The perfect girl, the perfect place, to watch the world go down in flames (2016 edition)

•1 Ιανουαρίου, 2017 • Σχολιάστε

Προσπαθώ εδώ και κάτι ημέρες να σκεφτώ ένα ταιριαστό «συμπέρασμα» για τη χρονιά που μόλις πέρασε και ότι μου έρχεται στο μυαλό έχει ειπωθεί, ακουστεί, σκεφτεί ήδη χιλιάδες φορές από τον περισσότερο κόσμο. Βλέποντας  χτες το 2016 Wipe του Charlie Brooker ανάφερε σε κάποια φάση ότι οι φετινές εξελίξεις ειδικά σχεδόν έχουν κάνει περιττή την ύπαρξη κωμικών φωνών. Η αλήθεια είναι ότι η υπερρεαλιστική αστειότητα πολλών από των γεγονότων και προσώπων που κυριάρχησαν το 2016 δίνει μεγάλη δόση αλήθειας στα λεγόμενά του. Από την άλλη πλευρά, τα ίδια περίπου γεγονότα και άτομα έχουν δώσει στην πραγματικότητά μας μια σχεδόν εξωπραγματικά τρομακτική απόχρωση κυρίως για το άμεσο μέλλον μας. Και σίγουρα δεν είναι το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετώπισε κανείς, αλλά μ’ αυτά και μ’ αυτά η αφοσίωση στην ενασχόληση με τη μουσική δεν έμοιαζε τόσο επείγουσα πια.

Στη διάρκεια της σκέψης για την τελική λίστα των «καλύτερων» του 2016, διαπιστώνω ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια σαφής πτωτική τάση στον αριθμό των νέων κυκλοφοριών που ακούω. Το εξηγώ κυρίως ως θέμα χρόνου και όχι ως όρεξης, ίσως για να νιώσω καλύτερα, αλλά δεν πιστεύω ότι απέχει πολύ από την αλήθεια. Αυτό που σίγουρα έχει πέσει πολύ τα τελευταία χρόνια πάντως είναι η όρεξη για συναυλίες, αν το 2017 έρχεται με μια ανακοίνωση από εκείνες που δεν περίμενα ότι θα ακούσω ποτέ, ότι θα καταφέρουμε να δούμε (αν δεν στραβώσει κάτι) τους Black Heart Procession επιτέλους στην Ελλάδα. Σκεπτόμενος το θέμα συναυλίες, συνειδητοποίησα ότι πλέον έχουν ξεμείνει μια χούφτα μουσικούς που καίγομαι πραγματικά να δω live, οι περισσότεροι εκ των οποίων δύσκολα θα περάσουν κιόλας από εδώ. Δυστυχώς ο Leonard Cohen ήταν ένας από αυτούς, αλλά (όπως και οι Coil) δεν θα μας κάνει τη χάρη πια. Όπως όλοι ξέρουν από πλευράς μουσικών εξελίξεων ο τίτλος του 2016 ήταν μάλλον «Ο θάνατος σου πάει πολύ», αλλά μάλλον καταλαβαίνουμε όλοι ότι μεγαλώνουμε και κάτι τέτοιες στιγμές μας κάνουν να το συνειδητοποιούμε πιο άμεσα.

Θα ξεκαθαρίσω πάντως ότι ποιοτικά δεν έχω κανένα παράπονο από την παραγωγή του 2016, το αντίθετο θα έλεγα μάλιστα. Βγήκαν εξαιρετικά πράγματα, έμαθα καινούρια πράγματα, επέστρεψα σε παλιούς γνώριμους και επανεκτίμησα καλλιτέχνες με τους οποίους δεν είχα κολλήσει παλιότερα. Θεωρώ ότι η λίστα το αντικατοπτρίζει αυτό και είναι αρκετά αντιπροσωπευτική του τι με κέρδισε το ’16 έστω και αν υπάρχουν τουλάχιστον ακόμα 10 δίσκοι που θα μπορούσαν να είναι άνετα μέσα στην 20αδα. Επίσης είμαι σίγουρος, όπως πολύ σωστά προείπε ο Μανώλης ότι η λίστα αυτή σε αν εξεταστεί εκ νέου σε κάνα χρόνο θα ναι αρκετά διαφορετική (ή και όχι). Πάντως θα ομολογήσω ότι υπήρξε αρκετός προβληματισμός σε μερικά σημεία κατά την δημιουργία της λίστας. Το σημαντικότερο, ίσως, αφορά στην κορυφή της λίστας μια που το έργο ως σύνθεση, προφανώς και δεν είναι καινούριο, αλλά η σπουδή του Stetson πάνω στο ήδη εκπληκτικό υλικό είναι κάτι παραπάνω από συγκλονιστική. Η ανακάλυψη της χρονιάς έρχεται με το νούμερο 2 της λίστας, μια που η Jessica Sligter ήταν ίσως η μουσικός που με ξάφνιασε περισσότερο ευχάριστα από οτιδήποτε άλλο πέρισυ. Ο τελευταίος προβληματισμός ήταν για το «ATGCLVLSSCAP». O δίσκος μου άρεσε πάρα πολύ και τον έλιωσα την προηγούμενη χρονιά, αλλά η περίληψή του στη λίστα ήταν αρκετά επηρεασμένη από τη συναισθηματικη μου σχέση με τους Ulver και το τελικό συμπέρασμα για την αξία του θα έρθει αργότερα.

Πριν τη λίστα όμως ας πούμε και τις καθιερωμένες ευχές. Το 2016 ήταν μια πολύ κακή χρονιά, τόσο πολυεπίπεδα κακή που νομίζω ότι όλοι σχεδόν έχουν βγει εξαντλημένοι στο τέλος της. Δυστυχώς πολλά από αυτά που συνέβησαν το ’16, θα κυοφορήσουν αποτελέσματα τα επόμενα χρόνια, σίγουρα με αρχή το ’17. Είναι κάπως δύσκολο να σαι αισιόδοξος κάτι τέτοιες στιγμές, τουλάχιστον αν είσαι ρεαλιστής. Από την άλλη πλευρά θεωρώ κακό να μην ευχόμαστε και ελπίζουμε σε καλύτερες ημέρες, απλά θα μαζί με τις ευχές θα χρειαστεί και έντονη προσπάθεια. Πάρτε βαθειά ανάσα και ξεκινάμε.

01.   Colin Stetson – Sorrow (A reimagining of Gorecki’s 3rd Symphony)
02.   Jessica Sligter – A sense of Growth
03.   Nick Cave And The Bad Seeds – Skeleton tree
04.   Leonard Cohen – You Want it Darker
05.   Kate Tempest – Let them eat chaos
06.   Jenny Hval – Blood bitch
07.   Motorpsycho – Here be monsters
08.   Kitchie Kitchie Ki Me O – Are you land or water
09.   Spain – Carolina
10.   Antonymes – (For now we see) Through a glass dimly
11.   Dag Rosenqvist – Elephant
12.   Dalek – Asphalt for Eden
13.   Susanna – Triangle
14.   Marissa Nadler – Strangers/Bury Your Name
15.   Esben and the Witch – Older terrors/We melted the wax, now we can see
16.   Clara Engel – Visitors are allowed one kiss
17.   Ulver – ATGCLVLSSCAP
18.   Andreas Soderstrom –  Om Solen Val Gar Upp
19.   1900 – Tekno

20.   Petrels – Jord

Ο κ. Κ. και η λίστα του 2016

•31 Δεκεμβρίου, 2016 • Σχολιάστε

Προσπαθώ εδώ και μέρες να επαναφέρω τις λεπτομέρειες ενός διηγήματος του Μπέρτολτ Μπρεχτ που είχα διαβάσει μικρός. Η κεντρική ιδέα είχε να κάνει με το κατά πόσο έχει νόημα να συνεχίζεις μια κατάσταση την οποία άρχισες χωρίς να βρίσκεις ιδιαίτερο νόημα σε αυτή. Το παράδειγμα ήταν, αν δεν απατώμαι, η καθημερινή «καλημέρα» του πρωταγωνιστή κ.Κόυνερ στον άγνωστο γείτονά του, γεγονός που χρειάστηκε να συμβεί μια φορά για να συνεχίσει να συμβαίνει για πάντα. Δεν έχει καμία απολύτως σημασία το να πεις «καλημέρα» σε έναν άγνωστο γείτονά σου, αλλά απο τη στιγμή που τον καλημερίσεις μια φορά έστω, δεν έχει επίσης καμία απολύτως σημασία να σταματήσεις να το κάνεις. Θα ήταν αγενές και αναίτιο. Μπορείς να λες, να γνέφεις έστω μια καλημέρα στον άγνωστο γείτονά σου, χωρίς η γνωριμία σας να εξελιχθεί ποτέ, και εκείνος να απαντάει την ίδια καλημέρα στα πλαίσια μιας ακραίας τυπολατρίας η οποία επιβάλλει την αιώνια καταδίκη μιας καλημέρας, όσο κακή, στραβή και ανάποδη μπορεί να είναι αυτή η ημέρα. Απλά επειδή κάποιος έκανε την αρχή. Ωραίο βιβλίο οι ιστορίες του κ.Κόυνερ, ομολογώ δε πως σήμερα αφιέρωσα πέντε λεπτά ανάμεσα στη στίβα που φυλάω τις εφηβικές αναμνήσεις για να διαβάσω ξανά το διήγημα, αλλά δεν είχα τύχη να το εντοπίσω. Κρατάω το γενικό συμπέρασμα: αν δεν έχει νόημα να ξεκινήσεις κάτι, απο τη στιγμή που το κάνεις, δε έχει επίσης νόημα να το σταματήσεις.

Κυρίως επειδή κάποια χριστούγεννα αποφάσισα να γράψω μια λίστα με τα 20 αγαπημένα μου albums εκείνης της χρονιάς, και ψάχνω έκτοτε δικαιολογίες για να το επαναλαμβάνω κάθε χρόνο. Να σημειωθεί εδώ πως οι λίστες αυτές γίνονται μέσα στη γενική καυλάντα της ανασκόπησης και του ελεύθερου χρόνου των εορτών.Οι 20 παρακάτω κυκλοφορίες δεν είναι οι 20 αγαπημένες μου του 2016. Αυτές δε μπορώ να τις ξέρω απο τώρα. Είναι αυτές όμως που άκουσα περισσότερο μέσα στη χρονιά, και επιπροσθέτως κυκλοφόρησαν μέσα στη χρονιά. Η λίστα αυτή δεν έχει το παραμικρό νόημα, επειδή σε λίγους μήνες θα είναι διαφορετική, όπως και όλες οι προηγούμενες ως τώρα. Και στη συνέχεια θα αλλάζουν ξανά. Στις 24 Δεκεμβρίου του 2015 η Ultra Eczema κυκλοφόρησε το «Opgenomen Verantwoordelijkheden» των Vom Grill. Όλοι το άκουσαν μέσα στο 2016, και στην κόψη είναι δίσκος του 2016, αλλά το σημερινό μπρεχτικό μοτίβο επιτάσσει μια αυστηρή τυπολατρία. Δε μπαίνει. Θα έμπαινε όμως. Το ίδιο θα συμβεί του χρόνου με το «Fill My Body With Flowers And Rice» της Alice Kemp που βγήκε πριν δέκα μέρες και θα παραλάβω τον Ιανουάριο. Πρέπει να υπάρχει μια ειδική -επίσης άνευ νοήματος- λίστα για τέτοιες κυκλοφορίες. Τι έγινε το 2016 λοιπόν; Φέτος με κέρδισε η Yπέρβαση του Graham Lambkin, ο ιδιοφυής συνδυασμός του αφηρημένου με το συναισθηματικό που συνέθεσε ο Sean McCann και εκτέλεσαν μαζί του άλλοι είκοσι, ο εντελώς ιδιόμορφος και απόμακρος Jacques Brodier, η δισκογραφική επιστροφή του Massimo Toniutti στην καλύτερη κασσέτα της χρονιάς, το εντελώς προσανατολισμένο 12″ του Valerio Tricoli (ο οποίος είναι απο τους σημαντικότερους μουσικούς της εποχής μας), το σχεδόν ευχάριστο και post ’97 burzum άκουσμα που έφτιαξε ο Juntaro Yamanouchi στη μεγάλη επιστροφή των The Gerogerigegege, η αδιανόητη κασσετάρα των Smegma, ο πάντα κηδειακός και πιο «άδειος» απο ποτέ Erik Skodvin, ο παλαβός δίσκος του Philip Corner, η τραχύτητα του εξαιρετικού Leif Elggren, το γνωστό free χάος των Borbetomagus (και μάλιστα στο studio), το πρώτο στάδιο άνοιας του Leyland Kirby, η πάντα απαραίτητη Νορβηγίδα voice-artist στο πρόσωπο αυτή τη φορά της Natalie Sandtorv, το μυστήριο βινύλιο των εξίσου μυστήριων Korea Undok Group, ο καλύτερος δίσκος που έβγαλαν ποτέ οι Ashtray Navigations, το ουσιαστικό ντεμπούτο των The Stargazer’s Assistant του Dave Smith, η κασσετική παράνοια των Sigtryggur Berg Sigmarsson και BJ Nilsen στη συνέχεια του «Avantgardegasse», ο a-capella δίσκος διασκευών του John Duncan (!!), κάτι ανώμαλα κιθαριστικά drones με ολίγη απο αφαίρεση ενός Kuwayama Kiyoharu, καθώς και η εντελώς τρελαμένη lo-fi συνεργασία των Blood Stereo με τους Bren’t Lewiis Ensemble.

Αναλυτικότερα:

01. Graham LambkinCommunity (kye)
02. Sean McCannMusic for Public Ensemble (recital)
03. Jacques BrodierXhos De Villemahu (penultimate press)
04. Massimo ToniuttiAntidocument/Groundwork (vitrine)
05. Valerio TricoliVixit (second sleep)
06. The Gerogerigegege燃えない灰 (Moenai Hai) (eskimo records)
07. SmegmaYa Gotta Get Really Crazy (thalamos)
08. Svarte GreinerMoss Garden (miasmah)
09. The Barton Workshop Plays Philip CornerOM Entering And Once Enterd (kye)
10. Leif ElggrenDas Baank (rekem / fragment factory)
11. BorbetomagusThe Eastcote Studios Session (dancing wayang)
12. The CaretakerEverywhere At The End Of Time (history always favours the winners)
13. Natalie SandtorvPieces Of Solitude (va fongool)
14. Korea Undok Groups/t (penultimate press)
15. Ashtray NavigationsTo Make A Fool Ask & You Are The First (blackest ever black)
16. The Stargazer’s AssistantRemoteness Of Light (house of mythology)
17. Sigtryggur Berg Sigmarsson & BJ NilsenAbstract Art Automat (some)
18. John DuncanBitter Earth LP / This Bitter Earth 7″ (ideal recordings)
19. Kuwayama KiyoharuApproximate Dates When The Sun Reaches Each Hour Of Right Ascension (art into life)
20. Blood LewiisPentecostal Gymnast Trapped In Lime Jello (bufms)

Το sonic death monkey υπάρχει απο τα μέσα του 2006. Η πρώτη μου απόφαση για το 2017 είναι να ξαναγίνει όσο ενεργό ήταν στις πιο ενεργές του ημέρες. Ακόμα και αν το συγκεκριμένο είχε νόημα να ξεκινήσει, δε θα ήθελα να σταματήσει. Ακολουθούν (μάλλον) οι λίστες των άλλοι σε επόμενες δημοσιεύσεις.

Να σας συμβούν καλά πράγματα.

the Streets of Laredo

•23 Δεκεμβρίου, 2016 • Σχολιάστε

Είμαι περίπου ο τελευταίος άνθρωπος που θα ρωτούσε κανείς, στα πλαίσια κάποιας μουσικής συζήτησης, για την ποιότητα κάποιας φωνής. Αυτό νομίζω πως δεν έχει ακριβώς τη ρίζα του στο γεγονός πως ένα τεράστιο ποσοστό της μουσικής που ακούω δεν έχει καν φωνές. Ούτε στο επιπρόσθετο γεγονός πως ακόμα και όταν υπάρχουν, αυτές χρησιμοποιούνται σε τελείως μη τραγουδιστικά πλαίσια. Μάλλον είναι επειδή δίνω -εντελώς μηχανικά- κάποιες σπαστικές απαντήσεις σε κάθε προτροπή να προσέξω μια ωραία φωνή, επειδή κατά βάθος μια ωραία φωνή σκέτη δε σημαίνει τίποτα. Είναι λίγο εκείνο το αιώνιο επιχείρημα για τις φωνές στα talent shows. «Μα έχουν ωραίες φωνές». «Ε και;». «Έχουν ωραίες φωνές!». «Ε ας έχουν.».

Δεν είναι πολύ εύκολο να ορίσω τι ακριβώς εκτιμάω σε έναν τραγουδιστή, και δεν έχω καμία όρεξη για μεγάλη ανάλυση, αλλά θα επιχειρήσω να γράψω δυόμιση σκέψεις. Νομίζω πως πολλές φορές μπερδεύουμε το πόσο μας αρέσει μια φωνή σε συνάρτηση με το πόσο καλή είναι μια φωνητική γραμμή, και, κακά τα ψέμματα, με το πόσο μπορούμε να ταυτιστούμε υποσυνείδητα με τους στίχους και την ένταση με την οποία εκφράζονται κάποια συναισθήματα που βιώνουμε και εμείς σε παρόντα χρόνο, οπότε και η εμπειρία πιθανώς εκτινάσσεται.

Γενικώς υπάρχει μια προσωπική προτίμηση στις «κακές», περίεργες, ενίοτε και πραγματικά κακές φωνές, χωρίς εισαγωγικά. Τις προάλλες άκουγα τις The Shaggs και διπλανοί μου τις περιέγραψαν σαν μπάντα με καλόγριες που έφαγαν πόρτα απο κωμικό γύρισμα με χορωδία σε ταινία του Mel Brooks και άρχισαν να τραγουδάνε παράφωνα για να διαμαρτυρηθούν

Με συγκινούν όμως πάρα πολύ οι «καλές» φωνές οι οποίες ακολουθούν ευλαβικά μερικές απλές φωνητικές γραμμές, κάποιων τραγουδιών οι στίχοι των οποίων με αφήνουν εν γένει παγερά αδιάφορο. Κάποιων συναισθημάτων εντελώς εκτός της δικής μου κλίμακας. Θα αναφέρω τρία παραδείγματα μεγάλων φωνών πάνω στο Streets of Laredo, ή αλλιώς «Cowboy’s Lament», διάσημη λυρική αμερικάνικη μπαλάντα με μεσσιανικά μηνύματα, που ίσως θυμάστε να τραγουδάει σε μια φάση ο Roberto Benigni στο Down by Law του Jim Jarmusch.

O Hank Williams JR είναι με διαφορά ο λιγότερο αγαπημένος μου Hank Williams απο τους τρεις, βαριέμαι του θανατά τα τραγούδια του και την ίδια τη φωνή του, και στα μάτια μου είναι ένας αισθητικά ακίνδυνος country/americana/southern hero που ενδεχομένως να δεχόταν να πλαισιώσει τον Ted Nugent στην στέψη του νέου μίστορ πρέσινταντ. Ωστόσο, λέει το Streets of Laredo με μια Μεγάλη Φωνή.

O Johnny Cash έχει μια μεγάλη φωνή ούτως η άλλως. Ο ίδιος το είχε καταλάβει όταν έλεγε έτσι το Streets of Laredo τα παλιά χρόνια. Ο Rick Rubin καταλήγω πως μάλλον δεν πολυκατάλαβε τίποτα γενικά.

Αν με ρωτούσαν ποια είναι η καλύτερη καλή φωνή που έχει υπάρξει γενικώς, πιθανότατα το όνομα του Tom Jones θα αναφερόταν πολύ γρήγορα. Ίσως και αμέσως. Όχι για το Delilah. Όχι για τα funk/χορευτικά του. Ο Tom Jones έχει μεγάλη φωνή επειδή βγήκε να πει το Streets of Laredo με τόσο μεγαλειώδη τρόπο, και επιπλέον με αυτό το ντύσιμο.

06:45 προπαραμονής Χριστουγέννων. Δεν είχα ύπνο, φαντάστηκα πως με ρωτούσαν για καλές φωνές, sonic death monkey. Ορισμός : Καλή φωνή είναι εκείνη που θα πει με μοναδικό τρόπο ένα τραγούδι σαν το Streets of Laredo.

Να έχετε χαρούμενες γιορτές

περίπου Sonic Death Monkey, περίπου 2017

•17 Δεκεμβρίου, 2016 • Σχολιάστε

Υπάρχουν αρκετές στιγμές  (ή και πολλές) που φέρνω στο μυαλό μου διάφορα πράγματα σχετικώς με αυτόν τον ιστότοπο. Από στιγμιαίες σκέψεις στο μετρό για ένα album για το οποίο έχω όρεξη να γράψω, μέχρι την αιώνια απορία για το πότε θα αποκτήσουμε ένα λογότυπο που δε θα είναι σε times new roman. Σπανίως γίνεται κάτι απο αυτά που σκέφτομαι, και συγκεκριμένα σπανιότερα απο κάποια αλλαγή στα τεχνικά χαρακτηριστικά του ίδιου του wordpress, όπως ας πούμε το γεγονός πως τώρα που πληκτρολογώ οι αγγλικοί χαρακτήρες είναι περιέργως μεγαλύτεροι απο τους ελληνικούς. Άλλες φορές σκέφτομαι το πόσο εύκολο είναι να είμαι σε φάση να γράψω κάτι αλλά τελικά να μην το κάνω, μετά φέρνω στο νου μου τους υπόλοιπους της κλίκας και το πόσο τους συμβαίνει το ίδιο, και το πόσο έχουμε σταματήσει να συζητάμε για μουσική παρότι ασχολούμαστε περισσότερο μαζί της, και πόσο μάλλον να γράφουμε για αυτήν, και το γιατί συμβαίνει αυτό, και το πόσο πρέπει να γράψω για αυτό. Αναρωτιέμαι επίσης αν μια φαινόμενη «νεκρή» περίοδος του blog ας πούμε το 2009, έχει τρομερά διαφορετικά χαρακτηριστικά απο μια ενδεχόμενη τωρινή. Με τόσες απορίες είναι πρέπον να φτάσω σε ένα συμπέρασμα, οπότε θα καταλήξω στην απόφαση πως, τουλάχιστον για μένα, αυτός ο κάτι-σαν αραιός και άναρχος ημερολογιακός χαρακτήρας του SDM είναι ακριβώς ο λόγος που πάντα θα υπάρχει ένας λόγος ύπαρξης για ένα κείμενο απο το πουθενά. Και πως δε βρίσκω κανένα λόγο να αλλάξει αυτό, εφόσον συμβαίνει επιτυχημένα εδώ και αρκετά χρόνια. Ή και πολλλά.

Ancient wisdom

•22 Οκτωβρίου, 2016 • Σχολιάστε

Έχουμε πλέον φτάσει σε εκείνη την ηλικία που οι μουσικοί του σήμερα έχουν αρχίσει να είναι νεότεροι από εμάς. Διαβάζοντας το, εξαιρετικά εντυπωσιακό, βιογραφικό του Shabaka Hutchings, και φτάνοντας στο γεγονός ότι έχει γεννηθεί το 1984, δυο χρόνια δηλαδή μετά τον γραφόντα, δεν μπορώ παρά να νιώσω μια ελαφρά αμφιβολία για το τι ακριβώς γίνεται στη ζωή μας. Ο Shabaka λοιπόν που λέτε παιδιά έχει πάξει με τους Sun Ra Arkestra, με τους Heliocentrics, τους Polar Bear και, αναμενόμενα, τη μισή σύγχρονη jazz σκηνή. Δεν μπορεί σίγουρα να πει κανείς ότι δεν είναι εργατικό παιδί. Πέρισυ λοιπόν, αποφάσισε να μεταφερθεί από το Λονδίνο στη Νότια Αφρική, να μαζέψει μια μπάντα ντόπιων μουσικών και να κυκλοφορήσει το «Wisdom Of Elders» ως Shabaka and The Ancestors και να κάνει αρκετό, δικαιολογημένο, ντόρο.

Δυο φράσεις θα ακούσετε ή διαβάσετε σχεδόν σε όλες τις αναφορές για τον εν λόγω δίσκο, «afrofuturism» και «Sun Ra». Για το πρώτο δεν έχω να πω πολλά πράγματα, τέτοιου είδους ταμπέλες έχουν να κάνουν περισσότερο με την φιλοσοφία πίσω από τη μουσική παρά με την ίδια τη μουσική και η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ήμουν πολύ καλός στη φιλοσοφία. Η επιρροή του δεύτερου είναι σαφέστατη αν και διυλισμένη τόσο από το χώρο, όσο και από το χρόνο των σημερινών μουσικών. Επίσης εκεί που ο Sun Ra κοιτούσε στα άστρα και στο μέλλον, ο Hutchings φαίνεται να κοιτάει στη γη και στο παρελθόν, προφανώς περιλαμβάνοντας την ατμόσφαιρα και την ιστορία του τόπου όπου και έλαβε χώρα η δημιουργία του. Ο όρος spiritual jazz ποτέ δεν ήταν από τους αγαπημένους μου, κυρίως γιατί δεν τα πάω πολύ καλά με την πνευματικότητα, όμως δεν παύω να αγαπώ πολλές δουλειές και της Alice Coltrane και του Pharoah Sanders και των υπόλοιπων της παρέας. Όπως όμως λένε και οι ίδιοι οι μουσική, ο δίσκος είναι ένας ψαλμός σε 9 μέρη και ο υμνικός του χαρακτήρας είναι ξεκάθαρος  από το πρώτο (και μάλλον αγαπημένο μου) κομμάτι, το «Mzwandile». Πέραν του σαξοφώνου του Hutchings, η ομορφιά του δίσκου χρωστάει πάρα πολλά στους περκασιονίστες της μπάντας, οι οποίοι καταφέρνουν να αυτοσχεδιάζουν αλλά και να μαζεύουν όπου πρέπει τους ρυθμούς μιας μουσικής που σε όλη τη διάρκεια του δίσκου αγκαλιάζει τον ελεύθερο χαρακτήρα της.

Οι πιο ελεύθερες φόρμες της jazz είναι μεγάλη πρόκληση για πολλούς ανθρώπους, μεταξύ αυτών και για εμένα. Αν και λατρεύω τον Ayler π.χ., δεν με συγκινούν πολύ οι εντελώς άναρχες και αυτοσχεδιαστικές κυκλοφορίες. Το «Wisdom of Elders» μοιάζει να συνδυάζει πολύ πετυχημένα την σύνθεση και τον αυτοσχεδιασμό, ώστε να βρίσκεται σε εκείνη την πολύ λεπτή γραμμή έργων των οποίων οι σχετικά ελεγχόμενες εκρήξεις χάους εντείνουν το συναίσθημα αλλά δεν αφήνουν τη μουσική να καταλήξει στην εντροπία (αφού το ξέρουμε ότι ποτέ ένα μουσικό κείμενο δεν είναι ολοκληρωμένο χωρίς κάποιο φυσικό όρο). Αν και ο δίσκος είναι αρκετά απαιτητικό άκουσμα και λόγω της αυτοσχεδιαστικής φύσης του και λόγω διάρκειας και λόγω των πολλών πραγμάτων που συμβαίνουν (συχνά ταυτόχρονα) κατά τη διάρκειά του, αν του δώσεις την απαιτούμενη προσοχή θα σου αποκαλύψεις τις χάρες του. Παρατήρησα τη διαφορά τις πρώτες 1-2 φορές που τον άκουσα χωρίς να επικεντρώνομαι και μου παραφάνηκε χαώδης χωρίς να μου μένει κάτι και μια μέρα που κάθισα και τον άκουσα εντελώς απερίσπαστα, οπότε άρχισα να προσέχω τις λεπτομέρειες που εμφανίζονται σε κάθε σύνθεση. Και αυτός είναι ένας δίσκος της λεπτομέρειας. Και τώρα μου ρθε όρεξη να φτιάξω μια συλλογή που θα τελειώνει με το «Nguni», αλλά είναι Σάββατο και η τεμπελιά θα υπερνικήσει της δημιουργικότητας, οπότε κάνοντας ένα κύκλο, καταλαβαίνουμε γιατί ο Shabaka έχει πιο πλούσιο βιογραφικό.

Pure Intentions

•2 Οκτωβρίου, 2016 • 1 σχόλιο

Συνεχίζοντας στην νοσταλγική ατμόσφαιρα του Σεπτεμβρίου (αν και Οκτώβριος πλέον, καλό φθινόπωρο κλπ), σκεφτόμουν τις προάλλες ότι τα mid- to late-90s ηταν θαυμαστή εποχή αν ήσουν μικρός μεταλλάς με ανησυχίες (όπως, ας το παραδεχθούμε, πολλοί υπήρξαμε). Η έκρηξη ανάπτυξης και διαφοροποίησης που έλαβε χώρα εκείνα τα χρόνια, νομίζω ότι σπάνια συναντάται σε ένα χώρο με τόσο, αρχικά, ξεκάθαρα πλαίσια. Φυσικά εξετάζοντας με τα μάτια του σήμερα το τι συνέβη τότε, για κάθε θαυμαστή εξέλιξη, είχαμε άλλες 2,5 περίπου των οποίων τα αποτελέσματα ήταν από αποτυχημένα έως γελοία, κυρίως όταν παίρναμε πολύ στα σοβαρά τους εαυτούς μας και νομίζαμε ότι φέρνουμε την πολιτιστική επανάσταση της δεκαετίας. Όλο αυτό το γλέντι κορυφώθηκε περί τα τέλη της προηγούμενης χιλιετίας, ενώ νομίζω ότι από νωρίς φάνηκε ότι η αλλαγή στην αισθητική του 21ου αιώνα θα οδηγούσε κάπου πολύ διαφορετικά. Από την άλλη πλευρά, το ίδιο είχε συμβεί και στη μετάβαση από τα 80s στα 90s, και μάλλον το ίδιο συμβαίνει σε κάθε μετάβαση από γενιά σε γενιά.

Εκεί λοιπόν στα late 90s, για την μερίδα των μικρών μεταλλάδων που μας απασχολεί αυτή τη στιγμή, η βόρεια Ευρώπη και κυρίως η γεμάτη σολωμούς και πετρέλαιο Νορβηγία υπήρξε ένας ιδιαιτέρως θαυμαστός κόσμος που στιγμάτισε πολλές καρδούλες. Δεν θα προβώ σε περαιτέρω αναλύσεις καθώς δεν είναι αυτός ο σκοπός μας εδώ και, έτσι και αλλιώς, θα έπαιρνε περισσότερο χρόνο από όσο θα κάνει να ετοιμαστεί το κυριακάτικο γεύμα που έχει μπει στο φούρνο εδώ και κάποια ώρα. Πιθανότατα να γίνει μια εκτενής ανασκόπηση περίπου την ίδια εποχή που θα μας έχει πιάσει κρίση μέσης ηλικίας και θα έχουμε μπροστά μας το δίλημμα «Αγορά μηχανής ή συμμετοχή στα Παρατράγουδα» (γιατί στην Ελλάδα είμαστε, πάντα θα υπάρχουν Παρατράγουδα). Επανερχόμαστε λοιπόν στην Νορβηγία του 1995, επικεντρωνόμαστε στην κυκλοφορία του «HEart of the Ages» και στην γέννεση ενός συγκροτήματος που έμελλε να γίνει ένα από τα Σημαντικά (πιθανότατα ακόμα μέχρι και σήμερα). Ακολούθησαν δυο album που τότε μας φαίνονταν περισσότερο επαναστατικά από ότι ήταν στην πραγματικότητα, αλλά των οποίων η ποιοτική αξία συνεχίζω να πιστεύω μέχρι και σήμερα ότι είναι στα ύψη. Μετά για διαφόρους λόγους που ποτέ δεν έμαθα (και δεν με ενδιέφερε και τόσο πολύ), η φάση έχασε την ορμή της, βγάλαμε ένα album ημι-συλλογή, ένα αποχαιρετιστήριο live album και αποσυρθήκαμε από την ενεργό δράση με το κεφάλι ψηλά και τους μικρούς μας φίλους να στενοχωριόνται που έχασαν ένα ακόμα λόγο να ενθουσιάζονται.

Ο καθείς από εκεί και πέρα πήρε το δρόμο του, έφτιαξαν άλλες μπάντες, έβγαλαν άλλους δίσκους (οι περισσότεροι από αυτούς από συμπαθείς μέχρι πολύ ωραίοι αλλά όχι-το-ίδιο), έφτιαξαν εταιρείες, μαζεύτηκαν όλοι μαζί για να κάνουν live στην Αθήνα και γενικά ωραία περνούσαμε. Οι μικροί μεταλλάδες άρχισαν να ασχολούνται και με άλλα πράματα, μεγάλωσαν κάπως, αλλά παρέμειναν μικροί μεταλλάδες σε πολλές πτυχές της ζωής του και όπως όλες οι ωραίες σχέσεις που τελειώνουν, μετά από λίγο σταμάτησε να γυροφέρνει στο κεφάλι τους και ο καθείς πήρε το δρόμο του όπως συμβαίνει συνήθως σε τούτη τη ζωή. Πέρασε και η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, ήρθε η δεύτερη, ήρθαν οι χιψτερς, οι λαμπερσεξουαλς, το vintage, η (επαν)επισημοποίηση της νοσταλγίας στην τέχνη, το metal των mid-90s έγινε κάτι που δεν πολυθυμούνταν οι μεγαλωμένοι μικροί μεταλλάδες και μάλλον ποτέ δεν πολυέμαθαν οι μικροί μικροί μεταλλάδες, οπότε δεν υπήρξε κάποια ιδιαίτερη αναβίωση. Από καιρό σε καιρό, ασχολούμασταν με τα νέα album των τότε μεγάλων (ή και μεσαίων) που ποτέ δεν τα παράτησαν, συνήθως με πολύ χλιαρά αποτελέσματα και με ελάχιστες εξαιρέσεις να επαναθερμαίνουν το ενδιαφέρον. Ακόμα και οι κατά καιρούς επανασυνδέσεις, αναβιώσεις και συνταξιοδοτικές tours έδειχνα να αφορούν παλαιότερες σειρές ίσως γιατί η κυκλική φύση του χρόνου πουθενά δεν αποδεικνύεται τόσο έμπρακτα όσο στη μουσική και δεν είχαμε προλάβει να φτάσουμε στα late 90s (εδώ ακόμα περιμένω την αναβίωση του grunge που ποτέ δεν ήρθε).

Και κάπου εκεί λοιπόν που το 2016 περιδιαβαίνεις το μουσικό internet και το bandcamp, πέφτει πάνω στη μουσικό νέο «καινούριο album In The Woods». Η έκπληξη δεν είναι και τεράστια, καθώς έχουμε συνηθίσει σε πλείστες μουσικές νεκραναστάσεις, το ενδιαφέρον δεν είναι όσο θα ήταν κάποια χρόνια νωρίτερα, αλλά δεν είναι και κάτι που θα περάσει απαρατήρητο. Βέβαια η νέα ενσάρκωση ήταν ελλιπής, όμως είχε αρκετούς από τους βασικούς ώστε να μην απορριφθεί πριν καν ξεκινήσει. Εχει τεθεί πολλές φορές ως θεμα προς συζήτηση, η αιτία πίσω από τέτοιες επανεμφανίσεις, ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτές των Νορβηγών, η οποία δεν νομίζω ότι θα αποφέρει και τρομερά οικονομικά οφέλη. Κρίση μέσης ηλικίας; Καλλιτεχνική ανάγκη για επιστροφή στις ρίζες; Απογοήτευση από την έλλειψη αναγνώρισης στη μετέπειτα καριέρα; Όποια και αν ήταν, η επιστροφή των In The Woods έγινε πραγματικότητα και μάλιστα πριν κάτι μήνες έδωσαν και ένα πρώτο κομμάτι ως πρόγευση του δίσκου.

Το να πει κανείς ότι η πρώτη εντύπωση ήταν ένα κρύο ντους, θα ήταν σα να λες ότι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν μια μικρή διαφορά απόψεων. Αλλά μετά ξέρουν όλοι πως πάει. Οι σκέψεις ήταν «μηπως δεν κατάλαβα κάτι», «έλα μωρέ ένα τραγούδι είναι, μπορεί τ’ αλλα να ναι καλά», «μήπως έχουν αλλάξει τα δικά μου γούστα;», «θα βρουν το ρυθμό τους στο δίσκο» και άλλα ανάλογα που έχουν σκεφτεί όλοι όσοι έχουν βρεθεί μπροστά σε ένα πρώτο απογοητευτικό δείγμα αγαπημένου τους μουσικού. Τελικά, πριν λίγο καιρό, κυκλοφόρησε και το πλήρες album, ονόματι «Pure» και η μόνη σκέψη στις πρώτες δέκα (και αμφιβάλλω αν υπάρξουν επόμενες δέκα) ακροάσεις ήταν το »   «. Βέβαια να είμαστε ειλικρινείς, το album είναι όντως μια φιλότιμη back to the roots προσπάθεια, απλά δεν ξέρω σε ποιου τις ρίζες ήθελαν να επιστρέψουν, μια που αυτό που ακούγεται στα (ομολογουμένως υπερ-χορταστικά) 67 λεπτά του δίσκου δεν έχει καμιά σχέση με οποιαδήποτε φάση του συγκροτήματος. Απόλυτα πετυχημένη δε, η αναβίωση του αρτιστικού εκείνου φαινομένου που λέγεται «9os metal παραγωγή», το οποίο καταφέρνει να βγάζει ένα ηχητικό βούρκο, θάβοντας όποια θετικά στοιχεία των συνθέσεων. Στα υπόλοιπα δεν ξέρω πραγματικά πως να το χαρακτηρίσω, με το μόνο που να μου έρχεται από την αρχή στο μυαλό είναι τεταρτοκλασάτη tribute μπάντα στους Green Carnation (άραγε τους θυμάται κανείς σήμερα;) από 40ρηδες που αναπολούν τη χαμένη νιότη τους. Το μόνο που καταφέρνουν με επιτυχία είναι να χωρέσουν άνετα όλα τα κλισέ που χουν περάσει ποτέ από τον ευρύτερο doom/ατμοσφαιρικό/πείτετοόπως θέτε χώρο, ενώ σκόρπια περάσματα-αναφορές σε πιο progressive ή Floyd-ικές παρελθοντικές στιγμές είναι τόσο θλιβερά που δεν λειτουργούν καν σαν ευχάριστη ανάπαυλα από την επίθεση που δέχονται τα αυτάκια μας. Βέβαια όταν έχεις επιλέξει για νέο τραγουδιστή του συγκροτήματος, αυτόν των Ewigkeit & Meads Of Asphodel, θα έπρεπε να έχουμε καταλάβει και εμείς ότι η αισθητική σου κρίση δεν είναι και στα φόρτε της.

Το συμπέρασμα είναι μια ακόμα εγγραφή στη συλλογή των αποτυχημένων επιστροφών σε μια χαμένη μουσική χρυσή εποχή που μάλλον είχε κάποιο λόγο που χάθηκε στην πορεία. Είναι φανερό ότι οι παλιοί δεν το κάνουν πλέον εξίσου καλά με το παρελθόν, ελπίζω να υπάρχουν νέοι εκεί έξω που θα έχουν περισσότερο ταλέντο για να μη μείνουν ξεκρέμαστοι οι μικροί μεταλλάδες των mid- to late-10s, το οποίο θα ήταν πραγματικό κρίμα γιατί είναι καλά παιδιά μερικοί από αυτούς, να το πιστέψετε. Ευτυχώς από την πλευρά μας, δεν θα κλάψουμε πολύ για την mid- to late-10s κατάντια των άλλοτε μεγάλων αγαπών μας. Έχουμε και καλύτερα πράγματα να κάνουμε.

Skeletons in the closet

•20 Σεπτεμβρίου, 2016 • Σχολιάστε

Δεν νομίζω ότι θα αποφεύγαμε αυτή εδώ την αναφορά. Εγώ προσωπικά δεν θα το ήθελα κιόλας. Υπάρχει κάποιος λόγος μερικές φορές που όλοι μιλάνε για κάτι, και το «Skeleton Tree» έχει διάφορους τέτοιους λόγους. Νομίζω ότι μερικοί από αυτούς τους λόγους παραείναι προσωπικοί για τον δημιουργό του, ώστε να αναλύονται από τον κάθε άσχετο, οπότε θα το αποφύγουμε εδώ, έστω και αν είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του τελικού δημιουργήματος.

Στο όνομα της απόλυτης ειλικρίνιας, θα παραδεχτώ ότι είμαι αρκετά νεόκοπος φίλος του Cave. Δεν με έχουν στιγματίσει τα κλασσικά, δεν πόνεσα με το «Murder Ballads», όταν τον είχα πρωτοδεί στο «Der Himmel Uber Berlin» δεν είναι καμιά σχέση με τη μουσική του, με αποτέλεσμα να μην είμαι και ο πλέον αναλυτικός παρατηρητής της ευρύτερης πορείας του. Αυτό με κάνει να συμπαθώ και album που οι «κανονικοί» οπαδοί ακούν και ανατριχιάζουν (το «Lyre of Orpheus» π.χ. – με την εξαίρεση του υπερβολικά ροκενρολ «Dig Lazarus Dig»), ενώ νομίζω ότι έχω αναφέρει και στο παρελθόν ότι το αγαπημένο μου album του πλέον είναι το προηγούμενο, «Push The Sky Away». Αν κάτι ξέρει να κάνει ο Cave σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του είναι να περιτριγυρίζεται από εξίσου (ή και περισσότερο, όπως το δει κανείς) ταλαντούχους μουσικούς. Και σε μια λίστα που περιλαμβάνει τον Adamson, τον Blixa, τον Mick Harvey ή τον Foetus, η μεγαλύτερη, με διαφορά, συμπάθειά μου είναι ο Warren Ellis, κυρίως γιατί οι Dirty Three ήταν και θα είναι για πάντα Τεράστια μπάντα. Όποιος λοιπόν δεν ακούει την επιρροή του Ellis στην συνθετική προσέγγιση των τελευταίων δίσκων, τότε μάλλον δεν ακούει και πολύ προσεκτικά. Και αν το «Push The Sky Away» ήταν το πιο αφαιρετικά αφηρημένο μέχρι στιγμής, τότε στο «Skeleton Tree» έχουν μείνει μόνο τα ημι-ξεθωριασμένα περιγράμματα των τραγουδιών.

Είναι αρκετά κατανοητός ο λόγος για την ατμόσφαιρα και τα κυρίαρχα συναισθήματα του δίσκου. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη ελπίδα, δεν υπάρχει ιδιαίτερη διέξοδος, εκεί που στο προηγούμενο οι αναφορές προς τον ουρανό και τα άστρα ήταν αρκετές, τώρα κοιτάμε μόνο προς τα μέσα και δεν μας αρέσει πολύ αυτό που βλέπουμε γιατί τα γεγονότα δεν βγάζουν πολύ νόημα. Ανεξαρτήτως προσωπικών εμπειριών του καθενός, είναι δεδομένο νομίζω ότι πάρα πολλά στη σημερινή εποχή δεν βγάζουν κανένα νόημα και γι’ αυτό έχουμε πολλά θέματα που δεν μπορούμε να λύσουμε σε τούτο τον κοσμάκη. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που η (απέλπιδα) προσπάθεια της κατανόησης των καταστάσεων που αποπνέει το «Skeleton Tree» μιλάει τόσο πολύ στους περισσότερους ακροατές του. Η βοήθεια του Ellis είναι ακόμα πιο έντονη τώρα, οι συνθέσεις είναι ακόμα πιο μινιμαλιστικές, πιο υποτονικές, πιο αφηρημένες από οποτεδήποτε, για να ταιριάξουν και με μια διαφοροποίηση στο ύφος των στίχων του Cave, αυτών των ελαφρά παραληρηματικών μονολόγων που απευθύνονται σε όλους και σε κανένα. Όσες φορές και να το ακούσω μέχρι τώρα, δεν μπορώ να ξεχωρίσω τα τραγούδια, νιώθω ότι εκεί που τελειώνει το ένα, ξεκινάει το επόμενο σε μια αδιάκοπη προσπάθεια να εκφραστεί όλο το βάρος του κόσμου χωρίς ανάσα σχεδόν. Την πρώτη μέρα που το άκουσα, χωρίς υπερβολή δεν πρέπει να άκουσα κάτι άλλο μέχρι να κοιμηθώ και παρόλα αυτά δεν μπορούσα να πω με σιγουριά πότε τέλειωνε το ένα τραγούδι και πότε ερχόταν το άλλο. Δεν νομίζω να έχει ξαναπλησιάσει ποτέ ο Cave την ambient μουσική, όσο με αυτό εδώ το δίσκο. Και δεδομένου ότι είναι από τα αγαπημένα μου στυλ, δεν μπορεί παρα να με κερδίσει ακόμα περισσότερο το «Skeleton Tree». Το άλλο μεγάλο ατού του δίσκου, είναι ότι παρά την απόλυτα προσωπική φωνή του, δεν καθίσταται σε καμιά περίπτωση άβολη διαδικασία για τον εξωτερικό ακροατή.

Τα μεγάλα δράματα συχνά έχουν οδηγήσει στη δημιουργία μεγάλων αριστουργημάτων σε διάφορες μορφές τέχνης (με τρανταχτή εξαίρεση ίσως το εκτρωματικό τελευταίο Buck 65). Δεν θα ήθελα σε καμιά περίπτωση να μείνει το «Skeleton Tree» στην ιστορία ως το «album του δράματος», έστω και αν αυτό είναι ένα μεγάλο κομμάτι της προσωπικότητάς του. Δεν έχω δει το «One More Time With Feeling», οπότε δεν ξέρω και τη διαδικασία εξορκισμού της κατάρας του Cave, κάποια στιγμή λέω να το κάνω, αλλά προς το παρόν μου αρκεί η παρέα του δίσκου. Ενός δίσκου τόσο ισοπεδωτικού που δεν σε αφήνει σε ηρεμία όσο ευχαριστημένος και να είσαι με την ύπαρξη σου. Χωρίς να θέλω να ξεχωρίσω κάποιο κομμάτι ποιοτικά, θεωρώ ότι όλος ο χαρακτήρας του δίσκου βρίσκεται συμπυκνωμένος κυρίως στα 4:51 του «Girl In Amber». Πραγματικά δεν ξέρω αν αυτός είναι ο καλύτερός του δίσκος, δεν ξέρω καν αν είναι καλύτερος από το «Push The Sky Away» (δεν νομίζω πάντως), αλλά σίγουρα είναι ένας δίσκος που θα μείνει στην ιστορία, πιθανώς για λάθος λόγους ενίοτε όπως προείπα και παραπάνω. Δημιουργικά πάντως ο Cave και οι Κακοί Σπόροι του φαίνεται ότι έχουν πολλά ακόμα να δώσουν. Ελπίζω απλά την επόμενη φορά να μη χρειάζονται τέτοια ερεθίσματα για έμπνευση. Δεν ξέρω αν θέλω ή μπορώ να δω το «One More Time With Feeling», αλλά σίγουρα αυτή τη στιγμή ο δίσκος είναι ένα μεγάλο κομμάτι ενός μουσικού φθινοπώρου που προβλέπεται ήδη φορτσάρισμένο. Ίσως γιατί όλοι χρειάζεται να αναλογιστούμε τις διάφορες απώλειες γύρω μας.

 

 

 

a new decade yesterday

•15 Σεπτεμβρίου, 2016 • 1 σχόλιο

Αν και αναπόφευκτα θα αποκτήσει λίγο επετειακό χαρακτήρα η παρούσα δημοσίευση, η αλήθεια είναι ότι ενώ τη σκέφτομαι αρκετές μέρες, μόλις σήμερα διαπίστωσα ότι αισίως έχουν περάσει 10 χρόνια (παρά πέντε ημέρες) από την έναρξη λειτουργίας του υπέροχου χώρου τούτου. Βέβαια κατά την διάρκεια συγγραφής έχω ακούσει ήδη ερώτηση για τα βυζιά της Άννας-Μαρίας Λογοθέτη, οπότε καταλαβαίνουν όλοι ότι οποιαδήποτε νοσταλγική διάθεση για τον χρόνο που έχει περάσει από την τελευταία φορά που βρεθήκαμε εδώ καθίσταται μάλλον άτοπη. Επίσης διαπίστωσα ότι έχουν περάσει άνω των 2 ετών από τότε που εμφανίστηκα τελευταία φορά εδώ, άνω του ενός από την τελευταία φορά που ο φίλος Μανώλης επανήλθε για να αναζωογονήσει λίγο την κατάσταση εδώ μέσα. Οποιαδήποτε προσπάθεια ανασκόπησης του χαμένου χρόνου φυσικά και είναι ελαφρώς ανούσια, αλλά και σχεδόν αδύνατη, κυρίως γιατί δεν την κάνουμε συχνά ούτε στην κανονική μας ζωή.

Δεν ξέρω αν ήταν ενσυνείδητη απόφαση του αφεντικού, να ξεκινήσει το Sonic Death Monkey Σεπτέμβρη μήνα, αλλά σίγουρα μας ταιριάζει η ατμόσφαιρά του. Μιλώντας για τον Σεπτέμβρη του 2016, συγκρινόμενο με αυτόν του 2006, δεν ξέρω αν έχουμε αλλάξει όσο θα θέλαμε ή περισσότερο από όσο θέλαμε, αλλά σίγουρα αυτή η δεκαετία αύξησε σημαντικά τη μάστιγα των mid-30s που λέγεται κοινωνικές υποχρεώσεις με αποτέλεσμα εκεί που κάποτε συζητούσαμε που θα βγούμε να πιούμε τα σαββατοκυρίακα, τώρα μετράμε πόσες βαφτίσεις και γάμους έχουμε. Κατά τ΄άλλα δουλεύουμε περισσότερο, αγοράζουμε μουσική λιγότερο, έχουμε καιρό να διαβάσουμε το High Fidelity, φοβόμαστε ότι υπάρξει κάποια συμπαντική απώλεια αν κλείσει το Star και σταματήσουν να παίζουν τα Φιλαράκια τα μεσημέρια του Σαββατοκύριακού και φυσικά ακόμα δεν έχουμε καταλήξει σε κάποιο σοβαρό συμπέρασμα για το που πάμε και τι κάνουμε. Νιώθω λίγες τύψεις που ποτέ δεν έκατσα να γράψω στα early 20s κάποιο γράμμα στον μελλοντικό εαυτό μου, όπως κατά κόρον γίνεται στα ανά τον κόσμο sitcoms, αλλά δεν ξέρω αν είχα να μου πω και τόσα πολλά πράγματα. Βέβαια να την πούμε την αλήθεια, έγιναν βήματα προσέγγισης προς το φινάλε το High Fidelity, καθώς ο ένας εκ της παρέας αποφάσισε να γίνει μέρος της φάσης λίγο παραπάνω (΄»You’re making something. You – the critic, the professional appreciator – put something new into the world. And the second one of those things gets sold, you’re officially a part of it.» που έλεγε και η Laura) και κάθεται τώρα και αγχώνεται αν θα πάνε καλά οι συναυλίες και αν θα πουλήσουν οι κυκλοφορίες και αν θα είναι όλα καλά και εμείς οι υπόλοιποι νιώθουμε αρκετά περήφανοι. Και φυσικά το προβλήματά μας και τα άγχη μας έχουν γίνει κάπως πιο σοβαρά, αν και όχι τόσο σοβαρά όσο του Nick του Cave που είναι το μουσικό θέμα των ημερών, εν μέρει γιατί έβγαλε ένα φανταστικό δίσκο (αν και όχι τόσο φανταστικό όσο το «Push The Sky Away») και κρίμα που δεν είναι το θέμα των ημερών μόνο γιατί έβγαλε ένα φανταστικό δίσκο. Τουλάχιστον θεωρώ θετικό ότι με απασχολούν ακόμα τα μουσικά θέματα των ημερών, γιατί αν με απασχολούσαν μόνο τα κανονικά θέματα των ημερών θα είχαμε σοβαρό πρόβλημα.

Με είχε πιάσει τις τελευταίες ημέρες μια όρεξη για live οπότε κοιτούσα το γενικότερο πρόγραμμα του φθινοπώρου , οπότε και συνειδητοποίησα ότι αν το τηλεοπτικό καλοκαίρι κυριαρχήθηκε από τρομερή νοσταλγία τόσο για τα 80s, όσο και για τα late 70s (λέγε με Stranger Things και The Get Down), όλη αυτή η κατάσταση ωχριά τρομερά μπροστά στο τι έχει κανονιστεί να παίξει τους επόμενους μήνες. Ημι-ξεχασμένοι, ξεχασμένοι, νεκραναστημένοι και διάφορα στάδια αποσύνθεσης θα κοσμήσουν τις αθηναϊκές μουσικές σκηνές. Βέβαια για να πω την αλήθεια, είμαι σχεδόν σίγουρος ότι θα υπάρχουν και πιο επίκαιρα πράγματα, πιθανότατα σε πιο υπόγειο επίπεδο, αλλά η πληροφόρησή μου δεν είναι αυτή που ήταν κάποτε. Κάποτε αυτή η διαπίστωσε θα με έθλιβε ελαφρώς, ή όχι και τόσο ελαφρώς. Αυτή τη στιγμή δεν με θλίβει και τόσο. Δεν ξέρω αν πρέπει να ανησυχήσω ή να το αποδεχθώ. Κάπου εδώ θα έπρεπε να εξαχθεί ένα βαθύ συμπέρασμα για την ανθρωπινη ύπαρξη, αλλά έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι δεν είμαι καλός στα βαθιά συμπεράσματα. Τουλάχιστον είναι ένας ακόμα καλός χρόνος μουσικά, τουλάχιστον ακόμα έχουμε όρεξη να διαπιστώνουμε ότι είναι ένας ακόμα καλός χρόνος μουσικά, γιατί κατά τ’ άλλα η κατάσταση έχει ξεφύγει από το γελοία σουρεαλιστικό και έχει αρχίσει να οδεύει ολοταχώς προς το τρομακτικά δυστοπικό. Σε κάθε περίπτωση η νοσταλγία είναι γοητευτικό συναίσθημα αλλά και αρκετά επικίνδυνο, αν το αφήσεις ανεξέλεγκτο.

Καλή αρχή σαιζόν λοιπόν, καλή παρακολούθηση στις εξελίξεις, καλά κουράγια, καλά σχέδια για το μέλλον, καλές ισορροπίες και καλά κρασιά. Μεγάλο χρονικό διάστημα οι δεκαετίες. Μεγάλα project οι ανασκοπήσεις. Και η μόνη που μπορούμε να κάνουμε με σιγουριά είναι η παρακάτω:

  1. Helios – Eingya
  2. Ulver – Shadows of the sun
  3. When – You are Silent
  4. Ben Frost – By The Throat
  5. Kammerflimmer Kollektief – Wilding
  6. Bill Wells & Aidan Moffat – Everything’s Getting Older
  7. Anais Mitchell – Young Man In America
  8. Nick Cave & The Bad Seeds – Push The Sky Away
  9. Jenny Hval & Susanna – Meshes Of Voice
  10. William Basinski – Cascade
  11. ?

ημερολογιακό

•21 Ιουνίου, 2015 • Σχολιάστε

Ο μήνας της εκκρεμότητας. Σωθικά, συκώτι, στριφογύρισμα, ύπνος ποτέ. Προχωράμε στο δρόμο, κάνει ζέστη, να πάμε που παίζουν οι DEAF CENTER στο Βερολίνο. Κοτζάμ Ευρώπη μένουμε. Διαδηλώσεις. Λαϊκή μουσική στα παράλια της Αττικής, αυτοακρωτηριασμός επιπέδου δύο. Φτηνό αλκοόλ. Λάθος, δωρεάν αλκοόλ. Όλα λάθος. Η θάλασσα στις τρεις τη νύχτα. Νικάμε σε κόντρα, επιστροφή. Παντού ελληνική λεβεντιά, ψυχή, dna, προϊόντα, γείτονες, τσαμπουκάς, όλα ελληνικά, μην τους πεις για ελληνικό νόμισμα μόνο, είναι υπερήφανοι. Θα έχει και η Κ. σπίτι να μας φιλοξενήσει, έλα, σπάνια παίζουν, δεν έχω λεφτά βέβαια, αλλά πάμε. Κάνει ζέστη και όλα τα σκυλιά είναι συμπαθητικά. Αδικία.

Πάμε, πάμε, σκέψου

Κίτρινο αλκοόλ, καλύτερο, αθηναϊκός ουρανός, ζέστη, σκυλιά, εκκρεμότητα, αδικία, άγχος, να πάμε έξω. NBA JAM. Μοιάζει με ποιήμα του Μπογδάνου. Άνθρωποι, δέκα κουβέντες, μάνες, yo. Ύπνος ποτέ. Αύριο βάφτιση. Αδικία. Καλά το σκεφτόμαστε, είναι τον άλλο μήνα άλλωστε, ακριβώς σε ένα μήνα, παίζει να βρούμε εισιτήρια. Του Βασίλη του αρέσει η Γεωργία, αλλά είναι μαζί με μια κοπέλα. Και οι δύο, αλλά όχι με την ίδια. Ο Νίκος θα ανέβει στην Καρδίτσα. Πολύ σημαντικές πληροφορίες.

Ξημερώνει, επιστροφή, αποχαιρετισμοί, κίνηση τηλεφωνάκι με το χέρι, να πάμε Βερολίνο

Μετρό, ζωγραφισμένα παιδιά στο πρόσωπο, τσακωμοί, αναμονή, ζέστη, επαναφορά του άρθρου με τα δέκα άλυτα μυστήρια του μετρό στο μυαλό, δεξιά και αριστερά τίποτα άλυτο εδώ, αδικία, κυρία κουβαλάει γλαστράκι επιπέδου τρία, ίσως μπαμπού, ήχος αποφόρτισης κοννεκτγιοτσάρτζε, ξεκινάμε, ύπνος τώρα.

Ξύπνημα αεροδρόμιο, καφές μονός ελληνικός παρακαλώ, αεροσυνοδός, κίνηση για το γνωστό σποτ, ήλιος, κανένα αεροπλάνο να φεύγει, κανένα να έρχεται επίσης, ήρθα με δύο ώρες καθυστέρηση για μέγιστη έκθεση σε στιγμιότυπο.

Εκκρεμότητες
Ένα εισιτήριο για την επόμενη πτήση. Για Deaf Center. Παρακαλώ. Ύπνος ποτέ

record discogs day

•23 Απριλίου, 2015 • Σχολιάστε

To 2004 ανεβαίνουμε μια μέρα σχολή γιατί είχαμε κάτι εργαστήρια κυματικής, εγώ, ο Αχιλλέας και ο Παναγιώτης. Τους λέω πως μετά θα κατέβω στο κέντρο για καμιά βόλτα γιατί θέλω να κάνω μια περασιά από το Jinx. Ο Παναγιώτης βγάζει από την τσάντα του ένα cd και μου το δίνει, λέγοντάς μου «για δες εδώ εξώφυλλο που αγόρασα, το παρήγγειλα από ένα δισκάδικο στο Περιστέρι, τώρα πάω σπίτι να το βάλω, έχεις ακούσει;». Μου είχε δώσει το Chocolate Wheelchair Album του Venetian Snares, και δεν το είχα ακούσει. Δεν ήξερα ποιος είναι ο Aaron Funk το 2004, αλλά το εξώφυλλο με αρρώστησε λιγάκι, μια καρέκλα φτιαγμένη από σοκολάτα με φόντο το ηλιοβασίλεμα. Γύρισα σπίτι, κατέβασα δύο κομμάτια από ένα bot στο undernet με την pstn μου, τα έβαλα στο windows media player, δεν είχα τέτοια ακούσματα, μου έκανε εντύπωση, λίγες μέρες μετά ο Παναγιώτης μου το αντέγραψε σε cdr, ακόμα πρέπει να το έχω κάπου, ωραίο το Chocolate Wheelchair Album.

Από τότε μεσολάβησε η αναβίωση του βινυλίου, αρκετά ακόμα εργαστήρια φυσικής, δεκάδες albums του Venetian Snares καθώς και μια εντελώς μεθυσμένη του εμφάνιση στην Αθήνα όπου τον είδαμε να αλλάζει cd και να ερωτοτροπεί επί σκηνής λίγο πριν διασκευάσει Mötley Crüe. Κυρίως όμως μεσολάβησε το τιτανίου διαμετρήματος «Rossz Csillag Alatt Született», κάπου ένα χρόνο μετά. Να θεωρήσετε πως έγραψα μια βερμπαλιστική παράγραφο για τον δίσκο αυτό, πως εξήγησα τι σημαίνει για μένα, ανέλυσα σε βάθος σε τι μουσικές ακροάσεις με συνέστησε, με ένα ωραίο πρόλογο, ένα εύστοχο και τουδεπόιντ κυρίως θέμα και ένα νοσταλγικό/συγκινησιακό επίλογο περί του πόσο ωραίο πράγμα είναι να έχεις δέκα-δεκαπέντε-σαράντα δίσκους για τους οποίους μπορείς να γράφεις για πάντα, ανεξάρτητα με την ακουστική φάση που είσαι ανά περίοδο. Ας υποθέσουμε πως συνέβησαν όλα αυτά, και ας αναφερθεί επιπλέον πως επειδή άρχισα να ασχολούμαι με τη μουσική γύρω στα τέλη των 90’s, τα δισκοπωλεία τότε είχαν cd. Compact Disc. Αλλά το cd δεν πιάνει μια μπροστά στο βινύλιο, οπότε ο καπιταλισμός προσπάθησε να δημιουργήσει την ανάγκη για λίγο χρτς χρτς την ώρα που ξεκινάει το κομμάτι, και αμέσως μετά να την καλύψει : Επίστροφή στο βινύλιο, έχει καλύτερες συχνότητες από το cd, γιατί δεν ξέρω αν σας είπα, εκεί στο Λύκειο ήμασταν ένα audiophile παρεάκι και στις κοπάνες μας μπαίναμε κρυφά στα στούντιο της ΕΡΤ για να ακούσουμε Deutsche Grammophon, δεν ακούγαμε Slayer με walkman δηλαδή.

Η Record Store Day ξεκίνησε σαν την ημέρα των ανεξάρτητων δισκοπωλείων και μικρών δισκογραφικών, δίνοντας ευκαιρία στα μικρά labels και τα μικρά δισκοπωλεία να εορτάσουν την επιστροφή των ανθρώπων στη μουσική. Η ιδεά ήταν καλή, αλλά η απόσταση μιας καλής ιδέας από μια ωραία κατάσταση είναι ενίοτε μερικά interstellars δρόμος, οπότε και ερχόμαστε στη σημερινή παράνοια όπου μεγάλος αριθμός ανεξάρτητων δισκοπωλείων και μικρών δισκογραφικών κράζει ανελέητα (και δικαίως) την Ημέρα Jack White επειδή τελικώς αυτό το πράγμα έζησε και θα πεθάνει με το αίσθημα του ανεκπλήρωτου. Διότι για να τυπωθούν τα εκάστοτε picture 7″ του Bono και του David Bowie (με μαλλί), καθώς και τα καθόλα χρήσιμα και underground box sets των Jimi Hendrix και Bob Marley, τα εργοστάσια ρίχνουν κάτι χυλόπιτες στους μικρότερους και ανεξαρτητότερους, ανάλογες μόνο με τις πικρές λυκειακές: Χάλια. Για να καταφέρει ένα label να βγει στη ζούγκλα του marketing, πρέπει να γνωρίζει πως το ένα τρίτο του ημερολογιακού έτους, τα εργοστάσια είναι απασχολημένα με την RSD, και όχι με τις «μικρές» κυκλοφορίες της ημέρας. Ο κόσμος μαζεύεται στα δισκάδικα όχι για να ψάξει, να ακούσει, να μιλήσει, να εορτάσει, να πιεί δυο μπύρες και να λέει στον θείο του τον Τάκη που άκουγε Dire Straits πως «ναι θείε Τάκη, βγαίνουν ακόμα βινύλια, να πήρα προχτές ένα», δεν μαζεύεται για όλα αυτά, μαζεύεται για να φορτώσει περιορισμένες εκδόσεις με τα τσουβάλια και να αρχίσει το πανηγύρι στο ίντερνετ.

Και εδώ μπαίνω εγώ στην ιστορία, που ως 20άρης δεν αγόρασα το «Rossz Csillag Alatt Született» σε δίσκο, αυτό έπιασε τριψήφιους με συνοπτικές, και ως 30άρης ήθελα στις 18 Απριλίου να αγοράσω τον ίδιο δίσκο, σε RSD edition πεντακοσίων χρωματιστών αντιτύπων.

paradinas

εδώ ο Mike Paradinas (μ-Ziq), ιδιοκτήτης της Planet Mu, σερβίρει πέντε RSD εκδόσεις του Aaron Funk σε τυχερό φωτογράφο. Οι διαμαρτυρίες για το ακραίο sold out του «Somerset Avenue Tracks» δεν δείχνουν να τον πτοούν τρομερά σε αυτή τη λήψη.

Το ακόμα πιο ωραίο, είναι πως οι RSD κυκλοφορίες δεν πάνε σε όλα τα δισκοπωλεία. Άλλος τα φέρνει μόνο στο Nashville στο προσωπικό του δισκοπωλείο/σπίτι/εργοστάσιο, άλλα πάνε μόνο Αγγλία/Αμερική/Καναδά (όπως τα Venetian Snares), και μένουμε εμείς με τα εφτάρια Bowie και το discogs, όπου είναι το καλύτερο δισκάδικο της γειτονιάς σου. Είναι λίγο ακριβό, αλλά η αγάπη (και η ανάγκη ε) για το βινύλιο είναι υπεράνω χρημάτων, υπεράνω μισθών. Οπότε επειδή τα δισκάδικα είτε σνομπάρουν τη φάση (και καλά κάνουν) είτε δε φέρνουν αυτά που ψάχνω (όχι μόνο εγώ! και εσύ! όλοι μας!), για να βρω το γαμημένο αντίτυπο που θα ήθελε να είχε πάρει το 2015 ο 40άρης εαυτός μου, πρέπει να αγγαρεύω κόσμο στα εξωτερικά να πάει να μου τον πάρει. «Έλα Αντρέα, ναι ο Μανώλης είμαι, ναι ρε πριν εφτά χρόνια που είχαμε πάει για καφέ σε εκείνο στο Θησείο που.., ναι καλά είμαι, α χώρισες με την Γιώτα, ναι να σου πω, μήπως μπορείς να πεταχτείς μέχρι Brick Lane να μου πάρεις ένα δίσκο, ναι βγαίνουν ακόμα δίσκοι, α δε μπορείς έχεις πιλάτες δεν πειράζει Αντρέα μου φιλιά, να τα πούμε ε;». Eίναι άκομψο, στα όρια της χυδαίας αγγαρείας, αλλά συνέβη, έστειλα πέντε άτομα (ευτυχώς οι περισσότεροι θα κατέβαιναν ούτως η άλλως) σε Λονδίνα, Μάντσεστερ, Νιουκάστλ, Άμστερνταμ και Παρίσι να μου βρουν ένα δίσκο που δε μπορώ να πάρω από το ίντερνετ, γιατί σήμερα γιορτάζουμε τα δισκάδικα και τη σύσφιξη σχέσεων με ανθρώπους που μένουν μακριά. Για να μην πολυλογώ περισσότερο, πήγαν όλοι, οι περισσότεροι ήταν εκεί από πρωινές ώρες, σε γνωστά και μη δισκοπωλεία της αλλοδαπής, αλλά ούτε ένας δεν βρήκε το «Rossz Csillag Alatt Született». Δεν ξέρω αν τα μαγαζιά την έχουν δει «δεν τα βγάζω καν στα ράφια και τα ρίχνω στα ebay», ή δε θέτουν όριο αγοράς, ή δεν μπορούν να διαχειριστούν και οι ίδιοι τη γενικευμένη παράνοια τελοσπάντων, αλλά το point είναι πως εννιά στα δέκα βρίζω την ηλίθια record store day για τα παράδοξα που δημιουργεί, και ένα στα δέκα εκνευρίζομαι πολύ με τον εαυτό μου που κάθε (μα κάθε) χρόνο βρίσκω μερικές κυκλοφορίες που θέλω, που ψάχνω, που βρίζω, που βρίσκω ή δεν βρίσκω. Την επόμενη κιόλας, 19 του μήνα, το discogs άρχισε να παίρνει φωτιά, καθώς ο δίσκος άρχισε να ανεβαίνει στις γνωστές τριψήφιές του τιμές, και πωλήθηκε αρκετές φορές μάλιστα, τα αγόραζαν δηλαδή, ήμουν αποπάνω, 75 λίρες κύριε; βεβαίως, σας το τυλίγω με αγάπη, μέχρι που στις τρεις τη νύχτα ώρα ελλάδος πέτυχα τον ένα απαραίτητο αμερικάνο που δεν είχε καταλάβει την αξία του δίσκου, και τον αγόρασα νύχτα (πιο νύχτα δεν πάει) για 23$ και πήγα για ύπνο με «απεταξάμην τη μαλακία» νανούρισμα.

Για να συνοψίσω τα first world problems λοιπόν, την ημέρα που εορτάζουμε τα δισκοπωλεία, αγόρασα ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ένα δίσκο που κόπηκε και πωλήθηκε κυρίως στην Αγγλία, αλλά δεν τον έβρισκες στην Αγγλία. Αυτό το πράγμα είναι ψυχεδελικό, και καλό θα ήταν να πάει στο καλό σιγά σιγά. Γιατί το πιο «record store» πράγμα αυτού του κειμένου είναι το cdr του Chocolate Wheelchair Album που μου έγραψε ο Παναγιώτης το 2004.

Εδώ ακούμε το Második Galamb
https://www.youtube.com/watch?v=8gPfDeLkPJE

..και εδώ την καλύτερη διασκευή που έχει γίνει στους Led Zeppelin

αιώνας

•5 Φεβρουαρίου, 2015 • Σχολιάστε

Σήμερα είναι 5 Φεβρουαρίου του 2015, η ημέρα που ο William S. Burroughs θα έκλεινε τα 101 του έτη. Η περσινή χρονιά, το έτος William Burroughs, συνοδεύτηκε με μερικά ωραία αφιερώματα στην πορεία και στο έργο του, όπως και αμέτρητα βιογραφικά και βιωματικά σημειώματα στον ωκεανό της ανθρώπινης συνεύρεσης, το διαδίκτυο. Δε θα κουράσω με προσωπική σκοπιά, με αποσπάσματα από τις Πόλεις ή του Γυμνού Γεύματος, απλά στο πικάπ θα παίζει σε χαμηλή ένταση η πρόσφατη επανακυκλοφορία του Nothing Here Now But The Recordings (ευχαριστούμε Dais Records), ενώ ταυτόχρονα, σε εξίσου χαμηλή ένταση, θα ξαναβλέπω το A Man Within

https://www.youtube.com/watch?v=dKd-LItN7AM

τι εννοείς γιατί ταυτόχρονα;

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε