Cause I see my people try to drown the sun, in weekends of whiskey sours.
Cause how many times can you wake up in this comic book and plant flowers?
Cause
•5 Μαΐου, 2010 • Σχολιάστεη μαϊμού του θανάτου εναντίον της οικονομικής κρίσης
•3 Μαΐου, 2010 • ΣχολιάστεΚαμιά φορά οι άνθρωποι, όταν δεν το πολυσκέφτονται λένε ιδιαιτέρως πετυχημένα πράγματα. Κάποια στιγμή το Σάββατο το βράδυ λοιπόν, κάπου ανάμεσα στον Lanegan και το νέο Unkle (το οποίο να ακούσετε γιατί με προβληματίζει και θέλω να το συζητήσουμε μετά), στη μέση μιας έντονης συζήτησης περί δημοσίου, ιδιωτικών και δημόσιων πανεπιστημίων και αξιοκρατίας, ακούστηκε η πρόταση (περίπου): «Ρε κοιτα να δεις που φτάσαμε, κάποτε μαζευόμασταν και πίναμε και λέγαμε μαλακίες και τώρα μαζευόμαστε για να μαλώσουμε για το πως θα βελτιωθεί το σύστημα παιδείας». Δεν ξέρω πως να το εκφράσω ακριβώς, στο μυαλό μου περιτριγυρίζει η φράση «απώλεια αθωότητας», αλλά είναι σε ίσα μέρη γελοία και σιχαμένη, οπότε θα την απορρίψω. Παραμένει το γεγονός ότι ο γενικότερος ρόλος μας αλλάζει επικίνδυνα, τόσο σε σχέση με τις σκέψεις μας, όσο και σε σχέση με τους υπόλοιπους γύρω μας. Κάπου φτάσαμε να χρειαζεται να στηρίξουμε εμείς τους μεγαλύτερους και απαιτείται να μην διαλυόμαστε σε κομμάτια ώστε να συγκρατούμε μαζί και τους υπόλοιπους. Πλέον δεν πολυσκεφτόμαστε πόσες μπύρες το Σάββατο, αλλά πώς θα βγουν οι λογαριασμοί και τα δάνεια. Λίγο καταθλιπτικό; Ωρίμανση θα φωνάξει το κοινό. Θα γελάσουμε ειρωνικά και θα το αγνοήσουμε. «Take time out» που λένε και οι Vex’d («Cloud Seed» το album, προτείνεται ανεπιφυλάκτως). Χρειαζόμαστε λίγο χρόνο μάλλον. Μια από τις αγαπημένες μου εκφράσεις είναι το «put things into perspective». Τις τελευταίες μέρες νομίζω ότι όλος ο κόσμος το έχει χάσει όλο αυτό. Όχι αδίκως, έχουμε την ατυχία στην ημιτονοειδή συνάρτηση της ιστορίας να βρισκόμαστε πέραν του σημείο (π, 0) και το πόσο γρήγορα θα προχωρήσουμε δεν εξαρτάται από εμάς.
Ίσως καταφέρουμε φυσικά να επιστρέψουμε σε πιο απλές εποχές, ίσως απλά είναι η τελευταία αφορμή για να σαλτάρουμε. Σίγουρα θα χει ενδιαφέρον όμως. Χάσαμε και τους Karma To Burn, δεν πολυχαλάστηκα, θα σας την πω τη μαύρη αλήθεια, αλλά σίγουρα θέλω να αφιερώσω χρόνο στο «Appalachian Incantation» γιατί τους συμπαθώ πολύ, έστω και από μακριά. Θυμήθηκα και τους Spacemen 3, ελέω αφιερώματος στους Red Krayola (οποία ομορφιά το «Transparent Radiation»). Μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις των ημερών είναι το «Silver Lines» της Anne Rose Carter, μια ομορφότατη έκδοση σε 3» cd και ένα ακόμα πιο όμορφο μουσικό περιεχόμενο. Θέλω να ξαναδώσω και μια ευκαιρία στον Flying Lotus, οπότε θα ακούσω το «Cosmogramma». Κάποια στιγμή θα συζητήσουμε και για το φετινό Synch. Μόνο για Matt Elliott και Fuck Buttons χαμογελάω πλατιά, αλλά πολύ λίγα ονόματα μέχρι στιγμής ρε γαμώτο. Ελπίζω σε περισσότερες ανακοινώσεις. Πρέπει να σκεφτούμε και σοβαρά για το αν θα πάμε στους Grails το επόμενο σαββατοκύριακο.
Κάπου εδώ διακόπτουμε το ευχάριστο μουσικό διάλειμμα για να συντονιστούμε στις ειδήσεις μας. Είναι αναμενόμενο ότι στο άμεσο μέλλον η Αθήνα θα καεί. Ίσως της αξίζει εδώ που τα λέμε, τέτοια που είναι. Δεν ξέρω αν μας ταιριάζει ο ρόλος του παρατηρητή, αλλά έστω και σε προσωπικό επίπεδο δεν μπορούμε να μην σχολιάζουμε. Κούραση και απογοήτευση. Και χασμουρητά, πολλά χασμουρητά.
O Ihsahn..
•1 Μαΐου, 2010 • Σχολιάστε..έβγαλε album που ακούγεται. Και όχι μόνο ακούγεται, αλλά πάει να με πείσει πως είναι και ωραίο. Ο φίλος Ihsahn ήταν, είναι και θα παραμείνει εντός heavy metal πλαισίων οτιδήποτε και αν προσπαθήσει να παίξει, το έχουμε δεχθεί, το γνωρίζει μάλλον και εκείνος, και όλα καλά. Αυτό που εμείς δεν μπορούσαμε να δεχτούμε εδώ ήταν πατατάρες σαν το προηγούμενο απαράδεκτο «AngL» (ή όπως σκατά λέγεται). Δεν θα μπορούσαμε επίσης να μπούμε σε διαδικασία να έρθουμε αντιμέτωποι με ανάλογα κακό album (ή μέχρι και μόνο τριάντα φορές καλύτερο) σε πιθανό reunion των Emperor. Αλλά αυτά είναι υποθετικά σενάρια, οπότε επιστρέφουμε στα πραγματικά : ο Ihsahn έβγαλε καλό album. Αυτή τη φορά η progressive metal ανουσιότητα πήγε λίγο πίσω, και στην παρέα ήρθαν τα νεο-blackmetal/jazz κολλητιλίκια των (νορβηγών) Shining με τους Enslaved. Κοινώς, αντί για κιθαριστικά solo που πρήζουν αρχίδια, θα ακούτε πιο πολλά garbarekique σαξόφωνα. Πως τα παίζανε οι Solefald στο «In Harmonia Universali»; Κάπως έτσι. Το δικό τους το περιμένουμε κατά τον Σεπτέμβρη, και όπως όλα ανεξαιρέτως, θα γαμάει. Κατά τα άλλα το album είναι όσο καλό χρειάζεται ώστε το Sonic Death Monkey να κάνει μια μικρή σαββατιάτικη δημοσίευση, αντί να μην κάνει. Δεν μας αρέσει φυσικά περισσότερο από το «The Adversary» (που είναι ΔΙΣΚΑΡΑ), ούτε θα το βάλουμε κάτω με black metal κριτήρια να του αλλάξουμε τον πάτο, αλλά το «After», όπως τιτλοφορείται, είναι μέχρι τώρα συμπαθέστατο. Το λευκό βινύλιο θα το κόψει η Temple of Darkness, οπότε γιατί να πάρουμε τo cd;
Ειδική έμφαση στο «Undercurrent». Ναι, και εμένα μου κάνει εντύπωση που γράφω για προσωπικό album του Ihsahn και είναι 2010 ταυτόχρονα.
Proud Mary and the rise of the Acid Queen
•27 Απριλίου, 2010 • ΣχολιάστεΘυμάμαι την Tina την ημέρα του γάμου της με τον Ike. Κρατούσε ένα μπουκέτο κατακόκκινα τριαντάφυλλα και λίγο πριν κάνει το βήμα μου είπε, «Πρέπει να το κάνω για να συνεχίσω να τραγουδάω. Δοκίμασες να τραγουδήσεις εκεί έξω χωρίς να σε πηδάει ο μάνατζέρ σου, τελευταία;». Τον γούσταρε όμως, του μεγάλωσε και τον γιό του από τον προηγούμενο γάμο του. Είναι δύσκολο να ροκάρεις χωρίς τον άντρα με τις επαφές, μου είχε πει. Ντρέπομαι που το λέω γιατί υπήρξαν άλλες πριν από μένα που το έκαναν. Κοίτα και την Aretha. Της πήρε πάρα πολύ καιρό και πάρα πολύ φτύσιμο για να φτάσει να ακούγεται έστω και λίγο στο ραδιόφωνο. Κι ακόμα τότε δεν είχε απογειωθεί η Aretha. Μα πόσο ψηλά θέλουν να φτάσουν αυτές οι γυναίκες, θυμάμαι είχα αναρωτηθεί. Η Nina είχε το γυναικείο κοινό της, πηδούσε και ένα ποσοστό του, μαλάκωνε και τους ανθρώπους γι’αυτό ήθελαν να την ακούν, έφερνε τα φράγκα δηλαδή στο μαγαζί. Η Etta είχε την φωνή που τράνταζε τοίχους. Αυτό θα πας να το δεις ακόμα κι αν είναι ατραξιόν σε τσίρκο. Μπα δεν τα βγάζεις πέρα μόνη σου σαν γυναίκα που τραγουδάς, αυτή την εποχή.
Όταν ο Ike άρχισε να την πλακώνει στο ξύλο ήταν λες και είχε βάλει κόλλα πάνω της. Έπρεπε όμως να βρει τον τρόπο να φύγει από το Τενεσί γιατί έπρεπε να επιβιώσει μουσικά. Είχα βρεθεί μπροστά σε έναν καβγά τους. Ο Ike φώναζε πως σκύλες σαν και του λόγου της δεν θα τα βγάλουν πέρα εκεί έξω και πως θα γυρίσει σε αυτόν με την ουρά στα σκέλια και θα την παρακαλάει να της γράψει τραγούδια. Η ίδια όμως ήταν τρομερή τραγουδοποιός και νομίζω πως για όποια αιτία και να αποφάσισε να τον παντρευτεί στην αρχή, έμαθε να τον αγαπάει και να τον θαυμάζει και να τον επαινεί με εκείνον τον τρομερό χορό της στο “Proud Mary”. Χαχα, που να ήξερε η Anna Mae πως χόρευε προς την ελευθερία της. Όταν ο Ike πέθανε, η Anna Mae έβγαλε μια δήλωση και είπε πως δεν είχε επαφές μαζί του εδώ και τριάντα χρόνια και πως δεν έχει να κάνει κανένα σχόλιο.
Μια αφόρητα ζεστή νύχτα στο Τενεσί, μοιραστήκαμε ένα τσιγάρο και μέσα στη ζάλη μας, πήρε εκείνο το σοβαρό ύφος της που παίρνει όταν μου μιλάει για την μουσική της και μου είπε, «Ξέρεις τι σημαίνει να καίγεσαι από την μελωδία; Να νιώθεις τον ρυθμό στο αίμα σου, να βράζει και να ξέρεις πως όταν είναι έτοιμο το μυαλό σου, η καρδιά σου και το σώμα σου θα το ξεράσουν. Ξέρεις τί είναι να σου λένε κάθε μέρα πως κορίτσι μου, βγάλε τα πόδια σου στην πίστα να τα δείξεις να χαρούν τα αρσενικά και από φωνή, ό,τι έχεις δώσε μας. Βέβαια, αν εγώ είχα μόνο πόδια να δείξω τότε δεν θα ήμουν μπροστά με τον Ike. Θα ήμουν πίσω, στα φωνητικά. Εξαρτάσαι τόσο πολύ από το κύκλωμα που αν μια μέρα το κύκλωμα αποφασίσει πως εσύ θα γίνεις πλύστρα από την μια μέρα στην άλλη, τότε εκείνο το πρωί είσαι η Anna Mae η πλύστρα και θα είσαι για πάντα.»
Δεν της έδωσα σημασία βέβαια. Γελούσα και της έλεγα έλα μωρέ Anna πολύ στα σοβαρά τα παίρνεις όλα.
Όταν χώρισαν με τον Ike και πήρε τον δρόμο της κι εγώ είχα μείνει ακόμα στο Τενεσί να φροντίζω τον γέρο πατέρα μου, την πετύχαινα συχνά στην τηλεόραση να κάνει εκείνο τον τρελό χορό και όταν οι άντρες από τις βολικές θέσεις τους την θαύμαζαν πλέον και δεν είχε τίποτα να φοβηθεί (βέβαια λίγοι ήταν αυτοί που την θαύμαζαν, απλά ήταν άνθρωποι-κλειδιά, αυτά τα πράγματα δεν πρόκειται να αλλάξουν ποτέ) και την λιγουρευόντουσαν, ένας από αυτούς κρατώντας ένα μικρόφωνο την ρώτησε που πιστεύει πως οφείλει την επιτυχία της αυτή του είπε πως η μουσική δεν έπαψε ποτέ να βράζει μέσα της και πως οι δυσκολίες ήταν τα μπαχαρικά στην κατσαρόλα της μουσικής που έβραζε μέσα της από τότε που ήταν μωρό στο Τενεσί.
free and sheltered
•21 Απριλίου, 2010 • 1 σχόλιοΔεν ξέρω αν έχουμε ξανασυζητήσει το θέμα free press. Αν όχι, κακώς, νομίζω ότι όλες οι in indie συζητήσεις οφείλουν να το περιέχουν. Γενικά έχουν γνωρίσει τεράστια άνθηση τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και νομίζω ότι είναι από τα λίγα πράγματα που έχουμε να παινευόμαστε, γιατί μπορεί να μην είναι χωρίς (μερικές φορές τρανταχτά) μειονεκτήματα, αλλά δεν είναι και το χάλι των αντίστοιχων Λονδρέζικων που το άγχος τους είναι αν θα βρουν την Winehouse σε νέες κομματιασμένες στάσεις. Από την άλλη βέβαια οι δικές μας έχουν άρθρα της Σώτης Τριανταφύλλου, οπότε κάποιος μπορεί να θεωρήσει το ματς ντερμπάκι.
Την Athens Voice τη συμπαθώ αρκετά. Αρκετά ώστε να την ψάχνω μερικές Πέμπτες. Ίσως να μην με εκφράζει ιδιαίτερα η οπτική της, αλλά διαβάζεται αρκετά ευχάριστα. Σήμερα, γυρίζοντας από τη δουλειά και αράζοντας στον καναπέ για μια-δυο ανάσες, πήρε το μάτι μου πεταμένη παραδίπλα την AV της προηγούμενης βδομάδας που δεν είχα διαβάσει καθόλου. Αρχίζω να την ξεφυλλίζω και ξεκινάω να αναρωτιέμαι πόσο στραβά μπορεί να πάνε μερικές φορές τα πράγματα. Γράφει λοιπόν στη στήλη της η κυρία Μανίνα, για όλους αυτούς τους high on life τύπους που δεν μας αφήνουν να μιζεριάσουμε με την ησυχία μας. Και τι διαλέγει να φέρει ως παράδειγμα; Τις τηλεφωνικές πωλήσεις τραπεζών. Καθώς ως γνωστών οι άνθρωποι που δουλεύουν σε τηλεφωνικές πωλήσεις είναι οι πιο ευτυχισμένοι στον κόσμο, γουστάρουν τη δουλειά τους, ζούνε το όνειρο ρε παιδάκι μου και γι’ αυτό μας πρήζουν ανηλεώς, όχι γιατί παλεύουν για μερικά κωλοευρώ, μα τι λέτε τώρα, δουλεύουν όταν βαριούνται τα high στέκια του Κεραμεικού. Ας ήμεθα και λίγο συντονισμένοι με τον υπολοιπο κόσμο φίλτατοι, γιατί γενικά δεν πάμε και πολύ καλά.
Το ακόμα καλύτερο όμως ήρθε λίγο παρακάτω. Γράφει λοιπόν ο κ. Ξανθάκης για την ανακάλυψη/αποκάλυψη της μουσικής των Χαϊνηδων σε ένα live τους, αφού έχει καταφέρει στο αρθράκι να ρίξει μέσα και τον «Πρωινό Καφέ» με ειρωνική αναφορά για να δείξουμε και πόσο αντικομφορμιστές είμαστε: «Το τρίτο τεστ (που πέρασε η μουσική των Xαίνηδων) είναι εκείνο του Leonard Cohen…Υπήρξε μια στιγμή της συναυλίας που με αναστάτωσε σφόδρα. Τραγουδούσε ο Cohen το «Famous Blue Raincoat» και άρχισε από πίσω μου να τον σιγοντάρει μια πιτσιρίκα. Όπως την άκουγα, τη φανταζόμουν σαν ένα πλάσμα καταπληκτικό και υπέροχο. Γύρισα, την είδα και αντίκρισα εμπρός μου μια κοπελίτσα ολίγον χοντρούλα και ασχημούλα. Σκέφτηκα ότι αυτή είναι η μαγεία του σπουδαίου καλλιτέχνη, ότι μπορεί να μεταμορφώνει όλους εμάς τους μέτριους και συνθισμένους σε παραδείσια πτηνά». Αφού λοιπόν εδώ ο καλλιτέχνης/συγγραφέας εξάντλησε τον ποιητικό οίστρο και πάλι καλά που δεν ζήτησε από την πατσαβούρα που χε πίσω του να του ζητήσει συγνώμη που δεν ήταν καμιά θεογκόμενα ώστε να μεταμορφωθεί σε κάτι υπερβατικό ας ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα. Πέρα από το ότι εμείς δεν είμαστε μέτριοι, ούτε συνηθισμένοι, νομίζω ότι φίλος έχεις καταλάβει κάτι λάθος για το θέμα μουσική. Αμα περιμένεις ότι η καλύτερη λειτουργία της μουσικής είναι να κάνει τον υπόλοιπο κόσμο πιο «ομορφο» (και να τον λεπταίνει κιόλας! τύφλα να χουν τα ΠΡΙΝΟΥ), μαλλον το χασες το παιχνίδι. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι τα «Εφτά Ποτάμια» οι Χαίνηδες δεν τα έγραψαν για να μεταμορφώσουν τις παντόφλες σε γκομενάρες, όσο και αν το επιθυμούσε ο φίλτάτος Ξανθάκης. Τέλος πάντων, μένει να δούμε τι θα συναντήσουμε στις επόμενες δέκα σελίδες που θα διαβάσουμε.
Προχθές καθώς ξυπνούσα το πρώι, άκουσα μια ωραιότατη διασκευή στο «Gimme Shelter» (δεν ξέρω από ποιον) και θυμήθηκα μια σύντομη συζήτηση γύρω από την εκτέλεσή του στο τελευταίο Hall Of Fame live (αρκετά αστείο θέαμα με τον Jagger να μην έχει καταλάβει ακόμα ότι πέθανε και την Fergie να αποκαλύπτει την rock πλευρά της – ωραία φωνή δε λέω, αλλά γιατί πρέπει όλες ανεξαιρέτως οι γκομενοποπ τραγουδίστριες να προσπαθούν σε κάποια φάση να δείξουν πόσο rock n roll είναι;). Οι Rolling Stones ποτέ δεν μου άρεσαν, δε ντρέπομαι ιδιαίτερα να το πω. Μαζί με τους Beatles είναι δυο από τα πιο τρανταχτά παραδείγματα του γιατί τα 60ς δεν τα πήγαινα και πάρα πολύ. Όμως το «Gimme Shelter» είναι πανέμορφο τραγούδι, αρκούντως ξεσηκωτικό και αρκετά πολυδιασκευασμένο ώστε να δικαιολογήσει αναζητήσεις από μέρους μας. Κάπως έτσι ανακαλύψαμε εκτελέσεις από τον Justin Sullivan και τους Hawkwind, μέχρι τη Joss Stone, τους Turbonegro και τους High Fidelity-κούς Mitch Ryder and The Detroit Wheels. Προσωπική αγαπημένη μια κακοηχογραφημένη αλλά επικότατη live εκτέλεση των New Model Army και το καραχυμαδιό των Hellacopters.
Και επειδή είμαστε καλά παιδιά και μας αρέσει να μοιραζόμαστε πράγματα, εδώ σας έχουμε
two guys, a black metal album and a soda drink
•17 Απριλίου, 2010 • 1 σχόλιοΔυο τύποι κάθονται σε ένα δωμάτιο μια Παρασκευή βράδυ. Πριν φτάσουν σε αυτό το δωμάτιο, πέρασαν από τα καθιερωμένα μέρη που βρίσκονται πολλοί από τους υπόλοιπους τύπους τις Παρασκευές βράδια, αλλά τελικά η ιδέα του δωματίου φάνηκε προτιμητέα. Από την υπόλοιπη τετράδα, ο ένας εξασκεί τις αθλητικές του ικανότητες και ελπίζουμε ότι νικάει για μια φορά, ενώ η άλλη επιστρέφει από μια ακόμα προσπάθεια να μάθει σε πιτσιρίκια που το μόνο που έχουν στο μυαλό τους είναι το τι θα κάνουν την Παρασκευή το βράδυ, τη μαγεία της αγγλικής γλώσσας.
Οι δύο τύποι αυτοί λοιπόν κάθονται και μιλάνε για μουσική. Μπόλικη ώρα. Κάθονται και κοιτάνε τις νέες αγορές, χαζεύουν τα εφτάρια που πιθανότατα δεν θα ακουστούν πάνω από δυο φορές, διαφωνούν για την αξία των Burial Hex, ο ένας ζηλεύει τον άλλο που βρήκε το A Forest Of Stars σε βινύλιο, εκστασιάζονται με το καινούριο album των Howling Wind και ψιλοχαζεύουν με τη συνεργασία Spyweirdos και Φλώρου Φλωρίδη και ξαναθυμούνται εκείνη την κυκλοφορία των Piano Magic που είχαν βρει και οι δυο σε προσφορά στο Metropolis. Η συζήτηση για τη μουσική ρέει χωρίς πολύ προσπάθεια. Πάντα το ίδιο συνέβαινε υποθέτω, ποτέ δεν χρειάστηκε ιδιαίτερη προσπάθεια αυτή η ομάδα ανθρώπων για να περάσει αρκετές ώρες μιλώντας για μουσική. Υπάρχουν και πολλά άλλα στο μυαλό τους πέρα από αυτή, άλλα σαφώς σοβαρότερα, αλλά αυτά μπαίνουν για λίγο στον πάγο. Ή ίσως όχι ακριβώς στον πάγο, μια καλύτερη έκφραση είναι μάλλον ότι φιλτράρονται μέσω της συγκεκριμένης συζήτησης. Έτσι υπάρχει μια μικρή έστω χαλάρωση και επεξεργασία των καθημερινών δεδομένων. Αυτό δεν γίνεται μόνο όταν δυο ή και παραπάνω τύποι μαζί, εκείνο το album των Howling Wind πιθανότατα θα μπει ως υπόβαθρο και σε άλλες πιο μοναχικές, πιο προβληματισμένες στιγμές. Και οι Burial Hex παραμένουν ελαφρώς βαρετοί.
Κάνα τρίωρο μετά, ο ένας από τους δυο τύπους κάθεται μέσα στο μετρό με το «Incoercible» των aAirial στα ακουστικά του. Είναι ωραίο το μετρό στα μεταμεσονύκτια δρομολόγιά του τις Παρασκευές και τα Σάββατα. Ο συγκεκριμένος τύπος απολαμβάνει την παρατήρηση των ανθρώπων τριγύρω του όταν δεν βαριέται ή όταν βαριέται υπερβολικά. Σε αυτά τα μεταμεσονύκτια δρομολόγια παρατηρούνται διαφορετικές ομάδες ανθρώπων, οι οποίες δεν παρουσιάζουν ξεχωριστά ιδιαίτερο ενδιαφέρον (οι τύποι που επιστρέφουν ή πηγαίνουν, μερικοί που γυρίζουν από τη δουλειά τους, γκομενάκια θηλυκού και αρσενικού γένους που έχουν φορέσει τα καλά τους για την καθιερωμένη παρασκευιάτικη έξοδο, τελειωμένοι που έχουν γίνει ένα με το πάτωμα και άλλα τέτοια), αλλά ως σύνολο αποτελούν ένα περίεργο puzzle που μοιάζει καθηλωτικό στην παρακολούθησή του. Εκείνες τις στιγμές που θέλεις να κάνεις ένα διάλειμμα από το βιβλίο σου δηλαδή. Κατά τη διαδρομή, το «Incoercible» τελειώνει και τη θέση του παίρνει «15 levels of magnification» της Neotropic. Ενδιάμεσα οι ταξιτζήδες αυτό το βράδυ επιμένουν σε KissFM beats με grunge-ικά περάσματα. Έχουν και αυτά το ενδιαφέρον τους, όταν χαζεύεις τους δρόμους απέξω.
Και κάπως έτσι η ώρα φτάνει στο παρόν. Ο καθένας από τους τέσσερεις είτε είναι στο κρεβάτι του είτε ετοιμάζεται να πάει σε αυτό. Με ή χωρίς μουσική. Ο τύπος που γύρισε με το μετρό θα κάτσει λίγο να επιλέξει τη μουσική του πριν παραδοθεί στο κρεβάτι και στα μπερδεμένα σκεπάσματά του. Μέχρι την επόμενη μέρα και μια καινούρια συζήτηση για τη μουσική και τις εκάστοτε εκφάνσεις της. Και αν όλα πάνε καλα, θα καταφέρουν να βγάλουν μια άκρη από το κουβάρι που έχει γίνει το παρόν τους. Προς το παρόν μένει η απόλαυση του επικείμενου ύπνου και τα υπόλοιπα αφήνονται να πάρουν τη σειρά τους.
Ιουλιέτα, γυμνή
•15 Απριλίου, 2010 • ΣχολιάστεΕίναι εποχή διαβάσματος. Λίγο παράδοξο για άνοιξη είναι η αλήθεια, τώρα που οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν, τα πουλάκια τιτιβίζουν και τα λουλουδάκια ανθίζουν πολύχρωμα. Περίσσοτερο διαβάσματος από μουσικής. Ίσως απλά είμαστε πιο σιωπηλοί αυτή την εποχή. Δεν ξέρω ακριβώς τι συμβαίνει, ακόμα και εδώ βρισκόμαστε σπανιότερα από ό,τι παλιότερα. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για τα απόνερα του Πάσχα, αλλά πιστεύω ότι μάλλον θα είχε άδικο. Κάτι άλλο συμβαίνει, ίσως ψάχνουμε περισσότερο τα πράγματα στο κεφάλι μας και δεν μας μένει πολύ χρόνος και ενέργεια για να τα βγάλουμε προς τα έξω. Έχουμε και καιρό να πάμε σε καμιά συναλία, δεν έχει βγει και κανένας εξαιρετικά αναμενόμενος δίσκος, γενικά τα πάντα είναι υπόπτως ήσυχα στο βασίλειο της Δανιμαρκίας.
Λοιπόν που λέτε, είχα καιρό να πέσω τόσο με τα μούτρα σε ένα βιβλίο, όσο στο «Juliet, Naked». Ίσως να φανεί παράξενο σε κάποιον που βλέπει το όνομα του Hornby να περνάει μέρα παρά μέρα βόλτες από τούτο εδώ το blog, αλλά το γεγονός παραμένει ότι μετά το «About A Boy», τα fiction έργα του φίλου Nick αντιμετωπίστηκαν με ανυπομονησία, συμπάθεια, χαμόγελα και προβληματισμό, αλλά όχι με πραγματική αγωνία και κολληματική ανάγνωση. Ειδικά το «Slam» ακόμα το αντιμετωπίζω μουδιασμένα, όχι γιατί είναι ένα κακό βιβλίο (το αντίθετο μάλιστα, είναι σχεδόν τρομακτικό το πόσο πετυχημένα διηγείται ένας 50άρης μια ιστορία μέσα από τα μάτια ενός δεκαεξάχρονου), αλλά γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, ποτέ δεν θα ασχολιόμουν με έναν πιτσιρικά που μιλάει σε μια αφίσα του Tony Hawk αν δεν έφερε την υπογραφή του Hornby. Κάπως έτσι, με σκέψεις και μικρούς φόβους, άργησα να το πάρω απόφαση να διαβάσω το «Juliet, Naked». Από τις πρώτες σελίδες όμως, φάνηκε ότι το βιβλίο θα τελείωνε σε συντομότατο χρονικό διάστημα.
Διακινδυνεύοντας να πέσω στην ίδια παγίδα με τον Duncan του βιβλίου όταν πρωτογράφει για το «Juliet, Naked», θα τολμήσω να πω ότι πρόκειται μάλλον για ό,τι καλύτερο έχει γράψει μετά το «High Fidelity», ξεπερνώντας στο μυαλό μου πιθανότατα και το «About A Boy». Και είναι περίεργο το πόσο ζωντανό φαίνεται ένα μυθιστόρημα του οποίου οι χαρακτήρες του είναι τόσο κουρασμένοι. Ίσως ο Hornby έχει ανάγκη τη μουσική για να μεγαλουργήσει (ίσως πιο σωστά έχει ανάγκη κάποιο από τα πάθη του – μουσική, βιβλία, ποδόσφαιρο), έτσι ώστε να την θέσει ως καρδιά στο δημιούργημά του και να το αφήσει να ζήσει. Αγάπησα αμέσως τα πάντα στο συγκεκριμένο βιβλίο, από τα κολλήματα των χαρακτήρων, τον πιο loser (και ίσως πιο πραγματικό) rock star που έχει υπάρξει, την ακτή του Gooleness, ακόμα και τις μικρές λεπτομέρεις όπως οι δημοσιεύσεις του Wikipedia. Το μόνο μικρό παράπονο είναι που δεν γνωρίσαμε την Grace, αλλά μάλλον δεν θα το άντεχε ο Tucker.
Από την στιγμή που το τέλειωσα, προσπαθώ να σκεφτώ το κατάλληλο soundtrack για το βιβλίο. Δεν έχω καταλήξει σε κανένα βαρύγδουπο συμπέρασμα, οπότε μην κρατάτε και την αναπνοή σας. Οφείλω να αναφέρω ξανά την πιο ωραία έκπληξη της φετινής χρονιάς, το «Leftover Love» των Recue, που κατέφτασε και πριν λίγες μέρες σε μια ωραιότατη κασσετοέκδοση που μου θύμισε παλιές καλές εποχές. Επίσης, μπορείτε να περάσετε καμιά βόλτα από της Kning Disk για πολύ καλές προσφορές Απρίλιο και Μάιο. Από τις κυκλοφορίες των ημερών ψιλοκόλλησα με το «Lost Foundling 1999-2004» των Mark Clifford και Mira Calix, το οποίο μπορεί να είναι λίγο άνισο (λογικό αν αναλογιστεί κανείς ότι πρόκειται για μια αρκετά χύμα συλλογή κομματιών), όταν γίνεται καλό, γίνεται πραγματικά ΚΑΛΟ. Εντωμεταξύ ψάχνουμε απεγνωσμένα το καινούριο album της Neotropic (γενικά κακό πράγμα τα mp3 albums). Κάποια στιγμή θα κάνουμε και μια μεγάλη συζήτηση για το δεύτερο album των Twilight (για το οποίο είμαι σίγουρος ότι θα μαλώνουμε συνέχεια με τον κ. Παππά). Κατά τ’ αλλα, τα φετινά album των Koss και Kidkanevil είναι ό,τι πρέπει για τις πιο ηλεκτρονικοπερίεργες μέρες σας. Ατμοσφαιρικά και μελωδικότατα, ομορφιές δηλαδή. Βγήκε και το Kkoagula, το οποίο δεν έχω ακούσει ακόμα, αλλά είμαι περίεργος πολύ, ειδικά όταν θυμάμαι την un-edited demo μορφή του (αν αυτό εκεί ήταν πραγματικά demo).
Πέμπτη σήμερα φίλοι μου, άλλη μια μέρα πριν το τέλος της βδομάδας. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερα σχέδια για το σαββατοκύριακο, αλλά ελπίζω να ανακτήσουμε το χαμένο χρόνο.
the heart of forever
•10 Απριλίου, 2010 • ΣχολιάστεΠάνε ακόμα μερικές πασχαλιάτικες διακοπές. Δηλαδή όχι ακριβώς αλλά πλέον είμαστε στα σύνορα της μετα-διακοπικής κυριακίτιδας και ας είναι Σάββατο. Όμως δεν έχω παράπονο. Έστω και αν μείναμε εντός των συνόρων της αγαπημένης μας Αθήνας, οι διακοπές ήταν έτσι όπως θα έπρεπε να είναι. Ίσες ποσότητες σαπισμένης ξεκούρασης και ξενυχτισμένου κραιπαλιάσματος, φίλοι και μοναξιές. Ωραία πράγματα γενικώς. Από την άλλη πλευρά στο συλλογικό κεφάλι του Sonic Death Monkey φορτώνται και άλλες σκοτούρες και έτσι μερικές φορές παρατούμε αυτό εδώ το μέρος να βολοδέρνει μόνο του. Ίσως βέβαια να μην είχαμε και κάτι σημαντικό να πούμε, όπως δεν έχω τώρα εγώ κάτι σημαντικό να πω, πέρα από τα τεκταινόμενα των τελευταίων ημερών. Τα οποία, ας είμαστε και ειλικρινείς, δεν ήταν και τόσο σημαντικά για οποιονδήποτε πέραν ημών. Επίσης μπορώ να χρησιμοποιήσω μερικές ακόμα φορές τη λέξη «σημαντικά» ώστε να καταστήσω ακόμα πιο κουραστικό το συγκεκριμένο κείμενο.
Η Αθήνα το Πάσχα κερδίζει κάτι από την δεκαπενταυγουστιάτικη αίγλη της (ίσως και την υπερκερνά καθώς οι τουρίστες είναι σημαντικώς λιγότεροι). Πριν μερικές μέρες, κατεβαίνοντας στην Αθήνα για κάποιες δουλειές, θυμήθηκα την απόλαυση του περπατήματος στους δρόμους της, κάτι που επαναλήφθηκε λίγο αργότερα την ίδια μέρα, ψάχνωντας με τον Μανώλη θήκες για δίσκους (φυσικά και δεν καταφέραμε να βρούμε). Οι γειτονιές της Αθήνας μπορεί να είναι άσχημες αλλά η διάβαση ανάμεσά τους μπορεί να είναι απολαυστική εμπειρία. Στην πρώτη βόλτα παρέα μου έκανε το «Still Some Light» του Bill Fay. Όπως φαίνεται είναι ακόμα από μια σειρά ημι-άγνωστων/underground/»cult»/πείτε το όπως θέλετε folk τραγουδιστών από τα late 60s/early 70s που αποκτούν μια δεύτερη ευκαιρία και μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα στη σύγχρονη εποχή μέσω των περισσότερων γνωστών παιδιών και εγγονιών τους. Στην περίπτωση του Fay, ο μοχλός επαναφοράς ήταν ο David Tibet. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση νομίζω ότι άξιζε τον κόπο. Το διπλό album χωρίζεται ανάμεσα σε παλιές ηχογραφήσεις και ένα καινούριο album και όσο πρόλαβα να ακούσω (αφού τα 43 κομμάτια του καθιστούν μια πλήρη ακρόασή του αρκετά δύσκολη) μου φάνηκε ιδιαιτέρως γοητευτικό με την μίξη του ανάμεσα σε Dylan-ικές αναφορές και πιο rock (ίσως και prog) καταβολές. Να το ακούσετε πάντως γιατί αξίζει. Από τα υπόλοιπα που άκουσα τις τελευταίες μέρες ξεχώρισα τα φετινά album των aAirial και Richard Skelton, αλλά για να πω την αλήθεια δεν ήμουν πολύ συγκεντρωμένος σε καινούριες μουσικές. Επίδραση της άνοιξης ίσως. Έχουν μεταφερθεί τα πάντα στο mp3 player πάντως, οπότε τις επόμενες μέρες θα πέσει αυστηρή μελέτη που θα βοηθήσει στην επανένταξη στο εργασιακό περιβάλλον.
Τουλάχιστον ρίχνω διάβασμα τις τελευταίες μέρες κάτι που είχα καιρό να κάνω σε τέτοιες ποσότητες και χαίρομαι για το πόσο καλό είναι το «Juliet, Naked». Μετά την ελαφρά απογοήτευση που προκάλεσε το «Slam», το «Juliet, Naked» είναι μια επιστροφή στις παλιές καλές εποχές και στον παλιό, καλό Hornby που αγαπάμε. Νομίζω πως αυτά τα νέα μας αρκούν για τώρα. Περισσότερη έμπνευση και περισσότερο ενδιαφέρον από αύριο.
stolen and contaminated
•3 Απριλίου, 2010 • ΣχολιάστεΠοτέ δεν ήμουν fan του Morrissey, και από όσα ακούω πρέπει να είναι από τους τέρμα φρικαρισμένους/φρικαλέους. Η κάπως υποτιμητική χροιά του Rob άλλωστε, για το ποιόν των εφήβων οπαδών που θα τρέξουν να αγοράσουν τα εφτάρια του, με βρίσκει σύμφωνο. Και δεν ανησυχώ ποτέ όταν βρίσκω τον εαυτό μου να θεωρεί καταπληκτική τη χροιά του ή τους στίχους του ευφυέστατους. Ή ακόμα και όταν χαζοτραγουδάει στο δρόμο κάποιο instant hit των Smiths, τόσο instant ώστε να το χαζοτραγουδάει ο εαυτός ενός τύπου στην Ελλάδα εικοσιπέντε χρόνια μετά. Μόνο εγώ όμως; Θα μου καταλογίσετε πως είμαι ο μόνος που θα του ξεφύγει το “there is a light that never goes out”, αυτό, ναι, αυτό με τα πιο cheesy synths στην ιστορία της rock μουσικής; Όταν όλοι λοιπόν θα επικαλεστούν μια παραλλαγή του “εγώ ακούω ό,τι γουστάρω και λογαριαζμό δεν δίνω σε κανένα ναούμ’”, εγώ θα ψάχνω κάποιον, κάπου, κάτι, να με απενοχοποιήσει που σχεδόν πλησιάζω τα τριάντα και αφιερώνω δημοσίευση για τους Smiths, χωρίς να κοροϊδεύω όλα όσα στα πράσινα θρανία γράφονταν για τους Morrissey, dEUS, James, Pulp, Depeche Mode, PJ Harvey, Radiohead, Cure, Τρύπες και Διάφανα Κρίνα, πράγματα τα οποία με έριχναν αβλεπί στο ατσάλινο heavy metal, διότι έπρεπε να ξεφύγω επειγόντως από όλα αυτά τα σκατά και τις μούρες αυτών που τα άκουγαν. Και μετά ήρθε να με σώσει ο Jhonn Balance. Δηλαδή ο Christofersson ευθύνεται, διότι ήταν 2008 και κυκλοφόρησε το “The New Backwards”, album με demos/παλιές ηχογραφήσεις των Coil σε κάπως πιο ολοκληρωμένη μορφή, και να πέσει φωτιά να με κάψει αν δεν είναι μέσα στην πεντάδα αγαπημένων μου Coil κυκλοφοριών. Οι Coil υπήρξαν η μοναδική μπάντα που διατήρησε ακέραιη την ποιότητά της, ανεξαρτήτου αριθμού εφταριών και cd-r με τα οποία βομβάρδιζε τους πρώτους δυόμιση που θα προλάβαιναν να δεχτούν τα πυρά. Και δεν θα μιλήσω τόσο για τους Coil συνολικά, διότι δεν είμαι τύπος που θα κάτσει να σας πει για το γιατί οι Coil ήταν η μεγαλύτερη μπάντα που έγραψε μουσική ποτέ, αλλά θα εστιάσω λίγο στην κυκλοφορία “The New Backwards” η οποία είναι μια ανάσταση των Backwards Sessions (bootleg από studio recordings με τίτλο «Backwards») με την καθοριστική βοήθεια του Trent Reznor. Εκεί περιέχεται το τραγούδι με το οποίο ο Balance με έσωσε, και είναι το “Nature is a Language”, όπου υπάρχουν οι στίχοι “nature is a language /can’t you read?” με την λατρεύσιμη εκείνη επιληπτική επανάληψη του “can’t you read?”. Και όλο αυτό, βασίστηκε εδώ. Και εγώ είμαι αθώος, κάντε μου ό,τι θέλετε αλλά είμαι αθώος. Και τα παιχνιδίσματα αυτά είναι κάτι εντελώς διασκεδαστικό να ψάχνει κανείς, και μια μέρα ίσως σας καταγράψουμε καμιά τριανταριά από εκείνα που ανακαλύψαμε άξαφνα στο λεωφορείο και το επιφώνημα έκπληξης τρομοκράτησε τους by default μίζερους συνεπιβάτες. Είστε ελεύθεροι να μας πείτε στα comments τα δικά σας ευρήματα. Με τον Roy Orbison πάλι, ουδέποτε είχα πρόβλημα, θεός ήταν, τον αγαπάω, καμία ενοχή ή επίκληση στην αθωότητα. Που να ήξερε πάνω σε τι βασίστηκε το “Love’s Secret Domain”!
now what?
•31 Μαρτίου, 2010 • 1 σχόλιοΔεν ήξερα στα αλήθεια γιατί ήμουν εκεί. Ούτε έτσι το είχα φανταστεί. Το είχα φανταστεί, αλλά όχι έτσι, αλλιώς. Αλλιώς το είχα φανταστεί. Το είχα φανταστεί να είναι χιονισμένα, κρύα, να σπρώχνω φύλλα έλατου για να περάσω, να φοράω τις παλιές μου μπότες που τόσο ήθελαν να πάνε εκεί όταν νέες ήταν ακόμα, να είμαι στα πρόθυρα του γενναίου γλιστρήματος, να καπνίζω νωχελικά το παραγεμισμένο μου τσιμπούκι, να κοιτάω το απέραντο κάτι, και ο νυχτερινός ουρανός να είναι πράσινος επειδή βόρειο σέλας. Πράσινο και επιβλητικό, όπως το είχα δει στην τηλεόραση μικρός και στο ίδρυμα μείζονος ελληνισμού σε μια αστρονομική παρουσίαση. Δεν θυμάμαι αν επρόκειτο για το βόρειο σέλας ακριβώς, ήμουν μικρός και βαριόσασταν να πάμε για μπάλα, θέλατε final fantasy 7 και καινούργιο playstation 1 με εφαρμοστό αυτοκόλλητο, και εγώ πήγα να δω τα άστρα σε 3D. Και μια μέρα θα πήγαινα εκεί, και όσο περνούσαν τα χρόνια, “θα πήγαινα” για διαφορετικούς λόγους κάθε φορά. Και κάθε φορά θα ήταν αλλιώς. Τελικά φορούσα ένα πράσινο σορτς κάπως φαρδύ, είχε λιακάδα και καλοκαίρι καλό, ο ουρανός ήταν γαλανός και κάπνιζα κάτι τσιγάρα με γεύση χαμομήλι ή φασκόμηλο, και σίγουρα πίσσα 30, από Ινδία, νικοτίνη δεν είδα γιατί τρόμαξα. Έφερνε μια ζαλάδα αυτός ο καπνός, γιατί ήταν σαν να καπνίζεις το αφρόλουτρο της γιαγιάς, τα έπιπλα, τις παλιές φωτογραφίες, τα ραγισμένα φλιτζάνια και τα λινά τραπεζομάντιλα “τα καλά που είχαμε στον γάμο”. Αν θες, κάνε και αλλιώς, αναγνώστη. Τρως ή καπνίζεις το τραπεζομάντιλο. Δική σου η επιλογή, διότι διατηρείς και επιλογές. Σε ένα τέτοιο μοτίβο λοιπόν, τίποτα από όσα είχα ονειρευτεί δεν ήταν εκεί, και τούμπαλιν, μην γράφω το αντίστροφο, το πιάσατε. Ήταν και λίγο αστραπιαία η κίνηση, δεν σε άφηνε να την μελετήσεις, και αυτό φάνηκε από την αρχή, όταν ένας γεράκος με είπε πραγματικά ηλίθιο. Τον ρώτησα “που μπορώ να βρω ένα χάρτη της πόλης σας;”, για να πάρω την απάντηση “στον κάτω όροφο, στις αναχωρήσεις, πας εκεί στη σκάλα, εκεί που σου δείχνω, έχει μέσα ένα μαγαζί που πουλάει χάρτες, θα είσαι πραγματικά ηλίθιος αν δεν το βρεις”. Και εγώ το βρήκα, όχι επειδή χρειαζόμουν τον χάρτητηςπόληςτους τόσο απεγνωσμένα, αλλά επειδή -μαντέψτε- δεν ήθελα να νιώσω πραγματικά ηλίθιος. Είχα και τα παλιά μου τσιγάρα ακόμα, και το γιόρτασα με την καύση ενός εκ των θαρρώ επτά (;) που περίμεναν καρτερικά στο κλουβί τους την ταρκοφσκική τους θυσία. Η ουσία είναι εξής, αλλιώς το περίμενα, αλλιώς ήταν. Και η σημασία είναι στο πως ήταν, όχι στο τι περίμενα εγώ. Τρία χρόνια νωρίτερα, σε ένα δισκάδικο του Βερολίνου είχα απαγάγει το “Let them Eat Cake” επειδή ήξερα πως είναι η καλύτερη στιγμή της πορείας των Motorpsycho. Ένα χρόνο νωρίτερα, ένας Κώστας με είχε αναγκάσει επιθετικά να αγοράσω το “A Livingroom Hush” των Jaga Jazzist. Στην Ελλάδα αυτό. Meanwhile, ξανά Εκεί. Τα σπίτια ήταν ωραία, και τα βουνά ωραιότερα. Δεν ήταν καλοκαιρινός περίπατος αυτό που ποθούσα σε εκείνα, αλλά αυτός ήταν υπέροχος. Αν υποθέσω πως τα τελευταία τσιγάρα πριν τον Χαμόμηλο μπορούσαν να συζητήσουν μεταξύ τους, θα έλεγαν σίγουρα πόσο γουστάρουν που πεθαίνουν σε αυτό το μέρος. Γιατί είναι ένα μέρος ήρεμο, που του αξίζει να γεννηθείς, να ζήσεις και να πεθάνεις εκεί. Δεν ξέρω ωστόσο, αν αξίζει σε εσένα, φίλε αναγνώστη, να γεννηθείς, ζήσεις και πεθάνεις εκεί. Σημασία όμως δεν έχει αυτό. Σημασία έχει να βρούμε ένα λόγο, και εγώ έψαχνα –φευγαλέα- τον ακριβέστατο λόγο που πατούσα αυτό το χώμα, γιατί ήθελα να ξέρω, ήθελα να ξέρω το πριν και το μετά, ήθελα να ξέρω αν μου άρεσε ή όχι, αν το έπαιρνα εκείνη ακριβώς τη στιγμή τόσο στα σοβαρά όσο θα έπρεπε. Για μερικούς είναι ένα τρίωρο σε ένα αεροπλάνο και τέρμα, για κάποιους άλλους όχι. Ένας μικρός Οντιν προσγειώθηκε στον αριστερό μου ώμο, αν είναι δυνατόν, και μου σφύριξε πως είμαι ένας ψυχαναγκαστικός μαλάκας. Φύσηξα λίγο ξακουστό χαμομήλιο καπνό στην γνήσια ροζενική του απεικόνιση και εξαφανίστηκε τρεκλίζοντας στον βόρειο θερμοπληκτικό ουρανό. Είναι πραγματικά σκληρό όταν η ζωή σε ξεγυμνώνει από τις Δικές Σου παραισθήσεις. Οι Ulver φυσικά και βοήθησαν σε αυτό, όντας αφοπλισμένοι από δεκάδες προβλήματα ήχου, ενώ από το μικροσκοπικό αυτί που διατηρώ στην πλάτη μου άκουγα γνήσια drum ‘n’ bass από κάποια μυστηριώδη πίσω σκηνή. Κάπου νωρίτερα όμως, ο νέος σκοπός μου είχε δώσει τις απαντήσεις μου. Τον Σκοπό σφύριζαν για περίπου πέντε λεπτά οι τρείς Motorpsycho με δύο από τους Jaga Jazzist. Αυτά τα πέντε λεπτά ήρθαν και εξήγησαν κάθε λόγο και ιστορία που φιλαράκι από την Ελλάδα, δεν θα είναι ποτέ όλα όπως τα θες, αλλά ώρες ώρες θα είναι ωραίες οι μαλακίες που θα συμβαίνουν, δεν θα είναι πάντα κακές μαλακίες. Στο τέλος κάθε κειμένου έχουμε συναισθηματικό κλείσιμο με τρείς τελείες να παγιδεύουν κάθε βαρύγδουπή μας φράση, είτε βωμολοχία. Μαντέψτε! Όι Jaga Jazzist έβγαλαν πριν λίγο καιρό το «One-Armed Bandit», το οποίο γαμάει. Οι Motorpsycho πάλι, έβγαλαν το «Heavy Metal Fruit», το οποίο δέρνει κιόλας. Επομένως, η σημερινή προσφορά λέει πως αν θέλετε να γαμήσετε και να δείρετε, ακούτε αυτές τις δύο μπάντες που σχεδόν είναι μια πια. Εδώ απαντάει ο ένας στον άλλον! Ρωτάνε οι Jaga Jazzist «I have a ghost, now what?» και απαντάνε οι Motorpsycho «Whip that ghost». Και ας προηγείται η απάντηση. Γάμησέ του την Παναγία. Θα μείνεις χωρίς παραισθήσεις, αλλά εκεί είσαι, στο λέμε εμείς, που σου δώσαμε τα πέντε λεπτά σου για φέτος. Του χρόνου πάλι.
