can we have a rain check please?

•15 Νοεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Είναι Σάββατο πρωί, είσαι ψιλοάυπνος και κουρασμένος, από το πρωί ψιχαλίζει και κάνει μια επίμονη ψύχρα, έχεις φτιάξει καφέ και κάθεσαι στο γραφείο σου ζητώντας εκείνη την όμορφη αίσθηση της χαλάρωσης και της άνεσης. Ψάχνεις να δεις τι θα ακούσεις για να ξεκινήσει η μέρα και επίσημα και διαπιστώνεις ότι οι συνθήκες απαιτούν συγκεκριμένα πράγματα. Έχει πολύ κρύο και μουντάδα για τα πιο χεβιροκς, παραείναι πρωί για να καταφύγεις στις πιο ηλεκτρονικές λύσεις που σου κάνουν παρέα τα βράδια. Θες κάτι αρκετά μελωδικό για να ταιριάξει με τη μουντάδα, αλλά όχι αρκετά νυσταλέο ώστε να σε κάνει να βαρεθείς. Απαντήσεις υποθέτω ότι υπάρχουν πολλές για τον καθένα. Η σημερινή για το Sonic Death Monkey είναι το «Miracle Kicker» των Dark Captain Light Captain.

Βρετανικές indie καταβολές δίνουν το εναρκτήριο λάκτισμα για το πιο up tempo κομμάτι του δίσκου, το «Jealous Enemies», ίσως για να σε κερδίσουν από την αρχή και να σε κρατήσουν εκεί. Αναρωτιέμαι πότε θα εφευρεθεί ο όρος post pop. Αυτό που μου ήρθε αμέσως στο μυαλό ήταν «κάπως έτσι θα ακούγονταν οι Blackfield αν ήταν καλή μπάντα και είχαν έμπνευση» και αμέσως σου έρχονται και κάποιες αναλογίες με την μεσαία περίοδο των Porcupine Tree. Δεν είναι τόσο progressive, ούτε τόσο ψυχεδελικοί (αν και που και που έχουν κάτι εκλάμψεις). Αυτοί εδώ ξέρουν να φτιάχνουν moody music. Δεν είναι ακριβώς μελαγχολική, στα περισσότερα σημεία μοιάζει να παραείναι χαλαρή για να σε μελαγχολήσει, αλλά αυτό είναι μάλλον το πρώτο επίπεδο. Το όνομα μάλλον δεν διαλέχτηκε τυχαία. Η μουσική ξέρει να κάνει μικρές κινήσεις, δεν αγαπάει τις πολύ μπαροκ καταστάσεις, προτιμάει να παίζει με τις λεπτομέρειες, αν και σίγουρα δεν φτάνει σε ακραία επίπεδα μινιμαλισμού. Pop sensibilities λέει μια φωνή από το δάσος. Θυμάστε άραγε την γαλήνη εκείνης της σκηνής στο «High Fidelity» που ο Rob βάζει να παίζει το cd των Beta Band; Μάλλον θα ήθελε να πουλήσει πέντε αντίτυπα του «Miracle Kicker». H ψηφοφορία για το καλύτερο κομμάτι του album έδωσε μια ψήφο (ποσοστό 100%) για το «Spontaneous Combustion». Δεν πιστεύω να διαφωνεί κανείς;

Συνοδεύτε το με ελληνικό καφέ. Τα βουτήματα είναι προαιρετικά.

sweet dreams for ordinary people

•13 Νοεμβρίου, 2008 • 1 σχόλιο

Μετά από αρκετό καιρό η μουσική που θα συνοδέψει τη νύχτα έχει επιλεχθεί ενσυνείδητα και δεν έχει αφεθεί στην τύχη και επιλογή κάποιου σταθμού. Εμείς προτείνουμε (για περισσότερες πληροφορίες απευθυνθείτε στο google για σήμερα):

Marvin’s got the blues
U
L’ eixample
24 postcards in full colour
Whispers from the forests, screams from the mountains
Fordlandia
The island moves in the storm

Greeks do it better

•9 Νοεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

‘Ενα συνηθισμένο νυσταγμένο πρωινό Σαββατοκύριακου με την ανιψιά μου απαρτίζεται από παρακολούθηση παιδικών στην τηλεόραση – με την Ντόρα την Εξερευνήτρια να κατέχει την δεύτερη θέση προτίμησης μας – κατανάλωση δημητριακών με γάλα και μια θεία στον καναπέ να σερφάρει σαν δαιμονισμένη πάνω σε κύματα ψυχεδέλειας παρακολουθώντας την Ντόρα που έχει μονίμως ένα σάκο στην πλάτη, να προσπαθεί να εξηγήσει σε κάτι που μοιάζει με φούσκα (;;;), προς τα πού βρίσκεται ο λόφος (;;;;). Επειδή το σόνικντεθμάνκη σέβεται τους αναγνώστες του οφείλω να σας πληροφορήσω πως κάθε επεισόδιο της Ντόρας συμπεριλαμβάνει και μικρές ασκησούλες για τους σαδιστές τηλεθεατές της και πως οι απαντήσεις σε αυτές τις ασκησούλες δίνονται επί τόπου και στα…Ισπανικά. Την πρώτη φορά που έκατσα να μοιραστώ αυτή την εμπειρία με την ανιψιά μου, την άκουσα (κατάπληκτη) να δίνει τις απαντήσεις και αυτή στα Ισπανικά, χωρίς διόλου να διστάζει να λέει τις λέξεις παρ’όλο που ήταν σε μια γλώσσα που (από τις τρεις που είτε γνωρίζει να μιλάει είτε να ακούει) δεν ξέρει. Για κάποιο άγνωστο λόγο αναρωτήθηκα εκείνη τη στιγμή, αν η ελληνική μουσική, οι στίχοι, οι συγχορδίες, οι κλίμακες που χρησιμοποιεί συνήθως η ελληνική μουσική, θα της καθόταν τόσο άνετα όπως τα λόγια μιας Ντόρας. Χμ…η ελληνική μουσική.

Το 50% των ακουσμάτων μου στις ηλικίες 9-14 περίπου, ήταν ελληνικά.Μέχρι δηλαδή τη στιγμή που η ελληνική σκηνή άρχισε να ανακαλύπτει πως συνδέεται το star system και η μουσική ή πώς ένας μουσικός μπορεί να γίνει μέρος ενός υποτιθέμενου, εκολαπτόμενου star system. Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Λοίζος, Γιάννης Πάριος (ακούω δόντια να τρίζουν), Χάρις Αλεξίου, Δημήτρης Μητροπάνος, Ρένα Κουμιώτη, Μπιθικώτσης, Γιώργος Ζαμπέτας, Αντώνης Βαρδής, Μακεδόνας, Πρωτοψάλτη και κατά ένα μεγάλο ποσοστό λόγω καταγωγής Σμυρνέικο και Ποντιακό παραδοσιακό τραγούδι. Στα 13 ανακάλυψα την αγάπη μου για την τζαζ και τους Nirvana και από εκεί και πέρα τα υπόλοιπα είναι βαρετά.

Χωρίς περισσότερα λόγια από αυτά που έχω πει ήδη, περνούσαν τα χρόνια και μαζί τους πολλές μουσικές μόδες. Στις ξένες σκηνές του κόσμου, τραγουδιστές πέθαιναν, καινούριοι γεννιούνταν, συγκροτήματα το διέλυαν, καινούρια μαζεύαν τα σπασμένα και η ελληνική μουσική πήγαινε σταθερά από το κακό στο χειρότερο. Η εγχείρηση εισαγωγής star system πέτυχε, αλλά ο ασθενής απεβίωσε. Κι όμως απόψε, καθώς ακούω την φωνή του Θηβαίου να τραγουδάει Λοίζο και τον Μάλαμα να τραγουδάει Καζαντζίδη βρίσκομαι για ακόμη μια φορά στην θέση να θέλω ο ασθενής να σηκωθεί από το νεκροτομείου του καλλιτεχνικού ΙΚΑ και να μοιράζει σφαλιάρες. Σε παλιότερες – ελάχιστες, να σημειώσω – συζητήσεις μου για το ελληνικό τραγούδι και για την φύση και τον ρόλο του κατακαημένου εθνικού μας οργάνου, του μπουζουκιού, έφτανα σε αδιέξοδο. Όχι γιατί θεωρώ πως οι Έλληνες είναι πραγματικά –και αυτό αποδεικνύεται από γεγονότα, εάν θέλει κάποιος να το στηρίξει ιστορικά – ένας μουσικός λαός, που και έχει τραγουδήσει τη ζωή του και έχει συνθέσει τα σφάλματά του, τα κουσούρια του και τις συνήθειές του. Όχι γιατί θεωρώ πολλούς (παλιότερους αλλά και μεταγενέστερους) Έλληνες μουσικούς πραγματικές ιδιοφυίες, καλλιτέχνες με λαρύγγια που νομίζεις πως θα ακούγονται για πάντα, συνθέτες τέτοιας εμβέλειας, δημιουργικότητας και φαντασίας που όσες φορές και να ακούσεις τα δημιουργήματά τους, πάντα σε αφήνουν με κάτι καινούριο. Εκείνο το πρωινό στον καναπέ με την ανιψιά μου, θυμήθηκα ότι όταν ήμουν ακόμα σε ηλικία που σήκωνα νανούρισμα (αν τερματίζεται ποτέ αυτή η ηλικία) η μάνα μου μου ψιθύριζε μια μελωδία ανατολίτικη, πάντα σε ελάσσονα κλίμακα, γεμάτη με σχεδόν ρεμπέτικο παράπονο αλλά και αναλγητικό τόνο που φούσκωνε το κεφάλι μου και με οδηγούσε στο να κλείνω τα μάτια και να βλέπω ζωντανές εικόνες από τις Μία και Χίλιες Νύχτες που είχα διαβάσει το ίδιο απόγευμα. Πιστεύω σχεδόν ακράδαντα πως η πρώτη μου επαφή με την ελληνική μουσική ήταν αυτή η μελωδία. Μερικές πινελιές από αυτήν, τις συνάντησα αργότερα στο τραγούδι Εσένα δεν σου άξιζε αγάπη σε εκτέλεση της Πάνου που αρκετά αξιόλογα τραγούδησε και η Τσαλιγοπούλου αλλά την μεγαλύτερη ομοιότητα την έχω βρει στους αμανέδες που έχω ακούσει κατά καιρούς, κυρίως τους Σμυρνιώτικους και σε μεγαλύτερη ηλικία τους Βυζαντινούς μουσικούς ρυθμούς από τους οποίους επηρρεάστηκε και το παραδοσιακό νησιώτικο τραγούδι.

Ένας από τους πιο αγαπημένους μου παραδοσιακούς συνθέτες και στιχουργούς είναι ο Πυθαγόρας που έχει γράψει μερικές από τις ωραιότερες ελληνικές μελωδίες με κορυφαία- για μένα – το Όταν πίνει μια γυναίκα σε εκτέλεση της Χάρις Αλεξίου.

Θέλω να πιστεύω πως ο καθένας από εμάς μπορεί να ονομάσει τουλάχιστον έναν αγαπημένο Έλληνα ερμηνευτή και/ή συνθέτη/στιχουργό, έναν μουσουργό που απλά σου μιλάει με τρόπο συγκινητικό και βαθύ. Οι στίχοι του Νίκου Γκάτσου, η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, η φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου, η Αλεξάνδρια, το Ερωτικό, Η Ρόζα, Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας, Μία είναι η ουσία, Πρώτη Φορά με την Κουμιώτη, Σπασμένο Καράβι με τον Σκαρίμπα. Εκεί κάπου ανάμεσα στην κουβέρτα και τον καναπέ εκείνο το πρωινό ένιωσα βαθιά ευγνωμοσύνη για τον αμανέ που συνόδευε αυτή μου την ανάμνηση και με έχει στοιχειώσει από τότε και πολύ φοβάμαι πως θα μείνει μαζί μου ακόμα και πέρα από την μέρα που η γυναίκα που μου τον ψιθύριζε φύγει για κάπου αλλού και τη θέση της πάρει μια μικρόσωμη κοριτσίστικη φιγούρα, δίπλα μου στον καναπέ. Απλά μερικές φορές σκέφτομαι τί καλά να κρατούσαμε για πάντα και να ηχούσαμε στα αυτιά του πλανήτη από κάποιο διαγαλαξιακό ηχείο.

Το τελευταία μεγάλο αστέρι της τωρινής ελληνικής σκηνής σου χτυπάει το γυαλί της τηλεόρασής σου από μέσα με εκείνο το μεγάλο καθυστερημένο, κενό και λαμπερό χαμόγελο και ισχυρίζεται ότι ήρθε για να μείνει στην συνείδηση του έλληνα μουσικόφιλου.

Ο Πυθαγόρας πέθανε ξαφνικά σε ηλικία 49 ετών, το 1979.

Ο αλεξανδρινός ο καθαρός ο ουρανός
στον έρωτα είναι σαν διαμάντι ανθεκτικός
κι όπως καθρεφτίζεται στη θάλασσα ζεστός
λες γιασαλάμ να κι ένας άξιος μισθός

Βρε γιασαλάμ πού να το φανταστώ
τόσο γλυκό το φθινόπωρο αυτό
τούτος ο ουρανός ο φθινοπωρινός
είναι ο αυθεντικός ο αλεξανδρινός

Το ένα μου λιμάνι είναι δυτικό
το άλλο το παλιό ανατολικό
έχω αεροδρόμιο στο βοριά
κι ένα αρχαίο φάρο προς το νοτιά

Ναι ο ουρανός ο καθαρός ο αυθεντικός
στην Αλεξάνδρεια είναι τόσο ανθεκτικός
που όταν σκάει το κύμα δυνατά στο Κάιτ Μπέι
παντάν παντάν βρε γιασαλάμ ο έρωτας λέει

Γιασαλάμ θα πει τόσα χώρεσα
που το δαίμονά μου συγχώρεσα
για όλα του τα πάθη τα άγρια
γιασαλάμ θα πει Αλεξάνδρεια

———————————————–

Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις

Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου
σου ‘φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου
και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου

Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη
και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι
πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά
αγάπη που σε λέγαμ’ Αντιγόνη

Ποια νυχτωδία το φως σου έχει πάρει
και σε ποιο γαλαξία να σε βρω
εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι

about Personal File

•7 Νοεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Η δισκογραφία του Cash είναι κάτι γενικά αχανές. Οι συλλογές με classic songs by Johnny Cash πρέπει να αριθμούν περί το εκατομμύριο, ακόμα και αν περιοριστούμε στις επίσημες. Μετά θάνατον, τα κοράκια πετούν κυκλικά γύρω από το φέρετρο : Χιλιάδες άνθρωποι έχουν βγάλει πολλά χρήματα από αυτό που υπήρξε ο Cash. Οπαδοί και μη, έμποροι και μη, τίμιοι ή όχι. Μέχρι και ο Snoop Dog ηχογράφησε remix. Παράλογο; Καθόλου. Κανείς δεν θα καταφέρει να αμαυρώσει κάτι με το οποίο δεν μπορούμε να αηδιάσουμε, όσο και αν προσπαθήσει. Μα είναι αλήθεια, πως ενώ η μόνη κυκλοφορία που ουσιαστικά περιμένω είναι το «American VI», αυτή μάλλον δεν θα δει ποτέ το φως της δημοσιότητας, την κορυφή των charts και -το σημαντικότερο- τη θέρμη του στερεοφωνικού μου.  Κατά τα άλλα, δεκάδες νέες συλλογές, νέα live dvds, remix albums, διασκευές, συνεχίζουν να βεβηλώνουν την ουσία των τραγουδιών του Cash, στερώντας σου την όρεξη ακόμα και για τις υπερεπανεκδόσεις της Legacy για τα «At San Quentin» και «At Folsom Prison». Μέχρι που πήρα είδηση το «Personal File».

To «Personal File»

«There’s no insecurity about my song writing. I start a lot more songs than I finish, because I realize when I get into them, they’re no good. I don’t throw them away, I just put them away, store them, get them out of sight.»

Johnny Cash

Μπορώντας να μαντέψει κανείς τι κρύβεται πίσω από αυτά τα λόγια, πολλοί θα περίμεναν το παρασκήνιο της ανακάλυψης των αρχείων του Cash, των μυστικών που έκρυβαν τα συρτάρια του. Ανάμεσα σε κασσέτες από τηλεοπτικά shows, demos από άλλους καλλιτέχνες, masters κάποιων original albums, γράμματα από οπαδούς, συλλογές από καραμπίνες του 18ου αιώνα (!) και προσωπικά αντικείμενα του «Singing Brakeman» Jimmie Rodgers, βρέθηκαν και δεκάδες κασσέτες με τη σημείωση Personal File. Όπως ήταν φυσικό κίνησαν το ενδιαφέρον των εξερευνητών, και σε ένα διπλό cd έχουμε 49 ακυκλοφόρητες στιγμές του Johnny Cash, ηχογραφημένες στο προσωπικό του studio, με συνοδεία μόνο μιας κλασικής κιθάρας. Τα τραγούδια υπολογίζεται να ηχογραφήθηκαν περίπου το 1973, ενώ κάποια από αυτά χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια σε πλέον γνωστές δουλειές του, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το «Jim, I Wore A Tie Today» στο πρώτο album των Highwaymen. Διασκευές pop κομματιών της εποχής, country τραγουδιών, και -φυσικά- δικές του συνθέσεις, είναι πράγματα που θα βρει κανείς στο «Personal File». Γιατί όμως αυτό το album είναι τόσο σημαντικό; Ανάμεσα στα τραγούδια (και πολλές φορές κατά τη διάρκεια) θα ακούσετε τον Man in Black να εξιστορεί γεγονότα και αναμνήσεις διάφορων περιόδων της ζωής του, και εδώ μιλάμε για πράγματα που ακόμα και ένας Johnny Cash θεωρούσε τόσο προσωπικά, που δίσταζε να τα πει στην ώρα τους στο ευρύ κοινό. Οι συνήθεις ιστορίες του Cash βρίσκονται επίσης εδώ, με τον Ιησού, την οικογένεια, το κορίτσι εκείνο στη Louisiana να οδηγούν τις λέξεις της Φωνής του στην απόλυτη μελωδία. Τα πράγματα που ακούγονται είναι πολλά, ενώ τα τραγούδια, ακριβώς επειδή είναι τόσο προσωπικά, εκτινάσσουν τον πήχη της ποιότητάς τους σε υψηλότατα επίπεδα, ακόμα και για την υπόλοιπη δισκογραφία του. Το «Personal File» είναι σχεδόν ποιητική συλλογή. Είναι σχεδόν συλλογή 49 ακυκλοφόρητων κομματιών. Αυτό που είναι εξολοκλήρου, είναι μια αυτοβιογραφία του Johnny Cash, μακράν πιο ενδιαφέρουσα από αφιερώματα, documentaries, και τον οχετό των leechers στο μύθο του Cash, τολμώ δε να πω πως το «Personal File» μιλάει καλύτερα ακόμα και από το βιβλίο «Cash: The Autobiography Of Johnny Cash». Αυτό, δεν είναι λίγο. Δεν είναι απλά «μια ακόμα συλλογή». Είναι σε όλη του τη δύναμη, αυτό που άλλο μέλος του Sonic Death Monkey το είχε χαρακτηρίσει πάνω στην αναμενόμενη συζήτηση για τα όσα συμβαίνουν εδώ : Project τεράστιας καλλιτεχνικής σημασίας.

Πέρα από αυτό όμως, ο ίδιος ο Cash το έχει πει και πάλι, καλύτερα :

«If you can hold your listener, hold their attention, and you’re sure you know what you’re doing, and know that you’re communicating – You know, performance is communicating. You’ve got to communicate. You’ve got a song you’re singing from your gut, you want that audience to feel it in their gut»

Και ακόμα και αν δεν πρόκειται εδώ για το «I walk the line» ή το «ghostriders in the sky» ή το «Ring of fire», ακόμα και αν ακούμε την ιστορία 35 χρόνια μετά, η επικοινωνία που αναφέρεται συνεχίζει να υπάρχει. Το ακροατήριο το νιώθει «in their gut». Για αυτό ήσουν ο Johnny Cash. Για να σε ανακαλύπτουμε ακόμα και χρόνια μετά τον θάνατό σου, και να σε θαυμάζουμε σαν να μην πέρασε μια μέρα από τότε που καταλάβαμε ποιός είσαι.

hits and misses

•7 Νοεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Σκέψεις προερχόμενες από μια χθεσινή μεταμεσονύχτια περιπολία, κατά την οποία ο οδηγός στην παραίνεση «βάλε ρε μαλάκα λίγο ράδιο να ακούμε τίποτα να περάσει η ώρα», επέλεξε ως καλύτερη λύση το Love Radio οδηγώντας με σε χειρονομίες απελπισίας. Η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσε να το πάει και αρκετά χειρότερα αφού τουλάχιστον τις γλυκανάλατες, πονεμένες μπαλαντούλες που μιλάνε για χαμένους έρωτες και σοκολατένια αρκουδάκια μπορείς να τις αγνοήσεις. Πότε πότε έπαιζε και κανα ωραίο τραγούδι μάλιστα.

Σε κάποια φάση η επιλογή του παραγωγού να παίξει το «Dust In The Wind» μου θύμισε ότι και αυτό το τραγούδι δυστυχώς ανήκει σε εκείνη την κατηγορία hits «μεγάλων» συγκροτημάτων που τα ξέρει και η θεία μου η Μαρίκα (ακόμα και αν στην περίπτωση του «Dust In The Wind» ίσως να δυσκολευτεί να κατονομάσει τους Kansas ως δημιουργούς), μαζί με άλλα όπως το «Stairway To Heaven», το «Paranoid» (αρχίζετε να πιάνετε την εικόνα), κομμάτια που παρά το μέγεθος των δημιουργών τους έχουν αναχθεί σε μοναδικούς αντιπροσώπους της μουσικής τους ακριβώς γιατί τα αναγνωρίζουν όλοι. Έτσι μια μερίδα του κόσμου τα έχει αποκυρρήξει (πάλι αυτό, βαρεθήκαμε να το ακούμε), σε ένα βαθμό γιατί και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί ή τα club ή οι συλλογές του Compact Disc Club δεν βοηθάνε και πολύ την κατάσταση, βομβαρδίζοντάς με δαύτα πιο συχνά και από όσο βρέχει στο Λονδίνο. Έτσι η αξία τους χάνεται επειδή εγκλωβίζονται μέσα σε ένα γενικότερο concept επανάληψης και συχνά παρερμήνευσης.

Χτες, ίσως για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ίσως γιατί δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω από το να συγκεντρωθώ στη μουσική, συνειδητοποίησα ότι άκουγα το «Dust In The Wind» χωρίς να έχω στο μυαλό μου το τραγούδι μέσα στο context της χιλιοπαιγμένης μπαλάντας για ραγισμένες έφηβες καρδιές ή σαραντάρηδες γιάπηδες με ροκ ανησυχίες. Και κάπως έτσι, ακούς ένα τραγούδι απίστευτα όμορφο, με την επαναλαμβανόμενη μελωδία στην κιθάρα, με τα περάσματα του βιολιού ακόμα και με τους στίχους που μπορεί να έγιναν «κοινοί» λόγω της κατάχρησης, αλλά ξέρετε κάτι; Μια χαρά τα λένε οι Kansas στο «Dust In The Wind». Απλά αλλά ωραία. Και, ναι, ξέρω ότι το «Point Of Know Return» δεν πρόκειται να γίνει ποτέ «Masque», ούτε «Song For America», ούτε «Leftoverture». Και ότι η θεία μου η Μαρίκα δεν πρόκειται ποτέ να ακούσει το «Icarus – Born On Wings Of Steel», όπως δεν πρόκειται να ακούσει και το «Communication Breakdown», ούτε θα μάθει την σημασία των Kansas για το progressive rock των 70s. Και ότι θα συνεχίζει να παίζει στο Love Radio για να σπαρταράνε προβλέψιμες καρδιές και ας μην μιλάει για ερωτευμένα παιδάκια. Αυτό όμως δεν το κάνει λιγότερο όμορφο, ούτε λιγότερο καλό. Και ας είναι κουρασμένο hit-άκι. Όπως δεν κάνει λιγότερο καλό το «Stairway To Heaven» (η ομορφότερη σκηνή του «Almost Famous» οφείλεται ακριβώς στη σιωπή που καλείται να γεμίσει αυτό το τραγούδι), ούτε τα μυριάδες ανάλογα τραγούδια που έχουν την ίδια μοίρα.

Στην ίδια περιπολία, κάποια στιγμή αργότερα έπαιξε και το «So Sad» της Marianne Faithful. Και παρά το γεγονός ότι η σχέση μου με το έργο της Marianne είναι ακριβώς ίδια με αυτή της θείας μου της Μαρίκας, αυτό το κομμάτι πάντα μου άρεσε. Και χθες μου έφερε πολύ έντονα στο μυαλό εικόνες από παλιότερες εποχές (αρκετά πιο απλές ομολογουμένως) που το άκουγα πολύ συχνά στο ράδιο και αυτό οδήγησε σε αρκετά (νυσταγμένα βέβαια) χαμόγελα. Αστείο πράγμα το οτι μεγαλώνουμε, αλλά δεν ξέρω ποιος το λέει αυτό το ανέκδοτο και, κυρίως, ποιοι γελάνε.

Μου φαίνεται πρέπει να βρούμε κανένα bar που να παίζει 70s hits (βγαλμένα από την playlist του Radio Gold) για να ξαναθυμηθούμε την σχέση μας μαζί τους. Ίσως να ακούσουμε και το «Lady In Black»..

hammers, genetics and metal voices

•4 Νοεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Την από πάνω κυρία την πρωτογνωρίσαμε και αγαπήσαμε όταν έμοιαζε κάπως έτσι

και είχε κυκλοφορήσει εκείνο το πανέμορφο ep με τους Thorr’s Hammer αφού είχε γνωρίσει προηγουμένως από κοντά την black metal σκηνή της Νορβηγίας. Μετά από αυτό χάθηκαν εντελώς τα ίχνη της αφού αποφάσισε να μετακομίσει μόνιμα στην Αμερική για να ξεμπερδέψει με το διδακτορικό της (το κορίτσι μας είναι και λαμπρή επιστήμονας) αφήνοντας πίσω την μουσική πλευρά της. Αρκετά χρόνια μετά έκανε ένα σύντομο πέρασμα από τον καλύτερο δίσκο των Sunn O))) (δεν θέλω αντιρρήσεις), αλλά και πάλι φαινόταν ότι οι βιοτεχνολογίες είχαν περισσότερο χρόνο στο μυαλό της από ό,τι η μουσική. Σχέσεις με Νορβηγούς μεταλλοτζαζίστες ακόμα μάλλον δεν ήταν αρκετές  για να μας ξαναχαρίσουν την φωνούλα της (ή και την φωνάρα της).

Αρχικά μερικές φήμες και τελικά σίγουρα νέα για την συνεργασία της με τον James Plotkin υπό το όνομα Khlyst έκαναν τα σάλια μας να τρέχουν. Τελικά το album κυκλοφόρησε, η απογοήτευσή μας χτύπησε ταβάνι και το album χάθηκε στην νεο-ψαγμένη πειραματική μετριότητα του μοντέρνου ακραίου χώρου. Αυτό βέβαια δεν ήταν αρκετό να καταστρέψει τις ελπίδες μας και έτσι όταν διαβάσαμε ότι φέτος κυκλοφορεί ένα προσωπικό album («Amplicon») χαρήκαμε επειδή διαβάσαμε ότι η φωνή της είναι από τους πρωταγωνιστές για μια ακόμα φορά (έστω και αν η υπόλοιπη περιγραφή μας δημιουργησε μερικές επιφυλάξεις). Τελικά το ακούσαμε και πραγματικά ανατριχιάσαμε από την ιδιαιτέρως pretentious κολλαζοειδή νοοτροπία που το χαρακτηρίζει μια που προσπαθεί ματαίως να ανακατέψει ξεκάρφωτα μουσικά κομμάτια (από ντουμεταλλίζοντα drones και κραυγές μέχρι ακουστικά κομμάτια, καθαρά φωνητικά και field recordings) δημιουργώντας τελικά έναν avant garde wannabe αχταρμά. Και η σπουδή πάνω στο collage έγινε απείρως καλύτερα αρκετά χρόνια πριν από έναν επίσης νορβηγό κύριο ονόματι Lars Pedersen που αφού προχώρησε πολύ από τότε έβγαλε ένα ακόμα εκπληκτικό album φέτος που συνεχίζει να μας αποδεικνύει ότι κάποια άτομα δεν μας απογοητεύουν.

Όσο για την δεσποσύνη στην οποία αφιερώσαμε αυτό το post μπορούμε πλέον να πούμε ότι μάλλον καλύτερο θα είναι να επικεντρωθεί στην έρευνά της ή έστω να το γυρίσει σε πιο straight μουσικά μονοπάτια (εκεί που τα πήγαινε πολύ καλύτερα) ή έστω να βρει καναν νορβηγό τζαζίστα να γράψει μουσική πάνω στην εκπληκτική φωνή της και να αφήσει τους πειραματισμούς για άλλες μουσικές προσωπικότητες.
Αλλά το θετικό της σημερινής μέρας έρχεται από το νέο Deadbeat album στο οποίο ο καναδός φίλος μας ξανάρχεται και μας κάνει να ερωτευτούμε την dub του και να χορέψουμε παρέα με τους ρυθμούς του.

listening

•1 Νοεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Πολλή συζήτηση έχει γίνει για την «χρησιμότητα» των ακραίων μουσικών ειδών (και δεν μιλάω μόνο για την έννοια του «extreme» αλλά κυρίως για την έννοια του «fringe») ή ακόμα και την παραδοχή τους ως μουσικά είδη. Θέλετε να το πείτε black metal, noise, field recordings, improv ή ακόμα και τα σύνορα της free jazz, πολλοί μπορεί να πουν (και δίκαια μερικές φορές) ότι εξυπηρετούν μόνο την δήθεν ανάγκη για avant garde μουσικές εξορμήσεις. Σε καμιά περίπτωση δεν λέω ότι τα περισσότερα από αυτά είναι πράγματα που μπορεί να ακούσει κανεις ανά πάσα στιγμή και ώρα (πρωινός καφές και ηχογραφήσεις από τριζόνια του αμαζονίου δεν είναι ακριβώς και η πρώτη μου επιλογή) αλλά μετά από κάποιο καιρό η ακρόαση διαφόρων «περίεργων» έχει μια πολύ όμορφη επίδραση στον τρόπο που αντιμετωπίζεις την μουσική.

Χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις και αντιμετωπίζεις οτιδήποτε ακούς γύρω σου ως μουσική και αυτό σε κάνει να εκτιμάς πολλούς από τους ήχους που σε περιτριγυρίζουν.  Ίσως αυτό να ακούγεται χαζό αλλά ομολογουμένως είναι πολύ ωραία εμπειρία να βυθίζεσαι ακόμα και στους θορύβους των χώρων που κινείσαι (ακόμα και αν αυτό πρόκειτα για το ημιτονοειδές ηχητικό κύμα του σήματος μιας τηλεόρασης – εκείνο που ακούγεται όταν υπάρχουν οι πολύχρωμες κάθετες γραμμές στην τηλεόραση). Κάπως έτσι εκτιμάς και περισσότερο όλους εκείνουν που περνάνε τον χρόνο τους ηχογραφώντας τους ήχους των πάγων στους πόλους και δημιουργεί κάπως έτσι το νέο του album. Και πάλι βέβαια επαναλαμβάνω ότι όλα αυτά μπορει να ακούγονται επιτηδευμένα (και όντως να είναι σε περιπτώσεις), αλλά ακόμα και τότε το αποτέλεσμα μπορει (ανεξαρτήτως σκοπού και ιδεολογίας) να αξίζει αισθητικά.

Μια που είμαστε και στο θέμα, ένα πολύ ωραίο album που συνδυάζει πολλά πράγματα (από drones και field recordings μέχρι ακουστικές κιθάρες) χωρίς να γίνεται κουραστικό είναι το «Language Of The Dards: Tauu And Twilight Sing 100,000 Songs Of Milarepa (Noise Narratives Part 1)» των Whispers For Wolves. Μπορείτε να το βρείτε να κυκλοφορεί ελεύθερο τριγύρω σας. Για πιο στρωτή electronica επενδύστε στο «Dynamo» των Rumpistol.

love mantras, hippie temples and the Land of Oc

•28 Οκτωβρίου, 2008 • 1 σχόλιο

Τους Acid Mothers Temple τους είχα πάντα σε μεγάλη εκτίμηση αν και προφανώς παραδέχομαι ότι σε μια μπάντα με τόσο μεγάλη δισκογραφία θα υπάρχουν σίγουρα και αδύνατες στιγμές.  Κάποια album τους μου άρεσαν, κάποια τα ψιλοβαριόμουν αλλά γενικά ήταν από εκείνες τις μπάντες που δεν μπορείς παρά να συμπαθήσεις. Μέχρι πριν κάποιες μέρες που άκουσα για πρώτη φορά τις δυο καλύτερες (πλέον για μένα) κυκλοφορίες τους, το «La Novia» και το «Mantra Of Love». Χτισμένα και τα δυο γύρω από δυο παραδοσιακά occitanian τραγούδια καταφέρνουν να συνδυάσουν τις μελωδίες του πρωτότυπο με την ψυχεδέλεια των γιαπωνέζων φτάνοντας σε σημεία υπερβατικά. Ειδικά το 40λεπτο ομώνυμο του «La Novia» (original έκδοση από την Rosina De Peira) σε κάνει να χάνεις τα λόγια σου όταν προσπαθείς να διανοηθείς τι έχουν κάνει. Για εξίσου κοσμικά μονοπάτια φροντίζει να βάλει πλώρη και το «La Le Lo» του «Mantra Of Love», ενώ οι υπόλοιπες συνθέσεις των δυο κυκλοφοριών ακολουθούν τους καπετάνιους στο ταξίδι τους.

Και εδώ έρχεται η ερώτηση: «Πόσα άλλα τέτοια διαμάντια κρύβονται κάτω από το χάος της δισκογραφίας των AMT;». Ελπίζω πολλά ομολογουμένως γιατί το σοκ που έζησα στις πρώτες ακροάσεις του «La Novia» ήταν τέτοιο που είχα μπόλικο καιρό να ζήσω και από αυτά που σε κάνουν καλύτερο ως άνθρωπο μέσω της σχέση σου με την μουσική.

Μιλώντας δε για σοκ, ας θυμηθούμε το πριν καιρό παραλήρημά μας για τους Strings Of Consciousness και ας καλωσορίσουμε την νέα τους κυκλοφορία. Τέσσερα καινούρια τραγούδια και εννέα remix από ονόματα όπως η Mira Calix, o Leafcutter John, οι Kammerflimmer Kollektief, ο Scanner κλπ. Χαμόγελα και καρδιοχτυπήματα.

Για το καινούριο Virus θα αφήσω να μιλήσει άλλο μέλος του blog.

The Dull Flame of Desire

•26 Οκτωβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Κυκλοφόρησε (επιτέλους) το πέμπτο single για το «Volta» της Björk. Μετά τα «Earth Intruders», «Innocence», «Wanderlust» και «Declare Independence», σειρά έχει και η μεγαλύτερη στιγμή του album, το «Dull Flame of Desire».

Σε ένα post αφιερωμένο σε τραγούδι, μιλάμε καταρχάς για το τραγούδι. Το τραγουδά η Björk παρέα με τον Antony Hegarty. Η μουσική είναι γραμμένη από τη Björk. Οι στίχοι είναι η αγγλική μετάφραση ενός ποιήματος που εμφανίζεται στο αριστούργημα Stalker του Andrei Tarkovsky.

Η μελωδία και οι φωνητικές γραμμές του «The Dull Flame of Desire» είναι γενικώς το κάτι άλλο. Είναι τόσο το κάτι άλλο, που δεν θα υποπέσω σε ποιητικές περιγραφές.

Το τραγούδι μιλάει μόνο του :

I love your eyes, my dear
Their splendid sparkling fire

When suddenly you raise them so
To cast a swift embracing glance

Like lightning flashing in the sky
But there’s a charm that is greater still

When my love’s eyes are lowered
When all is fired by passion’s kiss

And through the downcast lashes
I see the dull flame of desire

Η κυκλοφορία αποτελείται από δύο 12″ βινύλια, ένα cd και ένα dvd.

  1. «Dull Flame of Desire» (Modeselektor’s Rmx For Girls)
  2. «Dull Flame of Desire» (Modeselektor’s Rmx For Boys)
  3. «Dull Flame of Desire» (Mark Stent Album Mix)
  4. «Dull Flame of Desire» (Video / Radio Edit)
  5. «Dull Flame of Desire» (Mark Stent Instrumental)
  6. «Innocence» (Sinden Remix)

H κυκλοφορία είναι κάθε άλλο παρά αχρείαστη, καθώς εν αντιθέσει με πολλά singles εκεί έξω, εδώ μου άρεσε (και πολύ μάλιστα) κάθε remix στο τραγούδι.

Και -συνεχίζοντας την ψυχρή παρουσίαση- μιλάμε για ένα μεγάλο τραγούδι, μια Τεράστια στιγμή της μουσικής.

Τίποτα άλλο από μένα, το πράγμα μιλάει μόνο του.

moving east and west

•25 Οκτωβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Λοιπόν που λέτε, σήμερα, εκεί που άκουγα το πολύ ωραίο καινούριο album των Lights Out Asia («Eyes Like Brontide»), το οποίο μπορώ να πω ότι είναι και καλύτερο από το «Tanks And Recognizers» κάποια σημεία μου θύμισαν πολύ το «Electricity Wiped Out Heaven», εκείνο το απίστευτο demo/ep των Άγγλων Threemovements και μου θύμισε ότι έχω πάρα πολύ καιρό να ακούσω νέα τους. Σε ένα σύντομο ψάξιμο στο myspace τους με λύπη διάβασα ότι τα παιδιά το έχουν διαλύσει (κρίμα πολύ γιατί εκείνο το ep είναι από τα καλύτερα πράγματα που χω ακούσει στο post rock τελευταία) αλλά μερικά από τα μέλη τους έχουν φτιάξει ένα νέο project. Eaststrikeswest το όνομα αυτού και η μόνη κυκλοφορία τους μέχρι σήμερα είναι ένα φετινό ep/single (επιμένουν να μη βγάζουν κάνα album – τεμπέληδες;) δυο κομματιών και διάρκειας ούτε 12 λεπτών με τον τίτλο «Rosa». Τα δυο κομμάτια του, φυσικά και εμπίπτουν στο post rock είδος, μοιάζουν αρκετά με τους Threemovements με δυο μικρές εξαιρέσεις (και σε αυτές οφείλεται το γεγονός ότι αν και συμπαθέστατα δεν πλησιάζουν το μεγαλείο του «Electricity…»). Πρώτον λείπει όλο το ηλεκτρονικό κομμάτι του προηγούμενου group του (που ήταν από τα πιο γοητευτικά σημεία τους) και δεύτερον λείπουν σε μεγάλο βαθμό εκείνα τα εξυψωτικά χωσίματα που είχε το «Electricity…» που νόμιζες ότι η μουσική σε πιάνει και σε πετάει στον αέρα.

Αν και δεν μπορώ να πω ότι έμεινα για μια ακόμα φορά με ανοιχτό το στόμα, τα τραγούδια ήταν ιδιαιτέρως καλά και ελπίζω αυτή τη φορά να τα καταφέρουν να κυκλοφορήσουν ένα full length, έστω και από περιέργεια μόνο να δούμε τι παίζει. Ίσως εκεί να ξαναβρούν τη συνταγή που γέννησε το «Electricity…»

Athens in October

•25 Οκτωβρίου, 2008 • 2 Σχόλια

Οι Darkthrone είναι οι Aura Noir του μέλλοντος. Όσο γελοίο και αν ακούγεται αυτό, υπάρχει λόγος που λέγεται, και η εξήγηση είναι στο λεγόμενο «κάτι παραπάνω». Αν έχεις κυκλοφορήσει το «The Cult is Alive», ενώ από το ’96 και μετά (αν και συνεχώς σε blackmetal μοτίβο) μαζεύεις κράξιμο από τους εκάστοτε «το black metal πέθανε όταν το αποφάσισα εγώ», εμένα μου λες αρκετά πράγματα, πέραν της back to the roots φρίκης σου. Δεν θέλεις μόνο να ξεφορτωθείς το black metal που σε όρισε, θέλεις να ξεφορτωθείς και τους οπαδούς σου, που όσο να ναι το κούρασαν πολύ περισσότερο από όσο ισχυρίζονται πως εσύ έκανες. Τους κέρασες ένα «Fuck off and Die» και προχώρησες ένα βήμα στις ακτές του real metal που τόσα χρόνια ήταν ο υπόλοιπος εαυτός σου, πράγμα που μας λένε και οι δηλώσεις σου περί διαφορετικών γηπέδων με nightside eclipses. Ουδείς σοβαρός αμφισβητεί την ειλικρίνειά σου, και στο ρυθμό του «F.O.A.D» προσωπικά χορεύω συχνά. Πάνω από όλα όμως, τα νέα τραγούδια, τα οποία ηχογραφήθηκαν πάνω κάτω ίδια περίοδο, και ακόμα και ο πιο αισιόδοξος αναφωνεί «μία από τα ίδια θα ‘ναι», χωρίς καν να σκεφτεί να ακούσει τα κομμάτια. Όχι πως μπορεί, αλλά κάπου πρέπει να πατήσω και γω, άλλωστε δεν υπήρξα και έτη φωτός μακριά από δεύτερες σκέψεις που προηγούνται της πρώτης ακρόασης. Αστείο δεν είναι; Είναι.

Το «Dark Thrones and Black Flags» αιτιολογεί πλήρως γιατί οι Darkthrone δε σταμάτησαν λεπτό να είναι τεράστια μπάντα, επειδή ακόμα και στην πεπατημένη, κάνουν το κάτι παραπάνω. Αυτό φαίνεται σε δέκα τέλεια κομμάτια, με κάποια από τα καλύτερα σημεία της στροφής των Darkthrone σε άλλους ήχους. Η φωνές είναι όσο πιο καλές θα μπορούσαν να είναι ποτέ. Τα κομμάτια είναι ένας Θρίαμβος της άλλοτε heavy metal και άλλοτε punk υφής των Darkthrone. To «The Cult is Alive» ήταν ξεκάθαρα σε punk χωράφια, το «F.O.A.D» σε heavy metal, ενώ τούτο τα ξεπερνάει, παίζοντας στη δική του πλέον στέγη με δικούς του κανόνες, και ένα ωκεανό γενικών rock ερεθισμάτων, σε διάφορες μορφές αυτού που λέγεται rock. To «Dark Thrones and Black Flags» κάνει το κάτι παραπάνω, επειδή καταφέρνει να σε ενθουσιάσει περισσότερο ακόμα από τον θηριώδη προκάτοχό του. Επειδή ο Fenriz ΝΙΩΘΕΙ ως το έπακρο τους Darkthrone τις μέρες αυτές, επειδή έχει όρεξη, είναι ευδιάθετος και αυτό το περνάει στη μουσική με τον πλέον Fenriz τρόπο : Γουστάρει. Και πραγματικά, δεν είναι απίστευτα δύσκολο να νιώσει κανείς πόσο γουστάρουν τα albums που ακολούθησαν την επιστροφή τους στην Peaceville, εν αντιθέσει με τις «Hate Them» πχ διαθέσεις τους. Κανείς δεν ονόμασε χαρούμενους τους Darkthrone, απλά εδώ δεν υπάρχει black metal ψυχαναγκασμός, ούτε φυσικά εκείνη η «Plaguewielder» αρνητικότητα (από τα πιο δύσκολα albums που έχω ακούσει) που γοήτευε τόσο. Οι Darkthrone παραμένουν γοητευτικότατοι μεν, με άλλες προοπτικές όμως.

Ο τίτλος είναι «Grizzly Trade», η αρχή του είναι ΤΟΣΟ ΨΑΡΩΤΙΚΑ black metal, που οι στίχοι «…The grizzly trade thrives» έρχονται να συμπληρώσουν την τελειότητα και φυσικά να ντροπιάσουν «τη μαύρη φαιά ουσία και το απροσπέλαστο σκοτάδι της αβύσσου των σκοτεινών βασιλιάδων του black metal, των Darkthrone». Εδώ έχουμε χαβαλέ στη μούρη οποιουδήποτε θεώρησε πως οι δικοί του Darkthrone έπρεπε να έχουν σταματήσει τότε, να έχουν κάνει το ένα, το άλλο, κλπ.

Ιδού :

I laugh at your distorted accusations
You’re not worthy
See the blazing truth in these eyes:
You’ll be judged by me on the other side

Το riff είναι του «The Winds They Called the Dungeon Shaker». Με εμπόδισε πολλές φορές να ακούσω το υπόλοιπο album. Θα το κάνει πολλές φορές στο μέλλον.

Οι Darkthrone έχουν 14 albums. Κάθε ένα από αυτά, είναι και ένα shock. Δεν ξέρω άλλη μπάντα με 14 albums που κάθε ένα από αυτά να είναι και ένα shock.

Οι Darkthrone είναι οι Aura Noir του μέλλοντος.

Οι Aura Noir κυκλοφόρησαν φέτος τον διάδοχο του «The Merciless». Θεωρώ πως το «The Merciless» είναι δυσθεώρητα μεγάλο album για τα metal δεδομένα, και όπως δεν έκανα για τους Darkthrone, έτσι δεν θα κάνω και για τους Aura Noir ιστορική αναδρομή για τα παλιά τους albums. Μένω στο «The Merciless», ένα τεράστιο album, και στα γεγονότα που οδήγησαν στο «Hades Rise», τη δυσάρεστη αυτή περίοδο των Aura Noir. Ο Carl Michael δεν θα ξαναπαίξει τύμπανα όπως φαίνεται, και αυτό φυσικά είναι κάτι που ακούγεται στο album, και είναι ίσως το μοναδικό ουσιαστικό του μειονέκτημα. Το «Hades Rise» είναι ένα φανταστικό album, των πολλών repeats, ένα album που περιέχει το «Shadows of Death» και η κουβέντα τελειώνει εδώ. Το νέο album των Aura Noir είναι -όπως τα βλέπω- το πιο αδύναμο (και μάλλον το πιο αχρείαστο) Aura Noir album. Αυτό γιατί, εν αντιθέσει με κάθε άλλη δουλειά τους, το «Hades Rise» δεν κάνει το κάτι παραπάνω. Ο Carl Michael έχει αφοσιωθεί στην κιθάρα και στα θεϊκά φωνητικά του, ενώ ο Apollyon κοπανάει τα τύμπανα με τον τρόπο εκείνο που δεν σε εξιτάρει και τόσο.

Πραγματικό γεγονός : Άκουγα μια μέρα το Merciless στο στερεοφωνικό, και φυσικά ξαναβάζω το «Upon the Dark Throne» ξανά και ξανά (και ξανά). Τυχαίνοντας να απομακρυνθώ από το δωμάτιο της ακρόασης, και κατά τη διάρκεια της απομάκρυνσης αυτής, τα τύμπανα του Carl Michael ήταν αυστηρά το μόνο πράγματα που συνέχιζε ακάθεκτο να ακούγεται, και δεν αναφέρομαι σε κάποιο θέμα μίξης. Αυτό ήταν που με κέρδισε στο προηγούμενο album των δύο αγαπημένων μου μουσικών : Μια απίστευτα δομημένη ξεραΐλα στον ήχο, που έκανε τα -τέλεια, ομολογουμένως- τραγούδια να ακούγονται δέκα φορές πιο καταπληκτικά. Σε 27 λεπτά είχε χωρέσει το «Upon the Dark Throne», το «Black Metal Jaw» και το «Sordid». Αυτό έχει σημασία.

Στο «Hades Rise» οι Aura Noir παίζουν θεϊκο thrash, το καλύτερο μακράν thrash εκεί έξω, αλλά αυτό είναι όλο. Όσο και αν το «The Stalker» στο τέλος πάει να σε πείσει για το αντίθετο, η αλήθεια είναι πως όσο και αν αγαπήσεις το «Hades Rise» (προφανώς πολύ), αν έρθεις στο σημείο να το ακούσεις μετά από ένα Merciless ή -χειρότερα- από ένα «Necrosis» των Cadaver, θα δεις πως όσο απροσδόκητα ανακοινώθηκε πως υπάρχει νέo Aura Noir υλικό έτοιμο, όσο πολύ ενθουσιάστηκες για αυτο, τόσο και περισσότερο θα βρεις τον εαυτό σου να απορεί για την έλλειψη φαντασίας που ρετσίνιασε τη νέα προσπάθεια των Aura Noir.

Από την άλλη μπορείς να το ακούς χωρίς να σκέφτεσαι. Εγώ κάπως έτσι έχω καταφέρει να το μάθω απέξω.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε