get yer ya-ya’s out!

•30 Δεκεμβρίου, 2007 • 2 Σχόλια

Την Τετάρτη 9 Ιανουαρίου η σκιώδης κυβέρνηση αυτού εδώ του μπλογκ (γνωστή και ως «η Τρόικα») θα παρουσιάσει αξέχαστες επιτυχίες στα πλατώ του Underground club των Εξαρχείων.

Αν είστε αγοράκια ελάτε να μας κεράσετε ποτά. Είμαστε τρομερά ευγενικοί και σοκαριστικά άφραγκοι.

Αν είστε κοριτσάκια ελάτε να μας μιλήσετε. Είμαστε θανατηφόρα σέξυ και ανέλπιστα εύκολοι.

Ευχαριστούμε.

cual es la forma que tengo ante tus ojos

•11 Δεκεμβρίου, 2007 • Σχολιάστε

Την Κυριακή το βράδυ, στο Planet Music Live τελικά της Αρδηττού (αφού πρώτα είχαν αποκλεισθεί για διάφορους λόγους το Fuzz και το Tiki Athens) πήγαμε και είδαμε το Federico Aubele, έναν περίεργο κάπως Αρζεντίνο που οι περισσότεροι τον έμαθαν είτε από τον Best είτε από τη Nuevo Latino συλλογή του συμπαθούς σωματείου Putumayo.

Για όποιον δεν έχει ιδέα, ο Aubele είναι ένας τύπος που ηχογραφεί πλέον για λογαριασμό της εταιρείας των Thievery Corporation, παίζει ένα περίεργο χαλαρό τανγκοειδές τριπχοπίζων πράμα που είναι ωραίο γενικά. Πιο συγκεκριμένα, πολύ ωραίο για να χαραμίζεται σε lounge συλλογές τρίτης κατηγορίας όπως συμβαίνει. Εδώ που τα λέμε βέβαια, δεν υπάρχει και άλλη κατηγορία για τις lounge συλλογές που βγαίνουν με το κιλό τα τελευταία χρόνια αλλά αυτή είναι μια συζήτηση που α. μπορεί εύκολα να κλείσει με το επιμύθιο «η μόνη λύση είναι η άμεση κατάργηση του θεσμού των lounge συλλογών και παράλληλα να απαγορευθεί και η χρήση του λήμματος cafe σε κάθε είδους τίτλο που αναφέρεται σε μουσικό πόνημα και β. λόγω στρατηγικού σχεδιασμού δε συνιστάται η ανάλυσή της στην παρούσα φάση.

Παρέα λοιπόν με μια κιθάρα, έναν πανέμορφο κόκκινο MacBook και τη γλυκυτάτη νεαρά (και μέλλουσα σύζυγό του όπως φρόντισε να μας ενημερώσει) Natalia Clavier, ο Federico Aubele έμεινε για περίπου 90 λεπτά πάνω στη σκηνή ενός club γεμάτου με ένα κάπως παράξενο κοινό, κάτι ανάμεσα στο μέσο ακροατή του Best και τη μέση συνδρομήτρια του Marrie Claire. Άσχετο αλλά πολύ κασκώλ ρε παιδάκι μου. Λες και ήταν theme party και όλοι έπρεπε να φέρουν και από δυο-τρία. Σε κάθε χρωματικό συνδυασμό, με κάθε δυνατό δέσιμο γύρω από το λαιμό, ένιωσα κάπως άσχημα που είχα ξεχάσει το δικό μου στο συρτάρι κάτω από εκείνο με τα εσώρουχα, εκεί μαζί με τα γάντια και ό,τι μαλακιούλα βαριέμαι να σκεφτώ που να τη βάλω αφού δεν αξίζει το δικό της, αποκλειστικό χώρο.

Γενικά πάντως ωραία ήταν, σχεδόν ξεχάσαμε την ανύπαρκτη μέριμνα για εξαερισμό στο club, ή την απουσία μιας στοιχειώδους οργάνωσης στο bar. Προφανώς βάρος έδωκε στο φετινό Panamericana, ενώ από την αρχή μέχρι το τέλος προτίμησε μια ακουστική προσέγγιση που σχεδόν υπνώτισε το κοινό. Με την καλή έννοια βέβαια. Φυσικά, επειδή σαν Έλληνες το τσιφτετέλι το έχουμε στο αίμα μας και επειδή ακόμη μας έχει απομείνει μια ιδέα από μεσογειακό ταμπεραμέντο και όλα αυτά τα κλισέ τέλος πάντων με τα οποία αυνανιζόμαστε σα λαός ότι είμαστε διαφορετικοί και ωραίοι και κουλ Αλέξηδες, οι αντιδράσεις ήταν σαφώς πιο ενθουσιώδεις όταν επέλεγε να παίξει κάπως πιο κοφτά τα ακόρντα του και γενικά να γίνει πιο πανηγυρτζίδικο το κλίμα.

Το επόμενο ραντεβού αυτού του τόσο ετερόκλητου κοινού δεν έχω ιδέα πότε μπορεί να δωθεί. Στο Ρέμο, στους Thievery ή στο Zara σε περίοδο εκπτώσεων μάλλον. Δεν έχει και τόση σημασία βέβαια, αρκεί που την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε περάσαμε καλά. Εκτός αυτού είχαμε και έναν παραπάνω λόγο να το παίξουμε πολιτισμένοι και εκλεπτυσμένοι και ψαγμένοι στους άξεστους, βρωμιάρηδες χεβυμεταλάδες φίλους μας. Αποστολή εξετελέσθη επιτυχώς.

Hat’s Off

•2 Δεκεμβρίου, 2007 • Σχολιάστε

Κακό πράγμα η ασυνέπεια, και αυτήν θα νικήσω σήμερα. Around the world οι κύκλοι στενεύουν, τα νεύρα ψάχνουν την μικρότερη δυνατή χαραμάδα για να ξεχυθούν και αυτά στο έλεος των φρεσκοστολισμένων παντουλαμπακίων γαμωχριστουγέννων, ενώ η ώρα που θα δείξεις αποστροφή στη δισκοθήκη σου, σηματοδοτεί την ώρα του καθήκοντος. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τι τίτλο να βάλω στο παρόν post; Αντίδοτο υπήρξε το «Fabriek + Fabriek» των Machinefabriek + Leo Fabriek, το «The Red Dream» των Procer Veneficus & Coda, καθώς και το «Untrue» των Burial. Οι Machinefabriek είναι η μπάντα του Rutger Zuydervelt. Ο Leo Fabriek που συνεργάστηκε στο εύγλωττο «Fabriek + Fabriek» είναι μέλος των The Julie Mittens (να δώσετε βάση στη δισκογραφία ετούτων, ειδικά αν είστε από τους αιρετικούς που πιστεύουν πως το kraut rock δεν είναι αποκλειστικότητα των των Γερμανών) και η συνεργασία αυτή έχει ήδη εισβάλλει στο πάνθεον. Εκατοντάδες μουσικές κουλτούρες να καταλήγουν στον ήχο ενός soundtrack, soundtrack που θα έντυνε την ταινία της ιστορίας των «απέξω», όπου και όποιοι και αν είναι πραγματικά αυτοί. Δεν έχει νόημα να το πω art-noise, acid kraut, ambient (τι άλλο πιο θα χαρακτηρίσουμε ambient;) ή dreamy space psychedellic avant glitch landscapes. Ίσως το καλύτερο πράγμα που άκουσα φέτος «στον χώρο», μαζί με το «Xerrox Vol.1» του Alva Noto, ναι, πάλι αυτός. Αριστούργημα. Στη συνέχεια, η συνεργασία του Night των Procer Veneficus με τον Coda (δεν έχω ιδιαίτερα στοιχεία για τούτον) έπλεξε ίσως ό,τι καλύτερο άκουσα στον ήχο των Procer. Διότι η astral ambient του (τέτοια είναι αυτή, επικυρωμένο), σε συνεργασία με το πρωταγωνιστικό piano (πρωταγωνιστικό και στους Fabrieks, έτσι, να έχουμε κοινά στοιχεία!), φανερώνουν πως ο Night, πέραν του ότι δημιούργησε την απάντηση σε αυτό που παραλίγο να καταφέρουν οι Velvet Cacoon, έχει καταφέρει πλέον να εκφραστεί εκτός των ορίων του «ambient black metal» στίγματος που φέρει. Το «The Red Dream», που μπορείτε να κατεβάσετε από το website του δημιουργού, είναι από τους πιο απόμακρους και συνάμα «γλυκούς» δίσκους που άκουσα τελευταία. Η βραδιά θα κλείσει με το «Untrue» των Burial, album που έχετε ακούσει ήδη. Untrue, πραγματικά. Ακόμα δεν έχω καταφέρει να συλλάβω το πόσο καλό album δημιούργησε ο τύπος, το όνομα του οποίου αγνοώ. Hat’s off. Και στις τρεις κυκλοφορίες, επειδή και οι τρεις χτύπησαν διάνα σήμερα. Οπότε δεν θα το πολυσκεφτώ περισσότερο, κυρίες και κύριοι, έχουμε τίτλο : «Hat’s off»!

(New) music for the people

•15 Οκτωβρίου, 2007 • 7 Σχόλια

Δεν ξέρω αν αυτό συμβαίνει μόνο σε μένα, αλλά υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα κάθε μήνα που με πιάνει τρελή όρεξη να βρω να ακούσω νέα πράγματα. Μπορεί τις προηγούμενες μέρες να ακούω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια και ξαφνικά σε μια στιγμή να λες «τώρα θα διαβάσω ό,τι περιοδικό και zine παρακολουθώ για να βρω νεα μουσική να ακούσω» και σε μια πιάνει μια σχεδόν φρενίτιδα να ανακαλύψεις νέους ήχους (ή μπορεί και νέους ήχους παλιών συμπαθειών). Σίγουρα πλέον έχεις φτάσει σε μια φάση που κατανοείς απολύτως ότι αποκλειεται ποτέ να ακούσεις ότι ενδιαφέρον κυκλοφορεί τριγύρω σου, όσο και να προσπαθήσεις. Αλλά αυτό πλέον δεν σε πολυαγχώνει, έστω και αν δεν ξέρεις ένα όνομα που παίζει σε venue χιλίων ατόμων. Αυτή τη στιγμή κωλοχαίρεσαι για το ένα καινούριο συγκρότημα που άκουσες από σπόντα και σ’ αρεσε και προχωράς και παραπέρα, γιατί σχεδόν νιώθεις σωματικά την ανάγκη για νέα ακούσματα και εμπειρίες. Και μπορεί στην αρχή να σου ξεφεύγουν πράγματα, αλλά σιγά σιγά θα τα ακούς ξανά και ξανά και θα τα ανακαλύπτεις όλο και περισσότερο και θα τα αγαπάς μέχρι να φτάσουν να γίνουν και αυτά παλιοί φίλοι που ξεθάβεις κάθε τόσο ή που βγαίνεις για καφέ συνέχεια για να τα λέτε. Και υπάρχει πιθανότητα μέσα σ’ όλες αυτές τις ανακαλύψεις να βρεις και πράγματα που δεν σε ενθουσιάζουν, αλλά ακόμα και αυτά κρατάνε ζωντανή τη σχέση σου με αυτό που λέγεται μουσική.

Μια στο τόσο δε, βρίσκεις κάτι το τόσο εξαιρετικό που νιώθεις τυχερός που κατάφερες να το ακούσεις και καταλήγει να παίρνει μια θέση ανάμεσα στο κομμάτι εκείνο της μουσικής που νιώθεις κομμάτι σου. Όλα αυτές οι νέες γνωριμίες σε οδηγούν σε νέο ψάξιμο και νέα ακούσματα και νέους ήχους και νέα θέματα για συζήτηση. Η πιο όμορφη αίσθηση σε αυτό το παιχνίδι; Να γυρνάς βράδυ σπίτι μετά από όλο τον εκνευρισμό της μέρας και να τα ξεχνάς όλα όταν βάζεις να παίζει ένα album για το οποίο δεν είχες ξανακούσει τίποτα μέχρι χτες. Να κάθεσαι εκεί και να χαλαρώνεις, ξέροντας ότι αυτό το πράγμα δεν πρόκειται να σε απογοητεύσει ποτέ, ότι πάντα θα μπορείς να κάθεσαι στο γραφείο σου και να βάζεις ένα δίσκο να παίζει. Κάπως έτσι ξεχνάς πολλά πράγματα. Και όταν μετά θα μπορείς να μοιραστείς αυτά που άκουσες με όσους μετράνε, η όλη σχέση γίνεται ακόμα πιο πολύτιμη.

O μήνας λέει Ain’t no sunshine. Καινούριοι στην παρέα οι Woven Hand με μια 14λεπτη διασκευή. Και όλο υπάρχουν καινούριες.

Needle in a haystack

•5 Οκτωβρίου, 2007 • Σχολιάστε

Και καθώς πλέον είμαστε και επίσημα, μετά από ενδελεχείς αναλύσεις καταρτισμένων ειδικών η-γενιά-των-MP3, μπορούμε με βάση αυτό να κάνουμε διαφορες παρατηρήσεις για την σχέση μας με την μουσική. Όχι, μην ανησυχήσει κανένας δεν πρόκειται να φιλοσοφήσουμε περί της μουσικής βιομηχανίας, της αλλοτρίωσής μας και της μεταμοντέρνας αισθητικής που χαρακτηρίζει το downloading. Εμείς θα μείνουμε σε πιο απλά πράγματα.

Έστω λοιπόν ότι έχουμε ένα μικρό (και αθώο) μουσικόφιλο που έχει κατεβάσει ενα (σεβαστό) Χ αριθμό album, που απαρτίζουν και το ψηφιακό μέρος της δισκοθήκης του. Κακά τα ψέμματα, πολλές φορές μας πιάνει η μανία ότι θέλουμε να κατεβάσουμε όλο τον ιντερνέ (c) και κάπως έτσι ακούμε τα μισά από ό,τι κατεβάσαμε και αυτά στα πεταχτά για να πάρουμε μια ιδέα. Δυστυχώς μπορεί να συμβεί σε όλους μας (ναι! και σε σένα εκεί κάτω. μην κάνεις τον αδιάφορο!). Έρχεται λοιπόν μια ωραία μέρα που ο μικρός μουσικόφιλος της αρχής κάθεται σπίτι του, βαριέται και του ρχεται η όρεξη να κάτσει λίγο κάτω να ακούσει μουσική. Μην έχοντας κάποια συγκεκριμένη ιδέα για το τι ακριβώς θέλει να ακούσει και ώντας υπερβολικά βαριεστημένος για να ψάξει τα cd ή τα βινύλιά του, κάθεται και χαζεύει το σκληρό του δίσκο. Βλέπει λοιπόν κάποια (σχετικά λίγα ευτυχώς) ονόματα που δεν του λένε και πολλά πράγμα, για τα οποία δεν μπορεί να συνδέσει το album με μια μουσική ή έστω και με μια αίσθηση ενδιαφέροντος/αδιαφορίας. Κάπου εκεί αποφασίζει να πειραματιστεί και όταν ξεκινάει το album, αναρωτιέται πραγματικά γιατί δεν είχε κάτσει να το ακούσει πιο προσεκτικά, πιο πριν.

Η αφορμή για όλη αυτή την περιγραφή ήταν σήμερα το  «The King Of Everything» των A Swarm For The Sun και η ακρόασή του κάτι παραπάνω από ιδιαιτέρως απολαυστική. Δεν είναι και ο δίσκος που θα αλλάξει το ρου της μουσικής ιστορίας αλλά είναι από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που χω ακούσει στο χώρο του post-κάτι τον τελευταίο καιρό και σίγουρα δεν του πολυάξιζε να πιάνει (ψηφιακή) σκόνη. Μετά από τις σημερινές ακροάσεις λοιπόν έχει λάβει την δικιά του υποσημείωση στον μουσικό εγκέφαλό μας, ώστε από εδώ και πέρα να ξέρουμε τι είναι δαύτο. Το δεύτερο album που εμπίπτει κατά κάποιον τρόπο σε αυτή την κατηγορία (αν και σαφώς ενσυνείδητη επιλογή) είναι το «Mourner» των Caina, για το οποίο διάβαζα πάλι τις προάλλες αποθεωτικά σχόλια. Ομολογώ ότι δεν του χα δώσει την δέουσα προσοχή όταν το είχα πρωτοακούσει, αλλά η αδικία ήταν μεγάλη. Τώρα είναι η ώρα να αφοσιωθούμε περισσότερο σε αυτόν τον συμπαθή (post?) μπλακμεταλλά, αλλά και να θυμηθούμε ένα ακόμα κομμάτι από τις ρίζες μας. Τελικά οι μπλακμεταλλάδες δημιουργούν τα πραγματικά εκπληκτικά δημιουργήματα όταν απομακρύνονται λίγο από το άθλημα. Αναρωτιέμαι αν θα εξηγηθεί ποτέ αυτό.

Αρκετή φλυαρία όμως. Η νύχτα είναι νέα και η μουσική έχει μέλλον ακόμα. Προς το παρόν σειρά έχει το  «The Sleep Of Reason».

Προσπαθώντας να σώσουμε την ψυχή μας

•2 Οκτωβρίου, 2007 • 1 σχόλιο

Και ενώ όλοι έχουν πιάσει τους διθύραμβους για το φετινό album των Soulsavers εδώ προσπαθούμε να καταλάβουμε αν μας έχει ξεφύγει κάτι, αν δεν έχουμε γούστο ή αν είμαστε εντελώς βλαμμένοι ρε παιδί μου. Σημείωση προτού συνεχίσουμε. Η φωνή του Mark Lanegan είναι έρωτας μεγάλος από την στιγμή εκείνη που συγκάτοικος εδώ μας προετρεψε να ακούσουμε το «Field Songs» και το «Scraps At Midnight». Δεν θα το αναλύσουμε εδώ αυτό όμως. Η πρώτη επαφή με το εν λόγω album αρκούντως χλιαρή και δεν υπήρξε ιδιαίτερος ενθουσιασμός. Σήμερα ξαναδιαβάζοντας για μια ακόμα φορά πόσο γαμάτο είναι και πόσο είναι από τους δίσκους της χρονιάς (και μάλιστα και από άτομα άσχετα με το είδος), έγινε μια εκ νέου απόπειρα προσέγγισής του. Ομολογώ ότι αυτή τη φορά τα πήγαμε καλύτερα, δεν έπεσε από την αρχή χυλόπιτα αλλά μας είπε οτι θα το σκεφτεί. Πάλι όμως η αίσθηση ότι δεν γνωρίσαμε και τον έρωτα της ζωής μας παραμένει. Ποιος ξέρει.. Ίσως να μείνουμε φίλοι, ίσως μια μέρα να ανακαλύψουμε την αξία του και να το κυνηγήσουμε σαν να μην υπάρχει αύριο. Προς το παρόν διατηρούμε απλά ένα φλερτ (!!!) για να περνάει η ώρα.

Αυτή την ώρα όμως έχει πάρει σειρά το «Ταξίδι στη Γη» για το οποίο μας λένε οι Στέρεο Νόβα και δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτα καλύτερο για βραδινή ακρόαση με κλειστά τα φώτα και ησυχία γύρω. Όταν δε, μας πουν και για τα άδεια εκείνα χέρια, υπάρχει μεγάλη περίπτωση να ξεχάσουμε τις περισσότερες λεπτομέρειες. Το «Βιταμίνα Τεκ» αργήσαμε αλλά το μάθαμε καλά. Μπορεί να μη λέμε ότι τους ακούγαμε από τα rehearsal τους, αλλά μπορούμε να λέμε ότι τους αγαπήσαμε αφού είχαν πεθάνει. Και να βγάζουμε τη γλώσσα σε όσους δεν μας παίρνουν στα σοβαρά.

6 parts of one Sunday

•30 Σεπτεμβρίου, 2007 • Σχολιάστε

Ή αλλιώς το soundtrack μιας καθόλου καλής Κυριακής. Σήμερα για διάφορους λόγους δεν υπήρχε πολύς χρόνος για μουσική και η μέρα ήταν ακόμα χειρότερη από την μέση συνηθισμένη Κυριακή. Όμως επικρατήσαμε και να τι μας έκανε παρέα:

Arbouretum – «The Rites Of Uncovering»

Δεύτερο album για τους συμπαθέστατους indie folk τροβαδούρους μετά το «Long Live The Well-Doer». Θα είναι σίγουρα ανάμεσα στα φετινά album που αγαπήσαμε ιδιαιτέρως. Λίγο πιο rock από το πρώτο, αλλά πολύ συναισθηματικό και χαλαρωτικό κατά ένα περίεργο τρόπο. Αυτό δεν σημαίνει ότι του λείπει η ένταση αλλά σε πολλές φάσεις καταφέρνει να σε ηρεμεί. Από τις εκ Λονδίνου αγορές, καταφέραμε μόλις τώρα να το ακούσουμε πρώτη φορά. Θα ακολουθήσουν πολλές ακόμα.

Sivert Hoyem – «Ladies And Gentlemen Of The Opposition»

Το προσωπικό album του τραγουδιστή των Madrugada που επίσης μας πήρε πολύ καιρό να το ακούσουμε. Λατρεμένη φωνή (από τις πιο ωραίες στον ευρύτερο rock χώρο τα τελευταία χρόνια), αλλά απλά συμπαθές album. Ωραία τραγούδια, που σε καμιά περίπτωση όμως δεν φαίνεται να αγγίζουν την τελειότητα και το συναίσθημα των Madrugada. Τουλάχιστον αυτό λέει η πρώτη άποψη. Ελπίζουμε στο μέλλον να βρούμε και άλλα πράγματα που θα μας κάνουν να το λατρεψουμε. Παρ’ όλ’ αυτά το album δεν είναι καθόλου αδιάφορο. Απλά όχι αριστουργηματικό.

Baby Woodrose – «Blows Your Mind»

Αυτοί εδώ είναι σημερινή ανακάλυψη και είμαστε ιδιαιτέρως ικανοποιημένοι που την κάναμε. Βγάζουν δίσκους στα 00s αλλά ζουν στην ψυχεδέλεια των late 60s/early 70s. Ψυχεδελικό rock ακριβώς όπως μας αρέσει με όλα τα παρελκόμενα. Έξυπνο, αλλά άκρως απολαυστικό και αυθεντικά αναχρονιστικό. Τα παιδιά φαίνεται να ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν και να το απολαμβάνουν περισσότερο και από τους ακροατές. Thumbs up.

Bathory – «Twilight Of The Gods»

Εδώ είπαμε να θυμηθούμε τα παιδικά μας χρόνια και τις παιδικές μας αγάπες. Και τι παράξενο! Το «Twilight…» ακούγεται εξίσου τέλειο με πριν 10 χρόνια. Και οι Bathory εξίσου μεγάλοι και μαγικοί ακόμα και σήμερα που η σχέση μας με τον ευρύτερο κείνο χώρο δεν ειναι και από τις στενότερες. Αλλά υποθέτω ότι αυτό είναι και το δείγμα των πραγματικά Μεγάλων. Πάντα θα καταφέρνουν να σου μιλάνε, όπου και να βρίσκεσαι.

Horna – «Pimeyden Hehku»

Καινούριο ep από τους Horna. Οι Φινλανδοί ήταν από τα black metal συγκροτήματα που χωρίς ποτέ να τους θεωρώ ιδιαίτερα «σημαντικούς» πάντα τους συμπαθούσα. Και τα τέσσερα καινούρια τραγούδια με κάνουν να διατηρήσω αυτή ακριβώς την άποψη. Αναμενόμενο, συμπαθέστατο black metal κοπάνημα. Χωρίς πολλές απαιτήσεις αλλά και χωρίς καμιά απογοήτευση. Και έχουν και τραγούδι με τίτλο «Nostalgiaa»

Vic Chesnutt – «North Star Deserter»

Και ερχόμαστε στο μεγαλύτερο κόλλημα των τελευταίων ημερών. Να σημειώσω εδώ ότι μ’ αρέσει απίστευτα όταν οι ρομαντικοί τροβαδούροι (λέγε με singers/songwriters) ξεχνάνε λίγο τον ρομαντισμό και μοιάζουν να τα παίρνουν λίγο στο κρανίο και να ανεβάζουν την ένταση. Το είχε ο Mcrae, το είχε ο Rice στο «I remember» και το έχει ο Chesnutt σε μπολικα κομμάτια του album του. Αυτό του προσδίδει το σημαντικότερο πράγμα που μπορεί να έχει ένας μουσικός, πάθος στη μουσική του.  Και το «North Star Deserter» διαθέτει ασυλληπτα αποθέμα από δαύτο. Γι’ αυτό το λατρέψαμε και γι’ αυτό συνεχίζουμε να θεωρούμε την Kranky μεγάλη εταιρεία.

We did everything we could..

Bonus Track: Φυσικά το «Ain’t no sunshine» πάντα στην εκτέλεση του θείου Otis.

Have a nice week.

Let there be shadows

•29 Σεπτεμβρίου, 2007 • Σχολιάστε

Και εγένετω «Shadows Of The Sun». Δυο υπερβολικά ήσυχα, για τα δεδομένα των κυρίων από το Oslo, χρόνια πέρασαν από την κυκλοφορία του «Blood Inside». Κανείς δεν πολυήξερε τι ετοίμαζαν, μέχρι που λίγο καιρό πριν έσκασαν οι πρώτες ανακοινώσεις. «Low-key, dark, and tragic» είπαν. Και εμείς περιμέναμε. Σχετικά υπομονετικά. Εντάξει, η αλήθεια είναι όχι και τόσο.

Τελικά, μας ήρθε. Η πρώτη συγκρατημένη αντίδραση ήταν «Ω θεοί». Μετά αρχίσαμε να εκφραζόμαστε πιο ελεύθερα. Οι Ulver δεν νομίζω ότι έχουν την δυνατότητα να με απογοητεύσουν ποτέ (αν θέλετε να το αποδώσετε στο fanboy-ισμό, δικαίωμά σας). Από την άλλη το σοκ της πρώτης ακρόασης του «Shadows Of The Sun» δεν το περίμενα για κανένα λόγο. Αυτή τη στιγμή έχουνε περάσει πολλές μέρες συνεχών ακροάσεων. Πρωί και βράδυ. Υπό όλες τις δυνατές συνθήκες. Το σοκ παραμένει σχεδόν το ίδιο. Κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα album που είναι ένα σκαλί μόλις πιο κάτω από το αξεπέραστο «Themes…», εκεί δίπλα στο «Kveldssanger», ίσως λίγο ψηλότερα ακόμα και από το μεγαλείο του «Perdition City».

Πώς τα κατάφεραν όλα αυτά; Με απλό τρόπο. Όσο πιο απλό γίνεται. Μακριά από το Viva Megalomania του «Blood Inside», εδώ έχουμε ένα πιανάκι, λίγα έγχορδα, ένα μεγαλειώδες σαξόφωνο να περιφέρεται τριγύρω, μια δόση από το theremin της Pamelia Kurstin, ένα φιλικό πέρασμα από τα ηλεκτρονικά του Christian Fennesz και φυσικά μια φωνή. Γνώριμη, αλλά για μια ακόμα φορά εντυπωσιακά πρωτόγνωρη. Τι να πρωτοδιαλέξεις; Το «Shadows Of The Sun» έχει το καλύτερο «δεσιμο» σε album τους από την εποχή του «Kveldssanger». Από ένα σημείο και μετά, απλά χάνεις το που σταματάει το ένα τραγούδι και που ξεκινάει το άλλο. Απλά γιατί χάνεσαι και εσύ ο ίδιος. Όταν πιάνεις τους στίχους, όταν πιάνεις τις μελωδίες, όταν αντιλαμβάνεσαι τις λεπτομέρειες πάνω στις οποίες είναι χτισμένο. Κάπο εκεί έρχεται ένα «Solitude» που αρχίζεις να νομίζεις ότι γράφτηκε πριν 30 χρόνια και πήρε τη θέση του στο «Master Of Reality» μόνο και μόνο για να έρθουν φέτος οι Ulver και να το αφήσουν να πει όσα ήθελε να πει, δίπλα στα μικρά του αδερφάκια. Είναι κάπως τρομακτικά έντονο το πόσο πολύ ταιριάζει η διασκευή αυτή στο album. Χωρίς πολλές αλλαγές. Δεν χρειαζόταν έτσι και αλλιώς. Η τελειότητα του πρωτότυπου δεν σήκωνε πολλές παρεμβάσεις.

Είχε αρχίσει να γίνεται φανερό, ότι όσο και να είχαν τάσεις να ξεφεύγουν, οι Ulver εδώ και κάποια χρόνια είχαν αρχίσει να γίνονται πιο ανθρώπινοι, πιο προσωπικοί. Αυτό τους έκανε και γοητευτικούς με έναν πιο άμεσο τρόπο. Σήμερα έχουμε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο που ο ακροατής νομίζει ότι το «Shadows Of The Sun» μιλάει μόνο σε αυτόν. Ότι είναι κάτι εντελώς δικό του. Και ίσως δεν μπορεί να φανταστεί κάποιος πόσο σημαντική είναι αυτή η αίσθηση όταν έχεις απέναντι σου την μουσική. Αυτό είναι ένα album για το οποίο από ένα σημείο και μετά δεν θα συζητάς με τους υπόλοιπους. Απλά θα το ζεις. Γιατί το album αντιμετωπίζει και τη μοναξιά όχι ως κάτι άσχημο, αλλά ως κάτι φυσιολογικό και ως κάτι έντονο. Και αν τελικά δεις ότι και άλλοι το κοιτάνε με το ίδιο βλέμμα, ίσως να συνειδητοποιήσεις την δύναμή του σε όλο της το εύρος.

Ποιος θα κάτσει να ασχοληθεί με το πιο κομμάτι ξεχωρίζει; Όχι εμείς σίγουρα. Εμείς απλά περιμένουμε να πάρουμε τους στίχους στα χέρια μας γιατί είμαστε σίγουροι ότι κάπου εκεί θα επέλθει η ολοκληρωτική κατάκτηση (ή παράδοση, πείτε το όπως θέλετε). Μέχρι τότε μην ξεχνάτε ότι μπορούν να περπατάνε και στο νερό!

Άλλο ένα κείμενο χωρίς φωτογραφία, έλεος πια.

•25 Σεπτεμβρίου, 2007 • 7 Σχόλια

Είμαι μίζερος επειδή ακούω pop μουσική ή ακούω pop μουσική επειδή είμαι μίζερος;” αναρωτήθηκε ο ήρωας μας. Εμείς προσπεράσαμε με ευκολία το συλλογισμό του αφού “τι σχέση μπορεί να έχει με μας;” και αφοσιωθήκαμε στον πραγματικό λόγο που βρεθήκαμε στο αγαπημένο μας multiplex εκείνη τη βροχερή φθινοπωρινή μέρα : τα ποπ κορν και το αναψυκτικό.

Ψέματα.

Η ταινία μας συγκλόνισε, όχι επειδή μας έμαθε κάτι που δεν ξέραμε ήδη αλλά γιατί μας είπε πράγματα που σκεφτόμασταν αλλά που ήταν αδύνατο να σκεφτεί κάποιος άλλος γιατί ήταν δικά μας πώς να το κάνουμε. Ταυτόχρονα μας ενόχλησε, γιατί έθεσε πολλά ερωτήματα και δεν απάντησε σχεδόν κανένα. Ένα από αυτά, όχι απαραίτητα το πιο σημαντικό, είναι και αυτό της πρώτης πρότασης του κειμένου που διαβάζετε. Θα το γενικεύσω για να πιάσει και μας που γαλουχηθήκαμε με αγνό χιέβι μέταλ πριν ανακαλύψουμε ότι και τα εμπορικά σκατά μπορούν να κάνουν τη ζωή μας ομορφότερη. Θέτω λοιπόν το ερώτημα : Η μουσική που ακούμε μας επηρέασε και μας έκανε αυτό που είμαστε ή ακούμε αυτή τη μουσική επειδή είμαστε όπως είμαστε και αν δεν ήμασταν έτσι θα ακούγαμε κάτι άλλο;

Αν το πρωί που ξυπνούσα αντί για Radical Face άκουγα Μαριάντα Πιερίδη θα απολάμβανα το γεγονός ότι ήρθαν τα πρώτα κρύα και μπορώ να πίνω τον ζεστό καφέ μου ακούγοντας κάτι που μου μεταδίδει τη φθινοπωρινή διάθεση του ή θα ξενέρωνα που πέρασε το καλοκαίρι; Από την άλλη, τι θα ήταν πιο μίζερο, να χαίρομαι που ήρθε το φθινόπωρο ή να λυπάμαι που δε μπορώ να πίνω μπύρες αραχτός σε μια παραλία;

[Σε αυτό το σημείο παρεμβαίνει ο Μεγάλος Σοφός Αντώνης Πανούτσος και μας λέει ότι “αν για 11 μήνες σκεφτόμαστε τον 1 μήνα των διακοπών μας, τότε μάλλον κάτι έχουμε κάνει λάθος με τις ζωές μας” – Ευχαριστούμε Αντώνη.]

Ναι, το ξέρω ότι όλα αυτά δε βγάζουν κανένα νόημα, ότι τα πάντα είναι σχετικά και ότι ίσως να υπάρχουν διαφορετικές απαντήσεις για διαφορετικούς ανθρώπους. Έτσι κι αλλιώς όλα τα μεγάλα ερωτήματα (αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί μεγάλο) είναι μεγάλα ακριβώς επειδή δεν έχουν απαντηθεί (υποθέτουμε χάριν της συζήτησης ότι ο Λιακόπουλος δεν υπάρχει). Εμείς θα συνεχίσουμε να ακούμε αυτά που ακούμε, πιθανότατα και κάποια άλλα που δεν φανταζόμαστε καν, θα ζούμε όπως ζούμε και απλά θα περιμένουμε να δούμε πού θα μας βγάλει.

Και τώρα τα νέα για τον καιρό.

Βάζοντας μουσική να παίζει

•9 Σεπτεμβρίου, 2007 • 1 σχόλιο

Τελικά σήμερα (Κυριακή 9 Σεπτεβρίου 2007 για την ιστορία) συνειδητοποιώ γιατί ποτέ δεν θα αγαπήσω την συντριπτική πλειονότητα των clubs σε σχέση με τη μουσική που βάζουν. Γιατί δεν ξέρουν τι θέλω να ακούσω. Και γιατί δεν ξέρω εγώ τι θέλει να ακούσει ο dj ώστε να ξέρω αν όντως ταιριάζουμε. Και ίσως γι’ αυτό καταλήγουμε στο ότι είναι καλύτερα να ακούμε μουσική που επιλέγουμε μόνοι μας. Όμως φαίνεται ότι δεν είναι απόλυτα σωστό.

Υπάρχει ένας ιδιαίτερος τύπος μαγείας όταν ακούς μουσική που λατρεύεις και που έχει επιλέξει κάποιος άλλος. Είναι ίσως από τους ομορφότερους τρόπους επικοινωνίας, αφού τα τραγούδια εκφράζουν κοινά πράγματα και στην ουσία λειτουργούν ως κοινά σημεία αναφοράς. Βέβαια, τις περισσότερες φορές (δυστυχώς ή ευτυχώς – μάλλον το δεύτερο) αυτό μπορεί να γίνει μόνο με ανθρώπους που έτσι και αλλιώς μπορείς να επικοινωνήσεις πολύ καλά και που ήδη μοιράζεστε κοινά πράγματα. Αυτό όμως δεν μειώνει σε καμιά περίπτωση την αίσθηση της προσμονής για το επόμενο κομμάτι και την απόλαυση του να ακούς ακόμα ένα που λατρεύεις. Ακόμα και αν δεν το ξέρεις.

Συμπέρασμα; Φτιάχτε ραδιόφωνα για τους φίλους σας! Μπααα, δεν έχει συμπεράσματα εδώ. Απλά συνεχίζουμε να ακούμε την μουσική και συνεχίζουμε να εντυπωσιαζόμαστε με τα μικροπράγματα που προσέχουμε ή συνειδητοποιούμε εδώ και εκεί. Έτσι έχει περισσότερη πλάκα πιστεύω. Περισσότερη καινούρια μουσική στο άμεσο μέλλον.

new vague impressions

•10 Αυγούστου, 2007 • Σχολιάστε

Λοιπόν με τους Nouvelle Vague ποτέ δεν είχα ασχοληθεί ιδιαίτερα, έστω και αν το όνομά τους το συναντούσα αρκετά συχνά τριγύρω μου. Σήμερα λοιπόν εκεί που σκεφτόμουν τον πρωινό καφέ μου και το τι θα ακολουθήσει σήμερα και προσπαθούσα να αποφασίσω τι θα είναι αυτό που θα συνοδεύσει μουσικά αυτές τις διαδικασίες, έπεσε το μάτι μου πάνω σε ένα folder με το όνομα Nouvelle Vague. Why not? Και κάπως έτσι εδώ και αρκετή ώρα ο καφές συνοδεύεται από τις χαλαρές bossa nova διασκευές των Γάλλων φίλων μας.

Και αν και δεν είναι η μουσική που θα αλλάξει τον ρου του κόσμου, όσο χαζό και αν ακουστεί, είναι ότι πρέπει για αυτή τη στιγμή που ο καφές απαιτεί την προσοχή μου και η διάθεση είναι κάπως περίεργη. Και όχι, όλες οι διασκευές τους δεν είναι εκπληκτικά πετυχημένες (οι Flunk π.χ. έχουν κάνει απείρως καλύτερη δουλειά σε μια laid back διασκευή του «Blue Monday»). Από την άλλη όμως να ακούς τραγούδια με τις δυναμικές ενός «Love Will Tears Us Apart» ή ενός «This Is Not A Love Song» ή ενός «Don’t Go» να τραγουδιούνται από μια γαλλιδούλα που την φαντάζεσαι στην σκηνή ενός μπαρ με συνοδεία ορχήστρας και να σε χαλαρώνουν, είναι κάτι αρκετά πολύτιμο, ειδικά για την ώρα αυτή.

Και, ναι, ξέρω ότι πιθανότατα θα κάνω μήνες να ξανακούσω νέα τους και μπορεί να μην ξανακούσω καθόλου από αυτές (Γαλλίδες, τι να πεις!) αλλά για το σημερινό πρωινό οφείλω να τους δώσω μια μικρή ευχαριστία. Και καθώς το «The Girl From Ipanema» φτάνει στο τέλος του και ο καφές έχει μέλλον ακόμα, θα συνεχίσουμε την αναζήτηση της ωραίας πρωινής μουσικής και ελπίζουμε ότι ο επόμενος σταθμός θα μας κάνει την ίδια καλή παρέα με τους Nouvell Vague.

Cheers..

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε