55:32

•16 Μαρτίου, 2007 • 1 σχόλιο

Το Ίδρυμα που στεγάζεται σ’αυτή τη γειτονιά εγκαινιάζει μια ολοκαίνουρια προσφορά για τους φίλους του! Μια συλλογή με τα σουξεδάκια της, με τα παλιά της, με τα καινούρια της, με τα όλα της εν ολίγοις.

Ή αλλιώς, όταν βαριόμαστε πολλές φορές καταφεύγουμε σε ακραία μέσα.

Το λοιπόν, από εδώ θα δείτε τι θα ακούσετε και από εδώ θα ακούσετε ό,τι είδατε.

Βοήθειά σας.

dreamend

•13 Μαρτίου, 2007 • Σχολιάστε

Οι Dreamend είναι δημότες Σικάγου (!) και αποτελούν άλλο ένα γκρουπ που δεν έχει λάβει την αναγνώριση που του αξίζει. Έως τώρα τουλάχιστον, φαντάζομαι πως μετά από αυτήν εδώ την καταχώριση το κοινό της χώρας μας (ξέρετε, ό,τι συναντάμε στο δρόμο για να φτάσουμε στους Άλλους, άπαξ και βρούμε τον πρώτο Άλλο φτάσαμε αρκετά μακρυά και περάσαμε τα σύνορα) θα τους ψάξει, θα ακούσει τις ιδέες τους και αμέσως μετά θα πάει να αγοράσει τους δίσκους τους. Το επόμενο βήμα βέβαια θα είναι ο σχεδιασμός της Μεγάλης Επανάστασης, το πρώτο αίμα, φόρος τιμής στους αρχικούς οραματιστές των ελπίδων μας, η τελική μάχη, η Νίκη, το ξημέρωμα ενός καλύτερου κόσμου όπου το ποδόσφαιρο θα είναι μόνο αγγλικό, η μπύρα μαύρη και τα μικρόφωνα των Πρετεντέρηδων γύρω μας στο off.

Καλά, σκάω.

Ακροβατώντας λοιπόν ανάμεσα στο shoegaze και το post rock (όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερο κατανοώ την άμεση συγγένεια των δυο αυτών ιδιωμάτων) οι Dreamend δε φοβούνται να παίξουν μπάλα σε χωράφια που τα έχουν επισκεφθεί τόσοι και τόσοι ήδη, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία οι περισσότεροι εξ’ αυτών. Με κύρια εργαλεία τις κιθάρες που θυμίζουν έντονα τους αγαπημένους Godspeed You! Black Emperor, τα ήρεμα σημεία των Low και μια φωνή που κρατάει την εκφραστικότητα του Corgan (βέβαια χωρίς να γίνεται τόσο ιδιαίτερη αν είσαι φαν, ή εκνευριστική αν δεν είσαι, όπως τη βλέπει καθείς) πλάθουν τόσο όμορφες μελωδίες που βρίσκουν στα 4_και_κάτι_ψιλά λεπτά διάρκειας κατά μέσο όρο, αρκετό χώρο να απλωθούν. Ούτε λυτρωτικά ξεσπάσματα, ούτε τείχη παραμόρφωσης ούτε κανένα άλλο από τα γνωστά κλισέ που συνοδεύουν παρόμοιες κυκλοφορίες, έχουν λόγο ύπαρξης εδώ. Μόνο ωραίες μουσικές.

Αν λοιπόν πιστεύεις και εσύ ότι το Things we lost in the fire των Low είναι ένας τρομερά υποτιμημένος δίσκος, αν σου αρέσουν και εσένα οι Broken Social Scene, αν οι Do Make Say Think σου φαίνονται βαρετοί βρε αδερφέ, το As if by ghosts περιμένει στη γωνία. Εκτός από τη βοήθεια που θα προσφέρει μακροπρόθεσμα στον τόπο (βλ. παραπάνω), προσφέρει και to soundtrack για ένα 45λεπτο ταξίδι παρέα με τις ωραιότερες καρτέλες του viewmaster.

Not another (crop) circle

•9 Μαρτίου, 2007 • Σχολιάστε

Scandinavian music part 1248434769 ή πώς οι μικροί Φινλανδοί ανακαλύπτουν την ψυχεδέλεια. Την τελευταία πενταετία περίπου η γενικότερη rock/folk/avant-garde σκηνή της Φινλανδίας γνωρίζει τεράστια άνθηση. Οι Circle (για τους οποίους μας ηρθε η όρεξη να γράψουμε σήμερα) προϋπάρχουν αυτής της άνθηση μια δεκαετία τουλάχιστον (αφού ξεκίνησαν κάπου το 91). Και μέσα σε αυτά τα χρόνια σίγουρα δεν κάθονταν αφού σήμερα έχουν να παρουσιάσουν μια δισκογραφία καμιας 25αριάς δίσκων και χωρίς να εξετάζουμε τα διάφορα side projects με τα οποία έχουν ασχοληθεί κατά καιρούς.

Μέχρι σχετικά πρόσφατα η σχέση μου με την δισκογραφία των Circle ήταν έντονη μεν, σχετικά μικρή (αναλογικά με το σύνολό της δε) καθώς τα περισσότερα album τους δεν βρίσκονται και πολύ εύκολα. Αυτό διορθώθηκε σχετικά πρόσφατα μετά την ευγενική χορηγία ενός φίλου και έτσι εδώ και κάποιες βδομάδες πολλές ακροάσεις έχουν αφιερωθεί στα μουσικά πονήματα των αξιαγάπητων (και αρκετά καμμένων) Φινλανδών. Ακούγοντας χρονολογικά τους δίσκους τους κάνει σίγουρα εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο μεταπηδάνε από είδος σε είδος (αν και η τάση για ψυχεδελίζουσες ατμόσφαιρες είναι χαρακτηριστικό που παραμένει αμετάβλητο). Κάπως έτσι υπάρχουν φάσεις που παίζουν heavy rock, post rock, ψυχεδέλεια, kraut rock που θα ζήλευαν και οι Γερμανοι των 70s, heavy metal, noise rock μέχρι και τις τελευταίες ambient απόπειρες του σχετικά πρόσφατου “Miljard” (και μας μένει να ακούσουμε και το φετινό “Tower). Το θετικό είναι ότι ποιοτικά όλες οι κυκλοφορίες κινούνται σε ιδιαιτέρως υψηλά επίπεδα, κάνοντάς τους από εκείνα τα προορισμένα να τα αγαπήσεις συγκροτήματα (και η όλη συμπεριφορά τους, χωρίς πολλές συνεντεύξεις και παρουσίες σε περιοδικά κλπ τους κάνει ακόμα πιο συμπαθείς). Το αρνητικό είναι ότι με το να κυκλοφορούν δυο και τρία album το χρόνο (και δεν μπαίνω καν σε διαδικασία να μιλήσω για 7άρια και live και άλλα τέτοια όμορφα) σε κάνουν κάπου να χάνεις τη μπάλα για το που βρίσκονται, αλλά τελικά έχει και αυτό την πλάκα του.

Αυτή τη στιγμή χρονολογικά είμαστε κάπου στο 2005 και το “General”, το οποίο δίνοντας μια πτυχή της live απόδοσής τους μας κάνει να ζηλεύουμε που η πιθανότητα να δούμε κάτι τέτοιο από τα μέρη μας είναι περίπου ίδια με το να κατακτήσει ελληνική ομάδα το Champions League. Αλλά ελπίζουμε ότι κάπου θα τους πετύχουμε εις τας Ευρώπας για να μας φύγει το παράπονο και να μαστε ευτυχισμένοι. Αλλά και να μη γίνει θα έχουμε κάτι να ασχολούμαστε με τους Circle και τα project τους και τους υπόλοιπους καμμένους Φινλανδούς που εμφανίζονται εκεί πάνω και γράφουν μουσική και θα περνάμε ωραία.

Going solo

•20 Φεβρουαρίου, 2007 • Σχολιάστε

Θεωρώ ότι μια που λίγο πιο κάτω έγινε αναφορά στην Bjork, θα ήταν ταιριαστό να μιλήσουμε εδώ για μια γιαπωνεζούλα που αρκετές φορές (όχι πάντα δίκαια) συγκρίνεται μαζί της. Η Tujiko Noriko αν και ξεκίνησε την δισκογραφική της παρουσία το 2000 μετράει ήδη αρκετά albums στο ενεργητικό της, τα οποία είναι όλα ιδιαιτέρως γοητευτικά. Αυτό το μήνα κυκλοφορεί και το καινούριο studio album της, υπό τον τίτλο solo, οπότε το παρόν κείμενο είναι και αρκετά επίκαιρο.

Όσο ακούω δουλειές από την συγκεκριμένη χώρα, τόσο καταλήγω στην άποψη ότι οι Ιάπωνες έχουν πάντα ένα χαρακτηριστικό στυλ, ανεξαρτήτως του είδους που ακολουθούν, κάτι που μάλλον οφείλεται και στην όλη κουλτούρα τους σε μεγάλο βαθμό. Η μουσική και η φωνή της Tujiko Noriko μοιάζουν να είναι η πεμπτουσία της ατμόσφαιρας τόσο της γιαπωνέζικης pop, όσο και της γιαπωνέζικης ηλεκτρονικής μουσικής. Δυο είδη ανάμεσα στα οποία φαίνεται να ακροβατεί η Tujiko, όπως περίπου κάνει και η αρκετά πιο διάσημη ισλανδή συνάδελφός της. Και αν η παιδικότητα και η γλυκύτητα είναι από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά της μουσικής της, υπάρχουν αρκετά σημεία όπου τα πράγματα γίνονται πιο θορυβώδη και πιο άγρια, ίσως για να τονίσει το γεγονός ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με παιδί. Και αυτή η αντίθεση είναι που μου έφερε στο μυαλό το “Going Solo” του Roald Dahl, το έργο του οποίου μοιραζόταν ανάμεσα στα παραμύθια και τις πιο ακραίες ιστορίες.

Το καινούριο της album είναι ακόμα στις πρώτες ακροάσεις και αν και μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να ξεπερνάει το “Blurred In My Mirror” ή το “28” (με τον Aoki Takamasa), περιέχει πολύ όμορφες στιγμές, όπως το μαγευτικό “Ending Kiss” ή το αρκετά πιο περίεργο “No Error In My Memory”. Εκεί ειδικά προς το τέλος που γίνεται και πιο στρυφνό, αποκαλύπτονται ακόμα περισσότερες κρυμμένες χάρες του. Αναμένεται να πέσει ένα ξεσκόνισμα και στις παλιότερες δουλειές της για να τα ξαναθυμηθούμε πάλι και να σημειώσουμε να βρούμε επιτέλους και το “Stereotypie” που είχε ηχογραφήσει το 2004 με τον Peter ‘Pita’ Rehberg, το οποίο μας έχει ξεφύγει μέχρι στιγμής. Μέχρι τότε περάστε μια βόλτα από το site της (http://tujikonoriko.com/) και πείτε ένα γεια!

Mushrooms, frogs and tantric crystals

•19 Φεβρουαρίου, 2007 • Σχολιάστε

Νομίζω, όσο υπερβολικό και αν ακούγεται, ότι οι νέες μουσικές “γνωριμίες” μας μας επηρεάζουν σχεδόν εξίσου με τις νέες πραγματικές γνωριμίες μας. Μάλλον γιατί αν το καλοσκεφτεί κανείς δεν διαφέρουν και τόσο πολύ (και στις δυο περιπτώσεις νέους ανθρώπους γνωρίζεις, μόνο που στην περίπτωση της μουσικής δεν απογοητεύεσαι τόσο εύκολα και δεν χρειάζεται να βγείτε και για καφέ μετά). Αν ήθελα να μιλήσω για την πιο εντυπωσιακή γνωρίμια της προηγούμενης χρονιάς, αυτή μάλλον θα ήταν οι Bardo Pond, 4 κύριοι και 1 κυρία από την Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Και αν το πρώτο album τους που άκουσα, το “On The Ellipse” μάλλον παραμένει ακόμα το αγαπημένο μου, σχεδόν όλα τα υπόλοιπα ακολούθησαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα καθώς το shock από τις πρώτες νότες του “Every Man” ομολογώ ότι είχα πολύ καιρό να το πάθω με κάποιο συγκρότημα. Και δεδομένης της τάσης τους να ηχογραφούν συνέχεια, το γεγονός ότι τους μάθαμε μια δεκαετία μετά τη δημιουργία τους σημαίνει ότι έχουμε μπόλικο υλικό να εξερευνήσουμε (ας είναι καλά εκείνη η συνέντευξη στο Wire).

H ψυχεδέλεια στο rock όπως αναπτύχθηκε ιδιαίτερα τη δεκαετία του 70 (και κυρίως από γερμανικά συγκροτήματα, καθώς με τους άγγλους των 60s ακόμα έχω κάτι διαφορές) είναι από τα είδη που αγαπώ πραγματικά πολύ στις περισσότερες εκφάνσεις της. Κάπως έτσι εξηγείται και ο έρωτας με τους Bardo Pond, οι οποίοι φαίνεται να έχουν πάρει όλη την παράδοση του ψυχεδελικού rock και να το έχουν βράσει σε ένα καζάνι με την free μουσική, το drone και το noise rock και μερικές σταγόνες jazz κληρονομιάς. Περιττό να πω ότι το αποτέλεσμα είναι όχι μόνο γευστικότατο, αλλά δεδομένων και των εικόνων που χρησιμοποιούν στην μουσική τους, μάλλον και παραισθησιογόνο. Ο τρόπος με τον οποίο δομούν τα κομμάτια τους, αφήνει πάντα εμφανή την αίσθηση ότι περισσότερο τζαμάρουν παρά συνθέτουν σε συγκεκριμένα πλαίσια. Ειδικά τα θέματα από τους δυο κιθαρίστες του group τα οποία μοιάζουν να απλώνονται καθόλη την διάρκεια των κομματιών και να επαναλαμβάνουν μοτίβα και μελωδίες είναι από τους κυριότερους λόγους που η μουσική τους σε απορροφά ολοκληρωτικά. Θα ήθελα πραγματικά μια μέρα να μάθω πως είναι να βιώνεις αυτή την μουσική σε ένα live τους. Και αν το rhythm section φροντίζει να παρέχει τις βάσεις για τους αυτοσχεδιασμούς τους, η Isobel Sollenberg είναι αυτή που βρίσκεται πάντα στην αιχμή τους είτε με τα φωνητικά της (που μερικές φορές μοιάζουν να αυτοσχεδιάζουν ακόμα περισσότερο και από την μουσική), είτε με το φλάουτο της (που έχει χαρίσει μερικά από τα πιο συγκλονιστικά σημεία σε τραγούδια τους – ειδικά στο “Destroying Angel), είτε και με το βιολί της.

Η παραγωγικότητά τους σε κυκλοφορίες εκτός των κλασσικών studio album είναι τεράστια, είτε σε eps, είτε σε κυκλοφορίες με jams του συγκροτήματος, είτε σε cd-rs και φυσικά στα διάφορα side project τους. Άλλωστε ανήκουν σε ένα μουσικό χώρο που ευνοεί όλη αυτη τη δημιουργικότητα και εξάλλου και οι ίδιοι από όλες τις δραστηριότητές τους φαίνεται ότι η δημιουργικότητά τους δεν περιορίζεται μόνο στην μουσική. Κάπου χάνεσαι φυσικά με όλες αυτές τις κυκλοφορίες αλλά υπάρχουν πολλά κρυμμένα διαμάντια εκεί μέσα, με τελευταίο το “Adrop” που κυκλοφόρησαν πριν λίγο καιρό ως μέρος της Modern Containment σειράς της Three Lobed Recordings, και είναι ιδιαιτέρως όμορφο. Για περισσότερες πληροφορίες μπορεί να χαζέψει κάποιος στο site τους (http://www.threelobed.com/bardo/) και θα διαβάσει πολλά ωραία πραγματάκια. Αφού βρήκαμε και σε ελληνικό δισκάδικο το “Amanita” καλά είμαστε πιστεύω.

.

Triumph of a Voice

•4 Φεβρουαρίου, 2007 • Σχολιάστε

Έχουν περάσει μερικές βδομάδες/μέρες/κάτι από την live παρουσίαση του «Xerrox» του Alva Noto στο Bios, και είχα σκοπό να επιχειρήσω μια μεγάλη δημοσίευση με μια κάποια περίληψη των όσων έγιναν εκεί. Γυροφέρνοντας στο μυαλό μου την βραδιά αυτή ξανά και ξανά, μου είναι όλο και πιο δύσκολο να περιγράψω τα όσα είδα και άκουσα. Ο ίδιος ο Carsden Nicolai φαντάζομαι, δεν είναι από τους τύπους που θα τους άρεσε να βλέπουν την δουλειά τους να «περιγράφεται» με τον οποιονδήποτε τρόπο. Σαββατοβράδιασε κιόλας και μάλλον δεν θα αποδώσω και τα μέγιστα. Σημαντικός παράγοντας.

Για τη συνέχεια λοιπόν, δεν ξέρω τι με πιάνει σε τέτοιες φάσεις και απλώς σκαλώνω άγρια με ορισμένα albums, αδυνατώντας να ακούσω κάτι άλλο. Έχει πλάκα. Βραδιές αφιερωμένες σε σπιτική ακρόαση μουσικής, και ένα μόνο album να ζητάει αποκλειστικότητα. Και να την παίρνει. Από νωρίς το απόγευμα εως και τώρα (πιθανώς και ως το πρωί της Κυριακής) είμαι έρμαιο μιας τέτοιας κατάστασης. Για να μην τα πολυλογούμε, ένα από τα αποτελέσματά της, είναι να σου έρχονται πιο εύκολα στο μυαλό οι λέξεις που θα σε βοηθούσαν να περιγράψεις αυτό που ακούς.

Το μενού έχει Ισλανδία. Και το κυρίως πιάτο ονομάζεται «Medulla». Κατά το τέλος του 2004, η Bjork αποφασίζει να κάνει το ίσως πιο ριψοκίνδυνο βήμα της καρριέρας της. Ακριβώς τρία χρόνια μετά την καθοριστική στροφή του «Vespertine» σε πιο experimental ακροατήρια (ξεχάστε το video του «It’s Oh So Quiet» και τις rock star εκκεντρικότητες του παρελθόντος), η απόφαση για κάτι ακόμα πιο ακραίο έχει παρθεί. Ένας δίσκος που θα βασίζεται, θα δομείται και θα υμνείται από την ανθρώπινη φωνή. Και μόνο από αυτήν. Εμπορική αυτοκτονία; Προσέγγιση του κοινού με μη τετριμμένο τρόπο; Οργιώδης έμπνευση; Καλώς ή κακώς, δεν είναι από τους δίσκους που τους κολλάς ένα τίτλο και ξεμπερδεύεις. Εδώ τα πράγματα έχουν σοβαρέψει πολύ. Φωνητικές χορδές να δημιουργούν τα beats, χορωδίες να αντικαθιστούν τα synths και τα samples, και η Bjork να τραγουδάει πάνω από όλο το σκηνικό που έχει δημιουργηθεί με τέτοιο τρόπο, που ακόμα και αν δεν υπήρχε η ιδιαιτερότητα αυτή της συνθετικής δημιουργίας, αυτή θα έμοιαζε και πάλι ιδιαίτερη. Οι απόγονοι του «The Anchor Song» εδώ, ορίζονται από την απόλυτη έμπνευση και ουσία. Αρκούν οι μελωδίες του «Mouth’s Cradle», το σχεδόν χορευτικό «Triumph of a Heart» (αν και η ίδια έχει δηλώσει πως δεν ενδιαφέρεται να συνθέτει χορευτική μουσική), το απόλυτα μελαγχολικό «how am i going to make it right?» του «Desired Constellation», το «Oceania» και το «Who is it», για να σε μαγεύουν κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο. Και κάθε φορά με τη σειρά σου, να νιώθεις πως δεν μπορείς να «πιάσεις» όλα όσα γίνονται εδώ. Μαγικό και καταπληκτικό είναι το συναίσθημα της ακρόασης του «Medulla». Καθαρά μουσικά, το τοποθετώ στο πάνθεον των αγαπημένων μου πραγμάτων στη μουσική. Βιωματικά, αδυνατώ να το περιγράψω καν.

Medulla

Κλείνοντας, απαραίτητο συμπλήρωμα είναι τo dvd με τα videos κάποιων εκ των κομματιών. Ακραία, αποτρόπαια σε σημεία («Where is the Line?») και αλλού απλά ατμοσφαιρικά αριστουργήματα («Who is it»), ως προς το σύνολο των εικόνων σε συνδυασμό με τη νότα/human touch που τις συνοδεύει κάθε στιγμή.

Αυτά για το «Medulla». Ελάχιστα κατατοπιστικά, και ίσως τελικά να μην έγραψα ούτε το μικρότερο δυνατό ποσοστό αυτών που σκέφτομαι όταν χαζεύω το παραπάνω εξώφυλλο.

Μέσα στην άνοιξη, θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε νέα μουσική από τη Bjork. Οπότε για την ώρα, το μόνο που μπορώ να υποσχεθώ είναι ακόμα μια δημοσίευση εδώ. Κάπως σοβαρότερη.

Και επειδή οι Κυριακές είναι κλπ, κλπ κλπ. Και show me forgiveness, επιπλέον και αποκλειστικά για σήμερα.

Come with me and walk the longest mile

•2 Φεβρουαρίου, 2007 • 2 Σχόλια

A caliph, rabbi, and a bishop walk into a bar.
One says to the other,
“Hey now brother, we haven’t gotten very far.”

Νομίζω ότι πάντα είχα μια αδυναμία στα συγκροτήματα που, ενώ η εξυπνάδα και το humour δεν είναι απαραίτητο συστατικό της μουσικής τους, τα κατέχουν σε εντυπωσιακές ποσότητες. Επίσης νομίζω ότι όποιος έχει ασχοληθεί έστω και ελάχιστα με τους Clutch θα συμφωνήσει ότι μάλλον κινδυνεύουν με overflow και στα δυο χαρακτηριστικά. Και αν στον όλο heavy rock χώρο, το πρώτο ζητούμενο είναι το rock και το fun της υπόθεσης (μην κάνετε ότι δεν καταλαβαίνετε, ξερετε εσείς – μπυρες, party και όλα τα παρελκόμενα), οι φίλοι μας από το Maryland έχουν φροντίσει να δώσουν πολύ περισσότερο νόημα στην μουσική τους.

Και αν η ανάμιξη stoner, southern, με ολίγη από metal δημιουργεί εντυπωσιακότατα αποτελέσματα, οι στίχοι τους είναι νομίζω αυτό που τους κάνει πραγματικά ξεχωριστούς. Ίσως το πιο ωραίο ύφος σε ένα κείμενο (ή σε κάποιους στίχους) είναι αυτό που έχει humour/δεν παίρνει πολύ στα σοβαρά τον εαυτό του αλλά δεν παύει να λέει σοβαρά πράγματα και να καταφέρνει να συγκινήσει αυτόν που το διαβάζει (ή ακούει στην περίπτωση μας). Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι οι Clutch είναι από τους καλύτερους σε αυτό το στυλ γραφής.

“Life inside the biosphere, dodecahedron fever’s here.
Sporting scarlet letters of genetic imperfection, dear.
Love child in the reeds. Take a sample for the breed.
Should have left him in the stream. Cooing at the smitten queen.

So fire it up. Fire it and the flesh be damned,
Fire it up. Yeah, that’s the ticket now kick out the jams.”

Και όλα αυτά τα λέμε γιατί οι Clutch ετοιμάζονται να κυκλοφορήσουν το “From Beale Street To Oblivion”, διάδοχο του εξαιρετικού “Robot Hive/Exodus” και αν και, για να είμαι ειλικρινής, δύσκολα θα ξεπεράσουν ποτέ την τελειότητα του “Blast Tyrant”, φαίνεται ότι και το καινούριο album θα είναι άκρως απολαυστικό. Και ακόμα περισσότερο όταν πέσουν στα χέρια μας οι στίχοι. Κάπου εδώ έχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι για το θέμα των στίχων πρέπει κάποια στιγμη να αναφερθούμε και σε κάποιους Νορβηγούς κυρίους που, παρόλο που στα δυο τελευταία τους album ασχολήθηκαν με πιο παραδοσιακά θέματα, στο παρελθόν έχουν δώσει ασύλληπτα δείγματα γραφής. Μέχρι τότε όμως..

“Waiting for a dead man’s shoes.
Have you heard the latest news?
Lazarus is back from the dead looking as one would expect.
Dripping with the waters of Sheol.
Babbling about body and soul.
And Then he found his wife in their bed buck naked and already wed”

Menomena – Friend and Foe

•29 Ιανουαρίου, 2007 • Σχολιάστε

Οι Menomena είναι τρεις Αμερικάνοι τύποι και το Friend and Foe είναι το τρίτο τους full-length, και δεύτερο «κανονικό» album τους (ανάμεσα στο ντεμπούτο και στο φετινό, κυκλοφόρησαν το Under an Hour, ένα δίσκο με ορχηστρικά κομμάτια για λογαριασμό μιας πειραματικής ομάδας ομάδας χορού). Επίσης, το Friend and Foe που έφτασε στα μαγαζιά στα Λονδίνα και τα Παρίσια πριν λίγες μέρες, είναι ο πρώτος πολύ πολύ καλός δίσκος του 2007.

menomena

Οι Menomena λοιπόν είναι περίπου οι Arcade Fire χωρίς τις δημόσιες ευλογίες του Bowie. Δλδ ο δίσκος είναι καλός, πραγματικά καλός, οι μελωδίες του πανέμορφες και οι δομές των τραγουδιών έξυπνες. Ομολογώ ότι πάντα μου άρεσαν τα albums που ήταν ανέμελα αλλά όχι ελαφριά. Δεν μπορώ να το εξηγήσω καλύτερα, θα πω μόνο ότι αυτό ακριβώς το χιλιοειπωμένο κλισέ βρίσκει άψογη εφαρμογή εδώ. Τα φωνητικά σε σημεία θυμίζουν τον Chris Olley των (αγαπημένων) Six By Seven, κάποια κομμάτια σα να ξέφυγαν με κάποιο περίεργο τρόπο από τον κατάλογο των Flaming Lips και με λίγα λόγια, όπου θα ακούσετε συγκρίσεις ή κοινές αναφορές τους με άλλα groups, όλες θα είναι για καλό. Και θα έχουν και δίκιο.

Ααααααα, μπες και στο wikipedia, κάμε search τους τύπους και διάβασε περί Deeler, τον τρόπο δηλαδή που χρησιμοποιούν για να γράψουν τις μουσικές τους. Θα σου το έλεγα εγώ αλλά όπως είναι φανερό από τα προηγούμενα, δεν έχω ιδιαίτερη όρεξη να γράψω πολλά. Εδώ που τα λέμε βέβαια, δε χρειάζεται να γράψει κάποιος και πολλά, παρά μόνο ένα «άκουσέ το, φίλος!» και θα αρκούσε.Κατέβασέ το λοιπόν και αφού το ακούσεις και σου αρέσει, αγόρασέ το κιόλα γιατί διάβαζα ότι η συσκευασία του είναι εκπληκτική. Περιμένοντας λοιπόν παρέα για ομαδική παραγγελία (το έχει ο Τζάνγκος ε!) θα μείνουμε με το φάκελο στο σκληρό. Τέλος, να σημειώσουμε ότι το προηγούμενό τους album περιέχει και μπαγλαμαδάκι οπότε είναι ευκαιρία να στηρίξουμε ούλοι μαζί τους Φράγκους στην προσπάθειά τους αυτή να εκπολιτιστούν. Η intelligent pop (. . .) μας οδηγεί και εν τέλει μας ενώνει βρε αδερφέ.

Mira vs Shara

•28 Ιανουαρίου, 2007 • Σχολιάστε

Mira Calix

Shara Worden

Αυτή τη φορά είπαμε να φέρουμε σε αντιπαράθεση δυο κυρίες (όχι, μπορείτε να βγάλετε από το μυαλό σας οτιδήποτε έχει να κάνει με λάσπες, μπικίνι και λοιπά ρομαντικά). Ουσιαστικός λόγος γι’ αυτή την αντιπαράθεση δεν υπάρχει (ούτε μπορώ πω ότι κρύβονται ιδιαίτερες αναλογίες μεταξύ τους), πέρα από το γεγονός ότι και των δυο η μουσική έγινε ιδιαιτέρως αγαπητή τους τελευταίους μήνες.

Από τη μια έχουμε την Mira Calix (κατά κόσμον Chantal Passamonte – αναρωτιέμαι αν η πραγματικότητα είναι πιο εντυπωσιακή), γνήσιο τέκνο της Warp, που κινείται κάπου ανάμεσα στην electronica, τα field recordings και την μοντέρνα σύνθεση και απο την άλλη, την Shara Worden (η καρδιά και το μυαλό πίσω από το όνομα My Brightest Diamond), η οποία και καταφέρνει να συνδυάσει την αγαπη (και τις σπουδές) της κλασσικής μουσική και τον έρωτα με το rock (και τις διάφορες indie εκφάνσεις) στην πεμπτουσία του singer/songwriter φαινομένου.

Ο τρόπος δημιουργίας της μουσικής για την καθεμιά από της δυο κυρίες δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετικός συγκριτικά με την άλλη. Η Calix, παίρνει τον όρο idm και μάλλον αφαιρεί το συνθετικό d, έχει συνεργαστεί με την συμφωνική του Λονδίνου παρέα με αρκετούς γρύλλους, φλερτάρει αρκετά συχνά με το glitch ενώ μοιάζει να λατρεύει την απλότητα στις μελωδίες της. Η Worden, φροντίζει να περνάει στην μουσική της όλη την πολυσυλλεκτικότητα που φαίνεται να είχε μέχρι τώρα η ζωή της. Μια essence από οπερα, μπόλικο rock feeling, μια δόση ατμόσφαιρα καμπαρέ, μερικά ψήγματα jazz και μπόλικες επιρροές από το νεο κύμα των singers/songwriters που φαίνεται να υπάρχει τα τελευταία χρόνια. Τα τελικα αποτελέσμα διαφέρουν δραματικά σε ύφος, όχι όμως και σε επίπεδο γοητείας. Η αλήθεια είναι ότι πολύ δύσκολα θα μπορούσα να επιλέξω ανάμεσα στις δυο κυρίες και αν το καλοσκεφτώ δεν θέλω κιολας.

Το γεγονός ότι το 2007 πρόκειται να μας δώσει νέες κυκλοφορίες και από τις δυο τους (“Eyes Set Against The Sun” και “Tear It Down”) μας κάνει ήδη να ανυπομονούμε για δυο album της φετινής χρονιάς. Και μια που πιάσαμε και τη συζήτηση για τις κυρίες, ας βάλουμε και ως bonus την συλλογή “Extreme Music From Women”.

Another day full of dread

•21 Ιανουαρίου, 2007 • 2 Σχόλια

Αν ο όρος country στην μουσική είναι στην καλύτερη αδιάφορος και στη χειρότερη γελοίος (με απειροελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις), τότε θα πίστευε κανείς ότι κάτι που θα λεγόταν alternative country θα ήταν τουλάχιστον τρομακτικό. Και όμως, μέσα από όλο αυτό το πράγμα ξεπήδησε ο Will Oldham (εναλλακτικά BonniePrinceBilly) και όλοι εμείς δεν μπορέσαμε παρά να ερωτευτούμε την μουσική του.

Ο συγκεκριμένος κύριος κυκλοφορεί την μουσική του εδώ και καμιά δεκαπενταετία περίπου, κάτω από διάφορα ονόματα και ειδικά τα τελευταία χρόνια με όλο το ξέσπασμα (μπορείτε να το πείτε και trend) της americana και του folk στην Αμερική έχει γίνει από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του χώρου. Άλλωστε και όταν ολόκληρος Johnny Cash επιλέγει να διασκευάσει τραγούδι σου (το θείο πραγματικά “I see a darkness”) σημαίνει ότι μάλλον κάτι κάνεις καλά. Επίσης τον τελευταίο καιρό οι συνεργασίες του έχουν αρχίσει να γίνονται πιο πολλές, ακόμα και όχι ακριβώς συγγενείς καλλιτέχνες (στο “Idumea” του τελευταίου Current 93 ή το “The Brave And The Bold” με τους Tortoise ή και με την Bjork).

H δισκογραφία του αρκετά μεγάλη ώστε να χρειάζεσαι πολύ χρόνο να ανακαλύψεις τα περισσότερα μυστικά που κρύβει, αλλά μέχρι στιγμής ο χρόνος που έχει διατεθεί σε αυτόν τον σκοπό αξίζει και με το παραπάνω. Από την τελειότητα του “I see a darkness” και του “Then the letting go” στην αμεσότητα του “Viva Last Blues” και στην live μαγεία του “Black Sessions”. Τελευταία στάση είναι το “Master And Everyone” που σιγά σιγά γίνεται και αυτό αγαπημένο, ενώ αν έπρεπε να θυμηθώ την πρώτη, οφείλω να ξεθάψω το “Superwolf” με τον Matt Sweeney. H διαδρομή έχει ακόμα μπόλικο μέλλον αλλά αυτό είναι σίγουρα καλό.

Τελικά νομίζω οτι η όλη γοητεία της μουσικής του Oldham είναι ότι καταφέρνει να συνδυάζει τέλεια μια αρκετά χύμα ατμόσφαιρα (μακριά από εμάς οποιεσδήποτε ψευδομελό “ρομαντικές” εξάρσεις) αλλά πάντα παραμένοντας ολοκληρωτικά συναισθηματικός και ειδικά στον στιχουργικό τομέα έχει να πει πολλά (και σχεδόν πάντα με μια δόση (αυτό)ειρωνείας και χιούμορ που τα κάνει ακόμα πιο ελκυστικά). Και φυσικά ακούγεται από το πρώτο δευτερόλεπτο αμερικάνος και, ομολογουμένως, με μια μικρή δόση “βλαχιάς” αλλά κατά ένα περίεργο τρόπο αυτό, όχι μόνο δεν ενοχλεί, αλλά κάνει και την μουσική του πιο αυθεντική. Respect στον κύριο Oldham λοιπον.

today was another day full of dread
but I never said I was afraid
dread and fear should not be confused
by dread I’m inspired, by fear I’m amused”

“Τι μουσική ακούς;”

•12 Ιανουαρίου, 2007 • 7 Σχόλια

Κάθεστε λοιπόν όμορφα και ωραία σε μια παρέα στην οποία υπάρχουν και κάποιοι που δεν σας πολυξέρουν. Αναπόφευκτα κάποια στιγμή η συζήτηση θα καταλήξει και στο θέμα μουσική, όπου και κάποιος που σας πολυξέρει θα αναφέρει το πάθος για την συγκεκριμένη τέχνη. Πάντα αναρωτιόμουν γιατί τότε η κατάλληλη ερώτηση για να “σπάσει ο πάγος” για τους περισσότερους ανθρώπους είναι το “Για πες, τι μουσική ακούς;”. Οι πιθανές απαντήσεις στο εν λόγω βαρύγδουπο φιλοσοφικό ερώτημα είναι δυο και είναι και οι δυο εξίσου άθλιες και ανούσιες:

Μονοπάτι 1ο: Αρχίζεις και αραδιάζεις ονόματα και είδη που ο συνομιλητής, α) δεν ξέρει, β) δεν τον ενδιαφέρουν και γ) δεν ξέρει και δεν τον ενδιαφέρουν. Κάπου εκεί η συζήτηση πεθαίνει αφού ο πάγος όχι μόνο έσπασε αλλά θρυμματίστηκε τόσο πολύ που τώρα είναι ώρα να φτιάξεις γρανίτα και όχι να συζητήσεις.

Μονοπάτι 2ο: Το φρικτό “Από όλα”. Παραλλαγές του προηγούμενου είναι, “Τα πάντα εκτός από ελληνικά”, “Τα πάντα εκτός από ξένα” και το αγαπημένο τα “Πάντα εκτός από metal” (σα να λέμε κάπου εκεί μετά τον Πλούταρχο πετάμε και ένα Merzbow για να ανέβουν όλα τα γκομενάκια στην πίστα).

Πάντα δεν είναι πιο ωραία όταν η συζήτηση καταλήγει από μόνη της εκεί χωρίς τις ηλίθιες ερωτήσεις που δεν έχουν κανένα μα κανένα νόημα;

Περνώντας σε άλλες ειδήσεις, το playlist των τελευταίων ημερών περιλαμβάνει το καινούριο Eluvium (πανέμορφο), το Gnarls Barkley, που αν δεν υπήρχαν οι παραινέσεις του ενός συγκάτοικου εδώ θα το είχα παραλείψει και θα ήταν μεγάλο κρίμα (ειδικά τα Storm Coming και Just A Thought), το 2 Foot Yard της Carla Kihlstedt, το εκπληκτικό soundtrack του Κωνσταντίνου Β. για την παράσταση του “2” (ευγενική χορηγία της άλλης συγκατοίκου σε τουτο δω το blog), και για κλείσιμο την τελειότητα του Viva Ultra των Palace Music του Will Oldham. Όμορφα πραγματα γενικά και τουλάχιστον σε αυτόν τον τομέα το 2007 ξεκίνησε καλά. Για τα άλλα δεν θα το συζητήσουμε εδώ.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε