The Rain Song

•15 Δεκεμβρίου, 2010 • Σχολιάστε

Φαντάζομαι τον παράδεισο σαν μια δεύτερη ζωή. Θα ήμουν όπως είμαι τώρα αυτή τη στιγμή και σου μιλάω. Θα ήμουν τόσο μικρή και θα έσκιζα τα γόνατά μου, θα μάτωνα τα γόνατά μου αλλά θα κοιτούσα μόνο τον ουρανό. Ο ουρανός θα ήταν τόσο μαύρος και γεμάτος με αστέρια και κρύο αέρα σαν ταφόπλακα που δεν πειράζει που είναι εκεί. Θα ήταν απλά κρύος σαν το ποτήρι που κρατάω.
Θα ήταν μια δεύτερη ζωή με δεύτερες ευκαιρίες που η κάθε μια θα κρατούσε μια ζωή από μόνη της. Θα δουλεύα, θα χαιρόμουν, θα έκλαιγα αλλά όταν θα στραβοπατούσα, τα πόδια μου θα με κρατούσαν. Θα ήταν ένας Παρατατικός με μουσική παντού, τα θα, θα ήταν πραγματικότητα. Θα φορούσα ζακέτα, θα άναβα τσιγάρο και θα αναρωτιόμουν. Θα με χτυπούσε η θλίψη σαν βρόντος από χαρούμενο μπάσσο. Θα ένιωθα «τις γωνίες του χειμώνα μου» αλλά θα ήξερα ότι «σε αγαπάω τόσο».
Θα μου έλειπε μόνο η σωματική παρουσία και η αόρατη τρύπα δεν θα υπήρχε ποτέ. Θα γελούσες με παροιμίες και με τον Μελ Μπρούκς και οι άλλοι θα διασκέδαζαν με την παρέα σου.
Θα ήταν πάντα το πρώτο ανοιξιάτικο κρύο.
Θα υπήρχαν μικρά φορέματα και πουκάμισα και όταν θα κοιτούσα θα έβλεπα ευκαιρία για ζωή. Θα μπορούσα να κοιμηθώ και ο Τζόνι Κας θα ζούσε για να σου πω πόσο μου αρέσει και θα μου έλεγες πότε τον άκουγες. Θα πρόσεχες τους άλλους και τον εαυτό σου. Θα είχα να σου αποδείξω ότι είμαι καλύτερη τώρα. Θα με έβλεπες να δουλεύω, θα τον γνώριζες και θα σε γνώριζα για πρώτη φορά. Θα έλεγα πως σε όλους μας πρέπει να πέσει λίγη βροχή και θα το πίστευα. Δεν θα δάκρυζα στα κρυφά και θα ήμουν όσο σκληρή είμαι και τώρα.
Θα σου μετέδιδα δανεισμένη ανεμελιά και θα άκουγα πολύ τζαζ. Διάολε και στην κόλαση θα γινόταν αυτό. Θα ήταν καλοκαίρι και θα ήμουν 12 χρονών και θα έκανα παρέες με σοφία και ανέκδοτα και μακριά από όλα και 16 χρόνια μετά θα ήμουν καλύτερα λόγω αυτού. Θα έλεγα, μια μέρα θα κάνω αυτό και δεν θα το έκανα ποτέ. Θα έλεγα, μια μέρα θα επιστρέψω και δεν θα συμβεί ποτέ πραγματικά. Θα έκανα ένα ταξίδι τρομακτικό και θα φοβόμουν μην τυχόν και δεν βρω τον δρόμο πίσω. Θα συνέχιζα να ταξιδεύω. Θα σε προκαλούσα σε διαμάχη για τα σύνορα της ενηλικίωσης και θα την κέρδιζα με άνισους όρους, υπέρ μου. Θα χτυπούσα το χέρι μου στο τραπέζι με απειλές και εξαφάνιση για να σπάσω τον πάγο και θα έπαιρνα για αντάλλαγμα την επιβεβαίωση της ματαιότητας των κινήσεών μου. Θα υπήρχαν λουλούδια παντού και μια τρύπα στο έδαφος για να επιστρέφω πάντα εκεί και να παίζω για μια ζωή τις μουσικές ενός θρήνου.
Θα ήμουν κακός άνθρωπος, θα μου ταίριαζε καλύτερα η ζωή, δεν θα ρωτούσα τόσο πολύ, δεν θα είχα καρδιά και νόστο. Θα με έβλεπες, θα με έβλεπες να γίνομαι, να αλλάζω, να αναβοσβήνω. Θα είχα διάσταση και θα ασπαζόμουν κάποια συμπαντική φιλοσοφία. Θα έλεγα και στον Παράδεισο την αλήθεια για να αποφύγω τα καλύτερα. Θα απέφευγα τα καλύτερα για να μη μου λείψουν. Δεν θα είχα έβλεπα φαντάσματα Παραδείσου, δεν θα πονούσες, δεν θα λείψεις ποτέ. Η μουσική θα παίζει και στον Παράδεισο και θα πρωταγωνιστούμε στον πρωταγώνα ενός ονείρου. Θα γυρνάμε πάντα το κεφάλι πίσω μήπως μας ξέφυγε κάτι από αυτή τη δεύτερη ζωή και θα κοιτάμε τους άλλους στα μάτια γιατί δεν πιστεύουμε την ομορφιά τους. Θα τσαλακωθούμε, θα γράφουμε βλακείες που δεν αφορούν κανένα και θα πιστεύουμε πως εξορκίζουμε κάτι. Θα ακούμε εκατό φορές το ίδιο τραγούδι φτιάχνοντας άλλο Παράδεισο από αυτόν που μας πέταξε στα μούτρα και θα λέμε και ευχαριστώ. Το τραγούδι θα είναι το ίδιο όμως. Και κλαπ, κλαπ θα χειροκροτάμε το παρανάλωμα του Παραδείσου που μου υποσχέθηκες και δεν μου τον έδωσες ποτέ. κλαπ, κλαπ.

looking outside

•13 Δεκεμβρίου, 2010 • Σχολιάστε

Το ημερολόγιο λέει 13 Δεκεμβρίου του 2010.Τις τελευταίες τρεις μέρες ο καιρός συνειδητοποίησε ότι κάτι του είχε ξεφύγει δυο μήνες τώρα και αποφάσισε να αναπληρώσει το χαμένο χρόνο μέσα σε τρεις ημέρες. Έτσι, από τα κοντομάνικα και τους 25 βαθμούς Κελσίου (ή 298 βαθμούς Κέλβιν για τους πιο επιστημονικούς τύπους) φτάσαμε στους 3 βαθμούς (κάντε τον υπολογισμό μόνοι σας), στα πουλόβερ, τα καλοριφέρ και λοιπά ήδη κουβερτών. Σε περίπτωση που κάποιος χρειάζεται αποδείξεις ότι η μπάλα έχει χαθεί εδώ και καιρό, κάτι τέτοια φροντίζουν να τις προσφέρουν με σταθερούς ρυθμούς. Βροχερή η σημερινή ημέρα, αν και τώρα ο ήλιος κάνει μερικές απόπειρες να φανεί ανάμεσα στη γκριζάδα. Ελπίζω να το πετύχει, καθώς δεν υπάρχει πιο ωραία μέρα από αυτή που έχει πολύ κρύο αλλά και μια ελαφριά λιακάδα. Κάτι τέτοιες στιγμές, είμαι ευχαριστημένος που κατάφερα να έχω ένα γραφείο μπροστά από ένα παράθυρο, έστω και αν, λόγω ισογείου, η θέα δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο.

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το αμέσως προηγούμενο post και, όσο και αν τον κράζω (δικαίως ή αδίκως) πολλές φορές, οφείλω να βγάλω το καπέλο στην επιμονή του Μανώλη, που ούτε ο αποκλεισμός της μισής Ευρώπης λόγω κακοκαιρίας δεν κατάφερε να τον εμποδίσει να φτάσει στο All Tomorrow’s Parties, έστω και χωρίς να καταφέρει να δει Throbbing Gristle. Ξέρω ότι λόγω χαρακτήρα, ποτέ δεν θα μπορούσα να μπω σε παρόμοια θέση και μερικές φορές ζηλεύω λίγο. Ελπίζω η απόπειρα να παρακολουθήσει το live Ulver & Virus την άνοιξη να κυλήσει πιο ομαλά.

Λιγότερο από δυο βδομάδες για τα Χριστούγεννα, το Sonic Death Monkey στόλισε το δέντρο του (έστω και με κάποιες ελλείψεις, και τουλάχιστον ο γραφών ανυπομονεί να περάσει και αυτή η (δύσκολη όπως προβλέπεται) βδομάδα για να έρθει η πολυπόθητη (αν και μοναχική δυστυχώς) άδεια, όχι τόσο γιατί έρχονται τα Χριστούγεννα (όσο περνούν τα χρόνια, κοιτώντας τριγύρω σου, δυσκολεύεσαι όλο και περισσότερο να μπεις σε οποιαδήποτε «γιορτινή» διάθεση), όσο γιατί πρέπει να βγουν μπαταρίες, να κλείσουν διακοπτες και για μερικές μέρες να μην ασχολείσαι με τιποτα πέρα από το πως θα περάσεις την επόμενη μέρα. Άσε που διαπιστώνω κοιτώντας τη λίστα με τα καινούρια albums ότι έχω μείνει πολύ πίσω τις τελευταίες δυο βδομάδες και μια που η ώρα για τις αναμενόμενες λίστες πλησιάζει, βλέπω ότι υπάρχουν αρκετές υποψηφιότητες τις τελευταίες ημέρες που πρέπει να ακούσω προσεκτικά. Καινούρια κυκλοφορία από τους Bardo Pond, 4 φετινές κυκλοφορίες του Pleq που δεν είχα πάρει χαμπάρι, δυο φετινά album από τον Nico Muhly (για να κλείσει η φετινή προσφορά της παρέας της Bedroom Community – αν και το ένα δεν βγαίνει από αυτή), το καινούριο album του Ray LaMontagne που άκουσα στα πεταχτά μετά από αναφορά του σε γειτονικό blog, η καινούρια κυκλοφορία του Shackleton για την Fabric και η απόπειρα να ακούσω επιτέλους προσεκτικά το φετινό των Dodsengel για το οποίο τόσα έχει πει ο ταξιδευτής του blog. Γύρω από αυτά κινούνται και μερικές ακόμες κυκλοφορίες που έχουν τις δυνατότητες να μας συγκινήσουν ή να είναι ευχάριστες εκπλήξεις, με σημαντικότερα μεταξύ των το φετινό των Agalloch (το οποίο ελπίζω να μου θυμίσει παλιότερες εποχές) ή το «Kokning» του Bjorn Torsket (έστω και αν τα κολλητιλίκια με τους Roykssop με προδιαθέτουν αρνητικά απέναντί του). Ε και είμαι σίγουρος ότι όλο και κάτι αναπάντεχο θα εμφανιστεί που είτε δεν θα το ξέρουμε, είτε δεν θα το περιμένουμε. Αφήστε που έχουμε αρχίσει ήδη να κάνουμε τα πρώτα πλάνα για το 2011, με τον τίτλο «Α Critical Geography» να απορροφά μέχρι στιγμής το μεγαλύτερο κομμάτι της προσοχής μας.

Αναμένουμε και το (τελευταίο;) δώρο των Χριστουγέννων ώστε να κάνουμε μια τελευταία εξόρμηση, γιατί αν κρίνουμε από τις γενικότερες εξελίξεις, ο επόμενος χρόνος αναμένεται αρκετά μίζερος οικονομικά, οπότε ό,τι προλάβαμε, προλάβαμε. Προς το παρόν πάντως, προσωπικές προτάσεις από τις τελευταίες ακροάσεις είναι το γλυκύτατο «North» των Darkstar (αυτων της Hyperdub, όχι αυτών του Dan Rock) και το ψυχεδελικά post-μεταλλικό «Stratospheria Cubensis» των Lesbian (δίσκος του είδους που μετά από πολύ καιρό μου έκανε εντύπωση). Από την άλλη πλευρά όσο ενδιαφέρουσα μου φάνηκε όταν πρωτοάκουσα για την ύπαρξη της, η συνεργασία του Scanner με το Post Modern Jazz Quartet, τόσο οι ακροάσεις του «Blink Of An Eye» με δυσκολεύουν στο να αποφασίσω αν είναι αντάξιο των προσδοκιών μου. Εντωμεταξύ, τις τελευταίες μέρες με έπιασε για κάποιο λόγο μια όρεξη να κάνω μια αναδρομή στο μπάχαλο των κυκλοφοριών των Jesu (τους οποίους είχα παρατήσει κάπου στο πρώτο full length) και πραγματικά τρόμαξα από το πόσο επίπεδες και αδιάφορες είναι οι μετέπειτα κυκλοφορίες τους, ειδικά αν φέρει στο μυαλό του κανείς τις πτώσεις σαγονιών στα πατώματα που είχε προκαλέσει εκεινή η κυκλοφορία του πρώτου ep.

Και μια που η ώρα πέρασε σας καλώ να παρακολουθήσουμε το παρακάτω, να αναρωτηθούμε αν υπήρξε ποτέ ομορφότερος ήχος στην ιστορία της μουσικής από αυτόν του Rhodes (μαζί με το Hammond φυσικά) και να ευχηθούμε να καταφέρουμε να δούμε ποτέ αυτούς τους δυο κυρίους

Τα Ταξιδιωτικά : All Tomorrow’s Parties experience in three transient parts

•10 Δεκεμβρίου, 2010 • 4 Σχόλια

Part 1 : GATWICK YOU! BLACK EMPEROR

Ο Νίκος ο Καζαντζάκης έγραφε πως η ελευθερία δεν έχει σκοπό, δεν βρίσκεται στην γη ετούτη, και στην εν λόγω γη ετούτη συναντάται μονάχα ο αγώνας για την ελευθερία. Πως ο άνθρωπος αγωνίζεται για το άφταστο. Και ήταν τα πρώτα λογοτεχνικά quotes που συντονίστηκαν άμεσα και στο έπακρο με την κάκιστη εκείνη ροή γεγονότων που ξεκίνησε όταν ο Genesis P’Orridge αποφάσισε να παρατήσει τους Throbbing Gristle, και έπιασε ένα magnum opus όταν το αεροδρόμιο του Gatwick μπλόκαρε περισσότερο από όσο φρίκαρα την πρώτη πρώτη μέρα στο σχολείο που με έβαλαν καταλάθος στη δευτέρα δημοτικού και για τρεις ημέρες ένιωθα πως όλα γύρω μου ήταν ένα Μεγάλο Λάθος. Και εδώ έρχεται η Ασκητική : Δεν είχε πια ουδεμία σημασία να βρεθούμε στο All Tomorrow’s Parties στο Minehead, αλλά ο σκοπός ήταν ο αέναος αγώνας, η αναζήτηση, η προσπάθεια να βρεθούμε εκεί, το άφταστο. Εγώ, και άλλα τρία καλά παιδιά. Τετάρτη και η ώριμη αεροπορική εταιρία ακυρώνει πτήση και ρίχνει το τηλεφωνικό της κέντρο, και η κιρκεγκωρική εκδοχή της Απόγνωσης βαράει ένα υπερπλήρες update. Οι λύσεις στο μηδέν, το αλκοόλ προσπαθεί αλλά δεν σώζει, ο Ντοστογιέφσκι άλλωστε δίδασκε ορθώς πως πίνουμε για να θυμόμαστε και όχι για να ξεχνάμε, ο χρόνος κυλά ως χρόνος που είναι, και σιγά σιγά παίρνω απόφαση πως το πλάνο παραήταν καλό για να είναι αληθινό. Ύπνος. Τηλεφώνημα, ώρα πρωινή. Website που δεν θα εμπιστευόμουν για παραγγελία πίτσας μου ζητάει τα στοιχεία της κάρτας μου, εδώ που φτάσαμε τα δίνω, τι να κάνω και γω, εσείς τι θα κάνατε αλήθεια; Πτήση μέσω Γενεύης για Heathrow, ανοιχτό το Heathrow, αποχαιρετώ ένα σημαντικό χρηματικό ποσόν, όλα για χάρη του σκοπού, του Προαιώνιου Χρέους που κυλά στο αίμα από γενιά σε γενιά, φτάνω Γενεύη μην σας τα πολυλογώ και εσάς, και μένω εκεί διότι δεν ανοιχτό Heathrow πια. Όλες οι προηγούμενες αλλά και όλες οι επόμενες πτήσεις για Λονδίνο ακυρωμένες, η δική μας θα πετάξει, μας το λένε, το νιώθουμε, το πιστεύουμε, περιμένουμε, περιμένουμε, πέντε ώρες περιμένουμε βρε παιδιά οι καημένοι τέσσερις, το θέλουμε, και στο τέλος το σύμπαν ακούει τον σπαραγμό μας, συνωμοτεί, ακυρώνει κανονικά την πτήση και το μπούλο όλοι στη Γενεύη, σε ένα υπερκαινοφανές triple fail. Είναι και φτηνή η Γενεύη γενικά, πράγμα που σου λύνει τα χέρια όταν έχει -18C και χάνεις ολάκερη την πρώτη μέρα του φεστιβάλ για το οποίο έχεις πληρώσει εις διπλούν πια το αντίτιμο. Δύο νύχτες εκεί, νεύρα, mc tolis στο pc της reception, αν θες γύρισε πίσω, επιστράτευση για νέα πτήση, πραγματοποίηση αυτής, η Swiss φροντίζει να εκδικηθεί την διαμονή σε ξενοδοχείο με την μεθοδικότατη καταστροφή της βαλίτσας μου κατά τη μεταφορά, τελικά Λονδίνο, τρέξιμο για τα τραίνα, άφιξη στις 10:45, άγχος, τραίνο φεύγει 11:06, τρόμος, απαραίτητη σημαντική ουρά για τα εισιτήρια, ουρά της κατηγορίας που καταστέλλει αγνά οποιαδήποτε υποψία αναχώρησης, από μηχανής θεός, τραίνο στην ώρα του, δύο ώρες μετά Taunton, ταξί πενήντα λεπτών (στην Αγγλία πάντα!) για Minehead, καλοκαιρινό θέρετρο Butlins, αναγκαίο check in, οριζόντια βολή βαλίτσας στο δωμάτιο, ταχύ περπάτημα για τις σκηνές και το Άφταστο έγινε Φτασμένο, απέκτησε hype και τελικά μετά από συνδυασμό των παθών του Ιώβ και του Οδυσσέα, βρεθήκαμε στο γαμημένο το All Tomorrow’s Parties στο Minehead, έχοντας χάσει μονάχα όλη την πρώτη μέρα του. Το πάντα υπαρκτό τυχερό part μέσα σε μια κατάφορη ατυχία μας ανάγκασε να αποχαιρετήσουμε μονάχα τον Philip Jeck και τον Tim Hecker από αυτούς που έκαιγαν, αλλά μιας και τους είχα ξαναδεί και τους δγυό, σιγά μην κλάψω, σιγά μην φο-βη-θώ.






Part 2 : SATURDAY’S RAGS

To All Tomorrow’s Parties και ειδικότερα το Nightmare Before Christmas κομμάτι του είναι ένα φεστιβάλ στο οποίο πάντα γνώριζα πως δεν θα πάω. Κοίταζα κάθε χρονιά μελαγχολικά τα ονόματα που έπαιζαν και συγκινούμουν και ξεφυσούσα και έκλεινα τον browser και κάπνιζα. Είναι ζόρικο φεστιβάλ. Ακόμα και όταν αποφάσισα να πάω, έχασα την πρώτη μέρα. Ο Peter Christopherson πέθανε μερικές μέρες πριν παίξει σε αυτό. Μέχρι και τρομακτικό θα χαρακτήριζα το ATP. “Εγώ σας λέω πως ίσως και να μην είναι πραγματικό”. Υπάρχουν τέσσερις συναυλιακοί χώροι, το crazy horse, το pavilion, το centre stage και το reds. Πιο συμπαθές είναι το crazy horse. Έχοντας καταφέρει να χάσουμε FLOWER/CORSANO DUO για μερικά λεπτά, κινούμαστε ευθύγραμμα και ομαλά προς το centre διότι στο event εμάς μας καλωσορίζουν οι BARDO POND. Αγαπημένο παιδί των ανθρώπων που τρέχουν το ATP (δισκογραφούν μάλιστα σε αυτούς τα τελευταία χρόνια) και έχοντας συμμετάσχει σε παλαιότερα billing, έπαιξαν μια ώρα που πέρασε σαν ένα τέταρτο, κύριο χαρακτηριστικό των ωραίων συναυλιών. Πιο δυνατοί και κατάτι πιο doom από τα albums τους, δεν με πήραν εκστατικά από το χέρι να χορεύω, αλλά σίγουρα ήταν αισθητά πιο ενδιαφέροντες από όσο τους περίμενα. Η Ισαβέλλα με το φλάουτό της βρέθηκε στην στρατηγική εκείνη θέση αυτού που κλέβει τις εντυπώσεις πιο εύκολα, πράγμα που και έκανε με χαρακτηριστική ευκολία. Κομμάτια δεν θυμάμαι γιατί ήμουν κομμάτια. Αν ήμασταν στο δημοτικό και βάζαμε βαθμούς, θα έβαζα εφτασταδέκα. Στον ίδιο χώρο, λίγη ώρα μετά, λίγο πιο μπροστά, οι THE DEAD C. Καταρχάς ντρέπομαι, αλλά τους είχα ακούσει ιδιαιτέρως λίγο συγκριτικά με αυτά που έχουν κάνει. Όνομα που μου φέρνει αναπόφευκτα στο μυαλό τους Xela, και Νέα Ζηλανδία, και εξαιρετικό νέο album “Patience” και αυτά ήξερα όλα όλα για τους κυρίους. Δεν θα επαναληφθεί κάτι τέτοιο, αλλά θα χαιρόμουν να επαναληφθεί κάποια παρουσία μου σε συναυλία τους σε βάθος χρόνου διότι τελικά πολλοί μπαρμπάδες που στα 80’s είπαν να κάνουν μπάντα και δεν κατέληξαν Sonic Youth, είχαν να πουν ιδιαιτέρως ωραία πράγματα. Αυτοσχεδιαστικοί, με την αναγκαία ροπή στους θορύβους, ευρηματικοί στην αναπαραγωγή ήχων και αρκετά εκκεντρικό δέσιμο της κιθάρας/άλλης κιθάρας/τυμπάνων. Ο Jimmy Page το έκανε με δοξάρι, αλλά το 2010 γίνεται με άδειο μπουκάλι μπύρας, ημιαγωγό, βαλσαμωμένο σκίουρο ακόμα. Μια ώρα, αυτή κράτησε μόλις επτά λεπτά, οχτώσταδέκα. Μεγάλη μπάντα, ντροπή και πάλι που δεν ήξερα Καλά νωρίτερα. Ίσως και να υπήρχε περιθώριο για τέσσερα λεπτά της MATANA ROBERTS, αλλά δεν θα το μάθουμε ποτέ. Μεταφορά σε κάπως_κεντρικότερο_μέρος. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, αλλά με μια γρήγορη ματιά αριστεροδεξιά θα παρατηρούσε κανείς όσα περίμενε να παρατηρήσει σε ένα τέτοιο φεστιβάλ. Ποια είναι η πιο hipster λίμνη; Η hipster Υλίκη. Τραγικό; Που να τους βλέπατε κιόλας, που να τους ακούγατε. Retro clothing, ύφος, περπάτημα. Ο αέρας έπαιρνε περίεργα χρώματα. Και το χειρότερο; Ήταν Έλληνες, κάπνιζαν σε κλειστούς χώρους, χώνονταν στις πρώτες θέσεις της εκάστοτε ουράς με τσαμπουκά και παινεύονταν πως ως τώρα τους είχαν κάνει πάνω από είκοσι παρατηρήσεις. Αυτή η χώρα έχει την τιμή να στεγάζει τους μεγαλύτερους τρόμπες της υφηλίου, νιώθω σχεδόν περήφανος. Και φυσικά προτιμώ τους ανεξήγητους τύπους με t-shirts Belphegor, Vader και –αν έχετε το θεό σας- Bestial Summoning που επέλεξαν να ταξιδέψουν για ένα ATP και δεν έμεναν απλώς στο Minehead και πέρασαν για τη φασάρα. Εγώ όμως καπνίζω έξω κι ας κρυώνω, και η νέα αγγλίδα φίλη μου, η Ruth από το Southampton, εννιάσταδέκα, μου λέει πως δεν της άρεσαν χτες οι GY!BE ιδιαίτερα, και πως είχε έρθει και αυτή για Throbbing Gristle και έφαγε τελικά το γουρουνοπούτσι του νικόλα του τρελού, και μετά λέγαμε για Coil και Residents, αλλά αυτός ο έρωτας κοιμήθηκε νωρίς γιατί έπρεπε να πάω να δω την SCOUT NIBLETT διότι γνώριζα πως δεν πρόκειται να την ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου. Το φετινό Nightmare Before Christmas, όπως θα παρατηρήσατε, αποτελείται σε κυρίαρχο ποσοστό από μη ευρωπαϊκές μπάντες. Την Scout την αγαπήσαμε όλοι παράφορα ακριβώς μόλις είδαμε το βίντεο του “Kiss” με τον Bonnie “Prince” Billy, και σίγουρα κάποιοι την αγαπούσαν από παλιότερα, αλλά εγώ δεν την ήξερα παιδιά πριν από αυτό, και αρχίζω να συνειδητοποιώ πως είμαι κάπως άσχετος. Όπως και να είναι, στα σαράντα λεπτά που την είδα ήταν μια καταπληκτική Scout Niblett με κιθάρα ανά χείρας, στην αρχή μοναχή και ρομαντική, στη συνέχεια με συνοδεία drums (είτε τα έπαιζε αυτή, είτε ένας άλλος τύπος) και κάπως πιο σκληρή. Βλέπετε το “Nevada” και καταλαβαίνετε για πόσο καλή εμφάνιση μιλάμε. Ολόκληρο σετ δεν έχει, διότι centre stage αρχίζουν οι ΝΕUROSIS. Το γιατί αυτοί οι τύποι αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα συγκροτήματα που ακούμπησαν κιθάρα, δεν το έχουμε πολυπεί εδώ, αλλά ας πούμε πως αυτό είναι κάτι δεδομένο. Οι άνθρωποι καταπιάνονται με θέματα της ανθρώπινης ψυχής και όπως διαπίστωσα, χαρίζουν την δική τους στις συναυλίες τους. Κανένα θετικό συναίσθημα δεν μπορεί να προκύψει από μια μπάντα σαν τους Neurosis. Από το πρώτο κιόλας λεπτό κατάλαβα γιατί ήθελα διακαώς περί τα δέκα χρόνια να τους δω ζωντανά, όσο και το γιατί έλιωνα τόσα χρόνια τα ΘΕΪΚΑ official bootlegs albums τους σε Στοκχόλμη και Λυόν : Γιατί έτσι περίμενα να είναι οι Neurosis. Είχα τις μέγιστες απαιτήσεις και δεν είχαν το παραμικρό ψεγάδι.O Ήχος, το Πάθος, τα υπερφωνητικά του Dave Edwardson που σε στιγμές με έκαναν να νομίζω πως έβλεπα το “Streetcleaner” να πρωτοπαίζεται ζωντανά σε κοινό, οι ολοκληρωτικές περσόνες των Steve Von Till και Scott Kelly. O Roeder. Οι Neurosis κατάφεραν να αποτυπώσουν τόσο ωραία το όραμά τους στην πάροδο του χρόνου, διότι ο πυρήνας τους ως μπάντα παρέμεινε σταθερός. Δεν είχαν αποχωρήσεις, reunions, περιοδείες-αίσχη τύπου “this band plays that album tour”. Οι Neurosis ασχολούνται εδώ και εικοσιπόσα χρόνια μεθοδικά και αδιάκοπα με την ανθρώπινη ψυχή (θα το ξαναγράψω αν χρειαστεί) καθώς και με τα πρωτογενή ερωτήματα της ανθρώπινης φύσεως, όχι απλά ποιητικά ή με ανάλαφρο τρόπο. Για αυτό είναι Μεγάλοι, διότι το πακέτο που προσφέρουν είναι ένα τέλειο γεωμετρικό σχήμα, δεν είναι μια αστραπή, ούτε κάτι με ένα μέγιστο που αργοσβήνει μέχρι να πεθάνει. Είναι μερικές μπάντες, όπως πχ οι Circle, οι Acid Mother’s Temple, οι Sonic Youth ακόμα, που είναι φαινόμενα που σε αναγκάζουν να ασχοληθείς μαζί τους συνολικά, δεν μπορείς να τους χωρίσεις εύκολα σε περιόδους, σε best of κλίμακες, σε όλα αυτά. Για αυτό και προσωπικά δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι απογοητευμένος από το όποιο set list των Neurosis, διότι για τέτοια μπάντα πρόκειται. Σε αυτό του Σαββάτου πάντως, υπήρξαν τα “Through Silver in Blood”, “Locust Star”, “The Doorway”, “Given to the Rising”, “At the End of the Road”, “Distill (Watching the Swarm)”, “Water is not Enough”. Τι άλλο θα θέλατε εσείς; Εγώ θα ήθελα ένα ξεγυρισμένο “Lost” με την απαγγελία από την τηλεοπτική μεταφορά του “The Sheltering Sky”. Εκεί θα είχα να σας πω για ένα Άνω Όριο συναυλιακής εμπειρίας, αλλά όχι πως με το εν λόγω show των Neurosis βρέθηκα ιδιαίτερα πιο κάτω. Απαραίτητο εννιασταδέκα και διάλλειμα για βασικές ανάγκες. Οι περισσότεροι από τους έντεκα συνολικά ανθρώπους που θα διαβάσετε το κείμενο με γνωρίζετε προσωπικά, αλλά όσοι δεν, σας διαβεβαιώνω πως ο μόνος λόγος που είδα στα πεταχτά τους TINDERSTICKS είναι επειδή στα δεξιά της σκηνής είναι οι τουαλέτες, ένα μέρος στο οποίο χρειάστηκε να βρεθώ αρκετές φορές γενικά, διότι τρεις λίρες/pint δεν είναι και άσκημα για φεστιβάλ. Οπότε το μόνο που μπορώ να σας πω για τους κυρίους από το Nottingham είναι πως κλαψούριζαν επί σκηνής τα δώδεκα δευτερόλεπτα που τους κοίταξα συνολικά. Δεν αντέχω και τη φωνή του τύπου με την καμία, μου αρκεί ένας Sivert Hoyem για αυτή τη ζωή. Στο crazy horse πάλι, στο οποίο και κατευθύνθηκα, συνέβαινε κάτι οπωσδήποτε ακραίο, διότι οι ONEIDA έπαιζαν από τις δύο το μεσημέρι ως τις δώδεκα το βράδυ, παρουσιάζοντας κάποιο δεκάωρο Ocropolis λέει. Αλλά ίσως η ονομασία ONEIDA presents the Ocropolis να είναι ο γενικός τίτλος του όλου performance, ιδέα δεν έχω. Το θέμα είναι πως βάραγαν για δέκα ώρες, με τις περιστασιακές βοήθειες τoυ (πανταχού παρόντα) Chris Corsano, των The Dead C, και των White Hills, σε ώρα που δυστυχώς δεν σκόπευα να βρίσκομαι εκεί. Φιλόδοξο project που μου έφερε στο μυαλό κάτι εβδομαδιαίες εμφανίσεις των Hawkwind, αρκετά καμμένοι Oneida για να το επιχειρήσουν, απαραίτητα ψυχεδελικοί αλλά τίποτα στο εικοσάλεπτο που τους είδα δεν με κράτησε γαντζωμένο εκεί. Εικάζω πως τις υπόλοιπες εννιάμιση ώρες θα έπαιξαν και πιο ενδιαφέροντα πράγματα. Και πραγματικά απόρησα αν υπήρξε άνθρωπος εκεί μέσα που τους είδε πρώτη σειρά επί δέκα ώρες, έναν άνθρωπο του οποίου και προσπάθησα να φανταστώ τα χαρακτηριστικά. Για την ιστορία, απέτυχα. Με αυτά και με αυτά, και με κάποια άλλα βεβαίως, η ώρα επλησίαζε δέκα. Η ουρά για το centre stage ήταν μια ουρά κατά μήκος όλου του δυνατού φεστιβαλικού χώρου. Οι GODSPEED YOU! BLACK EMPEROR επανενώθηκαν και άρχισαν τις συναυλίες και επέλεξαν τα συγκροτήματα του φετινού ATP και έπαιξαν και τις τρεις ημέρες αυτού. Ανοίγουν οι πόρτες, τρέξιμο στις σκάλες, πρώτη σειρά, κάγκελο, νεανικός ενθουσιασμός, διότι δεν είμαι από αυτούς που είχαν την τύχη να τους δουν τότε στο Ρόδον. Το γιατί οι GY!BE είναι μια τεράστια μπάντα, ένα σωστό μουσικό μεγαθήριο, θα μπορούσε να κατανοηθεί με διάφορους τρόπους. Με ένα επουσιώδες κείμενο μπουκωμένο με βερμπαλισμό που θα σας έσπαζε όσα νεύρα σας έχουν απομείνει, είτε με μια απλή ακρόαση των δίσκων τους. Θα προσπεράσω τα γεγονότα. Είναι οι άνθρωποι που έθεσαν το ταβάνι στο post rock κίνημα, που υφαίνουν τον αργαλειό της καημένης της ψυχούλας μας, που μας αφυπνίζουν, που μας δημιουργούν έντονες εικόνες, που ξεκλειδώνουν την άβυσσο με τους προσωπικούς μας δαίμονες (αυτή είναι η αγαπημένη μου περιγραφή για οτιδήποτε), που δημιουργούν ένα μωσαϊκό με ψηφίδες τις σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης διάστασης και σαν άλλοι Προμηθείς φέρουν το Φως της Ελπίδος (που τόσο ωραία “HOPE” αναβοσβήνουν στον προτζέκτορα), και οδηγούν τη βασανισμένη πλευρά της ψυχής, την τόσο κυνηγημένη από Ερινύες ψυχή, από το μακρύ μαύρο τούνελ (που ονομάζουμε ζωή..) στην κάθαρση, στη λύτρωση, στον εξαγνισμό. Όρεξη να χετε και θα σας γράφω τέτοια. Αλλά ως προείπα λέω να τα προσπεράσω αυτά γιατί βαριέμαι και λίγο να σας πω βρε παιδιά. Συνοπτικά, δεν έχω ξανακούσει ποτέ καλύτερο ήχο σε συναυλία, δεν έχω ξαναζήσει ποτέ τέτοιο χείμαρρο να τα παρασύρει όλα με τόση άνεση, δεν είχα ξαναδεί ποτέ τους Godspeed You! Black Emperor. Συνταγή : Drone-ίζεις επί αρχικού μισαώρου, δίνοντας στον κόσμο μια φοβερή εικόνα όταν είσαι ήδη εκεί και βγάζεις ήχο με τα όργανά όταν εκείνος εισέρχεται στον χώρο. Ξεκινάς. Μαγνητίζεις το κοινό, το χαλιναγωγείς, έχεις στραμμένη την προσοχή πάνω σου για δυόμιση ώρες, δεν πέφτει βλέφαρο αλλού, δεν λες κουβέντα, δεν χάνεις δευτερόλεπτο, χαρίζεις απλόχερα μια μουσική που εδώ και πολλά χρόνια δεν χρειάζεται συστάσεις, αλλά είσαι πιο φρέσκος από ποτέ, η κινησιολογία σου είναι αξιοσημείωτα λιτή, δεν αναλώνεσαι σε ξεσπάσματα, κάθε σου κίνηση είναι μελετημένη και μοιάζεις με μηχανή. Η μουσική σου και οι εικόνες σου. Είσαι επιβλητικός, σχεδόν τρομακτικός. Ποιο συγκρότημα είσαι; Είσαι οι Godspeed You! Black Emperor και αφήνεις άφωνο και τον τελευταίο εκεί μέσα, με τη στατιστική ανωμαλία των άνιωθων, των κοριτσιών από τα Southampton και των πεταμένων τύπων με μπλουζάκια Vomir που επέλεξαν να δουν BORBETOMAGUS έναντι. Στηρίζω. Οι υπόλοιποι βγήκαμε χωρίς λαλιά από το μέρος και συγκινησιακός όλεθρος και τι συνέβη τώρα και δεν λέμε κουβέντα, δεκασταδέκα, αυτό μόνο, τίποτα άλλο. Μεθοδική Τελειότητα. Άντε, ας πούμε και tracklist : “Albanian”, “Gathering Storm”, “Moya”, “Gamelan”, “Rockets Fall on Rockets Fall”, “The Cowboy” και “The Sad Mafioso”. Όχι STATIC και ανησυχώ, αλλά όχι για πολύ. Μετά THE EX ή NOMEANSNO ή συζήτηση για τα πρόσφατα συμβάντα. Ξεκινήσαμε με συνδυασμό 1 και 3 με προοπτική να ακολουθήσει το 2 μετά, αλλά το τρία απέτυχε, το δύο τελικά δεν το προλάβαμε και ήμασταν εντελώς εκτός κλίματος για το ένα. Ωραίοι οι THE EX αλλά κάποιαν άλλην φορά. Τη μικρή βόλτα στους THEE OH SEES δεν πολυκατάλαβα γιατί την έκανα, αλλά τώρα πια δεν μπορώ να την πάρω πίσω. Ωραία κοπέλα στα πλήκτρα και ένα κάτι οτινάναι πληθωρικό πανκ/ροκενρόλ. Λίγο πριν πέσω σε οριστικό σαββατιανό κώμα, έκτακτη ανακοίνωση από την οποία μαθαίνω πως οι GY!BE θα παίξουν Κυριακή πρωί αντί για Κυριακή μεσημέρι. Αυτό…






Part 3 : SUNDAY’S CLOWN

…ας πούμε πως βολεύει, διότι στην περίπτωση που ήθελα να παρακολουθήσω για δεύτερη φορά τους GY!BE, που ήθελα, κανονικά θα θυσίαζα τον καρλομάγνο, που δεν ήθελα. Και ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια, οπότε είσαι γλυκιά, σε αγαπάμε, έχουμε τα albums σου, θα μας μείνει η απορία του αν σε θωπεύει ο Malefic, αλλά MARISSA NADLER δυστυχώς δεν σε τιμήσαμε στις δώδεκα το πρωί της Κυριακής, καθώς μισή ώρα αργότερα έπρεπε να κυνηγήσω το STATIC. Αν καθόμουν για δεκαπέντε λεπτά στην όμορφη Marissa, η θέση μου στην ουρά θα χανόταν και θα έχανα τους μισούς GY!BE και θα ήθελα να είμαι ταχυόνιο να μην πρεφάρω από τέτοια, αλλά δεν. Και σαν αποτέλεσμα υπήρξε η ακριβής επανάληψη του φαινομένου Godspeed You! Black Emperor, αλλά αυτή τη φορά καθιστός, καθώς η ορθοστασία μετά την ενδελεχή χθεσινή διάλυση των αστραγάλων δεν υπήρχε σαν επιλογή. Οπότε πίσω. Και κάθισμα. Και τιωραίατικαλά. Παρένθεση. Συναυλιακή Κουλτούρα. Ήμουν χωρίς αμφιβολία στο πίσω μέρος μιας αίθουσας που χώρεσε περί τα τρεις χιλιάδες άτομα μετρώντας συντηρητικά. Οι GY!BE έπαιζαν ιδιαιτέρως εύθραυστα, ειδικά τις στιγμές που χαμήλωναν όλοι τις εντάσεις τους, εύθραυστα σε σημείο να νομίζω πως ένας βηχουλίνος στο κοινό ή το νεραϊδοπερπάτημα της Πασιθέας θα ήταν ικανά για να διαταράξουν εντελώς την Ζητούμενη Αρμονία. Στις πιο ήσυχες στιγμές λοιπόν, στις παύσεις ακόμα, το Μοναδικό πράγμα που ακουγόταν (και δεν καθόμουν και δίπλα) ήταν ο ήχος της ταινίας που έστελνε τις εικόνες στον προτζέκτορα. Ούτε άχνα από πόσες χιλιάδες άτομα. Κλείνει παρένθεση, συμπεράσματα πήρατε, μήνυμα εστάλη. Το μοναδικό διαφορετικό από τα της προηγουμένης ήταν τα τραγούδια, τα οποία –αναλυτικά- ήταν τα : “The Dead Flag Blues”, “Dead Metheny”, “Chart #3”, “World Police and Friendly Fire”, “Albanian”, “She dreamt she was a Bulldozer, she dreamt she was Alone in an Empty Field”, “Moya” και “BBF3”. Γενικά λοιπόν υπήρξε STATIC ολόκληρο, το οποίο και με έφερε σε παράκρουση. Οι Godspeed You! Black Emperor την Κυριακή κατάφεραν και ήταν ακόμα καλύτεροι από ό,τι το Σάββατο. Χωρίς πλάκα. Τρεις γεμάτες ώρες μετά, διάλειμμα, merchandise, πάλι διάλειμμα, κλπ, μέχρι που ο δρόμος μας οδήγησε στο crazy horse για CHARLEMAGNE PALESTINE. Ο γεννημένος Charles Martin δεν είναι απλά ένας καλλιτέχνης που έπαιζε την Κυριακή. Είναι ένας από τους σημαντικότερους μαθητές των Steve Reich και Philip Glass, με γενναία δισκογραφία τα χρόνια τα παλιά, και υπερσυνεργασίες από Tony Conrad (ο οποίος επίσης έπαιζε στο ATP με τους HANGEDUP αλλά τον έχασα ηλιθιωδώς) μέχρι Pan Sonic. Μια εμφάνιση του εξηνταπεντάχρονου Καρλομάγνου, πέρα από σπανιότατο γεγονός, περιλαμβάνει στιγμές σπάνιας ομορφιάς. Ξεκινώντας με μια νωχελική ambient, έβαζε συνεχώς ήχους από διάφορα αντικείμενα, συγκεκριμένα από ποτήρια με λευκό και κόκκινο κρασί τα οποία κατέβαζε και ενίοτε, ενώ μετά άρχισε να πειραματίζεται με φωνητικές χορδές που δεν ήξερα πως υπήρχαν. Η πρώτη ουσιαστική avant garde ένεση του ΑΤP. Κατά τη διάρκεια του μαγικού αυτού θεάματος, εκτυλισσόταν ένα άλλο, εξίσου εξαιρετικό. Το όλο concept της εμφάνισης ήταν διαολεμένα ιδιόμορφο και οποιοσδήποτε μη μυημένος θα το έλεγε σίγουρα περίεργο, και σίγουρα αρκετά “κουλό” για να προκαλέσει νευρικό γέλιο στον άμοιρο σεκιουριτά στα δεξιά της σκηνής (ποτέ δεν κατάλαβα γιατί υπήρχε εκεί, ποιός θα έκανε stage diving στον Charlemagne Palestine) ο οποίος όμως πάλευε Τίμια για να μην το δείξει, δαγκωνόταν, χαχάνιζε, έκανε πως κοιτούσε το κινητό του, κοκκίνιζε, έκανε εκείνο το σύνηθες βηχαγέλιο και ήταν δευτερόλεπτα μακριά από την μεγάλη έκρηξη. Κύριος όμως, κρατήθηκε, αλλά εγώ έπρεπε να φύγω, γιατί όπως είχα ενημερωθεί μόλις μισή ώρα πριν, οι άγνωστοι RANGDA που έπαιζαν την ίδια ώρα στο centre stage πρόκειται για την μπάντα των Sir Richard Bishop (από Sun City Girls), Ben Chasny (Six Organs of Admittance) και Chris Corsano! Επίφοβο Supergroup που όμως κατά το μισάωρο που τους πρόλαβα ήταν ultra πειραματικοί και επιδόθηκαν σε ένα παλιό καλό βασανισμό των οργάνων τους. Από τους θορυβώδεις και αυτοί. Έξοχα. Με ενημέρωσαν έπειτα (μου αρέσει να ενημερώνομαι γενικώς) πως ο Charlemagne Palestine από τη στιγμή που έφυγα και μετά διέλυσε το σύμπαν και πραγματικά στεναχωρέθηκα που αποφάσισα να χάσω έστω και λίγο. Η επιστροφή στο crazy horse έγινε διότι άμα θέλουμε θόρυβο, πάμε στον SICK LLAMA. Είναι τώρα ένας τύπος που καλείται Sick Llama και παίζει σε ένα μέρος που λέγεται crazy horse. Σίγουρα στο msn λέγεται pervert donkey, και τελοσπάντων τον αγαπάω και πρώτη σειρά. Αισθητά λιγότερο ατμοσφαιρικός από οτιδήποτε προηγούμενο, άνθρωπος της κλίκας των Wolf Eyes, με κασσέτες στην Αmerican Tapes, ιδιοκτήτης της Fag Tapes (μεγάλο respect), καταλάβατε την φάση, κέρασε αγνό και αμόλυντο θόρυβο όπως ακριβώς τον ήθελα. Τα μπλουζάκια στις πρώτες σειρές έγραφαν Hospital Productions, Hijokaidan, Kylie Minoise και Incapacitans. Διαρκή φυσήματα στο κλαρίνο να σπέρνουν τον όλεθρο κατά την επιληπτική και συνάμα ταλαντωτική του κίνησή γύρω από το -φυλακισμένο σε κυλινδρική βάση που το υπερκάλυπτε- μικρόφωνο. Και όταν η κατάσταση υπήρξε έτοιμη να εκτροχιαστεί ολικά όπως σε κάθε noise παρουσίαση που ξεκινάει γήινα και τελειώνει απάνθρωπα, έπρεπε να φύγω για να μην φάω τη ζωή μου στην ουρά των Neurosis. Τελευταία ματιά δεξιά της σκηνής. Ο ήρωας σεκιουριτάς με βλέμμα απορίας που δεν έχω ξαναδεί σε άνθρωπο. Ήθελα πραγματικά πολύ να ξέρω τι υπαρξιακά του τύπου “τι κάνω εδώ, τι κάνετε εδώ, τι κάνουμε εδώ” τον είχαν πιάσει εκείνη τη στιγμή, αλλά έπρεπε να διακτινιστώ. Γιατί είχα την υποψία πως οι Neurosis θα ήταν με τη σειρά τους ακόμα καλύτεροι από εχτές, και δεν έπεσα έξω. Δεν έχω ιδέα πως τα κατάφεραν και αυτοί. Ακόμα πιο παθιασμένοι, ακόμα πιο δυνατοί, μου έδωσαν την αίσθηση πως το πήγαιναν στα όριά τους. Στο ενδιάμεσο είχα δει την ενάμιση τελευταία νότα των CLUSTER. Ένα κλικ διαφορετικό setlist για τους Neurosis όμως, και ένα συγκλονιστικό τυμπανιστικό κλείσιμο. Άμεσο κυριολεκτικό τρέξιμο στο pavilion διότι όσο one in a lifetime εμπειρία ήταν ο Charlemagne Palestine, άλλο τόσο Μοναδικό γεγονός υπήρξε η Πρώτη Συναυλία ever του «WEIRD AL» YANKOVIC στην Ευρώπη. Φτάνοντας στη σκηνή παιζόταν ήδη το “Smells like Nirvana” και αποφάσισα άμεσα να ζητήσω τη δεύτερη συγνώμη μου για το διήμερο, στον KEIJI HAINO και στις groupies του. Δεν υπήρχε ουδεμία περίπτωση να χάσω δευτερόλεπτο από τον Weird Al, καθώς υπήρξε ένα σύμβολο των νιάτων μου, τον θυμάμαι να τρομπάρει από τότε που ήμουν δημοτικό, και επιπροσθέτως δεν υπάρχει ουδεμία ουδεμία ουδεμία περίπτωση να καταφέρω να τον ξαναδώ κάπου. Τον Weird Al τον γνωρίζετε όσοι είστε από αυτόν τον πλανήτη, και οι της γενιάς μου που δεν είναι θολοκουλτουραίοι μεγάλωσαν με το “Like a Surgeon”, το “Amish Paradise”, και το “Another One Rides The Bus”. Με τις κολάζ συνεντεύξεις του (εκείνες με τη Celine Dion και τον Keith Richards θα ορίζουν για πάντα την τελειότητα) και τις συμμετοχές του στο “Naked Gun” (R.I.P. Leslie Nielsen, θα σε αγαπάμε για πάντα). Γενικώς μιλάμε για τεράστια περσόνα. Έπαιξε όλα τα κλασικά του κομμάτια, ενώ στο ενδιάμεσο που άλλαζε κοστούμια (πάνω από είκοσι) έδειχναν ορισμένες βίντεο επιτυχίες σε γιγαντοοθόνη πάνω στη σκηνή. Κορυφαία στιγμή επώδυνου υπερρεαλισμού όταν η μπάντα έπαιζε το “The Saga Begins”, παρέα στη σκηνή με ένα Darth Vader, δύο Jedi και άλλους δύο Stormtroopers, ο Weird Al τραγουδούσε “we all have cellphones, so c’mon, let’s get real”, το κοινό φώτιζε τον ουρανό με μερικές χιλιάδες κινητά και δίπλα μου γελούσε νευρικά η Marissa Nadler. Περισσότερα καμμένα κύτταρα από όσα μπορώ να αντέξω. “You are Pitiful”, “Eat it”, “Fat”, “Yoda”, “Canadian Idiot” (με αναμενόμενη αφιέρωση στους GY!BE), “I wanna be your Lover”, “Let me be your Hog”, όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, δεκάδες βίντεο, νευρικό γέλιο, μόνο ατάκες επί δύο ώρες και ένα τέταρτο. Απίστευτο performance. Σε κάποια φάση πήρε το μικρόφωνο και κατέβηκε στο κοινό, ταξίδεψε ανάμεσά του, πείραζε τον κόσμο, και ανέβηκε στη σκηνή ξανά για να παίξει το “Gump”. Κοίταζα το ρολόι και δεν ψηνόμουν με την καμία να πάει δέκα, ήθελα να παίξει και αυτός ένα τίμιο δεκάωρο the Oneida way. Δεν το έκανε, ετέλευσε, χειροκροτούσα σαν μανιακός, φώναζα, συνειδητοποιώ πως τραγουδούσα στα μισά κομμάτια και με είχε πιάσει πονόλαιμος. Μεγάλες στιγμές. Ανάβουν φώτα, και χαλαρό περπάτημα στο reds για EMERALDS. Ποιος γεροδιάολος σκέφτηκε τέτοιες αλλαγές, είμαι σε κυριακάτικο tangerine dream “journey through a burning brain” mood, σε συνδυασμό με ένα γενικό TG “journey through a body” και βλέπω Emeralds μετά από Weird Al. Αίσχος. Και γίνεται της γριάς πουτάνας στο reds και αυτοί οι Emeralds γαμάνε τόσο ανενόχλητοι. Οι νότες που κλεφτοάκουσα το μισάωρο που τους είδα προέρχονταν από το τρομερό “What Happened?” album, cd στη Νo Fun, LP στην Editions Mego. Δεν έχει από τη μάνα του επιλογή να μην είναι δισκάρα. Και οι θόρυβοι των παιδιών χορεύουν το πικρό βαλς της αποσύνθεσης, παρέα με εμένα, την συστηματική μου πτωματοποίηση και την -τουλάχιστον έκτη- μπύρα μου. Μα πόσο γαμάνε αυτοί οι Emeralds! Και πόσο χρειάστηκε να φύγω για να δω τον έναν, τον αυτοκράτορα DANIEL MENCHE! Αυτόν λέτε ή WOLVES IN THE THRONE ROOM; Σίγουρα όχι βαλκανικό BOBAN MARKOVIC πάντως. Μακάρι όλα τα διλλήματα της ζωής μου στο μέλλον να είναι τέτοια. Άμα κερδίζει το άθλημα, τι νόημα έχει η επιλογή; Παρόλα αυτά υπήρξε, και έγερνε στον τύπο από το Portland, για τη μοναδική του φετινή ευρωπαϊκή εμφάνιση. Μεγαλωμένος στα σαλόνια της Soleilmoon, κατά το ήμισυ υπεύθυνος για το ΑΒΥΣΣΑΛΕΟ “Progeny of Flies” album με τον Andrew Liles, υπήρξε συνολικά πιο μουρλός από οποιονδήποτε εκεί μέσα, πλην ίσως του Weird Al Yankovic. Γονατιστός πάνω στους μίκτες. Εξάρτημα σαν χάρακας κολλημένο στην καρωτίδα (θαρρώ δεν αναπαριστούσε κολομβιανή γραβάτα), επειδή υποθέτω προσπαθούσε να πιάσει ηχητικά τους παλμούς του σφυγμού του και με κατάλληλη συσκευή να μεταφέρει τον ήχο προς τα έξω, σε συνδυασμό από ενδοστοματικά ουρλιαχτά/μουγκρητά που φιλτράρονταν από διάφορους ανεξήγητης προέλευσης θορύβους και ένα κανονικό party από βύσματα και συχνότητες να δομούν ένα χαοτικό χαώδες χάος που αυξανόταν σε ένταση και πολυπλοκότητα με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου για να σταματήσει άξαφνα με το πάτημα ενός διακόπτη και να επιζεί μονάχα ένα μακρύ, κολασμένο και βορβορώδες ουρλιαχτό του Daniel Menche. Δέος. Στη συνέχεια σταμάτησε, σηκώθηκε, έκανε δύο -σίγουρα ρητορικές- ερωτήσεις χορεύοντας, είπε ένα ποιήμα, γαμήθηκε στο γέλιο, χαιρέτησε και εξαφανίστηκε μέσα σε δεκατρία δευτερόλεπτα. Πολλά ηγετικά χαρίσματα αυτός ο άνθρωπος, να ναι καλά. Επιστροφή στο centre stage, διαβάζει ακόμα κανείς άραγε, για τους Wolves. Που λέτε οι Wolves in the Throne Room έβγαλαν ένα αριστούργημα στη Vendlus που λέγεται “Diadem of 12 Stars” και αν είχαν μείνει σε αυτό, σήμερα θα τους μνημόνευα ως μια από τις σημαντικότερες black metal μπάντες της Aμερικής, που έκαναν μια δισκάρα και εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς, όπως οι Weakling μετά το “Dead as Dreams”. Όχι πως θα πλησίαζαν ακόμα και έτσι αυτό το επίπεδο, αλλά θα ήταν κοντά. Και πιστέψε με, δεν πρόκειται για το γνωστό στους blackmetal κύκλους “worship the first demo” σύνδρομο. Το πρώτο album των Wolves είναι όντως αριστούργημα, ενώ τα επόμενα είναι όντως πατάτες συγκριτικά. Τι να κάνουμε τώρα. Δεν είναι πάντα δόκιμα για την ποιοτική υπόσταση τα κολλητηλίκια με τους καρχαρίες Stephen O’Malley και Greg Andersson. Σίγουρα είναι για την αναγνώριση όμως, και για την δυνατότητα να παίζεις σε ένα ATP και να σε βλέπουν τρεις χιλιάδες άτομα, μια μεγάλη πλειοψηφία των οποίων φοράει φουλάρι και κασκέτο και πρωτοκάνει evil γκριμάτσες και devil fingers μαζί σου. Όλα είναι θέμα επιλογών. Πλέον όμως όταν σκέφτομαι τους Wolves in the Throne Room σκέφτομαι τους Satyricon και όχι τους Weakling. Σιγά το τίμημα, θα μου πείτε. Θα συμφωνήσω. Προσθέτω πως αυτή η μπάντα κονταροχτυπήθηκε με το hype και κατατροπώθηκε. Πέθανε. Το αν θα αναστηθεί θα το δείξει ο χρόνος, αλλά για την ώρα τα μαντάτα δεν είναι καλά. Ο πρόλογος δένει με την εμφάνισή τους : Έπαιξαν χάλια. Τα φωνητικά δεν πλησίαζαν αυτό που ακούμε στα albums, τα τύμπανα είχαν triggers, η απουσία μπάσου έκανε ένα κακό τζιτζίκισμα (γενικά στηρίζω) και πολύ “Black Cascade”. Μόνο ένα κομμάτι από το πρώτο, και δεν ήταν το “Queen of the Borrowed Light” και πραγματικά απορώ πως γίνεται να μην το παίζουν. Στο τελευταίο κομμάτι έπαιξαν Ένα riff, γεγονός που εκτιμήθηκε δεόντως. Κάτω από πεντεσταδέκα και στεναχωρέθηκα, τους περίμενα live τουλάχιστον δυναμίτες. Στον ίδιο χώρο, DEERHOOF, στα καπάκια. Αυτοί ήταν ωραίοι τρελαμένοι και στη φασάρα, αλλά τα όρια της κατάρρευσης τόσο κοντά που είχα και ο ίδιος τρομοκρατηθεί, και σχεδόν κοιμηθεί. Ούτε φυσικά DANIEL HIGGS που έπαιζε έκτακτα στις δύο και τέταρτο, αφού μαζί με μας αποκλείστηκε και αυτός και δεν κατάφερε να εμφανιστεί την Παρασκευή. Κάπου εκεί απέκτησα περιέργεια για το πόσο κρύο μπορεί να κάνει έξω, εξαφανίστηκα στο σκοτάδι, ύπνος, αντίο ATP. Υπάρχει και τέταρτο part, αλλά συντομεύω, στο τέλος θα το εκδώσω αν συνεχίσω. Εσπευσμένο Λονδίνο, κιάλλα χαμένα λεφτά στα τραίνο, ευχάριστες συναντήσεις με αγαπημένους ανθρώπους, μια βόλτα σε Rough Trade και Vinyl Exchange, κάποιοι δίσκοι, κάποια κούραση και στο τέλος κάποιο Koko για τρίτη φορά Neurosis σε τρεις ημέρες (νόμπελ) καθώς και Daniel Higgs. Ο τελευταίος δεν ακούστηκε όπως του έπρεπε σε κοινό δυο χιλιάδων ατόμων, ενώ όπως θα υποψιαστήκατε πλέον και εσείς, οι Neurosis, έπαιξαν ακόμα καλύτερα από ό,τι στο ATP. Δεν το πίστευα αυτό που έβλεπα μπροστά μου. Υποθέτω είναι άλλο πράγμα να παίζεις στον κόσμο που σε αγαπάει, παρά σε τελειωμένο δηθεναριό που πήγε στο ATP για να πει πως πήγε στο ATP. Όμοιο tracklist με αυτό του Σαββάτου. “Through Silver in Blood” από άλλη διάσταση. Κλείσιμο συναυλιακής δραστηριότητος. Δεν ξέρω τι θα συνέβαινε αν έβλεπα και τέταρτη σερί μέρα τους Neurosis. Τόσο εκστασιασμένοι που τους έπεφταν τα όργανα από τα χέρια. Ο Dave Edwardson χτυπιόταν σαν παλαβός, φορώντας μπλουζάκι PORTAL. Γίναμε. Καταστροφή. Τέλος. Θα ξαναγράψω το 2012, αν η καταστροφή του κόσμου γίνει γύρω στον Νοέμβριο ή και μετά.

Non-descriptive

•3 Δεκεμβρίου, 2010 • Σχολιάστε

Υπάρχουν πολλές σκατά στιγμές στη ζωή σου. Πολλές φάσεις, στιγμές που τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να πάνε πιο κάτω. Που ήσουν μέσα σε ένα δωμάτιο, μόνος σου, μόνη σου, σε μια καρέκλα, μόνος σου σε ένα σπίτι και ήσουν έτσι, ένιωθες έτσι όπως ένιωθες, ένα με το πάτωμα, ένα εκατοστό πιο κάτω από εσένα χτυπούσες θυροτηλέφωνο κόλασης για να μοιράσεις διαφημιστικά ντελίβερι. Στο παρελθόν υπήρξαν τέτοιες στιγμές. Στιγμές στις οποίες δεν θέλεις να ξαναυπάρξεις ποτέ, δεν θέλεις να ξαναζήσεις, δεν θέλεις καν να τις θυμάσαι.
Τρία είναι τα συγκροτήματα, για μένα, για τα οποία θα γινόμουν μόνιμος κάτοικος εκείνης της στιγμής της ζωής μου. Είναι τρία αυτά τα συγκροτήματα για τα οποία επιστρέφω, καθόλου συχνά, αλλά επιστρέφω σε συγκεκριμένους δίσκους τους, μόνο και μόνο για να ξαναζήσω αυτό που ένιωσα όταν εκείνη τη στιγμή, εκείνη την πολύ χαμηλή στιγμή, άκουγα την μουσική τους. Είναι πολύ μεγάλα μέσα στο μυαλό μου γιατί είναι τα μοναδικά τρία συγκροτήματα τα οποία μπορώ δεχτώ να με πάνε πίσω στην κόλαση εκείνης της στιγμής. Και το ένα από αυτά είναι αυτό. Πολλά χρόνια πριν. Και αυτό και εγώ.

gloomy sunday

•30 Νοεμβρίου, 2010 • Σχολιάστε

H Björk τα χρόνια τα παλιά είχε πει και αυτή το «Gloomy Sunday», όπως κάθε τραγουδίστρια που σέβεται τον εαυτό της. Θα το βρείτε σαν b-side σε κάποιες εκδόσεις κάποιων singles της (λυσσάχτε) είτε -καλύτερα- στο διπλό bootleg «No Place Like Home». Γενικώς ψαχτείτε με τα b-sides της αν δεν το έχετε κάνει, διότι εκεί κρύβονται μερικά συγκλονιστικά κομμάτια (όπως το «Sidasta Eg» πχ, b-side του «Big Time Sensuality» single) που δεν κατάφεραν ποτέ να μπουν σε κάποιο album. Για να επανέλθω στο θέμα, το «Gloomy Sunday» δεν είχε βιντεοσκοπηθεί τα παλιά τα χρόνια, και έτσι το ακούγαμε μόνο στα audio. Μέχρι που το ξαναείπε στο μνημόσυνο του Alexander McQueen και κάποιος δεν είχε την ελάχιστη τσίπα που απαιτείται σε ένα μνημόσυνο. Και προσωπικά τον ευχαριστώ ιδιαιτέρως.

backwards and forwards

•28 Νοεμβρίου, 2010 • Σχολιάστε

– Disk One –

01. Bear In Heaven – Deafening Love
02. Bosque Brown – Soft Love
03. Dan Michaelson And The Coastguards – Love In Line
04. Taken By Trees – Greyest Love Of All
05. Tujiko Noriko – I Love You
06. Esmerine – Where There Is No Love There Is No Justice
07. Sven Weisemann – Xine XVIII Love In Vein
08. New Model Army – Love Songs
09. No-Man – Lovecry
10. Astronauts Of Antiquity – Love Is All Around
11. Meshell Ndegeocello – Love You Down
12. Kim Janssen – The Saddest Love Story Ever Told
13. Velvet Cacoon – Flowerbed Snowhead Prussianred (Love Song For Neptune)
14. Terry Callier – And I Love Her

– Disk Two –

01. Luomo – Love You All (With Sascha Ring)
02. This Immortal Coil – Love‘s Secret Domain
03. Ilyas Ahmed – Love After Love
04. Current 93 – A Gothic Love Song
05. Bjork – All Is Full Of Love (Strings)
06. Fog In The Shell – Love Is A Taenia
07. Bike For Three – All There Is To Say About Love
08. Cirkus – Love Can …
09. Dakota Suite – All The Love I Had Was Not Enough (Elegi Remix)
10. Skream – I Love The Way
11. As Tall As Lions – Go Easy (See The Love)
12. Ariana Delawari – Don’t Fight The Love
13. Madelaine Hart – Love For Lust
14. Pleq – The Fallen Love

noise of our lives

with eager reinforcements

•25 Νοεμβρίου, 2010 • 2 Σχόλια

Σας το είχα πει οτι τελευταία δεν ήταν καλά. Αναφερόμουν στην ψυχολογία του, αλλά πάντα υπάρχει κάτι χειρότερο από μια κακή ψυχολογία. Ο Peter Christopherson έφυγε για να βρει τον John Balance γιατί είχαν καιρό να παίξουν το «Teenage Lightning» μαζί, και είχε έρθει πια η ώρα.

Αντίo Sleazy :(

the songs are no more, long live the dark

•24 Νοεμβρίου, 2010 • 6 Σχόλια

Τα τελευταία χρόνια η μουσική μου ενημέρωση είναι αρκετά μικρότερη σε σχέση με παλιότερα, οπότε και διάβαζα 3-4 περιοδικά το μήνα και αλλά 5-6 e-zines. Σήμερα, με την εξαίρεση του Wire και μερικών πεταχτών ματιών σε Pitchfork και Dusted (όπου απλά χαζεύω τα τελευταία reviews για καινούριους τίτλους), δεν πολυπαρακολουθώ τα νέα σε πολλούς τομείς. Αυτό έχει και τα καλά του και τα κακά του, αν και δεν είναι ακριβώς συνειδητή επιλογή. Χάνω αρκετές κυκλοφορίες και νέα (σήμερα με αφορμή τα σχόλια περί Thorns στο προηγούμενο post, ανάκαλυψα με μεγάλη μου έκπληξη ότι οι Thorns Ltd. πέρισυ είχαν κυκλοφορήσει μια κασέτα, την οποία φυσικά και δεν είχα πάρει χαμπάρι, αλλά και ότι οι The 3rd And The Mortal είχαν συμμετάσχει με ένα τραγούδι σε ένα tribute στον Patrick Fitzgerald μετά από πέντε χρόνια σιωπής), αλλά από την άλλη πλευρά είναι πολλές οι μεγάλες και ευχάριστες εκπλήξεις που με περιμένουν στην επόμενη γωνία. Το μεγαλύτερο τέτοιο παράδειγμα για φέτος ήταν η επαναδραστηριοποίηση του Matt Elliot ως Third Eye Foundation για την οποία δεν είχα την παραμικρή ιδέα (και ας είναι ο Elliott από τους μουσικούς που παρακολουθώ αρκετά) πριν μου δώσει ο Μανώλης το link για την προ-παραγγελία του «The Dark».

Αν και έχω λατρέψει τις δουλειές που έβγαλε κάτω από το όνομά του (ειδικά την «Songs» τριλογία), στο βάθος του μυαλού μου, πάντα μου έλειπε λίγο ο ήχος «των» Third Eye Foundation. Θεωρώ τα τέσσερα album τους και την εξέλιξη του ήχου τους με την πάροδο του χρόνου, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και ποιοτικά πράγματα που έχει βγάλει η Bristol-ική, αλλά και γενικότερα η Βρετανική, ηλεκτρονική σκηνή, γιατί συνδυάζουν με τον καλύτερο τρόπο τόσο την απίστευτη αίσθηση της μελωδίας που διαθέτει ο Elliott (ειδικά στα τελευταία album) με την όλη electronica/trip-hop/industrial αισθητική που γιγαντώθηκε εκεί στα 90s. Δεν ξέρω τι σκοπεύει να κάνει από εδώ και πέρα αλλά ελπίζω να διατηρήσει και τις δυο οδούς δημιουργίας, μια που έχουν να προσφέρουν εξίσου πολλά αλλά πολύ διαφορετικά ερεθίσματα.

Εννιά χρόνια λοιπόν, μετά το «I Poo-Poo On Your Ju-Ju» (το οποίο μπορεί να θεωρηθεί και ένδειξη της μετέπειτα στροφής του) και δέκα μετά το τελευταίο, κανονικό studio album των TEF («Little Lost Soul»), έρχονται τα πέντε κομμάτια του «The Dark» να μας δείξουν την επαναθέρμανση των σχέσεων του Elliott και της electronica. Στην ουσία συνεχίζουν ακριβώς εκεί που σταμάτησε το «Little Lost Soul», πολύ μελωδικά, αρκετά soundtrack-ικά και, προσωπικά, μου φαίνεται ότι έχουν πάρει στοιχεία και από τα Matt Elliott albums, με τον ίδιο τρόπο που το «The Mess We Made» περιείχε κάποιους απόηχους των Third Eye Foundation. Αν και τα τραγούδια ακολουθούν το ίδιο γενικό μοτίβο, υπάρχουν διαφοροποιήσεις όπως τα πιο έντονα beats του «Pareidolia» ή τον πιο καθαρά ορχηστρικό/χαρακτήρα της αρχής του «Closure», το οποίο όμως καταλήγει να γίνει το κομμάτι του δίσκου με τις περισσότερες industrial αναφορές, ενώ το slogan-ικό «If you treat us like terrorists, we will become terrorists» με τον remix χαρακτήρα του μάλλον είναι μια αναφορά στις πιο «club» μέρες του Elliott και περιέχει ένα από τα πιο ωραία idm beats που έχω ακούσει εδώ και καιρό. Τα δυο πρώτα κομμάτια του δίσκου, που μάλλον θα σας πουν οι περισσότεροι ότι είναι και τα αγαπημένα τους, είναι, με πιο ξεκάθαρο τρόπο, η φυσική συνέχεια του «Little Lost Soul». Αγαπημένο είναι και το γεγονός ότι ο Elliott συνεχίζει να χρησιμοποιεί τις διάφορες φωνές ως δομικά στοιχεία της μουσικής του, τα οποία σχεδόν ποτέ δεν βγαίνουν στο προσκήνιο αλλά τα οποία είναι καίρια για την τελική μορφή της μουσικής. To μόνο που λείπει είναι οι παλιού τύπου τίτλοι, αλλά αυτό είναι σίγουρα η λεπτομέρεια της λεπτομέρειας.

Με έκανε ιδιατέρως χαρούμενο η ύπαρξη αυτού του δίσκου, ειδικά την φετινή, αρκετά περίεργη χρονιά. Μια που πλησιάζει πολύ πλέον και η ώρα για τις αναμενόμενες λίστες, μπορώ με σχετική σιγουριά να πω ότι το «The Dark» δεν χάνει τη θέση του σε αυτή. Εκτός αν το Δεκέμβριο βγούνε καμιά εικοσαριά αριστουργήματα, οπότε θα προβληματιστώ μεν, αλλά ο ενθουσιασμός θα είναι τέτοιος που δεν θα με πολυ-νοιάζει ο προβληματισμός. Φέτος ο Elliott πέρασε δυο φορές από τα μέρη μας, και τις δυο, με θετικά και αρνητικά στοιχεία. Άραγε είναι υπερβολική ελπίδα να εύχομαι μια Third Eye Foundation εμφάνιση στο επόμενο Synch; Ή σε εκείνο το festival (που μου διαφεύγει συνέχεια το όνομα) που θα εμφανιστεί και ο Jacaszek; Θα δείξει το μέλλον.

the art of living

•22 Νοεμβρίου, 2010 • 11 Σχόλια

Τείνω συχνά όταν μιλάω για μουσική να κάνω παραλληλισμούς με τις ερωτικές σχέσεις, τίποτα ιδιαίτερα πρωτότυπο νομίζω, αφού έτσι και αλλιώς, τούτη η σχέση μας έχει καθορίσει σε μεγάλο σημείο και πολύ συχνά έχει καθορίσει και τις υπόλοιπες σχέσεις όπως τις βλέπουμε μέσα από το πρίσμα της. Γι’ αυτό πολλές φορές προβληματίζομαι όταν θέλω να μιλήσω για πολύ κοντινά σε εμένα πράγματα, ειδικά όταν αυτά δεν καταλήγουν όπως θα ήθελα. Η φετινή χρονιά, μετά από πολλές χρονιές ενθουσιασμού, νομίζω ότι είναι καταδικασμένη να φύγει λίγο μουδιασμένα. Ποτέ πριν δεν είχα τόσο πολύ την αίσθηση του ότι τελειώνει μια εποχή, ίσως επηρεαζόμενος και από τις υπόλοιπες συνθήκες. Όμως με το 2010 να φεύγει κλείνει και η 20ετία (ή εναλλακτικά 15ετία) της ενθουσιώδης ενασχόλησής μας με τη μουσική, από τις πρώτες μας γραμμένες κασσετες μέχρι και τα τελευταία συλλεκτικά βινύλια. Κάπου εκεί στα μέσα των 90s εμφανίστηκαν οι μπάντες με τις οποίες μεγαλώσαμε, οι δικές μας μουσικές (διαφορετικές για τον καθένα) αλλά από τότε μαζί με εμάς μεγάλωσαν (αναμενόμενα) και όλοι αυτοί. Κάποιοι τα παράτησαν, κάποιοι άλλαξαν δραματικά, κάποιους τους παρατήσαμε εμείς και ο δρόμος συνέχισε σε διάφορους προορισμούς. Κοντεύοντας να τελειώσει και το 2010 νομίζω ότι η καλύτερη ενσάρκωση αυτού του τέλους εποχής είναι το «Norrøn Livskunst» των Solefald.

Έχουν περάσει καμιά 12αριά χρόνια από την πρώτη φορά που τους ακούσαμε σε μια από τις λίγες ωραίες συλλογές του τότε Metal Hammer, έχουν περάσει λίγα παραπάνω χρόνια από το «Jernlov», το οποία ακούσαμε πολύ αργότερα, και λίγα λιγότερα από το shock της πρώτης ακρόασης του «Neonism» και του «Pills Of The Ageless Ills» (ακόμα ο τίτλος τους μου φαίνεται ιδιοφυής) εκείνης της πενταετίας-εξαετίας του απίστευτου boom που πάντα θα έχω στο μυαλό μου ως new weird norway. Και αν όλοι σήμερα μιλάνε με ενθουσιασμό και διθυράμβους για το νέο Deathspell Omega, θα προτιμήσω να μιλήσω για απογοήτευση και αναπόληση του ένδοξου παρελθόντος που προκάλεσε το νέο «Solefald». Γιατί ακριβώς αυτός ο δίσκος χαρακτηρίζει λίγο πολύ το τελευταίο κλείσιμο της αυλαίας όλης εκείνης της τρελοπαρέας που ξεπετάχτηκε από την black metal ατμόσφαιρα για να δημιουργήσει κάτι απείρως σημαντικότερο και σημαντικά πιο μεγαλειώδες, διαρρηγνύοντας αρκετά στεγανά, αλλά πάντα με γνώση των δυνατοτήτων και των αδυναμιών τους ώστε να μην πέφτουν σε παγίδες. Αν οι Ulver ήταν η πρώτη αγάπη (και παντοτινή – μουσική διαφήμισης Lacta) και οι Fleurety ήταν τα απροσάρμοστα ιδιοφυή ξαδερφάκια, οι Solefald ήταν πάντα οι πιο παιχνιδιάρηδες, οι πιο εύγλωττοι και οι πιο πιασάρικοι (χωρίς με αυτό να μειώνουν την εξυπνάδα της μουσικής τους), γι’ αυτό ήταν ίσως και οι πιο άμεσα συμπαθείς.

Έχοντας μια ικανότητα να γράφουν τεράστιες μελωδίες, έχοντας την πένα του Cornelius να ξερνάει εξυπνότατους στίχους και νοήματα (έστω και αν μερικές – και πιστεύω ενσυνείδητα – άγγιζαν εξεζητημένες πλευρές) και κρατώντας αρκετά black metal χαρακτηριστικά για να μπολιάσουν τον ήχο τους, δημιούργησαν τέσσερεις δίσκους που δεν νομίζω να λείπουν από καμιά λίστα αναφοράς στην Νορβηγία. Κάπου εκεί μετά έμπλεξαν σε projects και βιοποριστικά συγκροτήματα, ήρθαν οι Age Of Silence, οι Sturmgeist, οι G.U.T., οι Borknagar, τα βιβλία και άλλες ασχολίες και χωρίς να περάσει ιδιαίτερα πολύς χρόνος (μόλις δυο χρόνια ήταν ανάμεσα στο «Harmonia» και το «Red For Fire»), φαινόταν ότι γύρισε μια σελίδα. Η επόμενη διλογία, concept-ικά αλλά και μουσικά, απομακρύνθηκε από το παρελθόν και τις εκφράσεις τους, έκανε το, ίσως προβλέψιμο, πέρασμά της από την παράδοση και μας έδωσε δυο δίσκους οι οποίοι περιείχαν πολλές κομματάρες, πολλές ωραίες (αλλά ίσως όχι τόσο πρωτοποριακές πλέον) ιδέες, αλλά τους οποίους μερικές λεπτομέρειες έφερναν 2/3 του σκαλιού παρακάτω από τα προηγούμενα. Και όμως, τους ακούσαμε, τους λιώσαμε, πορωθήκαμε και καταφέραμε να κάνουμε και τους ιδιαιτέρως συμβατικούς στίχους να μη μας στοιχίσουν ιδιαίτερα.

Λίγο μετά ήρθε και το, κακό, «Circular Drain», ένα από τα πιο αχρείαστα remix albums που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ και, μ’ αυτά και μ’ αυτά, πέρασαν τέσσερα χρόνια, ήρθε το 2010, και το «Norrøn Livskunst». Νορβηγικός τίτλος, νορβηγικοί στίχοι και μια ακόμα σχετικά νέα κατεύθυνση ηχητικά. Το φοβόμουν από την αρχή αυτό το album. Πραγματικά δεν ξέρω γιατί, ίσως λόγω της γενικότερης ατμόσφαιρας της φετινής χρονιάς, ίσως λόγω και των ίδιων των Solefald που μετά από τόσα χρόνια μπορεί και να χρωστούσαν ένα στραβοπάτημα. Προσπάθησα (όχι εντελώς επιτυχώς) να μην ακούσω τις πρώτες γνώμες όταν πρωτοδιέρρευσε το album, αλλά αυτά που άκουγα με έκαναν να μουδιάζω ακόμα περισσότερο. Προσπάθησα βέβαια να αποβάλλω οποιαδήποτε περίεργα προμηνύματα και τελικά πριν κάποιες μέρες ήρθε και η δικιά μου σειρά να το ακούσω. Η αρχή με το «Song Til Stormen» αντάξια της ασύλληπτης καύλας της πρώτης ακρόασης του «Sun I Call», χαρές, πανηγύρια, χαμόγελα, κουνήματα-κεφαλιού-αντε-τη-γλυτώσαμε-πάλι-και-θα-παραμιλάμε και άλλες τέτοιες ενδείξεις ενθουσιασμού. Προχωράμε στο «Hugferdi» και κάπου κοντοστεκόμαστε. Δεν είναι ακριβώς αυτό που θέλαμε να ακούσουμε, δεν είναι κακό, έχει μερικές ωραίες ιδέες, άσε που οτιδήποτε μετά το προηγούμενο θα έχανε λίγο. Επιστρέφουν κάποιες πρώτες περίεργες σκέψεις αλλά κρατάμε την όρεξη για τη συνέχεια. Και εγένετω «Tittentattenteksti». Πραγματικά, δεν ξέρω (και κανένα άλλος νομίζω) τι ακριβώς σκέφτονταν όταν έγραφαν αυτό το τραγούδι. Ακόμα χειρότερα δεν μπορώ να σκεφτώ τι είχαν στο μυαλό τους όταν το ηχογραφούσαν. Δεν μπορώ ούτε ένα κακόγουστο αστείο να το θεωρήσω, το χιούμορ των Solefald ήταν υψηλής ποιότητας και όχι τα-Pokemοn (It’s pronounced «Pacman», actually!)-βγήκε-παγανιά. Μουσικά επίσης τίποτα παραπάνω από μια μετριότητα με μερικές στιγμές που πλησιάζει το «απλά οκέι». Ο κουβάς με το νερό έχει αρχίσει να πέφτει κατά πάνω μας και προσπαθούμε να βρούμε δυνάμεις να τον αποφύγουμε. Μετά έρχεται και το «Stridsljod / Blackabilly» (ταιριαστός τίτλος ομολογουμένως) που πέρα από το ρυθμό του πάλι δεν έχει να πει πολλά πράγματα. Ίσως σε κάποιο δίσκο των Sturmgeist να το θεωρούσα συμπαθές και χαβαλεδιάρικο αλλά όχι εδώ. Οι δυνάμεις μας, όπως θα καταλάβατε έχουν αρχίσει να μας εγκαταλείπουν. Έρχεται όμως να μας σπρώξει λίγο το «Eykalyptustreet» και να μας δώσει μια ανάσα. Ωραιότατη σύνθεση, με τις μελωδίες και τα φωνητικά που ξέρουν να έχουν οι Solefald, επιστρέφει και το σαξοφωνάκι του, αν και δεν μου βγάζεις από το μυαλό μια (ίσως άδικη) ιδέα ότι αν βρισκόταν σε κάποιο από τα αριστουργήματά τους να μην το θεωρούσαμε τόσο εκπληκτικό κομμάτι. Όμως βρίσκεται εδώ και λέω ότι πρόκειται για το δεύτερο πραγματικά εξαιρετικό κομμάτι του δίσκου. Το «Raudedauden» που ακολουθεί όμως μας φέρνει στην πραγματικότητα. Αρκετά generic τραγούδι, με τα riff του ειδικά να πήζουν στην αδιαφορία και τις φιλότιμες προσπάθειες του Lazare να μην το πολυσώζουν από το να το ξεπεράσουμε σχετικά γρήγορα (και εκείνο το άμοιρο το solo θα μπορούσε κάλλιστα να λείπει). Με το «Vitets Vidd i Verdi» συνεχίζει η καθοδική πορεία. Ξεπερνάω τα πραγματικά κακά πλήκτρα (που ούτε για τους Dimmu Borgir δεν θα έκαναν), τα χαζά background φωνητικά και μένω στην συνθετική ουσία του κομματιού που δεν έχει να πει απολύτως τίποτα. Ειδικά τις αλλαγές, η μπάντα που έχει γράψει το «Backpacka Baba» θα έπρεπε να τις έχει απορρίψει από το πρώτο session ακόμα. Άσε που επιστρέφει και το Pokemon που ξέφυγε από session των Rammstein. Και αφήστε τον άμοιρο τον Lazare ακόμα να παλεύει. Τα δε φωνητικά του Cornelius μέχρι στιγμής δεν έχουν την έντονη οξύτητα που αγαπήσαμε από την αρχή, καταλήγοντας σε κάποια-ακόμα-black-φωνητικά. Το ομώνυμο του δίσκου, ξεκινάει αρκετά ελπιδοφόρα ρίχνοντας τους τόνους, ξεκινάει ένα ημι-ατμοσφαιρικό κοπάνημα που μπροστά στα προηγούμενα μοιάζει σαφώς καλύτερο, έχει και τα όχι-ακριβώς-πανηγυρτζίδικα κοψίματά του αλλά, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, είναι ένα ακόμα τραγούδι (τουλάχιστον μέχρι το σημείο που θυμούνται και το wah-wah – ρε μαλάκα τι άλλο θα ακούσουμε). Από τους Solefald δεν περιμένω κάποια ακόμα τραγούδια. Περιμένω να μου κάνουν τον εγκέφαλό να μετακομίζει στη κοντινότερη διπλανή εναλλακτική πραγματικότητα. Το «Waves Over Valhalla» που επιστρέφει στην προηγούμενη διλογία καταφέρνει να ξεκινήσει με πλήκτρα χειρότερα και από του «Vitets…» (ναι γίνεται και αυτό) αλλα συνεχίζει αρκετά καλά και μάλλον θα το θεωρήσω το τρίτο καλύτερο κομμάτι του δίσκου, ο Cornelius εδώ είναι ωραίος, αλλά η διαφορά με τα δυο πρώτα κομμάτια παραμένει μεγάλη. Σαν out-take των Red/Black δεν είναι και απογοητευτικό, αλλά καταλαβαίνεις γιατί δε χώρεσε σε αυτά. Το mid-tempo κομμάτι του τουλάχιστον έχει κάποιες εκλάμψεις από το παρελθόν. Και κάπως έτσι φτάνουμε στο «Til Heimen Yver Havet», mid-tempo, ατμοσφαιρικό, κάπου ανάμεσα στα μαυροκόκκινα και το «Linear Scaffold», το οποίο είναι ένα συμπαθητικό τραγούδι αλλά τίποτα που θα σε κάνει να ανατριχιάσεις, ειδικά για κλείσιμο δίσκου. Απολογισμός; 1 αριστουργηματικό τραγούδι, 1 πολύ καλό, 2-3 συμπαθητικά προς αδιάφορα, 2-3 μέτρια, 1 κάτω του μετρίου και ένα πραγματικά κακό. Τώρα εσάς δηλαδή αυτό σας φαίνεται θετικός απολογισμός; Γιατί εμένα δεν θα με ικανοποιούσε ούτε από μια άγνωστη μπάντα για την οποία έτρεφα ελπίδες, πόσο μάλλον για ένα συγκρότητα το οποίο έχει ορίσει ένα μεγάλο κομμάτι της μουσικής μου πορείας και από το οποίο περιμένω δίσκο που έχει να δώσει απείρως περισσότερα.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά δεν μπορώ να διώξω από πάνω μου αυτό που έλεγα πιο πάνω, ότι μου φαίνεται ότι η νορβηγική εποχή έχει αρχίσει να περνάει σιγά σιγά στο παρελθόν. Εύχομαι να μην είναι έτσι και να κάνω λάθος. Πραγματικά το εύχομαι και πρόσφατα το ηθικό μου αναπτερώθηκε κάπως με το καινούριο τραγούδι που ανέβασαν οι Fleurety στο Myspace και το οποίο θα περιέχεται στο νέο τους 7άρι και το οποίο σε κάνει να νομίζεις ότι από το «Department Of Apocalyptic Affairs» πέρασε ένα εξάμηνο και όχι δέκα χρόνια. Το περιμένω με κομμένη την ανάσα, αλλά και αυτό δεν μου φτάνει για να αλλάξω απολύτως γνώμη. Περιμένω το full length, αν αποφασίσουν ποτέ να το βγάλουν, για να κρίνω. Τους Solefald συνεχίζω να τους αγαπάω παράφορα, αλλά πλέον δεν μπορώ να κάνω τα στραβά μάτια στο γεγονός ότι κάπου στο Αλμπουκέρκι πήραν μια λάθος στροφή και κάτι δεν τους βγήκε. Θέλω πραγματικά να πιστέψω ότι απλά είναι ένας προσωρινός αποπροσανατολισμός από τα projects και τις λοιπές ασχολίες και ότι θα βρουν ξανά τον εαυτό τους στο μέλλον. Αν θέλω να είμαι ρεαλιστής όμως, πιστεύω ότι άμα σε πάρει το αυλάκι δύσκολα γυρνάς πίσω. Εν μέρει το κατάφεραν οι Monster Magnet φέτος, ας ελπίσουμε ότι μετά από 2-3 χρόνια θα βγάζουμε αλαλαγμούς ηδονής από το τότε album. Για τώρα όμως απαιτείται να επιστρέψουμε στο «Neonism» για να θυμηθούμε τα ύψη στα οποία μπορεί να πετάξει αυτό το συγκρότημα.

σε περίπτωση που αναρωτιόσασταν…

•21 Νοεμβρίου, 2010 • Σχολιάστε

…πώς και πέρασε τόσος καιρός χωρίς αναφορά

I just need an evening
with someone nice to hide me

should we be sad for the month or glad for the sky?

•17 Νοεμβρίου, 2010 • Σχολιάστε

Αν με ρωτούσε κάποιος για τα πράγματα που θα καιγόμουν να δω live πλέον, νομίζω ότι δεν θα χρειαζόμασταν καν τα δάχτυλα και των δυο χεριών για να τα μετρήσουμε. Και καθώς λόγω διαφόρων συνθηκών κάποια από αυτά είναι ξεγραμμένα (αν και αυτό το λέγαμε και για άλλα παλιότερα που τελικά είδαμε), ένα προσωπικό live του Peter Hammill βρίσκεται πολύ ψηλά σε αυτή τη λίστα. Θεωρώ τον εαυτό μου ασύλληπτα τυχερό που κατάφερε να δει τους Van Der Graaf Generator το 2005 στο Λυκαβηττό (έστω και κάτω από όχι ακριβώς ιδανικές συνθήκες ελέω μη headliner θέσης) σε μια εμφάνιση που έμοιαζε larger than life. Το μουσικό έργο του Hammill (για το οποίο έχουμε ξαναμιλήσει εδώ) στο μυαλό μου συμπληρώνει τέλεια αυτό του συγκροτήματός του, ξεγυμνώνοντας ακόμα περισσότερο το, έτσι και αλλιώς, λιτό περιβάλλον των VDGG, απομακρυνόμενο περισσότερο από τον progressive χαρακτήρα του για να καταλήξει σε μια μορφή απόλυτα συναισθηματικού song-writing. Μη με βάλετε να διαλέξω ανάμεσα στις δυο πλευρές του νομίσματος, είναι πέραν των δυνατοτήτων μου.

Μια πρώτη γνωριμία με την live πλευρά του Hammill την είχαμε πρωτοσυναντήσει στο διπλό ημι-bootleg «Skeletons Of Songs» (το οποίο καλά θα κάνετε να ψάξετε να βρείτε άμεσα). Η ανακοίνωση της εμφάνισής του στην Αθήνα ήταν από τα πιο χαρμόσυνα μουσικά μηνύματα του τελευταίου μήνα (αφού ξεφύγαμε από ένα μικρό φόβο ότι θα τον έφερνε η Alterground). Νομίζω ότι δεν θα άντεχα τον εαυτό μου αν η βαρεμάρα που με κατακλύζει για τα live, με έκανε να το χάσω και αυτό, οπότε φρόντισα να προμηθευτώ εισιτήρια, για να μην έχω δικαιολογία μετά. Εισιτήριο λογικότατο σε τιμή, το Κύταρρο πλέον από τους πιο συμπαθείς συναυλιακούς χώρους, συναυλία που να ξεκινάει νωρίς και χωρίς support, ίσως οι ιδανικότερες συνθήκες που θα μπορούσαμε να έχουμε. Στο club είχαν προστεθεί και τραπεζάκια για μια πιο nightclub αισθητική, ο μέσος όρος ηλικίας άνω των 50 (αναρωτιέμαι που είναι κρυμμένοι όλοι αυτοί) αλλά η άνεση μοναδική. Ούτε στριμωξίδι, ούτε φασαρία, ούτε τίποτα. Περιμέναμε βέβαια κάνα μισαωρο να ξεκινήσει αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα. Δεν ξέρω αν θα προτιμούσα τον Hammill με συγκρότημα να τον συνοδεύει ή έτσι όπως εμφανίστηκε αλλά δεν θα παραπονεθώ γι’ αυτό. Μορφή εντελώς Βρετανική, με τεράστια αρχοντιά, χωρίς πολλά πολλά λόγια εκτός από ένα ευχαριστώ και τους τίτλους των τραγουδιών, αλλά η οποία μεταμορφωνόταν αμέσως όταν ξεκινούσε η ερμηνία του. Παρά τα 70τόσα του χρόνια, η φωνή του παραμένει σε εξαίσια φόρμα, όσο εκφραστική ήταν και πριν 40 χρόνια και, αντί να προδίδει την κούραση της ηλικίας, είχε μια σχεδόν εκρηκτική ένταση. Μοιράζοντας το set του ανάμεσα σε πιάνο και κιθάρα, έχοντας ξεκοκκαλίσει ακόμα περισσότερο την δομή των κομματιών του, η μουσική έμοιαζε απλά το υπόβαθρο για την παράσταση που έδινε η φωνή του. Στο πιάνο μου φαίνεται ότι τα πήγαινε λίγο καλύτερα, ίσως έχει και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση από ότι στην κιθάρα, αλλά και οι δυο πλευρές της εμφάνισής του ήταν εξίσου δυναμικές.

Το setlist δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό αλλά, από την άλλη πλευρά, δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι και απογοητευτικό. Παλιά και νέα, αναρωτιέμαι τι δυσκολία θα αντιμετωπίζει όταν προσπαθεί να τα επιλέξω. Χοντρικά είναι το παρακάτω (ίσως ξεχνάω 1-2):

My Room
The Unconscious Life
Incoherence (Gone Ahead)
The Mercy
The Comet, The Course, The Tail
If I Could
Just Good Friends
Ophelia
Driven
Sitting Targets
Patient
A Better Time
Friday Afternoon
Undone
Still Life
The Birds

Μεγάλες στιγμές τα «Mercy», «If I could», «Sitting Targets», «Gone Ahead», ασύλληπτα υπερβατική η εκτέλεση του «Still Life» (για το οποίο όσα επίθετα και αν χρησιμοποιηθούν, δεν θα μπορέσουν ποτέ να περιγράψουν ικανοποιητικά το μεγαλείο του), ενώ στο άκουσμα των πρώτων νοτών του «The Birds» (στο πρώτο και μοναδικό encore) από το χαμόγελο κόντεψε το κεφάλι μου να κοπεί στα δυο. Και μόνο γι’ αυτό οφείλω ένα τεράστιο ευχαριστώ στον θείο Peter. Νομίζω ότι αν κάπου εκεί μέσα υπήρχε και ένα «Easy to slip away» δεν θα είχα επιβιώσει από το live. Τι άλλο να πει κανεις; Είμαστε τυχεροί που καταφέραμε και το είδαμε αυτό, είμαστε ακόμα τυχερότεροι που ο Peter Hammill συνεχίζει και ασχολείται με τη μουσική του. Αναμένοντας το καινούριο album των Van Der Graaf Generator τον Μάρτη του 2011, θα ξαναξεθάψουμε το «Skeletons Of Songs» και θα θυμόμαστε μια ακόμα συναυλιακή εμπειρία που θα διηγούμαστε στα παιδιά μας.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε