singing trees

•29 Μαρτίου, 2011 • Σχολιάστε

Θα κάνω μια μικρή παρένθεση στη συζήτηση γύρω από τους Ulver γιατί χρειάζομαι ακόμα χρόνο για να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου γύρω από την καινούρια κυκλοφορία και να αποφασίσω αν πιστεύω την περιγραφή του προηγούμενου περί, επιτέλους, δεμένης live μπάντας. Θα έρθει και η ώρα όμως να μιλήσουμε σοβαρά για το «Wars Of The Roses». Προς το παρόν, αποφάσισα να δηλώσω ξεκάθαρα τον ενθουσιασμό μου για ένα άλλο φετινό album.

Τα τελευταία χρόνια νομίζω ότι η χρήση περιγραφικών όρων για τα μουσικά είδη έχει ξεφύγει από κάθε όριο. Από εκεί που ήταν χρήσιμοι για να πάρει κάποιος μια γενική ιδέα (με λίγα λόγια) για τη μουσική ενός καλλιτέχνη, έχουμε φτάσει σε απίστευτα επιτηδευμένους όρους που προσπαθούν να περιγράψουν κάθε μικρό παρακλάδι σε ένα δέντρο που κοντευει να πάρει διαστάσεις τροπικού δάσους. Δυο από τους όρους που φοριούνται πολύ τελευταία (αν και προυπάρχει ο ένας καμιά 30αριά χρόνια) είναι το shoegaze και το μικρό του ανηψάκι, το slowcore. Ειδικά για τον πρώτο όρο, ακόμα προσπαθώ να αποφασίσω αν με προδιαθέτει αρνητικά ή θετικά για κάποιο δίσκο, μια που τα κλασσικά συγκροτήματα του είδους (My Bloody Valentines, Ride, Slowdive κλπ) σίγουρα δεν συγκαταλέγονται ανάμεσα στις πλέον αγαπημένες μου μπάντες, αλλά από την άλλη πολλά από αυτά που έχει γεννήσει έχουν βγάλει δίσκους που έχω λατρέψει. To slowcore ακόμα δεν έχω καταλάβει τι ακριβώς συμπεριλαμβάνει μια που μου φαίνεται υπερβολικά αόριστος όρος. Τελικά όμως συνειδητοποιώ ότι αυτή η προδιάθεση που προκαλούν αυτοί οι όροι είναι μεγάλο λάθος, μια που δημιουργεί στο μυαλό σου μια εικόνα για αυτό που πρόκειται να ακούσεις και μετά απλά προσπαθείς να ταιριάξεις αυτό που ακούς με την ήδη σχηματισμένη εικόνα. Παραλίγο να το πάθω αυτό με το «Civilian» των Wye Oak, τον φετινό, τρίτο δίσκο ενός άγνωστου μέχρι σήμερα για μένα συγκροτήματος.

Οι Wye Oak είναι λοιπόν ένα από εκείνα τα boy-girl ντουέτα που μοιάζουν καταδικασμένα να λατρευτούν από την indie κοινότητα. Η προηγούμενη εισαγωγή μου δικαιολογείται γιατί οι κριτικές που διάβασα για το δίσκο τους τοποθετούν κάπου ανάμεσα στα δυο αυτά είδη, όσες δηλαδή δεν τους παρουσιάζουν ως ένα indie-post-folk συγκρότημα. Όλα αυτά είναι λεπτομέρειες όμως μπροστά στην αξία του ίδιου του δίσκου. Οι Andy Stack και Jenn Wasner δημιούργησαν ένα δίσκο ο οποίος ξέρει να συνδυάζει υψηλούς και χαμηλούς τόνους με ιδιαίτερη μαεστρία, που ξέρει ότι η παραφωνία χρειάζεται μερικές φορές για να εκφράσει την ένταση των συναισθημάτων του ανθρώπου, που ξέρει τελικά ότι ένας εξαιρετικός pop δίσκος δεν χρειάζεται να είναι άνοστος. Λυπάμαι που θα απογοητεύσω λίγο όμως τον φίλτατο κύριο Stack αλλά οφείλω να ομολογήσω πως την παράσταση κλέβει με κάποια άνεση η αγαπητή Jenn, τόσο με την κιθαριστική της δουλειά, κυρίως όμως με τη φωνή της. Τόσο οι μελωδίες στα ήρεμα σημεία, όσο και τα θορυβώδη ξεσπάσματα της σχηματίζουν την ψυχή της μουσικής των Wye Oak, και δημιουργούν τις αντιθέσεις που την κάνουν τόσο ελκυστική. Ειδικά σε τραγούδια όπως το ομώνυμο, «Civilian» ή το «Plains» αυτά τα στοιχεία συνδυάζονται έτσι ώστε να καταλήξουν στην γέννηση δυο από των πιο ωραία φετινά τραγούδια. Ακόμα περισσότερο όμως και από την κιθαριστική δουλειά που έχει γίνει στο δίσκο, είναι η φωνή της Wasner που καταφέρνει να σε συνεπάρει. Θυμίζοντας μου μια μίξη ανάμεσα στην ιδιαιτερότητα της Imogen Heap και στο βραχνό ημι-ψεύδισμα της Beth Gibbons, μου τράβηξε την προσοχή από τα πρώτα δευτερόλεπτα που ακούστηκε. Μιλάει, ψυθιρίζει, τραγουδάει, ακούγεται λυπημένη, κουρασμένη, θυμωμένη, τραγουδάει για παράξενα πράγματα (»
I still keep my baby teeth/In the bedside table with my jewelry»
), πότε πότε θυμάται να είναι και μελαγχολική, σε γενικές γραμμές κάτι ο,τι χρειάζεται για να κρατήσει προσηλωμένο τον ακροατή στις ιστορίες που λέει. O δίσκος στο σύνολό του είναι από εκείνους που εύκολα χάνεσαι μέσα τους, ίσως γιατί μοιάζουν τα συναισθήματα που εκφράζει, να αντικατοπτρίζουν τα δικά σου. Ο όρος κιθαριστική pop ίσως να ακούγεται λίγο απαρχαιωμένος πλέον, όμως νομίζω ότι λίγους δίσκους έχω ακούσει που να τον κάνουν να μοιάζει ωραίος. Γενικά μέσα στο καζάνι του «Civilian» ανακατεύονται μπόλικα συστατικά, αλλά η Jenn και o Andy ξέρουν να κρατάνε τις ισορροπίες ώστε να πετύχει το τελικό μίγμα. Σε περίπτωση που παρατηρήσετε ότι δεν γίνεται καμιά αναφορά/σύγκριση στα δυο προηγούμενα album, είναι γιατί προφανώς δεν τα έχω ακούσει ακόμα αλλά θα πάρουν και αυτά τη σειρά τους.

Είμαστε ακόμα στο τέλος του Μαρτίου και όμως σιγά σιγά η λίστα αρχίζει να σχηματίζεται. Δεν πάμε άσχημα για φέτος, αν και ακόμα είναι πολύ νωρίς. Ώρα όμως να αρχίσουμε να ξαναμαζεύουμε τις σκέψεις μας σχετικά με τις συρράξεις μερικών λουλουδιών. Και εκεί αναμένεται να αφιερώσουμε πολύ χρόνο. Πριν από αυτό βέβαια, ελπίζω να ξεσαπίσει το αφεντικό και να αναφερθεί στην επίσκεψη του stoner στην Ελλάδα, ενώ ημι-άυλες φήμες αναφέρουν και διήγηση ιστοριών από τη συμπρωτεύουσα.

Όπως πάντα, συνεχίζεται…

Ulver, Virus, Zweizz live@Koko, London, 22/3/2011

•26 Μαρτίου, 2011 • 3 Σχόλια

Ο ταπεινός πρόλογος

Όσο και αν σιχτιρίζει το μικρό ανθρωπάκι μέσα στο στομάχι μου για την εκθετική αποδοχή των μέχρι πρότινος –σχετικά- μοναχικών μουσικών του ηρώων, υπάρχουν άλλα τέσσερα-πέντε ανθρωπάκια που χαίρονται για το γεγονός. Ό,τι αποκτά όνομα αποκτά και αξία, και έτσι υπάρχει δραστηριότητα και κίνηση. Πολλές φορές είναι ηλίθια τα αποτελέσματα όλου αυτού, άλλες φορές όμως είναι δεόντως πρέποντα. Κανένα από τα ανθρωπάκια μέσα μου πάντως δεν θα φανταζόταν πίσω στο 2003, όταν επισκεπτόμασταν όλοι μαζί καθημερινά και επί διμήνου όλα τα αθηναϊκά metal δισκάδικα για να πάρουμε πρώτοι το “Carheart” album της νέας μπάντας του Carl Michael, πως αυτή η μπάντα θα έβγαζε τρία albums και θα την βλέπαμε ζωντανά. Το ότι την ίδια μέρα θα βλέπαμε και τους Ulver θα έφτιαχνε ένα καλό ανέκδοτο. Αν προστίθετο δε η οψιόν πως μια βδομάδα πριν θα ουρλιάζαμε με τους Dodheimsgard όταν αυτοί θα έπαιζαν live το “Remembrance of Things Past” των Ved Buens Ende σαν εισαγωγή του δικού τους “Traces of Reality”, ξέρω γω, υποθέτω τότε, στην τρίτη λυκείου, θα έκλεινα το “Silencing the Singing” μόνιμο soundtrack του μανιακού πανελλήνιου διαβάσματος, θα μπούκωνα όσα υπνοστεντόν χρειαζόταν και θα περίμενα να ξυπνήσω στο πρώτο venue της πανηγυρικής αυτής εβδομάδος του 2011. Είναι απλά τα πράγματα. Το “Carheart” των Virus είναι –πιστεύω πια- το αγαπημένο μου album των 00’s, ενώ οι Ulver η σημαντικότερη μπάντα που λάτρεψα και είδα να εξελίσσεται με τα μάτια μου από ένα σημείο και μετά, χωρίς περιγραφές και ανάγνωση αφιερωμάτων. Ο Zweizz είναι το ήμισυ των Fleurety, μέλος των Dodheimsgard στο “666 International”, και στο πρώτο του album είχε “σηκώσει” ένα πολύ χαριτωμένο σημείο από το καλύτερο album του Lars Pedersen στην Jester, το “Psychedelic Wunderbaum”. Ο Lars Pedersen ο οποίος είναι ένα βήμα πάνω από όλους, και υπήρξε μέλος των Ulver στην περσινή τους περιοδεία και στα πρώτα σκόρπια live τους. Δεν ξέρω από πού εκκρίνεται η σεροτονίνη, αλλά τα ανθρωπάκια μέσα μου έχουν πια πνιγεί από τόση που υπήρξε μέσα μου. Long live. Οι Dodheimsgard κυρίευσαν το Gagarin στις έντεκα του Μάρτη, και λίγες μέρες μετά Λονδίνο όπου ο Zweizz θα άνοιγε την πρώτη πρώτη συναυλία των Virus, η οποία συναυλία αυτή θα άνοιγε την ζωντανή παρουσίαση του νέου album των Ulver.

Το Λονδίνο

Το Λονδίνο είναι ωραίο, μουντό, γεμάτο κόσμο, μας έκανε καλό καιρό και το ευχαριστούμε για αυτό. Χωρίς να ανταποδώσουμε με bigbens, μουσεία κάποιας τέχνης και ιστορίας και art exhibitions, το περπάτημά μας αναλώθηκε στα δισκοπωλεία της πόλης. Ευχαριστώ δημόσια τα Rough Trade, Sister Ray και Vinyl Exchange που με δελέασαν με κάτι ψιλά, αλλά ο Ναός υπήρξε το τεράστιο Second Layer το οποίο ευγνωμονώ για τους διάφορους δίσκους Coil, Mats Gustafsson και handmade συλλογές της American Tapes που με έσπρωξαν σαν hipster σε παλαιοπωλείο (όπως συμφωνήθηκε σαν ορισμός) στην πρέζα του φετιχισμού. Αυτό ήταν το Λονδίνο. Περπάτημα και δίσκοι και περπάτημα και δίσκοι και κάπνισμα και περπάτημα και “πάρε εδώ τύπο, λολ!” για κάποιον x με ημίψηλο καπέλο, μπαστούνι, φουλάρι, χρυσό κασκόλ, τρίπατες μπότες, κοκκάλινο γυαλί και Μουστάκι που λυγίζει τους λεοντόκαρδους. Τι άλλο θα θέλατε να ξέρετε δηλαδή; Ήταν Δευτέρα, στη συνέχεια όπως όλοι περίμεναν έγινε Τρίτη και είμαι στην είσοδο του Koko και καπνίζω και αγχώνομαι και είμαι πάλι δεκαοκτώ χρονών μαλάκας

Η συναυλία

Το Koko είναι καταπληκτικό μαγαζί και όταν είδα εκεί τους Neurosis δεν μπορούσα να κουνηθώ καλά καλά από τον κόσμο και ήμουν πίσω πίσω και παρα ταύτα έβλεπα φίνα. Τώρα είχε λιγότερο κόσμο και έκατσα ψηλά και κέντρο και έβλεπα/άκουγα τέλεια. Νωρίτερα η πρώτη απόπειρα να “σηκώσω” το χαριτωμένο merch πάγκο, ο οποίος περιείχε το νέο album των Ulver, είχε αποτύχει πανηγυρικά. Πάνω που έψαχνα να βρω την κατάλληλη μανούβρα, τον ιδανικό αιλουροειδή ελιγμό για να χωθώ στην πυκνή μάζα των ανθρώπων που τον πολιορκούσαν επίσης με κάθε μέσο, άρχισε ο Zweizz. Ο εν λόγω λοιπόν, είχε αρχίσει πριν κάποια χρόνια να φτιάχνει ένα album με τον Joey Hopkins. Όταν ο δεύτερος απεβίωσε από ατύχημα, σε νεαρότατη δυστυχώς ηλικία, ο Zweizz αποφάσισε να ολοκληρώσει το album προς τιμήν του συνεργάτη του. Το live set που έκανε δεν προήλθε από κομμάτια του εν λόγω album, αλλά αποτέλεσε μια απόπειρα ενός –τυπικού- noise set, σαν αυτά που έκανε με τους Homo Vinter πριν κάτι φεγγάρια στο Oslo. Αποτυπώστε την εικόνα: μεγάλη κονσόλα με πολλά πολλά βύσματα, μια τουαλέτα (όχι το φόρεμα) με κάμερα/μικρόφωνο στον πάτο της που έδινε εικόνα σε προτζέκτορα και ήχο σε ηχεία, και έναν (παντοτινά αγαπημένο) Hatlevik με γουστόζικο καπελάκι να παίζει με όλα αυτά. Το πρόβλημα είναι πως αυτό δεν ήταν επουδενί μια ενδιαφέρουσα noise παρουσίαση με κάποιο λόγο ύπαρξης και σκοπό, αλλά ένα –οτινάναι- κάτι με απλά πολύ θόρυβο. Στο τέλος γονάτισε στην τουαλέτα (χέστρα ήταν, κρατήθηκα αρκετή ώρα να μην την πω έτσι) σε κλάσικ στάση εμετίκ και με τα ουρλιαχτά του επιχείρησε μια throwing up αναπαράσταση (ξαναλέω, με την φάτσα του σε γιγαντοοθόνη) που έκλεισε με ένα απότομο “πάρτα!” κλείσιμο του απαραίτητου καπακίου για την θέση ισορροπίας του οποίου τόσα και τόσα ζευγάρια έχουν τσακωθεί και αγαναχτήσει. Χτύπησα ένα αντίτυπο του βινυλίου που τόσο καιρό ετοίμαζε γιατί ήμουν βέβαιος πως θα είναι καλύτερο από αυτά που αποφάσισε να παίξει live. Και είναι. Αφού ήταν και ο Nordgaren εκεί ρε θείο όμως, ανέβασέ τον πάνω να βαρέσετε το φρέσκο “Summon the Beasts” (τι κομματάρα), και άσε τα noise. Ποιος θα θυμάται τον Michael Jordan σαν αθλητή του baseball; Κάτι τέτοια σκεφτόμουν όσο έπαιζε ο Zweizz. Έπινα και τη μπύρα μου. Ωραία ήταν. Στο μισάωρο που μεσολάβησε είχε έρθει αναμφισβήτητα η σειρά μου να προμηθευτώ τον νέο Ulver δίσκο, να συζητήσω για το ποια κομμάτια ήθελα να ακουστούν, να στηθώ με τον πιο κατάλληλο τρόπο στην θέση μου ώστε να βλέπω/ακούω καλύτερα, τέτοια πράγματα. Οι Virus που βγήκαν στην σκηνή δεν ήταν όλοι οι Virus. Ήταν ο Einar Sjurso, τρεις σεσσιονάδες ιδιαίτερα πιτσιρικάδες και ο αρχηγός Carl Michael Eide σε πανηγυρική είσοδο με πατερίτσες και καθισματάκι στο κέντρο της σκηνής. Και πολλά ειλικρινή χειροκροτήματα. Ο Bjeima έμεινε στο Oslo. Το ίδιο και ο Plenum. Ο πρώτος γράφει το δεύτερο Yurei album (ακούστε οπωσδήποτε το πρώτο), ενώ ο δεύτερος το τρίτο Audiopain. Όπως και να έχει, ο βασικός πυρήνας των Virus υπήρξε ακέραιος. Με ένα εξαιρετικό νέο album. Ξεκινούμε με “As Virulent as You”. Εικάζω πως είναι το αγαπημένο album του Czral. Τους φοβόμουν απροβάριστους και τρακαρισμένους και τέτοιες ιστορίες, ντεμπούτο live είναι αυτό, αλλά ειλικρινά δεν ήταν έτσι. Το παίξιμο όπως έπρεπε να είναι, και τα φωνητικά αντάξια του δεύτερου και τρίτου album των Virus. Το γεγονός πως δεν υπήρξε τίποτα υπερβατικό στην σαρανταπεντάλεπτη εμφάνισή τους, για μερικούς υπήρξε καθοριστικό πλην αυτής. Η αλήθεια είναι πως ήμουν σχεδόν βέβαιος πως θα υπήρχε συμμετοχή Garm για “Queen of the Hi-Ace” ή “Saturday Night Virus” ή πρόσφατο “Call of the Tuskers”, αλλά δεν έκαναν την χάρη στο Λονδίνο. Κρίμα, διότι ήταν ευκαιρία. Από την άλλη, πιο καθοριστικό μείον για μένα, ήταν που ελέω χρονικού περιορισμού κόπηκε το “επανακαμπτικό” μέρος του ομώνυμου “Carheart”, στο οποίο “Carheart” χτυπιόμουν σαν τον δεκαοχτάχρονο μαλάκα που περιέγραψα γλαφυρά στον πρόλογο. Που πήγαινε επί ένα δίμηνο κάθε μέρα να πάρει το “Carheart” προτού καλά καλά αυτό κυκλοφορήσει; Αυτόν. Οι Ved Buens Ende υπήρχαν μέσα του προτού “Carheart”, αλλά το 2003 δεν ήταν απλά μια καθυστερημένη συνέχεια, ήταν μια έκρηξη . Μεγάλη. Και όπως καταλαβαίνετε όταν παίχτηκε το “and now a lazy instrumental track for you” με τίτλο “ROAD”, δεν ένιωθα πια μικρός, αλλά ήμουν. Όπως ήμουν όταν ο Garm είπε το “I Troldskog Faren Vild” στην Αθήνα. Απλά κάπως περισσότερο. Το νέο τους album εκπροσωπήθηκε επάξια από τα τρία πρώτα κομμάτια του (“The Agent that Shapes the Desert”, “Continental Drift” και “Chromium Sun”). Και τα τρία ήταν υπέροχα, αλλά θα δείξω μια ιδιαίτερη συμπάθεια στο δεύτερο και το τρίτο. Πέραν του εναρκτήριου As Virulent, από Black Flux ακούστηκαν τα “The Black Flux”, “Shame Eclipse” και “Lost Peacocks”. Δυστυχώς όχι το “Strange Calm”, για να θυμηθούμε λίγο και εκείνο το τιμημένο bootleg live cd. Κανένα tribute στο παρελθόν. Θα τολμήσω το σχόλιο πως ζωντανά οι Virus υπήρξαν ένα κλικ πιο γήινοι από ό,τι στα albums και πως παρότι έλειψε κάπως η επαναληπτική μυσταγωγία που κάνει ένα καλλιτέχνη σαν τον Carl Michael πιο απόμακρο στο studio από ό,τι στα δύο μέτρα με το χαμόγελο στα χείλη, οι Virus ήταν οι Virus. Όπως ακριβώς τους ξέρω και τους αγαπάω. Χωρίς την υπέρβαση εκείνη την οποία μεν, αλλά ήρθε και αυτή. Από τους συνήθεις ύποπτους. Οι Ulver ήταν ανέκαθεν μια πληθωρική μπάντα. Μεγαλεπίβολη. Κάποιες φορές με τον απόλυτα ταιριαστό τρόπο, άλλες με λιγότερο. Το 2007 έγινε ο κακός χαμός με το “Shadows of the Sun”, διότι ελεύθεροι από τις επιρροές τους, στην πορεία προς το άπειρο, έβγαλαν ένα απόλυτο Ulver album, από αυτά που σώζουν τις ψυχές των ανθρώπων. Και μετά ανακοίνωσαν πως τέλος οι Ulver. Οι –όχι πολύ ρομαντικές- συνθήκες, που δεν ήταν άλλο ένα παιχνίδι ανακοινώσεων του Garm προς τους οπαδούς τους (έχω να τονίσω πως όταν οι Ulver βγάζουν μια ανακοίνωση που αφορά στη μπάντα, ο τρόπος αυτής είναι εξωφρενικά ταιριαστός), τους ανάγκασαν να βγουν στον δρόμο. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Είχα κλείσει τη συμμετοχή μου στην συναυλία της 22ης Μαρτίου όμως, δίχως να γνωρίζω πως πρόκειται για την παρουσίαση του νέου album των Ulver, “A Critical Geography” αρχικά και “Wars of the Roses” τελικά. Μετά έμαθα τις λεπτομέρειες. Χωρίς πολλά πολλά : Κάθομαι στο κέντρο και αρχίζω μια κάποια μπύρα. Οι O’Sullivan και Ylwizaker οδεύουν σε πιάνο και κονσόλες αντίστοιχα. Οι Sværen, Halstensgård και ο νεαρός Tomas Pettersen σε διάφορες κονσόλες και τύμπανα. Ο Kristoffer Rygg αριστερά, ανακοινώνει πως δεν πρόκειται να ακούσουμε γνωστά πράγματα, καθώς θα παίξουν όλο το νέο album. Ξεκινάνε με το χλωμό “February MMX”, άσμα που ήταν γνωστό από iTunes, youtube, facebook και λοιπά μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Παραπλανητικό κομμάτι. Θυμάστε τον τύπο που τραγουδούσε στο “Nattens Madrigal”; Το 2011 βγάζει ήχους από iPad. Και έχοντας ακούσει μονάχα αυτό το τραγούδι εκ των προτέρων, είχαμε σιωπηλά συμφωνήσει (με τους όσους το είχαμε συζητήσει) πως οι Ulver κινδύνευαν να εμφανιστούν με μέτριο έως κακό album. Και ας εμπιστεύομαι πλήρως την κρίση του Julian Cope στις πομπώδεις του ανακοινώσεις. Αυτό που ακολούθησε είναι μνημειώδες : μετά το πρώτο κομμάτι, οι Ulver άρχισαν να παίζουν το “Wars of the Roses” με κυρίαρχο το χαρακτηριστικό που τους έλειπε στις δύο προηγούμενες εμφανίσεις που τους είχα δει : την συναυλιακή συνοχή. Οι Ulver μετατράπηκαν σε μια εντελώς προβαρισμένη και επαγγελματική live μπάντα (τα συγχαρητήριά σας στον υπερμουσικό Daniel O’Sullivan) όπου συνοπτικά γάμησε και έδειρε. Τα νέα κομμάτια ήταν ιδιαιτέρως απλωμένα, ανοιχτά, μεγάλα και μέσω τέτοιας άπλας άφηναν διάφορα ιδιαιτέρως μουσικά στοιχεία (όπως το guest κλαρινέτο του guest κλαρινιτζή τους) στην απροκάλυπτη ambient τους. Αυτό που έβλεπα ήταν αποκαλυπτικό γιατί ομολογουμένως α) δεν περίμενα, όπως προείπα, τόσο ΙΣΧΥΡΟ album και β) δεν τους την είχα τόση live ανεσάρα. Κάτι παραπάνω από μία ώρα μετά, χειροκροτούσα επιληπτικά στο αναμενόμενο “thank you, goodnight”, ελπίζοντας να μην μείνουν πιστοί στον λόγο τους. Πράγμα που όντως δε συνέβη, αφού επέστρεψαν για ένα –από άλλο πλανήτη- “Hallways of Always”. Τόσο καλό στο ηλεκτρονικό του μέρος που θα γίνω βλάσφημος, ναι, θα γίνω βλάσφημος, ένιωθα σαν να βλέπω τους Autechre όπως έχω φανταστεί πως θα ήταν η ιδανική τους συναυλία. Τελειωτικός χαιρετισμός δίχως το απαραίτητο “Not Saved” που θα ταίριαζε όσο τίποτα ως κλείσιμο ενός τέτοιου event. Μετά το πέρας, είχαν λυθεί οι προβληματισμοί περί “σημασίας μίας συναυλίας των Ulver ενώ όλοι γνωρίζουμε πως οι μεγαλύτερες στιγμές τους δεν περιλαμβάνουν τέτοιες κοσμικές στιγμές”. Ναι μεν δίκαιο, και ίσως τελικά να προτιμούσα τους Ulver των late 90’s/early 00’s σε θέματα περί σιωπής και ησυχίας και υπαρξιακής λιτότητος, αλλά μετά το Λονδίνο του μάρτη του έντεκα, και συγκεκριμένα ακριβώς μόλις άναψαν τα φώτα του Koko, δεν είχα πια απορίες. Αυτό που είδα το ένιωσα σαν γεγονός τεράστιας καλλιτεχνικής σημασίας. Και σπανιότητας. Την ευθύνη φέρουν μεν οι συνθήκες, αλλά ο θρίαμβος, ένας θρίαμβος που δεν περιέγραψα όσο καλά θα ήθελα, ήρθε με το νέο album των Ulver, το “Wars of the Roses”. Για αυτό είμαι βέβαιος πως θα υπάρξει ειδική δημοσίευση όμως. Ένα τελευταίο σχόλιο πάει σε ένα ενοχλητικό κίνημα των συναυλιών. Είναι οι γιουτουμπίστας : Αυτοί που αντί να κάτσουν να ζήσουν σαν άνθρωποι τη φάση, την βλέπουν από την οθόνη του κινητού με τo οποίo τραβάνε. Τους αντιπαθώ, αλλά δεν μπορώ να μην τους ευχαριστήσω για τα βιντεάκια της εμφάνισης των Virus που ήδη γυροφέρνουν στο διαδίκτυο. London calling τέλος, αυτά. Και εις άλλα. Αν και αμφιβάλλω πως έμεινε κάποιος άλλος Νορβηγός εκεί έξω που δεν έχει παίξει ακόμα. Αυτό είναι λαβή για τα comments, για να μου πείτε για Fenriz και Vikernes και να καταλήξουμε –όπως πάντα- να μιλάμε για black metal

then we take berlin

•24 Μαρτίου, 2011 • 1 σχόλιο

one more cup of coffee

•18 Μαρτίου, 2011 • Σχολιάστε

Η καφεϊνη μοιάζει να είναι ο καλύτερος φίλος μου τις τελευταίες μέρες. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στον πέμπτο της ημέρας και όμως ακόμα δεν νιώθω να είμαι σε ιδιαίτερη εγρήγορση. Ίσως να φταίει και αυτός ο εντελώς γκριζαρισμένος καιρός, που προσπαθεί να αποφασίσει αν είναι φθινόπωρο ή καλοκαίρι. Σήμερα ήταν μια όμορφη μέρα από μετεωρολογικής απόψεως, αν είχε και περισσότερο τη δροσούλα που άρχισε να βάζει τώρα θα ήταν από τις πιο ιδανικές. Ακόμα και οπτικά ήταν όμορφη, πράγμα που με έκανε να πιάσω τον εαυτό μου να χαζεύω τον ουρανό την ώρα που γύριζα από τη δουλειά σήμερα. Αυτές οι στιγμές που προσπαθεί να αποφασίσει αν προτιμάει τα σύννεφα ή τον ήλιο, ειδικά αν πριν λίγο έχει προηγηθεί ελαφριά βροχή είναι από τις καλύτερες που μπορεί να πετύχει κανείς. Φυσικά μετά το βλέμμα στράφηκε στον περίγυρο και η ομορφιά της προηγούμενης εικόνας, απλά τόνισε την ασχήμια της πόλης που έμελλε να ζήσουμε. Βέβαια, γενικά αυτές οι μέρες δεν είναι και καλύτερες δυνατές για τον κόσμο, αλλά αυτό μπορούμε και εύκολα να το αναγάγουμε στα σημεία των καιρών. Φυσικά και θα υπάρξει σύντομη αναφορά (ως blog που σέβεται τον εαυτό του) στην κατάσταση στην Ιαπωνία, όπου ελπίζουμε να μην καταστραφεί το Τόκυο, αφού συμπαθούμε απεριόριστα την χώρα για πολλούς και διαφόρους λόγους. Αφήστε που άκουγα και το τελευταίο Boris προηγουμένως και συγκινήθηκα λιγάκι. Το οποίο τελευταίο Boris (το «New Album», το πρώτο από τα τρία φετινά που έχουν προγραμματισμένα να κυκλοφορήσουν), δεν πρόκειται ασφαλώς να συγκριθεί με τα αριστουργήμάτά τους, οι περισσότεροι λάτρεις τους (οι εκτός Ιαπωνίας δηλαδή) μάλλον θα το μισήσουν, αλλά εγώ το απόλαυσα αρκετά. Ψυχεδελική j-pop; Όντας nerdy anime φίλος, χασκογέλασα αρκετές φορές ακούγοντάς το. Ελπίζω όμως να μη χάσουμε τη μπάλα και στα επόμενα να υπάρξει ο διάδοχος του «Smile» ή του «Pink».

Δυστυχώς δεν χασκογέλασα ιδιαίτερα ακούγοντας το καινούριο Van Der Graaf Generator. Δεν θέλω να προτρέχω αφού δυο-τρεις φορές το έχω ακούσει μόνο, αλλά νομίζω ότι θα δώσει περισσότερα εφόδια σε όσους υποστήριζαν ότι η φυγή του Jackson θα τους κάνει να χάσουν την ιδιαίτερη ισορροπία που είχε ο ήχος τους. Στο «Trisector» δεν μου είχε φανεί να τους προκαλεί κάποιο μειονέκτημα η απώλειά του, αλλά στο «Α Grounding In Numbers», δεν μου βγαίνει από το μυαλό ότι λείπει το σαξόφωνό του. Πολύ επικεντρωμένο στα keyboards, με ελάχιστες νευρικές εξαιρέσεις, μου φάνηκε λίγο διεκπεραιωτικό το album. Δεν βοηθάει και πολύ ότι έχουν γράψει πολλά, πολύ σύντομα κομμάτια, χωρίς να είναι όμως αρκετά «πιασάρικα» (όσο μπορεί ο όρος να χρησιμοποιηθεί για τη μουσική τους) αλλά και χωρίς να αναπτύσσουν τις ιδέες τους με την ησυχία που τους χρειάζεται και μάλλον έχει δοθεί υπερβολικά μεγάλο βάρος στα keyboards. Δεν θέλω να κάτσω να το αναλύσω περισσότερο πριν το λιώσω γιατί τους αγαπάω υπερβολικά για να τους αδικήσω με βιαστικές εκτιμήσεις.

Από την άλλη πλευρά, μια άλλη μπάντα που συμπαθώ πάρα πολύ και είχα τη συζήτησή τους πριν αρκετές μέρες με πάγωσε με τον πιο πρόσφατο δίσκο τους. Δεν είχα πάρει χαμπάρι καθόλου ότι οι Lucifer Was είχαν κυκλοφορήσει album πέρισυ, γι’ αυτό με περισσή χαρά έτρεξα να ακούσω το «A Crown Of Creation» μόλις ανακάλυψα την ύπαρξή του. Το «In Anadi’s Bower» ήταν μεγάλη ανακάλυψη για κάποιον που λατρεύει το μονοπάτι των Jethro Tull και τα επόμενα album τους διατήρησαν την αγάπη αυτή. Το «Α Crown Of Creation» όμως είναι πραγματικά κακό album. Μπαίνοντας και αυτοί, για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να καταλάβω, στο ημι-ξεχασμένο trip του «κάνω-album-με-ορχήστρα» έφτιαξαν ένα, από όσο κατάλαβα, concept album, το οποίο μαζεύει τα χειρότερα στοιχεία όλων των υπερ-φιλόδοξων metal albums που έχουν υπάρξει. Cheesy όσο δεν πάει με γλυκανάλατες μελωδίες και ορχηστρικά κομμάτια τρίτης διαλογής, ο δίσκος με έκανε να μείνω έκπληκτος με το πόσο έχουν αδικήσει τον εαυτό τους. Ευτυχώς που δεν το είχα ακούσε περισυ γιατί η γκρίνια στις λίστες θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Πάντα το έλεγα ότι τα μεγαλεπήβολα σχέδια τις περισσότερες φορές δεν βγαίνουν σε καλό. Ελπίζω απλά να ήταν ένα one-off project.

Αυτές τις μέρες άκουσα, ευτυχώς, μπόλικα πράγματα, τα περισσότερα ιδιαιτέρως όμορφα. Λόγω συναισθηματικής αναπόλησης αποφάσισα να κάνω μια αναδρομή και στους Black Heart Procession, και θυμήθηκα το πόσο ωραίο album είναι το «Amore Del Tropico», αλλά και το πόσο ιδιαίτερο είναι το «Six» (το οποίο ακόμα επιμένω ότι δεν έχω μάθει καλά). Για όσους ψάχνουν συγγενείς των Decemberists ας ρίξουν μια ματιά στο «Dead Reckoning» των The Builders And The Butchers, νομίζω ότι θα βρουν μια μεγάλη αγάπη. Αργότερα σήμερα, άκουσα και το καινούριο album των Kilimanjaro Darkjazz Ensemble, το οποίο για μια ακόμα φορά ήταν εξαιρετικό και μου έφερε στο μυαλό το «Sequel», το album της συνεργασίας Jacaszek & Miłka. Καπνισμένες ατμόσφαιρες και ηλεκτρονικές αιωρήσεις. Θα ήθελα πάρα πολύ να βρω ενα bar στην Αθήνα που να παίζει τέτοια μουσική, κατά προτίμηση με χαμηλό φωτισμό.

Χαζεύοντας τα μέχρι τώρα φετινα album για να δω τι έχει μείνει σε εκκρεμότητα, καταλήγω ότι οι καλύτερες στιγμές είναι το «Space is only noise» του Nicolas Jaar και το «Ravedeath, 1972» του Tim Hecker, album που μου πρότειναν οι συνονόματοι του blog, οπότε οφείλουμε εμείς οι υπόλοιποι από μια πρόταση ανάλογου βεληνεκούς. Θα επανέλθουμε δριμύτεροι.

sweetness

•15 Μαρτίου, 2011 • Σχολιάστε

Χτες καθόμουν και χάζευα τι album είχα να ακούσω καιρό. Καλώς ή κακώς, με τους ρυθμούς που έχουμε αποκτήσει τα τελευταία χρόνια, συνέχεια βλέπω μπροστά μου δίσκους που δεν πολυθυμάμαι να έχω ακούσει. Αν και μερικές φορές απογοητεύομαι με τον εαυτό μου για τον όχι αρκετό χρόνο που αφιερώνω τώρα τελευταία στη μουσική, αλλά από την άλλη απολαμβάνω το συναίσθημα του να βρίσκω άγνωστα πράγματα μπροστά μου, τα οποία όμως, κάποια στιγμή, κάτι με έκανε να τα αναζητήσω. Μια κριτική, ένα σχόλιο φίλου, ένα post σε κάποιο forum ή ακόμα και η ίδια η απόλυτη τύχη. Τις προάλλες προσπαθούσα να θυμηθώ ποιος μου είχε πρωτομιλήσει για τους Black Heart Procession και δεν μπορούσα για κανένα λόγο. Όποιος και να είναι όμως, ξανακούγοντας στο repeat το «2», αλλά και το «1» που το χα παραμελήσει αρκετά, μου ήρθε η ανάγκη να τον ευχαριστήσω.

Παραδόξως όμως, ο δίσκος που με έκανε να τα σκεφτώ όλα αυτά δεν ήταν κάποιος παντελώς άγνωστος που δεν μου θύμιζε τίποτα, αλλά ένα album που μου είχε αρέσει από την πρώτη φορά που τον είχα ακούσει. Εδώ και αρκετά χρόνια πιστεύω ότι το όλο κίνημα της (νεο)ψυχεδέλειας γνωρίζει μεγάλη άνθηση, είτε κοιτώντας προς το παρελθόν, είτε προχωρώντας μπροστά. Εγώ στηρίζω καθώς είναι από τις μεγάλες μου αγάπες.

To «Some Sweet Relief» των Speck Mountain κυκλοφόρησε πριν δυο χρόνια περίπου και χαζεύοντας προηγούμενες αναφορές βλέπω συμμετοχή σε δυο συλλογές και μια σύντομη, αλλά ενθουσιώδη αναφορά μου. Βέβαια τελικά αντίθετα από τις προβλέψεις μου, δεν φαίνεται να έφτασαν μέχρι τη λίστα με τα καλύτερα του 2009, κάτι που ξανακούγοντας το δίσκο τώρα με κάνει να αμφιταλαντεύομαι για το αν θα χώραγε ή όχι. Αν και σαφώς ψυχεδελική η μουσική τους, δεν αφήνει εντελώς πίσω της κάποιες indie songwriting καταβολές. Δεν ξεφεύγουν καθόλου προς heavy διαδρομές, αν οι φόρμες τους δεν ήταν τόσο «απλωμένες» και αργά αναπτυσσόμενες, θα μιλούσαμε για έναν ξεκάθαρα pop δίσκο. Τα φωνητικά της Balabanian είναι απολύτως ταιριαστά στην ημι-άυλη υπόσταση τους, μπαίνοντας άνετα στον κατάλογο με τις γυναικείες φωνές που απολαβάνω ασύλληπτα να ακούω. Μιλώντας για επιρροές βλέπω αρκετά συχνά να αναφέρεται το όνομα των Mazzy Star, αλλά η σαφώς πιο ψυχεδελική έκφραση των Speck Mountain με κάνει να σκέφτομαι και να συμφωνώ πολύ περισσότερο με το όνομα των Spiritualized (τουλάχιστον πριν αποφασίσουν να το γυρίσουν στο garage). Ο δίσκος κυλάει ομορφότατα και όσες φορές τον έχω ακούσει δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω τα κομμάτια, μια που η ροή του με κάνει να εστιάζω στο σύνολο, λειτουργώντας περισσότερο soundtrack-ικά. Αυτή ίσως η έλλειψη στιγμών που να γίνονται υπερβατικές να είναι και το μόνο «μειονέκτημα» του δίσκου. Αν συγκεντρωθούν και γράψουν μεγάλα τραγούδια, μάλλον θα παραμιλάμε για πολύ καιρό. Προς το παρόν απολαμβάνω την σημαντική ομορφιά της μουσικής τους και περιμένω νέα. Δυστυχώς δεν βλέπω κάποια εξέλιξη μέχρι στιγμης.

catching up

•12 Μαρτίου, 2011 • Σχολιάστε

Ξεκίνησα που λέτε εδώ και κάποιες μέρες να διαβάζω το «Catch 22». Όλοι μου έλεγαν πόσό γαμάτο βιβλίο είναι, ντροπή μου που δεν το χα διαβάσει τόσα χρόνια, από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί ποτέ και άλλα τέτοια. Αφήστε που είναι και αρκετά χιπ και κουλ για να ξεχωρίζει ανάμεσα στα κάπως πιο σκονισμένα κλασσικά. Σε αυτές τις λίγες μέρες κατάφερα να διαβάσω καμιά πενηνταριά σελίδες, διαδικασία που απαιτούσε συγκλονιστική αυτοσυγκέντρωση από την πλευρά μου για να παρακολουθήσω το λόγο του Heller. Σήμερα, καθισμένος κατά τις 11:30 σε ένα λεωφορείο, μποτιλιαρισμένος πίσω από μια ορδή υπερήφανων, ελλήνων ποδηλατών, συνειδητοποίησα ότι δεν καταλαβαίνα καθόλου τι ακριβώς ήθελε να πει ο, προφανέστατα, συμπαθής Yossarian. Θα παραδεχτώ ότι μάλλον εγώ φταίω και όχι το βιβλίο, άλλωστε δεν μπορεί να κάνει λάθος όλος ο κόσμος και όχι εγώ. Ίσως να μην είναι απλά η κατάλληλη εποχή και λίγο καιρό αργότερα να κάνει το απαραίτητο κλικ η ανάγνωσή του. Αυτό μοιάζει και μια πιο πιθανή εκδοχή, αλλιώς θα στενοχωρηθώ λίγο αν δεν μπορέσω να κατανοήσω το μεγαλείο του. Όχι ότι δεν θα το ξεπεράσω δηλαδή, αλλά θα στενοχωρηθώ λίγο. Βέβαια, προς το παρόν έχω ξεμείνει από βιβλία και θα πρέπει είτε να κάνω μια ανασκαφή στη βιβλιοθήκη, όπου όλο και κάτι ξεχασμένο θα ανακαλυφθεί, είτε να αγοράσω μερικά καινούρια, πράγμα δύσκολο αυτή την εποχή, καθότι ο Μανωλάκης μας ετοιμάζεται και για τα Λονδίνα και θα πρέπει να του δώσουμε τη λίστα με τα ψώνια.

Μια που οι φιλολογικές μας ανησυχίες μας δεν απέδωσαν σήμερα, αποφάσισα να καταφύγω σε κάτι που μπορώ να κάνω πιο εύκολα. Αρχικά σκέφτηκα να γράψω για το καινούριο album των Rainbow Arabia και παράλληλα να κάνω μια παράλληλη αναπόληση με την γνωριμία μου με τους Knife, συγκρότημα το οποίο μου θύμισε ο δίσκος των Rainbow Arabia, κάτι που μόνο ως θετικό μπορεί να χαρακτηριστεί. Η ηλεκτρονικοπερίεργη pop τους έκανε ιδιαίτερη εντύπωση από τις αρχικές ακροάσεις. Ελπίζω να αντέξει και στο χρόνο. Τελικώς όμως αποφάσισα ότι δεν είχα ιδιαίτερη όρεξη για πολλές πολλές αναλύσεις, οπότε κατέφυγα στη δεύτερη πιο εύκολη λύση μετά το post με τυχαίο youtube video. Η δημιουργία συλλογής! Βέβαια πέρα από την ευχαρίστηση που προσφέρει, κυρίως στο δημιουργό, μια μουσική συλλογή, είναι μια καλή ευκαιρία για μια αναζήτηση και υπενθύμιση πραγμάτων που είχαμε ξεχάσει. Κατά τη διάρκεια της επιλογής των κομματιών βρήκα τουλάχιστον 4-5 δίσκους που είχα ψιλο-ξεχάσει και τώρα θα ξανα-ακούσω καθότι μου έφεραν στο μυαλό ωραίες αναμνήσεις ή απλά αυτή τη φορά έκαναν το απαραίτητο κλικ. Και επειδή υπήρχε χρόνος και έλλειψη νύστας, βγήκε και διπλή. Αποκλειστικά σε cd όμως, ενάντια στην τελευταία καταπίεση του βινυλίου. Για να θυμηθούμε και τα νιάτα μας, δεν θα έχει special εκδόσεις, χρωματιστά βινύλια, ούτε καν κανένα digipack. Αγνές, πλαστικές jewel case (άντε ίσως να ναι κίτρινες για το εφέ). Έχουμε και λέμε λοιπόν..

vol. 1

01. meanwhile back in communist russia – roses for her
02. avia gardner – if you lose the key, throw away the house
03. boduf songs – pitiful shadow engulfed in darkness
04. britta persson – bellamy straat straat
05. arborea – black mountain road
06. marcus reuter & robert rich – reluctant
07. eivor palsdottir – rosufarin
08. william basinski – melancholia part 8
09. the year of – calling sky

vol. 2

01. nagisa ni te – yoru no hotori
02. wax tailor – to dry up (feat. charlotte savary)
03. taylor deupree + eisi – cloud, light, water (fall)
04. the merkin dream – softly
05. akira rabelais – (gorgeous curves lovely fragments)
06. zelienople – parts are lost
07. alva noto – flashforward (for bert and ernie)
08. zazie – je suis un homme

not going out

μικρό κείμενο μεγάλο album

•9 Μαρτίου, 2011 • Σχολιάστε

Κάπου μέσα έχω ένα promotional cd του “Pale Ravine” των Deaf Center. Είχε καταλήξει στα χέρια μου το δυοχιλιαδεσέξι. Δεν ξέρω τι σκεφτόταν αυτός που το έστελνε. Εγώ τώρα, το δυοχιλιαδεσέντεκα, σκέφτομαι πως οι Deaf Center υπήρξαν μέρος ενός κινήματος, μιας κλίκας έστω για τους κακεντρεχείς αναγνώστες, εν τη γενέσει του. Της. Τότε δεν το πολυκαταλάβαινα. Οι λέξεις Peter Broderick, Machinefabriek και Johann Johannsson δεν ήταν πρωτάκουστες, αλλά σίγουρα δεν είχαν την βαρύνουσα σημασία του σήμερα. Αναφέρομαι σε χρονικά πλαίσια. Οι Deaf Center είναι ο Erik Skodvin και ο Otto Totland. Νορβηγοί, παλιοί συμμαθητές από το σχολείο, μουσικοί. Το “Neon City” των Deaf Center είναι το πρώτο album της εταιρίας Type. Που την έχει ο τύπος από τους Xela που έβγαλαν αργότερα το “The Dead Sea”. Ο οποίος είναι κολλητός με τον τύπο που κυκλοφόρησε το “Eingya” ως Helios. Μιλάμε για αυτούς τους τύπους απόψε. To “Pale Ravine” ακολούθησε το “Neon City” και μου το έστειλαν σε promo. Το “Pale Ravine” είναι ένας μεγάλος δίσκος για τον οποίο θα μπορούσα να γράψω ένα best seller βιβλίο. Άλλη μέρα. Η Type συνέχισε άνετη να βγάζει αριστουργήματα των Sylvain Chauveau, Ryan Teague, Julien Neto και άλλων, ώσπου κάποια στιγμή ο Skodvin αποφάσισε να δισκογραφήσει μόνος του ως Svarte Greiner και να κυκλοφορήσει Το Μεγάλο Album της Type Records: το “Knive”. Ζοφερός οδυρμός της καταδυναστευμένης ψυχής του ταλαίπωρου ανθρώπινου είδους. Κηδεία. Αρκτική υποθαλάσσια παγωμάρα. Ακινησία. Μούδιασμα. Αυτό κάνει ο Svarte Greiner. Σε κάνει να πενθείς. Να βιώνεις μια απροσδιόριστη απώλεια. Να επινοείς απώλειες για να τις βιώσεις. Γράφω μικρές προτάσεις σήμερα. Έτσι είναι το κόλπο. Απόψε. Η Type συνεχίζει. Ανοίγεται. Yellow Swans, Black to Comm, Rene Hell, προσφάτως (συγκλονιστικός) Lasse Marhaug, Grouper, The North Sea. Ο ένας καλύτερος από τον άλλον. Ο Skodvin βγάζει νέες Svarte Greiner δουλειές. Στην Type. Αλλά και αλλού. Έξι χρόνια πριν, και ακούω συνεχώς το “Pale Ravine”. Με έχει πιάσει μανιοκατάθλιψη : ακόμα και ο Arvo Pärt μου φαίνεται χαρωπός. Ακολουθούν κωμικές. Περιγραφές. Καπνίζω ακούγοντάς το. Στο discman. Περπατώντας. Στα βουνά. Βρέχει λίγο. Φυσάει. Με φαντάζομαι να με τραβάω ασπρόμαυρη φωτογραφία. Μελαγχολία. Κατεβαίνω στην πόλη. Σάββατο Απόγευμα. Σε μια πλατεία. Αστική κατάσταση μπλα μπλα. Ένα σύνθημα σε έναν τοίχο ξεπροβάλλει μέσα από σκισμένες αφίσες. Μια διαλυμένη λάμπα φέγγει ένα δρομάκι μικρό. Συνεχίζει να βρέχει. Κοινωνικοπολιτικό παραλήρημα. Η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Η αδικία. Η κραυγή αγωνίας του. Περπάτημα. Συνεχίζει να βρέχει. Μουσική. Πάντα “Pale Ravine”. Ξαφνικά παράθυρο τραίνου. Στο έτσι. Τσαφ τσουφ. Ταξιδεύω. Ταξίδι. Προς τα πού; Έχει σημασία; Ντελίριο. Μαλακίας. Περνάνε έξι χρόνια. Λένε στο ίντερνετ. Όχι. Πεντέμισι είναι. Το θυμάμαι. Οι Deaf Center επανενώνονται. Βγάζουν το “Owl Splinters”. Όλα τα συστατικά του πεσιμιστικού συγκλονισμού. Όλα τα κουτάκια τσεκαρισμένα για το μεγάλο album που περιμένω κάθε χρονιά. Για φέτος είναι αυτό. Η υπέρλαμπρη νίκη του μινιμαλισμού. Του –αντιδιαμετρικά- σκοτεινότερου δυνατού μινιμαλισμού. Αποποιείται των διάφορων ακανθωδών προβλημάτων της σύγχρονης ambient/drone. Δεν τα αποβάλλει, διότι δεν τα είχε ποτέ. Διότι καταφέρνει να πρωτοτυπεί ουσιαστικά. Με δώρο ένα σαρανταπεντάλεπτο mix του Svarte Greiner με τίτλο “Twin”. Τα πάντα βρίσκονται εδώ. Στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Το πιάνο στο “Hunted Twice” το παίζει ο ίδιος ο ΘΑΝΑΤΟΣ.

σημείωση: η Ghostly International έβγαλε αυτές τις μέρες την υπερσυλλογή SMM:Context, πράγμα το οποίο με ενθουσίασε γιατί ακούστε την και θα καταλάβετε. Το “Halves”, με το οποίο συμμετέχει ο Skodvin, μπορείτε να το ακούσετε εδώ

funny times revisited

•7 Μαρτίου, 2011 • Σχολιάστε

falling like a silent paper/holding on to what may be/and I only hear/only hear the rain/and many rains turn to rivers/winter’s here/and there ain’t nothing gonna change/the winds are blowing telling me all I hear/oh it’s a funny time of year/there’ll be no blossom on the trees

Φίλοι μου, οφείλετε να ομολογήσετε ότι εδώ κρύβεται η αλήθεια.

artsy thoughts

•3 Μαρτίου, 2011 • 4 Σχόλια

Μερικές φορές απογοητεύομαι με τον εαυτό μου που δεν μπορεί να κατανοήσει μερικές εκφάνσεις της τέχνης. Ερχόμενος από τη δουλειά σήμερα χάζευα το τελευταίο τεύχος του Wire, το οποίο εδώ και αρκετές μέρες έπιανε σκόνη στην τσάντα, αλλά επιτέλους αποφάσισα να το βγάλω από τη μέση πριν το πάρω απόφαση να ξεκινήσω επιτέλους το Catch 22. Φτάνω, κάποια στιγμή που λέτε λοιπόν, στην στήλη Inner Sleeve, όπου κάθε μήνα κάποιος γράφει ένα σύντομο αρθράκι για ένα από τα αγαπημένα του artwork/packages δίσκων. Αυτή τη φορά σειρά πήρε κάποιο κύριος Cory Arcangel (media artist λέει το βιογραφικό του), όπου είπε να πρωτοτυπήσει και να γράψει για το αγαπημένο του μουσικό video, το οποίο λέγεται «New Cables for My Stereo», το οποίο είναι ακριβώς αυτό που περιγράφει ο τίτλος του. Ενα στατικό video ενός στερεοφωνικού (με καινούρια καλώδια όμως!) το οποίο παίζει το «Evening Falls» της Enya. Ξεπερνάω το γεγονός ότι ξοδεύεις το πολλών χιλιάδων σύστημά σου για να ακούς Enya, ελεύθερος κόσμος είμαστε κλπ., και φτάνω στην ίδια την ανάλυση του ίδιου του video, το οποίο ο καλλιτέχνης το βλέπει συχνά για έμπνευση. Μετά συνεχίζει να μιλάει για τη διττή ύπαρξη της δημιουργίας, η οποία από την μια πλευρά καταγράφει ένα γεγονός (ένα stereo που παίζει Enya) και από την άλλη αλλάζει την υπόστασή της με την δημοσίευση στο Youtube, ενώ καταλήγουμε με την ευχάριστη αντίθεση του ότι το Hi-fi ηχοσύστημα παρουσιάζεται μέσα από μια lo-fi ανάλυση εικόνας (το οποίο πραγματικά δεν ξέρω αν πιστεύει ότι ήταν συνειδητή επιλογή και όχι το ότι ένας καμμένος έπιασε την πρώτη φωτογραφική μηχανή και βιντεοσκόπησε το στερεοφωνικό του). Κάπου στο ενδιάμεσο το κάνει και καλύτερο αφού αναφέρει στα 90s όλες οι μουσικές που χρησιμοποιούσαν ηλεκτρονικά μέσα έμοιαζαν ίδιες (The Orb, Aphex Twin, Enigma και Enya είναι τα παραδείγματα).

Από την μια πλευρά ίσως αυτό το κείμενο να δικαιολογεί έως ένα βαθμό την άποψή του, καθώς ακόμα και ένα τόσο ανούσιο video, μπορεί να προκαλέσει συζήτηση, αλλά δεν μπορώ παρά να μειδιάσω ειρωνικά με μια ανάλυση που δεν μπορεί παρά να μου φανεί επιτηδευμένη. Θυμάστε τις Musique concrete αναφορές στους early Hellhammer που χε αναφέρει παλιότερα ο Μανώλης; Κάτι τέτοιο. Αναρωτιέμαι γιατί αναζητούμε παραπάνω νοήματα σε πολλά πράγματα, τραβώντας από τα μαλλιά τις επεξηγήσεις μας. Είδες ένα ηλίθιο video και σ’ αρεσε; Μαγκιά σου ρε παιδάκι μου αλλά μην προσπαθείς να το αναγάγεις σε φιλοσοφία της τέχνης για να δικαιολογήσεις την γοητεία που σου προκαλεί. Με κάποιο τέτοιο τρόπο έχουμε αρχίσει τώρα τελευταία να ανακαλύπτουμε τις avant garde προεκτάσεις του kitsch των 80s. Φυσικά με αυτά και με αυτά καταλήγουμε σε συζητήσεις περί του τι είναι Τεχνη (ή τέχνη), αλλά συνεχίζω να δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω την τελική δημιουργία από τον αρχικό σκοπό του δημιουργού. Βέβαια την επόμενη φορά που θα συζητάω με κάποιο γνωστό το γιατί είναι ωραίο το περσινό album του Eleh, θα σκέφτομαι λίγο το πόσο υποκειμενική είναι η οπτική πλευρά που έχει ο καθένας όταν στέκεται απέναντι από μια δημιουργία.

Φυσικά όταν προχωρήσουμε μερικές σελίδες παρακάτω και φτάσουμε στη στήλη On Site βρίσκουμε μια αντάποκριση από ένα event με τίτλο «Black Metal Theory Symposium II: Melanchology» όπου και περιγράφονται μερικές ακαδημαικού ύφους προσεγγίσεις πάνω σε εκφάνσεις και πτυχές του black metal. Ανάμεσα στους αναλυτές ο Drew Daniel των Matmos, καθηγητές από το Kingston (μεταξύ των οποίων και μια μαύρη, μουσουλμάνα καθηγήτρια, η συνεισφορά της οποίας στη συζήτηση ήταν προφανώς η διαπίστωση ότι το black metal δεν δημιουργήθηκε γι’ αυτη λόγω των ρατσιστικών προσανατολισμών κάποιων μουσικών, αλλα επειδή είναι «ξένη» προς αυτό, την γοητεύει) και διαφόρων άλλων με αποκορύφωμα την live εμφάνιση κάποιων Abgott, των οποίων δείτε και ακούστε το «Kronos Cosmic Throne» και κλάψτε από τα γέλια. Διαβάζοντας το πρόγραμμα βλέπω ότι υπήρχε και ελληνική (ή ίσως κυπριακή) παρουσία με τη δεσποσύνη Aspasia Stefanou υπό τον τίτλο «Black Sun-Blank Metal Preversions». Αναρωτιέμαι αν όντως χρειάζεται το black metal να γίνει επίκεντρο ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος από ανθρώπους που τους φαίνεται καλή ιδέα να ολοκληρώνουν το συμπόσιό τους με live εμφανίσεις κλόουν όπως οι Abgott. Εκτός αν η εμφάνισή τους ήταν μια σπουδή πάνω στη χιουμοριστική πλευρά του Black metal οπότε τους βγάζει το υποθετικό καπέλο.

Είναι δεδομένο μου αρέσουν οι κουρασμένες αναλύσεις περί μουσικής. Αν δεν μου άρεσαν δεν καθόμουν εδώ να σπαταλάω το χρόνο μου αντί να κάνω κάτι πιο εποικοδομητικό, αλλά δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω μερικές φορές ότι το παρακάνουμε. Κατά τ’ αλλα το Sonic Death Monkey φτιάχνει βαλίτσες και πάει να πιάσει τον Μάρτη στην εξοχή. Ευχηθείτε του καλό δρόμο και καλά να περάσει.

The Marching Song

angels and demons at play

•1 Μαρτίου, 2011 • Σχολιάστε

Αγαπητοί φίλοι και φίλες, τις τελευταίες 1-2 βδομάδες έχει παρατηρηθεί καταιγισμός νέων κυκλοφοριών και σε συνδυασμό με τις απογευματινές ώρες στη δουλειά ήταν μια καλή ευκαιρία να γίνει ο Φεβρουάριος αρκετά πιο μουσικός μήνας. Χαζεύοντας τώρα τη λίστα με τις τελευταίες κυκλοφορίες που άκουσα βλέπω ούτε λίγο, ούτε πολύ καμιά τριανταριά κυκλοφορίες, με αρκετές από αυτές να είναι υψηλοτάτου επιπέδου. Το καλύτερο ήταν ότι υπήρχε συνδυασμός αναμενόμενων κυκλοφοριών και αναπάντεχων ανακαλύψεων, κάτι που έκανε ακόμα πιο ενδιάφερουσα την εμπειρία. Ανάμεσα σε αυτά, η μεγαλύτερη εντύπωση προκλήθηκε από το «Violet Cries» των Esben And The Witch και το «Space Is Only Noise» του Nicolas Jaar (για το δεύτερο οι ευχαριστίες πάνε στο αφεντικό για την πρότασή του), αλλά είναι τόσο ωραία αυτά τα album που ακόμα θέλουν μπόλικες ακροάσεις για να τα εμπεδώσω και να κάτσω να μιλήσω σοβαρά γι’ αυτά. Παρέα στα δυο παραπάνω, βάλτε και το περσινό «A Hidden Place» του Sohrab (και γι’ αυτο πρέπει να μιλήσουμε αναλυτικά κάποια στιγμή).

Σε υπόλοιπα νέα, περιμένω να γράψει επιτέλους ο Μανώλης για το «The Agent That Shapes The Desert» των Virus. Όσο και αν μου άρεσε το «Black Flux», αυτό εδώ νομίζω, αν και είναι ακόμα σχετικά νωρίς, ότι φτάνει το μεγαλείο του πρώτου δίσκου. Μαζί μ’ αυτό, ήρθαν τα εξαιρετικά, καινούρια album από τους Arbouretum («The Gathering» – μαζί με μια ομορφότατη διασκευή στο «Highwayman»), Caroline («Verdugo Hills») και Twilight Singers («Dynamite Steps» – αν και του Μάνου δεν του πολυάρεσε). Για τις ψυχεδελικές στιγμές μας ενθουσιαστήκαμε με το «II» των Psychic Paramount και το «Beyond The 4th Door» των Eternal Tapestry, για τις ρομαντικές στιγμές επενδύσαμε στα «Tell Me» της Jessica Lea Mayfield και «Broken Wave» της Hannah Peel, ενώ είχαμε και ελληνικές κυκλοφορίες με καινούρια album από τους Brotherhood Of Sleep («Dark As Light») και Sun Of Nothing («The Guilt Of Feeling Alive»). Το πρώτο μου φάνηκε απολαυστικότατο, ενώ οι πρώτες ακροάσεις του δεύτερου ήταν κάπως μουδιασμένες και δεν ξέρω αν δεν ήμουν απλά στην κατάλληλη διάθεση ή αν όντως κάτι δεν πήγε πολύ καλά με το δίσκο. Μην ανησυχείτε, δεν θα μπω στον πειρασμό να αναφέρω και όσα album ήταν απλά συμπαθητικά ή έτειναν προς το απλά OK. Radiohead και Mogwai πέρασαν σχετικά αδιάφορα, αλλά εδώ που τα λέμε, δεν περίμενα αυτούς τους δυο για να απογοητευτώ το 2011.

Με αυτές τις πολυλογίες όμως, σχεδόν ξέχασα τον αρχικό λόγο που ήθελα να κάνω αυτό το post. Ονομάζεται «Angels Of Darkness, Demons Of Light I» και πρόκειται για το καινούριο album (όπως μάλλον ήδη θα ξέρετε) των Earth. Θα χάσω μερικούς ακόμα intellectual πόντους και θα πω ότι προτιμώ με ιδιαίτερη άνεση την δεύτερη περίοδο τους, συγκριτικά με την πρώτη. Ναι, ναι, ξέρω τότε που έβγαινε το «Sunn Amps And Smashed Guitars» και «Earth 2» νέες μουσικές δημιουργούνταν, ο Cobain έπινε νερό στο όνομά τους και οι μικροί Sunn O))) άρχιζαν να βλέπουν τα πρώτα οράματα μεγαλείου, ενώ συγχρόνως οι Earth δημιουργούσαν την δική τους γωνιά στο μουσικό στερέωμα. Ξέρω επίσης ότι η δεύτερη περίοδός τους δεν είναι το ίδιο συναρπαστική από πλευράς πρωτότυπης δημιουργίας και avant garde φιλοδοξιών, αλλά τα συναισθήματα που βγάζουν οι κυκλοφορίες από το «Hex» και μετά οι πρώτοι δίσκοι δεν τα έβλεπαν ούτε στα καλύτερα όνειρά τους. Το «Angels Of Darkness, Demons Of Light I» συνεχίζει σε παρόμοιο μοτίβο με τα προηγούμενα και μπορώ με σιγουριά να πω ότι το έχω λατρέψει ήδη. Μακρόσυρτες συνθέσεις, επαναλήψεις πανέμορφων μοτίβων, απλότητα και μαγεία. Στα γνώριμα δομικά υλικά έρχεται να προστεθεί εδώ και το cello της Lori Goldston το οποίο είναι υπεύθυνο για μερικά από τα ομορφότερα σημεία του δίσκου, ειδικά όταν ξεκινάει από το υπόβαθρο να ζωγραφίζει τις δικές του γραμμές. Εξαιρετική και η riff-ολογία του Carlson που δεν αφήνει το δίσκο να ξεφύγει εντελώς σε αναμενόμενα post rock μονοπάτια. Από την αρχή με το «Old Black» μέχρι το τέλος με το ομώνυμο κομμάτι, ο δίσκος είναι από αυτούς που μοιάζουν καταδικασμένοι να σε στοιχειώνουν. Πρέπει να το έχω επαναλάβει άπειρες φορές σε αυτό εδώ το blog (και όχι μόνο) αλλά πραγματικά λατρεύω τα συγκροτήματα που ξέρουν να χρησιμοποιούν με τόση αρχοντιά την απλότητα στη μουσική τους. Σας έχει τύχει ποτέ να συνειδητοποιήσετε πόσο πολύ σας αρέσει μια συγκεκριμένη λέξη; Όχι μόνο νοηματικά, αλλά και ηχητικά, οπτικά, συνολικώς αισθητικά θα έλεγε κανείς. Νομίζω ότι σε όλους έχει τύχει λίγο πολύ. Μια από τις αγαπημένες μου αγγλικές λέξεις είναι το «dirge». Βγάζει μια εντονότατη θλίψη, αλλά συγχρόνως μια υψηλότατη αξιοπρέπεια. Ακούγοντας τις προάλλες το «Angels…» στο δρόμο, γυρίζοντας το βράδυ από τη δουλειά, η εικόνα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ακριβώς αυτή η λέξη. Κρίμα που οι περισσότερες αναφορές, ακόμα και αυτών που τους άρεσε το album, θα περιέχουν μια ατμόσφαιρα «καλοοοό είναι μωρέ, αλλά δεν κάνουν επανάσταση πλέον οι Earth…».

Για το τέλος, να προτείνει το Sonic Death Monkey να βρείτε να ακούσετε το live «At Temple University, November 11, 1966» του John Coltrane, που κυκλοφόρησε φέτος. Αν και ποιοτικά πρόκειται για (τουλάχιστον) ημι-bootleg κατάσταση, αξίζει να το ακούσετε.

when i look at you

•20 Φεβρουαρίου, 2011 • 1 σχόλιο

Rubjerg Knude Lighthouse in Jutland Denmark started life on December 27, 1900 (construction started in 1899).

The lighthouse is on the top of Lønstrup Klint (cliff), 60 metres above sea level. Until 1908 it operated on gas which it produced from a gasworks on the site.

It ceased to operate on August 1, 1968.

Shifting sands and coastal erosion led to the buildings being abandoned in 2002. Prior to their abandonment, the buildings had been used as a museum and coffee shop. The small buildings are now partially buried in sand.

By 2009 the small buildings had been severely damaged by the pressure of the sand.


lighthouse, ptV

nils frahm & anne müller : duktus
byetone : plastic star (session)
deadbeat : roots and wire
martyn : seventy four
emalkay : when i look at you
actress : maze
cooly g : narst
mount kimbie : before i move off
eleven tigers : songs for you
late : under these conditions
burial : unite
faltydl : hip love (jamie xx remix)
nicolas jaar : i got a woman

( ( ( ~ download ~ ) ) )

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε