pansoni gravitoni

•1 Αυγούστου, 2010 • 1 σχόλιο

Για να ξέρετε, η σημερινή ενοποίηση των δυνάμεων της φύσης, σε μια πλήρη και συνεκτική θεωρία της κβαντικής βαρύτητας, είναι ένα από τα καίρια ζητήματα της ανώτερης φυσικής. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, έχει αποδειχτεί η κβάντωση του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου από τους Einstein και Planck, με το ευρέως γνωστό φορέα της ηλεκτρομαγνητικής δύναμης, το φωτόνιο. Για την ασθενή πυρηνική πάλι, υπάρχουν μερικά μποζόνια (όχι το αντίστοιχα γνωστό Higgs!) για τη δουλειά αυτή, ενώ για την ισχυρή πυρηνική έχουμε τα εύγλωττα γκλουόνια, που κρατάνε κολλημένα μεταξύ τους τα γνωστά σε όλους σας κουάρκς. Μένει να «κβαντωθεί» και το τέταρτο γνωστό πεδίο, το πιο κατανοητό στον άνθρωπο, σε εμένα ας πούμε, σε εσένα ακόμα αγαπημένε αναγνώστη, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο : το βαρυτικό! Υπάρχει ένα σωματίδιο λοιπόν, το οποίο για την ακρίβεια θέλουμε να υπάρχει, είναι ένα θεωρητικό σωματίδιο ακόμα, και είναι το βαρυτόνιο, ή αλλιώς γκραβιτόνιο. Ο Einstein έλεγε (ελάχιστα πιο περίπλοκα από όσο το περιγράφω) πως όταν ένα σώμα ασκεί βαρυτική δύναμη σε ένα άλλο, τότε το άλλο επιταχύνεται προς το ένα, και για να το εξηγήσει (εγώ δεν θα σας το εξηγήσω) χρησιμοποίησε την διάσημη πια καμπύλωση του χωροχρόνου. Αν όμως βρούμε το γκραβιτόνιο, θα λύσουμε και το μυστήριο του βαρυτικού πεδίου και τέρμα οι καμπυλώσεις του χωροχρονικού συνεχούς, και θα έχουμε εντοπίσει τον ένοχο, ένα μικρό μπασταρδάκο που θα οδηγήσει σε πολλά νέα μυστήρια. Και γιατί μας απασχολεί αυτό; Γιατί να ασχοληθούμε καλοκαιριάτικα με ένα υποθετικό σωμάτιο;

Οι Pan Sonic είναι δύο άνθρωποι για τους οποίους έχω ξαναμιλήσει, είναι πασίγνωστοι στο ελληνικό κοινό (μάλιστα εδώ έπαιξαν το τελευταίο τους ever set) και τα albums τους είναι “φορείς” ενός ποιοτικότατου, εκλεκτικού και σαλονάτου techno σοδομισμού των ηλεκτρονικών ήχων. Θα σας έλεγα και “με extreme noise elements!” ή ίσως κάτι με χαρακτηρισμούς “abrasive soundscapes”, “harsh electronic pieces”, “ambient atmospheres” ή και ίσως “dense beats structures”, για να καταλήξουμε στο “mad geniuses”. Συγκεκριμένα όμως, ρίχνουν χυδαία σκαμπίλια στον κώλο του “χαλαρή, σκεπτόμενη και chill-out dubstep” νέου must για τα late 00’s parties. Ο Mika Vainio και ο Ilpo Väisänen έχουν πολύ ενδιαφέρουσες προσωπικές καριέρες και πλέον φαίνεται πως εστιάζουν να συνεχίσουν πιότερο με αυτές, παρά με τους Panasonic. Αυτό δεν με λυπεί, θα με τάραζε κάπως (δεν βρήκα πιο κατάλληλη λέξη) όμως το γεγονός πως ίσως να μην είχαμε ποτέ πια albums σαν το “Katodivaihe” του 2007 ή το περσινό υπερβίαιο live album με τον Keiji Haino. Αν αρκεί μια λέξη για να περιγράψει μια μουσική, για τους Pan Sonic η λέξη είναι εύκολα η Βία. Θα μπορούσαν να το κάνουν δέκα αναφορές σε υπολογιστικά προγράμματα και μια συνέντευξη του Vaino για τις επιρροές του και τα softwares που χρησιμοποιεί, αλλά εγώ από τους σκοπούς τους αντιλαμβάνομαι μια εκλεπτυσμένη ηχητική βία. Σκοτεινή, ατμοσφαιρική και θηριώδης ηχητική βία. Το τελευταίο τους album, ή μάλλον το πιο πρόσφατό τους, δεν θα μπορούσε να μας παραπέμπει σε καλοκαιρινές αγάπες, ούτε σε απροσδιόριστα φιλικά σκοτάδια, ούτε σε οτιδήποτε θετικό, υποθέτω. Θα μας κέρναγε ίσως κάποιους φινλανδικούς τίτλους που κανείς μας δεν θα νοιαζόταν να μεταφράσει και τέλος. Πάντα αντιφατικό το γεγονός πως είναι φινλανδοί, ο Mika το κατάλαβε και πλέον ζει στο Βερολίνο, όπου και θα έπρεπε εξαρχής να έχει γεννηθεί. Το album των Pan Sonic που είναι η ζητούμενη αφορμή μου, λέγεται “Gravitoni” και ίσως προσπαθεί να δώσει ήχο στα μεγάλα μυστήρια του κοσμάκη που ζούμε. Ίσως βαρέθηκαν κάπως όλο αυτό το γενικό και ασαφές «αστικό περιβάλλον» που ταυτίζεται συνήθως με την άχρωμη υφή μιας τέτοιας ηλεκτρονικής μουσικής όπως αυτή με την οποία ξεκίνησαν το 1994. Χωρίς να είναι κακός χαρακτηρισμός αυτός, μιας και (συνήθως πάλι) αυτό είναι και ας πούμε το ζητούμενο. Σε παρόμοια νέα, το μεγαλύτερο γνωστικό επίτευγμα του 20ου αιώνα, είναι κατά τη γνώμη μου το -όποιο- “πάντρεμα” της κβαντομηχανικής με την γενική θεωρία της σχετικότητας. Αν το γκραβιτόνιο αποτελέσει τον τελευταίο φορέα που μένει για να ανακαλυφθεί, και το τι θα σημαίνει η ανακάλυψη αυτή για τη θεωρία των υπερχορδών και για τον κόσμο που ζούμε, δεν μπορώ να σας το πω με βεβαιότητα, και σίγουρα ακρίβεια. Εδώ δεν ξέρω να σας πω αν το «Gravitoni» θα είναι στα αλήθεια το τελευταίο album των Pan Sonic, όπως διαφημίζεται. Το Pan Finale του κλεισίματος ρίχνει τις κάποιες σπόντες του. Τσιμπάτε :

may the water give me life

•26 Ιουλίου, 2010 • 9 Σχόλια

Η Process Church of Final Judgment ήταν μια από τις χιλιάδες αιρέσεις που αποδεικνύουν γιατί τα μέσα των σίξτιζ ήταν μια υπέροχη περίοδος και είναι πραγματικά κρίμα που τη χάρηκαν οι διάφοροι χίπηδες και την εξαργύρωσαν οι διάφοροι γιάπηδες. Κλέβοντας από τη wikipedia αναφέρω ότι οι τύποι αυτοί πίστευαν στο Χριστούλη μας και το Σατανούλη μας ταυτόχρονα γιατί υποτίθεται πως αυτοί οι δυο λίγο πριν την Τελική Κρίση θα τα έβρισκαν, θα έδωναν τόπο στην οργή, θα έριχναν νερό στο κρασί τους, θα κάπνιζαν τίποτε περίεργο και θα ξαναγίνονταν μια όμορφη παρέα με το Χριστούλη να κρίνει και το Σατανούλη να εκτελεί. Πάλι μας έριξε δηλαδή αλλά είπαμε, θα γίνουμε και πάλι φιλαράκια και δεν τρέχει τίποτε, χαρίζει η ομάδα. Στα ειδικά vip δωμάτια των συγκεντρώσεών τους θα συναντούσαμε ορισμένα κλασικά θύματα όπως τους Mick Jagger, Marianne Faithful και George Clinton ενώ κλέβοντας από το Χόλυγουντ, οι πιστοί της Process Church υπολογίζω πως θα ήταν κατα κανόνα αδύνατοι μικροέμποροι ινδικής κάνναβης, ξανθές αεροσυνοδοί και η Κλαιρ από το Λοστ, χωρίς φυσικά να περιορίζονται αποκλειστικά σε αυτές τις κατηγορίες.

Οι Sabbath Assembly είναι το project της Jex Thoth (Jessica Toth, η των Jex Thoth) και του Dave Nuss (o των No-Neck Blues Band). Παραγωγή στο δίσκο έκανε ο Randall Dune (που έχει κάνει επίσης στους διάφορους SunnO))), Kinski, Asva, Wolves in the Throne Room και Master Musicians of Bukkake αυτού του κόσμου) και στα λάιβ τους βοηθά ο Imaad Wasif (αυτός σκέτος). Οι SA λοιπόν παίρνουν τους ύμνους της Process Church και τους κάνουν τραγούδια με την αναμενόμενη ψυχεδελική/μυστικιστική ατμόσφαιρα που ας είμαστε ειλικρινείς, κάθε άλλο παρά καλοκαιρινή είναι αλλά ας είμαστε ακόμα πιο ειλικρινείς, μια χαρά κομμάτια βγάζει χωρίς βέβαια να είναι το πιο πρωτότυπο πράγμα που θα παίξει φέτος. Το εξώφυλλο το έκανε ο Arik Roper για τον οποίο βαριέμαι φοβερά να ανοίξω παρένθεση και να αρχίσω να πετάω ονόματα με τα οποία έχει συνεργαστεί, είναι καλός όμως και εχει κάνει όμορφα εξώφυλλα σε γνωστούς δίσκους. Το «Restored to one» κυκλοφορεί από την Ajna (μπλακμεταλλάδες ως αναμενόταν).

( ( ( ~ glory to the gods in the highest ~ ) ) )

υγ: το Arcade Fire θέλω να το ακούσω ακόμα αρκετές φορές, φαίνεται φοβερό όμως. άλλη μέρα βέβαια, τώρα θεοί, βελζεβούληδες και κρανία παντού.

old dogs, old tricks, new days

•21 Ιουλίου, 2010 • Σχολιάστε

speaking of stars…

•18 Ιουλίου, 2010 • Σχολιάστε

Απολαμβάνω τις μουσικές ταινίες. Συνήθως όμως ερωτεύομαι τις ταινίες που περιέχουν τη μουσική στο χαρακτήρα τους. Σήμερα όμως θα μιλήσουμε για την πρώτη κατηγορία. Χτες που λέτε, Σαββατόβραδο, και δυο από τα μέλη του Sonic Death Monkey, πιστά στον rock ‘n’ roll τρόπο ζωής, κάθονταν σπίτι και αφού είχαν τελειώσει τα τέσσερα πρώτα επεισόδεια της τέταρτης σαιζόν του IT Crowd, αναρωτιόνταν τι να δουν μετά. Τα άλλα δυο μέλη διασκέδαζαν, το ένα στο Ξυλόκαστρο και το άλλο στο Γκάζι, οπότε υπάρχει ελπίδα ακόμα και για μας. Για να μην ξεφεύγουμε λοιπόν, μετά από σύντομη γύρα στην ποιότητα της ελληνικής τηλεόρασης το δίλημμα κατέληξε ανάμεσα στον «Μπακαλόγατο» και το «Rock Star». Έχοντας μάθει απέξω όλες τις ατάκες του πρώτου (το οποίο είναι και σαφώς η καλύτερη ταινία εκ των δυο), είπαμε να παρακολουθήσουμε το δεύτερο. Πόσο κακό μπορεί να ήταν άλλωστε; Όντας παγερά αδιάφορος απέναντι στις real life αναφορές περί Judas Priest, heavy metal και λοιπών ενδόξων παρελθόντων, περίμενα απλά να δω πως θα αντιμετώπιζαν ένα (όχι ιδιαίτερα δύσκολο) θέμα οι δημιουργοί. Μετά από κάνα δίωρο, συνειδητοποιούσα ότι είχα καιρό να γελάσω τόσο. Μιλώντας για μια ταινία που έχει σχεδόν πανομοιότυπη δομή με το «Almost Famous», είναι συγκλονιστικό το πόσο επιδερμικά πιάνει το θέμα της και το πόσο άσχετη με τη μουσική αυτή καθαυτή είναι. Ναι, παιδιά, ξέρουμε, sex, γκομενες, κοκαϊνη, αλλά ασχολούμαστε και με τη μουσική που και που. Προσπερνώντας τη περιγραφή της ζωής ενός group και της ίδιας της ύπαρξής του, ακόμα και ενός τόσο δημιουργικά αδιάφορου όσο οι Steel Dragon (μειδιάματα συνεχίζουν να έρχονται), ασχολούνται μόνο με συναισθηματικές αναταράξεις ενός τύπου που δεν ξέρει τι του γίνεται.

Που είναι άραγε η Penny Lane, που είναι οι Χρυσοί Θεοί, που είναι τα τραγούδια στα pullman και η ουσιαστική χρήση της μουσικής; Για να μη μιλήσω για το soundtrack που πραγματικά δεν πρέπει να χρειάστηκε παραπάνω από μισή μέρα για να γραφτεί. Το «Spinal Tap» ήταν σαφώς σοβαρότερη απόπειρα ενός mock rockumentary και αυτό μάλλον λέει πολλά. Ακόμα και το «Still Crazy» ήταν μια ταινία που ξεπερνάει με περισσή άνεση την χαζομαρούλα που μόλις είδαμε. Για να μη μιλήσει για την μεταστροφή στο τέλος και τις αναφορές στο πέρασμα από το heavy metal στο grunge (το αδιάφορο soundtrack συνεχίζει και με την αλλαγή του μουσικού είδους). Λες και οι grungers δεν έγιναν και οι ίδιοι rock stars αργότερα, αλλά έμειναν να παίζουν αδιάφορο, κλαψομούνικο ημι-κολλεγιακό rock σε καφετέριες, ώστε να κερδίσουν την καρδιά της πριγκηπέσσας τους. Είναι αρκετά χαζό να κάνεις μια ταινία που υποτίθεται ότι είναι για τη μουσική, να ασχολείται μόνο με το lifestyle και μάλιστα ζωγραφίζοντάς το με καρικατουρίστικη διάθεση (όχι ότι η πραγματικότητα δεν ήταν και λίγο ανέκδοτο, αλλά θέλω να πιστεύω ότι κάποια στιγμή η μουσική είχε σημασία, ακόμα και για τους ανάλογους των Steel Dragon).

Απόπειρες σαν το «Rock Star» (που, εντάξει, δεν ήταν και η ταινία που είχαμε μεγάλες προσδοκίες και μας απογοήτευσε), αποτυγχάνουν για τον ίδιο λόγο που θεωρώ απολύτως αποτυχημένο (εκτός από πηγή γέλιου δηλαδή) το «Until The Light Takes Us» και, ίσως εδώ είναι και η απόδειξη ότι, mainstream ή μη, οι άνθρωποι πάντα έχουν την τάση να εστιάζουν σε λάθος πράγματα και να δημιουργούν μύθους, όχι λόγω της μουσικής, αλλά λόγω της καθυστέρησης που δέρνει τους περισσότερους μουσικούς (όπως και τους περισσότερους ανθρώπους). Αναρωτιέμαι γιατί έχουμε την τάση να μυθοποιούμε τους ανθρώπους και όχι το ίδιο το έργο. Επίσης αναρωτιέμαι αν μετά το «Rock Star», έπρεπε να να βάλει το κανάλι το «Singles» (το οποίο ήταν και πολύ πιο συμπαθές ως δημιούργημα).

Είναι Κυριακή βράδυ, το Σαββατοκύριακο δουλεύαμε και το Sonic Death Monkey προτείνει να ακούσετε το «Winterlands» των Clang Sayne. Απλά θα χρειαστεί να είστε λίγο συγκεντρωμένοι για να το αγαπήσετε. Επίσης ξεθάβει kraut rock προτάσεις από τον Steven Stapleton και μπορεί να ακολουθήσει ανάλογο post.

a sign in the stars

•16 Ιουλίου, 2010 • Σχολιάστε

Είναι μήνας, λέγεται Ιούλιος και έχει βράδια. Είναι συσκευή, λέγεται ανεμιστήρας, και έπρεπε να τον ξεβιδώσω, να τον ανοίξω, να τον καθαρίσω, και επιτέλους να τον χρησιμοποιήσω. Τα βράδια του Ιουλίου είναι ζεστά, και ο ανεμιστήρας σε γενικές γραμμές υπήρξε μάγκας τους προηγούμενους ιουλιαυγούστους. Φέτος όμως τη μυρίστηκε τη δουλειά πως το πλάνο είναι να μείνει ανοιχτός συνεχόμενα και ακατάπαυστα μέχρι τον καλό Σεπτέμβριο, και δεν δέχτηκε την προσφορά, αρνήθηκε, και με ανάγκασε να χάσω τις βίδες του, με άμεσο σκοπό να μην μπορώ να τον ξαναβιδώσω. Οπότε τα βράδια του Ιουλίου δεν κοιμάμαι, και ακούω μουσική και ψευτοκαπνίζω στο μπαλκόνι. Τότε συνειδητοποιώ πως έχουν έρθει εκείνες οι ώρες που πρέπει να σκέφτομαι πως υπάρχουν άλλοι άνθρωποι στον κόσμο, οι οποίοι εκείνες ακριβώς τις ώρες τραβάνε μεγαλύτερα ζόρια. Ξεχνάω αυτούς που περνούν ειδυλλιακά σαββατοκύριακα υπό το νυχτερινό ιουλιάτικο φεγγάρι με καλή παρέα, καλό αλκοόλ, καλά προϊόντα της μητέρας φύσης, και σκέφτομαι τους άλλους, που δεν αντέχουν κανένα δευτερόλεπτο της ζωής τους εκείνες τις ώρες ή και άλλες. Αλλά κυρίως εκείνες. Ένα φορτηγατζή στη Νεβάδα που οδηγάει επί 600 σερί χιλιόμετρα και όταν σταματάει στο ένα μοτέλ που συναντά στη διαδρομή, δεν λειτουργεί η μία μηχανή του καφέ. Έναν αποτυχημένο κωμικό που έχει χάσει το χιούμορ του και αυτοκτονεί με το παλιό όπλο του παππού του, ενθύμιο από το αντάρτικο. Κάποιον random φουκαρά “σαν σκυλί” εργαζόμενο που δεν κοιμάται τα βράδια επειδή δεν μπορεί να πάει διακοπές τα παιδιά του, και η γυναίκα του γαμιέται “σαν σκυλί” με τον εξίσου random γείτονα. Άλλη μια σκυλίσια κατάσταση της νεοελληνικής καθημερινότητος. Σκέφτομαι ένα γέρο ψαρά που του βούλιαξαν τη βάρκα τέσσερις μεθυσμένοι άγγλοι σε ένα χωριό στην κρήτη, έναν που τον έδεσαν για μισό τσιγάρο, άλλον που τον παράτησαν στη μέση του πουθενά του, και έμεινε βράδυ μόνος να κοιτάει τα άστρα, και γενικώς πολλούς τέτοιους ανθρώπους, με άλφα κεφαλαίο ή και μικρό. Και δεν το κάνω επειδή η γνήσια μισανθρωπία μου ορέγεται γειτονικές τραγωδίες για να θραφεί, αλλά επειδή ζεσταίνομαι, και όταν ζεσταίνομαι συμπάσχω. Και τα τέσσερα τεύχη του WIRE που πήρα μαζεμένα γιατί επειδή και διότι, δεν σώζουν κάτι, γιατί για να τα διαβάσω θέλω φως, ενώ αν κάνω αυτό το λάθος, η εσωτερική θερμοκρασία θα μεταβληθεί, σίγουρα όχι σημαντικά, αλλά οπωσδήποτε εις βάρος μου. Σε ένα γρήγορο πέρασμα έχει πάλι δίσκους του Kevin Drumm, δύο ημιβαρετά invincible jukeboxes, ενώ διαπιστώνω με κάποια έκπληξη πως οι άνθρωποι που έθαψαν στον πάτο το «Manafon» του David Sylvian, δίνουν kudos στο «Eparistera Daimones» του Tom Warrior. Και δεν λέω, οριστικά μεγάλο album το Triptykon, όπως και κάθε album που έφτιαξε το ανήσυχο μυαλό του γκάμπριελ φίσερ, αλλά δεν ξέρω αν ξενερώνω που διαβάζω στο Wire πως τα τρία πρώτα Celtic Frost ήταν μεταξύ άλλων μίξη musique concrète με neoclassical elements. Τι είναι δηλαδή musique concrète; Το «Procreation of the Wicked»; Με διαολίζει κάπως αυτή η εξαναγκαστική avant garde πρόσδοση χαρακτήρα που κερνάει οποιονδήποτε το Wire ενίοτε, και όχι επειδή οι Frost υπήρξαν ή δεν υπήρξαν ουσιαστικά avant garde (που υπήρξαν), αλλά επειδή αν κάποιος ακούσει το «Morbid Tales» και αντί να κάνει άμεσα evil γκριμάτσες στον καθρέφτη σφίγγοντας κάθε υπάρχοντα μυ, το πρώτο πράγμα που του ρθει να πει, είναι πως εντόπισε musique concrète με neoclassical elements, έχουμε πρόβλημα. Το Wire φυσικά παραμένει το σοβαρότερο μουσικό έντυπο στον πλανήτη γιατί δεν υπάρχει ανταγωνισμός, και εγώ βγαίνω στο μπαλκόνι γιατί εδώ μέσα έχω πυρακτώσει και θα πεθάνω. Σκέφτομαι προς στιγμήν να βάλω το «Morbid Tales» το ίδιο, αλλά αν το κάνω θα αρχίσω να κτυπώ τον τοίχο, να ρίχνω αντικείμενα στο πάτωμα και πιθανώς σε γειτονικά σπίτια, να δαγκώνω σαν μανιακός τον απεργό ανεμιστήρα, και όλα αυτά θα συντελέσουν σε μια άμεση αύξηση της περιρρέουσας θερμοκρασίας. Όχι. Θα βάλω το «Sa-Re-Ga Machan» του Ananda Shankar. Όλοι οι αναγνώστες μας θα θυμάστε τα albums που έκανε ο Jan Garbarek με τον αιωνόβιο Ravi Shankar. Και να μη θυμάστε τα ίδια τα albums, θα θυμάστε τις δημοσιεύσεις μας εδώ. Αν μας επισκέπτεστε πρώτη φορά, γειά σας, είμαστε τέσσερα καλά παιδιά που δουλεύουν και ζεσταίνονται και ξενέρωσαν που πήρε η Ισπανία το μουντιάλ και καμιά φορά γράφουνε για καμιά μουσική εδώ. O Ananda Shankar είναι ανιψιός του Ravi Shankar και όπως για κάθε μεγάλο μουσικό, έτσι και εδώ, μας απασχολεί λίγο και το υπόλοιπο σόι. Το «Sa-Re-Ga Machan» κυκλοφόρησε το 1981 από την EMI της Ινδίας, και αν και ο τίτλος, ο χαρακτηρισμός world music, και το Σιτάρ σας προϊδεάζουν εύκολα για το ποιόν, εδώ έχουμε αρκετή jazz, κάποια funk, και παραδόξως αρκετή κιθάρα και rock ‘n’ roll ακόμα. Οι μελωδίες είναι ολοκληρωμένες και δεν προσπαθούν να προσποιηθούν πως είναι πειραματικές. Έχετε ακούσει παρόμοιες σε ταινίες του Louis de Funes. Και το album είναι καλό. Η ζέστη αυξάνεται επίσης όταν καπνίζω, αλλά όχι σημαντικά ώστε να μην. Ο ανεμιστήρας νεκρός. Ο κωμικός νεκρός. Ο yankee θα έχει πιει έναν πούστη καφέ ως τώρα, του κερατά, ενώ σε κάποια κρατητήρια πέφτουν γενναίες μάπες. Η σκυλίσια οικογένεια δεν ξέρω πως την βαστάει την βραδιά, αλλά αυτοί σταμάτησαν ξαφνικά να με ενδιαφέρουν κάπως. Κοιτάω τα αστέρια, μα δεν φαίνεται κανένα και έτσι σηκώνω την τέντα. Ούτε τώρα, αλλά εκεί είναι, θα τα φανταστώ, και ας έχουν σβήσει κάποια εκατομμύρια χρόνια τώρα. Γιατί έτσι είναι κύριε, έρχεσαι, καις τα αποθέματά σου, όσα έχεις, όπως μπορείς, σφίγγεις το στομάχι σου, μικραίνεις, και η τελική σου έκρηξη θα μας πει τι είσαι τελικά. Πόσα είχες, πόσα έκαψες, πόσο έβγαλες από μέσα σου αυτά που είχες, πόσο είπες αυτά που είχες να πεις, πόσο μπουμ έγινες, τι έμεινε, τι μένει, τι θα μείνει σε μερικά χρόνια που κάποιος θα βγει πηγμένος και ζεστός στο μπαλκόνι, και θα πει «υπήρξανε και αυτοί». Ψάχνω το soundtrack της στιγμής, είναι επίπεδο, στρογγυλό, μπλε, και γυρίζει, και είναι το «Space Music» των Nurse With Wound. Παίζει η μισή πρώτη πλευρά. Κλείνει γιατί δεν αντέχω τόση σκέψη και τόσο άστρο, εν μέσω τόσης ζέστης. Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον, στο μπαλκόνι, στη σκέψη, και επιστρέφω στο δωμάτιο. Θέλω black metal, γιατί είναι η καλύτερη μουσική στον κόσμο τέτοιες στιγμές. Βάζω το νέο Nightbringer. Ασύδοτο. Ασύστολο. Κανένα ξέσπασμα. Καμία συγκινιακή φόρτιση. Κανένα εύπεπτο γύρισμα. Σχεδόν όχι μέταλ, μαύρο. Κιθάρες δομημένες για να σκοτώνουν. Έχει πάει αργά όταν τελειώνει, γιατί οι Nightbringer άμα βγάζουν albums ξεχνάνε να τα τελειώνουν. Οι The Howling Wind περιμένουν στη γωνία. Αυτό έχει αρκτικό concept, μου θυμίζει τους Resident του «Eskimo» θεματολογικά, επουδενί τόσο ακραίο, αλλά εδώ ο Ryan θυμήθηκε πως έπαιζε κάποτε στους Thralldom και είπε να κάνει ένα δίσκο ανάλογο των δυνατοτήτων που δεδομένα έχει. Μισάωρο και όπως πρέπει. Το κίτρινο demo των The Deathtrip κλείνει την σημερινή τριλογία, μα για αυτό τα έχουμε ξαναπεί από το 2008. Είναι αεκτζίδικο, και αυτό είναι το μοναδικό του πλην. Για το κλείσιμο και της βραδιάς της ίδιας, ο Mark Lanegan με την Isobell Campell μου ζητάνε να ακούσω για τρίτη φορά σήμερα τα τραγούδια τους, αλλά άλφα είναι ακόμα στον υπολογιστή, και βήτα, τους άκουγα όλη μέρα, και τώρα είναι νύχτα. Το «Hawk» είναι ένα φοβερό album, αλλά θα ρίξω και εγώ την μπάλα σε κάποιον άλλον να μιλήσει εκτενώς για αυτό, μένοντας στο ότι το παλιότερο τραγούδι «The Raven» της δυάδας είναι παναγιάμουσώσε, δεν γράφονται συχνά Τέτοια τραγούδια, δεν υπάρχουν συχνά Τέτοιες φωνές. Τσιγάρο και μπαλκόνι, για ογδοηκοστή φορά. Αν ανησυχήσατε με τις μετακινήσεις, δεν είναι τόσο εύκολη η πολύλεπτη παραμονή σε κάποια εκ των περιοχών, για λόγους τόσο ίδιους, που δεν θα ξαναεπαναλάβω. Τι ακούμε όμως; Τι ακούει το Sonic Death Monkey στη μαύρη νύχτα; Ακούει τον καλύτερο δίσκο του καλοκαιριού, τα πλέον καυτά summer hits, το in da mix νέο δημιούργημα «Baalstorm, Sing Omega» του David Tibet που θέλει τέσσερις δημοσιεύσεις μόνο του, αλλά θα αρκεστώ στο γεγονός πως είναι ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ album, εν αντιθέσει με το προηγούμενο που εδώ που τα λέμε David, σε αγαπάμε, σε λατρεύουμε, σε αγοράζουμε, αλλά ήταν μαλακία. Στο τωρινό αφήνει τις ηλεκτρικές κιθάρες για άλλα συγκροτήματα (και καλά κάνει) και μου θυμίζει γιατί αυτοί οι Current 93 είναι τόσο αξιόλογοι καλλιτέχνες και ρυθμιστές των εσωτερικών μας κόσμων, και ποιητές των δρόμων, και σκοτεινότατοι, και χαβαλέδες, και μουσικάρες από τους λίγους. Απαραίτητο ηχητικό συμπλήρωμα το «Haunted Waves, Moving Graves» album που κυκλοφορεί ταυτόχρονα, και είναι αισθητά πιο πειραματικό και παιχνιδιάρικο. Εδώ πάω μέσα και βάζω το «In Norway» του John Cage. Αυτός ο ανεμιστήρας δεν θα λειτουργήσει απόψε. Ο γέρος στην κρήτη πίνει μια ρακή στην αυλή του, στην υγειά του, και περιμένει. Πίνει άλλη μία. Δεν θα τους πετύχει μια μέρα τους μαλάκες;

against predictions

•16 Ιουλίου, 2010 • Σχολιάστε

Ποιος είχε πει ότι το καλοκαίρι νεκρώνουν οι κυκλοφορίες; Ίσως και γω ο ίδιος κάποια στιγμή, αλλά ο φετινός Ιούλιος έχει βαλθεί να μου βγάζει τη γλώσσα συνεχώς κοροϊδεύοντας μου για τις (ορισμένες φορές) κολλημένες πεποιθήσεις μου. Κάπου ανάμεσα στις παραγγελίες, τα ιντερνετς και λοιπές προτάσεις φτάσαμε να ακούμε εντυπωσιακά πράγματα τις τελευταίες μέρες. Δεν κάνουμε, που δεν κάνουμε τίποτα άλλο, ας ακούμε ωραία μουσική τουλάχιστον.

Τους Sylvester Anfang II, τους ξέραμε, τους εμπιστευόμασταν και τους περιμέναμε. Χτες κατέφτασε διαμέσου του ταλαιπωρημένου ταχυδρομείου η τελευταία τους κυκλοφορία, το «Commune Cassetten» και πέσαμε με τα μούτρα πάνω, ακόμα και κατά τη διάρκεια της απογευματινής δουλειάς. Πλέον τα παιδιά δηλώνουν και ξεκάθαρα ότι θα ήθελαν πολύ να μετακομίσουν στη Γερμανία των mid-70s και μας αποδεικνύουν ότι κανένας δεν θα τους θεωρούσε παράταιρους εκεί. Ο κοινοβιακός κολλεκτιβισμός καλά κρατεί, οι δομές της μουσικής έχουν γίνει ελαφρώς πιο συγκεκριμένες (θα έφτανα να πω μέχρι και ότι groove-άρουν σε σημεία), οι μελωδίες ακόμα πιο εύστοχές, αλλά η ψυχεδέλεια καλά κρατεί. Αν θα μου επιτρέψει κάποιος να γκρινιάξω λίγο για κάτι, είναι ότι θα ήθελα λίγα περισσότερα φωνητικά. Ποτέ δεν θα καταφέρω να σταματήσω να φαντάζομαι μια νεότερη Renate στο σύνολο που ήδη έχουν δημιουργήσει οι Συλβέστροι. Και μπορώ να πω ότι η ελαφριά απομάκρυνσή τους από τις psych folk μέρες των Silvester Anfang δεν με βρίσκει και ιδιαίτερα αντίθετο. Εδώ εχουν πιάσει τη συνταγή και αναμένουμε τις επόμενες απόπειρες (αρκεί να μην το κουράσουν και αυτοί και βγάζουν κυκλοφορία κάθε δίμηνο).

Τους Common Eider, King Eider από την άλλη πλευρά δεν τους ξέραμε, δεν τους περιμέναμε και γι’ αυτό το λόγο δεν θα μπορούσαμε να πούμε αν τους εμπιστευόμαστε. Προερχόμενοι βέβαια από μουσικές οντότητες όπως οι Deerhoof και οι Xiu Xiu (μουσικές οντότητες που προσωπικά δεν με ενθουσιάζουν κιόλας), μάλλον ήταν θετικό το ότι έσκασαν από το πουθενά. «Worn» λέγεται ο δίσκος και δεν αφήνει περιθώρια για πολλές αμφισβητήσεις. Ξεκινούν με αφετηρία ένα ουσιαστικά folk κορμό, αλλά των εξωθούν σε drone και ambient κατευθύνσεις, δημιουργώντας ένα σύνολο παράδοξα καθηλωτικό. Ίσως μια αναλογία θα ήταν οι Elemental Chrysalis, αν και οι Common Eider, King Eider, ακούγοντας αρκετά πιο μονολιθικοί και στοχεύουν στο να βυθίσουν τον ακροατή στους ήχους τους. Λίγο περίεργη για καλοκαιρινή κυκλοφορία, αλλά υποθέτω ότι στα δάση τους έχει περισσότερη δροσιά από ό,τι στην Αθήνα.

Το «Hawk» του Mark Lanegan και της Isobel Campbell δεν προλάβαμε να το ακούσουμε ακόμα καλά, αλλά οι πρώτες εντυπώσεις μας άφησαν με γνωστό χαζό χαμόγελα, καθώς μάλλον θα πρόκειται για μια ακόμα σπουδή στο πως μπορεί η γλυκύτητα να μη γίνεται νερόβραστη. Νομίζω πάντως ότι στο συγκεκριμένο θέμα θα ακολουθήσουν αναλύσεις από τους υπόλοιπους του blog, οπότε σταματάω εδώ και συνεχίζω.

Σχετικά σύντομες αναφορές οφείλουν να γίνουν σε τρεις ακόμα δίσκους. Το «Jitterbug» των Bushman’s Revenge, οι πρώτες νότες του οποίου με άφησαν λίγο με το στόμα ανοιχτό για το πως βγήκε από τη Rune Grammofon, καθώς ξεκινά με ένα ημι-stoner ψυχεδελικό groove που μοιάζει αρκετά μακριά από τις jazz καταβολές της εταιρείας, αλλά η συνέχεια το δικαιολόγησε λίγο καλύτερα. Απαρτιζόμενοι από μουσικούς γνωστών συντροφιών της εταιρείας (Shining, σπόντες απο Supersilent κλπ.) κάνουν πολύ πιο πετυχημένα αυτό που προσπάθησαν να κάνουν οι Shining στο «Blackjazz». Ή μάλλον όχι ακριβώς το ίδιο μια που οι progressive εμμονές των τελευταίων εδώ αντικαθίστανται από το groove του «Masters Of Reality», αλλά η κατεύθυνση παραμένει συγγενική. Ψυχεδέλειες ερμηνευόμενες με free jazz λέξεις. Θα μπορούσε να έχει πάει πολύ στραβά, αλλά οι Νορβηγοί τα κατάφεραν με άνεση. Μετά έρχεται το «Swung From The Branches» των Foxes In Fiction, του οποίου η ζεστότατη glitch/electronica ταιριάζει άψογα με αυτές τις μέρες, δίνοντας μια ακόμα επιλογή για όσους αναζητούσαν αντίδοτα για την απουσία των Boards Of Canada ή του Helios (για το «Unleft» του οποίου πρέπει να μιλήσω κάποια στιγμή καθότι μου ξέφυγε πέρισυ). Σημείωση να μπει στο mp3 player για τις διακοπές, αν πάμε ποτέ. Τέλος, αναφορά να γίνει στην επεξεργασία από τον Fennesz στο «Something That Has Form & Something That Has Not» των On, το οποίο μας έδωσε τη δόση Fennesz που ψάχναμε από τότε που τον είδαμε φευγαλέα στο Synch. Δεν ξέρω πόσο δραστικό ήταν το χέρι του Fennesz στο δίσκο, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι μια ομορφιά, σίγουρα πιο ενδιαφέρον από τις υπόλοιπες δουλειές του Sylvain Chauveau. Υποψιάζομαι ότι άλλα μέλη του Sonic Death Monkey θα τρέξουν να αρπάξουν και το «Your Naked Ghost Comes Back at Night» των ίδιων, στο οποίο έβαλε το χεράκι του ο Deathprod.

Αυτά από μας, τελείωσε ο καφές και σε καμιά ώρα θα πρέπει να ετοιμαζόμαστε για τη δουλειά μας.

fault

•14 Ιουλίου, 2010 • Σχολιάστε

Got a monkey on my back
M-M-Monkey on my back back back back
Gonna change my ways tonight
Nobody’s fault but mine

yet another now playing discussion

•13 Ιουλίου, 2010 • 4 Σχόλια

Τι άκουσε λοιπόν το Sonic Death Monkey τις τελευταίες μέρες, περιδιαβαίνοντας τους αποπνικτικά ζεστούς Αθηναϊκούς δρόμους μέρα και νύχτα; Διάφορα πράγματα που μας έκαναν να αναθαρρήσουμε και να ασχοληθούμε περισσότερο με το σπορ, αρκετά περισσότερο από ότι τις προηγούμενες βδομάδες.

Ακούσαμε το καινούριο album της Μονικας. Album που είμαι πεπεισμένος ότι θα εκτοξεύσει το hype σε ακόμα πιο δυσθεώρητα ύψη, καθώς ήδη δεν έχει προλάβει να κυκλοφορήσει και έχει αρχίσει να παίζει μέχρι και στο Σκάι σε άσχετες εκπομπές. Περιμένω την επόμενη εμφάνιση στο Θέατρο Βράχων για να γελάσω με το εισιτήριο. Και όμως το album είναι για μια ακόμα φορά αριστουργηματικό και με αποτρέπει από το να αντιπαθήσω το φαινόμενο Μόνικα. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο το πόσο ταλέντο φανερώνει το song-writing αυτού του δίσκου. Μπράβο λοιπόν και αφήστε τα υπόλοιπα να γίνονται γελοία.

Αντίθετα, ξανάκουγα σήμερα γυρίζοντας από τη δουλειά το «Returnal» των Oneohtrix Point Never, album για το οποίο επίσης έχει αρχίσει να σηκώνεται σούσουρο στα εναλλακτικά τοπία, το οποίο αν και έχει τις στιγμές του, δεν με ενθουσίασε. Υπερβολικά midi για να είναι ορχηστρικό και υπερβολικά αναλογικό για να είναι electronica. Δεν θα μπω στη σειρά των θαυμαστών του.

Για το μινιμαλισμό των ημερών έχουμε τα φετινά album των Max Richter («Infra») και Pleq («Our Frozen Words»). Πανέμορφα και τα δυο, αρκετά πιο ηλεκτρονικό το soundtrack του Richter, ενώ το Pleq έχει κρατήσει μόνο τον ambient πυρήνα της μουσικής του και ξεγυμνώνει ακόμα και την ήδη μινιμαλιστική μουσική τους. Μπορεί να άργησε λίγο να φτάσει εκ Καναδά το cd-r αλλά το άξιζε και με το παραπάνω.

Ακούσαμε και την ψυχεδέλεια του Sabbath Assembly. Μπορεί θεματολογικά να γελάμε από μέσα μας, αλλά μουσικά, όχι απλά βρήκε στόχο, αλλά τον εξαΰλωσε. Να το ακούσετε.

Επόμενα στη λίστα είναι τα καινουρια των Fol Chen, την συνεργασία των Matmos με τους So Percussion, το «Space Rock Tulip» των 3 Leaf και φυσικά με μεγάλη χαρά και ανυπομονησία περιμένουμε να ακούσουμε το καινούριο album των Sun Kill Moon.

Τέλος να αναφέρω ότι ψάχνοντας κανένα ραδιόφωνο για τη δουλειά, είπα να δοκιμάσω τον poplie και ομολογουμένως είναι άκρως συμπαθητική προσπάθεια, ακόμα και αν γίνεται υπερβολικά indie μερικές φορές. Πάντως, όπως και να το κάνουμε, τίποτα δεν δικαιολογεί την επιλογή της Αλίκης Βουγιουκλάκη για playlist οτιδήποτε πράγματος θέλει να λέγεται μουσικό ραδιόφωνο. Καλύτερα να βάζατε spoken word album του Γιάννη Παπαμιχαήλ. Αλλά δε πειράζει είμαστε καλά παιδιά και το παραβλέπουμε.

simple divinities

•11 Ιουλίου, 2010 • Σχολιάστε

«The seed of an old star/Is the beat of a new/The stones you choose to turn/Holds the one’s the karma about you earn/And if boredom is joy, you’re a/Stranger – a toy in/the hands of the few/Of the one’s you once knew/If it’s all just a game-/Every day remains the same»

Δεν ξέρω πως να πω αυτό που σκέφτομαι και να μην ακουστώ συγκαταβατικός, κάτι που είναι όσο πιο μακριά γίνεται από τον χαρακτήρα των σκέψεών μου. Δεν ξέρω καν πως κατέληξα στην αναπόληση, ίσως γιατί για κάποιο περίεργο λόγο κόλλησε στο μυαλό μου εκείνο το δίστιχο από το «Summer’s End», «winter’s here/in summer season». Λίγο πρόωρο βέβαια να το σκέφτεσαι αυτό, μια που δεν έχουμε μπει ούτε στα μέσα του Ιουλίου. Καθώς διακοπές δεν προβλέπονται βέβαια, ίσως να έχει τελειώσει το καλοκαίρι μας ήδη και να μην το έχουμε συνειδητοποιήσει. Ας επιστρέψουμε στους φίλους Amorphis όμως. Μετά το «Summer’s end» το μυαλό άρχισε να κάνει εκείνες τις αυτόματες και στιγμιαίες συνδέσεις που κάνουν τα μυαλά μερικές φορές και το «Summer’s End» με οδήγησε στο «Divinity», το οποίο με οδήγησε στο «The Divinity Of Wisdom» των In The Woods, το οποίο μας οδήγησε στο «Karmakosmik» (εδώ αρχίζουμε να χαμογελάμε κιόλας) και το οποίο με οδήγησε να σκεφτώ τον εαυτό μου εκεί στα μέσα προς τέλη των 90s. Ίσως βοήθησε και το γεγονός ότι σε κυριακάτικη βόλτα σήμερα πέτυχα και παλιό φίλο από το σχολείο που είχα να δω τουλάχιστον δέκα χρόνια. Άραγε όσο μεγαλώνουμε πάντα θα κοιτάμε το παρελθόν ως «απλούστερες εποχές»; Είναι δεδομένο ότι όλες οι εκφάνσεις της ζωή μας θα γίνονται πιο πολύπλοκες με τον καιρό; Η σχέση με τη μουσική σίγουρα έχει γίνει πιο πολύπλοκη. Μόνο και μόνο τις διακλαδώσεις που έχουν δημιουργηθεί τα χρόνια αυτά να υπολογίσεις αρχίζεις και χάνεσαι πλέον. Πράγματα μένουν πίσω, πράγματα υπενθυμίζονται, άλλοτε σπάνια, άλλοτε πιο συχνά, καινούριοι πλανήτες που εμφανίζονται στον ουρανό, και σχέσεις μεταξύ όλων αυτων που μοιάζουν με αφηρημένη τέχνη. Ήταν σαφώς απλότερες οι εποχές τότε. Δεν πιστεύω πάντως ότι η πολυπλοκότητα έχει μειώση την ένταση, την απόλαυση ή τα συναισθήματα. Αλλά νομίζω ότι πάντοτε θα έρχονται οι στιγμές, κατά τις οποίες το κεφάλι μας θα έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο πηξίματος, που θα αναπολούμε την απλότητα των παλαιότερων χρόνων (δεν θα πω της νεότητας μας καθότι, σε γενικές γραμμές δεν είμαι αρκετά γελοίος για να πιστεύω πραγματικά ότι έχουμε γεράσει).

Κάποια στιγμή θα υπάρξει μια γενικότερη ματιά στο παρελθόν και θα είναι ευκαιρία να ξεθάψουμε και πράγματα που έχουν πιάσει σκόνη που δεν τους αξίζει. Κάτι τέτοιες στιγμές, επίσης, με πιάνει μια απορία για το τι γίνεται με όλους αυτούς που κατά καιρούς χάνουμε επαφή. Το ίδιο σκεφτόμουν και όταν βγήκε το τελευταίο Lake Of Tears (συμπαθητικό album). Και το μέγα ερώτημα είναι: «Γιατί ενώ το παρελθόν κάποιων μουσικών συνεχίζει να μας κάνει να ανατριχιάζουμε, δεν μπορούμε να συνδεθούμε με το παρόν τους;». Όχι ακριβώς food for thought, αλλά για ένα γρήγορο σνακ κάτι θα κάνει. Και για να καληνυχτίσουμε στο πνεύμα της αναπόλησης…

το sonic death monkey σας εύχεται καλές διακοπές και καλό καλοκαίρι

•9 Ιουλίου, 2010 • Σχολιάστε

Μια που εμείς δεν προβλέπεται να πάμε φέτος, επιλέξαμε (δηλαδή εγώ επέλεξα, οι υπόλοιποι μάλλον θα σας πούνε άλλα πράγματα) τους δίσκους που μας άρεσαν περισσότερο το πρώτο μισό του 2010 και αποφασίσαμε να κάνουμε έναν απολογισμό χωρίς πολλά πολλά λόγια. Δεν ξέρω τι από όλα αυτά θα φτάσουν στη λίστα στο τέλος του 2010, αλλά εγώ αγάπησα. Δυστυχώς δεν έχω ακούσει όση μουσική θα ήθελα και έχω περάσει ένα σχετικά μεγάλο διάστημα φέτος που δεν είχα ιδιαίτερη όρεξη για μουσική. Δεν φλυαρούμε όμως άλλο. Δείτε τα, ακούστε τα και άμα δε βαριέστε πείτε καμιά γνώμη.

a silver mt. zion memorial orchestra – kollaps tradixionales
excepter – presidence
motorpsycho – heavy metal fruit
jaga jazzist – one-armed bandit
yesayer – odd blood
eluvium – similes
le sang song – le sang song
balmorhea – constellations
moon duo – escapes
voice of the seven thunders – voice of the seven thunders
daniel bjarnason – processions
mulatu astatke – mulatu steps ahead
valgeir sigurdsson – draumalandid
major stars – return to form
kammerflimmer kollektief – wilding
aAirial – incoercible
recue – leftover love
kkoagulaa – aurum nostrum non est aurum vulgi
anna rose carter – silver lines
65daysofstatic – we were exploding anyway
the mynabirds – what we lose in the fire
scott tuma – dandelion
the dead weather – sea of cowards
mugstar – …sun, broken…
trentemoller – into the great wide yonder
olafur arnalds – and they have escaped the weight of darkness
stafraenn hakon – sanitas
rafael anton irisari – reverie
a forest of stars – opportunistic thieves of spring
sabbath assembly – restored to one

addicted to the stars (again)

•6 Ιουλίου, 2010 • Σχολιάστε

Τι πιο υπερβατικό από το να ανακαλύπτεις 5 χρόνια αφού το άκουσες για πρώτη φορά, ένα από τα πιο όμορφα πράγματα που έχουν γραφτεί ποτέ και το οποίο είχε έρθει να ντύσει ένα από τα πιο όμορφα film που έχουν γυριστεί ποτε.

και επειδή νιώθουμε συγκινημένοι δεν θα το αφήσουμε μόνο του

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε