Ανέκαθεν υποστήριζα πως ο ρόλος της μουσικής, πέραν της –προφανούς- emotional ηχητικής δράσης της, είναι να αφυπνίζει με τον τρόπο της τον ακροατή. Ο τρόπος αυτός δεν είναι κάτι συγκεκριμένο για τον καθένα, για αυτό και –προφανώς- “ξυπνάμε” με διαφορετικά πράγματα. Αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Χτες το απόγευμα ας πούμε, που είπα να κάνω ένα tribute στον Jac Berrocal παρέα με ένα κερασμένο h1n1, δύο βιβλία μηχανικής και ένα κάπως κουρασμένο βλέμμα (ίσως και ανοιχτό στόμα), δεν πήρα χαμπάρι τους διαρρήκτες που εισέβαλλαν στο κάτω διαμέρισμα σπάζοντας μυστηριωδώς τον αφαλό της πόρτας και μην πειράζοντας –ακόμα πιο μυστηριωδώς- κοτζάμ σύρτη. Ωραία φάση, η αστυνομία ήρθε μόλις μετά από τέσσερις ώρες, μας είπε «να προσέχουμε» και έφυγε. Παρένθεση. Να, η αστυνομία για παράδειγμα, παντελώς άχρηστη. Σε εκατοντάδες συζητήσεις περί (καθολικής αμφισβήτησης της) χρησιμότητας αυτής, η μοναδική αυστηρά περίπτωση που θα μπορούσε να συζητηθεί είναι η παροχή μιας κάποιας χειρός βοηθείας σε μια άλφα κατάσταση διάρρηξης. Καταρρίφθηκε πανηγυρικά. Κλείνει. Η παρένθεση. Αυτό ήταν ένα παράδειγμα. Ποτέ πια Jac Berrocal τα Σάββατα. Τις περισσότερες φορές, και –κυρίως- τις περισσότερες Κυριακές πιάνει όμως. To κόλπο. Της αφύπνισης. Εδώ και τέσσερις ώρες σερί ακούω το “Our Earth’s Blood IV” (θεϊκός τίτλος;) των Bastard Noise. Και είναι όλα καλά. Αυτό είναι ένα πενταπλό album που περιέχει και αρκετές συνεργασίες των Bastard Noise με τους Sickness, Bizarre Uproar, Merzbow, Government Alpha και άλλα καλά παιδιά και μη. Το άκουσμα είναι επιληπτικά ηδονικό και δεν έχω ιδέα σε τι *ακριβώς* με αφυπνίζει, αλλά σίγουρα το κάνει. Αλλά είναι δικιά τους φάση. Δεν δίνουν τροφή για συζητήσεις περί «της εξέλιξης του ακραίου ήχου». Δεν αντιπροσωπεύουν κάποια «κραυγή μιας γενιάς που βιώνει την κοινωνική και πολιτιστική εξαθλίωση» ούτε συμβολίζουν απαραιτήτως «την απόγνωση του σύγχρονου ανθρώπου που στην περίοδο του ύστατου μηδενισμού του έχουν απομείνει μόνο τα ζωώδη ένστικτα». Ούτε κάτι τέτοιο γλυκανάλατο, που συνήθως είναι αρκετό για να βγάλεις ένα album και να μισείς αορίστως ό,τι κινείται, σε δέκα τίτλους και πέντε ατμόσφαιρες. Οι Bastard Noise είναι ψηλά στην κλίκα του power electronics για να υποπέσουν στα πρωτογενή του πταίσματα. Ούτε εύκολο μου φαίνεται αυτό που κάνουν. Το αντίθετο. Είναι όμως τόσο ψυχωμένο και αβίαστα ακραίο που δεν γίνεται να μην το εξετάσω και από το κάπως πιο κοινωνικό του πρίσμα. Να μπω στον πειρασμό έστω. Ίσως. Μια μικρή προσέγγιση, είναι πως οι Bastard Noise είναι project των Man is the Bastard, οι οποίοι, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο υπήρξαν μια καθαρά πολιτική μπάντα που φώναζε για ακτιβισμό και –μεταξύ άλλων- έκανε μουσική για να συνοδεύσει τα spoken word του Mumia Abu-Jamal. Στη σωστή μεριά, είναι ξεκάθαρο. Και κάπως σπάνιο στα χωράφια τους. Μόλα ταύτα, αυτό το ψυχεδελικό σκοταδόψυχο πράγμα που πηγάζει από τα έγκατα του στομαχιού τους, βγάζει ένα αντιδιαμετρικά απαισιόδοξο feeling. Θυμάστε που σας έλεγα για κοινωνικό πρίσμα; Γαμήστε το, με έχει καταπιεί η μαύρη άβυσσος λέμε. Τέσσερις ώρες ακούω συγκλονιστική ambient να διακόπτεται από τα πιο ακραία blackmetal ουρλιαχτά που παίζουν εκεί έξω, τα αντίστοιχα power electronics φωναχτά, όλα αυτά με τις απαραίτητες (ισχυρές) noise προσθήκες και ένα (πενταπλό) δίσκο κομμένο και ραμμένο για να σου επιτεθεί, να σου φωνάξει στο αυτί υστερικά αυτά που έχει να σου φωνάξει, να σου μοιράσει μερικές σφαλιάρες και να σε κάνει να σταθείς προσοχή. Σκέφτομαι πως μόνο κάτι Whitehouse/Sutcliffe Jügend μπορούν να το κάνουν αυτό τόσο καλά στο χαλαρό. Το «Our Earth’s Blood» έχει αυτό το εντελώς συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του να περιγράφεις μερικά εντελώς άβολα πράγματα που αφορούν την ανθρωπότητα με την προσδοκώμενη συνάρτηση αηδίας, απαισιοδοξίας και έντασης στη χρυσή τους αναλογία για να βγάζουν σοβαρό νόημα. Τους έχω στο μυαλό μου κοντά στους Eyehategod για κάποιο λόγο, όχι μουσικό, ίσως για το στιχουργικό/αισθητικό, μα τούτοι εδώ είναι αλήθεια υστερικοί. Δεν επεδίωξα μια καλύτερη περιγραφή στον ήχο διότι δεν είχε νόημα, το συγκεκριμένο απλά το ακούς και νιώθεις, δεν πάει αλλιώς. Στο πρώτο cd ήμουν οκ. Στο δεύτερο επίσης οκ. Στο τρίτο κάτι είχε αρχίσει να γίνεται τριγύρω, σκεφτόμουν περίεργα πράγματα, στο τέταρτο είχα ιδρώσει και έκανα νευρικές κινήσεις, είχαν θολώσει τα γυαλιά μου, έπινα νερό και φαντάζομαι έδειχνα ιδιαίτερα ψυχασθενής, ενώ στο πέμπτο πια, και συγκεκριμένα στο «A Mother’s Tears» μου έγινε κατανοητό πως αν είχε μαζευτεί το επιτελείο του αιγυπτιακού στρατού (νίκη του λαού σου λέει μετά, να αναλαμβάνει ο στρατός) στον πρώτο, πάλι χαμπάρι δεν θα παιρνα. Αυτά τα λίγα. Δύο κομμάτια από το album :
counting
•12 Φεβρουαρίου, 2011 • ΣχολιάστεWe all do what we can
We endure our fellow man
And we sing our songs to the headframe’s creaks and moans
ladies’ night out
•9 Φεβρουαρίου, 2011 • ΣχολιάστεΤις τελευταίες μέρες τρία album έχουν μονοπωλήσει το χρόνο των playlist μου. Και οι τρεις δίσκοι έχουν ιδιαίτερα έντονη την γυναικεία παρουσία και είναι αρκετός καιρός από τότε που άκουσα τελευταία φορά τόσους μαζεμένους. Και μια που για το καινούριο Burzum δεν βλέπω να έχει βρει χώρο εδώ ακόμα, είναι μια καλή ευκαιρία να μιλήσουμε γι’ αυτούς.

Felix – You are the one I pick (Kranky, 2009)
Το ντουέτο των Felix μπορεί να ηχογραφεί για μια δισκογραφική εταιρεία που δεν φημίζεται για τον pop χαρακτήρα της και να μπορεί να διατυμπανίσει στενή συγγένεια με το ambient μεγαθήριο που λέγεται Stars Of The Lid (η Lucinda Chua περιόδευε μαζί τους – το άλλο μισό τους είναι ο κιθαρίστας των Lords, Chris Summerlin), αλλά δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω ως κάτι άλλο από έναν εξαιρετικό pop δίσκο. Ναι, χρησιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό ορχηστρικά σημεία (κυρίως με έγχορδα). Ναι, έχει μαζέψει κάποιες συνθετικές ιδέες από τα πιο normal συγκροτήματα της Kranky. Ναι, οι στίχοι της Chua, συχνά απομακρύνονται από τις αναμενόμενες pop οδούς. Τελικά όμως αυτό που απομένει στον πυρήνα της μουσικής τους είναι το πιάνο και τα φωνητικά της Chua και η κιθάρα του Summerlin να δομούν τραγούδια με όμορφες μελωδίες που ακολουθούν στρωτούς δρόμους και ακούγονται ιδιαιτέρως ευχάριστα. Πάνω από όλα ομως διατηρεί ένα ξεχωριστό χαρακτήρα, τον οποίο δικαιολογεί το παρελθόν των δυο μουσικών. Δεν ξέρω αν ανέδειξε η Kranky τις αρετές των Felix, εγώ ανακάλυψα τυχαία το δίσκο ενάμιση χρόνο μετά, χωρίς να έχω ακούσει τίποτα γι’ αυτούς, οπότε δεν ξέρω αν γενικά έκανε αίσθηση το ντεμπούτο τους. Επίσης, δυστυχώς, από όσο βλέπω δεν αναφέρεται και καμιά κίνηση για νέο δίσκο, όμως ελπίζω να συνεχίζουν. Το «You are the one I pick» είναι από εκείνους τους ουσιαστικά όμορφους δίσκους, που μπορεί να μην αλλάξουν τη ζωή σας, αλλά που κάθε φορά που θα τους ακούτε, θα αναγνωρίζετε τις ικανότητές τους να αναπτύσσουν πολυποίκιλα τα ηχοχρώματά τους χωρίς να καταφεύγουν σε πειραματικές κατευθύνσεις. Όλα αυτά που θα έπρεπε να κάνει ένας καλός pop δίσκος δηλαδή.

Lia Ices – Grown Unknown (Jagjaguwar, 2011)
Και ο δεύτερος δίσκος έρχεται από μια μουσικό, η οποία εκ πρώτης όψεως, μοιάζει λίγο περίεργη ανάμεσα στο roster της εταιρείας της. Η Lia Ices είναι μια κλασσική singer/songwriter με τα περισσότερα (μπαλαντοειδή) στοιχεία που περιλαμβάνει αυτός ο όρος. Δυστυχώς δεν έχω ακούσει ακόμα το πρώτο της album για να κάνω συγκρίσεις, αλλά στο «Grown Unknown» φαίνεται να έχει ρίξει στο μίγμα της και κομμάτια του «Jagjaguwar sound». Η ατμόσφαιρα είναι λιγο πιο σκοτεινή από τις συνηθισμένες μπαλάντες των πιο κλασσικών singer/songwriters, ενώ πότε πότε και μερικές ηλεκτρικές κιθάρες κάνουν την εμφάνισή τους για να προσθέσουν λίγη ενέργεια στους ήχους της Ices. Ο δίσκος στο μεγαλύτερο μέρος του κινείται σε αρκετά απλές δομές, ίσως ηθελημένα, για να δώσει περισσότερο χώρο στην εξαιρετικότατη φωνή της κυρίας αυτής. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι οι ενορχηστρώσεις είναι κάτι λιγότερο από λεπτομερώς δουλεμένες. Αρκούντως μελαγχολικό, αλλά και αρκετά παράξενο ώστε να κλείνει πότε πότε το μάτι σε αυτούς που περίμεναν πιο συμβατικά πράγματα. Το μόνο που θα του χρειαζόταν ίσως θα ήταν λίγο πιο «δραματικές» συνθέσεις για να συνεπάρει τον ακροατή ολοκληρωτικά. Κάθε φορά που πάω να σκεφτώ τον ορισμό του τέλειου από πλευράς συνθέσεων singer/songwriter album, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό μου είναι το πρώτο album του Tom McRae, σαφώς πιο «ορθόδοξο» από προσπάθειες όπως το «Grown Unknown», αλλά ένας συνδυασμός των παιχνιδιών και ακροβασιών της Lia Ices με την αμεσότητα ενός μουσικού όπως ο McRae θα κατέληγε σε πραγματικά μεγαλειώδη αποτελέσματα.

Metal Mountains – Golden Trees (Amish Records, 2011)
Το τελευταίο της παρέας είναι επίσης φετινό και πρόκειται για το ντεμπούτο του νέου σχήματος της Helen Rush των/της Tower Recordings και συνεχίζει σε παρόμοια psychedelic folk πεδία. O δίσκος είναι αυτός που απόλαυσα μάλλον περισσότερο από τους τρεις, πράγμα λογικό εξαιτίας της ψυχεδελικής πτυχής του, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Και εδώ δεν έχουμε εξάρσεις, οι ρυθμοί είναι αργοί και οι μελωδίες κυριαρχούν, όμως είναι τόσο όμορφες που σε σαγηνεύουν με περισσή άνεση. Η ατμόσφαιρα που δημιουργούν δεν είναι εντελώς χαμένη, αλλά οι χώροι που σχηματίζονται από τους ήχους της μουσικής είναι αρκετά ανοιχτοί ώστε να σε αφήνουν να εξαφανιστείς μέσα τους. Παραμένει όμως και ένα πολύ συναισθηματικό και άμεσο album, το οποίο μπορεί να συγκινήσει και να ταιριάξει ακόμα και στις λιγότερο ταξιδιωτικές στιγμές σας. Επίσης χαζεύοντας τώρα στο internet γι’ αυτούς, βλέπω ότι θα παίξουν με James Blackshaw και Meg Baird τον Μάρτιο και ζηλεύω απίστευτα. Μπορεί να μην είναι πολύ του χαμού, αλλά το Sonic Death Monkey στηρίζει τις ακουστικές ψυχεδέλειες των Metal Mountains.
going to the movies
•7 Φεβρουαρίου, 2011 • 3 ΣχόλιαΕπτά λεπτά μετά τις 11 και βρίσκομαι στο συνηθισμένο σημείο για τις τελευταίες Κυριακές, δηλαδή στον καναπέ μου με την καναπεδο-κουβέρτα μου και το Sonic Death Monkey στην επιλογή new post μπροστά μου. Όχι οτι έχω κάτι συγκλονιστικά συγκλονιστικό να πω δηλαδή, αλλά ήταν ένα πολύ ωραίο σαββατοκύριακο και με έπιασε η όρεξη να φλυαρήσω λίγο ακόμα πριν πάω να συναντήσω το κρεβάτι μου μέχρι την αρχή της επόμενης εβδομάδας. Είχα καιρό να παρακολουθήσω τόσο κινηματογράφο όσο αυτές τις δυο μέρες και είχα ακόμα περισσότερο να δω καμιά σοβαρή ταινία (το πως εννοώ τον όρο σοβαρή ταινία δεν θα κάτσω να τον αναλύσω εδώ). Αυτή τη φορά αποφασίσαμε να ξεκουραστούμε και να αναπληρώσουμε λίγο από το χαμένο έδαφος, όχι ότι έλειψαν και οι εγκεφαλικά νεκρές καταστάσεις (σινεμά, ποπ κορν και «Season of the witch» – στο οποίο για μια ακόμα φορά ο Cage αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να βγάλει εις πέρας ένα ρόλο πιο μονοδιάστατο και από μια ευθεία γραμμή).
Για το κύριο πιάτο της ημέρας είχαμε δυο ταινίες που είχαν να κάνουν αρκετά έως αποκλειστικά με τη μουσική, τη μια την αναζητούσα να τη δω εδώ και καιρό, ενώ την ύπαρξη της άλλης γνώριζα αλλά μέχρι σήμερα δεν είχα βρει την όρεξη να κάτσω να τη δω. Το πρώτο ήταν το «Soul Kitchen» και το δεύτερο το «Bird». Το «Soul Kitchen» ήταν από εκείνες τις ημι-ανεξάρτητες παραγωγές που μοιάζουν καταδικασμένες να τις συμπαθήσεις. Ωραίοι ημι-loser χαρακτήρες, συμπτώσεις που σε κάνουν να χαμογελάς, γλυκύτητα στην ατμόσφαιρα, ευχάριστα καμμένες καταστάσεις και, πάνω από όλα, τη μουσική να είναι στο background αλλά να μοιάζει να έχει ποτίσει κάθε μόριο της ταινίας. Το soundtrack ενδιαφέρον από διάφορες απόψεις, άλλωστε πότε είδατε στην ίδια κυκλοφορία Curtis Mayfield και Locomondo; Θα προτιμούσα πάντως την original εκτέλεση της «Φραγκοσυριανής», ο Βαμβακάρης σίγουρα θα ταίριαζε περισσότερο στη soul αισθητική της indie ταβέρνας του Zinos Kazantzakis (αν και προβλέψιμη η επιλογή του ονόματος, ομολογουμένως ταιριαστή). Ευτυχώς δεν πήγαινε να πουλήσει Έλληνες-του-Εξωτερικού κουλτούρα και λειτουργούσε κάπως πιο διακριτικά, στοιχείο που το έκανε σαφώς πιο επιτυχημένο.
Το «Bird» από την άλλη πλευρά ήταν από εκείνες τις ταινίες που πάντα φοβόμουν λίγο να δω. Έχουμε μιλήσει σχετικά μπόλικες φορές για το θέμα jazz και τις διάφορες πτυχές, όσο και για το θέμα βιογραφίες μουσικών. Η αντίδραση μου στο «Bird» ήξερα ότι θα είναι η ίδια με αυτή κατά την ανάγνωση του «But Beautiful» και γι’ αυτό μόνος μου δεν το έπαιρνα απόφαση να κάτσω να το δω. Δεν είχα άδικο, η βιογραφία του Charlie Parker είναι μια ιδιαιτέρως λυπητερή ταινία, σαφώς και γιατί επικεντρώνεται στα προβλήματα του μουσικού περισσότερο από ότι στις δημιουργίες του. Από την άλλη πλευρά όμως, τα ναρκωτικά, το ποτό και η ατμόσφαιρα αυτοκαταστροφής ήταν άρρηκτο σημείο όλης εκείνης της μουσικής σκηνής, όπως και πολλών προηγούμενων ή επόμενων εδώ που τα λέμε. Δεν ξέρω αν είναι ειρωνικό ή λογική συνέχεια που τόση ανθρώπινη μιζέρια οδήγησε στη δημιουργία τόσο «ντελικάτης» ομορφιάς. Να θυμηθώ να αγοράσω το «Charlie Parker with Strings» την επόμενη φορά που θα βρεθώ σε δισκοπωλείο. Επίσης θα δηλώσω εδώ για μια ακόμα φορά την αμέριστη συμπάθειά μου στον Forest Whittaker.
Τελειώνοντας θα ήθελα να ζητήσω την βοήθεια των 2,5 αναγνωστών μας στην ανεύρεση του soundtrack του Nord, καθώς οι μέχρι τώρα προσπάθειές μου δεν έχουν αποδώσει. Το έπαθλο θα είναι διπλό cd με γνωστά hits του 2000!
Better never, than late
•1 Φεβρουαρίου, 2011 • ΣχολιάστεΠριν από πολλά χρόνια, ένας φίλος κοίταξε έναν φίλο και μαζί κοίταξαν πέρα από αυτά που έβλεπαν, και είδαν έναν ωκεανό.
Την χρονιά που πέρασε, δεν άκουσα τόση μουσική όσο άλλες χρονιές. Για κάποιο λόγο στο μουσικό σκηνικό μου βρέθηκαν περισσότερο δίσκοι από την δεκαετία που πέρασε παρά από το 2010 συγκεκριμένα. Εδώ και αρκετά χρόνια έχω σταματήσει να κυνηγάω την μουσική με τις ταχύτητες που τρέχει. Αντιθέτως, η σχέση μου μαζί της είναι στην ουσία της, μια σχέση μακροχρόνιας στέγασης. Όταν βρίσκεσαι στην παρουσία της, είσαι περισσότερο στο σπίτι σου από οτιδήποτε άλλο. Στο σπίτι σου δεν φροντίζεις όλα να είναι τέλεια, καμιά φορά θα περπατήσεις και με τα παπούτσια στο ζεστό χαλί. Θα σπάσεις πράγματα στην κουζίνα, θα χαλάσουν οι συσκεύες. Θα το κάνεις χάλια και μετά θα το ξαναφτιάξεις. Κυρίως όμως, το σπίτι σου αποτελείται από αναμνήσεις, γι’αυτό και είναι σπίτι σου.
Πόσο εύκολο ή πόσο δύσκολο είναι να δεις την μουσική σαν σπίτι, σαν φιλία ή σαν ωκεανό το αφήνω σε σένα. Άλλες φορές γίνεσαι παιδί ξανά, με κάτι σαν την grudge, άλλες φορές νιώθεις στο πετσί σου πόσο μεγάλωσες με τον Peter Hammill. Υπάρχουν φορές που θυμάσαι πόσο ερωτεύτηκες με τους Motorpsycho και πόσο καλά πέρασες με την ηλεκτρονική μουσική, πόσες φορές έκανες την υπέρβαση με τους Waterboys.
Και έτσι τα χρόνια περνούσαν, ο ένας φίλος έφευγε καθώς ο άλλος έμενε να κοιτάζει αλλά ο ωκεανός πάντα εκεί, σταθερός και απαράλλακτος σαν ένα σπίτι. Στο μυαλό μου, το σπίτι, ο ωκεανός, η μουσική και η φιλία είναι το ίδιο πράγμα. Μια αγία τετράδα που με έβγαλε αλώβητη από πολλές προσπάθειές μου να κολυμπήσω και να μείνω στην επιφάνεια. Στο μυαλό μου, ο φίλος είναι η μουσική και το σπίτι μου και το σπίτι μου είναι ο φίλος και ο ωκεανός που πάντα επιστρέφω να κοιτάζω. Και σαν τον φίλο που φεύγει και επιστρέφει, ξαναγυρνάω στους δίσκους που θα μείνουν για πάντα στο μυαλό μου ως προσωπικά κομβικά σημεία.
Δεν βάζω σειρά προτίμησης και νούμερο 1 δίσκο για φέτος, δε μου κάνει ιδιαίτερο κέφι. Αυτό που παρατήρησα όμως είναι πως η αγαπημένη μου country/bluegrass έκανε πάταγο φέτος, με απίστευτες δουλειές. Η χρονιά που πέρασε βέβαια θα είναι για πάντα η χρονιά που ο Cash ακούστηκε για τελευταία φορά σε δικό του δίσκο. Ευχαρίστηση μου προκάλεσε και το γεγονός πως ο Bingham δεν έμεινε στην επιτυχία του Crazy Heart.
Robert Plant – Band of Joy (Decca)
Neil Young – Le Noise (Reprise)
Grinderman – Grinderman 2 (Mute)
The Roots – How I got over (Def Jam)
The Dead Weather – Sea of Cowards (Third Man Records / Warner Bros Records)
Ryan Bingham and the Dead Horses – Junky Star (Lost Highway)
Phosphorescent – Here’s to taking it easy (Dead Oceans)
Ray LaMontagne and the Pariah Dogs – God Willin’ and The Creek Don’t Rise (RCA)
Justin Townes Earle – Harlem River Blues (Bloodshot Records)
Mavis Staples – You are not alone (Anti-)
Black Mountain –Wilderness Heart (Jagjaguwar)
Black Dub – Black Dub (Jive Records)
Sufjan Stevens – The Age of Adz (Asthmatic Kitty)
Johnny Cash – American VI: Ain’t no grave (American Recordings)
Gil-Scott Heron – I’m New Here (XL Recordings)
The Black Keys – Brothers (Nonesuch)
The Radio Dept. – Clinging to a scheme (Labrador)
Broken Social Scene – Forgiveness Rock Record (City Slang)
Carolina Chocolate Drops – Genuine Negro Jig (Nonesuch)
The National – High Violet (4AD)
Φέτος, περάστε καλύτερα.
smile
•30 Ιανουαρίου, 2011 • ΣχολιάστεΑν υπάρχει κάτι από το οποίο δεν θα γλυτώσει ποτέ αυτό το blog είναι από τα δύσθυμα κυριακάτικα post, τα οποία τουλάχιστον σε ότι αφορούν σε εμένα είναι πάνω από τις δυνάμεις μου να σταματήσω. Όχι ότι θέλω κιόλας εδώ που τα λέμε. Σαραντα-πέντε λεπτά πριν τις 12 και η σημερινή μέρα έφερε στα μέλη του Sonic Death Monkey κούραση, νύστα, τρεξίματα και δουλειά, βαρεμάρα, προβληματισμούς και, κυρίως, αποχαιρετισμούς φίλων που επέστρεφαν στα σπίτια τους χωρίς να πολυθέλουν. Η τελεία, τουλάχιστον για μένα, θα μπει πριν καν ολοκληρωθούν και οι 24 ώρες της ημέρας, καθότι μια δύσκολη βδομάδα είναι έτοιμη να ξεκινήσει και οι δυνάμεις έχουν ήδη εγκαταλείψει τον αγώνα.
Όμως…
We burnt to the ground
left a view to admire
with buildings inside church of white.
We burnt to the ground left a grave to admire.
And as we reach for the sky, reach the church of white.
A Sunday smile you wore it for a while.
A Sunday mile we paused and sang.
A Sunday smile you wore it for a while.
A Sunday mile we paused and sang.
A Sunday smile and we felt true. (and)
ΠιΕς: Ο Μανώλης θα θέλει φυσικά να σας πει για το νέο Burzum που leak-αρε και μπορεί να είναι καλύτερο από το «Belus», ο Μάνος θα κάνει κάποιο σχόλιο περί ανοιχτόμυαλων αριστερών πεποιθήσεων του συντρόφου Varg και η Έλενα θα κουνάει ελαφρώς συγκαταβατικά το κεφάλι. Εγώ δε λέω τίποτα γιατί δεν έχω τίποτα συγκλονιστικό να πάω, οπότε σκάω και πάω για ύπνο.
a mirror within a mirror
•29 Ιανουαρίου, 2011 • ΣχολιάστεΠαρασκευή βράδυ, πονοκέφαλος, κούραση και κρύο. Τι καλύτερη ευκαιρία για λίγα λόγια. Βλέποντας αυτό, κουνάω το κεφάλι μου απογοητευμένος που δεν έμαθα ποτέ κάποιο μουσικό όργανο.
Καληνύχτα σας.
going north
•28 Ιανουαρίου, 2011 • ΣχολιάστεΈχουμε μιλήσει αναλυτικά για το «North» των Darkstar; Αν δεν κάνω τραγικό λάθος όχι, αν και το έχω αναφέρει εδώ και εκεί. Είναι από τους δίσκους που πραγματικά έλιωσα πέρισυ αν και τελικά στις λεπτομέρειες δεν κατάφερε να μπει στην τελική λίστα μου. Πιστοί στις παραδόσεις την γενικότερης electronica πριν το περσινό, πρώτο, full length του είχαν κυκλοφορήσει μια σειρά από singles και eps σε μια σειρά από εταιρείες με κυριότερη τη Hyperdub, που τελικά κυκλοφόρησε και το δίσκο τους. Όπου και αν διαβάζω για δαύτους, ένα από τα κυριότερα σημεία είναι ότι μοιάζουν ελαφρώς εκτός πνεύματος από το κλίμα της εταιρείας, καθώς μόνο ελαφριά συγγένεια μπορεί να έχει με το όλο dubstep περιβάλλον. Ένας από τους κύριους λόγους που απολαμβάνω τις περισσότερες κυκλοφορίες της Hyperdub είναι γιατί δεν ξεχνάνε εντελώς τις pop πτυχές τους για αναδείξουν τον ανεξάρτητο χαρακτήρα τους, με αποκορύφωμα ίσως το «Untrue», το οποίου οι συνθέσεις είναι απίστευτα catchy για δίσκο που θέλει να περηφανεύεται (δικαίως) για τη θέση του στην ανεξάρτητη ηλεκτρονική σκηνή (πόσο ανεξάρτητη ειναι βέβαια αυτή η σκηνή μετά την συγκεκριμένη επιτυχία είναι άλλο ζήτημα).
Το ντουέτο των Darkstar, που λέτε λοιπόν, έρχεται από την ακριβώς αντίθετη πλευρά του φάσματος. Εκεί που οι υπόλοιποι ντύνουν την electronica και το dubstep τους με pop παρεμβάσεις, οι Darkstar ντύνουν το synth pop τους με glitchy ηλεκτρονικές πινελιές. Ο πυρήνας τους όμως παραμένει ξεκάθαρα pop, με τις παρελθοντικές αναφορές τους, την ορθή χρήση των φωνητικών (όχι άυλες sample-αρισμένες φωνές, αλλά τραγούδι) και τις γλυκύτατες μελωδίες τους. Οι Darkstar μπορεί να φορούν τον μανδύα των 00s ή 10s, αλλά δεν ξεχνούν την επίδραση των γεμάτων synths 80s και προσωπικά προτιμώ απείρως περισσότερο την προσέγγιση τους, από τις μεταλλαγμένες αναφορές των διαφόρων hypnagogic (έχω κουραστεί ήδη μ’ αυτό τον όρο) σχημάτων. Διάβαζα στην κριτική του Pitchfork στο δίσκο, ότι οι Darkstar είναι ψυχροί. Δεν μπορώ να το πολυκαταλάβω αυτό να πω. Το «Νorth» όσες φορές και αν το ακούσω μου βγάζει πάντα μια γλυκύτητα και μια ομορφιά, την οποία οι όποιες industrial επιρροές (κάτι που γίνεται πιο εμφανές στην ελαφριά επεξεργασία των φωνητικών) περισσότερο την τονίζουν, παρά την κρύβουν.
Επιστρέφοντας στην συζήτηση περί απλότητας μ’ αρέσει το πως οι Darkstar χτίζουν της συνθέσεις τους γύρω από 2-3 βασικά δομικά υλικά (ένα beat, μια μελωδία στα synths, μια μπασογραμμή) και δεν το κουράζουν. Αφήνουν τη φωνή να κάνει λίγο πιο άμεσο το κομμάτι και καταφέρνουν να παρουσιάσουν δέκα εξαιρετικά καλογραμμένες συνθέσεις. Δεν ξέρω αν εθελοτυφλώ, επειδή μου αρέσουν, μη θεωρώντας τους συντηρητικούς (κάτι που επίσης βλέπω να αναφέρεται στη σχέση τους με τη Hyperdub), αλλά στην τελική δεν με πολυενδιαφέρει κιολας. Το «North» παραείναι καλός δίσκος για να μεινεις στα πως και τα γιατί. Δεν ξέρω πότε θα αποφασίσουν να βγάλουν το επόμενο και το ποια κατεύθυνση θα πάρει, αλλά ανυπομονώ από τώρα.
now listening to
•27 Ιανουαρίου, 2011 • 3 ΣχόλιαΟι περισσότερες μέρες μου, ηχητικά, χωρίζονται συνήθως σε τρεις μεγάλες ενότητες. Η πρώτη (η πρωινή) είναι αφιερωμένη κατά κύριο λόγο στο ραδιόφωνο, ειδησεογραφικό τις καθημερινές, BBC 6 τα σαββατοκύριακα, ειδικά αν είναι και η Έλενα στο σπίτι. Μέσα στη βδομάδα είναι και η κυριότερη ενημέρωσή μου σχετικά με το τι συμβαίνει στον κόσμο, καθώς όλο λέω ότι θα ξεκινήσω να διαβάζω εφημερίδες πάλι αλλά όλο το αναβάλλω. Βέβαια και η ενημέρωση των εφημερίδων είναι στην καλύτερη αμφισβητίσημη οπότε μάλλον δεν χάνω και πολλά. Η πρωινή αυτή ζώνη τελειώνει κατά τις τρεις το μεσημέρι περίπου, κάπου μετά το φαγητό, οπότε και ξεκινάνε οι πιο αδιάφορες απογευματινές ζώνες των σταθμών. Τις περισσότερες φορές μου φαίνεται περίεργο να ακούσω προσεκτικά μουσική το πρωί, αν με ρωτήσει κανείς γιατί όμως, θα δυσκολευτώ να απαντήσω. Είναι από εκείνες τις περίεργες συνήθειες που χάνουν το νόημά τους μετά από κάποιο καιρό, απλά ενσωματώνονται στην καθημερινότητά σου. Η μουσική αφορά κυρίως τα απογεύματά μου, είτε στο σπίτι, είτε στη δουλειά, με τον απογευματινό καφέ δίπλα μου, εκείνο το περιέργων αποχρώσεων απογευματινό φως να μπαίνει από το παράθυρο και σιγά σιγά να εξαφανίζεται και την φασαρία του πρωινού να δίνει τη θέση της σε μια πάντα ευπρόσδεκτη ηρεμία.
Σήμερα η μέρα ξεκίνησε ομολογουμένως ωραία. Έφτασε το πολυαναμένομενο δέμα από τον Λωτό και σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ευχαριστήσω τον ανώνυμο βορειοελλαδίτη σύντροφο που αποφάσισε να ξεφορτωθεί την Jester συλλογή του και να μου δώσει την ευκαιρία να βρω πράγματα που έψαχνα καιρό, αλλά για τα οποία δεν είχα πάρει την απόφαση να μπω σε μεγάλες παραγγελίες. Ελπίζω απλά να έδωσε τους δίσκους επειδή τους βαρέθηκε και όχι επειδή αναγκάστηκε. Σε κάθε περίπτωση, έκανε έναν κωλο-Αθηναίο ιδιαιτέρως χαρούμενο. Η υπόλοιπη μέρα κύλησε αρκετά ήρεμα, πράγμα το οποίο μεταφράζεται αρκετός χρόνος για μουσική στη δουλειά. Ή για να το θέσω καλύτερα, αρκετός χρόνος για προσεκτική ακρόαση μουσικής στη δουλειά. Αυτές οι μέρες είναι από εκείνες τις σπάνιες όπου εχω ακούσει τα περισσότερα από τα καινούρια album που έχω βρει, οπότε υπάρχει ευκαιρία για περισσότερη εμβάθυνση.
Τι είχε λοιπόν το μενού σήμερα; Μετά από πρόσφατη συζήτηση περί Bedroom Community, και μια που πρόσφατα βρήκα μεταχειρσμένο το προηγούμενο album του, είπα να ξαναδώσω μερικές ευκαιρίες στο «I see the sign» του Sam Amidon. Δυσκολεύομαι να δω πως ακριβώς ταιριάζει η οπτική του Amidon δίπλα σε αυτές των υπολοίπων της εταιρείας (ο μεν σαφώς songwriter, οι δε σαφέστατα συνθέτες), αλλά ο δίσκος είναι συμπαθέστατος. Καλογραμμένο indie folk, ωραία φωνή ο Sam, αλλά σίγουρα δεν συγκλόνισε τον κόσμο μου ολόκληρο ακούγοντάς το και οι σημερινές ακροάσεις δεν άλλαξαν ιδιαίτερα τη γνώμη μου. Από την άλλη πλευρά, το «In search of the binary star» του Timothy C. Holehouse (κυκλοφόρησε από την Dead Pilot Records που μας έδωσε και το Parallel Lines), κάθε φορά που το ακούω με οδηγεί στο να ανακαλύψω κάτι νέο στις μουσικές του. Αν και αρκετά σύντομος δίσκος (ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται εμένα), μπορεί να περηφανεύεται ότι διαθέτει μια άκρως ενδιαφέρουσα πολυσυλλεκτικότητα. Μετά από κάποιες ενστάσεις για το γεγονός ότι δε με κέρδισε, είπα να ξαναδώσω ευκαιρία και στο «Voices of dust» των Demdike Stare. Ε, ακόμα δεν καταλαβαίνω προς τι τόση φασαρία. Βέβαια, θα ομολογήσω ότι όλα αυτά η «στοιχειωμένη» πλευρά της σύγχρονης electronica ποτέ δεν με ενθουσίαζε και θα μπορέσω να το αφήσω εκεί. Αυτό που ήθελα να ακούσω πιο προσεκτικά, αλλά λόγω της στιγμής πάλι δεν το κατάφερα όσο θα ήθελα ήταν το ομώνυμο album των Soars. Γενικά οι shoegaze μπάντες με κουράζουν αρκετά εύκολα, αλλά οι συγκεκριμένοι έχουν αρκετά ξένα στοιχεία στο dna του, ώστε να κάνουν το όλο μίγμα λίγο πιο γευστικό. Ακόμα όμως δεν του έχω αφιερώσει όσο χρόνο θα ήθελα ή όσο χρόνο του αξίζει. Μάλλον θα μπει στο mp3 player για πιο μοναχικές ακροάσεις. To black metal που γκρίνιαζε τόσο καιρό ότι δεν του δίνω σήμασία πήρε την εκδίκησή του με το «The Fall» των De Silence et D’ Ombre (Γάλλων προφανώς, των οποίων την ύπαρξη αγνοούσα μέχρι που διάβασα γι’ αυτούς σε γειτονικό blog). Εντυπωσιακός δίσκος, με ακόμα πιο εντυπωσιακή ατμόσφαιρα, που με κάνει να αναρωτιέμαι γιατί δεν επιλέγουν περισσότεροι black μεταλλάδες πιο ψυχεδελικές οδούς. Και το Decemberists άλλες δυο-τρεις φορές πρόλαβα να το ακούσω, μου φαίνεται ωραίο, αλλά δεν μου προκάλεσε το shock των τριών προηγούμενων. Η αφηρημάδα μου όμως έχει κοστίσει σε αρκετούς δίσκους τις πρώτες ακροάσεις, οπότε ακόμα δε μιλάω.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, τέλειωσε το οχτάωρο βέβαια και έφτασε η ώρα να βγούμε στην (επιτέλους) κρύα Αθήνα για να γυρίσω σπίτι. Όταν ξαναέφτιαχνα τη μουσική για το mp3 player την τελευταία φορά και έψαχνα ένα δυο δίσκους για να συμπληρώσω την playlist, μου χε έρθει η έμπνευση να βάλω το «They Will Surface» των Hyattari. Ακόμα θυμάμαι τον ενθουσιασμό που χε προκαλέσει το «The light carriers» όταν είχε βγει το 2004, πάνω στη μεγάλη άνθηση όλου αυτού του κιθαριστικού drone που ακολούθησε τα χνάρια των Earth και των Sunn O))). Ακόμα και σε εμένα που οι συγκινήσεις μου δεν ήταν κυρίως σε εκείνα τα χωράφια, ο δίσκος είχε φανεί συγκλονιστικός. Και νομίζω ότι ποτέ δεν έκαναν το τεράστιο άλμα δημοτικότητας, στοιχείο που αποδεικνύει για μια ακόμα φορά την αδικία του κόσμου τούτου. Το «Τhey will surface» που λέτε λοιπόν, είναι το δεύτερο (και τελευταίο μέχρι σήμερα) album τους, βγήκε τέσσερα χρόνια μετά το πρώτο και από τότε αγνοείται η τύχη τους δισκογραφικά. Κρίμα, γιατί και το δεύτερο album τους είναι αριστουργηματικό (και αρκετά χειμωνιάτικο για να ταιριάζει με βραδινά και ελαφρώς παγωμένα λεωφορεία).
Για την τρίτη ενότητα της ημέρας έχουμε μιλήσει αρκετές φορές και εδώ και αλλού. Ξεκινάει με το που θα ακουμπήσει το κεφάλι μου στο μαξιλάρι και θα τραβήξω τα σκεπάσματα μέχρι το κεφάλι. Είναι και αυτή ενότητα ραδιοφώνου, αλλά αυτή τη φορά μουσικού. Παραμένει εδώ και πολύ καιρό, ζώνη που ανήκει κατά κύριο λόγο στον Εν Λευκώ, κατά κύριο λόγο χάρη στην εκπομπή του κ. Μανώλη Οικονόμου, ο οποίος παρά τις εμμονές σε funk και latin ρυθμούς, με τους οποίους δεν εχω και την καλύτερη σχέση, είναι ο πιο ουσιαστικά μουσικός παραγωγός που έχω ακούσει στο ραδιόφωνο εδώ και μπόλικα χρόνια (τουλάχιστον εγχώριος). Συνεχίζω να διαβάζω το «The importance of music to girls», το οποίο μεταξύ άλλων, με κάνει να συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει αναφορά στην μουσική πραγματικότητα της Βρετανίας των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών χωρίς μια τουλάχιστον αναφορά στον John Peel. Αναρωτιέμαι πως θα αισθανόταν με το να ξέρει πόσος κόσμος πίνει νερό στο όνομά του. Το ίδιο το βιβλίο είναι γλυκύτατο, λίγο λιγότερο μουσικό από όσο το περίμενα και περισσότερο αναπόληση αναμνήσεων τις οποίες συντρόφευε πολλή μουσική. Ξεκίνησα λίγο με την προοπτική να διαβάσω μια γυναικεία και πιο βιογραφική εκδοχή των πραγμάτων που έλεγε το «High Fidelity» (το οποίο όσο και αν διαφωνεί η Έλενα, συνεχίζω να θεωρώ ότι είναι αντρικό βιβλίο – όχι γιατί δεν θα το καταλάβουν ή εκτιμήσουν οι γυναίκες, αλλά γιατί αφορά κατά κύριο λόγο αντρικές εμμονές). Ακόμα περιμένω να βρω αυτή την εκδοχή πάντως, πιστεύω ότι θα έχει τρομερό ενδιαφέρον.
Το Sonic Death Monkey φαίνεται να λειτουγεί καλύτερα συγγραφικά λίγο πριν ή λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό. Προσωπικά, πάντα μου άρεσε στο τέλος της ημέρας η συλλογή των σκέψεων, κάτι που δυστυχώς, συνήθως, δεν προλαβαίνω να κάνω κατά τη διάρκεια αυτής. Το σαββατοκύριακο πρέπει να κάτσω επιτέλους να φτιάξω και τα cd που έχουν μείνει να ταχτοποιηθούν από τα Χριστούγεννα. Επίσης χασκογελάω με το γεγονός ότι το youtube δεν επίστρεψε κανένα αποτέλεσμα στο search term «hyattari». Ίσως να είναι και καλύτερο αυτό. Βρείτε το και ακούστε το.
Günter Scℏickert’s Samtvogel
•24 Ιανουαρίου, 2011 • ΣχολιάστεΕίναι για τα καλά 2011 και δεν θυμάμαι φυσικά τα ακριβή συμβάντα που με ανάγκασαν στο παρελθόν να σταματήσω να αφιερώνω ολόκληρες δημοσιεύσεις σε συγκεκριμένα albums. Σίγουρα ήταν κάτι τραυματικό, διότι κάθε φορά που σκεφτόμουν να αφιερωθώ στην παρουσίαση του Ενός που μου έτρωγε το κεφάλι, κάτι συνέβαινε και τελικά τίποτα. Τις περισσότερες φορές ήταν η κάποια_βαρεμάρα μου, ενώ μέχρι να παρθεί η απόφαση, ο στιγμιαίος ενθουσιασμός είχε πλέον παρέλθει και το κείμενο θα έσερνε επιπλέον τη δική του βαρεμάρα. Η παρούσα στιγμή όμως είναι διαφορετική, διότι βρίσκομαι στην περίοδο εκείνη του έτους που η εγκεφαλική λειτουργία είναι περισσότερο νεκρική ακαμψία, όπου τα τσιγάρα έχουν πάλι αυτή την πανηλίθια γεύση ενώ διανύουμε τις ημέρες που ο Darth Vader λατρεύει τα πηγάδια δέλτα. Ελπίζω να έγινα σαφής. Η μουσική πρέπει να βάζει τα δυνατά της μια τέτοια εποχή. Να μην επιβάλλει αντιαθλητικά τον ρυθμό της. Να μην με τρέχει κάθε δύο λεπτά να την αλλάζω. Να μη μου τραγουδάει λυρικά και να μη με κερνάει μελωδίες: Θα αποτύχω και θα φταίει εκείνη. Αν δεν συνεργαστεί. Πρέπει να είναι μαζί μου, συνοδοιπόρος, με αγνά κίνητρα και να μου βγάζει το ιδιαίτερα πολύτιμο συναίσθημα της γαλήνης, να μου δημιουργεί σκέψεις πως είμαι τυχερός που υπάρχει Αυτός ή Εκείνος ο συγκεκριμένος δίσκος κοντά μου σε Αυτή Ακριβώς την κατάσταση του έτους. Είναι οι μέρες που χρειάζομαι τέτοια albums.
Και ήρθε η ώρα να μιλήσω για το «Samtvogel» του Günter Schickert. Δεν ακούτε πρώτη φορά το όνομα. Αν έχετε το πρώτο LP των Nurse With Wound, σίγουρα θα έχετε διαβάσει την περίφημη λίστα του Steven Stapleton με τα ονόματα των καλλιτεχνών που τον επηρέασαν από τα 70’s. Και αν τότε στο ξεκίνημα, το 1979, η λίστα λειτουργούσε σαν φόρος τιμής στους αγαπημένους του μουσικούς, σήμερα, δεδομένης της μετέπειτα πορείας των NWW, κάθε αναφορά εκεί φέρει ιδιαιτέρως βαρύνουσα σημασία –και- ως κάτι που ενέπνευσε την πορεία του Stapleton : η λίστα δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει Μεγάλους Καλλιτέχνες. Το όνομα του Günter Schickert είναι εκεί, γιατί δεν θα μπορούσε να μην είναι. Μια δεύτερη περίπτωση είναι να έχετε συναντήσει κάποια κριτική του «Samtvogel» στο Head Heritage του Julian Cope. Και αν πίνουν αυτοί οι δύο τύποι νερό στο όνομά σου, κάτι πάει καλά. Ωστόσο, η γνωριμία μου με το εν λόγω album ήταν διαφορετική. Εγώ απλά έψαχνα να βρω ένα ή δύο albums του Carl Michael Von Hausswolff, όταν με αφορμή αυτό, σε γνωστό αθηναϊκό δισκοπωλείο (το οποίο περιλαμβάνει LP section με σημείωση NWW LIST!) έπεσα πάνω σε ένα καταπληκτικό εξώφυλλο και ένα αυτοκόλλητο που περιέγραφε πως μέσα στον δίσκο ακούγεται κάτι που τελοσπάντων μοιάζει με Syd Barrett και ακούγεται -φωνητικά κυρίως- σαν τον Damo Suzuki στο «Tago Mago». Αυτά ήταν από μόνα τους αρκετά, αλλά τα περαιτέρω σχόλια πως είναι σαν Simon Finn και πως ήταν μέλος των GAM, έκανε τα πράγματα ιδιαιτέρως πιο απλά, σε εποχές που η απλότητα των πραγμάτων ήταν –και είναι- ένα γενναίο ζητούμενο. Ο λόγος που σήμερα διαβάζετε για το «Samtvogel» και όχι για τους Gila, τους Magma ή τους Dzyan, είναι πως βρίσκω τόσο μεγαλείο σε αυτό το album, που είναι δίπλα στις πολύ τεράστιες στιγμές του είδους. Στην δική μου κλίμακα. Δεν λέω kraut rock, επειδή είναι εύκολο και κυρίως επειδή εδώ δεν έχουμε κανενός είδους rock. Σε πρώτη φάση έστω. Σε αντίθεση με τις ομοιότητες με Can του παραπλανητικού sticker, στο πρώτo album του Schickert υπάρχει το rock των Tangerine Dream των «Electronic Meditation» και «Zeit», το rock του πρώτου album των Ash Ra Tempel και του «Cyborg» του κοινού παρονομαστή (όλων των 70’s) Klaus Schulze. Αυτής της συνομωταξίας μουσικές, και θα τολμήσω το σχόλιο «και του ίδιου επιπέδου». Και λίγοι Kraftwerk πρώιμοι για την δεύτερη πλευρά. Όσες φορές αναρωτήθηκα γιατί δεν μπορούν σήμερα να υπάρξουν μαζικά μουσικά κινήματα της ανάλογης σημαντικότητας με αυτή που στα 70’s γιγάντωνε τα μεγάλα όπλα της, βολευόμουν με την αιτιολογία πως ζούμε σε πραγματικά βαρετούς και αλλοτριωμένους καιρούς και δύσκολα μπορούμε να αντλήσουμε μαζικά ερεθίσματα από αυτούς ώστε να τους μετουσιώσουμε σε ειλικρινή δημιουργία. Αποθεώνουμε τους παλιούς καλλιτέχνες όταν επιστρέφουν στον ήχο που εγκατέλειψαν πριν εκατόν χρόνια διότι απέτυχαν στην πορεία. Ζούμε στους καιρούς των ανελέητων κινηματογραφικών sequel και πανηγυρίζουμε με πράγματα που μας θυμίζουν μια κατάσταση (που ζήσαμε ή και χειρότερα, δεν ζήσαμε) όπου αυτά ήταν επίκαιρα εν τη γενέσει τους ή και χειρότερα, απλά πρόσφατα. Μαζικά, έχουμε ξεμείνει για τα καλά από ιδέες. Γιατί; Γιατί δεν υπάρχει σοβαρό σύγχρονο backround. Δεν θέλω να νομίσετε πως νοσταλγώ το παλιό καλό Βερολίνο πριν πέσει το τείχος, πως φαντασιώνομαι πως πηγαίνω στο δυτικό για να γλιτώσω το στρατό και γίνομαι μέλος μιας ελευθεριακής γκρούπας που δεν έχει ως πρώτο πλάνο να διαφοροποιηθεί μανιακά από τις υπόλοιπες, αλλά δημιουργεί Τέχνη σαν παλαβή. Αλλά α) ζω σε μια εποχή που κάποιοι πουλάνε entertainment για να οικειοποιηθούν περισσότερο τα παραπάνω, και β) ακούω ξεκάθαρα στο LP, τώρα που σας γράφω, πως ο Günter Schickert στο «Samtvogel» κάνει μουσική Όλο τον παλμό των προσωπικών βιωμάτων του. Χωρίς μεταφραστικές οδούς για να απολαμβάνει ο κόσμος το αντικείμενο «γνωρίζοντας πως είναι μια καταπληκτική μεταφορά χωρίς να πολυκαταλαβαίνει την μεταφορά την ίδια», όπως -περίπου- έλεγε και ο Werner Herzog για το Fitzcarraldo του. O Gunter πίνει το brandy του, την άλλη μέρα μπαίνει στο studio για one take αυθόρμητο γράψιμο, φυσικά ολομόναχος, με τη μοναδική βοήθεια ενός διπλού tape recorder ως μοναδικού μέσου ηχογράφησης, γεγονός που του κοστίζει τρεις μήνες δουλειάς, καθώς αν γίνει ένα τοσοδά λαθάκι πρέπει να επαναλάβει όλη την πλευρά από την αρχή, πράγμα που κάνει και μπόλικες φορές. Καταφέρνει να ακούγονται τα πάντα που τον απασχολούν. Μακριά από ναρκωτικά και ουσίες, καταφέρνει να χαρίσει ένα τεράστιο ψυχεδελικό trip μέσω της αγωνίας του αυτής για ένα κόσμο που αριστεροδεξιά του δεν θα υπήρχαν όπλα, τείχη και όλα όσα μπορούσε να βιώνει ένας άνθρωπος στο Βερολίνο στις ευαίσθητες καταστάσεις που αυτό πέρασε. Το «Samtvogel» εμπεριέχει τον απαραίτητο εκείνο συνδυασμό οργής και πίκρας που αδυνατεί να εκφράσει τις ελπίδες του για ένα καλό κοσμάκη με τα ανάλαφρα standards της άλλης pop με το λουλούδι στο αυτί. Μια αντιπολεμική κραυγή με όλη της τη σκοτεινή μεγαλοπρέπεια. Στοιχηματίζω πως ο Bryn Jones λάτρευε αυτό τον δίσκο. Και δε νομίζω πως χρειάζεται πια να αναφέρω πως αποτελεί την προσωπική μου Πρώτη Πανηγυρική Αναφορά όταν η κουβέντα περιστρέφεται γύρω από οτιδήποτε πρώιμο minimal/experimental υπήρξε ποτέ, που δεν είναι Ανάγκη να παραπέμπει σε ωδεία σαν προϋπόθεση. Αυτός ο δίσκος αντιπροσωπεύει τον λόγο που με σπρώχνει στο λάκκο με τους σκατένιους μεγαλεπίβολους και κακογραμμένους διθυράμβους, που τόσο λατρεύω να μισώ. Όλη η ειλικρίνεια του kraut κινήματος, όλη του η ποιότητα και η ουσία είναι συμπυκνωμένη στο «Samtvogel» και σε μερικά άλλα LPs για τα οποία θα σας γράψω καμιά τέτοια σαχλαμάρα πάλι του χρόνου τέτοιες ημέρες. Αν ήμασταν download blog θα ακολουθούσε ένα link, αλλά λετ εμ ράιοτ, γουι αρ σονικ ντεθ μάνκι και όλη αυτή η τζαζ
Ο Günter Schickert κυκλοφόρησε μόνος του το «Samtvogel» το 1974 χωρίς να εμπλέκεται κάποιο label. Ακολούθησαν δύο εκδόσεις σε δίσκο την επόμενη χρονιά και μια επανέκδοση του 2010, πάλι σε δίσκο. Ψηφιακό «Samtvogel» δεν έχουμε ακόμα, και απορώ που δεν το σκάρωσε η Durtro κάποια στιγμή στα 90’s. Η προσωπική του δισκογραφία περιλαμβάνει και άλλα albums, ενώ όπως αναφέρα πριν, είναι υπαίτιος και για το αριστούργημα «Eiszeit» των GAM, αναμφισβήτητα στις κορυφές της rock μουσικής, χωρίς να έχω όρεξη να υπερβάλλω περαιτέρω.
Εξώφυλλο :
(της επανέκδοσης)

θα καταφέρει το σαμβόγιε, σε αυτές τις ώρες αγωνίας, να βοηθήσει τον άμοιρο ακροατή να υπερπηδήσει όλες τις δυνατές δέσμιες καταστάσεις που τον περιορίζουν, να σπάσει της αλυσίδες του, να ελευθερωθεί από τα δεσμά του και να σκεδαστεί σαν σωστός ελεύθερος άνθρωπος;
Η συνέχεια έπεται.
