Kaleidoscope

•11 Μαΐου, 2009 • Σχολιάστε

Κάτι που θέλω να πω πριν ξεκινήσει αυτό το ποστ. Γαμημένοι ΜΠΑΣΤΑΡΔΟΙ, εσείς που κλέβετε/δανείζεστε CDς και δεν τα επιστρέφετε ΠΟΤΕ στους ιδιοκτήτες τους, να ξέρετε πως η ώρα της SonicDeathMonkey κυριαρχίας πλησιάζει και έχει ήδη δημιουργηθεί ένα ειδικό Άουσβιτς για εσάς μόνο.

Βρίσκουμε τους ταλαιπωρημένους εαυτούς μας μπροστά σε εκείνη τη στιγμή του χρόνου που οι ανοιξιάτικες νύχτες γλυκαίνουν και καλοκαιριάζουν. Η πρόσφατη πανσέληνος μου θύμησε λίγο την φούσκα μιας τσίχλας της μισητής μου συμμαθήτριας στο γυμνάσιο: μεγάλη, προκλητική, έτοιμη να σκάσει αποκαλύπτoντας καινούρια κίνητρα. Οπότε οδηγούμαι με θράσος στο συμπέρασμα πως τα στοιχεία της φύσης έχουν πια σκοπό τους να μου θυμίζουν το πώς ήμουν κάποτε, το πώς πέρασαν τα χρόνια και το αν η φαντασία μου τότε χωρούσε το πού μπορεί να βρίσκομαι σε 15 χρόνια.
Υπάρχουν μερικά μουσικά τούνελ για όλους μας, που στις αντενδείξεις τους συμπεριλαμβάνουν τα παραπάνω συμπτώματα. Νοσταλγία, αναμνήσεις, όχι από εκείνες που ξεθάβονται κατά τραγούδια, αλλά από εκείνες που οποιαδήποτε ανύποπτη στιγμή και να σε ρωτήσει κάποιος, μπορείς να ονομάσεις δισκογραφικά. Δηλαδή λες ας πούμε, το 1996 και τα επόμενα 3 χρόνια έχουν σημαδευτεί από τους τάδε δίσκους.
Μαρτύριο.

Ο Trevor Jackson δισκογράφησε με το όνομα Playgroup και το 2001 βρέθηκα να χορογραφώ τον εαυτό μου μπροστά στον καθρέφτη μου υπό τους ήχους του Number One από τον δίσκο με το όνομα Playgroup.


Εκπληκτικός παραγωγός ηλεκτρονικής ντίσκο και όχι μόνο μουσικής, με τον δίσκο να συμπεριλαμβάνει μια ανανεωμένη έκδοση του 50 Ways to leave your lover σε λίγο από dub με ολίγη από ρέγκε και τον Trevor να ανακαλύπτεται από μια ανυποψίαστη κορασίδα κάπου στην Αγγλία. Τρομερός δίσκος παιδιά.
Μαρτύριο.
Ξαναθυμήθηκα και τους πρώτους δίσκους της Global Underground που αγόρασα. Μια σειρά από samples των καλύτερων δίσκων της από το 1999 μέχρι το 2004 με 2006. Όταν το 2003 απέκτησα το Exposures

και αργότερα το τελευταίο από την σειρά, το Synchronised

δεν είχα ιδέα πως αγόραζα ηλεκτρονική μουσική που θα με εξιτάρει απίστευτα μέχρι και σήμερα και αυτό, για ένα είδος μουσικής που συνεχώς αυτοανακαλύπτεται και αυτοαναιρείται με συνεχώς καινούριους τρόπους είναι πολύ σημαντικό. Μπορούμε να συζητήσουμε το κατά πόσο η ηλεκτρονική μουσική έχει προβλήματα με το θέμα της διάρκειας στο χρόνο αλλά τα δεδομένα είναι συγκεκριμένα. Ένας είδος μουσικής με τόσες χιλιάδες ώρες δισκογραφίας την ημέρα, με άπειρες παραγωγές, συνεργασίες, promotion, με τον φόβο της επανάληψης να κυνηγάει τον κάθε παραγωγό/DJ περισσότερο ίσως από όσο κυνηγάει έναν τύπο που απλά θα σηκώσει μια κιθάρα για να παίξει ένα Black Sabbath riff ή κάτι που να μοιάζει με κάτι παρόμοιο, πρέπει να δουλέψει πολύ σκληρά για να δημιουργήσει δίσκους-ογκόλιθους στην ιστορία του. έχει να κάνει με το πόσο συχνά ανανεώνεις κάτι. Όταν σε ένα είδος, ο δίσκος προ δύο μηνών είναι παλιός, το σύμπαν είναι αναλώσιμο.
Με περηφάνεια λοιπόν, σας παρουσιάζω από την κρυφή δισκοθήκη του Sonicdeathmonkey τα
Exposures
και
Synchronised
για την δική σας ευχαρίστηση.

Το θέμα δεν είναι αυτό όμως. Το 2002 στεκόμουν στο dance κομμάτι του δισκάδικου της φοιτητικής μου πόλης στη Νήσο των Αδικοχαμένων Ποπ Ειδώλων προσπαθώντας να βρω το τελευταίο μεγάλο αστέρι στην ηλεκτρονική μουσική (είπαμε είναι θέμα διάρκειας στο χρόνο).

Steve Lawler ήταν το όνομα που καλωσόρισα στη δισκοθήκη μου, με το δεύτερο Lights Out (πρέπει να παραδεχτώ, για όσους δεν τον γνωρίζουν, ας πηδήξουν κατευθείαν στο Lights Out 2 γιατί το πρώτο του ήταν πολύ μέτριο ενώ στα επόμενα 2 απογειώνεται σαν παραγωγός της progressive house). Δικαίως ακολούθησε το Lights Out 3 και δικαίως ο Lawler βρέθηκε στην κορυφή των αγαπημένων μου παραγωγών/DJ μέχρι και σήμερα. Εκεί που από τους άλλους άκουγα φανφάρες, κινήσεις μουσικού εντυπωσιασμού για να γλυκαθούν τα πλήθη των θαμώνων του ετήσιου Winter Music Conference στο Miami (oh yeah), στον Lawler είχα βρει αυτό που ήθελα. Τραχύς και απότομος όσο πρέπει για να δώσει φόρα στο μουσικό mojo σου, με φωνητικά που στέκονται άξια δίπλα στο ηλεκτρονικό, βαθύ μπάσο, ξέρει να δημιουργεί καταπληκτική ατμόσφαιρα και περνάει με τιμές εκείνο το πιο σημαντικό τεστ του ποδιού που χτυπάει στο πάτωμα για όσο διαρκεί ο δίσκος και του κεφαλιού που κουνιέται χωρίς να το καταλαβαίνεις. Είναι αστείο το πως η μουσική που μας αρέσει μας μετατρέπει αυτόματα σε μια μηχανή που κρατάει 4 διαφορετικούς ρυθμούς ταυτόχρονα ακόμα και αν δεν έχεις σπουδάσει ποτέ το πεντάγραμμο ή το κρουστό.

Μετά από τα samples της GU, τον Lawler είναι και οι Booka Shade, οι μαστόροι της ψυχεδελικής trance Tidy Boys, το πρώτο The Chillout Session του Ministry of Sound του 2001, ένας δίσκος που συνδυάζει remix των Stone Roses με Groove Armada, Sneaker Pimps, Nightmares on Wax και Leftfield και που περήφανα ανεμίζει το λάβαρο των κατατρεγμένων συλλογών της ψηφιακής μας κοινωνίας (what). Να σημειώσω όμως εδώ πως από την συγκεκριμένη σειρά των Chillout Session μόνο το πρώτο αξίζει, μην τρέξετε να ακούσετε ενθουσιασμένοι και τα υπόλοιπα γιατί μετά έχω την εντύπωση πως η αποχώρηση του Jose Padilla από τις συλλογές Café Del Mar έριξε στα ναρκωτικά και τις πουτάνες τον chillout παράδεισο (ή μήπως αυτός είναι ο chillout παράδεισος, χμ) και έγιναν σκατά.

Με αυτά και τα άλλα, ξαναθυμήθηκα εκείνη τη φούσκα. Η μεταφορική φούσκα μιας νύχτας που είσαι εσύ και χορεύεις και τίποτα άλλο δεν έχει σημασία πέρα από την μουσική που σε δονεί μέσα κι έξω και τους αγνώστους που χορεύουν μαζί σου και προσπαθούν να σου περάσουν ουσίες.
Μαρτύριο.

Στην έξοδο σου από τον χώρο, έχει ξημερώσει, τα χέρια σου γλυστράνε γρήγορα από την τσάντα στο πρόσωπό σου, ο δεξιός δείχτης βρίσκει τη μύτη σου και ανασηκώνει τα γυαλιά ηλίου και ακόμα ψιθυρίζεις «We’re gonna dance till three, then you’re coming home with me». Έχεις ιδρώσει μέχρι τις πατούσες σου, η αναπνοή σου βρωμάει, τα ρούχα σου που με τόσο προσοχή είχες επιλέξει για να εντυπωσιάσεις τον εαυτό σου, είναι τίγκα στη σκόνη και το μουλιασμένο αλκοόλ, το κεφάλι σου είναι καζάνι, είσαι κομμάτια, με το ζόρι σε κρατάνε τα πόδια σου και δεν έχεις πάρει ναρκωτικά. Αλλά.
Δονείσαι ακόμα. Δονείσαι πολύ και νιώθεις λες και θα δονείσαι για μια εβδομάδα.
Δονείσαι μέχρι μέσα και έχεις εργαστεί σκληρά για να αποτινάξεις για λίγες έστω ώρες ό,τι δεν σου αρέσει στον κόσμο γενικά, ακόμα και στον κόσμο που δεν σου επιτρέπεται να μην σου αρέσει κάτι. Δονείσαι ακόμα και από το πρώτο φως της μέρας που φαίνεται πολύ διαφορετικό από χθες. Δονείσαι λες και πρώτη φορά άκουσες μουσική στη ζωή σου.
Και μετά είναι και το θέμα του δίσκου του Hernan Cattáneo, από την σειρά Renaissance.

Voyager

•11 Μαΐου, 2009 • Σχολιάστε

Catch a train direct to death
Glide where wheels and rails caress
Hear the last taboos expressed
In language looted and compressed
Abandon this world for the next
Cross the great plain of forgetfulness
Trans Siberian Express

Life on earth is short at best
The cities are a game of chess
Copper domes and statuettes
Victories with marble breasts
Leave your burden with the rest
Watch the sleepers phosphoresce
Trans Siberian Express

Rich man leave your wealthiness
Wanderer, your solemn dress
Seafarer, the sea’s caress
Beowulf, your angriness
Time to take a second guess
Time to make a pact with death
Trans Siberian Express

The world is long, there is no consolation
For those who join at the end of the line

Through the train the four winds blow
The arctic and the sirocco
Stalactite and stalagmite
Stalag camp and satellite
Pass the captives on death row
The gulag archipelago
The skulls of reindeer in the snow
The longboat drifts, the dead float slow

Frightened wolves, nowhere to go
Find winding cloths of sleet and snow
The sleeping kings of long ago
Deep beneath Ben Bulben grow
Drifts are shifted by the plough
Like waves that break against the prow
How do you like your blue-eyed boy now
Mr Death?

Before the crocus cloaked the steppes
Before the tadpoles and the nests
Jack Frost screamed, his voice so hoarse
The signalmen were blown off course
They passed Attila on his horse
Passed the Visigoths and Norse
Villages with Viking forts
And knew not where they were

The world is long, there is no consolation
For those who join at the end of the line

The skeletons were at the feast
Before the dreams of ancient Greece
Before the shaman and the priest
Jason and the Golden Fleece
Before the Dead Sea Scrolls released
Their meaning or the experts pieced together
The epic of Gilgamesh
Trans Siberian Express

Don’t cry for me I never cried for you
Just left without the name
Of the place I’m going to
Left without so much as a whisper
To remind you
I’m travelling to forget you
And to find you

The world is long, there is no consolation
For those who join at the end of the line

sunday sessions

•10 Μαΐου, 2009 • 6 Σχόλια

Τον τελευταίο καιρό έχει αναπτυχθεί μια γενικότερη διαφωνία με τον Μάνο για το ποια είναι όντως η πιο μελαγχολικομίζερη στιγμή της εβδομάδας. Εκείνος (λανθασμένα και συνεχώς) επιμένει να πιστεύει ότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από την νύχτα της Δευτέρας. Εγώ έχω να πω ότι κάνει λάθος. Ένα κυριακάτικο βράδυ δεν θα ξεπεραστεί ποτέ από ένα δευτεριάτικο, όταν ήδη το έχεις πάρει απόφαση ότι έχει ξεκινήσει η βδομάδα, όταν ήδη έχεις φάει την πρώτη κρυάδα και όταν ήδη έχεις κάνει το πρώτο βήμα για το επόμενο σαββατοκύριακο. Από την άλλη, η Κυριακή μοιάζει φτιαγμένη γι’ αυτό που λένε οι φίλοι μας οι Άγγλοι «got the blues». Όσο περνάει η μέρα μοιάζεις όλο και περισσότερο να μην έχεις διάθεση για τίποτα. Και αν το κυριακάτικο μεσημέρι είναι κατεξοχή ώρα ξεκούρασης και, καλώς εννοούμενης σαπίλας, μόλις αρχίσει να δύει ο ήλιος, έρχονται τα δύσκολα. Το αυριανό πρωινό ξύπνημα, αυτά που έχεις να κάνεις μέσα στη βδομάδα, αυτά που δεν έκανες μέχρι αυτή τη βδομάδα, αυτά που σε προβληματίζουν και σε ενοχλούν, λες και όλη σου η αβεβαιότητα συμπυκνώνεται στα λεπτά που παιρνούν. Ποτέ δεν μπόρεσα να ξορκίσω αυτό το συναίσθημα, από το σχολείο ακόμα. Νομίζω ότι ποτέ δεν θα μπορέσω να το κάνω, όσο και αν με βρίζει η Έλενα. Ίσως και μερικές στιγμές να το απολαμβάνω, δεν ξέρω. Τουλάχιστον από μουσικής πλευράς είναι το πιο εύφορο έδαφος για αυτοσχεδιασμούς. Και όντως είναι η ώρα για να ξεθάβεις πράγματα, αλλά με τον τρόπο που θα βγείς με παλιούς καλούς φίλους να πιεις όταν δεν έχεις τα κέφια σου. Σε απάντηση λοιπόν στο «Monday night music», θα ξεκινήσουμε τα δικά μας sessions. Να λοιπόν το volume 1:

45rpm Vinyl Record

Side 1

01. The Third Eye Foundation – La dispute
02. Naervaer – Nunmen
03. Nick Cave & the Bad Seeds – Spell
04. Calexico – Two silver trees
05. Madrugada – On your side
06. Θάνος Μικρούτσικος – Θεσσαλονίκη

Side 2

01. Ulver – Porn piece or the scars of cold kisses
02. Buck 65 – 2957
03. The Knife – Pass this on
04. The Black Heart Procession – Blue tears
05. Pearl Jam – Smile

ssssssshhh

little latin loope lu

•9 Μαΐου, 2009 • Σχολιάστε

Πάντα είχα μια μεγάλη αδυναμία στα κομμάτια που είχαν δομηθεί γύρω από ένα απλό και συχνά μονότονο loop. Αυτό από τα παλιά τα χρόνια, που είχα πρωτοακούσει το «La masquerade infernale» και άρχισα να συνειδητοποιώ πως το ομώνυμο κομμάτι δεν είναι απλά ένα ιντερλούδιο. Πώς τα θυμήθηκα αυτά όμως θα μου πείτε; Στο σωρό των καινούριων κυκλοφοριών που περιμένουν να πάρουν τη σειρά τους στην playlist είχε χωθεί και η φετινή συνεργασία του Danger Mouse με τον Sparklehorse, που νομίζω ότι θα κυκλοφορήσει κάτω από το όνομα του τελευταίου. Συμπαθέστατο album, «Dark night of the soul» λέγεται σε περίπτωση που ενδιαφέρεστε, έχει μπόλικους πασίγνωστους καλεσμένους (από τον Iggy Pop μέχρι την Nina Persson και τον Julian Casablancas), έχει εκπληκτική (προφανώς) παραγωγή από τον Danger Mouse, έχει άλλα καλύτερα και άλλα λίγο πιο μέτρια κομμάτια και γενικά είναι ένας δίσκος που θα ακούσουμε καμιά δεκαριά φορές και μάλλον θα τον θυμόμαστε μια φορά το εξάμηνο μετά. Α! Έχει και visuals από τον David Lynch (ναι, τον γνωστό).

Και εκεί λοιπόν, που λέτε, που όλα βαίνουν ωραία και καλά, έρχεται το τελευταίο κομμάτι του δίσκου, το ομώνυμο, στο οποίο συμμετέχει ο πολυαγαπημένος Vic Chesnutt και σε αφήνει κάπως με το στόμα ανοιχτό. Είμαι σχεδόν πεπεισμένος ότι αυτό το κομμάτι ειδικά είναι δουλειά του Danger Mouse. Τον άλλονε αν και μας αρέσουν οι δίσκοι του δεν τον έχω τόσο ικανό. Έχουνε βάλει εκεί τα παιδιά ένα loop να ακούγεται κάτω από κάτι βινυλιακά χριτς-χρατς, έχουν βάλει τον Chesnutt να τραγουδάει με ημι-παραμορφωμένη φωνή, έχουν πετάξει και δυο-τρεις μελωδίες από πίσω που έρχονται και φεύγουν και έχουν φτιάξει ένα μικρό αριστούργημα. Κάθε φορά που επανέρχεται το loop νομίζεις ότι τώρα θα τελειώσουν οι μπαταρίες και θα παραδώσει πνεύμα, αλλά αυτό επιμένει να συνεχίζει. Το ίδιο και η φωνή του Chesnutt, μέχρι που σταματάνε τα πάντα και το κομμάτι τελειώνει μόνο με τα προαναφερθέντα βινυλιακά χριτς-χρατς. Γενικά πολύ μεγάλες στιγμές, περιμένουμε ήδη την πρώτη κατάλληλη συλλογή για να το χώσουμε μέσα.

Μετά ακολουθεί και το καινούριο ep του Caina που είναι επίσης καταπληκτική (τον βάζω άνετα στην πεντάδα των καλύτερων sort-of-black-metal των τελευταίων χρόνων), ενώ είμαι πολύ περιεργος να ακούσω το «Music inspired by the film: 30 Century Man», μια συλλογή/tribute στον Scott Walker που έχει μαζέψει ωραίο κόσμο. Καπου αχνοβλέπω και το «Round Black Ghosts 2» για τις dubstep στιγμές μας. Αυτή τη στιγμή όμως το χαζοχαρούμενο indie folk του Jeffrey Lewis δεν θα αντέξει δεύτερο τραγούδι και λυπάμαι πραγματικά που δεν μπορώ να αναγνωρίσω τις αξίες του.

Κρύωσε και ο καφές, βγήκε ο ήλιος και εγώ πάω να συνεχίσω την μέρα μου.

quality moments

•7 Μαΐου, 2009 • 1 σχόλιο

Όταν η ώρα του διαβάσματος έρχεται πρέπει να καθαρίζουμε το γραφείο μας. Συνήθως η ώρα αυτή αργεί να έρθει, οπότε και εμείς μαντέψτε τι κάνουμε! Αργούμε να καθαρίσουμε το γραφείο μας. Δεν είμαι ο πιο τακτικός άνθρωπος στον κόσμο. Θέλω να πω, είμαι τακτικός, αλλά δεν είμαι και καμιά παστρικιά. Ξέρω μερικούς τύπους που αν τους κουνήσεις λίγο ένα στυλό, αφρίζουν και θέλουν να σε στείλουν στην κόλαση. Ή αν ακουμπήσεις ένα χαρτί όχι στις ακριβείς συντεταγμένες από τις οποίες το παρέλαβες, θα πάνε αμέσως να το διορθώσουν, και όσο βρίσκεσαι μαζί τους θα είναι όρθιοι, έτοιμοι να υπερασπιστούν τη σχολαστικότητά τους. Σχεδόν φοβάμαι να φτερνιστώ, μην τυχόν και διαταράξω κάποια ασαφή αρμονία της οποίας δεν μπορώ να υπάρξω μέρος. Δεν είμαι τέτοιος τακτικός τύπος. Εγώ έχω άλλου είδους τάξη. Έχω ένα γραφείο γεμάτο πράγματα με έντονη τάση συσσώρευσης, σε προοπτική σχηματισμού βουνού. Περνάω καλά με το βουνό, και αυτό δεν έχει πρόβλημα μαζί μου. Το βλέπω να μεγαλώνει, με βλέπει να μεγαλώνω, παρακολουθούμε ο ένας την εξέλιξη του άλλου και σχεδόν περνάμε καλά. Σήμερα όμως ήρθε η ώρα του αποχωρισμού. Το καλλιτεχνικό νόημα του προγυμνασιακά διδαγμένου «Τα ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Φόρεσα το φακιόλι μου και άρχισα τα αναγνωριστικά. Παύση, διότι έπρεπε να παίζει και κάτι, οπότε έβαλα το «Darkthrone Holy Darkthrone» tribute σε μαντέψτε ποιούς, το οποίο δεν ξέρω αν σας έχω ξαναπεί, αλλά είναι το καλύτερο tribute album που έχω ακούσει, από τα καλύτερα τελοσπάντων. Ανεβαίνοντας στο βουνό, ανακάλυψα διαδρομές στις οποίες δε θυμόμουν πως είχα ξαναπάει. Ωκεανός χτυπημένων εισιτηρίων, κβαντικά άπειρες σημειώσεις φυσικής, ένα θεϊκό flyer με τίτλο «Δωρεάν Σεμινάρια 8 εβδομάδων πάνω στα ΟΝΕΙΡΑ & ΕΞΩΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ : ζήσε τα ζωντανά όνειρα» (αυτό θυμάμαι μου το χε δώσει ένας ταξιτζής ένα βράδυ που μου λεγε πως είναι θεωρητικός ονειρευτής), ένα αντίτυπο της «Φυσική και σύχγρονη διαλεκτική» του Ευτύχη Μπιτσάκη (μεγάλη μαρξίνα, αλλά τον συμπαθώ) που κάποτε πρέπει να τελειώσω, ένα «Ραδιενεργά Γκράφιτι» βιβλίο με γκράφιτι του Bansky που κάποιος κάποτε θεώρησε πως είναι όμορφο δώρο, μερικά dvd-r με άγνωστο περιεχόμενο, κάποια ακόμα εισιτήρια, κομμένα αυτά, όχι χτυπημένα, το προπέρσινο πρόγραμμα του Synch (εκεί φρίκαρα λίγο), μπαταρίες άγνωστου ποσού αποθηκευμένης ενέργειας, ένα γράμμα που είχα ξεχάσει πως μου έστειλαν, και διάφορες άλλες τρισεκατομμύρια μικρομαλακίες. Άναψα ένα τσιγάρο, φοβήθηκα μην πάρει φωτιά η αιωρούμενη σκόνη, δεν πήρε, και κάπου εκεί οι Thorns αποφάσισαν να παίξουν το «Pagan Winter», οπότε και αποφάσισα να γκρεμίσω το δωμάτιο. Καταπληκτική αίσθηση, όλα τρώνε σουτ, καθαρίζει ο τόπος, καθαρίζει ο αέρας, καθαρίζει το περιβάλλον, και ο κάδος της ανακύκλωσης (είμαι οικολόγος, αμέ) θα κάνει party απόψε. Νιώθω πως βρίσκομαι σε γυναικεία τσάντα, μπορώ να βρω οτιδήποτε οπουδήποτε, αν έχετε κάποιο request για κάτι που μπορεί να ψάχνετε, να με ενημερώσετε. Παιδικοί μαρκαδόροι, σερπαντίνες, πακέτα τσιγάρα (ένα ήταν γεμάτο!), κοχύλια, πέτρες, κομπιουτεράκια nescafe, αρωματικά κεριά λεβάντας, λογαριασμοί, αφίσες, ένα πεντάευρο, φωτόσπαθα, κασσέτες με ύμνο του Παναθηναϊκού τραγουδισμένο από Χουάν Ραμόν Ρότσα (στην άλλη πλευρά έχει το «ΠΑΟ σ’αγαπάω»), ένα ποτήρι με μπίλιες, κοκκαλάκια για τα πρώην μαλλιά, ένα ευαγγέλιο, καμιά δεκαριά καταλόγους ξεχασμένων labels, το κασσετοφωνάκι του kathleenturneroverdrive, φιλτράκια, κανπνούς, πίπες, ροζ συνδετήρες (wtf) και…ΠΑΥΣΙΣ, διότι οι Dodheimsgard διασκευάζουν το «Green Cave Float», δεύτερο τσιγάρο, ένα για Thorns, ένα για Dodheimsgard, δίκαιη κατανομή, μάλιστα ρύθμισα και το στέρεο να βαράει μόνο αυτά τα δύο κομμάτια, τσιγάρο άλλο, πλαστικά κουτάκια μπύρας με χρέη πρώην τασακίων, ρακέτα ping pong, άδεια τσιχλόκουτα, γεμάτα καραμελόκουτα, ξεχασμένα ξεχάσματα στην ξεχασμένη λήθη. Η σφουγγαρίστρα θα πιάσει δουλειά σε λίγο, καθώς το δωμάτιο πρέπει να συνηθίσει την αλλαγή. Τέρμα τα σκουπίδια κάτω από το χαλί, δεν έχω και χαλί άλλωστε, ξύλινο πάτωμα, και πάααει το βουνό, ξανά οι Thorns, ξανά τσιγάρο, the six hundred and sixty six machines are repowered. Πάμε για το διάβασμα τώρα. Από μεθαύριο όμως, γιατί αύριο θα πάω εκδρομή. Ή στους νορβηγούς Alog, στο ίδρυμα Θεοχαράκη, γιατί έχασα τους MoHa! και σπάστηκα λίγο. Ο χρόνος θα δείξει.

fifty five minutes to go

•6 Μαΐου, 2009 • Σχολιάστε

Έχω πενήντα και άλλα πέντε λεπτά για σκότωμα. Ξαναρχίζω το Μόνολογκ του Χρηστίδη για νιοστή φορά. Δε θέλω  χαζομάρες, θα το τελειώσω επίσης για νιοστή φορά. Τα λέει ωραία γενικά ο Χρηστίδης αλλά αυτό εδώ είναι άλλη ιστορία, εγώ το βγάζω έξω από τον ανταγωνισμό κάθε φορά που συζητούμε για ποιο βιβλίο του προτιμούμε και λέω τα Χαστουκόψαρα. Το εννοώ. Το Μόνολογκ δεν είναι του Χρηστίδη, είναι ενός άλλου τύπου. Του τύπου που ήθελε πολύ ο ίδιος ο Χρηστίδης να είναι την περίοδο που έγραφε τα Χαστουκόψαρα; Μάλλον. Μην πεταχτεί κανείς και πει ότι «πλέον ωρίμασε», θα έχουμε άλλα.

Έχω πενήντα και άλλα πέντε λεπτά για σκότωμα. Βάζω το περσινό Automne Fold του Kangding Ray. Δεν έχουμε μιλήσει για αυτό ε; Είναι ένας δίσκος που αγαπώ πολύ και που χρειάστηκε αρκετές πενηνταπεντάλεπτες βόλτες από τα ηχεία για να τα βρούμε αλλά άξιζε τον κόπο. Ενώ δεν του φαίνεται στην αρχή, είναι ένας δίσκος με «κανονικά» τραγούδια. Διάβαζα μια συνέντευξή του τις προάλλες έλεγε ότι κατατάσσει τον εαυτό του σαν experimental pop. Με τις γκλίτσες του, τον εκπληκτικό τρόπο που χρησιμοποιεί τα φωνητικά, τις μελωδίες του. Η Raster Norton κυκλοφόρησε (άλλον) ένα μεγάλο δίσκο.

Έχω πενήντα και άλλα πέντε λεπτά για σκότωμα. Παίρνω το ποδήλατο και βγαίνω βόλτα. Μυρίζει ωραία το χώμα μετά τη βροχή, στα σημεία όπου υπάρχει λίγο χώμα και κήποι τέλος πάντων. Δεν προλαβαίνω την Μεγάλη και Ωραία διαδρομή αλλά και η Μικρή και Καλούτσικη μια χαρά μου φαίνεται. Έχει την ανηφόρα στην αρχή, πράγμα πολύ σημαντικό γιατί, χεχ, δεν την έχει στην επιστροφή όπως η άλλη. Έχει λίγα φανάρια, πολλές σκοτεινές γειτονιές και σύντομο διάλειμμα για νερό και φωτογραφίες της Αθήνας στο σημείο ΚΑΒ όπως το έχουμε ονομάσει, παρέα με αδέσποτα και ζευγαράκια σε ίμπιζα με φυμέ τζάμια. Στα ακουστικά επιλέγουμε το ειδικό mixtape με την ονομασία «music to crash your bike to» που συνδυάζει τους Qemists με τους At the Drive-In και τους Tragedy με τους Bad Religion με τελικό σκοπό αυτό που πολύ διακριτικά φέρει ως τίτλο. Απόψε φωτογραφίες βέβαια δεν έχει, πρέπει να προλάβω να χωρέσω και ένα μπανάκι μανάκι στα πενήντα πέντε λεπτά.

Έχω πενήντα και άλλα πέντε λεπτά για σκότωμα. Ανοίγω το word και συνεχίζω την καταραμένη εργασία. Ας είμαστε σοβαροί όμως, κανένας δε θα πιστέψει ότι όντως αυτό θα κάνω ε.

Έχω πενήντα και άλλα πέντε λεπτά για σκότωμα. Μετά έχει Chelsea-Barcelona που δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω να δω.

concerned with matters lofty

•5 Μαΐου, 2009 • Σχολιάστε

Το air-condition έχει αποφασίσει να παραδώσει πνεύμα την στιγμή που μοιράζεσαι έναν χώρο λιγων κυβικών μέτρων με άλλα πενήντα άτομα, την πιο ζεστή στιγμή του σαββατοκύριακου, βγάζοντας μάλλον ειρωνικά την γλώσσα προς το μέρος σου που πέρασες τις προηγούμενες μέρες με ζακέτες και κουβέρτες. Η σιωπή είναι μάλλον το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τριγύρω σου και την κάνει ακόμα πιο έντονη η ασταμάτητη λογοδιάρροια της προηγούμενης διαδρομής. Τριγύρω σου, οι περισσότεροι μοιάζουν κουρασμένοι, ίσως και απογοητευμένοι που επιστρέφουν στην Αθήνα. Η αλήθεια είναι ότι θα έδινες το δεξί σου χέρι (το άλλο το χρειαζόμαστε) για να μην ήσουν αναγκασμένος να γυρίσεις στις ορδές των καθυστερημένων που σε περιβάλλουν καθημερινά, αλλά ας όψονται οι υποχρεώσεις. Η παρέα από ώρα έχει επιλέξει την μουσική ή τον ύπνο ως λύσεις για να περάσει η ώρα, μέχρι την στιγμή της άφιξης. Αυτό το μαγιάτικο απόγευμα με τον ήλιο που δεν έχει αποφασίσει αν θέλει να δύσει ή όχι σε μπερδεύει, ενώ η αγαπημένη σου ασχολία του να κοιτάς έξω από το παράθυρο σε κάνει να συγκρίνεις την μεσογειακότατη και ελαφρώς υπανάπτυκτη βορειοπελοπονησσιακή φύση με μια αντίστοιχη διαδρομή στην Γερμανία πριν μερικά χρόνια. Σκέφτεσαι πως είναι κάπως περίεργο να σου φαίνεται πιο ζωντανή η μουντίλα εκείνων των δασών από ότι αυτό το ηλιόλουστο τοπίο. Κάθε διαδρομή σε βάζει περισσότερο από ποτέ στο παρόν, ακριβώς γιατί δεν κάνεις τίποτα άλλο από το να σκέφτεσαι το παρελθόν και το μέλλον. Το πρόσφατο παρελθόν που περνούσες ωραία και το άμεσο μέλλον που πρέπει να καθαρίσεις τα συντρίμια της προηγούμενης βδομάδας. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχεις ξενερώσει όσο θα περίμενες (τουλάχιστον μέχρι τον ήχο του ξυπνητηριού το επόμενο πρωί), γιατί σε περιμένει ένα από εκείνα τα φοιτητικά βράδια που μαζεύεστε και νιώθετε ωραία απλά και μόνο γιατί υπάρχει η αίσθηση της παρέας. Είναι και ένας τελικός που σκοπεύεις να δεις, αλλά για να είμαστε ακόμα πιο ειλικρινείς, το αποτέλεσμα σίγουρα βρίσκεται αρκετά χαμηλά στην λίστα των ανησυχιών και προτεραιοτήτων σου. Είσαι ελαφρώς εκνευρισμένος γιατί ξέχασες ένα παγωτό στην κατάψυξη. Κάπου εκεί γυρίζεις να κοιτάξεις τους υπόλοιπους και χαμογελάς, ξέροντας ότι είσαι τυχερός να βρίσκεσαι εκεί. Αποφασίζεις να καταφύγεις και εσύ στην λύση της μουσικής, ευκαιρία άλλωστε να ξανακούσεις πιο προσεκτικά κάποια πράγματα που ήθελες. Ξαναβάζεις το album του Scanner και συνεχίζει να σου φαίνεται καταπληκτικό. Κατά τη διάρκεια κάποιου τραγουδιού φαντάζεσαι installations με ηχεία πάνω στους γκρεμούς του παρακείμενου βουνού που θα στέλνουν την μουσική μέχρι το δρόμο. Αναρωτιέσαι αν θα ενδιαφερόταν κάποια τραγουδίστρια να βρεθεί στην κορυφή εκείνου του λόφου. Κάνεις μια νοητή σημείωση ότι πρέπει να δεις τι καινούριο έχει κυκλοφορήσει και θες να ακούσεις. Σκέφτεσαι ότι πρέπει να θυμήσεις στον Μανώλη να σου δώσει και καινούριο Caina. Τελειώνει και ο Scanner, βάζεις το φετινό album των Sleepy Sun, η κίνηση αυξάνεται, καθαρό σημάδι ότι πλησιάζεις στην πόλη. Βλέπεις τις πρώτες περιοχές της δυτικής Αθήνας. Ακόμα δεν σου φαίνονται τόσο άσχημες…

Flash forward λίγες ώρες μετά. Ο Παναθηναϊκός είναι πρωταθλητής Ευρώπης στο μπάσκετ, νιώθεις λίγο περίεργα που το αποτέλεσμα δεν σου έφερε και κανένα τεράστιο ενθουσιασμό, αλλά μάλλον είσαι υπερβολικά κουρασμένος για να προβληματιστείς. Ψάχνεις το κρεβάτι και στο κεφάλι σου παίζει ακόμα η live εκτέλεση του «Ατλαντίς».

Flash forward πολλές ώρες μετά. Είναι πλέον Τρίτη και εσύ έχεις στο κεφάλι σου περισσότερο το τσίρκο που εξελίσσεται στη δουλειά και τα διάφορα άλλα άγχη της μεσοβδομάδας παρά πιο ευχάριστα πράγματα. Έχεις βάλει να ακούσεις τις νέες κυκλοφορίες, καμία δεν σε εντυπωσίασε ιδιαίτερα εκτός, ίσως, από την κυκλοφορία των Νostalgia 77 με τους Keith και Julie Tippett. Περιμένουν και μερικά άλλα στη σειρά αλλά δεν νιώθεις και καμιά μεγάλη αγωνία. Τελειώνεις το «Margrave of the Marshes» και όπως σε κάθε ιστορία σε πιάνει μια ελαφριά μελαγχολία γιατί τελειώνει, γιατί πλέον έχεις κάνει λίγο γνωστούς σου αυτούς που μιλάνε εκεί μέσα. Σημειώνεις ότι μια μέρα θες να αποκτήσεις και εσύ ένα δωμάτιο στο σπίτι με δεκάδες χιλιάδες δίσκους. Αμέσως μετά βάζεις έναν αστερίσκο στην προηγούμενη πρόταση και σκέφτεσαι ότι πρώτα πρέπει να μαζέψεις κάνα φράγκο για να πάρεις ένα κρεβάτι για το καινούριο σου σπίτι. Η τρίτη σημείωση αφορά την αγορά του «Homage Series Vol. 1» των When που κυκλοφόρησε. Ο Μανώλης ακόμα προσπαθεί να σου δώσει το καινούριο Caina χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Αποφασίζεις ότι έφτασε η ώρα να φτιάξεις το βραδυνό σου. Το γεγονός ότι ακόμα δεν έχεις αποφασίσει ποιο θα είναι αυτό δεν σε τρομάζει. Εξάλλου ξέρεις ότι είσαι αρκετά έξυπνο παιδί για να ξεπεράσεις αυτά τα εμπόδια της ζωής. Σημείωση ότι πρέπει να θυμηθείς να βρεις ένα τραγούδι που ψάχνεις.

End credits

ή κόρη μου, ή σοσιαλίστρια.

•4 Μαΐου, 2009 • 3 Σχόλια

Χθες το βράδυ είδα ένα φίλο για μια σύντομη μπύρα. Ακούει ψιλό-αδιάφορες μουσικές, τυπικά πράγματα για ανθρώπους που ασχολούνται τόσο ώστε απλά να έχουν το άλλοθι πως δεν είναι σαν τους Άλλοι, δεν. Και το μπλογκ αυτό εδώ, άντε να έχει κάμει τόσο καιρό τρία-τέσσερα περάσματα, περισσότερο για «υποστήριξη» παρά επειδή τον ενδιέφερε στην πραγματικότητα το όλο ζήτημα. Καλό παιδί βέβαια, τον ξέρω και τόσα χρόνια, δε χρειαζόμαστε τα ιντερνέτς για να ανταλλάζουμε κους κους και νέα. Απλά αφού δεν μπαίνει, μπορώ χωρίς τύψεις να μεταφέρω τη συζήτησή μας, χεχ. Όχι ότι είπε κάτι τρομερά πρωτότυπο, δεν αποκάλυψε κανένα κρατικό έγγραφο ή τη μυστική συνταγή για ζυμαρικά που ξετρελαίνει όλα τα κορίτσια σε βοράδες και νότους. Είπε ότι οι κακές βραδιές βγάζουν τα καλά inside jokes. Λάθος. Μετά είπε ότι και γενικά τα inside jokes είναι ένα κακό πράγμα. Λάθος πάλι. Το προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και είπε ότι είναι σαν να μη θες να μοιραστείς με ανθρώπους που δε συμπαθείς ένα τραγούδι που αγαπάς. Δε θυμάμαι ακριβώς πως έκανε αυτή τη σύνδεση. Ψέματα, θυμάμαι αλλά βαριέμαι να το εξηγήσω τώρα. Αρκεί να πω μόνο ότι έβγαζε κάποιο νόημα. Σχεδόν όσο νόημα βγάζει το να μη θες να μοιραστείς με ανθρώπους που δε συμπαθείς τα τραγούδια που αγαπάς. Του το είπα και με έβρισε και άλλαξε κουβέντα για τι κάναμε το σαββατοκύριακο, ποιοι παλιοί συμμαθητές παντρεύτηκαν και πόσο ακριβό έχει γίνει το ένα ποτήρι μπύρας στα μπαρς των Αθηνών.

Ήταν ένα τριήμερο στην επαρχία με καλά παιδιά και αγνά προϊόντα της Μάνας Γης λίγο πριν μια εβδομάδα που η ΕΜΥ προβλέπει κάπως ταραχώδη. Συναυλίες πάντως σοβαρές δεν έχει.

Προς το τέλος της βραδιάς, που ρε γαμώτο πολύ θα με βόλευε για την ατμόσφαιρα της ιστορίας να ήταν πολύ αργά, σχεδόν ξημερώματα αλλά είχα χάσει νωρίτερα στον τελικό από μια θεσούλα του ΚΤΕΛ και έτσι 11 παρά ζητούσαμε λογαριασμό, εκείνος μου είπε ότι το καλύτερο σημείο στο High Fidelity είναι όταν ο Ian παίρνει τηλέφωνο τον Rob ενώ εκείνος είναι σπίτι και φτιάχνει μια συλλογή, για να του ζητήσει να σταματήσει να τους ενοχλεί με τη Laura και περίπου να κάμει ένα μίνι κουλ και άνετο τσαμπουκά. Είναι κάτι πιο βαθύ βέβαια αλλά κατάλαβες τώρα μωρέ σε ποιο σημείο αναφέρομαι. Στην ταινία το πάνε ένα βήμα παραπέρα και δείχνουν την αντίστοιχη συζήτηση να λαμβάνει χώρα μέσα στο ίδιο το Championship Vinyl όπου υποτίθεται πως τόλμησε ο Ian να εμφανιστεί. Εντάξει, αμερικάνικες υπερβολές, όσο αχώνευτοι και αν είναι οι Ians αυτού του κόσμου.  Έχει δίκιο εκεί πάντως ο φίλος μου, εκπληκτική σκηνή, συμφωνούμε.

μιας και το έφερε η κουβέντα όμως:

monday night music, pt4

tunng … stories
lali puna … faking the books
four tet … as serious as your life
giardini di mirò … july’s stripes
the gentle waves … hangman in the shadow
amalgamated sons of rest … my donal
the channel … black
motorpsycho … stalemate
the decemberists … eli, the barrow boy
chris & carla … swinger 500
tom mcrae … you cut her hair
cranes … everywhere
mugison … the pathetic anthem
clogs … 5/4
marillion … kayleigh
otis redding … my girl
leonard cohen … the partisan
caïna … permaneo carmen

~ 68′, 93mb
(  (  (  – νταουνλόουντ – )  )  )

Η φωτογραφία του «εξωφύλλου» ανήκει στο Manuel Wagner και ονομάζεται Spring. Δεν τον ρώτησα αλλά τον ευχαριστώ με όλη μου την καρδούλα.

…of fire

•30 Απριλίου, 2009 • Σχολιάστε

You tied my lead and pulled my chain
to watch my blood begin to boil

ξανά και ξανά και μόνο.

..and then i seek a darkness

•29 Απριλίου, 2009 • 1 σχόλιο

Όσοι είστε into Hamas, Fatah or inbetween, και είστε ταυτόχρονα και λάτρεις του πολιτισμού που μπορεί να προκύψει από όλο αυτό, ζόρικο, που ξέρετε όμως, τελοσπάντων όσοι τη βρίσκετε με το σκηνικό από τους καναπέδες στις Ευρώπες σας, μάλλον θα ξέρετε τον Muslimgauze, κατά κόσμον Bryn Jones, ή το αντίστροφο. Αυτός ήταν ένας βρεττανός ο οποίος βάσισε τη δισκογραφία του στο να περάσει το δικό του μήνυμα για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, την οποία δεν επισκέφτηκε ποτέ, γιατί ήταν κατά της ιδεολογίας του να πατάει σε ανελεύθερα χώματα. Αυτό είναι σχετικά εντυπωσιακό από μόνο του. Ακόμα πιο εντυπωσιακό όμως είναι το γεγονός της χαοτικής δισκογραφίας των διακοσίων κάτι κυκλοφοριών. Ο Muslimgauze έκανε το απίστευτο πράγμα της αναλογικής ηχογράφησης των beats του, ενώ τα ανατολίτικα στοιχεία είναι παιγμένα με φυσικά όργανα, όταν κάποιος παρατηρητής θα βάφτιζε το σύνολο intellectuel τσιφτετέλι, και το καθόλου χορευτικό αποτέλεσμα δεν θα τον δικαίωνε ακριβώς. Έχω περίπου 15gb Muslimgauze στον σκληρό, φυσικά δεν τα έχω ακούσει όλα, ενώ τα αγαπημένα μου «Hamas Cinema Gaza Strip», «The Vampire of Tehran», «Dar Es Salaam», «Alms for Iraq» και «Arabbox» τα έχω αγοράσει κιόλας, άλλωστε αυτά είναι που έχω ακούσει και εκτενώς. Και τη συνεργασία με Bass Communion, όπου ο Steven Wilson εντέχνως χώθηκε και έφτιαξαν κάτι όμορφο μαζί. Ο Muslimgauze πέθανε το ’99 από μια σπάνια μορφή καρκίνου στον εγκέφαλο, ενώ τα εκάστοτε labels που τους μοίρασε master tapes ανά τη ζωή του, θα κυκλοφορούν ακυκλοφόρητα albums του τουλάχιστον ως το 2030, σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς. Σκοπός της δημοσίευσης είναι πως εδώ, ο Steven Wilson επιμελήθηκε της παραγωγής μερικών ακυκλοφόρητων κομματιών και σαν δωρεάν ψηφιακή κυκλοφορία πλέον, το «Wish of the Flayed» ήρθε στα χέρια μας. Δεν είναι το μόνο πράγμα που θα αναφερθεί, αλλά το πρωτοάκουσα πριν καμιαδυό βδομάδες, βράδυ, περπάτημα, δρόμος, mp3, και είναι ο απόλυτος δίσκος για να περπατάς με τον ρυθμό των beats και να Νιώθεις τι θα πει να είναι ιδιοφυής η επαναληψιμότητα. Δεν ξέρω για τι είδους ναρκωτικά είχε φτιαχτεί το «Wish of the Flayed» ώστε να δράσει στο maximum, αλλά το μυστικό είναι πως αν έχεις τα νεύρα σου και συ, άνθρωπος είσαι, αν ακούσεις τις παρούσες μουσικές, υπόσχομαι πως θα συνεχίσεις να έχεις τα ίδια νεύρα, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις αυτά θα αυξηθούν. Νόμιζα πως το πάθαινα μόνο με κάτι blackmetals αυτό, αλλά το «Wish of the Flayed» τα έσβησε όλα. Εκτός από τα νεύρα, αυτό θα ήταν παράλογο. Οπότε κατεβάζετε, ρίχνετε σε random i-pod/κινητό (mp3 release είναι, ό,τι θέλουμε κάνουμε, αμέ), and then you hit the road.

Σε άλλα νέα, είναι ένας ποδοσφαιρικός αγώνας. Όχι κανονικός. Ούτε σε αλάνα. Ούτε σε ποδοσφαιράκι μπιλιαρδάδικου. Δεν έχει ακριβώς αθλητική υπόσταση. Δεν διαδραματίζεται σε pro ή σε football manager χάσιμο χρόνου. Ούτε Subbuteo είναι. Είναι κάτι πιο cult από Subbuteo ακόμα. Είναι αυτά τα αρχαία πλαστικά επιτραπέζια ποδοσφαιράκια με τους παίκτες να είναι κολλημένοι με ελατήριο στο «γήπεδο». Τα θυμάστε; Γαμάνε. Ο αγώνας ξεκινάει και οι παίκτες φαίνονται καθηλωμένοι στις θέσεις τους. Είμαστε στο μηδέν, και ο αγώνας είναι κρίσιμος επειδή ο νικητής γλιτώνει τον υποβιβασμό. Τα βλέμματα είναι συγκεντρωμένα στον αγωνιστικό χώρο, δεν υπάρχει ρέφερι, δεν υπάρχει τίποτα, μόνο μερικοί στερεωμένοι παίχτες και οι επίδοξες κινήσεις μερικών δαχτύλων, ώσπου κάπου, ξεσπάνε επεισόδια. Στις κερκίδες η κατάσταση είναι έκρυθμη, καθώς ένας αναπτήρας (φήμες μιλάνε για επιγραφή Hondos Center πάνω του), από ανθρώπινο χέρι, όχι από πλαστικό, βάζει φωτιά στον πλαστικό αγωνιστικό χώρο. Αγωνία επικρατεί, κομφούζιο, αλλά κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα, οι παίκτες παραμένουν καθηλωμένοι στα ελατήριά τους, και με γουρλωμένα μάτια παρατηρούν μερικές (γιγάντιες για αυτούς) σταγόνες betadin να αναπαριστούν το αίμα στο πρόσωπο του πεσμένου και ξεριζωμένου τερματοφύλακα. Στις ανύπαρκτες κερκίδες τα πράγματα έχουν αρχίσει να ξεφεύγουν, καθώς οι εικονικοί θεατές έχουν κάνει πουτάνα τη θύρα 15 πίσω από το υποθετικό ρολόι, ενώ οι γαλονάδες κάνουν ό,τι μπορούν για να ηρεμήσουν τους διακόσιους που έρχονται από την πίσω μεριά του σταδίου, ο αγωνιστικός χώρος του οποίου έχει πάρει για τα καλά πλέον φωτιά. «Θα σας σκοτώσουν όλους αν μείνετε εδώ» φωνάζει ένας τρεμάμενος με σιμπί στο χέρι. Betadin, φωτιά και σβησμένα τσιγάρα στο πλαστικό τερραίν του παραδείσου, που πεθαίνουν οι οπαδοί σου. Το τραπέζι κινδυνεύει να πάρει στα αλήθεια φωτιά, αλλά κανένας από τους δύο αγωνιζόμενους δεν έχει σκοπό να σταματήσει αγώνα ή επεισόδια. Ένας υποθετικός οπαδός πετάει ένα πλαστικό πoτήρι γεμάτο πλαστικό χώμα στον ώμο ενός υποθετικού οπαδού της αντίπαλης ομάδας, και τα πλαστικά ΜΑΤ δείχνουν να μην μπορούν να κάνουν τίποτα. Στον αγωνιστικό χώρο, καπνοί, δύο παίχτες καμμένοι εντελώς (καμμένα χαρτιά, δεν θα ξαναπαίξουν), ενώ στο πράσινο πλαστικό έχει μείνει μια μικρή περιοχή, το αντίπαλο τέρμα, ενώ αγνοείται η μπάλα. Που είναι η μπάλα; Η μπάλα χάθηκε, οι οπαδοί σκοτώνονται στο ξύλο, οι αστυνομία αιωνίως ανίκανη να μην τα κάνει ακόμα χειρότερα, οι παίχτες πλέον όλοι νεκροί, το μπουκαλάκι με το betadin άδειο, νέα τσιγάρα ανάβουν, καλά το υποθέσατε, όχι σκέτα τσιγάρα, η μπάλα συνεχίζει να μη βρίσκεται, και όταν πια είναι όλα έτοιμα να εκραγούν, ένα αληθινό ποτήρι νερό εκτοξεύεται για να σβήσει το πάθος της πάντα άσβεστης οπαδικής έξαψης. Οι δύο φίλοι δίνουν τα χέρια. Ο αγώνας έχει τελειώσει. Υποβιβάστηκαν οι δύο ομάδες, το γήπεδο καταστράφηκε, οι παίχτες είναι νεκροί, οι οπαδοί στα νοσοκομεία, στα χαντάκια, χωρίς δόντια, ώμους, χέρια, μάτια, αλλά το σημαντικό είναι πως κέρδισε το άθλημα. Η μπάλα δεν έδινε σημάδια ζωής για πολύ καιρό, μέχρι που μήνες μετά, την βρήκε η καθαρίστρια : Ήταν πάνω στο τραπέζι. Ωραία μπαλίτσα, είχε λιώσει από τη φωτιά σε μερικά σημεία, οπότε δεν ήταν πια ακριβώς μπαλίτσα, δεν ρόλλαρε ιδιαίτερα θα έλεγα, αλλά με τον καιρό οι τριβές θα την έκαναν να λειάνει πάλι και να ξαναζήσει υπέρλαμπρες ποδοσφαιρικές δόξες σε νέα πλαστικά γήπεδα. Η καθαρίστρια, Γιοχάνα Μαντού, κοιτάζει την κάπως τετράγωνη μπάλα. Κοιτάζει γύρω της συνομωτικά, αλλά μετά θυμάται πως είναι μόνη στο ξένο σπίτι. «Εσύ δε θα ξαναπαίξεις σε γήπεδο» λέει, αν είναι δυνατόν, σα να μιλάει στη μπάλα. Διστάζει προς στιγμήν. Προς στιγμήν. Προς στιγμήν. Προς στιγμήν. «Δε γαμιέται!» σε άπταιστα ελληνικά. Πέρασε η στιγμήν. Η κόρη της, Ασημίνα, από το απόγευμα της ίδιας μέρας και μετά, θα έχει ένα νέο, στρογυλλοτετράγωνο -και κάπως ντεφορμέ- παιχνίδι να ταλαιπωρεί. Η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή, ενώ οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικές καταστάσεις είναι στα αλήθεια τυχαία. Η έκτοτε πορεία της μπάλας αγνοείται, αν η κατάσταση αλλάξει θα είστε οι πρώτοι που θα ενημερωθείτε.

κατά τα άλλα, έχω καεί με διασκευή στο «Black», ενώ το νέο video στο «I am goodbye» είναι πιθανώς το αγαπημένο video της εβδομάδας, για τραγούδι παραμένει αυστηρά το «Black» όμως.

three ladies and a gentleman

•26 Απριλίου, 2009 • 2 Σχόλια

170309_cortneytidwell

H Cortney (Tidwell) είναι από την Αμερική. Το φετινό album της λέγεται «Boys». Ξέρει να γράφει τραγούδι, ξέρει να γράφει μελωδίες και έχει πολύ όμορφη φωνή. Από κάποιες πλευρές είναι «ακόμα μια» singer/songwriter, από κάποιες άλλες σίγουρα ξεχωρίζει από τον γενικότερο σωρό. Όχι γιατί η μουσική της είναι κάτι το ξεχωριστό ως ύφος και μορφή, αλλά γιατί, όπως προείπα, ξέρει να γράφει τραγούδια. Πιθανότατα ο δίσκος δεν θα είναι ανάμεσα στους καλύτερους της χρονιάς, αλλά θα μας χαρίσει αρκετές απολαυστικότατες (και συνήθως νυχτερινές) ακροάσεις. Συνδέεται με τις δυο άλλες κυρίες γιατί έχει τραγούδι με τίτλο «Oslo».

hukkelberg3

Η Hanne (Hukkelberg) είναι από τη Νορβηγία. Το φετινό της album λέγεται «Blood From A Stone». Η Hanne Λοιπόν, αν και μπορεί να ενταχτεί στην κατηγορία των singers/songwriters, σίγουρα αποτελεί μια πολύ ξεχωριστή περίπτωση. Ξεχωριστή και ιδιαίτερη φωνή (που ίσως χρειάζεται κάποιο χρόνο να την συνηθίσεις), ακόμα πιο ξεχωριστή μουσική που μαζεύει κομμάτια από πολλά διαφορετικά μέρη για να δημιουργηθεί, ατμοσφαιρική, παράξενη αλλά και άμεση. Πιθανότατα όπως και η ίδια η δημιουργός της. Η μαμά Νορβηγία το έκανε πάλι το θαύμα της.

lene_marlin_large

Η Lene (Marlin) είναι επίσης από τη Νορβηγία (αν και δεν είναι συμπολίτης της Hanne). Το φετινό της album λέγεται «Twist The Truth». H μουσική της είναι πιο συμβατική από των υπόλοιπων που αναφέρονται σε αυτό το post, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο καλή. Σαφέστατα πιο pop, αλλά με την ίδια εξαιρετική αίσθηση της μελωδίας και μια από εκείνες τις γλυκύτατα εύθραστες φωνές που δεν μπορούν παρά να σε κάνουν να χαμογελάς κάθε φορά που τις ακούς.

2319098445_77a5ecbf13

Ο Robin (Rimbaud aka Scanner) είναι από τη Μ. Βρετανία. Το φετινό του album λέγεται «Rockets, Unto The Edges Of Edges». O κύριος της παρέας έχει περισσότερη μουσική ιστορία πίσω του από ότι οι υπόλοιπες τρεις δεσποσύνες μαζί και μάλιστα σε αρκετά πιο απαιτητικά μουσικά πεδία. Βέβαια αυτό δεν μειώνει σε καμιά περίπτωση την αξία των τριών κοριτσόπουλων, αλλά ο Robin έχει σίγουρα άλλο ειδικό βάρος. Αυτός ο δίσκος τον βρίσκει μετά από τόσα χρόνια στην καλύτερη φόρμα του και φέτος ο Scanner έφτιαξε ένα από τα καλύτερα album της καριέρας του και μάλλον το πιο πλούσιο ηχητικά. Με βοήθεια από μπόλικο κόσμο (μεταξύ των οποίων ο μεγάλος Michael Gira). Τεράστιες μουσικές, ορχηστρικά μέρη, μαγευτικές φωνές, ηλεκτρονικοί ήχοι που μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί για να δικαιολογήσουν την ταμπέλα intelligent dance music, σοβαρή ατμόσφαιρα και τελειότητα στον ήχο. Μάλλον αδικείται από την τόσο σύντομη αναφορά, αλλά κρατάω την πιθανότητα να μιλήσω εκτενέστερα όταν θα τον έχω λιώσει πραγματικά. Σίγουρα μια πολύ σοβαρή υποψηφιότητα για το τέλος της χρονιάς.

Αυτά για το κυριακάτικο βράδυ.

Και σε ένα τέταρτο από τώρα, happy birthday εις την νιοστή.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε