opening credits and a gang

•23 Οκτωβρίου, 2008 • 1 σχόλιο

Έφτασε ο καιρός πιστεύω πάλι. Ποπ κορν (ή γιαουρτάκι γιατί παραφάγαμε το μεσημέρι) ανά χείρας, καθόμαστε αναπαυτικά στην καρέκλα ή στον καναπέ και πατάμε το play. Η πρώτη σκηνή έχει αποτυπωθεί στην μνήμη τόσο τέλεια που δεν έχεις παρά να κλείσεις τα μάτια και να δεις εκείνο το μαύρο βινύλιο να γυρίζει και να ακούς στα αυτιά σου την εισαγωγή του «You’re gonna miss me» των 13th Floor Elevators.

Σε αυτό το blog όπως αρμόζει και λόγω ονόματος έχουμε κάνει πολλές αναφορές στο High Fidelity (είτε ως film είτε ως βιβλίο) αλλά ποτέ δεν έχουμε κάτσει, νομίζω, να μιλήσουμε γι’ αυτό. Η αλήθεια είναι ότι ούτε τώρα πρόκειτα να κάτσω να μιλήσω αναλυτικά, πρώτον γιατί αυτό θα μου έπαιρνε περί τα σαρανταδυομιση χρόνια (και μετά θα έπρεπε να ξεκινήσουν και οι υπόλοιποι) και δεύτερον γιατί πως είναι δυνατόν να μιλήσεις για κάτι που περιγράφει τον εαυτό σου με τόσο τέλειο τρόπο. Απλά το αφήνεις να μιλήσει εκείνο για σένα. Ο Rob δεν έχει σίγουρα όλες τις απαντήσεις, αλλά έχει και όλες τις ερωτήσεις και όλα τα άγχη (ηλίθια και μη) που χαρακτηρίζουν μια συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων (στην οποία και ανήκουμε). Αυτών που μπορεί να κάθονται να μαλώνουν για ώρες για το αν είναι καλύτερο το «Blue Lines» ή το «Mezzanine» (το «Mezzanine» είναι πάντως), αλλά που θα είναι ανίκανοι να καταλάβουν πως γίνεται κάποιος να έχει μόνο 50 δίσκους στη δισκοθήκη του. Θα έλεγα επίσης (με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ σωβινιστής) ότι αυτά που λέγονται στο High Fidelity είναι μάλλον μόνο για αγοράκια, είναι αντρικές νευρώσεις, αντρικά ηλίθια (και μη) κολλήματα και δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορεί να μιλήσει με τον ίδιο τρόπο σε μια γυναίκα. Ποτέ δεν μου άρεσαν οι μουσικές ταινίες, αλλά πάντα λάτρευα τις ταινίες στις οποίες η μουσική είναι ένας από τους ουσιαστικούς πρωταγωνιστές. Το High Fidelity είναι η ταινία γι’ αυτόν που θα καταλάβει την αξία του να βρίσκεις ένα album μετά από μήνες ψαξίματος, να το παίρνεις στα χέρια σου και να πηγαίνεις σπίτι και με σχεδόν ιεροτελεστία να το βάζεις να παίζει στο στερεοφωνικό. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπον ποτέ δεν θα καταλάβουν γιατί εκείνη τη στιγμή το ηλίθιο χαμόγελο στο πρόσωπό σου τείνει να κάνει το πάνω μέρος του κεφαλιού σου να πέσει κάτω. Αλλά δεν είναι αυτά μόνο. Επιτέλους βρήκαμε στο πρόσωπο ενός τριαντάρη ιδιοκτήτη δισκοπωλείου την φωνή που θα πει αυτά που δεν καταλαβαίναμε ποτέ, για τον κόσμο, για τις γυναίκες, για τις σχέσεις μας, για τη δουλειά μας. Αυτά που εμείς δεν καταλαβαίναμε, αλλά ποτέ κανένας δεν βρέθηκε να μας εξηγήσει. Είναι κάπως παρήγορο να ξέρεις ότι τελικά δεν είναι και τόσο τρελές οι απορίες που έχεις ούτε είσαι ο βλάκας του χωριού. Και μπορεί τη θέση της Stax και της Motown να έχουν πάρει άλλες εταιρείες αλλά συνεχίζεις να πιστεύεις ότι η ιδέα του να βάψεις ένα τοίχο με το λογότυπο μιας από αυτές δεν είναι και τόσο άσχημη τελικά.

Ώρα να κάνουμε το Top 5 μας τραγουδιών για την δύση του ηλίου ένα κυριακάτικο απόγευμα; Για τα καλύτερα bonus tracks σε album; Για τους καλύτερους δίσκους που περιέχουν ένα χρώμα στον τίτλο τους; Αν σας φαίνονται περίεργα όλα αυτά, μάλλον δεν θα αγαπήσετε και πολύ το High Fidelity. Εξάλλου ποιος ασχολείται με 3 χαμένους που μιλάνε όλη μέρα για μουσική και που κρίνουν τον κόσμο βάση του μουσικού του γούστου;

Το παρόν post γράφτηκε υπό τους ήχους του «Saint Dymphna» των Gang Gang Dance, ενός album που είναι ότι πιο ωραίο έχω ακούσει από την εποχή του «Deep Cuts» των Knife, καθώς και του «Secret Rhythms 3» των Burnt Friedman & Jaki Liebezeit (όσοι εκτιμούν το dub/dubstep ας επενδύσουν τον χρόνο τους).

«Gonna get it on
Beggin’ you, baby, I want to get it on
You don’t have to worry that it’s wrong
If the spirit moves you, let me groove you good
Let your love come down
Oh, get it on, come on, baby

Do you know I mean it?
I’ve been sanctified
Hey, hey
Girl, you give me good feelings, so good»

the paranoid android

•21 Οκτωβρίου, 2008 • 1 σχόλιο

χαλαρώστε παιδιά
δε χρειάζεται να είναι πόλεμος!

τόσα εγκλήματα
γίνονται σε καιρό ειρήνης.

Marvin’s got the blues
do you want me to sit in a corner and rust or just fall apart where I’m standing?

echo & the bunnymen the killing moon
morrissey everyday is like sunday
sleepin’ pillow instrument of time
electrelane blue straggler
thom yorke atoms for peace (four tet remix)
those poor bastards evil on my mind
madrugada look away lucifer
mark lanegan carry home
jeff buckley hallelujah
max richter, vashti bunyan martha, my dear
bob dylan ballad of a thin man
the rolling stones play with fire
anathallo bells
this town needs guns badger
winterpills beesting
matt bauer window hill
the smittens baby don’t you know

~ 73′, 118mb

με ένα κλικ πάνω στην επιφάνεια της οθόνης που καταλαμβάνει η εμβληματική φιγούρα του Μάρβιν σώζουμε τα δάση του Αμαζονίου, δίνουμε αίμα για μια γειτόνισσα μου που αργοπεθαίνει, μεγαλώνουμε το πιπί μας, βρίσκουμε ρολόγια σε εξευτελιστικές τιμές, επωφελούμεθα από εξωφρενικές προσφορές και κατεβάζουμε τη συλλογή.
η εισαγωγή του ποστ αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Αιμόφιλου Τ. Ινφλουέντζα και τη χρησιμοποίησα δίχως να ζητήσω την άδειά του. τον ευχαριστώ προσωπικά για αυτό. είσαι φίλος. και ψυχάρα.

Inner City Blues

•19 Οκτωβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Καμία όρεξη για πολλά-πολλά λόγια βλέπω από κάτω και με το δίκιο του αγαπημένος σας καουμπόης μερικής απασχόλησης και Άντρας με τα Μαύρα, πλήρους. Γι’αυτό κι εγώ θα παραμείνω στα λίγα.

Καθώς περνάει μια ζόρικη (προσωπικά για μένα, υποψιάζομαι και για αρκετούς από εσάς) περίοδος, με τις δυσάρεστες εκπλήξεις της και το βαρύ κλίμα και γενικά μια διάθεση αυτοκτονική, βρέθηκα πριν λίγο καιρό στην καθόλου αξιοζήλευτη θέση να..μην θέλω να ακούσω ούτε υποψία μουσικής. Το βιολογικό μου ρολόι χτυπούσε σε ρυθμούς «σταματήστε-τη-μουσική» για αρκετό καιρό και κυρίως αυτό που με ζόριζε ήταν ένα μαλακισμένο εσωτερικό σχίσμα του να θέλω να ακούσω μουσική αλλά και να μην θέλω. Δεν ξέρω πόσοι από εσάς έχετε βρεθεί σε αυτή τη θέση αλλά δεν είναι καθόλου ωραία αίσθηση. Από τη στιγμή λοιπόν που ήθελα πολύ να ξαναπέσω με τα μούτρα κυρίως για λόγους ανάρρωσης, άλλαξα πολλές φορές playlist στο mp3 player μου, μπας και μπορέσω να βρω το μότζο μου πάλι. Επί τρεις εβδομάδες δεν ακουγόταν κανένα κούκου. Δοκίμασα τα πάντα γιατρέ σας λέω, καινούρια, ποπ, obscure, παλιά, ελληνικά, γερμανικά, ινδικά. Τίποτα. Στην τελευταία μου προσπάθεια και αρκετά επώδυνη γιατί πια κοιτούσα τους τίτλους τραγουδιών σαν binary code, έριξα δύο κομμάτια, παλιά και αγαπημένα, τα οποία έριξα στην τύχη ανάμεσα σε άλλα πράγματα άσχετα όπως το τελευταίο Seasick Steve και το τελευταίο Bonnie PrinceBilly (ψαχτείτε, γιατί δεν αναφέρομαι στο Lie Down in the Light). Τα δύο αυτά τραγούδια ήταν το Mercy, Mercy Me και το Inner City Blues του Marvin Gaye.

Μάλλον θα ακουστώ γραφική, τραγική, υπερβολική και βαρετή γιατί για άλλη μια φορά αναφέρομαι σε έναν καλλιτέχνη που εντάξει ρε παιδί μου, δεν θέλει άλλα λόγια για το πόσο τεράστιος είναι αλλά απόψε θέλω να πω τί μου συνέβη όταν την προηγούμενη Δεύτερα ακούστηκαν στα αυτιά μου για άλλη μια φορά οι πρώτες νότες του Inner City Blues. Μέσα σε ένα βαγόνι του μετρό, γεμάτο με ανθρώπους που μόλις είχαν τελειώσει τη μέρα τους και γυρνούσαν σπίτια τους ενώ εγώ πήγαινα από την μια δουλειά στην επόμενη, αυτό το τραγούδι με ξύπνησε από έναν λήθαργο ενός περίπου μήνα – ίσως να ήταν και παραπάνω. Βρέθηκα σε εκείνο το βαγόνι να ζω την πιο αποκαλυπτική μουσική στιγμή της ζωής μου και αυτή τη στιγμή την τροφοδοτούσε αυτό το τραγούδι. Με τους στίχους του, την απλότητα του, την ήρεμη αγανάκτηση στη φωνή όταν ακούς το “this aint living”, την ομορφιά της μελωδίας που με διαπέρασε σαν αναλγητικό. Δεν ντρέπομαι να πω ότι χαμήλωσα το κεφάλι και χαμογέλασα ανάμεσα σε εντελώς λυτρωτικά δάκρυα και δεν ντρέπομαι να πω πως ακόμα και στην ανάμνηση εκείνης της μέρας μου συμβαίνει το ίδιο.

Δεν ξέρω τί είναι η μουσική. Δεν ξέρω τί είναι για μένα, πως ξεκίνησε για μένα, ποιός είναι ο σωστός τρόπος να την ακούς, αν υπάρχει σωστός, αν πρέπει να ενημερώνομαι και να γράφω για αυτήν πιο συχνά, αν γράφω ωραία για αυτήν ή όχι. Δεν ξέρω τί πρέπει να κοιτάω, τί πρέπει να ακούω, τί πρέπει να προσέχω, πώς να συζητάω για αυτή. Δεν ξέρω αν ξέρω ή αν θέλω να μάθω ή αν πρέπει να μάθω. Αλλά σας ορκίζομαι πως αν υπάρχει θεός εκεί έξω ή κάποια θρησκεία που μπορεί να μου προσφέρει τέτοια λύτρωση όπως αυτή που ένιωσα μέσα σε εκείνο το βαγόνι, τέτοια λύτρωση, τέτοια φωνή προσωπική, φωνή δυνατή που βρήκα μέσα στα πέντα λεπτά και εικοσιεπτά δευτερόλετα αυτού του τραγουδιού, φωνή που είχα χάσει για αρκετό καιρό, δύναμη να τραβήξω τον δρόμο λίγο παρακάτω, τότε θα πέσω με τα μούτρα σε αυτή τη θρησκεία. Θα πέσω και θα προσευχηθώ να είναι αυτή η θρησκεία κοινή για όλους και να είναι και για όλους το χέρι που τράβηξε εμένα από πολύ δύσκολα σκοτάδια.

επίσης

•19 Οκτωβρίου, 2008 • Σχολιάστε

neither last, not least, είστε σπίτι, είναι βράδυ, βρέχει, κάπου εκεί κοντά υπάρχει ένα τζάκι να σιγοκαίει, διαβάζετε το αγαπημένο σας βιβλίο (ή κάποιο άλλο), ανάβετε το απαιραίτητο τσιγάρο σας, πίνετε το ροζέ σας, σαν άνθρωποι και εσείς, παραδίδεστε στα πάθη σας, τα πάθη σας τα κάλλη σας, τελοσπάντων, ψάχνετε ένα album να συνοδεύσει την μελαγχολία της δημιουργηθείσας γύρω σας κατάστασης.

Ψάχνετε album να συνοδεύσει τη μελαγχολία σας. Ούτε να την εντείνει (π.χ. Sopor Aeternus κάποιο από τα «Dead Lovers»), ούτε να την λήξει (π.χ. Turbonegro ή Happy Dragon Band). Ψάχνετε αυστηρά συνοδεία, να ολοκληρωθεί η εικόνα, να βρεθεί η χρυσή τομή, τελοσπάντων αναζητάτε το κατάλληλο album.

Το Sonic Death Monkey σας προτείνει το «Dream Home Heartache» των Rozz Williams & Gitane Demone. Ναι, εκείνου του Rozz Williams. Ούτε για άγνωστο album πρόκειται, ούτε λέξη παραπάνω θα πούμε.

Εξώφυλλο θα δείξουμε μόνο :

να είστε καλά όλοι.

just a souvenir

•19 Οκτωβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Διαβάζοντας τις σκέψεις του Tom Jenkinson που συνετέλεσαν στη δημιουργία του νέου Squarepusher album, σκέφτηκα πως το τελευταίο θα αποτελέσει το opus magnum της σουρρεαλιστικής οπτικής της νοητικής ουσίας, του Tom Jenkinson πάντα. Τα πράγματα είναι ιδιαιτέρως απλά, όταν έχει προηγηθεί ένας δίσκος που λέγεται «Hello Everything», το οποίο δειλά αλλά σταθερά ακολούθησε το τεράστιο «Ultravisitor». Μένουμε στο «Just a Souvenir’«, που η WARP θα ρίξει στην αγορά σε δυό βδομάδες, αλλά το internet εντόπισε νωρίτερα, από τα μέσα του Σεπτέμβρη. Το άκουσα. Μετά το ξανάκουσα, και στη συνέχεια μπορώ να πω πως το άκουσα πάλι. Όσα συνέβαιναν αυτά, το άκουγα. Το «Just a Souvenir», το νέο album που γράφει Squarepusher πάνω. Και όσο το άκουγα, τόσο καταλάβαινα (λίγο περισσότερο) όσους γύρισαν την πλάτη στο «Do you know Squarepusher» του 2002, αν και συνεχίζω να το θεωρώ μεγάλη δουλειά. Απλά τώρα καταλαβαίνω (λίγο περισσότερο) πως γίνεται να μην αποδέχεσαι πλήρως έναν καλλιτέχνη που συνηθίζεις να λατρεύεις. Πως γίνεται να μην μπορείς πάντοτε να βρεις καλά λόγια για την αντιφατικότητα και την περιέργεια, να μην μπορείς να ακολουθήσεις όλα τα μονοπάτια του οράματος ενός Tom Jenkinson, ακόμα και αν συνεχίζεις να τον θεωρείς (με τη σειρά του) έναν από τους μεγαλύτερους σύγχρονους συνθέτες. Μην πολυλογώντας, το album βρίσκεται μακριά από τη drum’n’bass λογική, μακριά από τα (όποια) breaks, αλλά κοντά στην rock μουσική.  Και όχι μονάχα στη rock, αλλά στην punk rock, και στην punk τελικώς αυτή καθεαυτή. Έτσι νιώθω. Μπορεί να μην το ακούω ακριβώς, αλλά το νιώθω. Δεν παράτησε τον ηλεκτρονικό ήχο, μην με πιστεύετε σε όλα, απλώς από όσο ακούω, αυτή τη φορά η ηλεκτρονική μουσική του είναι ένα αφελές επικάλυμμα πάνω σε ανάλαφρες ηλεκτρικές φόρμες, με παραμορφωμένα φωνητικά να υποβοηθούν την δημιουργία των τραγουδιών πια. Ένας δίσκος με rock και punk τραγούδια από τους…Squarepusher. Άντε και σε περιοδεία με Kyuss. H μουσική είναι αντιαισθητική, το αποτέλεσμα πρόχειρο, η στιβαρότητα του ήχου ανύπαρκτη και το «Just a Souvenir» τιμάει το όνομά του. Άσε που τα μισά τραγούδια νιώθω πως είναι διασκευές σε χιλιοακουσμένα τραγουδάκια που έχτισαν το στόμφο των δεκάδων γεροπάνκηδων και ελληνοροκάδων που ανά καιρούς μου μαχαιρώνουν την αισθητική. Ξαναλέω, λέω δηλαδή, δεν το είπα πριν, πως αν το «Just a Souvenir» ήταν το bonus cd (όπως έκανε με τα «Vacuum Tracks» πχ) στον πραγματικό διάδοχο του «Hello Everything», τότε ίσως και να έβρισκα λίγο νοήμα στην παιχνιδιάρικη διάθεση του Tom, στα διαλλείματα των ηχογραφήσεων ενός νέου αριστουργήματος. Σαν νέο Squarepusher LP όμως, το «Just a Souvenir» είναι ανυπόφορα, αβάσταχτα μέτριο, και για να κλείσουμε με την «a-team», απαράδεκτο.

Εξαιρείται το «A Real Woman» που είναι ξεπατήκωμα του «Blitzkrieg Pop» των Ramones, και είναι αυστηρά το μοναδικό κομμάτι που σχεδόν μου αρέσει.

Αναμένουμε γρήγορη επάνοδο. Download link και εξώφυλλο δεν έχει.

days go by, music stays

•18 Οκτωβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Αδιάφορες μέρες, κούραση, λίγος ύπνος, φίλοι που δεν βλέπουμε πολύ και άλλα τέτοια όμορφα περιστατικά. Τουλάχιστον η μουσική φροντίζει να γεμίζει με κάτι ενδιαφέρον τις λίγες ώρες που διατηρούμε τα μάτια μας ανοιχτά (εναλλακτικά διαβάζουμε και κάνα βιβλίο).

Για κάποιο λόγο τον τελευταίο καιρό έχω ακούσει πάρα πολλά συμπαθέστατα album αλλά σχεδόν ελάχιστα που να μου έχουν κάνει μεγάλη εντύπωση.

Το πρώτο στην λίστα θα έλεγα ότι είναι το «The Island Moves In The Storm» του Matt Bauer. Το είδος αρκετά familiar, ακολουθώντας τις ακουστικές folk/americana οδούς των περισσοτέρων singer/songwriters που προέρχονται από την Αμερική, αλλά εδώ η διαφορά είναι στο songwriting μέρος του Bauer. Εξαιρετικά όμορφες συνθέσεις που σε κάνουν να χάνεσαι και παρόλο που η ακουστική κιθάρα είναι ο πρωταγωνιστής, τα υπόλοιπα όργανα υπάρχουν σε αρκετές πινελιές εδώ και εκεί ώστε να το κάνουν ιδιαιτέρως ενδιαφέρον ως δεμένο σύνολο. Το αγαπήσαμε ως Sonic Death Monkey.

Επίσης καταφέραμε επιτέλους να ακούσαμε το 5πλο νορβηγικό tribute στον Prince («Shockadelica») και το βρήκαμε πολύ καλό. Αυτή ήταν από τις φορές που μπορείς να είσαι πραγματικά ευγνώμων για τη ύπαρξη των Mp3. Αν δεν υπήρχαν αυτά, ο κύριος Prince με την μήνυσή του και την αγωγή για καταστροφή των αντιτύπων της συλλογής, θα έκανε την ακροάσή του πραγματικά δύσκολη (και μόνο εφικτή ξοδεύοντας πολλά λεφτά στο ebay). Θα βρείτε πολλά γνωστά ονόματα εδώ πέρα, άλλα σε πολύ καλές διασκευές, άλλα σε όχι τόσο, αλλα κυριώς θα βρείτε και πολύ ενδιαφέροντα ονόματα που δεν έχετε ξανακούσει και που θα θέλετε πραγματικά να ψάξετε. Αναμένεται πολλή αναζήτηση στο άμεσο μέλλον ξεκινώντας από αυτή τη συλλογή.

Για το κλείσιμο αναφέρω 3 album μαζεμένα που επίσης με έκαναν να τα απολαύσω πάρα μα πάρα πολύ. Το dubstep του «Been Through» του Fenin, η απίστευτη ψυχεδέλεια της τρίτης  (τουλάχιστον) κυκλοφορίας των Religious Knives («The Door») και το τελευταίο album των γλυκούλικων Bohren & Club De Gore («Dolores») που για μια ακόμα φορά δείχνει ότι μερικοί καμμένοι το έχουν ακόμα και όταν γράφουν μουσική που σε πηγαίνει σε jazz bar και όχι σε μεταλοσυναυλίες.

Σε λιγότερο εντυπωσιακά αποτελέσματα έχουμε και τη dance επιλογή του Martin Geist («Double Night Time») που ειναι αρκετά καλό αλλά δεν μας άλλαξε και τη ζωή, τα πιο post rock του Benoit Pioulard της Kranky («Temper») που δεν του έχω αφιερώσει όσο χρόνο θα ήθελα, ενώ μερικές (βιαστικές είναι η αλήθεια) ακροάσεις του καινούριου album των Streets μας έφεραν μια μικρή απογοήτευση. Σημειώνουμε τα black/noise/drone/ambient album των Heatdeath («Heatdeath») και Nordvargr («Pyrrhula» & «Helvete») για να τα ξανατιμήσουμε όταν είμαστε σε πιο καμμένη διάθεση ή έστω πολύ πιο κομμάτια.

Σε άλλα νέα ο καιρός αρνείται εκνευριστικά να μην κρύωσει.

playlist time!

•9 Οκτωβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Τι ακούει ένα κομμάτι του Sonic Death Monkey αυτές τις μέρες:

2008 albums

Hilde Marie Kjersem – «A killer for that ache»

Mount Eerie with Julie Doiron and Fred Squire – «Lost wisdom»

Erik Enocksson – «WIth its dark tail curled ’round the garage»

Bardo Pond – «Circuit VIII»

Crystal Antlers – «Crystal Antlers ep»

Mgla – «Groza»

Ofermod – «Tiamtu»

Ανα ομάδες τα πρώτα 3 ακολουθούν πιο μελωδικές (ακουστικές folk αλλά και ηλεκτρονικές) οδούς, τα 2 επόμενα rock-άρουν και ψυχεδελίζουν περισσότερο, ενώ τα 2 τελευταία είναι άριστα δείγματα black metal (κυρίως το «Groza» που ναι εκπληκτικό album, το Ofermod είναι ωραίο αλλά κατά τη γνώμη μου κατώτερο του 7»)

Παλιότερα

Erik Enocksson – «Farval Falkenberg» (τα λέγαμε και πριν λίγες μέρες)

Major Stars – «Distant Effects», «Mirror Messenger», «Major Stars/Comets On Fire Split LP», «Synopticon» (η ανακάλυψη των ημερών fuzz-αριστό heavy rock με γυναικεία φωνητικά όπως πρέπει να είναι για τις rock ‘n’ roll στιγμές μας)

Tara Jane O’ Neil – «In Circles», «After A Dark Seven CD-R», «Music For A Meteor Shower (with Daniel Littleton)» (σε περίπτωση που θέλετε να καταφύγετε σε πιο folk μονοπάτια η κυρία O’ Neil είναι μια πολύ καλή επιλογή για κάτι καινούριο)

Hammers Of Misfortune – «The August Engine», «The Locust Years» (γιατί μας έπιασε μια μίνι νοσταλγία για λίγο heavy metal)

M.I.A. – «Kala» (κάναμε κάνα χρόνο αλλά τελικά ακούσαμε την μεγάλη κυρία του Grime. Συμπαθέστατο album αλλά για να πω την αλήθεια περίμενα κάτι πιο εντυπωσιακό)

γενικώς

•5 Οκτωβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Είσαι ένας άνθρωπος και έχεις μουσικές προτιμήσεις. Τι πάει να πει αυτό; Υπάρχουν ήχοι που λατρεύεις, ήχοι που αγαπάς, που σιχαίνεσαι, που σου είναι αδιάφοροι. Είσαι φίλος της μουσικής, είσαι λάτρης του ήχου. Ξέρεις εσύ. Ξέρεις;

Εξηγήστε μου. Γίνεται να ακούς το τελευταίο των Hair Police («Certainty Of Swarms») και μόλις τελειώσει να παίζεις το «Fordlandia» του Johan του Johannsson και να τα απολαμβάνεις το ίδιο;

Να απολαμβάνεις το ίδιο πολύ (με άλλο τρόπο φυσικά) την εξύψωση της κοσμικής έννοιας μελωδία («Fordlandia») με τον ολοκληρωτικό χλευασμό που της δείχνουν noise καλλιτέχνες σαν τους Hair Police;

Τι σε κάνει εσένα αυτό;

Υπάρχει κουλτούρα μελωδίας ή κουλτούρα ήχου; Θορύβου;

Γίνεται να απολαμβάνεις το ίδιο πολύ το «Forest Poetry» του Ildjarn με τη «Hardangervidda» του; Βρήκε ο ίδιος ο Ildjarn τη χρυσή τομή, ή ανά περιόδους δε μπορούσε να μείνει μακριά τόσο από θόρυβο όσο και από τη «μελωδία»;

Η Maja Ratkje συνεργάζεται με τον Frode Haltli. Γίνεται; Γίνεται.

Ο Scott Walker έχει επισήμως αφαιρέσει κάθε έννοια μελωδίας από τη μουσική. Ο Scott Walker. Που τον άκουγαν στα 60’s και δάκρυζαν από τη συγκίνηση των μελωδιών του. Γίνεται και αυτό.

Ο Lars Pedersen βγάζει το «You are Silent». Έναδυο χρόνια μετά το «Trippy Happy». Ποτέ δε θα μάθω τι κρύβει μέσα του ο Lars Pedersen. Όπως και να χει, έγινε.

Οι Sigur Ros ξαναδίνουν μαθήματα μελωδίας. Οι Sutcliffe Jugend τα παίρνουν αμέσως πίσω.

Είναι η μελωδία. Είναι και ο θόρυβος.

Εσάς τι σας γοητεύει πιο πολύ;

no title

•30 Σεπτεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Κακό πράγμα ο Σεπτέμβρης έλεγα, αλλά δεν με ακούγατε. Μάλλον θα έπρεπε να κρατήσω το στόμα μου κλειστό. Το παρόν post θα είναι σύντομο αλλά περιέκτικο. Πολλά πράγματα έρχονται και φεύγουν στην playlist αυτές τις μέρες (που δεν είναι καλές, καθόλου καλές), αλλά ουσιαστικά μόνο ένα υπάρχει και όλα τ’ αλλα απλά φροντίζουν να γεμίζουν κάποια κενά διαστήματα. Πριν 2 χρόνια βγήκε μια ταινία, πολύ ωραία, να πάτε να τη δείτε, «Farval Falkenberg» λεγόταν. Όχι και πολύ επαγγελματική, λίγο μπερδεμένη, αλλά από εκείνες που μέλλουν να σε κάνουν να ανατριχιάζεις με μοναδικό τρόπο. Από τότε που την είδαμε στο σινεμά, δεν είχαμε κάτσει να την σκεφτούμε και πολύ τελευταία.

Πριν 5-6 μέρες, σε μια παλιά συλλογή του αφεντικού, βρήκα ένα τραγούδι κάποιου κύριου Erik Enocksson, με τίτλο «The Joy Of D.H. Lawrence» που δεν μου θύμιζε πολλά πράγματα, αλλά που με έκανε να σκεφτώ ότι ο δημιουργός του το είχε πιάσει το νόημα. Και έκατσα να δω τι έχει κάνει αυτός ο Σουηδός. Και είδα ότι το συγκεκριμένο τραγούδι είναι αυτό που ανοίγει το διάρκειας 36 λεπτών soundtrack του «Farval Falkenberg». Και κατέβασα όλο το soundtrack. Και άκουσα και τα υπόλοιπα κομμάτια και κυρίως εκείνο που λέγεται «The State The Sea Left Me In». Και συνέβησαν και άλλα πράγματα, καθόλου καλά (κάποια λιγότερο σημαντικά, κάποια απείρως περισσότερο) και ξαφνικά καταφέραμε να πείσουμε το album να σταματήσει να είναι το soundtrack μιας ταινίας και να γίνει το soundtrack αυτών των ημερών μας. Γιατί όπως είπαμε αυτό ο Σουηδός κύριος έχει πιάσει το νόημα. Και γιατί ακούγοντας τα τελευταία λεπτά του album και το «The Lingering Procession» δεν μπορείς να μη συνεχίσεις με ένα κάποιο χαμόγελο. Όχι πολύ έντονο, αλλά ίσως αρκετό για τώρα. Πρέπει να τα χτίζεις σιγά σιγά αυτά τα πράγματα. Και όλα τα υπόλοιπα είναι σε ίσες ποσότητες μελαγχολικά και ελπιδοφόρα.

Θα πρέπει να ζητήσω συγγνώμη από την ταινία για την κλοπή του soundtrack της, αλλά πλέον δεν μπορεί να γίνει τίποτα γι’ αυτό. Το «Farval Falkenberg» δεν ανήκει στην ταινία. Ανήκει σε δυο βδομάδες μας, έναν Σεπτέμβρη που μόλις άρχισε να βάζει κρύο. Ελπίζω να μη μας κρατήσει κακία, αλλά αυτά τα πράγματα συμβαίνουν. Και ξανασφυρίζουμε παρέα με τη χαρά του κυρίου Lawrence.

going for october

•25 Σεπτεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Δεν μ’ αρέσει να επαναλαμβάνομαι αλλά μερικές φορές οι συμπτώσεις παραείναι ευνοϊκές για να αποφύγεις ένα θέμα. Επανερχόμαστε λοιπόν στην εμπορική πλευρά της μουσικής. Φέτος, αν και λόγω στρατού πίστευα ότι θα μειωθεί η καινούρια (αλλά και γενικά) μουσική που θα άκουγα, για διάφορους λόγους αυτό δεν συνέβη προς μεγάλη μου ευχαρίστηση (αν και ίσως όχι τόσο μεγάλη μερικές φορές όσο θα ήθελα). Αυτό που άλλαξε σίγουρα είναι το μέγεθος των αγορών, που μειώθηκε δραματικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Κάτι η έλλειψη χρημάτων λογω μη εργασίας (γαμημένος ελληνικός στρατός), κάτι η έλλειψη όρεξης και κουράγιου για τις συνηθισμένες εξορμήσεις στο κέντρο, φέτος δεν έχουμε καταφέρει να αποκτήσουμε όσα θα θέλαμε. Το αστείο της όλης υπόθεσης είναι ότι για κάποιο (ανησυχητικό) λόγο ακόμα και στις λίγες εξορμήσεις δεν έχω την διάθεση να πάρω κάτι και συνήθως απογοητεύομαι από την κατάσταση των ελληνικών δισκοπωλείων. Και σαν να αρχίζει να μη μου λείπει η προσμονή για την απόκτηση του επόμενου δίσκου. Ίσως αυτό να αλλάξει μετά το πέρας του χρόνου, ίσως να μείνουμε στα ίδια, σίγουρα δεν είναι και λόγος ανησυχίας, αφού μουσική θα ακούμε έτσι και αλλιώς. Παραμένει ενδιαφέρον όμως για τις συνήθειες ενός ανθρώπου.

Το δεύτερο σημείο που έχει να κάνει με τα εμπορικά της μουσικής είναι μια ανακοίνωση στο myspace των Ulver για την βινυλιακή κυκλοφορία του «Svidd Neger». Όπως μας έχουν συνηθίσει με τις τελευταίες αποφάσεις τους, το βινύλιο θα βγει σε 3 εκδόσεις (αναμενόμενο), περιορισμένες σε κάποια αντίτυπα (αναμενόμενο) αλλά το ελαφρώς γελοίο της όλης υπόθεσης είναι ότι η πιο σπάνια από τις τρεις εκδόσεις (ένα κατά τ’ άλλα πανέμορφο λευκό διαφανές βινύλιο με μαύρες πιτσιλιές) θα είναι διαθέσιμο μόνο μέσω ebay (aka πάμε να τα αρπάξουμε). Δεν ξέρω ποιος θα είναι ο τελικός αποδέκτης των φράγκων αλλά παραμένει το γεγονός ότι από το «Blood Inside» κυρίως και μετά, οι φίλοι Ulver το έχουν ξεφτιλίσει και παραέχουν γίνει έμποροι (με limited βινυλια, διπλα box set από διαφορες εταιρείες, και σαρανταδυόμιση εκδόσεις του ίδιου album και αρώματα). Και αν στην αρχή είχε πλάκα το κυνήγι του συλλεκτικού έχει αρχίσει να μοιάζει με ανέκδοτο η κατάσταση. Δυστυχώς η μουσική τους παραμένει από τις ομορφότερες που έχω ακούσει και η αγάπη που τρέφω γι’ αυτούς δεν έχει εξασθενήσει, ώστε να τους πω να πάνε να γαμηθούν. Σίγουρα δεν θα πάω να κυνηγήσω να δώσω 80 και 100 δολλάρια στο ebay για την σπάνια έκδοση, μπορεί να πάρω και την φτηνή κάποια στιγμή αλλά ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι του σεβασμού που τους έτρεφα ως προσωπικότητες έχει αρχίσει να φθείρεται. Τους λατρεύω ως μουσικούς, αλλά για μια ακόμα φορά καταλαβαίνω ότι συνήθως πρέπει να μένεις μόνο στη μουσική και να μην κοιτάς τα παρακάτω, γιατί 9 στις 10 φορές απογοητεύεσαι.

Από καινούριες κυκλοφορίες που άκουσα τον τελευταίο καιρό (για μια σύντομη αναφορά) ξεχώρισαν το καινούριο Kiss The Anus Of A Black Cat, το «Fordlandia» του Johann Johannsson, ομορφότατο το καινούριο των Thievery Corporation, αρκετά εντυπωσιακό progressive rock εκ Κροατίας από τους Seven That Spells, το καινούριο Mogwai θέλει αρκετές ακροάσεις, όπως και το καινούριο Caina.

Ως πρόταση θα σας έλεγα να πάτε στο site των Downliners Sekt (www.dsekt.com) και να κατεβάσετε τα album τους (τα έχουν δωρεάν προς d/l). Εξαιρετικό post rock με αρκετά ηλεκτρονικά και glitch στοιχεία. Είδατε τι κάνουν μερικές φορές οι διαφημίσεις στα περιοδικά;

rainy rock ‘n’ roll revolution

•21 Σεπτεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Σήμερα είπαμε να πρωτοτυπίσουμε ως μουσικές υπάρξεις. Παρά τα πρωτοβρόχια και το κρύο και την μουντάδα και τη γλυκιά μελαγχολία που διαπνέει την ατμόσφαιρα, αποφασίσαμε να κάνουμε την επανάστασή μας και να μην βάλουμε να ακούσουμε τυχαίο moody album, αλλά να βάλουμε τα rock ‘n’ roll ρούχα μας ως blog (μα πάνω από όλα ως άνθρωποι).

Για να είμαστε όμως και στο πνεύμα της ημέρας οι Hellacopters λένε για «Rainy Days Revisited» (oooooooh oooooh), όμως το πιο πιθανό είναι έτσι όπως το λένε να σε κάνουν να βγεις απλά να χορέψεις έξω στην βροχή και στο κρύο (και μετά πνευμονία και Nighstalker). Μ’ αρέσει η πρωτοτυπία της στιγμής, είναι ένα διαφορετικό ξεκίνημα του φθινοπώρου.

Κάπου εδώ οφείλουμε να κάνουμε μια αναφορά στην μεγαλοφυία τόσο του album όσο και του ομώνυμου κομματιού των αγαπητών Motorhead που φέρει τον τίτλο «Another Perfect Day». Δεν ξέρω αν όταν το έγραφαν συνειδητοποιούσαν τι ακριβώς έκαναν (οι πιθανότητες και το Jack Daniels λένε μάλλον όχι) αλλά αυτή είναι για μένα η κορυφαία (και με άνεση) στιγμή της καριέρας τους. Κυρίως γιατί δεν ξέρεις αν μιλάνε σοβαρά ή ειρωνικά.

» You sure ain’t the chosen few,
I know you’ve turned a trick or two,
You pulled the deuce this time,
Another Perfect Day.»

Τέλειωσα και το «Fever Pitch», οπότε το αφεντικό θα μπορεί να με κάνει παρέα χωρίς να ντρέπεται και προσπαθώ να βρω το κατάλληλο soundtrack. Και μπορεί οι οπαδοί Arsenal να θεωρούν καλύτερο σημείο του βιβλίου την περιγραφή του αγώνα με τη Liverpool και το πρωτάθλημα εκείνο, αλλά εμένα περισσότερο από όλα μ’ αρεσε εκείνο το σημείο στον αγώνα κυπέλλου της Arsenal με την Totenham (στο σημείο που όλα δείχνουν ότι η Arsenal θα αποκλειστεί για πολλοστή φορά):

«A couple of rows in front of me, a line of middle-aged men and women, blankets over their legs, soup flasks twinkling, started singing the Irish song that the oldest fans in the seats –  i have never heard a North Bank rendition – often used to sing on big nights, and everyone who knew the words («And then he got up and sang it again/over and over and over again») joined in. So, I thought, with, what six-seven minutes left, that at least I would remember the occasion with some fondness, even though it was to have a bitter and dismal conclusion; and then Allinson, jinking unconvincingly down the left, put in a feeble shot on the turn that totally deceived Clemence and snuck in guiltily at the near post, and there was this enormous explosion of relief and unhinged joy.»

To «Astronomy» που παίζει τώρα πάντως φαίνεται να ταιριάζει αρκετά. Και για δες που όσο το έγραφα όλο αυτό, άρχισε να βγαίνει και ήλιος. Η υπόλοιπη μέρα θα είναι αφιερωμένη στην ακρόαση καινούριων δίσκων οπότε μπορεί να επανέλθουμε με εντυπώσεις, σχόλια, κους-κους και γλυφιτζούρια.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε