the art of living

Τείνω συχνά όταν μιλάω για μουσική να κάνω παραλληλισμούς με τις ερωτικές σχέσεις, τίποτα ιδιαίτερα πρωτότυπο νομίζω, αφού έτσι και αλλιώς, τούτη η σχέση μας έχει καθορίσει σε μεγάλο σημείο και πολύ συχνά έχει καθορίσει και τις υπόλοιπες σχέσεις όπως τις βλέπουμε μέσα από το πρίσμα της. Γι’ αυτό πολλές φορές προβληματίζομαι όταν θέλω να μιλήσω για πολύ κοντινά σε εμένα πράγματα, ειδικά όταν αυτά δεν καταλήγουν όπως θα ήθελα. Η φετινή χρονιά, μετά από πολλές χρονιές ενθουσιασμού, νομίζω ότι είναι καταδικασμένη να φύγει λίγο μουδιασμένα. Ποτέ πριν δεν είχα τόσο πολύ την αίσθηση του ότι τελειώνει μια εποχή, ίσως επηρεαζόμενος και από τις υπόλοιπες συνθήκες. Όμως με το 2010 να φεύγει κλείνει και η 20ετία (ή εναλλακτικά 15ετία) της ενθουσιώδης ενασχόλησής μας με τη μουσική, από τις πρώτες μας γραμμένες κασσετες μέχρι και τα τελευταία συλλεκτικά βινύλια. Κάπου εκεί στα μέσα των 90s εμφανίστηκαν οι μπάντες με τις οποίες μεγαλώσαμε, οι δικές μας μουσικές (διαφορετικές για τον καθένα) αλλά από τότε μαζί με εμάς μεγάλωσαν (αναμενόμενα) και όλοι αυτοί. Κάποιοι τα παράτησαν, κάποιοι άλλαξαν δραματικά, κάποιους τους παρατήσαμε εμείς και ο δρόμος συνέχισε σε διάφορους προορισμούς. Κοντεύοντας να τελειώσει και το 2010 νομίζω ότι η καλύτερη ενσάρκωση αυτού του τέλους εποχής είναι το «Norrøn Livskunst» των Solefald.

Έχουν περάσει καμιά 12αριά χρόνια από την πρώτη φορά που τους ακούσαμε σε μια από τις λίγες ωραίες συλλογές του τότε Metal Hammer, έχουν περάσει λίγα παραπάνω χρόνια από το «Jernlov», το οποία ακούσαμε πολύ αργότερα, και λίγα λιγότερα από το shock της πρώτης ακρόασης του «Neonism» και του «Pills Of The Ageless Ills» (ακόμα ο τίτλος τους μου φαίνεται ιδιοφυής) εκείνης της πενταετίας-εξαετίας του απίστευτου boom που πάντα θα έχω στο μυαλό μου ως new weird norway. Και αν όλοι σήμερα μιλάνε με ενθουσιασμό και διθυράμβους για το νέο Deathspell Omega, θα προτιμήσω να μιλήσω για απογοήτευση και αναπόληση του ένδοξου παρελθόντος που προκάλεσε το νέο «Solefald». Γιατί ακριβώς αυτός ο δίσκος χαρακτηρίζει λίγο πολύ το τελευταίο κλείσιμο της αυλαίας όλης εκείνης της τρελοπαρέας που ξεπετάχτηκε από την black metal ατμόσφαιρα για να δημιουργήσει κάτι απείρως σημαντικότερο και σημαντικά πιο μεγαλειώδες, διαρρηγνύοντας αρκετά στεγανά, αλλά πάντα με γνώση των δυνατοτήτων και των αδυναμιών τους ώστε να μην πέφτουν σε παγίδες. Αν οι Ulver ήταν η πρώτη αγάπη (και παντοτινή – μουσική διαφήμισης Lacta) και οι Fleurety ήταν τα απροσάρμοστα ιδιοφυή ξαδερφάκια, οι Solefald ήταν πάντα οι πιο παιχνιδιάρηδες, οι πιο εύγλωττοι και οι πιο πιασάρικοι (χωρίς με αυτό να μειώνουν την εξυπνάδα της μουσικής τους), γι’ αυτό ήταν ίσως και οι πιο άμεσα συμπαθείς.

Έχοντας μια ικανότητα να γράφουν τεράστιες μελωδίες, έχοντας την πένα του Cornelius να ξερνάει εξυπνότατους στίχους και νοήματα (έστω και αν μερικές – και πιστεύω ενσυνείδητα – άγγιζαν εξεζητημένες πλευρές) και κρατώντας αρκετά black metal χαρακτηριστικά για να μπολιάσουν τον ήχο τους, δημιούργησαν τέσσερεις δίσκους που δεν νομίζω να λείπουν από καμιά λίστα αναφοράς στην Νορβηγία. Κάπου εκεί μετά έμπλεξαν σε projects και βιοποριστικά συγκροτήματα, ήρθαν οι Age Of Silence, οι Sturmgeist, οι G.U.T., οι Borknagar, τα βιβλία και άλλες ασχολίες και χωρίς να περάσει ιδιαίτερα πολύς χρόνος (μόλις δυο χρόνια ήταν ανάμεσα στο «Harmonia» και το «Red For Fire»), φαινόταν ότι γύρισε μια σελίδα. Η επόμενη διλογία, concept-ικά αλλά και μουσικά, απομακρύνθηκε από το παρελθόν και τις εκφράσεις τους, έκανε το, ίσως προβλέψιμο, πέρασμά της από την παράδοση και μας έδωσε δυο δίσκους οι οποίοι περιείχαν πολλές κομματάρες, πολλές ωραίες (αλλά ίσως όχι τόσο πρωτοποριακές πλέον) ιδέες, αλλά τους οποίους μερικές λεπτομέρειες έφερναν 2/3 του σκαλιού παρακάτω από τα προηγούμενα. Και όμως, τους ακούσαμε, τους λιώσαμε, πορωθήκαμε και καταφέραμε να κάνουμε και τους ιδιαιτέρως συμβατικούς στίχους να μη μας στοιχίσουν ιδιαίτερα.

Λίγο μετά ήρθε και το, κακό, «Circular Drain», ένα από τα πιο αχρείαστα remix albums που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ και, μ’ αυτά και μ’ αυτά, πέρασαν τέσσερα χρόνια, ήρθε το 2010, και το «Norrøn Livskunst». Νορβηγικός τίτλος, νορβηγικοί στίχοι και μια ακόμα σχετικά νέα κατεύθυνση ηχητικά. Το φοβόμουν από την αρχή αυτό το album. Πραγματικά δεν ξέρω γιατί, ίσως λόγω της γενικότερης ατμόσφαιρας της φετινής χρονιάς, ίσως λόγω και των ίδιων των Solefald που μετά από τόσα χρόνια μπορεί και να χρωστούσαν ένα στραβοπάτημα. Προσπάθησα (όχι εντελώς επιτυχώς) να μην ακούσω τις πρώτες γνώμες όταν πρωτοδιέρρευσε το album, αλλά αυτά που άκουγα με έκαναν να μουδιάζω ακόμα περισσότερο. Προσπάθησα βέβαια να αποβάλλω οποιαδήποτε περίεργα προμηνύματα και τελικά πριν κάποιες μέρες ήρθε και η δικιά μου σειρά να το ακούσω. Η αρχή με το «Song Til Stormen» αντάξια της ασύλληπτης καύλας της πρώτης ακρόασης του «Sun I Call», χαρές, πανηγύρια, χαμόγελα, κουνήματα-κεφαλιού-αντε-τη-γλυτώσαμε-πάλι-και-θα-παραμιλάμε και άλλες τέτοιες ενδείξεις ενθουσιασμού. Προχωράμε στο «Hugferdi» και κάπου κοντοστεκόμαστε. Δεν είναι ακριβώς αυτό που θέλαμε να ακούσουμε, δεν είναι κακό, έχει μερικές ωραίες ιδέες, άσε που οτιδήποτε μετά το προηγούμενο θα έχανε λίγο. Επιστρέφουν κάποιες πρώτες περίεργες σκέψεις αλλά κρατάμε την όρεξη για τη συνέχεια. Και εγένετω «Tittentattenteksti». Πραγματικά, δεν ξέρω (και κανένα άλλος νομίζω) τι ακριβώς σκέφτονταν όταν έγραφαν αυτό το τραγούδι. Ακόμα χειρότερα δεν μπορώ να σκεφτώ τι είχαν στο μυαλό τους όταν το ηχογραφούσαν. Δεν μπορώ ούτε ένα κακόγουστο αστείο να το θεωρήσω, το χιούμορ των Solefald ήταν υψηλής ποιότητας και όχι τα-Pokemοn (It’s pronounced «Pacman», actually!)-βγήκε-παγανιά. Μουσικά επίσης τίποτα παραπάνω από μια μετριότητα με μερικές στιγμές που πλησιάζει το «απλά οκέι». Ο κουβάς με το νερό έχει αρχίσει να πέφτει κατά πάνω μας και προσπαθούμε να βρούμε δυνάμεις να τον αποφύγουμε. Μετά έρχεται και το «Stridsljod / Blackabilly» (ταιριαστός τίτλος ομολογουμένως) που πέρα από το ρυθμό του πάλι δεν έχει να πει πολλά πράγματα. Ίσως σε κάποιο δίσκο των Sturmgeist να το θεωρούσα συμπαθές και χαβαλεδιάρικο αλλά όχι εδώ. Οι δυνάμεις μας, όπως θα καταλάβατε έχουν αρχίσει να μας εγκαταλείπουν. Έρχεται όμως να μας σπρώξει λίγο το «Eykalyptustreet» και να μας δώσει μια ανάσα. Ωραιότατη σύνθεση, με τις μελωδίες και τα φωνητικά που ξέρουν να έχουν οι Solefald, επιστρέφει και το σαξοφωνάκι του, αν και δεν μου βγάζεις από το μυαλό μια (ίσως άδικη) ιδέα ότι αν βρισκόταν σε κάποιο από τα αριστουργήματά τους να μην το θεωρούσαμε τόσο εκπληκτικό κομμάτι. Όμως βρίσκεται εδώ και λέω ότι πρόκειται για το δεύτερο πραγματικά εξαιρετικό κομμάτι του δίσκου. Το «Raudedauden» που ακολουθεί όμως μας φέρνει στην πραγματικότητα. Αρκετά generic τραγούδι, με τα riff του ειδικά να πήζουν στην αδιαφορία και τις φιλότιμες προσπάθειες του Lazare να μην το πολυσώζουν από το να το ξεπεράσουμε σχετικά γρήγορα (και εκείνο το άμοιρο το solo θα μπορούσε κάλλιστα να λείπει). Με το «Vitets Vidd i Verdi» συνεχίζει η καθοδική πορεία. Ξεπερνάω τα πραγματικά κακά πλήκτρα (που ούτε για τους Dimmu Borgir δεν θα έκαναν), τα χαζά background φωνητικά και μένω στην συνθετική ουσία του κομματιού που δεν έχει να πει απολύτως τίποτα. Ειδικά τις αλλαγές, η μπάντα που έχει γράψει το «Backpacka Baba» θα έπρεπε να τις έχει απορρίψει από το πρώτο session ακόμα. Άσε που επιστρέφει και το Pokemon που ξέφυγε από session των Rammstein. Και αφήστε τον άμοιρο τον Lazare ακόμα να παλεύει. Τα δε φωνητικά του Cornelius μέχρι στιγμής δεν έχουν την έντονη οξύτητα που αγαπήσαμε από την αρχή, καταλήγοντας σε κάποια-ακόμα-black-φωνητικά. Το ομώνυμο του δίσκου, ξεκινάει αρκετά ελπιδοφόρα ρίχνοντας τους τόνους, ξεκινάει ένα ημι-ατμοσφαιρικό κοπάνημα που μπροστά στα προηγούμενα μοιάζει σαφώς καλύτερο, έχει και τα όχι-ακριβώς-πανηγυρτζίδικα κοψίματά του αλλά, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, είναι ένα ακόμα τραγούδι (τουλάχιστον μέχρι το σημείο που θυμούνται και το wah-wah – ρε μαλάκα τι άλλο θα ακούσουμε). Από τους Solefald δεν περιμένω κάποια ακόμα τραγούδια. Περιμένω να μου κάνουν τον εγκέφαλό να μετακομίζει στη κοντινότερη διπλανή εναλλακτική πραγματικότητα. Το «Waves Over Valhalla» που επιστρέφει στην προηγούμενη διλογία καταφέρνει να ξεκινήσει με πλήκτρα χειρότερα και από του «Vitets…» (ναι γίνεται και αυτό) αλλα συνεχίζει αρκετά καλά και μάλλον θα το θεωρήσω το τρίτο καλύτερο κομμάτι του δίσκου, ο Cornelius εδώ είναι ωραίος, αλλά η διαφορά με τα δυο πρώτα κομμάτια παραμένει μεγάλη. Σαν out-take των Red/Black δεν είναι και απογοητευτικό, αλλά καταλαβαίνεις γιατί δε χώρεσε σε αυτά. Το mid-tempo κομμάτι του τουλάχιστον έχει κάποιες εκλάμψεις από το παρελθόν. Και κάπως έτσι φτάνουμε στο «Til Heimen Yver Havet», mid-tempo, ατμοσφαιρικό, κάπου ανάμεσα στα μαυροκόκκινα και το «Linear Scaffold», το οποίο είναι ένα συμπαθητικό τραγούδι αλλά τίποτα που θα σε κάνει να ανατριχιάσεις, ειδικά για κλείσιμο δίσκου. Απολογισμός; 1 αριστουργηματικό τραγούδι, 1 πολύ καλό, 2-3 συμπαθητικά προς αδιάφορα, 2-3 μέτρια, 1 κάτω του μετρίου και ένα πραγματικά κακό. Τώρα εσάς δηλαδή αυτό σας φαίνεται θετικός απολογισμός; Γιατί εμένα δεν θα με ικανοποιούσε ούτε από μια άγνωστη μπάντα για την οποία έτρεφα ελπίδες, πόσο μάλλον για ένα συγκρότητα το οποίο έχει ορίσει ένα μεγάλο κομμάτι της μουσικής μου πορείας και από το οποίο περιμένω δίσκο που έχει να δώσει απείρως περισσότερα.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά δεν μπορώ να διώξω από πάνω μου αυτό που έλεγα πιο πάνω, ότι μου φαίνεται ότι η νορβηγική εποχή έχει αρχίσει να περνάει σιγά σιγά στο παρελθόν. Εύχομαι να μην είναι έτσι και να κάνω λάθος. Πραγματικά το εύχομαι και πρόσφατα το ηθικό μου αναπτερώθηκε κάπως με το καινούριο τραγούδι που ανέβασαν οι Fleurety στο Myspace και το οποίο θα περιέχεται στο νέο τους 7άρι και το οποίο σε κάνει να νομίζεις ότι από το «Department Of Apocalyptic Affairs» πέρασε ένα εξάμηνο και όχι δέκα χρόνια. Το περιμένω με κομμένη την ανάσα, αλλά και αυτό δεν μου φτάνει για να αλλάξω απολύτως γνώμη. Περιμένω το full length, αν αποφασίσουν ποτέ να το βγάλουν, για να κρίνω. Τους Solefald συνεχίζω να τους αγαπάω παράφορα, αλλά πλέον δεν μπορώ να κάνω τα στραβά μάτια στο γεγονός ότι κάπου στο Αλμπουκέρκι πήραν μια λάθος στροφή και κάτι δεν τους βγήκε. Θέλω πραγματικά να πιστέψω ότι απλά είναι ένας προσωρινός αποπροσανατολισμός από τα projects και τις λοιπές ασχολίες και ότι θα βρουν ξανά τον εαυτό τους στο μέλλον. Αν θέλω να είμαι ρεαλιστής όμως, πιστεύω ότι άμα σε πάρει το αυλάκι δύσκολα γυρνάς πίσω. Εν μέρει το κατάφεραν οι Monster Magnet φέτος, ας ελπίσουμε ότι μετά από 2-3 χρόνια θα βγάζουμε αλαλαγμούς ηδονής από το τότε album. Για τώρα όμως απαιτείται να επιστρέψουμε στο «Neonism» για να θυμηθούμε τα ύψη στα οποία μπορεί να πετάξει αυτό το συγκρότημα.

~ από KsDms στο Νοέμβριος 22, 2010.

11 Σχόλια to “the art of living”

  1. Δε μπορώ να καταλάβω πως γίνεται να <> έτσι απότομα το cd μετά το Song Til Stormen.Θα είμαι για αρκετό καιρό in denial για το μάλλον αναπόφευκτο τέλος των πάρα πολλών αριστουργημάτων νορβηγικής προέλευσης..Ίδωμεν..

  2. η λέξη που λείπει είναι »κατηφορίζει».Καταραμένη html.

  3. H νορβηγικη σκηνη των 90’s εχει εδω και καιρο φτασει στη δυση της φιλε μου..και εχει περασει στην ιστορια ταυτοχρονα σαν μια απο τις πιο ιδιομορφες και γονιμες που εζησε η (μεταλλικη,τοτε μονο αμα ησουν μεταλλας θα επεφτες στο δρομο των ulver πχ.οτι και να ακουμε σημερα)γενια μας.., .απλα σκεψου οτι αυτα που θεωρουσαμε καινοτομα η φρεσκα τοτε σημερα ειναι μπαντες με 15-20 χρονια στις πλατες τους.btw, η συλλογη στην οποια αναφερεσαι ειναι το dark rhapsodies του metal hammer ε?εποχες κι αυτες!το σιντακι ακομα το εχω..

  4. Καλά τα λέτε όλοι. Αλλά μετά θα βγει και το Thorns και δεν θα μας βγαίνει στο μέτρημα ο τυχαίος θάνατος της αναρχικής νορβηγικής σκηνής! Να μην μαλακιζόταν και ο Fenriz με τα παπαχελάδικα panzerfausts που βγάζει τώρα, τι καλά που θα ‘ταν

  5. Καταλαβαίνουμε ότι το Thorns δεν θα βγει ποτέ ετσι;

  6. +1 για το thorns δυστυχώς.

  7. βγει δε βγει φιλε kiwikorr εγω πιστευω και στο momentum ενος album, αφου μιλαμε για μια ολοκληρη μουσικη σκηνη.αλλη η βαρυτητα του επερχομενου thorns αν βγει το 2011 αλλη αν εβγαινε το 2002 η 2003 πχ οταν ειχαμε ακομα φρεσκους τους cadaver inc, τους dhg,το rebel extravaganza των satyricon κοκ.τοτε ισως εκανε τη διαφορα.παρε για παραδειγμα και το paracletus.τωρα εχει λυσσαξει ολος ο κοσμος(δικαιως) γιατι οι deathspell εδω και 6 χρονια παραγουν μουσικη σαν κουνελια και γιατι το orthodox ειναι trendy.αν το paracletus εβγαινε ομως το 2017 πχ περα απο την δεδομενη μουσικη αξια του, οι εξελιξεις η το ενδιαφερον του κοσμου μπορει να μην ηταν το ιδιο…μπορει να μην υπηρχε black metal καν χε!

  8. Ναι, αλλά η βαρύτητα δεν ορίζεται μόνο από το σοκ που θα προκαλέσει, αλλά από το τι έχει μέσα. Εκνευρίζομαι που ο κάθε ψιλομπούλης που «γελάει με τους immortal» και «από darkthrone έχει ακούσει εναδυό δεν θυμάται τίτλους κάτι με νατάσα» έχει τόσο εύκολα την ευκαιρία να βομβαρδίσει το ίντερνετ με γνώμες για το πόσο οι Deathspell Omega εξύψωσαν το black metal με τα albums τους. Για αυτό και πχ γουστάρω που πανηγυρίζω μόνος μου για το τελευταίο Forgotten Woods (εξαιρετικά άκαιρο album) ενώ σφίγγομαι όταν για deathspell μπορεί να μου πει Ο_Οποιοσδήποτε. Φοβάμαι μη μου λένε οι θείες μου στο χωριό για το κένωσε τι ωραίο που είναι, αλλά οι DsO ξεπουλήθηκαν επειδή προ2004 έλεγαν πως δεν θα κόψουν ποτέ σιντί, μόνο βινύλιο. Υπό αυτές τας συνθήκας, το Thorns όποτε και να βγει θα είναι έγκυρο, αν και ομολογουμένως το 2001 ήταν η χρονιά του όπως λες. Δεν θα μπορούσε να χε βγει άλλοτε. Το Solefald προσωπικά το κρίνω αυστηρά για το τι έχει μέσα, όχι για την εποχή και όλα αυτά. Και λέω πως θα θελα να χει περισσότερα μέσα. Σήμερα μου είπε ένας «δεν το χεις πάρει ΧΑΜΠΑΡΙ το album», μπορεί και να χει δίκιο. Υπό τις ίδιες συνθήκες, σιγά που πέθανε το black metal. Μπορεί να πέθανε η δημοτικότητά του (που ούτε καν τελικά), μπορεί να πέθανε αυτό το σουπερνόβα που έγινε στη Νορβηγία, αλλά προσωπικά νιώθω πως βγαίνουν γαμώ τους δίσκοι ενίοτε. Ακόμα και στη Νορβηγία!

  9. Καταρχην, προσωπικά μιλώντας, δεν ανάφερα τέλος εποχής σε ο,τι αφορούσε στο black metal αναφερόμενος στους Solefald και στη Νορβηγία. Θεωρώ αρκετά περιοριστικό να τους αναφέρεις σε αυτό το πλαίσιο, γιατί αυτοί και αλλα 5-10 συγκροτήματα τότε κατάφεραν να φτιάξουν κάτι πέρα από το είδος και, κακά τα ψέμματα, πλέον δεν υπάρχει κάτι ιδιαιτέρως ανάλογο. Κατά τ’ αλλα προφανώς και στο black metal βγήκαν και βγαίνουν εξαιρετικά πράγματα, μην επαναλαμβανόμαστε, δεν είναι το θέμα μας αυτό εδώ. Και ακόμα πιο προφανώς το album δεν κρίνεται σε σχέση με την εποχη που βγήκε αλλά σύμφωνα με το μουσικό του περιεχόμενο, που και το 98 να έβγαινε πάλι μέτριο θα ήταν. Κατά τ’ αλλα τους Deathspell Omega σας στο δικό σας ποστ!

  10. Κοιτάξτε, ας μην γελιόμαστε. Υπάρχει εκεί έξω πράμα που σπαρταρά και μένει στην αφάνεια. Στο blackmetal ακόμα περισσότερο, διότι κάθε τι καλό χάνεται κάτω από ένα τόνο σαβούρας. Avantgarde ή μη…περιμένουμε thorns, mayhem, dhg για να δούμε καινούριο φως στο τούνελ.

  11. Α και οποίος δέν έχει κάτσει να μετρήσει τα »wow» του abbath στο diabolical fullmoon mysticism και να χάσει το μέτρημα, δέν ξέρω κατά πόσο μπορεί να έχει γνώμη για την ποιοτική »ανύψωση» του blackmetal σε σχέση με τους παλιούς. Το είπε όμως και ένας σοφός κάποτε πως δέν γίνεται σύγκριση, διότι »είναι άλλα τα μεγέθη, σαφώς» που τώρα μάλλον θα γελάει που το θυμήθηκα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: