hold me closer tony danza

•16 Φεβρουαρίου, 2009 • Σχολιάστε

ο Κωστάκης Ανάν γράφει:

Έφαγα μια τελευταία κονσέρβα τόνου για πρωινό, έτσι για να το γιορτάσω, έκλεισα την tv και άρχισα να το σκέφτομαι. Ίσως ήταν ευκαιρία και για μένα να διαγράψω όλο μου το παρελθόν, ό,τι έγινε, έγινε, και να ξεκινήσω πάλι τη ζωή μου από την αρχή. Εντάξει, δεν είμαι πια 15 χρονών για να εντυπωσιάζω τους φίλους μου με παραμάνες στη μούρη και κροκόδειλους πάνω στην αριστερή ρώγα, ούτε 25 για να βάζω τον πατέρα μου να φιλάει κρατικώλους για να με χώσει κάπου με μισθό και σύνταξη, όσο εγώ ασχολούμαι με το χονδρεμπόριο μούρης σε in μαγαζιά.
Έχω όμως όλο το χρόνο μπροστά μου να προσληφθώ ως security στο Βασιλόπουλο και να κάνω κρυφά τζούρες πίσω από τον πάγκο με τα τυριά, λέγοντας σε γνωστούς και αγνώστους ότι «αυτό τον καιρό ετοιμάζω μια καλή μπίζνα». Πόσο μάλλον αργότερα που θα περιμένω στην ουρά για να εξοφλήσω το λογαριασμό του ΟΤΕ και ένας βαρετός θα πετάξει τη χιονόμπαλα «ανοίξτε και το τρίτο γκισέ να εξυπηρετηθεί ο κόσμος», που σε λίγο θα μετατραπεί στη χιονοστιβάδα «δεν υπάρχει κράτος ρε! Ουγκάντα είμαστε! Ουγκάντα!» (συνήθως αυτός που το λέει, συνεχίζει να επαναλαμβάνει «Ουγκάντα» μόνος του, όσο κρατάει η οχλαγωγία και μέχρι να φτάσει στο γκισέ) και τότε εγώ θα λέω το υποκριτικό «Εσείς φταίτε που πάτε και ψηφίζετε τους ίδιους και τους ίδιους», ανήκοντας και εγώ σε αυτούς που τους ψηφίζουν. Και τέλος, έχω όλο το χρόνο να αφήνω επίτηδες να μου πέσει η μισή μέρα μέσα στο πρακτορείο και όλη την υπόλοιπη μέρα να κάνω ότι ψάχνω να βρω που πήγε η πρώτη μισή και να ξεστομίζω φράσεις όπως «άντε μωρή πουτάνα Κασρούη!!!» που, για να είμαι ειλικρινής, και εμένα αν μου έτρωγαν δυο σύμφωνα από το όνομά μου θα στράβωνα. Έτσι θα στραβώσει και η Καρλσρούη και θα μείνει το ματς στο 0-0 και θα πάει το δελτίο στα σκουπίδια να συναντήσει και όλη την υπόλοιπη ζωή μου.
Και μετά θα πεθάνω και θα γυρίσω με κάποιον τρόπο πίσω και θα ξαναζήσω την ίδια ακριβώς μαλακισμένη ζωή και θα είναι όλα εδώ, οι μαγουλάδες, το σχολείο, ο στρατός, οι πρώην γκόμενες, οι ουρές, η Γιουροβίζιον, το δέντρο του Αβραμόπουλου, το πέταλο του Μαλιακού, το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι, όλα…

εγώ λέω:

monday night music, pt. ii

mark lanegan hospital roll call
tom mcrae end of the world news (dose me up)
feist & ben gibbard train song
songs: ohia being in love
malcolm middleton just like anything
amiina rugla
sparklehorse (feat. pj harvey) piano fire
mazzy star & jarvis cocker fade into you
lee moses california dreaming
sparks perfume
buck 65 devil’s eyes (paris)
tom waits come on up to the house
leonard cohen who by fire
bonnie prince billy a minor place
fire on fire the orchard
timber timbre we ‘ll find out
pearl jam yellow ledbetter

~ 67′, 100 mb

~~~> νταουνλόουντ <~~~

themes

•15 Φεβρουαρίου, 2009 • Σχολιάστε

Έχετε ακούσει ποτέ ένα album που από την πρώτη ακρόαση να οριοθέτησε από εκεί και πέρα την σχέση σας με την μουσική; Νομίζω ότι στους περισσότερους ανθρώπους που αφιερώνουν αρκετό χρόνο στην μουσική, στην ερώτηση «Ποιο είναι το αγαπημένο σας album;», η απάντηση έρχεται αμέσως και με απόλυτη βεβαιότητα. Έχουν περάσει δέκα χρόνια πλέον από την πρώτη ακρόαση του δίσκου που κερδίζει τη συγκεκριμένη θέση για μένα. Δεν ήταν η πρώτη μου επαφή με τους Ulver, αυτή είχε έρθει λίγο καιρό πριν με την επανακυκλοφορία του «Kveldssanger», αλλά ήταν σίγουρα ο δίσκος που σε μια στιγμή άλλαξε όλη την οπτική μου πάνω στο πώς αντιμετωπίζω την μουσική. Ήταν ο δίσκος που από εκείνη την πρώτη ακρόαση και μετά θα απαντούσε με σιγουριά στην προαναφερθείσα ερώτηση. Δέκα χρονια μετά, ο δίσκος αυτός προξενεί το ίδιο ισχυρές ανατριχίλες σε κάθε ακρόασή του, με κάνει να επιβεβαιώνω την λατρεία μου για το δίσκο, το συγκρότημα και τελικά την ίδια την μουσική. Ας μιλήσουμε για το «Themes From William Blake’s The Marriage Of Heaven And Hell» κυρίες και κύριοι.

Ας βάλουμε όμως πρώτα τα πράγματα στο κατάλληλο ιστορικό σημείο. Πλησιάζουμε το τέλος της δεκαετίας του 90 (της δεκαετίας μας εδώ που τα λέμε – αφού όσοι γεννήθηκαν στις αρχές των 80s, τότε μεγάλωσαν ουσιαστικά). Δεν θα κάτσω να αναλύσω το τι έγινε στη μουσική σε αυτή τη δεκαετία γιατί θα μας πάρει κανένα χρόνο και δεν θα μπορέσω να το κάνω και σωστά. Ας πούμε απλά ότι μέσα σε αυτά τα χρόνια, ξεχάστηκε η αισθητική των 80s, πολλά ωραία πράγματα δημιουργήθηκαν, έγιναν γνωστά (και μερικές φορές πέθαναν) και μια νέα μουσική γενιά δημιουργήθηκε (για καλό ή κακό). Για τους ίδιους τους Ulver τα τέλη των 90s έφερνα ακόμα πιο κοσμογονικές αλλαγές. Οι Ulver προήλθαν από το ευρύτερο black metal κίνημα (αν και χάραξαν μια αρκετά δικιά τους πορεία από την αρχή) και το ’97 μόλις είχαν κυκλοφορήσει το δίσκο που έκλεινε την πρώτη θεματική (μουσικά και στιχουργικά) τριλογία τους με το «Nattens Madrigal» (αρκετά ειρωνικά το μόνο τους σε «μεγάλη» εταιρεία), το δίσκο που ηχητικά ήταν το tribute τους στον παγωμένα ωμό ήχο των Darkthrone (και που σε μια δεύτερη στιγμή ειρωνίας περιέχει μερικές από τις καλύτερες μελωδίες που έχουν γράψει ποτέ – όσο μπορούν να ακουστούν κάτω από την συγκεκριμένη παραγωγή).

Κάπως έτσι φτάνουμε στη δημιουργία του «Themes…», το οποίο ήρθε από εκεί που δεν το περίμενες κανείς (κάτι στο οποίο σίγουρα συνείσφερε και το γεγονός ότι δεν υπήρχε καμιά πληροφορία για το τι θα ήταν ο νέος τους δίσκος). Το «Themes…» και μόνο ως σύλληψη θα έμοιαζε καταδικασμένο σε αποτυχία, καθώς εδώ που τα λέμε ποιοι είναι οι Ulver (πέρα από μια ταλαντούχα black metal μπάντα) που θα τολμήσουν να αγγίξουν το έργο του Blake και να μελοποιήσουν το μεγαλύτερο δημιούργημά του. Αν και μιλούσαν για μεγαλομανία αρκετά χρόνια μετά στο «Blood Inside», η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν θα ξεπεράσουν τη μεγαλομανία που οδήγησε στην απόφαση δημιουργίας αυτού του δίσκου. Πέρα όμως από τη «φιλοσοφική» δυσκολία του να ανταπεξέλθουν σε όλα αυτά που χρειαζόταν μια τέτοια απόπειρα, ακόμα και τεχνικά ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα αφού μιλάμε για ένα τεράστιο ποίημα χωρίς αναμενόμενη δομή. Δεν ξέρω αν και οι ίδιοι οι Ulver μπορούσαν τη στιγμή της δημιουργίας του να φανταστούν το τι ακριβώς θα ήταν το αποτέλεσμα.

To «Themes…» είναι με χαώδη διαφορά από το δεύτερο ο δίσκος των Ulver που του ταιριάζει περισσότερο ο χαρακτηρισμός του πειραματικού, όχι γιατί οι μουσικές που χρησιμοποίησαν ήταν ακραίες ή περίεργες ή οτιδήποτε άλλο αλλά γιατί ο συνδυασμός τους ήταν τόσο αναπάντεχα τέλειος που έγινε ο ο ορισμός της φράσης «the sum is greater than its parts». Για να είμαστε πιο ακριβείς «much much much much greater». Στα δυο cd που απαρτίζουν το album (τι κρίμα να μην έχει κυκλοφορήσει σε βινύλιο – και δεν μιλάω για βλάκωδεις limited editions), οι Ulver τραβάνε μουσικές από πολλά σημεία των 90s (και όχι μόνο). Ευτυχώς δεν χτίζουν γύρω από ένα σταθερό πυρήνα (λάθος που έκανα πολλές φιλόδοξες «metal» μπάντες στις πειραματικές τους απόπειρες κατά καιρούς), αλλά αντιμετωπίζουν το κάθε είδος ξεχωριστά, όντας εξίσου σημαντικό με τα υπόλοιπα, ανακαλύπτοντας τα χαρακτηριστικά του και εστιάζοντας τις προσπάθειές τους στο δέσιμο των ξεχωριστών κομματιών του παζλ. Από μια δεξαμενή βγάζουν μουσικές electronica (αγγίζοντας idm όρια σε φάσεις), trip hop (περίσσότερο Massive Attack από ότι Portishead – άρα και με dub προεκτάσεις) το οποίο χτίζεται πάνω σε beats που θα έκανα περήφανους τους μεγάλους του είδους, drum ‘n’ bass ακροβασίες, industrial, ambient ατμόσφαιρες σε πολλά ιντερλούδια (και όχι μόνο), progressive και art rock προσεγγίσεις ειδικά στις ερμηνείες της κιθάρας μέσα στο δίσκο, ακόμα και metal (ίσως και black metal) ψήγματα για να διατηρήσουν το όλο κατασκεύασμα σε επαφή με τις βάσεις του παρελθόντος. Για όλα αυτά οι Ulver έχουν να παρουσιάσουν την, ίσως, πιο εντυπωσιακή τους σύνθεση, αφού τους Kristoffer Rygg, H?vard J?rgensen (στις κιθάρες), Hugh Steven James Mingay (στο μπάσο), Erik Olivier Lancelot (στα drums και το φλάουτο) και Knut Magne Valle (επίσης στις κιθάρες) έρχεται να προστεθεί ο Tore Ylwizaker, ο άνθρωπος στον οποίο οφείλεται κατά ένα τεράστιο ποσοστό (για μένα τουλάχιστον) το ηλεκτρονικό μεγαλείο της από τότε και μετέπειτα μουσικής πορείας του συγκροτήματος. Εκτός από αυτούς δε, στήνεται ένα γενικότερο πανηγύρι στις guest εμφανίσεις στα φωνητικά του δίσκου, όπου κάνουν περάσματα μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της νορβηγικής σκηνής (Samoth, Ihsahn, Fenriz) σε ένα απελευθερωτικά μεγαλειώδη ρόλο ανάλογα με εκείνον που είχαν ανάλογοι μουσικοί στο «Department Of Apocalyptic Affairs» των Fleurety (ίσως μιλήσουμε και γι’ αυτο μια μέρα), οι οποίοι κάνουν το κλείσιμο του δίσκου με το «Song Of Liberty» μια κορύφωση ανευ προηγουμένου. Περισσότερο όμως και από αυτά τα ονόματα, την παράσταση κλέβει η ερμηνεία της (μέχρι τότε αγνώστων λοιπών στοιχείων) Stine Gryt?yr που προσφέρει το θηλυκό στοιχείο που απαιτεί η ίδια η ποίηση του Blake για την ολοκλήρωση του συνόλου. (κάνουμε μια μικρή παρένθεση εδώ και αναφέρουμε ότι μετά από τη συμμετοχή της στο album η εν λόγω δεσποσύνη κυκλοφόρησε το 2001 ένα δίσκο με κάποιους Stone-O-Saurus που πολύ θα θέλαμε να ακούσουμε). Και για να δείξουν οι Ulver πόσο καλά έχουν σκεφτεί την δημιουργία του δίσκου, μετά από όλη την αποθεωτική τρικυμία του «Song Of Liberty» μας χαρίζουν 20 λεπτά απόλυτης σιωπής για να κλείσουν το δίσκο αμέσως μετά ψυθιριστά με τις τελευταίες λέξεις του «Marriage Of Heaven And Hell». Πώς να μην παραδοθείς ολοκληρωτικά σε αυτό το δημιούργημα μετά;

Παρά το γεγονός ότι ο δίσκος μοιάζει από την φύση του προορισμένος να μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως ένα ενιαίο σύνολο (πράγμα που σαφώς δεν είναι κακό), αν το ακούσει κάποιος ξανά και ξανά συνειδητοποιεί ότι περιέχει και δυο από τις καλύτερες αυτόνομες συνθέσεις που έχουν γράψει οι Ulver. Τα «Proverbs Of Hell» και «A Memorable Fancy Plates 17-20» είναι οι δυο κορυφές ενός δίσκου του οποίου η συνολική αξία τις κάνει ακόμα πιο ξεχωριστά εκπληκτικές.

Δεκα χρόνια μετά την πρώτη ακρόαση ακόμα προκαλεί επιφωνήματα θαυμασμού το πόσο άξιο των περιστάσεων και των απαιτήσεων στάθηκε το μουσικό κομμάτι αυτού του έργου. Την ποίηση του William Blake συνάντησε το όραμα μερικών τύπων από την Νορβηγία και την κοίταξε στα μάτια και κατάφερε να σταθεί όρθιο δίπλα της. Έτσι αναπόφευκτα το αποτέλεσμα ξέφυγε ακόμα και από τα όρια του αριστουργήματος. Και αυτό με κάνει ακόμα και σήμερα, δέκα χρόνια μετά, να χαμογελάω με την ίδια δύναμη απέναντι στο πόσα μπορεί να μου δώσει η μουσική. Και ευτυχώς δεν μείναμε εκεί, οι Ulver από τότε μας έχουν δώσει πάρα πολλά και έχουν δημιουργήσει πανέμορφη μουσική. Οι εποχές μπορεί να άλλαξαν αλλά η γοητεία τους παρέμεινε δυνατή.

Α και που είστε! Ετοιμάζονται να παίξουν live το Μάιο.

«One thought. fills immensity.
Always be ready to speak your mind, and a base man will avoid you.
Every thing possible to be believ’d is an image of truth.»

συλλογή

•12 Φεβρουαρίου, 2009 • 1 σχόλιο

Δεν έχει concept theme, ίσως δεν έχει και ρυθμό, σίγουρα της λείπει η συνοχή, το εξώφυλλο και το tracklist, αλλά είναι μια συλλογή.

Α, δεν έχει και τίτλο.

στηρίζοντας…

•9 Φεβρουαρίου, 2009 • 1 σχόλιο

…τη φάση

(ή βίος και πολιτεία της ελληνικής σκηνής μέρος 1103948ο)

Ξεπερνώντας λοιπόν τα σουρεαλιστικά που αποφάσισε το σύμπαν (ή άλλες καταχθόνιες δυνάμεις) να μας πετάξει στο δρόμο, το live του Σάββατου με έκανε να σκεφτώ και κάτι άλλο.

Το Σάββατο, λοιπόν, στο Αν πήγαμε (χωρίς κανένας μας να καίγεται ιδιαίτερα) να δούμε τρείς μπάντες. Δυο εγχώριες (τους 1000 Mods και τους Brotherhood Of Sleep) και μια της αλλοδαπής (τους γερμανούς My Sleeping Karma). Να σημειώσω ότι δεν είχα ξαναδεί ή ακούσει καμιά από τις 3 μπαντες, τους δε My Sleeping Karma τους έμαθα πρώτη φορά εκείνο το πρωινό, οπότε και άκουσα μια φορά το τελευταίο τους δίσκο. Από τα τρία συγκροτήματα αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο να παρακολουθήσω ήταν οι Brotherhood Of Sleep, για τους οποίους είχα ακούσει τα καλύτερα και είναι και γνωστοί τα παιδιά, άρα υπήρχε και ένας λόγος παραπάνω.

Όντας λοιπόν αρκετά αντικειμενικοί παρατηρητές εκείνο το Σάββατο είδαμε τρία συγκροτήματα που (ανεξαρτήτως αν μας αρέσουν μουσικά) απέδωσαν εξαιρετικά. Είχαν πολύ καλή παρουσία, γούσταραν που έπαιζαν, φρόντισαν να έχουν ένα καλό ήχο (ακόμα και για τα δεδομένα του Αν) και τελικά έδωσαν στον κόσμο ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Επίσης πρέπει να αναφέρω κάνοντας μια παρένθεση, ότι το live το είχαν διοργανώσει τα παιδιά από τους Brotherhood Of Sleep (νομίζω μαζί και με την Catch The Soap Productions – αλλά δεν παίρνω και όρκο). Ουσιαστικά δηλαδή μιλάμε για μια συναυλία που έγινε όχι από κάποια επαγγελματική διοργανώτρια εταιρεία, αλλά από κάποια άτομα που γούσταραν τους My Sleeping Karma αρκετά ώστε να βάλουν λεφτά από την τσέπη τους (και αν κρίνω από την προσέλευση του κόσμου δεν πρέπει να τα πήραν και πίσω).

Και εδώ ερχόμαστε στο ερώτημα που με απασχολεί. Γιατί κάποια παλικάρια στην Ελλάδα θα χαλάσουν χρόνο, χρήμα και ιδρώτα να φέρουν ένα ημι-άγνωστο (συμπαθέστατο όμως – και προφανώς αγαπητό στη σκηνή) γερμανικό συγκρότημα να παίξει εδώ και να το δουν 80 άτομα, και όμως κάποιοι αντίστοιχοι στη Γερμανία δεν θα κάνουν το ίδιο με κάποιο ημι-άγνωστο ελληνικό συγκρότημα; Βλέποντας και τις 3 μπάντες, αυτοί που σίγουρα γούσταρα περισσότερο και μουσικά και ως attitude ήταν οι Brotherhood Of Sleep. Αλλά ακόμα και οι 1000 Modes που ομολογουμένως δεν με ενθουσίασαν κιολας, δεν μπορώ να δεχτώ ότι έχουν και πολλά να ζηλέψουν από τους My Sleeping Karma, ούτε σε επαγγελματισμό (κυρίως) ούτε σε μουσικές ικανότητες. Πλεόν ειδικά σε ανάλογες μουσικές σκηνές, τα περισσότερα συγκροτήματα (ακόμα και αυτά που θεωρούνται καλά) σίγουρα δεν είναι «μεγάλα» ονόματα. Μιλάμε για μπάντες που ακόμα και στις χώρες τους παίζουν μπροστά σε 100 άτομα. Και όμως θα ενδιαφερθεί κάποιος αρκετά ώστε να τους φέρει εδώ. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται έως ένα βαθμό και στα ίδια τα ελληνικά συγκροτήματα και το κατά πόσο έχουν όρεξη να κυνηγήσουν τέτοιες ευκαιρίες, αλλά η αλήθεια είναι ότι δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι δεν θα ενθουσιάζονταν με κάτι τέτοιο.

Απάντηση στο ερώτημα δεν έχω, αλλά παραμένει αιτία σχετικού προβληματισμού για την ανάπτυξη αυτής εδώ της έρημης σκηνής. Γιατί πλέον μπάντες έχουμε, δίσκους βγάζουν οι περισσότεροι, αλλά παραέξω δεν μας ακούνε. Με μερικές μικρές εξαιρέσεις στους πιο πειραματικούς χώρους.

Όσο προβληματιζόμαστε λοιπόν, ας περιμένουμε να δούμε πότε θα κυκλοφορήσουν κάτι οι Brotherhood Of Sleep. Και αναμένουμε να δούμε και άλλες μπάντες live.

SURREAL TOURNAMENT

•8 Φεβρουαρίου, 2009 • 1 σχόλιο

Είμαστε τώρα τέσσερα άτομα, sonicdeathmonkey άτομα, και -να σημειωθεί- χωρίς να ξέρουμε ακριβώς το γιατί, έχουμε βρεθεί στα εξάρχεια, σε συναυλιακό pre-show ελαφρούς μπυροποσίας πριν από την κάθοδο στο An για τους My Sleeping Karma. H Ίντριγκα αποφασίζεται χωρίς πολλή σκέψη, μιάς και έχουμε βαρεθεί την πολλή σκέψη και θέλουμε απλά να πιούμε μια μπύρα. Προτείνω να κάτσουμε έξω, γιατί μ’αρέσει η μυρωδιά του απογεύματος στη συγκεκριμένη περιοχή! Είμαι αθώος, το λέω και το πιστεύω. Οι τέσσερις Guinness θα αργήσουν λίγο, γιατί πέφτουμε στην αλλαγή του βαρελιού. Το πράγμα θα μελετηθεί ακόμα και τώρα με αισιόδοξη σκοπιά, καθώς δεν υπάρχει κάτι χειρότερο από τα τέσσερα τελευταία ποτήρια του παλιού βαρελιού. Αρχίζουμε και μιλάμε. Εγώ, ο Αλέξανδρος, Ο Κώστας και ο Μάνος. Έχει ωραίο καιρό, και κάνουμε εκείνες τις μικρές συζητήσεις πριν έρθει η μπύρα, πριν ανάψουμε το τσιγάρο, ώστε να περάσουμε σε κάτι σοβαρότερο και μεγαλύτερο. Μιλάμε για τους My Sleeping Karma, εγώ σκέφτομαι το «The Last Engineer» των Piano Magic που μου χει γαμήσει το σπίτι από το απόγευμα, ο Μάνος στρίβει τσιγάρο, ο Κώστας γκρινιάζει που τον βγάλαμε από το σπίτι του, ένα τυπικό, μουντό, υπέροχο σαββατιάτικο απόγευμα στα Εξάρχεια.

Ξαφνικά, κάτι συμβαίνει. Δεν μπορώ να εξηγήσω τι, αλλά ο αέρας αλλάζει φρεσκάδα. Και ακούγεται η Φωνή.

«Ποιός πούστης έχει ένα τσιγάρο να καπνίσουμε και μεις, να πούμε;»

Ο τόνος της είναι επιθετικός. Πιάνω πακέτο, δίνω τσιγάρο. Ο κάτοχος της φωνής είναι ο Παύλος. Τον βλέπουμε για πρώτη φορά. Δίνω και αναπτήρα. Ο Παύλος κάνει όλες εκείνες τις κινήσεις που σε μια απλή καθομιλουμένη, σε μια αργκό εφηβικών εκφράσεων θα χαρακτηριζόταν άψογα με το ρήμα «μπαστακώνεται». Σέρνει με κρότο την καρέκλα του και μπαίνει στην τρελοπαρέα. Μάλιστα. Κάπου εκείνη την ώρα, καταφθάνουν οι τέσσερις Guinness, πάνω στην ώρα, θα λεγε κανείς. Ο Παύλος μας φανερώνεται από το πρώτο λεπτό. Απευθύνεται ευθύς στη σερβιτόρα «Τι είναι αυτά, Σαμπούκα;;; Τέτοια έπινα στο Miami». Αποφεύγω να κοιτάξω τους Μάνο, Κώστα, Αλέξανδρο. Για κάποιο λόγο, ειδικά τον Αλέξανδρο. Ο οποίος, φυσικά παίρνει με βία τη σκυτάλη και μπαίνει στο παιχνίδι «Τίγκα στο μουνί το Miami ε». Κρατιέμαι, αλλά όχι πολύ. Παύλος, επαναλαμβάνει: «Τώρα ήρθα από το Miami, πέρασα εκεί έξι χρόνια». Αλέξανδρος, συνεχίζει: «Θα πρέπει να τρελάθηκες στον πούτσο». Κρατιέμαι, ακόμα λιγότερο. Ψάχνω πράγματα να σκεφτώ, κοιτάζω δεξιά, αριστερά έπειτα, αλλά σωτηρία δεν βλέπω. Καμιά. Έχω ιδρώσει, και όλο μου το σώμα θέλει να εκραγεί. Παυλάρας : «Εγώ ασχολούμαι με μαύρη μαγεία». Έχετε έρθει ποτέ σε δύσκολη θέση; Θέλω να πω, όχι με πολλά άτομα. Ένας προς έναν. Να σου πετάει ο απέναντι τη χειρότερη μαλακία που έχει ειπωθεί, και να είσαι μόνος σου, ανυπεράσπιστος απέναντί της. Και να πρέπει να κρατηθείς. Έτσι, ακριβώς. Ο Παύλος πάλι, δεν είναι από τους ανθρώπους εκεί έξω που θα δείξουν έλεος απέναντι σε μια τέτοια κατάσταση. Σηκώνι μανίκι, ρωτάει εμένα πια, γιατί φυσικά καθόταν δίπλα μου: «το βλέπεις το αστέρι;». Βλέπω ένα πράγμα μεταξύ πεντάλφας, μαιάνδρου και ρούνου, βαθιά χαρακωμένο στο μπράτσο του Παύλου. Ο οποίος ακάθεκτος προσθέτει πως είναι καθητητής της Μαύρης Μαγείας, και πως δεν υπάρχει μόνο Μαύρη Μαγεία, αλλά και Λευκή, και πως ο Διάβολος είναι ο ίδιος ο Θεός για να μπορεί να ελέγχει αυτούς που δεν τον πιστεύουν. «Είναι το ίδιο πράγμα», λέει. «Συνεταιράκια», προσθέτω. Εκστασιάζεται, μου σφίγγει το χέρι. «Εσύ ΞΕΡΕΙΣ» μου λέει. «Όχι σαν τους άλλους τρεις, αυτοί είναι αδέσποτα, εσύ ΞΕΡΕΙΣ», μου ξαναλέει. «Να τον ακούτε και να τον αγαπάτε, γιατί ΑΥΤΟΣ ΞΕΡΕΙ», λέει στα αδέσποτα Μάνο, Κώστα, Αλέξανδρο. Δεν μου αρέσει που βρίσκομαι εκεί. Καθόλου. Και ΞΕΡΩ γιατί. Ο αρχιμάγιστρος, προσθέτει πως η μαύρη μαγεία μπορεί να σκοτώσει κάποιον από απόσταση. Ο Αλέξανδρος δεν έχει μιλήσει για καναδυό λεπτά, και έχει στα σίγουρα έρθει η ώρα του : «Με τι εμβέλεια;». Κάτι, κάτι κακό θα συμβεί αν συνεχιστούν αυτά. «Παγκόσμια εμβέλεια. Μπορώ να σκοτώσω κάποιον στην άλλη άκρη του κόσμου.». Αλεξάντερ: «Μπορώ και γω να σκοτώσω κάποιον στην άλλη άκρη του κόσμου;». «Όχι, εσύ δεν ξέρεις. Αυτός όμως ΞΕΡΕΙ.», και μαντέψτε ποιόν δείχνει. Δεν νιώθω πολύ ωραία, αλλά σίγουρα νιώθω Γνώστης. Σχεδόν κοιτάω τους άλλους με ευδαιμονική υπεροψία, σχεδόν τους σνομπάρω κιόλας. Η συζήτηση αποκτά εξαιρετικό ενδιαφέρον. Μαθαίνουμε πως ο Αλέξανδρος έχει μέσα του 2 λαμόγια. «Δαιμόνια» διορθώνω. «Λαμόγια», αυστηρά διορθώνομαι από τον Μάγο. «Τον Κόκκαλη, τον Μπέο», προσθέτει ο Άλεξ. Περνάμε υπέροχα. Ο Αλέξανδρος θα πεθάνει ως τα 65 του, από τροχαίο. «Στα 65 μου;;» ρωτάει με ειλικρινή απορία. «Μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, αν δεν φύγεις από την Ελλάδα, δεν στο λέω για πλάκα, εγώ ξέρω τι σου συμβαίνει, και ο φίλος εδώ ξέρει, κάθε χιλιοστό από το μούσι του ΓΝΩΡΙΖΕΙ τι σου συμβαίνει». Συνέχεια. «Πρέπει να πας στο Αγρίνιο, να σου σφάξουν τον άσπρο κόκορα στο κεφάλι, για να φύγουν τα λαμόγια». «Και θα φύγουν έτσι;» ρωτά ο -ακόμα- cool Αλέξης. «Όχι, πρέπει να πας στον Εφραίμ. Αλλά καλύτερα να φύγεις εκτός Ελλάδας. Μόνο έτσι θα γλιτώσεις. η αντίστροφη μέτρηση έχει για σένα αρχίσει. Φύγε, έχεις πέντε μήνες το πολύ. Μέχρι το Πάσχα φύγε. Και στον ηθοποιό που σκοτώθηκε με τη μηχανή το είπα, και δεν με άκουσε, είπε πως είναι μοντέλο και δε φεύγει». Εγώ έμαθα πως έχω εφτά ολόκληρα λαμόγια μέσα μου, αλλά επειδή έχω ασχοληθεί με Σολωμωνική, μπορώ να τα ελέγξω προς όφελός μου. Ο Παύλος δεν ανησυχεί. Ο Κώστας και ο Μάνος είναι εντέχνως εξαφανισμένοι από την κουβέντα. Ο Αλέξανδρος ανησυχεί όμως. «Και εγώ τι να κάνω;». «Εσένα σου έχει κάνει μάγια μια κοπέλα». «Και δε μπορούμε να τα λύσουμε τα μάγια, να την καρφώσω τη μαλακισμένη;;;». «Με βλέπεις να γελάω;» σοβαρεύει ο Παύλος, και κάπου εκεί αρχίζω να τρομάζω. «Μιλάω εντελώς σοβαρά». Αυτό το λέει ο Αλέξανδρος, και σοβαρολογεί. «Αν μου βρεις μια Κολιτσίνα, μπορώ να σου πω την ακριβή ώρα που θα πεθάνεις». Σηκώνεται, μπαίνει στην Ίντριγκα και ψάχνει για Κολιτσίνα. Στα δευτερόλεπτα της απουσίας του, φυσικά μαζεύω ύβρεις και χλευασμό από ΚωσταΜάνο. Ο κόσμος δεν αντέχει τη ΓΝΩΣΗ φαίνεται, την αποδοκιμάζει, τη χλευάζει, φοβάται. Κάτι τέτοιοι σταυρώσανε και τον Χριστό. Μάλλον φταίει όμως το οτι εγώ πρότεινα να κάτσουμε έξω, διότι μ’αρέσει όπως είπα η απογευματινή μυρωδιά της συγκεκριμένης περιοχής. Ο ΜΥΣΤΗΣ επιστρέφει, χωρίς την Κολιτσίνα. «Ήξερα πως δεν είχε πριν ρωτήσω, αλλά ρώτησα». Θέλω να γελάσω ρε πούστη μου εν τω μεταξύ, έχω κρατήσει ΠΟΛΥ γέλιο μέσα μου. «ΗΠΙΕ ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΠΥΡΑ ΜΟΥ;» φωνάζει. Τον πείθουμε πως κανείς δεν έκανε κάτι τέτοιο. Ο Αλέξανδρος, απτόητος: «και τι θα κάνω τώρα;». «θα πάρεις ένα air-bus να πετάξεις μέσω ουρανού και θα πας στον Εφραίμ. Και εγώ με air-bus ήρθα από Miami». Δαγκώνομαι, κάνω πως βήχω, τέτοια πράγματα. Γυρνάει σε μένα: «Ο φίλος σου έχει πρόβλημα. Γράψε τον αριθμό μου, να συναντηθούμε μια μέρα να του σφάξω τον λευκό κόκορα». Πιάνω κινητό, έτοιμος να πληκτρολογήσω τον αριθμό. Μου δίνει ένα χαρτί, και συνοδεύει την κίνηση με τα εξής λόγια: «Εδώ είναι το πτυχίο μου της Μαύρης Μαγείας. Κάπου έχει τον αριθμό μου, βρες τον και αποθήκευσέ τον».  Προσθέτει πως πριν ήταν στο Σαν Πέδρο, εκεί που κόβεις φέτες τον μεγάλο τον κάκτο, τον βάζεις στο στόμα σου και βλέπεις τον Θεό με τα ίδια σου τα μάτια. Διαβάζω το χαρτί. Εξιτήριο ψυχιατρικής κλινικής.

Μια παρένθεση εδώ. Δεν χρειαζόμουν κάποιο χαρτί για να πειστώ πως ο Παύλος είναι θεόμουρλος. Αλλά κάπου εδώ νευρίασα. Δεν είναι πως έπινα την μαύρη μου τη Guinness και από ένα σημείο και μετά πίστευα πως θα είναι η τελευταία. Το θέμα έχει κοινωνικές διαστάσεις. Ποιός δίνει εξιτήριο σε ανθρώπους σαν τον Παύλο; Ποιός δίνει όπλα σε ειδικούς φρουρούς; Ποιός έχει δικαίωμα να αφήνει αβοήθητους τέτοιους ανθρώπους μέσα στην παράνοιά τους; Αντιλαμβάνομαι πως ο κόσμος που ζούμε δεν είναι όμορφος, πως γίνονται πολλά στραβά, πως οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν καταρρεύσει, πως η ατομική σκοπιά της κοινωνικής συνείδησης έχει βαλτώσει σε ήθη και κλισέ, αντιλαμβάνομαι πως Όλα εκεί έξω είναι ένα μεγάλο λάθος, αλλά ρε γαμώτο, ποιός αφήνει έναν Παύλο εκεί έξω; Η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι πως έχουν τρελαθεί ΟΛΟΙ και πως οι ψυχιατρικές κλινικές δε χωράνε άλλο κόσμο και αναγκαστικά τους πετάνε έξω, και ό,τι γίνει, τις ελαφριές περιπτώσεις έστω. Ποιές είναι οι βαριές περιπτώσεις όμως; Ποιός είναι πιο τρελός, εγώ ή ο Παύλος; Ποιός την παλεύει περισσότερο; Ποιός είναι πιο καλά με τον εαυτό του; Είναι ανεπίτρεπτο τέτοιοι άνθρωποι να είναι αβοήθητοι.

Meanwhile, back in our hilarious conversation. Αποστολέας Παύλος, Παραλήπτης Εγώ. «Το αποθήκευσες;». «Ε ναι». «Πάρε με τηλέφωνο να σ’έχω και γω». Αυτό είναι δύσκολο, καθώς ο Παύλος δεν πληρούσε και ΟΛΑ τα standarts του ανθρώπου με τον οποίο θα ήθελα να ανταλλάξουμε τηλέφωνα ένα βράδυ σάββατου.  Θυμάμαι κωδικό απόκρυψης (θυμάμαι ή ΉΞΕΡΑ;), τον καλώ, χτυπάει το τηλέφωνό του, φιλαράκια πια. Περίπου δέκα δευτερόλεπτα μετά, το κινητό του ξαναχτυπάει. Δεν ήμουν εγώ. Το σηκώνει: «ΕΛΑ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΕΙΜΑΙ ΕΞΩ ΤΩΡΑ ΕΡΧΟΜΑΙ ΣΠΙΤΙ ΕΧΩ ΜΑΖΙ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ ΕΙΝΑΙ ΖΕΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΚΟΤΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ ΠΑΤΑΤΕΣ ΕΡΧΟΜΑΙ ΣΕ ΛΙΓΟ». Ελπίζουμε πως το εννοεί. Δεν το εννοεί. Την επιστροφή στο σπίτι. Γιατί το οικολογικό κοτόπουλο, το εννοούσε στα σίγουρα. «Η μάγισσα ήταν, κατάλαβε πως με πήρες και πήρε αμέσως να δει τι έγινε». Δεύτερη παρένθεση, μικρή όμως. Είσαι κάποια Χριστίνα, και υποθέτουμε πως είσαι σπίτι και πεινάς. Στέλνεις τον Παύλο για κοτόπουλα; Έχω απορίες. Ο Παύλος έχει όρεξη για κουβέντα. Με εμένα. Τον φίλο του. Όχι με τα αδέσποτα, τους άπιστους. «Έχεις ένα ξάδερφο που στο παίζει αγάπη, αλλά σε μισεί. Το όνομά του αρχίζει από Κ. Σωστά τα λέω;». «Όχι, δεν αρχίζει από Κ», απαντάω. Ο Κώστας θέλει να σκοτώσει, και μάλιστα θέλει να σκοτώσει εμένα. Βρήκε τον ένοχο που πάντα έψαχνε. Ήμουν εγώ. Παυλάρας όμως : «Είδες που το ξερα;;;». Τρελαίνομαι με την τροπή. Με ξαναρωτάει: «Έχεις παράπονα από την κοπέλα σου;». Μαζεύω δολοφονικό βλέμμα Κώστα. Όλο δικό μου. Πιάνω το μήνυμα. «Όχι, όλα είναι μια χαρά». Τι να λεγα; «Και δεν αναρωτιέσαι που τα ξέρω όλα αυτά; Δεν σου φαίνεται περίεργο;». «Αφού είσαι αρχιμάγιστρος, δεν μου κάνει εντύπωση». «Ξέρω να λυγίζω και κουτάλια με το βλέμμα, περίμενε». Πάει μέσα, φέρνει κουτάλι, κοιτάει κουτάλι, σφίγγεται, και βέβαιος πως το λύγισε «ΕΙΔΕΣ? ΤΟ ΒΛΕΠΕΙΣ? ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΔΕΝ ΤΟ ΒΛΕΠΟΥΝ». Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, δεν λες όχι. Δεν το θέλει σαν απάντηση ο άλλος, και γιατί να τον στεναχωρήσεις κιόλας; Τίποτα κρετίνοι είμαστε; Φυσικά και βλέπω που λυγίζει το κουτάλι του, όπως και μετά βλέπω καθαρά που σπάει με το βλέμμα το ποτήρι του Κώστα. Ο Μάνος αγνοείται. Ειναι στο ένα μέτρο απόσταση, αλλά αγνοείται. Σκέφτομαι τον Ερμάνο, και τον φίλο μου τον Κωνσταντίνο. Αν ήταν ο πρώτος εδώ, θα ένιωθα πως η Στιγμή είναι Πλήρης. Αν ήταν ο δεύτερος, θα βρίσκανε ίσως τα κομμάτια μας σε κάποιο air bus παρατημένο σε κάτι σύννεφα στο Αγρίνιο. Με ρωτά : «Θα μου κάνεις μια χάρη;». Χαλάω χατήρι; «Αμέ». «Πήγαινε αύριο στην Ακρόπολη, και πες μου αν δεις πουλιά να πετάνε, ή αεροπλάνα. Αν δεις έστω και ένα, πάρε με τηλέφωνο, και εγώ θα κόψω το κεφάλι μου». «Έγινε». «Η Ακρόπολη έχει μαγνητικό πεδίο. Μαλάκες ήταν οι Αρχαίοι; Ήξεραν που έβαζαν τι». Αυτή η πρόταση επαναλαμβάνεται σε διάφορες παραλλαγές, περίπου τριάντα φορές. Ώσπου ξαφνικά, σηκώνεται. Πιάνει το χέρι μου. Αρχίζει να χορεύει. Έπειτα, λέει «θα σου πάρω ένα λαμόγιο». «Πάρε όσα θες, βρίσκω εγώ» σκέφτηκα. Δεν το λέω. Σφίγγει το χέρι μου με δύναμη, αρχίζει και το φιλάει, και τρίβει το πρόσωπό του πάνω του. Για κάποιον equal strange reason, δεν τραβιέμαι, κάθομαι στη θέση μου, περιμένοντας να δω τι άλλο θα συμβεί απόψε. «Πάει, στο πήρα το λαμόγιο». «Ευχαριστώ Παύλο. Μπορώ να παίρνω και εγώ πνεύματα άμα θέλω; Θέλω να βοηθήσω τα παιδιά εδώ». «Όχι ακόμα. Σε έξι μέρες. Μην το κάνεις όμως, τα παιδιά δεν ξέρουν, εσύ ΞΕΡΕΙΣ, δεν είστε στο ίδιο επίπεδο. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για αυτούς». Κώστας πληρώνει κρυφά, Μάνος σηκώνεται, Αλέξανδρος σηκώνεται, σηκώνομαι και εγώ, χαιρετούμε Παύλο, φεύγουμε. Ήσυχα.

Φτάνουμε στο An Club, όπου -αν θυμάστε- παίζουν οι My Sleeping Karma, οι Brotherhood of Sleep και οι 1000mods. Βρίσκουμε φίλους, γνωστούς, αγνώστους, ανθρώπους πάνω απόλα, τα παιδιά από τη Θεσσαλονίκη, άλλους δύο Παύλους, ωραία πράγματα, παίρνουμε και μπύρες. Δεν περνάνε πέντε λεπτά και νιώθω την παρουσία ενός air bus. Έξω από το μαγαζί, οι Παύλοι έγιναν τρεις. Τρέξιμο στα στενά, αλλά δεν μας κηνυγάνε οι φίλοι αστυνομικοί. Ίσως και να το προτιμούσαμε. Όταν το πεδίο καθαρίζει, μπαίνουμε στο μαγαζί. Ο Παύλος ήταν ήδη μέσα, και ζάλιζε τον κόσμο όλον, ακόμα και τους ίδιους τους My Sleeping Karma. Σε κάποια φάση σιωπηλά αποχώρισε, συνεχίζοντας το ταξίδι του στην εξερεύνηση του πνεύματος, ενώ εμείς σιγά σιγά αρχίσαμε να μην κρυβόμαστε πίσω από τις κολώνες του μαγαζιού. Η βραδιά ήταν ωραία, και πιότερο μου άρεσαν οι Brotherhood of Sleep νομίζω.

Πίνω κάτι παραπάνω, γιατί νιώθω κάπως άδειος. Ένα από τα εφτά λαμόγια μου έχει φύγει, και δεν έχω ιδέα που βρίσκεται τώρα. Μου λείπει σχεδόν. Είναι και λίγο μαλακία εδώ που τα λέμε, εκεί που κάθεσαι ωραίος και αραχτός και όλα ωραία φάση, να έρχεται ένας τύπος και να σου παίρνει το λαμόγιο σου. Είναι κάπως άδικο. Αλλά δεν πειράζει, η δύναμη του λόγου συνεχίζει να είναι ακόμα ισχυρή, μια μέρα μετά. Να με αγαπάτε και να με ακούτε, επειδή εγώ ΞΕΡΩ. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ούτε το «The Last Engineer», που θα κάνει παρέα όλη την υπόλοιπη Κυριακή, έτσι όπως πάει.

vision

•6 Φεβρουαρίου, 2009 • Σχολιάστε

Ποτέ δεν ήμουν καλός στο να παρουσιάζω συγκροτήματα, αλλά υπάρχει λόγος για αυτό. Πάντα έβρισκα πως έδιναν βάση σε γεγονότα που δεν ήταν τα πρώτα που θα ήθελα να μάθω. Ας πούμε, σπάνια μια βιογραφία θα παραδεχτεί πως “το τέταρτο album τους είναι για πέταμα”, επειδή ως είθισται, οι βιογραφίες γράφονται από οπαδούς, οπαδούς οι οποίοι θέλουν να συμμετάσχουν κάπως στα αγαπημένα τους πράγματα με όποιον μικρό τρόπο μπορούν. Οι αγαπημένες μου ιστορίες συγκροτημάτων είναι αυτές των Mayhem, Joy Division, Christian Death και Devil Doll. Μην ψάχνετε τα κοινά σημεία που έχουν, παραδείγματος χάριν την άκρατη αυτοκαταστροφή. Ούτε την υπερπροσπάθεια που έκαναν για να μείνουν ζωντανοί, ξεπερνώντας τα εκατοντάδες προβλήματα που οι ίδιοι δημιούργησαν. Ούτε το αν τα κατάφεραν. Απλά έχουν πολύ ψωμί πίσω από τα όσα φαίνονται, και αυτό όσο να ‘ναι, δε γίνεται να μην εξιτάρει κάπως τον αναγνώστη.

Οι Devil Doll είναι μια “dealing with a genius” περίπτωση. Μια κανονική βιογραφία τώρα, θα σας έλεγε πως ο Mr. Doctor (ιδρυτής) έχει πάρει το ψευδώνυμό του από τον συνδυασμό των Dr. Jeckyll και Mr. Hyde, θέλοντας ίσως να προσθέσει κύρος στο αίνιγμα μέσω της γνωστότερης ίσως καλλιτεχνικής αντίφασης. Θα σας έλεγε πως επηρεάστηκε από τον Bartok και τον Shostakovich, ή από ταινία “the man who laughs” (που είναι βασισμένο στο ομότιτλο αριστούργημα του Victor Hugo) και από το “the last man on earth”, όχι που δε θα είχε τρελαθεί με τον Vincent Price. Μια βιογραφία, θα τόνιζε το γεγονός πως το πρώτο album των Devil Doll, της σλοβενο-ιταλικής αυτής παράδοξης σύμπραξης, album που φέρει τον τίτλο “The Mark of the Beast”, έχει κοπεί μονάχα σε ένα αντίτυπο, με την αιτιολογία : “This is a painting, not a graphic work”. Θα μαθαίναμε επίσης, πως ο Mr. Doctor δίνει πάντα συνεντεύξεις μέσω εκπροσώπων, πως από τα 500 αντίτυπα του “The Girl Who WasDeath” είχε χαρίσει τα 150 και είχε καταστρέψει ο ίδιος τα υπόλοιπα, πως γενικώς δεν πολυξέρουμε ποιος είναι και τι κάνει, και πως ξαφνικά το 1996, μετά το “Dies Iraealbum, εξαφανίστηκε από τα δρώμενα, και οι Devil Doll δεν υπάρχουν πια, όχι πως υπήρξαν και ποτέ.

Αυτή είναι μια βιογραφία, μια παρουσίαση ενός συγκροτήματος, που ακόμα και αν δεν έχεις ακούσει νότα, σε τραβάει από τα μαλλιά για να μπεις στο μυστήριο, να θελήσεις να καταλάβεις γιατί η μπάντα είναι έτσι, να προσπαθήσεις να καταλάβεις πως δεν μπορείς να τους αποκωδικοποιήσεις με τα μέσα που έχεις, να νιώσεις ωραία που υπάρχει κάτι τόσο απρόσιτο, και πως εσύ έχεις τη δυνατότητα να δεις λίγο παραπέρα. Αυτά κάνουν οι βιογραφίες, τα μυστήρια και το πλήρες σκοτάδι γύρω από τα βασικά.

Δεν το γουστάρω πολύ αυτό. Έφαγα χρόνια και χρόνια για να εντοπίσω τα albums των Devil Doll, σε υπέρογκες τιμές, και δεν μετανιώνω για αυτό. Πρώτα άκουσα το “Sacrilegium” και βρέθηκα μπροστά σε κάτι Τόσο ιδιαίτερο μουσικά, που η αναζήτηση άρχισε λόγω αυτού. Οι ιστορίες γύρω από τη μπάντα συνετέλεσαν τα μέγιστα βέβαια σε κάτι τέτοιο, αλλά η αναζήτηση είχε άλλους όρους.

Όταν άκουσα για πρώτη φορά το “The Girl Who WasDeath”, album για το οποίο θα πω μερικά πράγματα σήμερα, κατέρρευσε ένα σημαντικό ως τότε μέρος στο κεφάλι μου, για το τι θεωρώ τέχνη σε προσωπικό βαθμό. Ο Mr. Doctor δεν είναι φυσικά το αποκλειστικό “τελευταίο” (κακός συνειρμός γενικώς) προπύργιο της ουσιαστικής καλλιτεχνικής φύσεως και ρηξικέλευθης δημιουργικότητας και άλλα τέτοια. Η φιγούρα του ταιριάζει σε ένα πολύ μελετημένο art follower (σε όλες τις εκδοχές της) που είχε το απεριόριστο (-τα του Καίσαρος-) ταλέντο να δημιουργήσει πάνω σε πολλές και πολύ ποιοτικές βάσεις (-τα του Καλιγούλα-). Η ιστορία λέει πως ο Mr. Doctor χρησιμοποιεί τη Sprechgesang τεχνική (κάτι μεταξύ σε spoken word / spoken voice και θεατρικού τραγουδιού), ενώ πως το album επηρεάστηκε από την αγγλική τηλεοπτική σειρά των 60’sThe Prisoner”. Αυτό που καμία βιογραφία δε θα μπορέσει να περιγράψει επαρκώς όμως, είναι η έκπληξη της πρώτης ακρόασης ανθρώπων που ούτε με το Prisoner έχουν σχέση, ούτε έχαναν ποτέ χρόνο να δίνουν ονόματα (ή να διαβάζουν ονόματα) από περίπλοκες φωνητικές τεχνικές.

Το “The Girl Who Was Death” αποτελεί μια σπάνια δήλωση τέχνης, που δεν τα μπλέκει με την τεχνική σαν πρώτιστο μέσο. Συνεργάζεται με τον λυρισμό, αλλά δεν παραδίνεται σε αυτόν. Όταν πρωτομπήκε εκείνο το συγκεκριμένο σημείο με το βιολί, ένιωσα τέτοιο αίσθημα πληρότητας, που σχεδόν τρόμαξα με το πόσο το απόμακρο και το ζεστό μπορούν να συνυπάρξουν σε τέτοιου είδους αρμονία. Σε συναίσθημα πως όλα, όλα όσα υπάρχουν, συμβαίνουν εδώ. Για να το κάνουμε πιο ανθρώπινο, ο Mr. Doctor είναι ο καλύτερος μαθητής του Peter Hammill, διότι προσωπικά αδυνατώ να σκεφτώ συνειδητοποιημένο οπαδό των Van Der Graaf Generator που να μη θαυμάσει το μεγαλείο μιας τέτοιας απόδοσης. Οι παλιοί Death SS είναι σχεδόν συγγενείς. Αδυνατώ να πιστέψω πως δεν γνωρίζονται καν. Η gothic rock σκηνή θα μπορούσε να μάθει πολλά για το πώς να μετατρέψει το σκοτάδι της σε Φως. Η progressive rock εδώ πέρα δεν μένει στον τόνο της εποχής που το progressive rock άλλαζε τον κόσμο. Βλέπει υπό το πρίσμα των Univers Zero. Προχωράει προς τα μπροστά, κοιτώντας πίσω, και πιο πίσω, και πολύ πιο πίσω ακόμα. Η τρομώδης αισθητική του album πάλι, δεν μεταφράζεται ούτε σε μαύρη θλίψη, ούτε εκλαμβάνεται ως κάτι με το οποίο μπορείς να συνυπάρξεις εύκολα. Εδώ υπάρχει ένα θέμα, καθώς είναι δύσκολο να κατανοήσεις εις βάθος τους Devil Doll, αν δεν είσαι σε θέση να κάνεις κομμάτι σου τις δεκάδες επιρροές τους, πράγμα που δεν ξέρω αν “πρέπει” να συμβαίνει στην τέχνη, για την οποία δεν ξέρω αν υπάρχουν καν τέτοια “πρέπει”. Κάποτε ο Godfrey Harold Hardy, στο “A Mathematician‘s Apology”, είχε γράψει πως η βαθιά κατανόηση των μεγάλων έργων τέχνης ή των μεγάλων ιδεών (έπρεπε να μπλέξει κάπου και την επιστήμη του) είναι για μυαλά δεύτερης κατηγορίας. Στην αρχή το είχα πιστέψει πλήρως, αλλά μετά κατάλαβα τη μαγεία της τετράγωνης μαθηματικής λογικής. Αν έχει κάποια βάση το κρίνει ο καθένας, απλώς εδώ ο Mr. Doctor κατάφερε να βασιστεί στις επιρροές του, μόνο για να τις ξεπεράσει, για να ξεπεράσει τον μύθο του τον ίδιο. Δεν έχει να κάνει με το αν όλα πηγάζουν αυστηρά από μέσα σου, αυτό και αν είναι αδύνατο. Η απάντηση του ιδίου βέβαια, έγκειται στον τρόπο οπτικής του. Στο booklet. “A man is less likely to become great the more he is dominated by reason: few can achieve greatness – and none in art – if they are not dominated by illusion”. Οπότε βρήκε εκεί το άλλοθί του, σε εισαγωγικά.

Η μουσική του “The Girl Who WasDeath” είναι ένα θαύμα της μουσικής. Είναι ένα εξηντάλεπτο κομμάτι μέσα στο οποίο δε μπορούμε να κρυφτούμε με ασφάλεια. Δεν ακούω συχνά τους Devil Doll, νομίζω μονάχα μια (με βία δύο) φορές το χρόνο θα με πιάσει να ακούσω τα πέντε albums τους στη σειρά, και να τα νιώσω ξανά, σαν να ήταν η πρώτη φορά. Και αν ας πούμε υπάρχει κάτι μεγάλο εδώ και εκεί, ένα τεράστιος λόγος που είναι μεγάλο, είναι το γεγονός πως δεν ξεθωριάζει Ποτέ. Οι Devil Doll του Mr Doctor, με το δικό τους δρόμο, άγγιξαν την αιωνιότητα. Και έμειναν εκεί.

«Without corpses there’s No War and without War there’s No Victory,
My Dear!»

the day the music died

•5 Φεβρουαρίου, 2009 • 1 σχόλιο

«Υπάρχει ελπίδα όσο υπάρχουν ωραίες ιστορίες»
α. έλεγε σε ένα άρθρο του ο Αντώνης Πανούτσος.
β. έγραψε σε ένα διήγημά του ο Έτγκαρ Κέρετ.
γ. τραγούδησε ο Μπομπ Ντύλαν.
δ. μονολόγησε πιωμένος στο μπαράκι της Χαρούλας ο καφετζής ο χοντρός που δε θυμάμαι τώρα πως τον είχε βγάλει ο Δαλιανίδης στο Ρετιρέ.

Διαλέγουμε όποια απάντηση μας αρέσει περισσότερο.

Ο Buddy Holly ανήκει αναμφισβήτητα στην ίδια παρέα μαζί με τον Elvis, τον Eddie Cochran, τον Jerry Lee Lewis, τον Johnny Cash. Στην παρέα «των πρώτων». Έζησε μόλις 22 χρόνια και όμως πρόλαβε να χτίσει ένα πολύ σημαντικό όνομα να συνοδεύει αυτή την εκπληκτική φιγούρα του ψιλόλιγνου τύπου με τα χαρακτηριστικά γυαλιά.

O Buddy Holly σκοτώθηκε πριν από πενήντα χρόνια. Δηλαδή πριν από πενήντα χρόνια και δυο μέρες αν θέλουμε να είμαστε απολύτως ακριβείς. Το αεροπλάνο στο οποίο επέβαινε μαζί με τον Ritchie Valens (ο Λαμπάμπας μωρέ) και τον «Big Bopper» Richardson (αυτός δεν είχε αναλόγου επιπέδου σουξέ) και που θα τους μετέφερε στην επόμενη πόλη της χειμωνιάτικης χορευτικής τουρνέ στα Μιντγουέστ, συνετρίβη μετά την προσγείωση σε ένα χωράφι ύστερα από λάθος χειρισμό του πιλότου. Ο θρύλος λέει ότι κανονικά δε θα έπαιζαν εκεί που έπαιξαν τελευταία φορά. Λέει επίσης ότι ναυλώσανε ειδικά για εκείνο το δρομολόγιο το αεροπλάνο επειδή στο λεωφορείο δε δούλευε η θέρμανση. Λέει ακόμη ότι ο Ritchie Valens έπαιξε τη θέση του κορώνα-γράμματα με ένα μουσικό του Buddy Holly την οποία θέση και «κέρδισε». Τέλος, λέει ότι ήταν να ταξιδέψει μαζί τους και ο μπασίστας του, Waylon Jennings, ο οποίος όμως τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη με τον Buddy Holly να το μαθαίνει λίγο πριν ανέβει και να του λέει «Ελπίζω να κρυώσουν τα πόδια σου στο λεωφορείο» για να του απαντήσει εκείνος «Ελπίζω να πέσει το αεροπλάνο»

Ο θρύλος στην περίπτωσή μας φυσικά είναι ο ίδιος ο Buddy Holly. Η τρίτη μέρα του Φλεβάρη του ’59 έχει επικρατήσει  ως η μέρα που πέθανε η μουσική. Το 1971 ο Don McLean ηχογράφησε το γνωστό μας American Pie το οποίο αναφέρεται σε εκείνη την ημέρα, με ευθεία αναφορά στο μεγαλύτερο χιτ του BH, το «That ‘ll be the day (that I die)». Παραμένει το μεγαλύτερο σε διάρκεια τραγούδι που έφτασε στο #1 του Billboard. Παραμένει συγκινητικό.

Από τον ύπουλο χορό της κυραΜαντόνας ως το ειλικρινές αντίο του Wyndorf.

"

τρίβια: το πραγματικό του όνομα ήταν όντως Holley, το «e» κόπηκε από τυπογραφικό λάθος στο πρώτο συμβόλαιο με δισκογραφική που υπέγραψε.

Λοιπόν, εγώ λέω ότι όποιος και να το είπε αυτό με τις ιστορίες και τις ελπίδες έχει δίκιο. Ευτυχώς υπάρχουν και ωραίοι τύποι να τις μοιράζονται, όπως ο Γιάννης Πετρίδης στην προχθεσινή του εκπομπή.

happy people

•5 Φεβρουαρίου, 2009 • 2 Σχόλια

«What came first, the music or the misery? People worry about kids playing with guns, or watching violent videos, that some sort of culture of violence will take them over. Nobody worries about kids listening to thousands, literally thousands of songs about heartbreak, rejection, pain, misery and loss. Did I listen to pop music because I was miserable? Or was I miserable because I listened to pop music?»

Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές έχω ακούσει ή διαβάσει το παραπάνω απόσπασμα. Από την πρώτη φορά όμως ήταν αυτό που με έκανε να πιστέψω ολοκληρωτικά ότι το «High Fidelity» έχει γραφτεί για εμάς. Δεν νομίζω ότι έχουν υπάρξει λέξεις που να περιγράφουν καλύτερα το μεγαλύτερο (συντριπτικα) κομμάτι της σχέσης μας με τη μουσική.

Πριν μερικές μέρες σε συνήθη έξοδο με τα υπόλοιπα 2/4 του Sonic Death Monkey (ολομέλεια από 2 Μαρτίου!!), πάνω από τρια ποτήρια μπύρες (1 Guinness και 2 γκεη φλωρικες για τους άλλους δυο που έτσι και αλλιώς έχουν ξεμωραθεί), ήρθε η συζήτηση πάνω στα τραγούδια που κατά κύριο λόγο μιλάνε για τις ανθρώπινες σχέσεις. Μη φανταστείτε κάτι πολύ υψηλό ή φιλοσοφικό, για το αν μας γουστάρει η Γιαννούλα στο διπλανό θρανίο μιλάμε. Πάνω στη συζήτηση λοιπόν και εξαιτίας ενός (όχι και πολύ δυνατού ομολογουμένως) επιχειρήματος από τον φίλο που παρακάτω ανακάλυψε πάλι το μεγαλείο της γερμανικής λογοτεχνίας, τον προκάλεσα (και προσκάλεσα!!) να μου βρει 5 τραγούδια που μας αρέσουν και μιλάνε για ευτυχισμένες σχέσεις/καταστάσεις/ανθρώπους. Περιττό να πω ότι η προσπάθεια απέτυχε οικτρά και επεδίωξε να αποφύγει τον δημόσιο εξευτελισμό καταφεύγοντας σε φτηνό χιουμορ.

Η αλήθεια είναι ότι το σκεφτόμουν και μόνος μου πριν λίγο καιρό και πραγματικά δεν μπορώ να πω με σιγουριά ότι πάνω από 1% της μουσικής που ακούμε μιλάει για χαρούμενα πράγματα. Σίγουρα δεν είναι όλη μέσα στη μαύρη κατάθλιψη, αλλά από την άλλη δεν θα βρεις καθόλου λουλούδια, πεταλουδίτσες και πουλάκια να τιτιβίζουν. Από την άλλη καλύτερα βέβαια γιατί αυτά είναι λίγο βαρετά. Αλλά μπορώ να το πάω και λίγο παραπέρα αν θέλετε. Όσο μαζοχιστικό και ακούγεται, πιστεύω ότι απολαμβάνω περισσότερο την μουσική όταν πιστεύω ότι όλα αυτά τα σκατόψυχα που γράφουν οι εκάστοτε καλλιτέχνες μιλάνε για μένα. Δεν ξέρω αν αυτός είναι ο νορμάλ δρόμος προς την κάθαρση μετά από ένα στραπάτσο (κυρίως ερωτικό, αλλά όχι απαραίτητα), αλλά σίγουρα νιώθω καλά (ή έστω καλύτερα) πιστεύοντας ότι το μεγαλύτερο κομμάτι της μουσικής έχει γραφτεί για να περιγράψει, να εξυψώσει και να τραγουδήσει το κατά-δικό μου προσωπικό (πλεονασμός αλλά θέλει έμφαση) δράμα. Που βέβαια κάθε φορά το δράμα είναι λίγο διαφορετικό, αλλά οι βασικές παράμετροι και η στερεοτυπική Γιαννούλα παραμένουν αρκετά σταθερές ώστε να κάνουν την εμπειρία της ακρόασης αυτών των «thousands, literally thousands of songs about heartbreak, rejection, pain, misery and loss» σχεδόν υπερβατική εμπειρία. Και ίσως εκεί κρύβεται και η μεγαλύτερη μαγεία της μουσικής. Μας κάνει να απολαμβάνουμε να νιώθουμε σκατά.

Φυσικά και όταν δεν νιώθουμε σκατά συνεχίζουμε να γουστάρουμε να ακούμε τραγούδια που δεν είναι χαρούμενα, απλά τότε νιώθουμε ότι μιλούσαν για μας σε μια περίοδο της ζωής μας, και ότι ίσως θα ξαναμιλήσουν για μας στο μέλλον, αλλά αυτή τη στιγμή είμαστε δυο φίλοι που συναντήθηκαν μετά από κάποιο καιρό και αναπόλησαν τα παλιά. Είναι πολύ ωραίο, αλλά δεν είναι η τέλεια εμπειρία που ένιωσες εκείνη τη στιγμή. Είμαστε μαζοχιστές, έτσι δεν είναι;

Αν θέλετε σας προκαλώ και εσάς. Βρείτε μου πέντε τραγούδια (καλά τραγούδια βέβαια ε – το κακό γούστο σας θα απορριφθεί πάραυτα) που να μιλάνε για πεταλουδίτσες, λουλουδάκια και πουλάκια να τιτιβίζουν.

Δύσκολο ε;

Heinrich Böll

•4 Φεβρουαρίου, 2009 • Σχολιάστε

Μιά ματιά προς τα πάνω: και το δωμάτιο του παιδιού θεοσκότεινο. Τα γειτονικά σπίτια χωρίζονται με διπλά ιδιωτικά δρομάκια και βραγιές. Τηλεοράσεις φέγγουν αρρωστιάρικα. Ο καλός οικογενειάρχης και σύζυγος που επιστρέφει, είναι μπελάς, θα ‘ταν μπελάς ακόμα κι η επιστροφή του ασώτου. Ούτε μοσχάρι θα σφαζόταν, ούτε κοτόπουλο θα ‘μπαινε στο φούρνο: θα τον παρέπεμπαν βιαστικά στο πατέ που έχει μείνει στο ψυγείο.

Κάθε Σαββάτο απόγευμα, όλοι μια οικογένεια, μπαλάκια με φτερά πετούσαν πάνω απ’ τους φράχτες, γατιά και κουτάβια ξεπόρτιζαν, τα μπαλάκια επιστρέφονταν πάνω απ’ τους φράχτες, τα γατιά -«αχ το γλυκούλι μου!»- και τα κουτάβια -«αχ το γλυκούλι μου!»- παραδίνονταν απ’ τις αυλόπορτες κι απ’ τις τρύπες του φράχτη. Η ένταση των φωνών μαλακωμένη, ποτέ προσωπική. Καμιά φορά μόνο, οι φωνές ξέφευγαν απ’ την κανονική τους καμπύλη και γρατζούνιζαν τον ουρανό της γειτονιάς, πάντοτε για ασήμαντες αφορμές, ποτέ για τις αληθινές: όταν το πιατάκι του τσαγιού έσπαζε με κρότο, όταν κυλούσε η μπάλα και τσάκιζε τα λουλούδια, όταν κάποιο παιδικό χέρι πετούσε μια χούφτα χαλίκια κι έγδερνε την μπογιά του αυτοκινήτου, όταν τα φρεσκοπλυμένα και τα φρεσκοσιδερωμένα μούσκευαν με το λάστιχο του ποτίσματος -τότε οι φωνές στρίγκλιζαν, οι φωνές που δεν κάνει να στριγκλίζουν για την απάτη, τη μοιχεία, την έκτρωση. «Α, παραείναι ευαίσθητα τ’ αυτιά σου, γιατί δεν παίρνεις κάτι;»

Μην πάρεις τίποτα, Μαρί

Ανοίγεις την εξώπορτα: ησυχία, μια ζέστη γλυκιά. Πάνω, κοιμάται το μικρό Μαράκι. Πόσο γρήγορα έγιναν όλα, γάμος στη Βόννη, μήνας του μέλιτος στη Ρώμη, εγκυμοσύνη, γέννα -καστανές μπούκλες στο χιονάτο παιδικό μαξιλαράκι. Θυμάσαι τότε που μας έδειχνε το σπίτι του και μας εξηγούσε με στόμφο: Υπάρχει χώρος για δώδεκα παιδιά. Και τώρα, κάθε πρωί με τον καφέ, σε κοιτάζει ερευνητικά, έχει το «λοιπόν;» στο στόμα, αλλά δεν το λέει, κι οι πιο άξεστοι φίλοι του απ’ το Κόμμα κι απ’ την Εκκλησία το φωνάζουν έξω απ’ τα δόντια μετά το τρίτο κονιάκ: «Ένα το κρατούμενο, κι ως το δώδεκα μένουν άλλα έντεκα. Απλά μαθηματικά!»

Στην πόλη άρχισαν τα κουτσομπολιά. Πάλι σινεμά πήγες, τέτοιο ηλιόλουστο απόγευμα, χαρά Θεού, σινεμά! Και πάλι σινεμά -και πάλι.

Όλο το βράδυ μόνη στον Κύκλο, στο σπίτι του Μπλότερτ, τ’αυτιά σου βουίζουν απο’ το Κα Κα Κα, κι αυτή τη φορά δεν τελειώνει σε -γκελάριος, αλλά σε -θόλου. Η λέξη κατρακυλάει στ’αυτί σου σαν ξένο σώμα, σαν γκαζά κροταλίζει, αλλά μπορεί να ‘ναι και κακό σπυρί. Ο Μπλότερτ έχει μετρητή Γκάιγκερ για να ανιχνεύει «καθόλα». «Αυτός έχει – αυτός δεν έχει – αυτή έχει – αυτή δεν έχει». Σα να μαδάς τη μαργαρίτα: μ’αγαπά, δε μ’αγαπά. Μ’αγαπά. Ποδοσφαιρικές ομάδες, κομματικοί φίλοι, κυβέρνηση και αντιπολίτευση ελέγχονται για να διαπιστωθεί αν έχουν αυτό το «καθόλου». Το αναζητούν σαν φυλετικό γνώρισμα και δεν το βρίσκουν. Βόρεια μύτη, μεσογειακό στόμα. Μόνο ένας το έχει αναντίρρητα, το έχει φάει με το κουτάλι, το περιπόθητο, το περιζήτητο «καθόλου»: Ο Μπλότερτ -αλλά φυλάξου από τα μάτια του, Μαρί. Γεροντικά πάθη, θεοσοφικές αντιλήψεις περί Έκτης Εντολής, κι όταν μιλά για ορισμένες αμαρτίες, μόνο λατινικά. In sexto, de sexto. Σαν να λέει σεξ. Και τα καλά του τα παιδάκια. Ο μεγαλύτερος, ο Χούμπερτ, δεκαοχτάρης, η Μαργαρίτα δεκαεφτά, τους αφήνει να κάθονται λίγο παραπάνω για να επωφελούνται απ’ την κουβέντα των μεγάλων. Περί καθολικισμού, ταξικού κράτους, θανατικής ποινής -που κάνει τα μάτια της κυρίας Μπλότερτ να σπιθίζουν τόσο παράξενα, τη φωνή της ν’ανεβαίνει ερεθισμένη στα ύψη, το γέλιο και το κλάμα να σμίγουν ηδονικά. Προσπάθησες να παρηγορηθείς με τον ξινισμένο αριστερό κυνισμό του Φρέντεμποϋλ: του κάκου. Του κάκου θα προσπαθήσεις να θυμώσεις με τον ξινισμένο δεξιό κυνισμό του Μπλότερτ. Υπάρχει μια ωραία λέξη: τίποτα. Μη σκέφτεσαι τίποτα. Ούτε τους καγκελάριους ούτε τα «καθόλα». Σκέψου τον κλόουν που κλαίει μέσα στη μπανιέρα, κι ο καφές στάζει στις παντόφλες του.

new lead singer since 1989

•2 Φεβρουαρίου, 2009 • 3 Σχόλια

O Steve Hogarth, σε μερικές εμφανίσεις των Marillion φοράει ένα t-shirt που στο πίσω μέρος διακρίνεται η φράση «new lead singer since 1989«.

Να το :

Φοβερός τύπος, ε;

Τι και αν ο Fish έγραφε καλύτερους στίχους στο «Script for a Jester’s Tear».

Δεν έχει σημασία.

Σημασία έχει το καταπληκτικό μπλουζάκι!

Σαν σήμερα

•29 Ιανουαρίου, 2009 • 3 Σχόλια

Οι φίλοι τον εκθειάζουν

Οι γυναίκες τον υμνούν

Οι ροκ σταρς τον ζηλεύουν

Οι νεόκοποι μπλακμεταλλάδες τον φοβούνται

kveld

Τα λόγια και οι ευχές των φίλων και συναδέλφων σου τα λένε όλα:

Sonicdeathmonkey: «ΥΓΕΙΑ ΚΑΥΛΑ ΚΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ»

Kiwiknorr: «Τί να του ευχηθώ;; Χρόνια πολλά;; Αφου δεν γίνεται να γεράσει άλλο.»

Error Flynn: «Έυχομαι πολλές μπουγάτσες και μόνο Πάοκ, κωλόγερε. (όταν γελάει πολύ τον πιάνει λόξυγγας)»

Αγαπημένε μας KathleenTurnerOverdrive σου ευχόμαστε τα καλύτερα.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε