον ίδιο να έχει στήσει σχεδόν όλα τα ηχητικά. Τους COUM Transmissions και τις δισκογραφικές τους δουλειές τις γνωρίζετε, αυτό όμως που συμβαίνει εδώ είναι υπεράνω κάθε περιγραφής, είναι η πρώιμη πειραματικότερη εκδοχή των TG στα καλύτερά της. Είναι ο William Burroughs στις Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας. Είναι οι δύο πλευρές του Journey Through A Body αλλά ακόμα πιο αυτοσχεδιαστικές. Και αγαπάμε το βινύλιο γενικά, αλλά το πράγμα αυτό είναι τόσο ενιαίο που η αλλαγή πλευράς το σκοτώνει (και είναι και πετσοκομμένο), οπότε προτιμήστε το μονοκόμματο cd που περιέχεται στην έκδοση, μια εκπληκτική έκδοση της Other Ideas των The Boats. Δεν είναι μόνο ο αγαπημένος δίσκος άλλης μιας λίστας μου, είναι άλλη λίγη από την ωραιότερη μουσική που άκουσα ποτέ μου.

02. Stine Janvin Motland – In Labour (pica disk)

Σοκ. Από το πουθενά. Έχω μια άρρωστη τρέλα για τους φωνητικούς δίσκους, από το Voice της Maja Ratkje (έρωτας) ως το Sleeping Beauty της Junko, από τον Yximalloo και τον Tazartes ως το Medulla και πάει λέγοντας. Το In Labour της Νορβηγίδος δεσποινίδος Stine Janvin Motland έγινε ήδη προσωπικό σημείο αναφοράς των vocal δίσκων.

03. Jason Lescalleet – Much To My Demise (kye)

my dreams are dogs that bite me.

(έβγαλε αρχές Δεκεμβρίου και δίσκο με τον Aaron Dilloway, θα ήταν επίσης στη λίστα, αλλά προτιμήθηκε μια αποθήκη των ΕΛΤΑ)

04. Spunk – Adventura Botanica (rune grammofon)

Έρωτας, τι να πω για τον έρωτα.

05. Jandek – Ghost Passing (corwood industries)

Εξαπλό cd με τον Jandek να παίζει πιάνο και theremin. Όχι τόσο έντονα όσο στο σχεδόν La Monte Young «The Beginning», αλλά αρκετά ώστε να το ακούω όλο το καλοκαίρι σερί. Σε αντίθεση με το αντίστοιχο εννιαπλό The Songs of Morgan, έχει και λόγια.

06. Consumer Electronics – Estuary English (dirter)

CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS

07. Cremation Lily – Fires Frame The Silhouette (alter)

Δεν είναι πως πρόκειται για τον δίσκο των Cremation Lily που περίμενα σαν τρελός, είναι απλά μια συλλογή από μερικές δεκάδες κασέτες του Zen Zsigo. Δηλαδή πρόκειται για τον δίσκο των Cremation Lily που περίμενα. Σαν τρελός.

08. Electric Sewer Age – Bad White Corpuscle (old europa cafe)

Ο δεύτερος δίσκος του Danny Hyde είναι σαν να έχει ηχογραφηθεί στα studios του Ape of Naples. Στο πέμπτο κομμάτι οριακά ακούμε τον John Balance.

09. Minibus Pimps – Cloud To Ground (susannasonata)

O Helge Sten, λίγο πριν ξανασυνεργαστεί με τον Biosphere, φτιάχνει ένα δίσκο με τον John Paul Jones. Το όνομα Minibus Pimps παραπέμπει σε σύμπραξη Blink 1982 με Bloodhound Gang. Η μουσική του Cloud To Ground είναι αυτό το κηδειακό που λατρεύω στον Deathprod. Φυσικά, πανηγυρικά απών από σχεδόν κάθε λίστα εκεί έξω.

10. Sewer Election – Nära (järtecknet)

Είχα τους Sewer Election στο μυαλό μου σαν το γνωστό-άγνωστο άλλο_ένα_project, ώσπου είδα live τον Dan Johansson και κατάλαβα πέντε πράγματα καλύτερα. Αυτό που ξεκίνησε στο Vittra Sönder, τελειοποιείται στο Nära. Tape music, field recordings, θόρυβος, drones, ακόμα και ακουστική κιθάρα σε ένα κομμάτι. Ιδιοφυής. Συνοδεύεται εκλεκτά από τον δίσκο των Hypnosis (με τον Joachim Nordwall) και την απίστευτη Introverted Formula συλλογή.

11. Smegma – Mutant Stomps (helicopter)

Οι Smegma έχουν νέο δίσκο, αυτό αρκεί.

12. Black to Comm – Black To Comm (type)

Δύο χρόνια μετά το χλιαρό EARTH (δε μπορείς να γράψεις ένα Manafon ή ένα Drift τόσο εύκολα), ο Marc Richter επιστρέφει στην Type με απερίγραπτα καλό δίσκο.

13. Tom James Scott – Teal (skire)

Συναίσθημα. Στο τέλος της μέρας άκουσα περισσότερο Tom James Scott από Otto Totland.

14. Bizarre Uproar – Vihameditaatio (filth & violence / urashima)

Ο πιο «σοβαρός» δίσκος του Pasi Markula. Λιγότερο επιθετικός, περισσότερο εσωτερικός, λογικά θα ασκήσει το γνωστό ΤΕΧΝΟΜΕΤΑΛ Kusi Paska Veri κοπάνημα ανοξείδωτης λαμαρίνας από του χρόνου (το Paska).

15. Rodger Stella – Resin Drones (ultra eczema)

Δεν είχα ιδέα πως ο Rodger Stella μπορεί να φτιάξει «τέτοιο» δίσκο. Μικρό ακατανόητο αριστούργημα, καρφωτό για Ultra Eczema.

16. Andrew Chalk – The Circle of Days (faraway press)

O Andrew Chalk τα έχει κάνει όλα. Από τη βαρβαρότητα των TNB ως τα πλέον μελωδικά των Mirror. Έχει λέει άλλους πέντε δίσκους γραμμένους στο στυλ του Circle of Days. Να τους βγάλει.

17. Lussuria – Industriale Illuminato (hospital productions)

Φλερτάρει με όλη μου τη δισκοθήκη, και η μισή του κάθεται από το πρώτο βράδυ.

18. Pan Sonic – Oksastus (kvitnu)

Ο μόνος δίσκος που δε βγήκε ούτε μια φορά από το mp3 player μέσα στο 2014.

19. Robert Turman – Three Parts / Live At Sejerø Festival 2013 (cejero)

Παλαιά ηχογράφηση σε νέο δανέζικο label με bonus περσινή ζωντανή εμφάνιση. Για μένα είναι ο νέος δίσκος του Robert Turman και αυτό είναι σπουδαίο. Μετράω μέρες για την επανακυκλοφορία του Chapter Eleven, όχι απαραίτητα αντίστροφα.

20. Death Blues – Non-Fiction / Ensemble (sige / rhythmplex)

Μοναδική κλεψιά της λίστας, δύο δίσκοι για τον death blues προσανατολισμό του Jon Mueller. Ο πρώτος είναι βιογραφικό για ένταξη στους Swans, ο δεύτερος για όταν δεν είσαι καλά και δεν πολυκαίγεσαι να γίνεις. Συνοδεία η συνεργασία με τον Duane Pitre, και έχεις τρεις εκπληκτικούς δίσκους από έναν εκπληκτικό μουσικό μέσα σε ένα χρόνο.

just like always

•22 Δεκεμβρίου, 2014 • 1 σχόλιο

Να ξεκινάς την ιστορία κοντά στο τέλος της και να πεις τα προηγούμενα στην πορεία. Δεν το λέω εγώ, έτσι συμβουλεύει ο Kurt Vonnegut τους νέους συγγραφείς. Κοντά στο τέλος της σημερινής ιστορίας, έχουμε τον θάνατο του Joe Cocker στα εβδομήντα του. Ποιoς είναι ο Joe Cocker, να μια γνωστή ιστορία, είναι η ενσάρκωση του compact disc club σε ένα άνθρωπο, είναι η βραχνότερη εκδοχή του light ραδιοφωνικού ροκ, είναι «εκείνες οι ενορχηστρώσεις που καταφέρνουν καλύτερες τις διασκευές από τα originals» (δεν έχει διαπιστωθεί), είναι ένα κομματάκι του Woodstock, είναι εννιά και μισή βδομάδες και unchain my heart. Οπότε ποιο το πρόβλημα θα μου πείτε, θα αρχίσετε -πάλι- τα hate mails, θα αναρωτηθείτε δικαίως γιατί θεωρήσαμε καλή αφορμή να νεκραναστήσουμε ένα νεκρό blog με αφορμή τον νεκρό πια Joe Cocker.

Η αλήθεια είναι ακριβώς αυτή, αν έχω παιδικές αναμνήσεις είναι οι κασσέτες Joe Cocker του πατέρα μου, οι κουβέντες που μου έλεγε για αυτόν όταν ήμουν μικρός (ναι Αλέξανδρε, πριν γίνω ενοχλητικός χίπστερ) για τη συναυλία του στην Αθήνα, ο ιδιαίτερος τρόπος που έδειχνε να τον θαυμάζει, και εκατό εκατομμύρια Κυριακές στο αμάξι με little help from his friends. Μετέφερα τηλεφωνικώς τα νέα, δεν υπήρξε μια ηλίθια πίκρα, μια συναισθηματική αμηχανία, ή κάποια άλλη τέτοια μαλακία, υπήρξε εκείνο το «άντε ρε, κρίμα», ένας μικρός φόρος τιμής σε εκατό εκατομμύρια Κυριακές στο αμάξι. Στη φιλότιμη –και επιτυχημένη- προσπάθεια να κρατήσω στεγνή μια κόπια του Sheffield Steel έξω από το μοναδικό δισκοπωλείο της Χαϊδελβέργης, εν μέσω αρκετής βροχής, για δώρο, κάνω δώρo δίσκους γενικά, τώρα τον έχουμε διπλό επειδή ποιος οπαδός του Joe Cocker δεν έχει το Sheffield Steel.

Αυτά, αντίο Joe Cocker, να μας συγχωρείτε που δε γράφουμε συχνά αλλά το wordpress ζητάει ένα ευρώ ανά δημοσίευση και ακριβώς τόσο κάνει ένα αντίτυπο του Sheffield Steel στο μοναδικό δισκοπωλείο της Χαϊδελβέργης.

γιατί δεν πεθαίνεις:

•9 Ιουνίου, 2014 • Σχολιάστε

Ο καιρός δεν έχει αποφασίσει αν είναι Μάρτιος με υγρασία ή βαθύ καλοκαίρι με περισσότερη υγρασία. Είθισται τέτοια περίοδο να μην αρκεί η ξερή παράθεση του ωραίου youtube συνδέσμου στα ωραία social media για να μοιραστώ την αγάπη για τον ωραίο καλλιτέχνη. Θα σου βάλω ένα Taj Mahal Travellers, το August 1974, θα σκεφτείς πως καίγομαι άνευ λόγου και αιτίας, θα μαντέψεις ίσως πως βρήκα φτηνό τον δίσκο και ενθουσιάστηκα ή πως προφανώς θα συνόδευσε μια ενδιαφέρουσα ιστορία μου, ένα κοκτέιλ σε μια ταράτσα, ένα εκλεπτυσμένο event με νιου γιόρκερς (που λέει και ο Μικές), τους Ιουνίους άλλωστε έχω πάντα ενδιαφέρουσες ιστορίες. Εναλλακτικά δε θα σκεφτείς τίποτα από αυτά και θα πας ή δε θα πας για μπάνιο, διότι εδώ κοτζάμ καιρός δεν έχει αποφασίσει ακόμα, εσύ θα το κάνεις;

Δεν είναι ακριβώς ιστορία, αλλά συνέβη πέρσι το καλοκαίρι σε μια κούνια, στον έκτο όροφο ενός στενού δρόμου, με δεκατέσσερα κιλά σταφύλι και νερό, όπου είδα τον Έρωτα στη Χουρμαδιά του Σταύρου Τσιώλη. Από την πρώτη σκηνή με την ορχήστρα, σαν μεταφυσικό όραμα, είχα κατανοήσει πως θα έχανα για λίγο το δρόμο του γυρισμού, δεν μπόρεσα να το εξηγήσω τότε, ούτε και αργότερα όταν όντως συνέβη. Το ίδιο ακριβώς συναίσθημα είχα στη σκηνή του Παρακαλώ Γυναίκες Μην Κλαίτε, του ιδίου Σταύρου Τσιώλη, στο διάλογο στο ηλιοβασίλεμα, στους βρικόλακες του Ίψεν, στο τόσο ανατριχιαστικό γιουρόπιαν (που δε λέει ο Μικές, αλλά θα μπορούσε να λέει) στιγμιότυπο του βαθιού ελληνικού φολκλόρ. Ο Σταύρος Τσιώλης και ο Χρήστος Βακαλόπουλος, ανάμεσα σε δεκάδες άλλα πράγματα που θαυμάζω, έχουν λεπτύνει γοητευτικά την απόσταση μεταξύ των μακρινών πραγμάτων, έχουν ελαττώσει τον άδειο χώρο μεταξύ των ανθρώπων, που είπαν και κάποιοι άλλοι. Σίγουρα δεν το λέω καλά, αλλά δε θέλω να το πω και καλά γιατί θα πρέπει να γίνω συγκεκριμένος, και το νόημα του σύγχρονου αστικού ξεπερασμένου μπλόγκιν’ είναι να είσαι αφηρημένος, η δική μου νιου γιoρκ, το δικό μου παρίσι

Οι συζητήσεις με ανθρώπους που θέλω να συζητάω για ώρες (σπάνιο αλλά υπαρκτό) φέρουν κοινή αγωνία και αμηχανία για τα μελλούμενα, όμοιες απορίες για το πόσο πιο λάθος μπορούν να γίνουν τα πράγματα, εκστατικά συμπεράσματα μετά νέου τσιγάρου και αναπτήρα συνήθως μπλε, πράγματα που πρέπει οπωσδήποτε να καταγράφονται αυτολεξεί στα μπλογκς την επόμενη μέρα. Φέρουν και απορίες, που λίγο αργότερα, όταν θα σηκωθείς από το στραβό καρεκλάκι στο γρασίδι, που φοβόσουν πως η μπύρα σου δεν έχει στερεωθεί καλά και μπορεί να χυθεί, που ίσως έχει πιαστεί λίγο το δεξί σου πόδι και στα πρώτα δέκα βήματα περπατάς άκομψα (δηλαδή σαν μαλάκας), φέρουν απορίες τελοσπάντων που θα σου τραγουδάει ο Αργύρης Μπακιρτζής, τον Ιούνιο στην Αθήνα, για πρώτη σου φορά

Γιατί δεν πεθαίνεις;

..γιατί κάθε πρωί σ’αναζητώ

words full of music

•9 Μαΐου, 2014 • Σχολιάστε

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς (πότε πότε συμβαίνει και αυτό, μην νομίζετε), οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι αυτός εδώ ο δικτυακός τόπος (ελληνιστί σάιτ) έχει γνωρίσει και πιο δραστήριες μέρες. Χειμώνας του 97 ήταν, ο αέρας φυσούσε και το χρηματιστήριο ανέβαινε… (Εντάξει, εντάξει, ξέρω). Ειδικά τον τελευταίο καιρό μου κάνει εντύπωση πως μας ανακαλύπτουν κάποια συγκροτήματα και ενδιαφέρονται να μιλήσουμε για τη δουλειά τους. Φυσικά και είναι αρκετά τιμητικό αυτό, οπότε μερικές φορές κάνουμε τη μηνιαία υπέρβασή μας και ξεπερνούμε την βαρεμάρα για να φανούμε αντάξιοι των περιστάσεων.

Είναι αρκετός καιρός από τότε που ήρθε ένα email από το εκ Σερβίας ντουέτο των Andagainandagain για την πρώτη, και μοναδική από όσο βλέπω μέχρι στιγμής, κυκλοφορία τους, το «Music As Text As Music» ή ομώνυμο ή «.» (δεν έχω καταλάβει να σας πω τη μαύρη αλήθεια, αλλά μικρή σημασία έχει). Η περιγραφή στο bandcamp μιλούσε για ενδιαφέροντα πράγματα, έλεγε για ambients, πιάνα, τον Satie (από τις προσωπικά must αναφορές του τελευταίου καιρού), ατμόσφαιρες και άλλα τέτοια συγκλονιστικά, ενώ και το packaging φαινόταν ιδιαιτέρως ελκυστικό, οπότε αποφάσισα να το παραγγείλω κιόλας. Μια που σήμερα έφτασε, η ανάγκη να μιλήσουμε γι’ αυτό έγινε ακόμα πιο έντονη.

Το στα χαρτιά ep, αλλά ουσιαστικά album διαθέτει μια ξεκάθαρη γοητεία για τους αγαπώντες τους ambient ηχότοπους. Παρά τις εμμονές με τον Satie, η μουσική είναι αρκετά λιγότερο συναισθηματική και αρκετά πιο παγωμένη από ότι μπορεί να σας φέρει στο μυαλό το όνομα του Γάλλου, ακόμα και συγκριτικά με τα «Pieces Froides» που μνημονεύονται εδώ. Είναι και το όλο αφηρημένο concept μίξης μουσικής και λόγου (όχι με την κλασσική χρήση των στίχων) που προσδίδει μια πιο απόμακρη υφή στο όλο εγχείριμα. Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο μειονέκτημα για εμένα, ότι το album αποτελεί περισσότερο ένα είδος σπουδής (εξαιρετικά επιτυχημένου, μην παρεξηγηθώ) και λιγότερο μια συναισθηματική συζήτηση με τον ακροατή. Αυτό όμως δεν μειώνει την ιδιαίτερη ομορφιά των, σαφώς αφαιρετικών, συνθέσεων. Η δε κυκλοφορία σε φυσικό επίπεδο είναι συγκινητικά δουλεμένη, παρουσιασμένη σε ένα πανέμορφο βιβλιαράκι (hardcover παρακαλώ) για την οποία δεν μπορώ παρα να δηλώσω το θαυμασμό μου προς τους Σέρβους φίλους μας. Σας προτρέπω να πάτε στο http://andagainandagain.bandcamp.com/releases και να αγοράσετε το album (στα 6ε + μεταφορικά δεν είναι τίποτα), αλλά πριν πληρώσετε μέσω paypal στείλτε τους ένα email γιατί έχει δημιουργηθεί μια σύγχυση με το email τους.

Ελπίζω να υπάρξει συνέχεια, είναι σίγουρα στα προς παρακολούθηση ονόματα εκεί έξω οι Andagainandagain και εμένα, τουλάχιστον, με κέρδισαν. Θα ήθελα πραγματικά να ακούσω και κάτι λιγότερο εγκεφαλικό ή ίσως λίγο πιο ζεστό από αυτούς. Το Sonic Death Monkey ευχαριστεί.

Vacations pt. 5 (A departure too soon)

•6 Μαΐου, 2014 • Σχολιάστε

Η τελευταία μέρα πριν το ταξίδι της επιστροφής από τις διακοπές δεν είναι ποτέ καλή φάση (αν θα θεωρηθεί ποτέ καλή φάση ή σας ζηλεύω τρομερά για το πόσο ευτυχισμένοι είστε από την καθημερινή ζωή σας ή δεν θέλω να φανταστώ πόσο χάλια διακοπές είχατε). Όπως θα έχετε καταλάβει ήρθε η ώρα της γκρίνιας. Μη νομίζετε, ξέρω, κατανοώ και αποδέχομαι όλα τα επιχειρήματα του τύπου «δεν φτάνει που μπορείς να πας διακοπές, γκρινιάζεις κιόλας», είναι σωστά, είναι ρηχός άνθρωπος, αλλά δεν θα σταματήσω ποτέ να γκρινιάζω όταν τελειώνουν οι διακοπές. Ειδικά τόσο ωραίες διακοπές. Κανείς δεν είναι τέλειος και άλλα τέτοια σημαντικά επιχειρήματα.

Τέτοια ώρα αύριο φιλοδοξώ να έχω ολοκληρώσει το check-in μου, να έχω παραδώσει αποσκευές και να βαριέμαι ανάμεσα στα duty free του αεροδρομίου του Μονάχου. Τέτοια ώρα σήμερα, πινω τον πιο ωραίο καφέ (με διαφορά) των τελευταίων ημερών, σε μια συμπαθέστατη πλατεία, περιτριγυριζόμενος από Γερμανούς που κάνουν το lunch break τους, ενώ ένα σύννεφο κάνει φιλότιμες προσπάθειες να κρύψει τον ιδιαιτέρως καλοκαιρινό ήλιο που με τυφλώνει (σημείωση: Να θυμηθούμε να ευχαριστήσουμε την μητέρα φύση για τη συγκινητική προσπάθεια να αποφύγουμε την τύφλωση). Δεν θα μπορούσε κανείς να παραπονεθεί πολύ. Θα βάλω τα δυνατά μου όμως, είμαι σίγουρος για την επιτυχία.

Δεν ξέρω αν οποιαδήποτε μορφή διακοπών/ταξιδιού/αλλαγής παραστάσεων σε ωθεί για σκέψεις, αναθεωρήσεις και απολογισμούς. Συμβαίνει, αλλά δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στην διαδικασία της αλλαγής ή απλά επειδή έχεις περισσότερο ελεύθερο χρόνο χωρίς να σε πρήζουν οι εκνευριστικές ενοχλήσεις της καθημερινότητας. Σε κάθε περίπτωση όμως συμβαίνει, τουλάχιστον σε μένα. Το συναίσθημα είναι αρκετά άβολο, δεν τα πήγαινα καλά ποτέ με την αίσθηση του σταυροδρομιού. Δεν ξέρω πως το κάνουν κάποιοι να φαίνεται τόσο εύκολο (η καρδούλα τους το ξέρει φαντάζομαι). Ίσως να είναι και το σοκ του καλοκαιρινού, γερμανικού ήλιου που να σε αποσυντονίζει (καλή δικαιολογία να θυμηθώ να τη χρησιμοποιώ πιο συχνά). Από Δευτέρα λοιπον, μαζί με δίαιτα, εντατική σκέψη και λήψη αποφάσεων. Προς το παρόν ηλιόλουστες πλατείες, ωραίος καφές, έλλειψη ωραίων γερμανίδων και Night On Earth.

Έχουμε ξαναμιλήσει για τους Night On Earth; Δεν θυμάμαι αν έχει γίνει εκτενώς. Σίγουρα είχα εκδηλώσει τον απεριόριστο θαυμασμό και ενθουσιασμό μου μετά από εκείνη την εκπληκτική εμφάνιση σε ένα παλαιό Synch, πιθανόν να είχαμε αναφερθεί και στη ομορφιά του “Second Hand”. Για σήμερα όμως έχω κρατήσει την τελειότητα του πρώτου, διπλού, ομώνυμου δίσκου τους, τον οποίο μετά από αρκετές προσπάθειες κατάφερα πρόσφατα να αποκτήσω. Δεν ξέρω τι συμβαίνει με κάποια συγκροτήματα. Οι Night On Earth είναι σίγουρα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα, πιο ποιοτικά, πιο προσεγμένα συγκροτήματα που έχει βγάλει η ΟΕΜ (Όμορφη Ελλάδα Μας). Θεωρώ ότι το όνομα τους ακούστηκε αρκετά στους αναμενόμενους κύκλους, αλλά μετά από δυο δίσκους, σιωπή. Υποθέτω ότι το συγκρότημα αυτή την εποχή δεν είναι τρομερά ενεργό (εκτός αν χάνω κάτι, οπότε ενημέρωστε βρε παιδιά, μη με αφήνετε στην αγωνία). Είναι αρκετά μεγάλο κρίμα να σταματάει η παραγωγή τέτοιας μουσικής, αλλά έτσι είναι η ζωή, άδικη και κακός ο κόσμος παιδιά μου, να τον ακούτε τον παππού.

Το “Night On Earth” είναι από τους λίγους δίσκους τέτοιας διάρκειας (δυο ώρες παρά λίγο κάτι) που δεν θα με κουράσει σε κανένα σημείο του και 9 στις 10 φορές θα το ακούσω ολόκληρο. Καταλήγω ότι αυτή η μουσική έπρεπε να παίζει στο πιο cool (μην τρομάζετε με το χαρακτηρισμό, είναι για καλό) bar της πόλης, εκεί που θα πήγαινες μόνος σου ή με παρέα, για να ακούσεις μουσική και να σκεφτείς/συζητήσεις ΣΠ (Σημαντικά Πράγματα). Δεν θα προσπαθήσω καν να χαρακτηρίσω το ιδίωμα, αλλά είμαι πεπεισμένος ότι αν είχαν προέλθει από το Bristol της δεκαετίας του 90, τώρα θα ψάχναμε την τρίτη βινυλιακή επανέκδοση σε μπλεκαιγκρι βινύλιο στο ebay. Το μόνο που μπορέσαμε να ψάξουμε ήταν η πρώτη έκδοση σε cd και είμαστε και ευτυχισμένη που τη βρήκαμε.

Ο δίσκος μοιάζει να συνδυάζει υπέροχα αρκετά στοιχεία από δυο αγαπημένες μουσικες, τη jazz και το trip hop, και διάφορα άλλα μαζί και μια φανταστική φωνή και συχνά με κάνει να θέλω να ανοίξω το πιο cool bar της πόλης για να το βάζω να παίζει ολόκληρο (όπως διαπιστώσαμε πρόσφατα μπορείς να βάζεις ολόκληρα album σε cool bar και να λειτουργεί εκπληκτικά). Οι πιθανότητες λένε ότι μάλλον δεν θα ανοίξω bar, πόσο μάλλον το πιο cool της πόλης, οπότε κρατάμε μόνο την πρόθεση. Επίσης αν και το θυμηθήκαμε κάπως καθυστερημένα να μιλήσουμε εκτενώς για τους Night On Earth, πιστεύω ότι ποτέ δεν είναι αργά να ασχοληθείς με την πραγματικά καλή μουσική. Δεν ξέρω τι κάνουν τα μέλη τους, θα ήθελα να μάθω να ασχολούνται με δικά τους πράγματα, δεν ξέρω αν υπάρχει πιθανότητα εκ νέου ενεργοποίησης, θα μου φαινόταν καλή ευκαιρία πάντως.

Προς το παρόν αποχαιρετισμούς στις νέες ανακαλύψεις, Night On Earth και μάλλον τελευταία βόλτα στον τοπικό λόφο παρέα με το βιβλίο μας. Pas mal, n’ est-ce pas?

Vacations pt. 4 (The countryside before noon)

•4 Μαΐου, 2014 • Σχολιάστε

Τελικά γίνεται όλο και πιο φανερό ότι οι τόποι που κατοικούνται αποκτούν με έναν σχεδόν οργανικό τρόπο τα χαρακτηριστικά των κατοίκων τους. Αυτές τις μέρες φιλοξενούμαι σε μια επαρχιακή πόλη του κατ’ εξοχήν βιομηχανοποιημένου γερμανικού νότου (εναλλακτικά εκεί που βρίσκονται τα λεφτά αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη). Παίρνοντας το τοπικό DB για να επισκεφθώ την «μητρόπολη» της περιοχής, την Ulm και διαλέγοντας την αργή διαδρομή ώστε να μπορέσω να χαζέψω λίγο περισσότερο τριγύρω μου, δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω μια παράδοξη εικόνα. Παρά το γεγονός ότι η γερμανική επαρχία παραμένει ιδιαιτέρως όμορφη, πράσινη, με γραφικά σπίτια, σιδηροδρομικούς σταθμούς βγαλμένους από ταινίες του ’30, εξαφανισμένους ανθρώπους και άλλα τέτοια ρομαντικά, το τοπίο δείχνει ξεκάθαρα ότι έχει περάσει μια αρκετά βίαιη δεύτερη (ή ίσως και τρίτη) βιομηχανική επανάσταση. Αν και είναι ξεκάθαρο ότι οι γερμανοί φίλοι μας τα έχουν καταφέρει καλύτερα από ότι εμείς στο να αποφύγουν να διαλύσει εντελώς το φυσικό περιβάλλον της περιοχής η εκάστοτε βιομηχανία, δεν μπορούν, προφανώς, να αποφύγουν το σχηματισμό ενός περίεργου υβριδίου που προσπαθείς να αποφασίσεις αν διαθέτει μια μεταμοντέρνα (ή έστω steam-punk για τον nerd που κρύβουμε μέσα μας) γοητεία ή αν είναι απλά μια διατάραξη της αυθεντικής ομορφιάς του χώρου.

Δεν θα γίνω εντελώς αφελής, και θα παραδεχτώ ότι αν δεν υπήρχε όλη αυτή η ανάπτυξη, οι περισσότεροι εδώ γύρω θα ήταν μάλλον αρκετά λιγότερο ευχαριστημένοι με τη ζωή (και το αμάξι) τους. Για έναν εξωτερικό παρατηρητή όμως, δεν μπορεί να αποφευχθεί η σύγκριση ανάμεσα στο Heidenheim που διαμένω και το οποίο έχει αναπτυχθεί ξεκάθαρα γύρω από τρια εργοστάσια, με το συνδυασμό παλιάς πόλης και απρόσωπων κτισμάτων που έχουν φτιαχτεί για να στεγάσουν το προσωπικό των εν λόγω εργοστασίων και στο Sontheim που μόλις πέρασα, το οποίο μοιάζει βγαλμένο από οδηγό για την αγροτική γερμανική επαρχία (λιβάδια, δάση, παραδοσιακά σπίτια κλπ). Υποθέτω ότι τελικά οι Γερμανοί είναι χαρούμενοι με την εξέλιξη των πραγμάτων, οπότε η δικιά μου άποψη έχει μόνο θεωρητικό (και ελαφρώς ανούσιο) χαρακτήρα.

Ο προορισμός μου, η Ulm, διατηρεί το κλασσικό δίπτυχο που συναντάται σε όλη σχεδόν την κεντρο-βόρεια Ευρώπη με την παλιά παραδοσιακή πόλη στο κέντρο, και την σύγχρονη επέκταση του μετα-πολέμου σε έναν ομόκεντρο κύκλο. Έχει επίσης και το Δούναβη (γενικά αυτές οι μέρες καθορίζονται από τα ποτάμια που βρίσκουμε μπροστά μας), ή έστω ένα αρκετά βρώμικο κομμάτι του Δούναβη. Αναρωτιέμαι γιατί η Αθήνα απέτυχε στο να διατηρήσει ένα πιο κλασσικό χαρακτήρα στο κέντρο της (δεν είναι ότι δεν είχε την παράδοση για να το κάνει), μετά αρχίζω σκέψεις περί πολέμων, εμφυλίων, κατακτητών, φτώχιας, βίαιης εσωτερικής μετανάστευσης και άλλων πολύ-συζητημένων αιτιών. Τελικά καταλήγω στο απλοϊκό επιχείρημα του ότι η Αθήνα κατοικείται από Έλληνες και το οποίο στηρίζει το αρχική υπόθεσή μου. Όπως το Λονδίνο αντικατοπτρίζει το χαρακτήρα των Άγγλων που αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στα κολλήματα της παραδοσιακής αυτοκρατορίας και της σύγχρονης οικονομικής ανάπτυξης, το Παρίσι ζει σε ένα μόνιμα ιστορικό context με εναλλασσόμενες αισθητικές απολαύσεις, το Βερολίνο αποτελεί ένα project παρουσίασης της Γερμανικής ιστορίας στο βάθος των αιώνων, από τους Ρωμαίους στον Πόλεμο (πάντα θα θυμάμαι σε τέτοιες περιπτώσεις το επεισόδιο του Fawlty Towers με τους γερμανούς τουρίστες) και σε όλες τις αλλαγές που έγιναν μετά, έτσι και η Αθήνα δείχνει μια εικόνα ανθρώπων που δεν μπορούν να ξεφύγουν από το (πολύ μακρινό) παρελθόν τους, επιμένουν να είναι καθυστερημένα έντονα περήφανοι γι’ αυτό και δεν κάνουν σχεδόν τίποτα για να εξελίξουν την ύπαρξή τους. Τουλάχιστον έχουν ωραίο φαγητό.

Η λιακάδα είναι συγκλονιστικά ωραία σήμερα, το ιντερνετς αναφέρει κάτι για είκοσι βαθμούς κελσίου το μεσημέρι (πρακτικά καύσωνας) και το album που έχει επιλεγεί να συντροφεύσει το πρωινό σήμερα είναι το “Yearling” των Orcas. Το project του Rafael Anton Irisarri και του Benoît Pioulard είναι πολύ περίεργη υπόθεση. Λατρεύω και τους δυο, και κυρίως τον Irisarri (από την στιγμή που άκουσα τη διασκευή στο “Fur Alina”), αλλά και οι δυο στις προσωπικές δουλειές τους επιλέγουν αρκετά αφαιρετικά συναισθηματικές οδούς (προφανώς γοητευτικές, αλλά μερικές φορές όχι εύκολα προσβάσιμες). Στα δυο album των Orcas, ειδικά σε αυτό εδώ, μοιάζουν να θέλουν να κάνουν μια σπουδή στην άμεση γλυκύτητα. Αυτό είναι ένα συναίσθημα που δεν αναζητώ συχνά στη μουσική, αλλά υπάρχουν κάποιες στιγμές που αποδίδεται τόσο πετυχημένα (όπως και θα θυμάστε ίσως με τις πολλαπλές αναφορές-κολλήματα στο “Eingya” του Helios), που δεν μπορείς να αποφύγεις να σε κερδίσει (όχι ότι θα ήθελες, εδώ που τα λέμε).

Καθώς το πρωινό εξελίσσεται σε μια εκπληκτική ημέρα και καθώς οι παραστάσεις γύρω αλλάζουν συνεχώς αλλά με εκείνους τους ξεκούραστους ρυθμούς του μέσου των διακοπών, το ίδιο μεταβάλλεται και η διάθεση του δίσκου. Από την πρωινή ηρεμία του “Infinite Stillness”, το οποίο ορίζει εκείνη τη στιγμή που βγαίνεις από το σπίτι, είναι ακόμα αρκετά νωρίς ώστε το φως του ήλιου να μην σε ζεσταίνει εντελώς και ξεκινάς να σχεδιάζεις τη μέρα στο μυαλό σου και το “Half-Light”, το οποίο καταφέρνει να αποδώσει τη χαλαρή ικανοποίηση που έρχεται με τον πρώτο καφέ μιας ημέρας ελευθερωμένης από υποχρεώσεις, φτάνει στην περίεργα ληθαργική μεσημεριάτικη μελαγχολία του “Filament” (με τις ελαφρώς Dead-Can-Dance-ικές του καταβολές), εκείνη τη στιγμή ευχάριστης κούρασης μετά το φαγητό (δεν θα προλάβω να δοκιμάσω αρκετό γερμανικό ψωμί μου φαίνεται) που απλά κοιτάς τριγύρω σου για το πρώτο διαθέσιμο πράγμα που θα σου επιτρέψει να βρεθείς σε οριζόντια ή έστω ημι-οριζόντια θέση. Οι δυο φίλοι μας έχουν καταφέρει να γράψουν έναν απολύτως προσιτό δίσκο, καθόλου γλυκανάλατο, αλλά και χωρίς έντονες συναισθηματικές εκφράσεις. Βρείτε τη στιγμή που σας χρειάζεται μια αίσθηση ηρεμίας και μάλλον θα τον αγαπήσετε.

Δεύτερη επιτυχώς πλοηγημένη πόλη. Η αίσθηση ικανοποίησης για μικρά πράγματα συνεχίζεται. Κάτι πρέπει να βρούμε να γκρινιάξουμε επειγόντως. Έχω μεγάλες ελπίδες για τη Νυρεμβέργη που θα υπάρχει και παρέα.

Vacations pt. 3 (A castle and a town in 5 hours)

•30 Απριλίου, 2014 • Σχολιάστε

Μέχρι τώρα δεν είχα συνειδητοποίηση την γοητεία της μοναχικής περιπλάνησης σε εντελώς άγνωστες πόλεις. Σε τέτοιους περιπάτους πάντα είχα είτε κάποιον οδηγό, είτε κάποια παρέα, οπότε και η εμπειρία ήταν αρκετά διαφορετική. Όντας δε από εκείνους τους ανθρώπους που αγχώνονται ελαφρώς όταν βρίσκονται κάπου που δεν μιλάνε τη γλώσσα της περιοχής και όπου οι κάτοικοι δεν μιλάνε κάτι άλλο πέρα από τη γλώσσα της περιοχής, αρχίζουν να σχηματίζονται μερικοί, τελικώς αχρείαστοι ενδοιασμοί. Σε αυτό προσθέστε και μια αργοπορημένη ανάπτυξη των ικανοτήτων προσανατολισμού και πορείας και γίνεται κατανοητό ότι χρειάζεται μια ελαφρά προσπάθεια για να ξεπεραστεί το έμφυτο βλάψιμο. Από την άλλη πλευρά, όταν η επόμενη επιλογή είναι η βαρεμάρα σε ένα σπίτι, κάνοντας λίγο πολύ ότι κάνεις και στο σπίτι σου, παύει να είναι ανεκτή δικαιολογία και το βλάψιμο.

Η αίσθηση των πρώτων βημάτων σε μια άγνωστη πόλη (έστω και μικρή) όταν οι ματιές που ρίχνεις τριγύρω σου είναι ένας συνδυασμός παρατήρησης για την απόλαυση της παρατήρησης και συλλογής σημείων αναφοράς ώστε να μην καταλήξεις να ψάχνεσαι μετά από μισή ώρα αποτελεί τελικά μεγάλη πηγή μεγάλης ευχαρίστησης. Για κάποιον που το περπάτημα παρέα με μουσική είναι από τις αγαπημένες του ασχολίες στη ζωή, οι περιπλανήσεις σε μια κατάσταση συνεχούς ανακάλυψης είναι ένας από τους ασφαλέστερους δρόμους προς την ικανοποίηση. Βοηθάει σαφώς και το να έχει η πόλη που βρίσκεσαι αρκετά έντονα σημεία αναφοράς, ώστε να φεύγει γρήγορα το άγχος του προσανατολισμού, ενώ η παρουσία ενός κάστρου στον κεντρικό λόφο, αποτελεί ένα κομβικό σημείο, γύρω από το οποίο έχεις να απλώσεις τη μέρα σου.

Η μουσική επιλογή της ημέρας ήταν μια επανεπίσκεψη στο “Sweet Heart Sweet Light” των Spiritualized. Οι άγγλοι αν και δεν είναι από τα συγκροτήματα που θα αναφέρω πρώτα στην απαρίθμηση των αγαπημένων μου, είναι υπεύθυνοι για την τελειότητα που ονομάζεται “Ladies And Gentlemen We Are Floating in Space” και έχουν κερδίσει ξεκάθαρα τη θέση τους στη λίστα εκείνων που μας έχουν σημαδέψει. Το «κακό» με τέτοιους δίσκους είναι ότι μετά έχεις την τάση να συγκρίνεις ασυναίσθητα οτιδήποτε άλλο έχει βγει μετά με αυτό και να μην το αντιμετωπίζεις ως αυτόνομη οντότητα. Τα μετέπειτα albums των Spiritualized κυμαίνονταν από το πολύ ωραίο στο απλά ευχάριστο, αλλά θα ομολογήσω ότι συχνά δεν τους αφιέρωνα την απαιτούμενη προσοχή ώστε να τα εκτιμήσω για τα δικά τους χαρακτηριστικά. Σήμερα, λες και έπρεπε να αναπληρώσουμε την έλλειψη σιωπής των προηγούμενων ημερών, το “Sweet Heart Sweet Light” απαίτησε την προσοχή μου κατά το αδιάκοπο περπάτημα πάνω και κάτω από λόφους. Η λέξη epiphany ίσως είναι υπερβολική αλλά δεν μπορώ να περιγράψω με κάποια καλύτερη τη συνειδητοποίηση του πόσο φανταστικό album είναι. Βοήθησε και το ταίριασμα με το περιβάλλον, τα αξιοθέατα, την παρατήρηση των ανθρώπων και το καθάρισμα του μυαλού. Βοήθησε και το γεγονός ότι χωρίς να ακούγεται ενσυνείδητη απόφαση, η ατμόσφαιρά του φέρνει στο μυαλό κάτι από το “Ladies…”, αλλά όχι ως επανάληψη, αλλά ως χρονική εξέλιξη.

Είναι μεγάλο στοίχημα να ξεκινάς το δίσκο σου με ένα από τα πιο εντυπωσιακά τραγούδια του (“Lady Jane”), αλλά μάλλον εκεί αποκαλύπτεται και η ικανότητά σου. Ο δίσκος είναι φοβερά συναισθηματικός, με αρκετές εναλλαγές αλλά και με μια διάθεση αρκούντως νοσταλγική. Ο Jason Pierce είναι γνωστός ότι είναι τεράστιος μουσικός και όταν ακούσεις επαναλαμβανόμενα και αφοσιωμένα το “Sweet Heart…”, το συνειδητοποιείς ξανά και ξανά. Στις ενορχηστρώσεις, στις μελωδίες, στην τοποθέτηση των τραγουδιών, τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη, αλλά και τίποτα δεν καταλήγει να είναι άψυχα υπολογισμένο. Εκεί δε που κάπου μετά τη δεύτερη ακρόαση έχεις ανέβει και κατέβει ένα λόφο (δυστυχώς δεν μεταμορφώθηκε σε βουνό ενδιάμεσα), έχει ενσωματωθεί εντελώς η ακρόαση της μουσικής με την πορεία των σκέψεων και οδηγείσαι σε μια στιγμή δυσεύρετης ηρεμίας.

Η πέμπτη ακρόαση σε βρίσκει καθισμένο σε ένα ιδιαιτέρως όμορφο καφέ σε μια ιδιαιτέρως όμορφη, πλακόστρωτη γωνιά της εν λόγω περιοχής, πίνοντας έναν, για μια ακόμα φορά, μετριότατο καφές, όντας περήφανος για τον εαυτό σου γιατί κατάφερες να συνεννοηθείς αρκετά με το περιβάλλον σου ώστε να καταφέρεις να αγοράσεις ψωμί αλλά και ευγνώμων γιατί στο συγκεκριμένο καφέ βρήκες μια σερβιτόρα που μιλάει αγγλικά. Η ώρα πλησιάζει σιγά σιγά προς τις 8, ο ήλιος έχει αρχίσει να αποσύρεται, αλλά παρά μια σύντομη βροχή, η μέρα εξελίσσεται εξαιρετικά καλά. Ο κόσμος συνεχίζει να κυκλοφορεί, τα γύρω τραπέζια είναι γεμάτα και στις διακοπές ανάμεσα στα τραγούδια, ακούγονται ακατανόητες συζητήσεις. Οι πέντε ώρες περπάτημα σε κάνουν να καταλαβαίνεις την παρουσία των μελών του σώματός σου, αλλά είναι από τις πιο ευχάριστες μορφές κούρασης που μπορεί να βιώσει κανείς. Ο καφές τελείωσε, ο δίσκος οδεύει σιγά σιγά προς το τέλος του, τα σύννεφα αρχίζουν να μαζεύονται, το κάστρο παραμένει στη θέση του στο βάθος, οι τριγύρω έχουν αφήσει τους καφέδες και έχουν πιάσει τις μπύρες και κάποιες πρώτες σταγόνες εξ ουρανών μάλλον δίνουν το έναυσμα για την επιστροφή προς το σπίτι.

Η επιστροφή θα είναι αρκετά σύντομη και μάλλον θα αφήσω στο “Sweet Heart…” να ξεκουραστεί και αυτό. Μια σύντομη επιστροφή στις γυναικείες παρουσίες του “Woman King” μοιάζει κατάλληλη. Αύριο το πρόγραμμα λέει τραίνο. Να δω τι άλλο έχει μείνει.

Vacations pt. 2 (1500 kilometers in 2 days)

•28 Απριλίου, 2014 • Σχολιάστε

Όταν μόλις έχεις κάνει μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα, η προοπτική να κάνεις ακόμα 750 αρχίζει να μη σου φαίνεται τόσο εξωπραγματική, έστω και αν είναι για μια μέρα. Ειδικά όταν στο τέλος της διαδρομής σε περιμένει μια πρόσκληση σε ένα από εκείνα τα γεύματα που σου χουν λείψει τρομερά πολύ τους τελευταίους (αρκετούς) μήνες. Η προοπτική να δεις λίγο και μια ακόμα ενδιαφέρουσα πόλη είναι το τελικό επιχείρημα που μας πείθει να πάρουμε για μια ακόμα φορά τους δρόμους. Αλλάζουμε μεταφορικό μέσο λοιπόν, αφήνουμε τους αιθέρες και πιάνουμε τους αυτοκινητόδρομους της κεντρικής Ευρώπης.

Το ταξίδι με αυτοκίνητο είναι κάπως περίεργη υπόθεση, ειδικά αν είναι κάποιος όπως εγώ που σχεδόν κάθε φορά αναλαμβάνει το ρόλο του συνοδηγού στο ταξίδι (θα βρω λοιπόν εδώ την ευκαιρία να ευχαριστήσω τους κατά καιρούς οδηγούς θερμότατα). Περίεργη υπόθεση γιατί καλείσαι είτε να είσαι υπεύθυνος για τη μεταφορά, είτε για να κάνεις παρέα στον υπεύθυνο για την μεταφορά ώστε να ελαττωθεί κάπως η κούραση του ταξιδιού. Έχοντας προετοιμαστεί κατάλληλα σε εφόδια, νερά, cd (καθώς η απόπειρα αλλαγής του στερεοφωνικού και προόδου σε χρήση mp3 στέφθηκε με καθολική αποτυχία – καταραμένη Mazda), όρεξη και σουρεαλιστικές επιρροές, ξεκινήσαμε την πορεία μας προς τα δυτικά.

Εφτά ώρες μέσα σε ένα αυτοκίνητο είναι μια καλή ευκαιρία για συζήτηση. Ειδικά όταν ο συνεπιβάτης είναι κάποιος με τον οποίο λόγω συνθηκών πλέον βλέπετε μόνο σε περιόδους διακοπών, καταλαβαίνει κάποιος ότι το μόνο εύκολο είναι να έχεις θέματα προς συζήτηση, ανάλυση και περισυλλογή. Δεν θα παραπονεθώ για την ποικιλία, καλά τα πήγαμε, φτάσαμε από τις εξελίξεις στην βιομηχανία μέχρι τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς μας για το τι σκατά κάνουμε τη δεδομένη χρονική στιγμή με τη ζωή μας. Θα πω ότι εφτά συν εφτά ώρες δεν φτάσανε για να καταλήξουμε σε κάποιο συγκλονιστικά χρήσιμο συμπέρασμα και δυο μέρες μετά παραμείναμε με περίπου τις ίδιες απορίες. Πάντως το ταξίδι, αν και μεγάλο, δεν έγινε βαρετό. Βοήθησε σαφέστατα και η ομορφιά της κεντρο-Ευρωπαϊκής επαρχίας, ένα θέαμα άκρως γοητευτικό, το οποίο παραμένει αρκετά ξένο ώστε να μην το αντιμετωπίζουμε με συνήθεια. Οι δε αλλαγές κατά την πορεία σε μια σχεδόν ευθεία γραμμή, ειδικά από τα σύνορα και μετά, ήταν αξιοπρόσεχτες. Κατά τ΄άλλα χάλια καφές σε στάσεις εθνικής, χαλασμένες αντλίες, συνεννόηση σε διάφορες γλώσσες (εν μέρει νοηματικές), παλαβοί γαλλογερμανοί οδηγοί και παρατήρηση του δείκτη βενζίνης να μειώνεται σταθερά.

Το θέμα μουσική σε ταξίδι με αυτοκίνητο είναι επίσης περίεργη υπόθεση. Είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι η πρώτη επιλογή για αυτή έρχεται από τον οδηγό του αυτοκινήτου, καθώς, στην τελική, εκείνος πρέπει να την παλεύει καλύτερα από όλους. Αυτή τη φορά ελέω λύσεων τελευταίας στιγμής (δείτε αποτυχία στερεοφωνικών) και μεγάλη διάρκειας, υπήρξε ένας ακαταμάχητος συνδυασμός συνειδητών επιλογών, διαθέσιμων αναγκαίων λύσεων και διαφορετικών γούστων. Πρέπει μέσα σε αυτές τις 15 ώρες να ακούστηκαν χωρίς υπερβολή καμιά 100αριά διαφορετική καλλιτέχνες με απροσάρμοστες εναλλαγές και αναποφάσιστες επιλογές. Ίσως αυτό να μην ακούγεται ιδιαίτερα καλό, αλλά πιστέψτε με είναι μια εξαιρετική αφορμή για σχόλια, συζήτηση, νοσταλγία, υπενθύμιση, γνωριμία με νέα πράγματα, γκρίνια και επέκταση δεκάδες νέα θέματα προς συζήτηση. Θα πω πάντως ότι το “Do To The Beast” των Afghan Whigs είναι εκπληκτικό για πρωινές διαδρομές αναζητώντας τον πρώτο καφέ της μέρας, το “Wonderwall” το μόνο τραγούδι των Oasis που μου αρέσει και αποδείχτηκε εξαιρετικό για περάσματα σε ομιχλώδη δάση, ενώ μην δοκιμάσετε ποτέ να συνδυάσετε ποτέ συλλογές που έχουν φτιαχτεί για σκεπτικά βράδια στο σπίτι με ηλιόλουστες πρωινές διαδρομές ανάμεσα σε κίτρινα λιβάδια. Να θυμηθώ όταν επιστρέψω σπίτι να ξεθάψω κανένα δίσκο των Gathering για υπενθύμιση φοιτητικών χρόνων. Επίσης το τελευταίο Crippled Black Phoenix, το οποίο είναι σαφώς καλύτερο από τα δυο προηγούμενα, ταίριαξε θαυμαστά με απογευματινές επιστροφές. Φυσικά και χάσαμε αρκετά λόγω θορύβου, συζήτησης, προσοχής στο δρόμο, αλλά, δυστυχώς αυτή είναι συχνά η μοίρα της μουσικής που κάνει παρέα στο αμάξι. Άλλοτε συνδυάζεται με την πορεία για να γίνει κάτι συγκλονιστικά ωραίο, κάποτε αγνοείται μπροστά στην διάθεση του ταξιδιού.

Κάπου στο ενδιάμεσο; Προειδοποιήσεις για ελάφια με τάσεις στα άλματα, πολύχρωμα γεωμετρικά σχήματα σε αποστάσεις χιλιομέτρων, ενθουσιασμός στη θέα λόφων, εξαφανισμένοι ποταμοί, καταιγίδες, αρχιτεκτονικό Tetris στο εξαιρετικά αστείο Mannheim, δέηση στους θεούς των GPS και, φυσικά, χειροποίητα sandwich. Στον προορισμό; Υπέροχο φαγητό, ενδιαφέροντες άνθρωποι, φανταστικές φιγούρες, όχι αρκετό αλκοόλ (θα το ρίξουμε στην κούραση), περπάτημα, τρολλάρισμα από ντόπιους και υποσχέσεις για επανάληψη σύντομα. Μου έκανε αρκετή εντύπωση πως αυτή τη φορά η διαδρομή προς τα εκεί φάνηκε αρκετά μεγαλύτερη, από την επιστροφή. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποια καμπύλη που συσχετίζει την προσμονή με την φαινομενική διαστολή του χρόνου. Αν υπάρχει θεωρώ ότι πιάσαμε άνω ακρότατα και κάπου εδώ σταματούν οι αναφορές σε πρωτοδεσμίτικους όρους. Εξαιρετικά ιδιόμορφη η αίσθηση να σε πιάνει η μελαγχολία της επιστροφής στο μέσο των διακοπών σου. Αφού αναστήσαμε και φέτος πάντως τον καλό Χριστούλη σε διάφορες γλώσσες, θεωρούμαστε επιτυχημένοι.

Vacations pt. 1 (19 Billion kilometers in 111 years)

•27 Απριλίου, 2014 • Σχολιάστε

Κάπου πάνω από την Ευρώπη (η γεωγραφία ποτέ δεν ήταν το δυνατό μου σημείο).

Η πτήση είναι ξεκάθαρα μια από τις πιο απολαυστικές εμπειρίες. Ναι, μην γκρινιάζετε, έρχεται σίγουρα μετά το σεξ, το φαγητό, την μουσική, το διάβασμα, την παρατήρηση πτηνών και πιθανότατα αρκετές άλλες ανθρώπινες εμπειρίες που θα αρχίζει να απαριθμεί κάποιος. Όταν θα κάνουμε το top 5 ανθρώπινων εμπειριών, θα αγχωθούμε πραγματικά, προς το παρόν όμως μας αρκεί ότι είναι μια από τις πιο απολαυστικές. Δεν είναι μόνο το στοιχείο του ταξιδιού που την κάνει απολαυστική, αλλά σε μεγάλο βαθμό και ότι όσο και να έχεις διαβάσει περί μηχανικής ρευστών, φαινομένων μεταφοράς, αεροδυναμικής, γραμμικού σχεδίου ΙΙ, δεν παύει εύκολα να σου κάνει εντύπωση ότι τελικά αιωρείσαι αρκετά χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια του φανταστικού πλανήτη μας. Για κάποιον όπως εγώ, ο οποίος αδυνατεί να κοιμηθεί δε σε οποιαδήποτε μορφή ταξιδιού, μια μοναχική πτήση προσφέρει μια ευχάριστα αναγκαστική διαδικασία.

Αν και σαφώς, το αεροπλάνο δεν διαθέτει το ρομαντισμό του πλοίου ή του τραίνου (σε αντίθεση, παραδόξως, με το αεροδρόμιο όπως μας έμαθε το “Dogma” ή το “Love Actually), νομίζω ότι ο ενθουσιασμός του να κοιτάς έξω από το παράθυρο και να χαζεύεις τις αλλαγές του χώρου που σε περιβάλλει λίγες φορές αναπτύσσεται τόσο άμεσα. Τις τελευταίες φορές είχα μια τάση να πετάω μετά τη δύση του ηλίου ή με χειμωνιάτικο καιρό, οπότε η σημερινή ευκαιρία ενός καθαρού ουρανού (αστραπές δεν φοβάται) ήταν κάτι που είχα καιρό να δοκιμάσω. Δεν θα αναπτύξω μεταφυσικές θεωρίες, ούτε θα προσπαθήσω να συντονιστώ με την καρδιά του σύμπαντος (μη μας πούνε και New Agers – προς θεού – στα γεράματα), αλλά θα ομολογήσω ότι η θέαση των σύννεφων ως τρισδιάστατα αντικείμενα που καταλαμβάνουν κοντινό σε εσένα χώρο, και όχι ως απλά τυχαία σχήματα στον μακρινό ουρανό, είναι αρκούντως θαυμαστό θέαμα, στο οποίο οφείλω να αφιερώσω χρόνο. Κάποια στιγμή μου είχαν εξηγήσει και τους διάφορους τύπους σύννεφων, αλλά προφανώς δεν έχω συγκρατήσει τίποτα.

Οι μοναχικές διαδρομές, αν και ενδιαφέρουσες εμπειρίες, πάντα σε φέρνουν μπροστά στη σκέψη του τι θα κάνεις για να περάσει η ώρα σου μέχρι να φτάσεις στον τελικό προορισμό σου. Προφανώς δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκινήσει διαδρομή χωρίς την παρουσία 1-2 βιβλίων στο συντροφικό back pack σου, αλλά αυτή τη φορά τουλάχιστον δεν υπήρξε πολλή όρεξη για ανάγνωση (επιφυλάσσομαι πάντως γιατί το “Then We Came To The End” του Joshua Ferris έχει ξεκινήσει αρκετά απολαυστικά, κυρίως γιατί μου θύμισε την ευχαρίστηση της ανάγνωσης του “Various Pets Alive and Dead” της Marina Lewycka με τους απολαυστικά σιχαμένους νέο-γιάπηδές του). Ευκαιρία λοιπόν για πιο προσεκτική ακρόαση μουσικής σε μια χρονιά που σφύζει από ενδιαφέρουσες κυκλοφορίες (και κάποιες όχι και τόσο, που έχουν εκθειαστεί και καταλήγεις να ακούσεις).

Δεν θυμάμαι πότε άκουσα το νέο ότι φέτος ετοίμαζε καινούριο δίσκο ο Christian Fennesz, σίγουρα πάντως δεν ήταν από αυτά που συζητούσαμε ότι περιμέναμε από την προηγούμενη χρονιά. Περνάει γρήγορα τελευταίως ο χρόνος όμως (κάποιοι λένε δείγμα ότι μεγαλώνουμε, εγώ λέω δείγμα ότι πήζουμε παραπάνω από ότι πρέπει) και έφτασε η ώρα να κυκλοφορήσει το “Becs”. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους που ενθουσιάζονται από δίωρα album των Swans (όχι ότι δεν ήταν ωραίο δηλαδή), έχω καταλήξει εδώ και αρκετό καιρό ότι η ιδανική διάρκεια ενός δίσκου είναι από τα 40 παρά κάτι μέχρι τα 40 και κάτι (παρακαλώ να μην γίνουν αναγωγές σε σεξουαλικές προτιμήσεις, αυτά αφήστε τα γι’ αλλους). Ο φίλτατος Αυστριακός προτίμησε το κάτω όριο λοιπόν και το “Becs” μετράει μόλις 38 λεπτά διάρκειας. Προλαβαίνει όμως με αρχοντική άνεση να συμπεριλάβει σε αυτά τα 2280 δευτερόλεπτα ή τις 0,63333 ώρες (ότι σας κάνει να αισθάνεστε πιο άνετα), ότι θα επιθυμούσατε ποτέ για την μουσική υπόκρουση (ελληνιστί soundtrack) της πτήσης σας.

Σε μια πρόσφατη συζήτηση με το φίλο Μανώλη, εξέφρασε το παράπονό του ότι ο δίσκος δεν ήταν αρκετά θορυβώδης. Μετά από αρκετές ακροάσεις τις τελευταίες μέρες, εγώ έχω να δηλώσω ότι όπως και οι προηγούμενες δουλειές του Fennesz, ο δίσκος είναι όσο θορυβώδης χρειάζεται. Εντάξει, το “Venice” θα κατέχει πάντα μια ξεχωριστή θέση στην ευαίσθητη καρδούλα μας, αλλά ο Fennesz καταφέρνει με κάθε νέα κυκλοφορία, μόνος του ή με παρέα, να μας προσφέρει σημαντικές συγκινήσεις. Στο “Becs” η πλάστιγγα στο πρώτο μισό γέρνει περισσότερο προς τους παραμορφωμένους ήχους, για να δώσει κάπως μεγαλύτερη έμφαση στη μελωδία από τη μέση και μετά. Η συγκεκριμένη ισορροπία είναι από τα μεγαλύτερα χαρακτηριστικά γοητείας στη μουσική που ακούω, οπότε δεν μπορώ παρά να στηρίξω ολοκληρωτικά. Και ακριβώς στο μέσο της ισορροπίας υπάρχει το “Liminality”, η καλύτερη υπενθύμιση για το πόσο εκπληκτικός κιθαρίστας είναι ο Fennesz. Δεν μπορώ παρά να εκφράσω τον παράφορο έρωτά μου για ένα συγκλονιστικά συναισθηματικό κομμάτι που ορίζει, για εμένα, την γοητεία της ηλεκτρικής κιθάρας, όπως τη μάθαμε από το soundtrack του “Dead Man”, όπως ο ίδιος ο Fennesz χρησιμοποιεί πολλά χρόνια τώρα, όπως τη θυμήθηκε ο Jarmusch στις συνεργασίες με τον Van Wissem και στους Squrl. Ακόμα και η χρήση κρουστών (προσπαθώ μάταια να θυμηθώ αν έχει ξαναχρησιμοποιήσει σε τραγούδι του), δίνει έναν ακόμα πιο ξεχωριστό τόνο στην προσωπικότητα του κομματιού. Αν το “Static Kings” και το “The Liar” αντιπροσωπεύουν την ένταση, και το “Liminality” αντιπροσωπεύει την εκστατική κορύφωση, τότε τα τρία επόμενα κομμάτια του δίσκου (“Pallas Athene”, “Sav” & “Paroles”) αντιπροσωπεύουν ξεκάθαρα την θέληση για ηρεμία μετά την καταιγίδα. To “Pallas Athene” είναι χαλαρωτικά ambient, το “Sav” αν και έχει κάποια θορυβώδη ένταση, τελικά μάλλον λειτουργεί αποφορτιστικά (μια εξαιρετικά αναγκαία διαδικασία μετά από στιγμές μεγάλης έντασης), ενώ το “Paroles” τελικά σε οδηγεί στην ολική άφεση, ακριβώς στο σημείο που δεν σε νοιάζει τίποτα παρά μόνο η αίσθηση ευφορίας που νιώθεις.

Μαζί με το τέλος της δεύτερη ακρόασης του “Becs”, φτάνει και στο τέλος το ελαφρώς εκνευριστικό ταρακούνημα της σημερινής πτήσης και ο τελικός προορισμός πλησιάζει όλο και περισσότερο (προφανώς ακόμα δεν ξέρω πάνω από πού είμαι). Ως συνήθως κανένα σχέδιο δεν έχει υπάρξει για τις επόμενες ημέρες (αρκετό overdose σχεδιασμού κάνουμε τον υπόλοιπο καιρό), πέραν της θέλησης για συμμετοχής (για πρώτη φορά) στην φετινή Record Store Day, τη σημαδιακή μέρα που ανασταίνεται ο καλός Χριστούλης. Ε να πηγαίνεις σε πόλη που το μοναδικό δισκοπωλείο που συμμετέχει στη Record Store Day λέγεται Sound Circus, κρίμα να χάσεις τέτοια ευκαιρία. Σχεδόν σε κάνει να πιστέψεις σε συμπαντικά μηνύματα. Μετά θυμάσαι τη θεωρία πιθανοτήτων του 4ου εξαμήνου και συνέρχεσαι. Προς το παρόν, το δύσκολο ρόλο της συνέχειας μετά το “Becs”, το “Abandoned Cities” του Hauschka. Του έχω εμπιστοσύνη ότι θα τα βγάλει πέρα αξιοθαύμαστα.

Northern Lights

•30 Μαρτίου, 2014 • 1 σχόλιο

Η ώρα άλλαξε, η άνοιξη μπήκε, τα πουλάκια κελαηδούν, οι αλλεργίες κάνουν πάρτυ, η φύση γιορτάζει και οι καινούριες κυκλοφορίες συνεχίζουν να έρχονται με ασταμάτητους ρυθμούς. Ίσως είναι μια παγκόσμια συνωμοσία για να μας αποτρέψει από το να σκεφτόμαστε ιδιαίτερα, πράγμα που βολεύει γενικά οπότε επιλέγω να είμαι ευχαριστημένος με την κατάσταση. Κυκλοφορία του μήνα, το «A U R O R A» του Ben Frost προφανώς, αν και σιγά σιγά θα έρθει γνωστός blogger να λέει για Swans και λοιπές επαναστατικές καταστάσεις, αλλά εγώ έχω δίκιο (νια νια νια νια).

Έχω πει πολλάκις ότι η ακρόαση του «By The Throat» είναι από τα πέντε-δέκα πιο συγκλονιστικά πράγματα που έχουν συμβεί στην μουσική ζωή μου. Από κάθε άποψη ήταν (και είναι ακόμα προφανώς) ένα τεράστιος δίσκος, ο οποίος περιέχει σχεδόν όλα τα στοιχεία που με συγκινούν τα τελευταία χρόνια στη μουσική. Το «A U R O R A» το φοβόμουν αρκετά για να πω την αλήθεια. Τα soundtrack που κυκλοφόρησε πέρυσι ο Frost ήταν συμπαθέστατα αλλά όχι συγκλονιστικά και, γενικά, είναι δύσκολο πράγμα να καταφέρεις να φτάσεις σε τέτοια δυσθεώρητα ύψη για δεύτερη φορά. Ευτυχώς, όμως, στη μουσική τουλάχιστον οι ευχάριστες εκπλήξεις δεν είναι και τόσο ασυνήθιστο πράγμα. Δεν θα σας κρατήσω σε αγωνία (την οποία είμαι σίγουρος ότι έχετε, ελάτε, παραδεχτείτε το) και πω ότι το τρίτο album του είναι υπέροχο, φανταστικό, συγκλονιστικό, εγγυημένο ότι θα σας ξυπνάει το πρωί και θα σας κοιμίζει το βράδυ, θα σας κάνει παρέα όταν περπατάτε και όταν σκέφτεστε, και αν ζούσατε σε ένα πιο δίκαιο κόσμο θα σας έκανε παρέα όταν θα βγαίνατε σάββατο βράδυ για να το ρίξετε έξω.

Αν και τα δομικά υλικά που απαρτίζουν το σώμα του δεν είναι σημαντικά διαφορετικά σε σχέση με το «By The Throat» (λίγο glitch, λίγο θόρυβος, λίγη μελωδία, λίγα ηλεκτρονικοπερίεργα, μερικά beats), η τελική μορφή είναι κάτι εντελώς ξεχωριστό σε σχέση με τον προκάτοχό του. Το «By The Throat» ήταν πιο μελωδικό, πιο σκεφτικό, κοιτούσε λίγο περισσότερο το κενό και μελαγχολούσε αρκετά περισσότερο με την ύπαρξή του. Το «A U R O R A» περιέχει συγκλονιστικά πολλή ενέργεια, πολλή διάθεση, σχεδόν δυσκολεύεται να συγκρατήσει τη δύναμή του από το να μετατραπεί σε κάποιου είδους φυσικό φαινόμενο και γενικά μου έδωσε την αίσθηση ενός αυθεντικά up tempo album. Σαφώς βοηθάει πολύ και το γεγονός ότι πρόκειται για ένα τρομερά ρυθμικό δίσκο και αυτή είναι ίσως και η μόνη βασική διαφορά με το «By The Throat». Προσωπικά μιλώντας θεωρώ τεράστιο επίτευγμα το ότι κατάφερε να με κερδίσει τόσο ολοκληρωτικά, ενώ γενικά δεν είμαι μεγάλος οπαδός των πιο upbeat νεο-ηλεκτρονικοπερίεργων κυκλοφοριών. Πραγματικά όμως κάθε φορά που ακούω το δίσκο, σκέφτομαι πόσο ωραία θα ήταν να το ακούσω σε ένα bar μαζί με το ποτό μου. Πέραν όμως της ενέργειας που το κατακλύζει, συνεχίζει να περιέχει τρομερές ποσότητες συναισθήματος και σπάνια πλέον μπορώ να συναντήσω τόσο γοητευτική χρήση του θορύβου σε ένα δίσκο.

Προφανώς και θα κάνω την παραδοχή βέβαια ότι το συναίσθημα του «By The Throat» είναι σαφώς πιο κοντά στο χαρακτήρα μου και θα περιέχει μια ελαφρώς πιο ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, έστω και αν ποιοτικά το «A U R O R A» το κοιτάζει στα μάτια χωρίς να πιέζεται καθόλου. Είμαι σίγουρος ότι θα βρείτε την κατάλληλη θέση στη ζωή σας για το καθένα. Περιμένουμε τον Fennesz τώρα, να μας φτιάξει ακόμα περισσότερο τη διάθεση. Μέχρι τότε είμαστε έτοιμοι για ατέλειωτο party παρέα με το «Nolan».

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε