alive

•23 Νοεμβρίου, 2009 • Σχολιάστε

Σε λίγες ώρες είναι ας πούμε αυτή η Αδαμαντία Ξυνογαλά εκεί ξανά ρε παιδιά στο Παλλάς θα παίξει ναι και όταν την είχα δει παιδιά πριν ενάμιση χρόνο παιδιά είχα πάθει πατατράκ μεγάλο και σμπαρακουάκ και δεν μπορούσα να διανοηθώ τι πράγμα έβλεπα και αύριο πάλι έτσι θα είναι θα πάθουμε ζημιά αύριο τα φιλιά σου είναι φωτιά λέει και είμαι βέβαιος πως παραλήρημα καινούριο αύριο βράδυ θα κεράσω όποιον με ρωτήσει και ζητήσει να μάθει παραπάνω θα του πω θα του πω ο,τι θέλει μόνο λίγη ησυχία τώρα παιδιά θέλω να την ακούσω πάλι σαν τότε να όπως τότε να λέει για όλα να παρακαλάει τον παράδεισο για έλεος και εγώ κάνω πως ξεχνάω πως ενα μηνα πριν στο λονδίνο ωραίο το λονδίνο στο λονδίνο λοιπόν Καρουζέλ δε σονγκς οφ Μπρελ και Μαρκ Άλμοντ μαζί με Αδαμαντία και Καμίλ ο Σάλιβαν αλλά κυρίως Μόμους όλοι μαζι Μπρελ λένε και εγώ είμαι στην Αθήνα παιδιά και βάζω τα εκλεπτυσμένα γαλλικά μου κείμενα στο συστραν πρώτα και στο σονικ νεκροπίθηκα μετά αλλά δείτε δείτε δείτε εκεί πόσο καλά περνούν εκεί

 

dead?

•23 Νοεμβρίου, 2009 • 1 σχόλιο

To see a world in a grain of sand, and a heaven in a wildflower. Hold infinity in the palm of your hand, and eternity in an hour

PS:



Όπως κάθε blog που σέβεται τον εαυτό του, παίρνουμε δύναμη να συνεχίσουμε από τους αναγνώστες μας.

ghostbusters, paper cuts, blank canvases & bluesy hip hop

•20 Νοεμβρίου, 2009 • Σχολιάστε

Σκεπτόμενος τι θέλω να πω για τέσσερεις από τους πιο όμορφους δίσκους που άκουσα τελευταία, εκνευρίστηκα ελαφρώς με το γεγονός ότι πολλές περιγραφικές λέξεις μου έρχονταν αυτόματα στα αγγλικά αλλά δεν μπορούσα να κάνω την αντιστοιχία στα ελληνικά. Όχι ότι είμαι από αυτούς που υποστηρίζουν με πάθος την αγιότητα και το μεγαλείο της ελληνικής γλώσσας (αν και θεωρώ ότι έχει ομορφότατες δυνατότητες στα σωστά χέρια), αλλά νομίζω ότι οι πολλές αναμίξεις μεταξύ γλωσσών δεν είναι και πολύ όμορφο. Και γω το κάνω, και σεις το κάνετε, συμφωνώ ότι δύσκολα το αποφεύγουμε αλλά αυτό δεν το κάνει λίγοτερο εκνευριστικό (ή frustrating άμα θέτε!). Αρκετά όμως με τις γλωσσικώς φιλοσοφικές ανησυχίες.

Τελικά πρόλαβα τις τελευταίες μέρες στη δουλειά να προφτάσω την καινούρια μουσική που είχα. Ευτυχώς ήταν αρκετά ήσυχες και με άφηναν να προσέχω περισσότερο αυτό που άκουγα. Πρώτο και κυριότερο είναι το «By The Throat» του Ben Frost. Κλασσικός μινιμαλισμός θα δείτε να γράφουν κάποιοι, κινηματογραφικό θα γράψουν κάποιοι άλλοι. Το album επεκτείνεται προς πολλές μεριές, αλλά δεν γίνεται υπερφίαλο. Είναι σε ίσα μέρη ορχηστρικό και ηλεκτρονικό, αόριστο και με απλότητα σκεπτικό. Πολλά συναισθήματα δίνουν και παίρνουν εκεί μέσα, από την ομορφιά μιας τρομπέτας μέχρι την ανήσυχη ατμόσφαιρα μερικών, σχεδόν συμπαγών, βιομηχανικών ήχων. Για να μην αναφέρω το γεγονός ότι έχει αφιερώσει δυο κομμάτια σε έναν από τους πιο συμπαθείς κινηματογραφικούς χαρακτήρες στην ιστορία. Το Sonic Death Monkey δηλώνει με σιγουριά ότι αγαπάει Peter Venkman.

Όσο εκνευριστικό είναι ένα κόψιμο από χαρτί, τόσο ελκυστικό είναι το «Lylac» των :papercutz:. Εκ Πορτογαλίας ορμώμενοι και αρχικά σχηματισμένοι ως solo μουσικό όχημα του Bruno Miguel, δεν ακούγονται και ιδιαίτερα μεσογειακοί. Ευτυχώς λέω εγώ, δεν ξέρω τι λέτε εσείς. Πάντα μου άρεσαν οι pop ανησυχίες στους πιο leftfield καλλιτέχνες. Θεωρώ ότι συνήθως δίνουν πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα και η αλήθεια είναι ότι και η πλευρά της pop και η πλευρά των πιο εναλλακτικών μουσικών χρειάζεται μερικές φορές κάποιες τζούρες από την αντίθετη πλευρά. Οι :papercutz: γράφουν πολύ όμορφα τραγούδια με αρκετά catchy μελωδίες, στα οποία όμως βάζουν και τα glitchy σημεία και τις ambient ατμόσφαιρες και από όλα έχει ο μπαχτσές. Όταν θέλετε κάτι πιο χαλαρό, που να μην κάνει τους experimental φίλους σας να σας κοροϊδεύουν, το «Lylac» είναι μια πολύ καλή πρόταση.

Από την άλλη πλευρά νομίζω ότι ξέρετε ακριβώς τι να περιμένετε από τη συνεργασία Peter Broderick και Machinefabriek στο «Blank Grey Canvas Sky». Έχουμε εκφράσει ως blog αρκετές φορές το θαυμασμό και την αγάπη για τη μουσική και των δυο πλευρών αυτής της συνεργασίας και το φετινό τους album μας επιβεβαιώνει αυτή την πίστη. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να υπάρξει πιο όμορφος συνδυασμός ανάμεσα στην κλασσικότροπη αισθητική του Broderick και στον αρκετά αφηρημένο μινιμαλισμό του Zuydervelt. Υποθέτω ότι βρήκαν αρκετά σημεία επαφής σε μια προφανή, κοινή αγάπη για τον Arvo Part. Θα συντροφεύσει αρκετές νύχτες αυτός ο δίσκος. Ίσως η λέξη μαέστρος να μην έχει την ίδια αξία που είχε κάποτε, αλλά η ικανότητα με την οποία ζωγραφίζουν και οι δυο αυτοί τη μουσική τους, δεν μπορεί παρά να τους χαρακτηρίσει έτσι.

Τελευταίο άφησα το ομώνυμο album των Blackroc, τη μουσική συνεργασία ανάμεσα στα δυο μέλη των Black Keys και μιας πλειάδας ιδιαιτέρως γνωστών ονομάτων της hip hop σκηνής. Αποφεύγονται ατυχείς crossover πειραματισμοί αφού οι blues rock ιδιωματισμοί των Black Keys δεν έρχονται απλά να συναντήσουν τις hip hop καταβολές των ερμηνευτών τους, αλλά προσαρμόζονται πάνω τους και καταφέρνουν να τις μπολιάσουν σε κάτι ομοιογενές και καθόλου άβολο. Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ακούγοντας ξανά και ξανά το δίσκο ήταν το μεγαλείο του soundtrack του «Ghost Dog» (ίσως όχι τυχαία αν δει κανείς την παρουσία του RZA, μεταξύ άλλων, εδώ). Πολύ, πολύ καλός δίσκος και πολύ, πολύ παρουσίες και από τις δυο πλευρές, οι οποίες δείχνουν εξαιρετική δημιουργικότητα και δεν καταφεύγουν σε καμία στιγμή σε κιτς εύκολες λύσεις. Θα ήταν κρίμα να ήταν ο δίσκος μια προσπάθεια «εναλλακτικοποίησης» ενός κομματιού της hip hop σκηνής και ευτυχώς δεν είναι.

Αυτά από ένα παρασκευιάτικο βράδυ που μόλις τώρα μοιάζει να είναι όπως πρέπει. Αυτές οι δυο βδομάδες πέρασαν πάρα πολύ γρήγορα για κάποιο λόγο. Ο χειμώνας δεν αναμένεται δυστυχώς να περάσει τόσο γρήγορα. Το motto των ημερών είναι «βλέποντας και κάνοντας». Για bonus album προτείνουμε τη συλλογή «Solar Life Raft» των DJ Rupture & Matt Shadetek. Cheers mates.

όχι πάλι pearl jam μωρέ σαχλαμάρα.

•20 Νοεμβρίου, 2009 • 1 σχόλιο

δίκαιο. αλλά εδώ είναι περισσότερο η εικόνα που έχει σημασία. εξάλλου αν ήθελα να βάλω κάτι από τους pj δε θα επέλεγα κομμάτι από τον καινούριο δίσκο :ρ

και αντιγράφω:

This is a time-lapse of Pearl Jam performing KLRU’s «Austin City Limits» (ACL) PBS concert series taping on October 3rd, 2009. The episode premieres next Saturday, November 21st.
This time-lapse was created from photographs taken every 6 seconds from 9:09AM – 11:29PM. Over 10,000 images we’re taken.
If you notice Eddie Vedder performing on stage before they seem to begin the actual show, that is during rehearsal. They rehearsed for about an hour. Yes, that is Ben Harper with him.
This is my way of making a contribution to a organization that I value as one of Austin’s greatest assets. The privilege to help celebrate ACL’s 35th year is a thrill beyond words.

(φουλ σκρην να το δεις ε)

φαντάζομαι όλοι ξέρουμε την εκπομπή και το φεστιβάλ Austin City Limits, το αυριανό επεισόδιο είναι με τους PJ σε 12 κομμάτια, κυρίως από το Backspacer προφανώς αλλά και δωράκι το Red Mosquito παρέα με τον Ben Harper.

ηντζόυ.

DC:02

•18 Νοεμβρίου, 2009 • Σχολιάστε

χρόνια πολλά ρε τασούλα, έστω και με δυο μέρες καθυστέρηση, δεν το είχα ξεχάσει, δυο μέρες το σκεφτόμουν αν έπρεπε να σε πάρω τηλέφωνο, να στείλω λουλούδια με μια κάρτα, να στείλω απλά ένα εσεμές στο κινητό, τυπικό εντελώς να μου φύγει η κάψα, να μην κάνω τίποτε, σα να μην το θυμόμουν, αλλά δε γινόταν αυτό, σε αγαπάω ρε τασούλα, σε αγαπάω και πονάω, το ξέρω ότι έχουν περάσει τόσοι μήνες πια, νομίζεις δεν το ξέρω; αλλά δεν αντέχω άλλο γαμώ το κέρατό μου, το ξέρω και ότι σε ενοχλώ και ότι στη σπάω και ότι σε εκνευρίζω και ότι φοβάσαι μήπως και ο βλάκας ακούσει τα μηνύματα, το ξέρω αλλά δε με νοιάζει, αν το μόνο που μπορώ να κάνω αυτή τη στιγμή είναι να σε εκνευρίζω, αυτό θα κάνω μέχρι να βαρεθείς και να τον παρατήσεις και να γυρίσεις και να έρθεις πίσω να πηγαίνουμε βόλτες και εκδρομές και να μιλάμε συνέχεια όπως παλιά ρε τασούλα, ωραία δεν περνούσαμε; τέτοιες μέρες δεν ήταν; που έκανες γενέθλια, ναι, δεν ήταν στη γιορτή σου και ήρθαν οι ηλίθιες οι φίλες σου και φάγαμε σπίτι σου και μετά γίναμε κομμάτια και ξημερώματα χορεύαμε το «let’s live for today» και ειλικρινά το εννοούσαμε και από τότε πόσες βόλτες και ωραία βράδια και πρωινά και μετά σκατά όλα έφυγες. την προηγούμενη φορά δε με πήρες, τώρα δε στο ζητώ καν, ξέρω ότι δε θα πάρεις και αν πάρεις θα πάρεις για να με βρίσεις, να με πεις κολλημένη κομπλεξάρα και να μου το κλείσεις στα μούτρα, να ξέρεις όμως ότι κάθε φορά που θα χτυπάει το τηλέφωνο θα ελπίζω να είσαι εσύ, και κάθε φορά που κάποιος θα παίρνει και δε θα μιλάει θα ΞΕΡΩ ότι είσαι εσύ όπως ξέρω ότι κάθε φορά που πέφτεις στα αθλητικά μετά τις ειδήσεις με σκέφτεσαι, κάθε φορά που ξαπλώνεις και είναι κρύες οι πατούσες σου, όταν κάποιος παραγγέλνει ρετσίνα και σπράιτ με σκέφτεσαι και κάθε χρόνο στα γενέθλιά σου θα θυμάσαι ότι χορεύαμε παρέα. δεν είναι πολύ ρε τασούλα αλλά είναι κάτι και είναι το μόνο που έχω.

και να πεις στο βλάκα σου να παναγαμηθεί. από μένα. μην το ξεχάσεις σε παρακαλώ.

(  (  (   the grass roots ~ let’s live for today )  )  )

Still got the blues(?)

•16 Νοεμβρίου, 2009 • 1 σχόλιο

Πριν λίγο καιρό με αγγάρεψε ο αδερφός μου να του στείλω τη μοτοσυκλέτα του με το καράβι γιατί έπρεπε να φύγει με το αεροπλάνο ο ίδιος. Τελικά λόγω μιας απεργίας του έστειλα τη μηχανή με 2 μέρες καθυστέρηση. Αυτές όμως οι 2-3 μέρες αποδείχθηκαν το χάιλαιτ της βδομάδας. Με ενθουσίασε η ροπή της, το κράτημα της, ο ήχος της αλλά κυρίως η αίσθηση της. Ένιωσα να ξαναερωτεύομαι τα δίκυκλα.

Την ίδια περίοδο, άκουσα τυχαία σε κάποιο ιντερνετικό σταθμό ένα κομμάτι του Joe Bonamassa.  Ήταν μια διασκευή στο Reconsider Baby του Lowell Fulson, μεγάλης φυσιογνωμίας των blues. Τον είχε πάρει το μάτι μου τον κυρ Τζο σε διάφορα μουσικά περιοδικά και θυμόμουν τις αποθεωτικές κριτικές αλλά κάτι το νεαρό της ηλικίας μας (εκείνου κυρίως, εγώ μια χαρά γέρος νιώθω τελευταία) κάτι το επίθετο του (όλα μετράνε, παραδέξου το), με κράτησαν μακριά του. Όμως η εκπληκτική εκτέλεση δε μου άφησε περιθώρια. Με ήχο φιλτραρισμένο και από τις έξι και βάλε δεκαετίες που παίζεται αυτή η μουσική και τεχνική που ενώ δεν κρύβεται, υπηρετεί ξεκάθαρα το συναίσθημα, έτσι που οι επιληπτικές γκριμάτσες σε κάθε bend να μην τελειώνουν ποτέ. Ένιωσα να ξαναερωτεύομαι τα blues.

Έψαξα και βρήκα ωραία στοιχεία για τον Πεινασμένο Τζο. Πως ήταν παιδί-θαύμα των μπλουζ, πως άνοιξε για τον B. B. King όταν ήταν μόλις 12 ετών και πως δηλώνει περισσότερο επηρεασμένος από τους Βρετανούς rock/blues κιθαρίστες. Τώρα στα 32 («έχει τουλάχιστον 2 χρόνια καλής μπάλας ακόμα») κλείνει σχεδόν μια δεκαετία δισκογραφίας με το τελευταίο του δίσκο να έχει τίτλο The Ballad of John Henry. Υπάρχει και διασκευή σε Tom Waits (ο μόνος λόγος που το αναφέρω είναι για να χτυπήσει alert στους μεγαλοσυντάκτες αυτού του μπλογκ).

ΟΜΩΣ, το πιο ωραίο που ανακάλυψα είναι ότι έρχεται στην Αθήνα τον άλλο μήνα. Και επειδή δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο, θα το πω κι ας είναι κακό: πρόκειται για χριστουγεννιάτικο bonama από το Νιου Γιορκ Σιτυ αυτό το live!

 

when stalking in the night, beware of wolves

•15 Νοεμβρίου, 2009 • Σχολιάστε

Αυτό το post ήταν αναμενόμενο και μάλλον αναπόφευκτο, αλλά συνεχίζει να με προβληματίζει έτσι και αλλιώς. Θα πάω καμια πενταετία πίσω, όταν στα τέλη της άνοιξης/αρχές καλοκαιριού του 2004 είχαν αρχίσει να ακούγονται τότε οι πρώτες φήμες περί περιοδείας των Arcturus και επίσκεψης του στη χώρα μας. Ο λόγος για την έναρξη των live; Η αποχώρηση τότε του Garm που ήταν αυτός που βαριόταν να παίζει live, παρά το γεγονός ότι οι άλλοι γουσταραν. Ακόμα και με αυτή τη δικαιολογία, βαθειά μέσα του κανένας δεν πίστευε ότι θα πραγματοποιούταν αυτό το σχέδιο και ότι θα καταλήγαμε να βλέπαμε μπροστά μας τους Arcturus. Όλο το καλοκαίρι, οι φήμες και η ακόλουθη δυσπιστία έδιναν και έπαιρναν, μέχρι που ανακοινώθηκε η ημερομηνία, βγήκαν τα εισιτήρια, κανονίστηκε εκδρομή και ζήσαμε ένα μνημειώδες από όλες τις απόψεις live, το οποίο δεν τολμούσαμε ούτε να ονειρευτούμε άλλη μια πενταετία πιο πριν.

Όταν στις αρχές αυτού του χρόνου ξεκίνησαν παρόμοιες συζητήσεις για του Ulver, ένα συγκρότημα σαφώς λιγότερο live-oriented από ότι οποιαδήποτε ενσάρκωση των Arcturus, είτε λόγω βαρεμάρας, είτε λόγω μουσικής, δεν τις αντιμετώπισα με την ίδια δυσπιστία. Και οι υπόλοιποι το ίδιο πιστεύω. Τα χρόνια έχουν περάσει, το όνομα των Ulver αυτή τη στιγμή πουλάει αρκετά, ώστε να μπορούν να το εκμεταλλευτούν και οι ίδιοι και η βαρεμάρα μπήκε λίγο στην άκρη μέχρι να κανονιστούν μερικές εμφανίσεις, οι περισσότερες εκ των οποίων προφανώς στην Νορβηγία. Από τη στιγμή που άρχισαν να ανακοινώνονται τα πρώτα live, ήμουν πεπεισμένος ότι θα περνούσαν και από τα μέρη μας. Ας μη γελιόμαστε, στους Ulver και σε μπάντες όπως αυτοί, τα τελευταία χρόνια (ίσως αυτό έχει να κάνει και με την μουσική στροφή των νεότερων ηλικιών), η Ελλάδα είναι σαφώς φιλικότατη και πρόθυμη να ξοδέψει τα ευρώ της. Και πραγματικά, ένα μήνα μετά την εμφάνισή τους στο Queen Elizabeth Hall του Λονδίνου, έκλεισε και η ημερομηνία για το Gagarin 205 της Αθήνας (η σύγκριση των χώρων αφήνεται στη διακριτική σας ευχέρεια). Πριν 2-3 μέρες βρήκα τον εαυτό μου να συγκρίνει την αναμονή για το τότε live των Arcturus, με το τωρινό των Ulver, και να βρίσκει την πρώτη σημαντικά μεγαλύτερη. Με εξέπληξε αρκετά θα έλεγα, γιατί, όσο και αν έχουν περάσει 5 χρόνια, αν τότε ήμουν 22 και τώρα 27, όσο και αν έχω αγαπήσει τους Arcturus και τη μουσική τους, η θέση των Ulver είναι αρκετά έτη φωτός μπροστά (όπως και από οτιδήποτε άλλο έχει περάσει κατά καιρούς από τη δισκοθήκη μου εδώ που τα λέμε). Και όμως, δεν περίμενα τη συναυλία με κομμένη την ανάσα, δεν το σκεφτόμουν συνέχεια μια βδομάδα πριν. Οι υπόλοιπες σκοτούρες που υπάρχουν αυτό τον καιρό, δεν το πολυδικαιολογούν για να πω την αλήθεια. Ο Μανώλης θα πει ότι γέρασα και παραξένεψα, αλλά ούτε αυτό πιστεύω ότι είναι η σωστή εξήγηση (έστω και, μερικώς, ισχύει). Σε μεγάλο βαθμό μάλλον φταίει το γεγονός ότι η σχέση μου με τη συγκεκριμένη μουσική είναι απολύτως προσωπική. Πολύ δύσκολα τη μοιράζομαι σε real-time καταστάσεις, σπάνια θα συζητήσω γι’ αυτή (εκτός από τις φορές που με πιάνει η όρεξη για γράψιμο) και με πολύ λίγους ανθρώπους νιώθω άνετα να τη μοιράζομαι. Αμέσως, αμέσως έχουμε τις περισσότερες συνθήκες που χαρακτηρίζουν το live να μοιάζουν αρνητικές. Από την άλλη πλευρά, ήξερα και ξέρω ακόμα, ότι οι Ulver δεν το έχουν μέσα τους το live. Δεν ξέρω αν ο σκοπός της περιοδείας ήταν καθαρά χρηματικός, ή αν τους δημιουργήθηκε η όρεξη να το δοκιμάσουν και αυτό, αλλά από παλιά ακόμα η μαγεία τους ήταν σε μεγάλο βαθμό αλληλένδετη με τις δυνατότητες της δημιουργίας που σου δίνει το studio και όχι με τον αυθορμητισμό μιας live εμφάνισης. Δεν λέω ότι η μουσική τους ήταν επιτηδευμένη, αλλά σίγουρα απαιτούσε ησυχία και προσήλωση και όχι καθυστερημένους να φωνάζουν «For the love of god». Ανεξαρτήτως ανησυχιών όμως, το δίλημμα του να πάω στο live ή όχι, δεν το αντιμετώπισα ποτέ στα σοβαρά. Και κάπως έτσι έφτασε και η μέρα του live. Οι προσδοκίες ήταν πολύ μικρές, αλλά η ελπίδα του να δω μπροστά μου κάτι που θα μου άλλαζε για μια ακόμα φορά τη σχέση με τη μουσική (όπως τότε που είχα ακούσει το «Kveldssanger» πρώτη φορά) υπήρχε. Πάντα ελπίζεις ότι θα σε εκπλήξουν θετικά οι αγάπες σου άλλωστε, έτσι δεν είναι;

Κάπου εδώ θα αποκαλύψω το δολοφόνο για να μην υπάρχει αγωνία για τη συνέχεια. Το live των Ulver σίγουρα δεν μου άλλαξε τη ζωή, σίγουρα δεν μου άλλαξε τη σχέση με τη μουσική, σίγουρα δεν με οδήγησε σε υπερβατικές καταστάσεις, αλλά από την άλλη σίγουρα δεν με έκανε και να βρίζω (πολύ). Οι Ulver ως Ulver δεν ήταν μακριά από αυτό που είχα φανταστεί και από αυτό που δουλεύαμε και μεταξύ μας στην αρχή της συναυλίας. Μια μίξη bored και uncomfortable στο μεγαλύτερο κομμάτι θα έλεγα. Δεν φαίνονταν να γούσταραν (οι περισσότεροι), δεν φαίνονταν να ένιωθαν άνετα στη σκηνή και σίγουρα δεν έδειχνε να τους παρασύρει η μουσική τους. Αυτό το τελευταίο ήταν και αυτό που με έκανε να νιώσω ότι μπροστά μας δεν είχαμε κάτι το μαγικό. Συνειδητοποιώ ότι μάλλον θα είμαι στην μειοψηφία, αλλά αυτό δεν με κάνει να αλλάζω τη γνώμη μου. Η αρχή με το «Little Blue Birds» ήταν ελπιδοφόρα, παρά τη βαβουριάρικη μπασαδούρα του ήχου αλλά κάπου στη συνεχεία χάθηκε λίγο η μπάλα. Τα τραγούδια του «Shadow Of The Sun» ήταν ωραία αλλά δεν πλησίαζαν το μεγαλείο του δίσκου, τα του «Blood Inside» ήταν κάπως awkward, το «Porn Piece» το κατάσφαξαν και πραγματικά λυπήθηκα για το ότι δεν σεβάστηκαν ούτε οι ίδιοι ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έχουν γράψει, το «Rock Massif» έλαμψε περισσότερο από ότι στον ίδιο το δίσκο, η επιλογή του να παίξουν τρια λεπτά από τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών, αν και όμορφη, ήταν άσκοπη (καλύτερα να μην παίζανε τίποτα, αφού δεν βγήκαν να παίξουν το «Proverbs of Hell» να τα διαλύσουν όλα). Στις υπόλοιπες καλές στιγμές βάζω το «Hallways Of Always» το οποίο έπιασε λίγη από την ατμόσφαιρα του «Perdition City», ενώ χρειάστηκε να περιμένουμε μέχρι το τέλος της συναυλίας για να ζήσουμε κάτι πραγματικά συγκλονιστικό με την ανάμιξη του «Like Music» και του «Not Saved», που ήταν πραγματικά κάτι το ανώτερο. Η έκπληξη στο τέλος που προλόγισε ο κύριος Rygg; Μια live εκτέλεση του «Kapitel I» με τους Order of the Ebon Hand (αν δεν κάνω τραγικό λάθος), τον φίλο Kristoffer να διαβάζει τους στίχους από σκονάκι, αλλά την ατμόσφαιρα να είναι άκρως συγκινητική, έστω και αν υπήρχαν πηθικίζουσες συμπεριφορές σε αρκετά σημεία. Αν και μπορώ να φανταστώ το λόγο γι’ αυτό το «δωράκι», με έκανε να χαμογελάσω αρκετά πλατιά και γι’ αυτό το βάζω στα πολύ θετικά. Από τους ίδιους του Ulver, ο Garm ελεεινά βαριεστημένος, αλλά τι-φωναρα-ρε-πούστη, καλύτεροι οι Sullivan και Pedersen (προφανώς), και οι υπόλοιποι μάλλον περίμεναν να περάσει η ώρα να τελειώσουν. Μιλώντας για ώρα, αναμένοντας ότι δεν θα πιάσουν καν την ώρα, δεν με απογοήτευσαν τα 55 λεπτά που έπαιξαν, και εκπλήσσομαι που διαβάζω γι’ αυτό εδώ και εκεί. Δεν νομίζω ότι ο κόσμος περίμενε κάτι διαφορετικό, ήξεραν τι είχαν απέναντί τους. Σε γενικές γραμμές, ένα μέτριο live με μεγαλειώδεις εκλάμψεις και μια συνειδητοποίηση ότι οι Ulver πάντα θα ακούγονται πιο μαγικοί στο δωμάτιό μου, παρά σε οποιοδήποτε άλλο χώρο. Θα μου επιτρέψετε να τους κρατήσω δικούς μου και να τους μοιραζομαι μόνο με αυτούς που θέλω εγώ. Είναι μόνο δικοί μου οι Ulver κύριοι! Όπως υποθέτω ότι ειναι και μόνο δικοί σας. Πρέπει να μάθετε μερικές φορές ότι κάποια πράγματα δεν είναι και πολύ καλό να τα μοιραζόμαστε με πολλούς.

Η βραδιά βέβαια δεν τέλειωσε εκεί. Ο έτερος κρητικός της παρέας είχε εκδηλώσει επιθυμία για σεξκαιροκνρολκαιμπειμπιγκαντιζντεντ, οπότε αφήσαμε πίσω το Gagarin και κατευθυνθήκαμε, αποφεύγοντας μπάτσους και Έλληνες οδηγούς, προς το Αν όπου ελπίζαμε ότι θα είχαν τελειώσει οι 1000Mods και οι Vibratore Bizarro (no offence meant αλλά ήμανε υπερβολικά κουρασμένος για να δω πράγματα που δεν με τρελαίνου για 4η φορά) για να δούμε Nightstalker. Βλέποντας κόσμο ακόμα έξω από το An και μη έχοντας κάποια στοιχεία ότι αναμένεται να ξεκινήσουν οι Nightstalker άμεσα, αράξαμε σε γνωστό, αγαπησιάρικο τυροπιτάδικο δίπλα στο Αν για μπύρα και κους κους. Αγνοήσαμε κάποιες φήμες περί κακού χαμού μέσα στο An, το παίξαμε θαραλλέοι, πληρώσαμε το εισιτήριό μας και εισχωρήσαμε στα άδυτα του club που αγαπάμε να μισούμε αλλά συνέχεια εκεί καταλήγουμε. Είχα πάρα πολύ καιρό να δω το An τόσο γεμάτο και τόσο αποπνικτικό. Μετά και τη χθεσινή βραδιά, πραγματικά θεωρώ εγκληματικό το ότι τόσο καιρό δεν έχει γίνει κάτι για τον εξαερισμό του. Μέσα σε δέκα λεπτά, είχαμε ιδρώσει, μας ενοχλούσαν τα μάτια μας, μας είχε πιάσει πονοκέφαλος και υπνηλία και γενικά είχαμε αρχίσει να λυπούμαστε τον εαυτό μας. Επίσης δεν βλέπαμε και πολλά πράγματα από τη σκηνή, αλλά δεν νομίζω ότι μας ένοιαζε και πάρα πολύ, αν η ατμόσφαιρα ήταν υποφερτή. Κάπου εκεί ξεκίνησαν και οι ‘Stalker, οι οποίοι στα 5-6 τραγούδια που προλάβαμε να δούμε τα ισοπέδωσαν όλα. Και παρά το γεγονός ότι είχαν σαφώς πιο εύκολο κοινό (όπως είπε και ο Μάνος) και πιο εύκολα μουσικό όραμα, αλλά δεν μπορούσα να μη συγκρίνω στο μυαλό μου, ένα συγκρότημα που έχει το live στο αίμα της και μιας που απο σπόντα βρέθηκε να παίζει live. Και ας είναι η δεύτερη δεκαεφτά εκατομμύρια φορές πιο σημαντική για τη σχέση μου με τη μουσική. Μετά από ένα εικοσάλεπτο όμως, ακόμα και ο μεγαλύτερος φαν των Nightstalker έφυγε τρέχοντας προς πιο φιλικά και πιο γευστικά κλίματα.

Η αλήθεια είναι οτι την ευχαριστήθηκα τη χθεσινή νύχτα και ας μην απέδωσε όσα θα θέλαμε. Είδαμε συναυλίες με φίλους και γνωστούς, κουτσομπολέψαμε αρκετά, ήπιαμε τις μπύρες, είπαμε τα προσωπικά μας και σε γενικές γραμμές περάσαμε καλά, έστω και αν κουραστήκαμε. Δεν ξέρω πως θα θυμόμαστε τη συναυλία των Ulver μετά από μια δεκαετία ή όταν θα την διηγούμαστε στα παιδιά μας, αλλά σήμερα σίγουρα τη θυμάμαι με χαμόγελο, το οποίο μπορεί να μην είναι τόσο πλατύ όσο θα ήθελα βέβαια, αλλά θα το έχουμε να το θυμόμαστε.

who could save you now?

•14 Νοεμβρίου, 2009 • Σχολιάστε

going to the movies

•9 Νοεμβρίου, 2009 • 5 Σχόλια

Καθώς είμαστε σε τεράστια αναμονή για την προβολή του «The Limits Of Control» (οι πρώτες κριτικές για το οποίο δεν είναι και πολύ αποθεωτικές αλλά δεν πτοούμαι), με τεράστια χαρά είδα ότι το Invisible Jukebox αυτού του μήνα στο Wire είχε για καλεσμένο τον Jarmusch. Ακόμα και να μην έχεις διαβάσει συνεντεύξεις του, μόνο από τη χρήση της μουσικής στις ταινίες του καταλαβαίνεις ότι αυτός ο τύπος μάλλον αγαπάει την μουσική σε πολύ μεγάλο βαθμό. Που να ξεκινήσεις και που να σταματήσεις; Ας μην επαναλαμβανόμαστε όμως. Αυτό που με έκανε να τον συμπαθήσω ακόμα περισσότερο είναι η δήλωση του σε κάποια στιγμή της συνέντευξης ότι προτιμάει σαφώς τα song oriented soundtracks, αφού τα film scores έχουν κουραστεί και πέσει σε ένα τέλμα ατελείωτης επανάληψης πολύ καιρό τώρα. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Σε έναν ωκεανό από αδιάφορα επαναλαμβανόμενα ψευτο-ορχηστρικά scores, που άλλοτε έχουν ψευτο-βαγκνεριανές φιλοδοξίες, άλλοτε προσπαθούν αδίκως να προκαλέσουν συναισθηματική φόρτιση καταφεύγοντας σε μελοδραματικές ημι-ρομαντικές μελωδίες, αναρωτιέμαι γιατί δεν βρίσκονται περισσότεροι σκηνοθέτες που να έχουν τα αρχίδια να βρουν την κατάλληλη μουσική για να συνοδέψει τις εικόνες τους. Και να πεις οτι δεν υπάρχουν τόσα παραδείγματα για το πόσο πετυχημένη μπορεί να είναι αυτή η τακτική; Από το βαλσάκι στο τέλος του «Aberdeen», το 80s rock στο «Grosse Point Blank», ακόμα και τις επιλογές του Tarantino (τα soundtrack των «Kill Bill» μπορεί να έγιναν υπερβολικά της μοδός αλλά παραμένουν εκπληκτικές συλλογές – μην ξεχνάμε ότι έστω και στα πεταχτά δεν θα έβαζαν πολλοί Neu! στο soundtrack των ταινιών τους). Και από την άλλη έχεις τον Williams και τους ακολούθους του να έχουν ξεχάσει την έμπνευσή τους μια 20ετία πίσω. Όχι ότι δεν ισχύουν και τα αντίθετα και στις δυο περιπτώσεις, αλλά νομίζω ότι το ενδιαφέρον στα soundtracks που περιέχουν τραγούδια και όχι scores παραμένουν πιο περιπετειώδεις και συναρπαστικές.

Το soundtrack του «The Limits Of Control» γνέφει φιλικότατα προς αυτό που σατιρικώς έχουμε ονομάσει νέο-ψαγμένο-χώρο και το απολαμβάνουμε, παρά το γεγονός ότι φοβόμαστε τις αντιδράσεις «πωπω μαλάκα αυτός έβαλε Σαννό))) στο soundtrack, γοάο». Εξάλλου αυτά γουστάρει ο άνθρωπος, καλά κάνει και τα βάζει. Αυτά για τον όμορφο χώρο του κινηματογράφου. Στον επίλογο θα κλέψω και θα βάλω ένα από τα πιο ωραία μουσικά κομμάτια που έχουν γραφτεί για μια από τις πιο όμορφες μικρού μήκους ταινίες που έχουν γυριστεί ποτέ. Αν απολαμβάνετε έστω και λίγο τον κινηματογράφο οφείλετε να δείτε τα δυο «Ten Minutes Older» («The Cello» & «The Trumpet»), στις οποίες έχει ένα κομμάτι και ο Jarmusch. Προς το παρόν απολαύστε τον James Bond σας, όταν κάνει κινηματογράφο.

ΠιΕς: Όποιος βρει το κομμάτι της Jocelyn Pook που περιλαμβάνεται στο film κερδίζει παραγγελιά στο live των Faust.

home alone

•8 Νοεμβρίου, 2009 • Σχολιάστε

Δεν έχω συνηθίσει ακόμα αυτή την αίσθηση του να γυρίζεις σε ένα άδειο και ήρεμο σπίτι το βράδυ της Κυριακής (ή οποιοδήποτε άλλο βράδυ εδώ που τα λέμε). Είναι από τα μπόλικα πράγματα που ακόμα δεν έχω συνηθίσει στην νέα χωροταξική κατάσταση. Δεν παραπονιέμαι όμως. Μπορεί μερικές φορές να είναι κάπως μοναχικά, αλλά νομίζω ότι όλα τα μέλη τούτου εδώ του blog απολαμβάνουν αυτή τη μοναχικότητα αρκετά συχνά. Και πάνω που φτάνει Παρασκευή μεσημέρι και λες ότι πέρασε και τούτη η βδομάδα, συνειδητοποιείς ότι έφτασε Κυριακή βράδυ, αφού το Σαββατοκύριακο ήταν γεμάτο εργασίες, άλλες ευχάριστες, άλλες κουραστικές, αλλά τελικά δεν καταλαβαίνεις πότε πέρασαν αυτές οι 48 ώρες. Oh well, από αύριο στα σκατά πάλι για πέντε ημέρες και πάμε πάλι από την αρχή.

Πολλή ωραία μουσική βλέπω να βγαίνει τον τελευταίο καιρό και έχω αρχίσει να μην προλαβαίνω να την ακολουθήσω. Δεν προλαβαίνω πλέον και στη δουλειά να ακούσω τόση μουσική, οπότε ελπίζουμε στο επόμενο σαββατοκύριακο να προφτάσουμε τις εξελίξεις. Προβλέπω ότι θα γίνει υπερ-καταστροφική μάχη όταν βγάζουμε τις λίστες στο τέλος της χρονιάς. Απολαυστικό χάος μεν, αλλά είμαστε από εκείνους τους ανθρώπους που θα πονοκεφαλιάσουμε πραγματικα προσπαθώντας να καταλήξουμε. Θα δούμε τότε βέβαια τι θα κάνουμε.

Σε άλλα ευχάριστα νέα, όσοι κάνουν τον κόπο να επισκεφτούν το blog θα δούνε και την αφίσα της συναυλίας των Faust, όπου και μέλη του Sonic Death Monkey θα προσπαθήσουν να δώσουν μια ανεκτή συνοδεία για τις μπύρες σας όσο δεν θα παίζουν οι Faust και οι Nechayevschina. Φυσικά δεν εγγυούμαστε περί της ανεκτότητας της μουσικής, αλλά υποθέτω ότι όσοι παίξουν θα βάλουν τα δυνατά τους. Μάλλον θα σας τα πει και καλύτερα ο φίλτατος Μανώλης που τα ξέρει και με περισσότερες λεπτομέρειες.

Για το τέλος έχουμε μια εξαιρετική πρόταση για τα κυριακάτια blues σας.

warmed by the drift

•6 Νοεμβρίου, 2009 • 2 Σχόλια

Ήρθε ας πούμε το 2009, και όπου να ‘ναι τελειώνει, και σκέφτομαι όλα τα πράγματα που συνέβηκαν φέτο και είναι στα σίγουρα μια περίεργη χρονιά, και σκέφτομαι λίγο και τη μουσική και είναι περίεργη και αυτή.  Δεν πάω για δάφνες δημιουργικότητος, αλλά σκέφτομαι λίγο (λιγότερο από άλλες χρονιές, αλήθεια!) την φετινή κατάταξη τους στη δημοσίευση της τελευταίας ημέρας του Δεκέμβρη. Και είναι πολλά, είστε πολλά ρε γαμημένα που σας άκουσα πολύ φέτος και τελοσπάντων αυτές είναι απλές φευγαλέες σκέψεις για να δημιουργήσω μια αφορμή ώστε να πω μερικά πράγματα για το «Wireless – Live at The Arnolfini, Bristol» νέας εμφάνισης του Geir Jenssen (ως Biosphere) στα μουσικά δρώμενα από το αριστούργημα «Dropsonde» του 2005.  Όπως και εκείνο, έτσι και αυτό (λογοτεχνική ασάφεια) είναι η μαγεία, ο ορισμός της, τα αποτελέσματά της. Είναι η ambient, μπροστά σου. Αυτή που λειτουργεί ως μέσο για να δείξεις τι έχεις στην ψυχή σου. Αυτή από το μακρινό Tromsø της Νορβηγίας. Αυτή που την περικύκλωσαν samples και προτζέκτορες στο Bristol το 2007, και μας χαρίστηκε φέτος για compact disk sneak peak.

Αυτή που θα έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στην βραδιά της βρετανικής Touch Records σήμερα το βράδυ στο Bios, στη συναυλία των Biosphere και Philip Jeck.

Και ένα τέτοιο γεγονός θα χωρούσε ακόμα και σε ένα διπλάσιας συναυλιακής συγκέντρωσης Νοέμβριο του 2009.

Και την άλλη κυριακή, τρώμε το ψητό αρνί.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε