Reevaluating a denial from god

•4 Αυγούστου, 2007 • Σχολιάστε

« Life is good, a rocket sled utopia
A self imposed myopia
You gotta love this pace
Life is fast, a million winners everyday
You tell me, is this work or play
I’m never really sure
I’ll never trust myself again
But I don’t care
Well just set that plastic soul on fire
And watch it melt»

Οι Monster Magnet είναι εδώ και πολλά χρόνια τεράστια λατρεία. Από τότε που πρωτοέπεσε στα χέρια μου μια αντιγραμμένη κασέτα με το «Powertrip» λίγο αφού πρωτοκυκλοφόρησε, πιστεύω ότι είναι από τα ελάχιστα πράγματα που ορίζουν τόσο καλά αυτό που λέμε rock. Η ενέργεια, το πάθος, το εντελώς χύμα feeling είναι ίσως η πεμπτουσία της γοητείας αυτού του πράγματος και λίγοι από τους λόγους που ο έρωτας με το συγκρότημα του φίλου Dave είναι τόσο ολοκληρωτικός και θερμός (δεν θα μπορούσε να είναι και τίποτα λιγότερο άλλωστε). Το «God Says No» ήρθε σε μια ψιλοπερίεργη φάση, μετά την κυκλοφορία αρκετών απανωτών τεράστιων δίσκων και με τον προκάτοχό του, το «Powertrip» να φαίνεται να είναι ικανό να τους κάνει ιδιαιτέρως διάσημους. Για αρκετά χρόνια το «God Says No» μου φαινόταν με διαφορά ο πιο αδύναμος δίσκος τους, μια κάπως «μουδιασμένη» δουλειά που δεν ήξερε τι ακριβώς θέλει να κάνει και μην αντέχοντας σε καμία σύγκριση με το παρελθόν. Η κυκλοφορία του επόμενου, εκπληκτικού «Monolithic Baby» μάλλον παγίωσε αυτή την άποψη και το άφησε να πιάνει σκόνη.

Εδώ και λίγο καιρό με έπιασε μια όρεξη να τους ξαναθυμηθώ και το χέρι τυχαία πήγε στο «God Says No» (άλλωστε όλα τα υπόλοιπα τα έχουμε λιώσει). Δεν ξέρω τι συμβαίνει σε παρόμοιες καταστάσεις, αλλά αυτή τη φορά ο δίσκος έκανε ένα απίστευτο κλικ και πραγματικά τον είδα (και τον άκουσα) με άλλα μάτια (…και αυτιά…). Τελικά φίλοι και φίλες (….) το «God Says No» είναι μεγάλος δίσκος. Χωρίς να έχει την αμεσότητα του «Powertrip» ή την ψυχεδέλεια του «Superjudge» και του «Spine Of God» ή το space feeling του «Dopes To Infinity», χωρίς ακόμα και το χύμα πάθος του «Monolithic Baby», καταφέρνει να συνδυάζει διάφορες μικρές λεπτομέρειες σε ένα σύνολο που θα αργήσει αλλά θα σε κερδίσει (ακριβώς το ίδιο που συνέβη και με το «See you in hell» από το «Powetrip»). Όσες φορές το ακούω (και το ακούω συχνά ειδικά τα πρωινά), τόσο περισσότερο βλέπεις πόσο ωραία τα λέει ο Wyndorf, έστω και αν απέχει πάρα πολύ από το να θεωρηθεί «ποιητής». Το Melt, το God Says No, το All Shook Out, το Kiss Of The Scorpion, το Queen Of You, το Silver Future και λίγο πολύ όλα τα κομμάτια σου δείχνουν οτι γυαλίζει πολύ το μάτι τους. Και οι στίχοι είναι ένας ακόμα λόγος για να αγαπήσεις ακόμα περισσότερο τον Wyndorf.

«Hey little cookie take a walk my way
I like to hear what you have to say
You know the truth and your so put together
Baby I could stick you on the lip of forever
Even a volcano has a price to pay»

« So lick the mirror, and love yourself
My sweetest baby has gone to hell
I hear your heartbeat your eye is a shrine
I drink your teardrops, now burn me alive»

« I said children of the atom let’s get together and die
The future whispered in my ear
Said go ahead and have some fun
The suckers giving up their souls
It’s gravy for the gods and punks
The world says I need some help
I’m floating on a big white cloud
I guess you say I’m not myself
Somebody called it all shook out»

…και άλλα πολλά τέτοια ωραία. Και μια που είμαστε και ιδιαίτερα επίκαιροι ως blog, ο Wyndorf φαίνεται ότι την έβγαλε καθαρή από την μαλακία που τον δέρνει και έτσι σύμφωνα με πρόσφατες ανακοινώσεις, φαίνεται ότι στα τέλη του 2007 ή στις αρχές του 2008 θα έχουμε το νέο album υπό τον παιχνιδιάρικο τίτλο «4 Way Diablo». Και χαιρόμαστε και ελπίζουμε ότι δεν θα μαλακιστούν πάλι και ελπίζουμε ακόμα περισσότερο ότι θα μας ξανάρθουν αν και μάλλον αν γίνει κάτι τέτοιο θα υπηρετούμε την μαμά πατρίδα.

ΠιΕς: (για να μην απογοητεύουμε και τους αναγνώστες που ξέρουμε ότι ξέρουν ότι είμαστε προβλέψιμοι) Αυτή τη στιγμή δεν παίζει το «God Says No», αλλά το «Tanks And Recognizers» κάποιων Lights Out Asia (εγώ δεν τους ξέρω) που είναι πολύ ωραίο και αμφιταλαντεύεται κάπου ανάμεσα στην electronica και στο post rock και μας αρέσει. Σειρά εις το πολυπαθές στερεοφωνικό μας ευελπιστούμε να έχουν τα «The Seed-At-Zero» και «Skirting The River Road» του Robin Williamson, το «The Hangman’s Beautiful Daughter» των The Incredible String Band του ιδίου, το ομώνυμο των The Blues Control καθώς και το «Ladies And Gentlemen Of The Opposition» του Sivert Hoyem. Guest εμφάνιση αναμένεται να κάνει το καινούριο των Dead Soul Tribe που για χάρη του παρελθόντος ελπίζουμε να ναι καλύτερο από εκεί που τους είχαμε αφήσει. Και η ζέστη συνεχίζεται.

posted on August 1st

•2 Αυγούστου, 2007 • Σχολιάστε

Αγαπητό μου ημερολόγιο, σήμερα μπήκε ο Αύγουστος. Καρδούλα. Ο Αύγουστος, όπως συζητούσα σήμερα και σε μια συζήτηση, είναι για το καλοκαίρι ό,τι είναι οι Κυριακές για την εβδομάδα. Ο Αύγουστος έχει μια γεύση από μελαγχολία, καθώς κουβαλάει (σαν τις Κυριακές) ένα συναίσθημα απώλειας, ένα σημάδι τέλους, μια πρέζα θλίψης. Καρδούλα. Σήμερα γνώρισα και τον έρωτα της ζωής μου. Καρδούλα. Εις διπλούν. Καρδούλες. Και πήραμε ένα τσάι μαζί. Καρδ.

Όπως και να χει, δεν ήθελα να ξεκινήσω με μουσική πάλι. (Όχι) καρδούλα.

Έχετε παρατηρήσει πως μερικά albums χάνουν απίστευτα όταν δεν παίζουν με ακουστικά; Σαφώς και το έχετε παρατηρήσει, δεν περιμένατε ένα blog την πρώτη αυγούστου του 2007 να σας το πει. Σήμερα πήγαμε Trondheim μεταξύ άλλων, και μάθαμε ξανά πως τέλειωσε ο κόσμος όλος. Σας διαβεβαιώνω, μετά βεβαιότητος, πως οι Manes ηθελημένα δημιούργησαν ένα album αποκλειστικά και μόνο για ακρόαση με ακουστικά. Βεβαίως, με ακουστικά, μόνο έτσι έχω καταφέρει ως τώρα να το πιάσω πλήρως. Δεν θα σταθώ στο πόσο εξαιρετική μουσική έχει μέσα ή στην διπλωματική μου με θέμα «πως μερικές δυναμικές black metal riff-άρες κατέληξαν σε μη-black metal δίσκους». Ή γενικώς στους Manes. Το θέμα είχε να κάνει ξεκάθαρα με τρόπο ακρόασης ορισμένων albums.

Μετά υπήρξε και Lars Pedersen. «Psychedelic Wunderbaum». Speed. Μα τι σκατά συνέβη το ’99 στη Νορβηγία; Να η εναλλακτική διπλωματική. «Τι σκατά συνέβη το ’99 στη Νορβηγία». Σε επόμενο τεύχος.

Πρώτη αυγούστου λοιπόν. Αληθινό γεγονός : Συνήθως κάθε πρώτη αυγούστου, αν όχι πρώτη αυγούστου σίγουρα μέσα στην πρώτη βδομάδα, επισκέπτομαι τη σχολή μου. Άδεια, γεμάτη σκισμένες αφίσες, σαν ένα σκισμένο ουράνιο τόξο, καρδούλες. Πίνω έναν καφέ που έχω πάρει από τα πριν, καπνίζω και ένα σιγαρέττο σέρτικο αναμεμειγμένο με ξεκούραση κουρασμένου κτιρίου, λέω και μιαδυό μαλακίες με τον φύλακα, και ολοκληρώνω την αγαπημένη μου επίσκεψη στο άδειο κτίριο με ανάγνωση του άδειου πίνακα αποτελεσμάτων. Μεγάλες στιγμές. Φέτος δεν έχω πάει ακόμα, και θέλω. Ωραίο είναι, μα ακούγεται καλύτερο από όσο στα αλήθεια είναι, μη φανταστείτε δηλαδή πως βρήκατε και hobby. Απλά η εικόνα της πλήρους εγκατάλειψης, φέρνει έντονα την εικόνα της άδειας πόλης, που ακόμα και ο δεκαπενταύγουστος τελικά δεν παρέχει επαρκώς. 2000, Oslo. Παραλογίζομαι.

Και κλείνω τον παραλογισμό αυτό. Με odyssey through the galactic underworld, by approaching the «VILE FIVE» space station. Ελπίζω σε επανάσταση και καρτερώ καρτερικά την επόμενη εβδομάδα. Θα ακολουθήσει κάτι και εδώ, λέω, θέλω, υποθέτω.

Σημειώσεις : Με πρόλαβαν όσοι απόλαυσαν τους Mum και δεν αναφέρθηκα στην ώρα μου. Από πότε ένα blog έχει ώρες όμως; Οι Front 242 λοιπόν ήταν εκθαμβωτικοί και ψαρωτικοί μέχρι ψαρώματος. Και βάλε. Γενικώς ήταν τέλειοι. Ο Alexander Hacke πάλι, μετά μισάωρης αναμονής στην είσοδο λόγω (για άλλη μια φορά) εξαιρετικής επιλογής χώρου, μου φάνηκε πολύ πιο προβλέψιμος από όσο προβλέψιμο θα περίμενα έναν Alexander Hacke. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως ο τύπος νιώθει τέρμα. Ή το γεγονός πως έχω πρόβλημα στα αυτιά. Ό,τι και να ναι, δεν είχα και σπασμούς από αναφιλητά και ρίγος, ούτε βρέθηκα σε κάποια έκσταση. Μάλλον βαρέθηκα λίγο. Μετά βγήκαν οι SIGNAL. Λόγια περιττά, με εξαιρετικές σκαλωτικές αστικές οπτικές αναπαραστάσεις να τα λένε όλα. Και η μουσική, λιγότερη «λιτή». Λιγότερο «Xerrox». Περισσότερο techno, περισσότερο industrial, κυρίως industrial. Περισσότερο κολλητική, απτή, και συγκροτηματική. Παρά «Alva Noto». Πλάκα κάνω, ακούστε το «Robotron» όσο πιο σύντομα το εντοπίσετε. O Alva Noto είναι από τους μεγαλύτερους σύγχρονους συνθέτες. Το έχω ξαναπεί, και θα το ξαναπώ. Τον έχω ξαναδεί, και θα τον ξαναδώ. Ωραία και η εκδρομή. Δίκλαδη. Αυτά.

Καλώς και την δεύτερη του Αυγούστου, τώρα που την παρατηρώ. Καλημέρα σας, οριστικά.

Radio Ga-Ga

•26 Ιουλίου, 2007 • Σχολιάστε

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων δεν υπάρχει κάποια φιλοδοξία να αναλύσουμε το όχι και πολύ αγαπημένο κομμάτι των κατά τ’ άλλα αγαπητών Queen. Περι ραδιοφώνου ο λόγος εδώ, περί μουσικού ραδιοφώνου για να είμαστε πιο ακριβείς. Σχέση που είχε κοπεί εδώ και μπόλικα χρόνια, αλλά που τον τελευταίο καιρό έγιναν μερικές απόπειρες επανασύνδεσης. Κάποιες πετυχημένες, κάποιες όχι και τόσο.

Η αλήθεια είναι ότι ακόμα παραμένω πιστός οπαδός της άποψης ότι την πιο ωραία μουσική την βάζεις μόνος σου να την ακούσεις, αλλά πότε πότε η ακρόαση του ραδιοφώνου έχει την γοητεία της, όχι τόσο γιατί πρόκειται να ακούσεις κάτι εξαιρετικό, αλλά για την ιδέα της όλης διαδικασίας. Και πραγματικά υπάρχουν κάποιοι (σχετικά λίγοι) σταθμοί που βάζουν ωραία μουσική ή στην χειρότερη μουσική «που δεν θα σε χάλαγε να ακούς στο ραδιόφωνο». Μερικές κάποιες πιο φωτεινές εξαιρέσεις που παίζουν ΚΑΛΗ μουσική λειτουργούν μάλλον ως εξαιρέσεις. Δυστυχώς το βασικότερο πρόβλημα είναι ότι οι σταθμοί δεν κάνουν τον κόπο ή δεν θέλουν να ξοδέψουν τα χρήματα για να προσλάβουν καλούς μουσικούς παραγωγούς. Γιατί ένας κακός μουσικός παραγωγός μπορει να αποδειχτεί από απεχθής έως εκνευριστικός (μπόλικα τα, κυρίως μεταμεσονύχτια, παραδείγματα), ένας καλός μπορεί να κάνει την ακρόαση της εκπομπής απείρως απολαυστικότερη. Έτσι στο μεγαλύτερο μέρος του προγράμματός τους οι σταθμοί καταφεύγουν σε απρόσωπες και ψιλοαδιάφορες playlists που δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως τίποτα παραπάνω από ένα background για άλλες δραστηριότητες. Αυτό επίσης σημαίνει αρκετά μεγάλη επανάληψη των ίδιως πραγμάτων που κουράζει. Στα παραπάνω εξαιρείται φυσικά το ραδιόφωνο που έχει να κάνει με ενημερωτικούς σκοπούς και το οποίο γενικά λατρεύω, αλλά εδώ μιλάμε για μουσική.

Κάποιος σίγουρα θα αναφέρει το θέμα online radio εδώ και θα χει απόλυτο δίκιο, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι δεν το έχω ψάξει πολύ το ζήτημα ώστε να ξέρω καλά. Και μιλάω αυστηρά για ραδιόφωνο, όχι site τυπου Last.fm που παίζουν απλά μουσική (ωραίο site αμα δεν έχεις κάτι καλύτερο, αλλά μέχρι εκεί). Η εμπειρία μου κατά κύριο λόγο περιορίζεται στον Resonance FM  (www.resonancefm.com), σταθμός άκρως γοητευτικός και αρκετά απαιτητικός ώστε να σε καθηλώσει. Πάντως, έχω την υποψία ότι άμα κάτσει να ψάξει κάποιος, θα μπορέσει να βρει αρκετά πράγματα. Αν και, και πάλι, δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα με το κλασσικό ραδιόφωνο.

Γενικά στο συγκεκριμένο θέμα, γκρίνια μπορεί να πέσει αρκετή και απόλυτως δικαιολογημένη. Και κρίμα πραγματικά γιατί δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν υπάρχει κόσμος που να ενδιαφέρεται για τη μουσική, να έχει όρεξη για κάτι τέτοιο και να έχει και ταλέντο ώστε να βγει κάτι ωραίο. Εξάλλου, τι διάολο, μετά τον Πετρίδη το χάος; Θα μου πείτε και ολόκληρη Αγγλία έναν Peel έβγαλε, αλλά μπορούμε πάντα να ελπίζουμε, έστω και όχι πολύ ρεαλιστικά.

Όταν το Sonic Death Monkey πάει εκδρομή…

•25 Ιουλίου, 2007 • 1 σχόλιο

…στο φετινό Synch. Και συγκεκριμένα στην 3η μέρα του. Υπάρχει μια πιθανότητα να μιλήσουμε και για την εκδρομή της 2ης αλλά τίποτα δεν είναι σίγουρο σε αυτό τον κόσμο που ζούμε. Ξεκινώντας από αντιδιαμετρικά σημεία της Αθήνας (λέγε με Ηλιούπολη και Κορυδαλλός) και αφού υπήρξε μια καθυστέρηση λόγω προβλημάτων με ATM και καθυστέρησης του κόσμου, κατά τις 7 και κάτι λίγα μπήκαμε εις τον ιδιαιτέρως όμορφο χώρο του Γκαζιού (εγώ δεν είχα ξαναπάει και μου άρεσε, αμε!) που θα στέγαζε (τσσσσ!) το φετινό Synch. Κάναμε τα κουμάντα μας για μπύρες (που ήταν σε νορμαλ τιμές) ως σωστοι στονερομεταλλάδες (γιατι φεστιβάλ χωρίς μπύρα που πας ρε καμάρι μου?) και περιμένοντας να βγουν οι Loka (εγώ δεν ξέρω, ο άλλος ηθελε να τους δει) πήγαμε προς την δεύτερη σκηνη (πες με Τεντα) που ακούγονταν ήχοι για να χαζεψουμε.

Συμφωνα με το προγραμμα είδαμε τον κύριο Lo-Fi αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος είχε επιδοθεί σε ένα drone set μέσα στη ντάλα ήλιο και τους 40 βαθμούς και τα 10 άτομα που τον παρακολουθούσαν. Οι ηχολήπτες κόντευαν να κοιμηθούς στις καρέκλες τους, ενώ ο φίλος dj είχε καταιδρώσει στην σκηνή. Οφείλουμε να ομολογήσουμε όμως ότι όταν εμπλουτιζε τον ήχο του με μελωδίες και sample-άκια ήταν άκρως γουτσου-γουτσου και σε άλλες συνθήκες θα κερδίζει αρκετά. Και σιγά σιγά κουβαλάμε τα κουρασμένα κουφάρια μας προς την κύρια σκηνή και τους Loka. Νέο (σχετικά) απόκτημα της Ninja Tune λέει, Άγγλοι κατά κύριο λόγο, τους περιμέναμε μια μίξη jazz και ηλεκτρονικοπερίεργων (c), μας βγήκαν σε κάτι πολύ πιο rock, με έναν ασπροντυμένο κιθαρίστα επίδοξο guitar hero και ενα ιδιαιτέρως μιαμ section με πνευστά. Γενικά μπόλικο κοπάνημα τα παιδιά, στοιχήματα για το πότε θα παίξουν διασκευή Ten Years After δεν απέδωσαν χρήμα και ομολογώ ότι ψήνομαι αρκετά να ακούσω το ντεμπούτο τους. Και εδώ έρχεται το σχόλιο πάλι: «άμα ήταν και λίγο πιο βράδυ θα τανε πιο ωραία». Διαλειμμά για να προλαβουμε λίγο Absent Without Leave που παίζανε δίπλα και που ήταν συμπαθείς με το χαλαρό post rock τους αλλά δεν ήταν και τόσο για live εμφάνιση. Και εδώ μπαίνει ο (μάλλον) τίτλος του μεγαλύτερου μέρους του Synch: «γαμάτη μουσική, αλλά για να την ακούς σπίτι σου» (ή έστω όχι στην Αθήνα των 40 βαθμών). Αφού υποστηρίξαμε και την ελληνική σκηνή, ξανατρέξαμε λίγο στους Loka που κοπανάγανε ακόμα περισσότερο για να δούμε και το τέλος του set τους. Μπράβο, μπράβο στα παιδιά, όχι δεν μπορώ να πω τίποτα.

Αφού λοιπόν μετά από τόση ώρα στο Synch πήραμε αρκετούς πόντους, ανοίξαμε το secret level D10 Παλαμάς και πήγαμε στην κλιματιζόμενη αίθουσα για να ρίξουμε και ένα βλέφαρο στους Post Industrial Boys (μην ψαρώνετε, ένας ήταν μόνο). Ωραια ηλεκτρονικά, χαλαρά πράγματα, όμορφος χώρος και αρκετός κόσμος. Στο υπόγειο παίζανε συνέχεια κάτι μιαμ φιλμάκια του ενός λεπτού, είχε και μαξιλάρια, αλλά για εμάς τους άξεστους δεν ήταν και για πολλή ωρα. Ο φίλος Post Industrial Boy συνέχιζε να παίζει τα (ωραία) δικά του αλλά εμείς είπαμε να κάνουμε καμιά βόλτα για να προετοιμαστούμε και για τους Mum. Μαζί με τους Mum, θα παίζανε στην δευτερη σκηνή και οι Dread Astaire αλλά θεωρούσαμε ότι δίλημμα δεν θα υπήρχε. Αραγμένοι λοιπόν με την μπύρα μας στα γρασίδια και περιμένοντας τους Mum από ένα σημείο και μετά μεταφερθήκαμε στην ένδοξη δεκαετία του 50 και ακούγαμε από τα ηχεία «Πριν το Χάραμα», αθάνατη εργατιά και άλλα χιτς της εποχης παρέα με ρετσίνα, μαρίδα και ποικιλία. Φήμες ότι ο ντητζεης έκανε πλάκα κρίνονται ως κακόβουλες. Περιμένω τα πρώτα αποθεωτικά σχόλια της ιντι σκηνής της Αθήνας για το τολμηρό της επιλογής. Και αφού οι Mum δεν έλεγαν να ξεκινήσουν πήγαμε προς Dread Astaire, και τι είναι αυτοί παιδάκι μου, και σοκ και δεος και νεογκαραζοπεριεργα και τα παιδιά τα σπάνε πολύ όμορφα και πάμε, πάμε ξεκινάνε οι Mum. Λαμβάνουμε θέση μπροστά από την σκηνή, ενώ από δίπλα ακούγεται εντόνως το χαός των Dread Astaire για να δούμε τους Ισλανδούς φίλους μας. Απλώθηκαν και οι 7 τους πάνω στην σκηνή και άρχισαν τα γλυκα ηλεκτρονικοχειμωνιάτικά τους. Εξαιρετική παρουσία, αρκετός χωρός, γοητευτική «αφέλεια» αλλά και μουσική που δεν είναι για ανοιχτό χώρο καλοκαίρι κατά τη γνώμη μου. Ή τουλάχιστον για ελληνικό καλοκαίρι. Παίξανε και από το καινούριο και απο τα παλιά τους, η κοκκινοντυμένη τραγουδίστρια έκαψε καρδιές στους φίλους συν-bloggers και όλοι περνάγανε όμορφα. Σημείωση ότι λατρευουμε την προφορά του ενός πληκτρά τους και μιαμ γενικά. Οι άλλοι από δίπλα συνέχιζαν να κοπανάνε ΠΟΛΥ αλλά οι Mum δεν πτοήθηκαν ιδιαίτερα και συνέχιζαν να κάνουν τα δικά τους. Μένουμε στο ότι το καινούριο τους album είναι άκρως ερωτεύσιμο. Τρέχουμε να δούμε και ένα ακόμα τραγούδι Dread Astaire και πάμε προς το D10 για να χαζέψουμε λίγο Thomas Brinkmann. Αγαπήσαμε λίγο τον Thomas και τα club-o-beatάκια του, αλλά η ιντι σκηνή της Ελλάδας καγκούρευε επικίνδυνα δίπλα μας και δεν κάτσαμε πολύ. Πάντως για χορό, πολύ ωραία πράγματα.

Μια γρήγορη βόλτα από το Αμφιθέατρο του 9,84 μπας και προλάβουμε την Pamelia Kurstin και το theremin της αλλά ήμεθα άτυχοι και είχαν ήδη αρχίσει να στηνουν την σκηνή για τους Eos. Oh well, c’ est la vie. Επιστροφή στον έξω κόσμο και συζήτηση και αναμονή για τους Methods Of Defiance του μεγάλου Bill Laswell. Άραγμα και ξεκούραση καθώς είμαστε και μεγάλοι άνθρωποι και οι Methods να αργούν αρκετά να βγουν. Στην δεύτερη σκηνή πετυχαίνουμε λίγο Biomass (είμαι σχεδόν σίγουρος ότι δεν ήταν οι DAT Politics) που μας τα λέει πολύ ωραία και έχει μαζέψει και αρκετό κόσμο από κάτω που γουστάρει. Ξεκινάνε και οι Methods επιτέλους και έχουμε λίγο dub, λίγο free τρομπέτες, λίγο θυμό και τσαντίλα, λίγο hammond, θάλασσα και τον rastaman MC τους και τα σκρατσάκια τους και από όλα έχει ο μπαχτσές! Ο Laswell από μακριά είναι ίδιος ο Roger Glover σε σημείο παρεξήγησης (ρε φίλος λες να πουν το Child In Time αυτή τη φορά?) αλλά εμείς (δηλαδή εγώ) θέλουμε να δούμε πολύ και AGF και τους αφήνουμε για να πάμε στο Αμφιθέατρο να κρατήσουμε σημειώσεις. Πετυχαίνουμε το τέλος της εμφάνισης των Eos και «ω θεοί» αυτοί γαμάνε. Γιατί δεν τους ξέρουμε? Ε? Πείτε μου, γιατί δεν τους ξέρουμε? Έχουν βγάλει και album λέει και πρέπει να το βρούμε λιαν συντόμως. Τελειώνουν και αρχίζει το στήσιμο της «σκηνής» για την AGF και το laptop της και το sampler της. H συμπαθέστατη γερμανίδα ξεκινάει λίγο μετά σε σχεδόν απόλυτο σκοτάδι με το καπελάκι και τα γυαλιά της (όχι ηλίου), αρχίζοντας να κάνει τα δικά της. Abstract ήχοι που φτάνουν μέχρι και το θόρυβο, κομματάκι αποσυντονισμένα beats, φωνητικά που μια είναι, μια δεν είναι και ο υποφαινόμενος δηλώνει γοητευμένος, αλλά τον διπλανό του κοντεύει να τον πάρει ο ύπνος. Βλέπουμε κανένα μισαωρο συνολικά και μ’ αρέσει αλλά θέλω σίγουρα να δω και τους Laub αν γίνεται κάποια στιγμή. Αποφασίζοντας ότι αρκετά για σήμερα, πάμε προς την έξοδο, πιάνουμε μια ματιά από DAT Politics που φαίνονται ενδιαφέροντες και τους σημειώνουμε για τσεκάρισμα αργότερα, ενώ στην κύρια σκηνή οι Methods συνεχίζουν να τα σπάνε. Ο τραγουδιστής έχει αφήσει και το ράστα ελεύθερο και ωραίο και λέει για την επανάσταση και αυτό που ακούγεται είναι κάτι σαν σχεδόν industrial reggae. Ωραία πράγματα, αλλά η όμορφη κούραση, όμορφα καίγεται.

Κάπως έτσι, βγαίνουμε στην ειδυλλιακή Πειραιώς και βρίσκουμε αμέσως ταξί και πάμε σπίτι μας, έχοντας αρκετά όμορφες αναμνήσεις από το φετινό Synch. Μια μικρή δόση μετανιώματος που χάσαμε τους The Prefabricated Quartet αλλά πραγματικά δεν υπήρχε περίπτωση να κάτσουμε μέχρι τη 1:30 που θα βγαίνανε. Ωραίος χώρος, ωραία διοργάνωση γενικά (με την εξαίρεση του «ΤΙ ΕΝΝΟΕΙΤΕ 5Ε Ο ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ?») και το Γκάζι ότι πρέπει για τέτοια φεστιβάλ. Μπράβο, μπράβο να ξαναπάμε.

Stories of the fall

•22 Ιουλίου, 2007 • Σχολιάστε

Για κάποιο λόγο πάντα μου άρεσε περισσότερο η αμερικάνικη εκδοχή του φθινοπώρου από ότι η αγγλική, ενώ σε γενικές γραμμές δεν είμαι φαν των αμερικανίζοντων διαφοροποιήσεων. Άσχετο, αλλά είπα να δικαιολογήσω κάπως τον τίτλο. Τις τελευταίες μέρες, τριγυρίζοντας και χαζεύοντας σε γνωστά ενημερωτικά site πετύχαμε την παρακάτω επίσημη ανακοίνωση:

«Many of you have been waiting for sound, and we are sorry for the silence. We needed to be alone, without the hustle and bustle of the living. We are uncomfortable with the world, the industry and our place. We have been working, sluggishly, well aware we could end up with nothing. Nonetheless we believe we have succeeded in giving our fears some kind of form. SHADOWS OF THE SUN, our 7th full-length album, is finished and will be released October 1st. We feel it is our most personal record to date. Low-key, dark, and tragic. As we are.»

Έτσι απλά λοιπόν το φθινόπωρο απόκτησε κάτι που περιμένουμε με ανυπομονησία και περιέργεια για το τι θα έχει να μας δώσει αυτή τη φορά. Χωρίς να το πολυκαταλάβουμε έχουν περάσει δυο χρόνια από την κυκλοφορία του «Blood Inside» (και για όσους δεν το έχουν καταλάβει μιλάμε για το νέο album των Ulver) και αντίθετα με παλιότερες ανάλογες περιόδους, αυτή τη φορά υπήρξε απόλυτη σιωπή από τους βόρειους κυρίους. Αν εξαιρέσουμε την κυκλοφορία του πρώτου album των Head Control System και κάτι συμμετοχές εδώ και εκεί, το βιβλίο των Ulver μάλλον δεν γύριζε σελίδες. Όπως φαίνεται όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν γραφόταν το νέο κεφάλαιο. Φήμες λένε ότι το «Shadows Of The Sun» θα είναι και το τελευταίο τους album και η περιγραφή έχει την τάση να μας προετοιμάσει για κάτι μεγαλειώδες. Υπομονή 3 μήνες λοιπόν και θα μάθουμε τι μας επιφυλάσσουν και αυτή τη φορά.

Σε πιο άμεσα νέα, πρωινό κυριακής με καφέ και G.U.T. (album για το οποίο έχω φάει πολύ βρίσιμο που δεν το έχω ακούσει ακόμα αλλά επιτέλους το διορθώσαμε αυτό). Νέα solo προσπάθεια από τον κύριο Cornelius των Solefald και σε αντίθεση με το σχετικά μέτριο Sturmgeist, αυτό εδώ έχει έναν αέρα μεγαλείου, ίσως κληρονομιά από το κύριο συγκρότημά του (και ας λείπει πολύ η φωνή του έτερου κυρίου).  Να δούμε λοιπόν πόσο θα μας κερδίσει, αν και σίγουρα θέλουμε να τα αφήσουν αυτά και να βγάλουν τον διάδοχο του «Black For Death» όπως πρέπει να είναι.

Το soundtrack για την υπόλοιπη ημέρα δεν έχω ιδέα ποιο θα είναι, αλλά κάπου εκεί προς το βράδυ θεωρώ σχεδόν σίγουρο ότι θα παίξει το «Perdition City» και το «Quick Fix Of Melancholy».

Έκτακτο ανακοινωθέν… Ακούσατε! Ακούσατε!

•17 Ιουλίου, 2007 • Σχολιάστε

Και δυο μέρες μετά το προηγούμενο ρηξικέλευθο post σε τουτο δω το μπλογκ (sic) που ζουμε (και μέσα του όλοι μια μέρα θε να μπούμε), βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να πούμε ότι επιτέλους ακούσαμε το καινούριο δημιούργημα των αγαπημένων Mum. «Go Go Smear The Poison Ivy» ο τίτλος του και προσωπικά μιλώντας, από τις σχετικά λίγες μέχρι στιγμής ακροάσεις, τείνω να τον χαρακτηρίσω ως τον αγαπημένο μου δίσκο τους. Δεν θα πω και πάρα πολλά, άλλωστε δεν είμαι και ο μεγαλύτερος οπαδός τους αν και πάντα αγαπούσα τη μουσική τους. Ελπίζω και ευελπιστώ, έτερο μέλος του μπλογκ (sic^2) να ξεβαρεθεί και να γράψει κάτι πιο αναλυτικό. Αν όχι, οι πολυάριθμοι αναγνώστες ας στρώσουν τον κώλο τους κάτω να το ακούσουν, που τα θέλουν όλα έτοιμα.

Και επειδή τις τελευταίες μέρες υπήρξε μια επαναθέρμανση της σχέσης μας με τη μουσική και τις νέες (και μη) κυκλοφορίες, περνάνε αρκετά πράγματα από το στερεοφωνικό μας και μας αρέσει γιατί μας είχε λήψει η διαδικασία αυτή. Κάπως έτσι αυτή τη στιγμή χαλαρώνουμε με το ιδιαιτέρως όμορφο και trip-hopίζον «The Long Road» του κατά τ’ άλλα hip-hop τροβαδούρου Anomaly, ενώ τον υπόλοιπο καιρό έχουμε αγαπήσει αρκετά έως πολύ (έως παράφορα) τις μελωδίες του «Night Maps» των Saddleback, την ομορφιά του post rock των Microfilm και των Ultraviolet Makes Me Sick, τo ψυχεδελίζον prog των The Assembled Head In Sunburst Sound, το αγαπώ-τους-Jethro-Tull hard rock των Lucifer Was, καθώς και την γοητεία του ομώνυμου ep των When They Know You The Will Run. Πίσω από αυτά περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους το «Little Waves» των Crescent, το ιδιαιτέρως αναμενόμενο «Cendre» των Fennesz/Sakamoto και το «Ghost Dance» της Pauline Oliveros. Όλα αυτά είναι εκεί για να μας προσφέρουν πολλές ώρες απόλαυσης και ίσως ακόμα περισσότερες ώρες συζήτησης.

Κάποιες ιδέες για «καλοκαιρινές» συλλογές μάλλον απορρίφθηκαν πριν ακόμα ολοκληρωθούν, αλλά η αλήθεια είναι ότι η προοπτική της δημιουργίας μιας συλλογής είναι αρκετά ελκυστική και έχει μπόλικο καιρό να γίνει. Ίσως να αποτελέσει και μια προσπάθεια να φέρουμε λίγο περισσότερο χειμώνα στο καλοκαίρι μας (όχι δεν σκοπεύουμε να βάλουμε το «The Sun No Longer Rises» μέσα όμως. Until next time…

A (not so) live summer

•15 Ιουλίου, 2007 • Σχολιάστε

Η καλοκαιρινή περίοδος νομίζω είναι από τις κατεξοχήν συναυλιακές, ειδικότερα όταν σκεφτεί κανείς το μέγεθος των εκάστοτε Open Air που διοργανώνονται αυτούς τους θερινούς μήνες. Στην όμορφη (!!!?!!?!?) χώρα μας βέβαια και σε αυτόν τον τομέα τα πράγματα είναι λίγο προβλέψιμα, αν και φέτος έγιναν 1-2 απόπειρες για διαφοροποίηση, οι οποίες είμαι πραγματικα περίεργος να δω πως πήγαν από πλευράς οικονομικής «επιτυχίας». Αυτό βέβαια σε φιλοσοφικό επίπεδο.

Στα πιο δικά μας βέβαια, πριν το καλοκαίρι υπήρχαν σχέδια να παρακολουθήσουμε μπόλικα πράγματα το καλοκαίρι, τα οποία και φυσικά (χωρίς να εκπλήσσεται κανένας), για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν πραγματοποιήθηκαν. Κάπως έτσι, δεν πήγαμε Beirut (και μια μέρα θα το μετανιώσουμε, αλλά όχι ακόμα), δεν πήγαμε Garbarek (δες προηγούμενη παρένθεση) και γενικά δεν πήγαμε πουθενά. Οι λόγοι διάφοροι, κάπου μεταξύ βαρεμάρας, καθημερινών και δουλειάς και μάλλον μιας «studio» διάθεσης (τρομάρα μας). Τελευταίος σταθμός για εξιλέωση το Synch, το οποίο και μάλλον δεν πρέπει να χάσουμε καθώς με Mum (φήμες λένε ότι το φετινό τους album είναι εκπληκτικό), Leafcutter John, AGF και λοιπές προοδευτικές δυνάμεις, καθώς και με επαναπατρισμένους blog συγκάτοικους, είναι μια ευκαιρία να πούμε ότι κάπου πήγαμε και εμείς βρε παιδί μου. Θα μάθουμε σε καμιά βδομάδα τι από όλα αυτά έχει γίνει.

Για την ώρα, κυριακάτικος πρωινός καφές και το φρέσκο Lucifer Was κάνουν ωραίο συνδυασμό για ξύπνημα και ξεκίνημα της μέρας. Σήμερα θα ναι μια καλή ευκαιρία για κάτι που επίσης έχει αμεληθεί αρκετό καιρό τώρα. Ακρόαση καινούριων δίσκων. Νομίζω ότι το «High Fidelity» που ξαναδιαβάστηκε πρόσφατα προσέφερε έμπνευση και ένα μικρό άγχος («I began to notice that I no longer recognized the names playing some of the pubs and smaller clubs; last year, there were a couple of bands playing at the Forum who meant absolutely nothing to me. The Forum! A fifteen-hundred-capacity venue! One thousand five hundred people going to see a band I’d never heard of!»). 

Σημειωση περί κολλήματος των τελευταίων ημερών: Το «St. Elsewhere» των Gnarls Barkley το ξαναλιωσα μετά από καιρό και κάθε φορά που το ακούω συνειδητοποιώ τι έχουν κάνει οι τύποι και τι έχουν περάσει ως «εμπορικό». Πρωινές διαδρομές προς τη δουλειά και «Storm Coming». Δοκιμάστε το!

When the summer comes along, still in town we belong

•19 Ιουνίου, 2007 • Σχολιάστε

Καλοκαιριάζει επικίνδυνα τελευταία. Σαν να μην έφτανε η υπερβολική ζέστη, η ανακατωσούρα που αυτή προσδίδει, ο πανικός που επικρατεί, οι διαλυμένες εξεταστικές και οι κακοί συγχρονισμοί σε όλα μα όλα, σαν να μην έφταναν όλα αυτά λοιπόν, φέτος έχω την εντύπωση πως η προσπάθεια να ηρεμήσει κανείς λιγάκι στην Αθήνα και πριν τον δεκαπενταύγουστο είναι πιο μάταιη από πέρσι. Μαλακίες βέβαια, κάθε χρόνο τα ίδια λέμε, όπως και κάθε χρόνο τελικά βρίσκουμε την μικρή διέξοδο που θα μας κάνει μέχρι και να τη νοσταλγήσουμε. Δεν θα ακολουθήσει δημοσίευση απόγνωσης ή νοσταλγίας όμως. Είναι και λίγο βαρετές αυτές οι δημοσιεύσεις. Θα μπορούσε να περιέχει κάποιες οδηγίες για να περάσουμε καλά όσοι μείνουμε στην Αθήνα, αλλά δεν θα τις περιέχει, επειδή δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχει μικρή-γαμάτη-άγνωστη παραλία να σας συμβουλεύσω να ξεφύγετε, δεν υπάρχει μικρό-γαμάτο-άγνωστο φεστιβαλάκι να σας προτείνω να χωθείτε, δεν υπάρχουν μικρά-γαμάτα-άγνωστα πραγματάκια που μπορούμε να κάνουμε εμείς οι μικροί-γαμάτοι-άγνωστοι μαζί. Μένω στη μουσική όμως, μιας και ομολογουμένως πιο πολύ θα δυσκολευόμουν να μιλήσω για εκείνη την παραλία. Γιορτή της Μουσικής στις πλατείες της πόλης, αν βρεθείτε εκεί. Πολλά «φεστιβάλ για φεστιβάλ» να σας στερήσουν διήμερα διακοπών με τα χαριτωμένα τους έξοδα από την πλευρά του μουσικόφιλου. Αηδίασα λίγο φέτος, και αποφάσισα να πάω μόνο στον Jan Garbarek. Το ενδεχόμενο για Front 242 θα εξαρτηθεί από τα όσα αναφέρθηκαν στις πρώτες σειρές. Χεστήκατε όμως. Αυτά για τη μουσική, δεν σας είπα και κάτι, ψαχτείτε και θα βρείτε κάτι να γουστάρετε. Ή δε θα βρείτε. Καλοκαίρι δεν είναι η εποχή που απαιτεί και πιο ευδιάθετα ακούσματα; Ιδέα δεν έχω. Δε θα μπορούσα να γενικεύσω, μα είναι βέβαιο πως θα μου ήταν δύσκολο να ακούσω Gogol Bordello τον χειμώνα. Ποιόν χειμώνα θα μου πείτε, eternal sunshine φέτος. Μα το καλοκαίρι σίγουρα δεν είναι μονάχα συνάρτηση μιας «ευδιάθετης» καιρικής μεταβολής. Ακούσατε και εσείς το «Super Taranta!»; Εγώ το βρήκα αξιότατο δίπλα στο προηγούμενο. Θα μου άρεσε να έπαιζαν λίγο παραπάνω τέτοια πράγματα στα εκάστοτε μπιτσόμπαρα που δεν επισκέπτομαι. Δεν ξέρω γιατί θα το ήθελα. Ίσως για να τα επισκεπτόμουν. Ιδέα δεν έχω. Ασάφεια, να άλλο λίγο καλοκαίρι. Και φεύγει και ο Ιούνιος τρεχάτος. Να πως φαντάζομαι ένα ωραίο στιγμιότυπο. Αμάξι, από αυτά που καπνίζεις μέσα, χωρίς κλιματισμό, με ανοιχτά παράθυρα, να κάνει τον γύρο ενός μικρού νησιού, με τους μέσα να αράζουν χαζεύοντας τα τοπία, και να ακούνε την κατάλληλη μουσική. Να πω το «Trippy Happy» των When; Να πω τους G.U.T. του Cornelius; Να πω κάτι από Clutch; Κάτι τέτοιο. Με τις απαραίτητες στάσεις μονάχα. Λίγα τέτοια στιγμιότυπα παραπάνω, και θα ξεχνούσαμε τον Σεπτέμβρη που έρχεται πιο θυμωμένος από ποτέ.

Υστερόγραφο 1. : Ένα μεγάλο «καλό κουράγιο» στους όσους την παλεύουν ακόμα λιγότερο. Το νησί της Αρτέμιδος φιλοξενεί νεαρό κύριο ντυμένο σε χρώμα που δεν το πολυγουστάρουμε. Δηλώνουμε πλήρη συμπαράσταση και πίνουμε και κάποιες μπύρες στην υγειά του.

Υστερόγραφο 2. : Καιρό είχαμε να γράψουμε κάτι. Ζητάμε συγνώμη από τους δεκάδες (χιλιάδες) ανυπόμονους αναγνώστες μας, αλλά θα τους παρακαλούσαμε να έχουν υπομονή, καθώς δεν υπάρχει ίχνος συνέπειας στο «πότε».

the endless not

•29 Απριλίου, 2007 • 1 σχόλιο

Αυτό που φέτος συμβαίνει λίγο πιο έντονα από όσο συνήθως, είναι η ακατάπαυστη ροή της μουσικής. Δεν έχω λιγότερο ελεύθερο χρόνο από παλιότερα ή περισσότερη όρεξη, μα δεν προλαβαίνω να δώσω σημασία σε δίσκους που περίμενα καιρό. Και μη έχοντας να κάνει με την τύχη και τις φίλες της, καταλήγω στο συμπέρασμα πως η χρονιά που τρέχει μάλλον αποτελεί την πιο ενδιαφέρουσα (μουσικά) εδώ και αρκετές. Ακόμα και αν πελαγώνω λίγο, ακόμα και αν το «Supervillain Outcast» των Dodheimsgard θα μονοπωλεί και θα κλέβει αντιαθλητικά χρόνο για πολύ καιρό ακόμα, ακόμα και αν δεν θα στηρίξω οικονομικά όλα όσα θέλω να στηρίξω, ακόμα, ακόμα, ακόμα. Η χαρά του να έχεις τη δυνατότητα να πνίγεσαι σε ένα «Wall of Water» των Mayhem και να λυτρώνεσαι αμέσως με ένα «After the Fall» των αναγεννημένων Throbbing Gristle, είναι ανεκτίμητη. Ακόμα και αν δεν θα σε δούμε ποτέ να χαμογελάς κάνοντάς το.

Υστερόγραφο νούμερο ένα : Το «Part 2 : The Endless Not» των Throbbing Gristle, αποτελεί νέο σημείο αναφοράς για τους ίδιους. Ένα μνημείο στη γνωστή εκ των προτέρων γκριζάδα, που χτίστηκε γρήγορα και με ανορθόδοξο τρόπο.

Υστερόγραφο νούμερο δύο : Οι Mayhem του «Ordo Ad Chao», οι Mayhem του Attila Csihar, γράφουν ιστορία και ξαναδείχνουν τον δρόμο. Ποιός είπε πως στα 00’s μας λείπουν οι έντονες black metal συγκινήσεις και οι μεγάλες στιγμές του είδους;

Υστερόγραφο νούμερο τρία : 2007 κύριοι. Να το πάρετε στα σοβαρά.

easy to slip away

•17 Απριλίου, 2007 • Σχολιάστε

Ναι, το παρακάναμε. Ναι, κοντευει να πιάσει αράχνες ο τόπος εδώ γύρω. Ναι, ντροπή και αίσχος μας. Αλλά μάλλον κανείς μας δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί αρκετά ώστε να κάτσει να γράψει κάτι που να έχει νόημα και οτιδήποτε άλλο θα ήταν λίγο ανούσιο ομολογουμένως. Τώραδα όμως παίζουν οι God Machine κάπου στο βάθος του τούνελ φαίνεται να πλησιάζει η όρεξη προς τα μας («όχι ρε μαλάκα, τρένο είναι» και άλλα τέτοια γοητευτικά). Επιστρέφουμε λίαν συντόμως με περισσότερες ειδήσεις από τις εξελίξεις στον κόσμο.

Singular chameleons

•24 Μαρτίου, 2007 • Σχολιάστε

Κάπου, κάπως, κάποτε, σε μια παλιότερη ανάλογη προσπάθεια είχα αναφερθεί στο τότε κόλλημά μου με το “Over” του Peter Hammill (και ήταν μεγάλο αν και το απαιτούσαν και οι περιστάσεις τότε). Το γεγονός ότι στο τελευταίο τεύχος του Wire υπήρχε συνέντευξη του θείου Peter ήταν μια ιδιαιτέρως ευχάριστη έκπληξη και ομολογουμένως είναι ωραίο για αλλαγή να διαβάζεις για κάτι που θεωρείς πραγματικά δικό σου. Το τελευταίο του albumSingularity” έχει αρχίσει ήδη να μονοπωλεί σε ένα βαθμό την playlist των τελευταίων ημερών κάτι αναμενόμενο, αφού από την πρώτη γνωριμία με την μουσική του (ούτε θυμάμαι πόσα χρόνια έχουν περάσει από την αγορά του “H to He, Who Am The Only One” των Van Der Graaf Generator) η αγάπη υπήρξε άμεση και έχει διατηρηθεί όλα αυτά τα χρόνια πολύ δυνατή.

Εδώ δεν θα μιλήσουμε για αυτό το τελευταίο album του, ούτε για το επερχόμενο (αν και πρέπει να κυκλοφόρησε) live των Van Der Graaf Generator, απλά είναι μια καλή ευκαιρία να εκφραστεί η λατρεία που υπάρχει για τις δουλειές του, solo και μη. Νομίζω ότι όλοι κατά καιρούς έχουμε βρει καλλιτέχνες ή συγκροτήματα που πιστευουμε ότι τα λένε όπως ακριβώς θα θέλαμε να τα πούμε εμείς αν κατέχαμε το σπορ. Ο Hammill είναι σίγουρα ένας από αυτούς για μένα. Και αν χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο που δεν είχα πάει να τον δω όταν είχε έρθει μόνος του, τουλάχιστον ήμουν αρκετά τυχερός ώστε να περάσουν οι Van Der Graaf Generator από τα μέρη μας πρόσφατα για να μας χαρίσουν ένα πανεμορφο live (και μόνο το “Still Life” να έπαιζαν νομίζω ότι θα ήμουν ευτυχισμένος). Φήμες για μια νέα εμφάνιση δεν έχουν επιβεβαιωθεί ακόμα αλλά ελπίζω ότι θα ξαναφανούμε τυχεροί (ή ακόμα καλύτερα να περάσει να πει τα δικά του).

Αν κάτσουμε να αναλύσουμε κοντά 40 χρόνια δισκογραφίας θα είμαστε εδώ μέχρι αύριο μάλλον (ή το πολύ μεθαύριο) και δεν νομίζω ότι έχει και πολύ νόημα. Το ωραίο με τέτοιους μουσικούς είναι να τους ανακαλύπτεις σιγά σιγά μόνος σου. Εξάλλου εδώ που τα λέμε δεν μπορώ να σκεφτώ ότι θα απογοητευτείς με κάτι. Και τώρα ειδικα που επανακυκλοφορούν τα πρώτα του album ελπίζω να κάτσει να ασχοληθεί περισσότερος κόσμος και με αυτόν και με τους Van Der Graaf, αφού πιστεύω ότι αρκετοί φίλοι του progressive rock δεν τους έχουν δώσει την απαιτούμενη σημασία. Και εκτός από αυτό νομίζω ότι στιχουργικά δύσκολα δεν θα βρεις κάτι να ταυτιστείς με αυτά που έχει γράψει (δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό να ξανααναφερθώ στο “Over”).

Το πιο εντυπωσιακό είναι ίσως ότι όπως αποδεικνύει τόσο το “Present” όσο και το “Singularity” ακόμα και τώρα έχει πολλά να πει, χωρίς να χρειάζεται να μπει στο τριπάκι “περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις”. Αλλά και πάλι αυτό δεν έχει τόση σημασία, όσο το ότι ξέρεις ότι η μουσική αυτή υπάρχει για να τη συνδέσεις με αρκετές στιγμές (καλές ή κακές). Και μάλλον κάπου εκεί υπάρχει η θέση για ένα “ευχαριστώ”.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε