remains part 3: this time it’s a year!

•23 Ιανουαρίου, 2011 • Σχολιάστε

Αισίως μπήκαμε στην τελευταία βδομάδα του Ιανουαρίου. Ο νέος χρόνος δεν ξεκίνησε με τον πλέον δυναμικό τρόπο, αλλά σε χτεσινές συζητήσεις για αναμενόμενες κυκλοφορίες και συναυλίες, συνειδητοποιώ ότι έχουμε πολλά ωραία πράγματα να περιμένουμε. Επίσης έχουν αρχίσει να καταθέτονται οι πρώτες ταξιδιωτικές προτάσεις οπότε είμαστε ακόμα πιο χαρούμενοι. Από καινούρια (aka φετινά) πράγματα έχω προλάβει να ακούσω μόνο το «Honeymoon Punch» της Jenn Grant (μου άρεσε πάρα πολύ η φωνή της στη διασκευή του «Who By Fire» που αναφέρθηκε στο προηγούμενο post), το οποίο δυστυχώς είναι ένα ημιαδιάφορο indie folk album και μια φορά το «King is Dead» των Decemberists που ακούστηκε αρκετά ενδιαφέρον αλλά, προφανώς, δεν συγκράτησα σχεδόν τίποτα.

Οι υπόλοιπες μέρες έχουν αφιερωθεί κυρίως στο συμμάζεμα όλων αυτών που δεν πρόλαβα να ακούσω ή που δεν πήρα χαμπάρι το 2010, καθώς και μερικά παλιότερα που προήλθαν από αγορές ή περίεργες εμπνεύσεις. Το «Through low lights and trees» των Smoke Fairies που χάθηκε κάπου στον πανικό των τελευταίων ημερών ήταν ωραίο, αλλά όχι τόσο φανταστικά γοητευτικό όσο η πρώτη μου επαφή μαζί τους, ενώ οι λίγες πρώτες ακροάσεις της συνεργασίας Dakota Suite και Emanuele Errante μοιάζει να είναι από τους δίσκους που θα λατρέψεις επειδή καταφέρνουν να σε συγκινήσουν άμεσα και ολοκληρωτικά. Εχω κάτεβάσει και δυο δίσκους κυρίως λόγω της word-of-mouth φασαρίας που ακούγεται γύρω απο το όνομά τους, αλλά οι Joy Division-ικές καταβολές των μεν Soft Moon και οι Mercyful Fate-ικές των δε Ghost δεν αφήνουν τις προσδοκίες μου να φτάσουν ιδιαίτερα ψηλά. Από την άλλη πλευρά το Horse Feathers που μου πρότεινε ο Μάνος (και ελπίζω να ξεβαρεθεί να γράψει τίποτα γι’ αυτό), αλλά και οι black metal προτάσεις των Urfaust («Der Freiwillige Bettler»), Woe («Quietly, Undramatically» – πόσο un-black metal τίτλος) με κάνουν να ανυπομονώ αρκετά. Το «The road to the octagon» των Impaled Nazarene ξέρω ότι δεν θα είναι ο δίσκος που θα μου αλλάξει τη ζωή, αλλά μπορώ να ελπίζω σε λίγο καλό rock ‘n’ roll. Θα πρέπει να την ομολογήσω την αμαρτία μου πάντως, ότι πέρισυ ήταν μια ιδιαιτέρως ισχνή χρονιά σε black (ή οποιουδήποτε είδους εδώ που τα λέμε) metal ηχοκύματα. Δεν υπόσχομαι ότι θα το διορθώσω φέτος γιατί ποτέ δεν μπορώ να προβλέψω τις μουσικές ορέξεις μου, αλλά θα ήθελα να θυμηθώ λίγο περισσότερο το παρελθόν.

Μιλώντας για rock ‘n’ roll όμως, καταφέραμε σήμερα να δούμε το «Lemmy». Δηλώνω αμετανόητα fanboy τόσο της μουσικής των Motorhead και της προσωπικότητας του ίδιου του Lemmy (από τους λίγους μουσικούς που μπορώ να πω ότι «θαυμάζω» με τα προτερήματα και τα ελαττώματά του), αν και ξέρω ότι παίζει να φάω πάλι κράξιμο από μέλη του SDM. Από την ίδια την ταινία μάλλον περίμενα κάτι πιο εντυπωσιακό και larger-than-life, αλλά τελικά μου άρεσε πάρα πολύ ακριβώς επειδή είχε και τις rock ‘n’ roll στιγμές, και τις μυθολογικές της, και τις άβολες, και τις καθυστερημένες, ακόμα και αυτές τις συγκινητικές. Δεν ξέρω πόσο στημένη ήταν ή πόσο καλός ηθοποιός είναι ο ίδιος ο Lemmy, αλλά για αυτή τη φορά θα επιλέξω να κλείσω το διακόπτη του σκεπτικισμού μου και να τα πάρω όλα τοις μετρητοίς. Αν σας αρέσουν τα μουσικά ντοκυμαντέρ ή οι Motorhead, να κάτσετε να το δείτε και θα γελάσετε και θα πορωθείτε και θα μάθετε πέντε πράγματα. Σε ένα τέλειο κόσμο, στο Wire θα χώραγε παρουσίαση για το «Lemmy». Επειδή δεν ζούμε σε ένα τέλειο κόσμο περιμένουμε να βγει ντοκιμαντέρ για τους Sonic Youth ή για το χιλιοστό project του Thurston Moore.

Να μην ξεχάσω πριν τελειώσω να αναφέρω και δυο πανέμορφες ανακαλύψεις που προήλθαν από τυφλές αγορές. Τόσο το «38:22» των Parallel Lines, όσο και το «Α parable on the aporia of vengance and the beauty of impenetrable sadness» των A Death Cinematic είναι εξαιρετικές σπουδές πάνω στη μουσική απλότητα. Κάτι που σκεφτόμουν τώρα τελευταία είναι πόσο με το πέρασμα των χρόνων εντυπωσιάζομαι περισσότερο από τη λιτότητα μιας μουσικής δημιουργίας, από ότι από την πολυπλοκότητα που ζητούσα παλιότερα. Όχι ότι ακόμα και σήμερα δηλαδή δεν θα εκτιμήσω ένα πολυεπίπεδα δομημένο δίσκο, αλλά οι πραγματικές συγκινήσεις μου κρύβονται περισσότερο στη ολιγόλογη διάλεκτο ορισμένων μουσικών. Ακόμα και οι σιωπές μοιάζουν πιο ελκυστικές (και, όχι, αυτό δε σημαίνει ότι θα ακολουθήσει ποτέ post παιάνας για το «4:33», συνεχίζουν να υπάρχουν πράγματα που τα θεωρώ υπερβολικά avant garde για μένα). Επειδή όμως έχω μια τάση να ξεφεύγω από το θέμα μου, ας επιστρέψουμε σε αυτό που έλεγα (αν ποτέ διαβάσει αυτό το κείμενο ο παλιός καθηγητής της έκθεσής μου στο φροντιστήριο θα κάνει να κοιμηθεί κάνα μήνα). Σας έλεγα για τους Parallel Lines και τους A Death Cinematic λοιπόν. Και οι δυο ξεκινούν από σαφώς post rock υπόβαθρο, δεν ξεχνούν πολύ τις ρίζες τους, αλλά επιλέγουν να ξεγυμνώσουν εντελώς τη μουσική τους. Το διπλό album των ADC είναι ψυχεδελικά αργόσυρτο, επιλέγοντας να αναπτύσσουν τα θέματά τους με την ησυχία τους σε μακρόσυρτες συνθέσεις που παίζουν με τις λεπτομέρειες των αλλαγών κατά τη διάρκειά τους. Οι Parallel Lines είναι ελαφρώς πιο συναισθηματικοί αλλά κινούνται και αυτοί με σαφή προσανατολισμό στην ψυχεδέλεια, με λίγο περισσότερους ήχους στη διάθεσή τους, αλλά με εξίσου προσοχή στην απλότητα των εργαλείων τους. Πέρα από τη μουσική αξία τους, και οι δυο δίσκοι, έρχονται σε άκρως προσεγμένο και καλοφτιαγμένο περιτύλιγμα, δείχνοντας πόσα μπορεί να κάνει κάποιος που απλά έχει έμπνευση και μεράκι να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο έργο. Ευτυχώς αποφεύγουν οποιαδήποτε συλλεκτική εκμετάλλευση και παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ελαφρώς limited κυκλοφορίες, η τιμή τους είναι λογικότατη (ας τα ακούνε αυτά παλαιοί και νέοι black metal-άδες που όπου βρίσκουν την αγελάδα τη σκίζουν στο άρμεγμα). Ακόμα και να μην τα αγοράσει κάποιος, ας ψάξει να τα βρει να τα ακούσει.

Άλλα είκοσι λεπτά μένουν για να περάσει και η προτελευταία Κυριακή του Ιανουαρίου. Σιγά σιγά ώρα να τα μαζεύουμε και να κινούμαστε προς τη ζεστασιά των κουβερτών μας (τις οποίες πρέπει να ξεμπλέξουμε γιατί κοιμόμαστε και ανήσυχα τώρα τελευταία). Καλό σας βράδυ και ίσως την επόμενη φορά να μιλήσουμε κινηματογραφικά για το «Nord», αλλά και τη μουσική του.

careful with that axe, apollo

•19 Ιανουαρίου, 2011 • 3 Σχόλια

Δεν θα διεκδικούσα ποτέ δάφνες αφοσιωμένου οπαδού, αλλά οι Wu Tang Clan είναι από τα λίγα κλασσικά ονόματα που εκτιμώ και αγαπώ βαθύτατα. Κυρίως γιατί έδειχναν ένα δείκτη ευφυίας αρκετά μεγαλύτερο από τον μέσο καθυστερημένο hip-hop-ά που ήθελε απλά να πλουτίσει, να γαμήσει και να φύγει από το generic ghetto χωρίς να χάσει όμως τις ρίζες του. Επίσης τα κολλητιλίκια των διαφόρων μελών τους με άλλες συμπαθείς φιγούρες, όπως ο Jim Jarmusch βοήθησαν στην επέκταση της συμπάθειας μου. Ακόμα και σε μουσικό επίπεδο όμως, οι χρήσεις των ήχων που είχαν στα χέρια τους οι Wu Tang Clan είχαν μια αξιοζήλευτη φινέτσα και ποιητικότητα που δεν γινόταν παρά να σε γοητεύσει. Τις προσωπικές δουλειές των μελών τους τις έχω παρακολουθήσει μόνο σποραδικά (κυρίως αυτές των GZA/RZA) αλλά ό,τι έχει φτάσει στα χέρια μου, παρουσιάζει πάντα ενδιαφέρον.

Προχτές είδα κάπου στο internet ότι τον Δεκέμβρη κυκλοφόρησε το τελευταίο album (και πρώτο από τα τρία μαζεμένα που θέλει να κυκλοφορήσει) του Ghostface Killah, με τίτλο «Apollo Kids». Ο κύριος Coles λοιπόν μάζεψε την παρέα του (παλιούς και νέους) και έβγαλε ένα καταπληκτικό album. Δεν θα αναφερθώ σε λίστες, επαναλαμβάνομαι. Γεμάτο μελωδίες, πολλές βγαλμένες από τα άριστα επιλεγμένα samples (τα «Am I a good man» και «Woman of the ghettο» μου φαίνονται τα πρώτα ανάμεσα σε ίσους), μπόλικο funk, μπόλικη soul, ωραιότατα beats και αποφυγή ξενερωτικών εμπορικών hip hop δρόμων φτιάχνουν ένα δίσκο που μου χει κολλησει στο μυαλό εδώ και τρεις μέρες. Δεν έχω προλάβει να το ακούσω και τις άπειρες φορές προφανώς, αλλά είχα αρκετό καιρό να ενθουσιαστώ τόσο άμεσα με ένα δίσκο. Ο ίδιος ο Ghostface έχει πολλή ενέργεια αποθηκευμένη που επιλέγει να μεταδώσει και αυτό κάνει την μελωδικότητα του δίσκου να γίνεται ακόμα πιο έντονη συναισθηματικά. Θέλει περισσή επιδεξιότητα και θάρρος να ακροβατεί κάποιος ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν αυτού του πράγματος που λέγεται μαύρη μουσική, και ακόμα μεγαλύτερη ψυχή για να συνεχίζεις να δημιουργείς Μουσική. Νομίζω ότι παρά το γεγονός ότι ανήκουν εδώ και πολλά χρόνια σε σαφώς εμπορικό στερέωμα τα μέλη των Wu Tang Clan, παραμένουν αρκετά leftfield για να ξεχωρίζουν από το σωρό.

Μετά από την έκπληξη των ακροάσεων του «Apollo Kids», περιμένω πλέον με μεγάλη ανυπομονησία την κυκλοφορία των «Blue & Cream» και «Supreme Clientele Part II».

Επειδή φαίνεται ότι περνάμε μια mini hip-hop φάση να σημειώσω ότι έρχεται και το καινούριο album του Buck 65 λίαν συντόμως (τα pre-order έχουν ήδη ξεκινήσει), το οποίο θα λέγεται «20 Odd Years», θα έχει μαζέψει και αυτός την παρέα του και θα αποτελεί, από όσο καταλαβαίνω, μια συλλογή των τεσσάρων «20 Odd Years» ep που βγήκαν το δεύτερο μισό του χρόνου που μας πέρασε. Να ψάξετε να βρείτε να ακούσετε την πανέμορφη διασκευή στο «Who By Fire» (και ας λέει, δικαίως, ο Μανώλης ότι τραγούδι που άγγιξε ο Balance, δύσκολα το ξαναπλησιάζει άνθρωπος), αλλά και στο «Small Town Boy». Περιμένω να ακούσω. Έχουν αρχίσει να καταφθάνουν και οι πρώτες κυκλοφορίες του 2011, οπότε δεν ανησυχούμε πλέον.

Έμαθα και μια μικρή πληροφορία χτες

Glenn Frey – You Belong to the City

Εγώ για καληνύχτα λέω

books, streets, etc

•16 Ιανουαρίου, 2011 • Σχολιάστε

Ο καινούριος χρόνος με έχει βρει με μια ιδιαίτερη όρεξη για διάβασμα. Παραδόξως, όχι μόνο στο δρόμο, όπως εδώ και μπόλικο καιρό αλλά και στο σπίτι σε αρκετά μόνιμη βάση, είτε με το βιβλίο στο χέρι είτε από την ευκολία του netbook. Μόλις τέλειωσα την ανθολογία «Missing Kissinger» του Keret (από την οποία αρκετά διηγήματα είχα διαβάσει σε άλλα βιβλία του), η οποία ήταν (όπως πάντα) γοητευτικότατη, αν και εδώ είχαν διαλέξει μάλλον τις πιο αφηρημένες ιστορίες του, οι οποίες πέρα από από την ομορφιά του σουρεαλισμού τους, δεν αναπτύσσονταν συνήθως σε πραγματικές αφηγήσεις. Τώρα λέω να συνεχίσω σε μουσικά αναγνώσματα και στο (άγνωστο για εμένα) «The importance of music to girls» της Lavinia Greenlaw, το οποίο ευελπιστούμε να μας οδηγήσει σε μεγάλες αποκαλύψεις. Επίσης να θυμηθώ να κλέψω εκείνο το βιβλίο του Peel που έφερε από την Αγγλία η Έλενα. Α, και να στρωθώ επιτέλους να διαβάσω το «Catch 22» για να σταματήζουν να με κράζουν οι υπόλοιποι.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως ακόμα δεν έχει ξεκινήσει η μουσική νέα χρονιά. Κοιτάω δεξιά και αριστερά και δεν βρίσκω ακόμα δίσκο του 2011 να έχει φτάσει στα ηχεία ή ακουστικά μου. Ελπίζω να μην υποδηλώνει αυτό μια ακόμα λιγότερο κινητική χρονιά, γιατί θα έχουμε πρόβλημα. Επίσης πρέπει να το πάρω απόφαση να δω και το «Crazy Heart» που όλο το σκοπεύω και όλο το αναβάλλω. Επειδή όμως εμείς εδώ είμαστε καλά (αν και λίγο τεμπέλικα) παιδιά, έχω μια νέα συλλογή που θα μας βγάλει από τη δύσκολη θέση του να γράψουμε ένα πραγματικό post. Και να κάτσει κάποιος όμως να μαζέψει τις συναυλίες που θέλουμε να πάμε γιατί χθες συνειδητοποίησα ότι δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτατ.

01 the smoke fairies – good day to be alive
02 wooden wand – servant to blues
03 victoire – a song for arthur russell
04 the black heart procession – blank page
05 hisato higuchi – melody in the mud
06 eskmo – starships
07 sole – Track 6
08 spacemen 3 – transparent radiation (flashback)
09 dzyan – dragonsong
10 parallel lines – part iii
11 loafeye – green eyes fade in
12 nite jewel – universal mind
13 felix – waltzing for weasels
14 darkstar – north
15 jacaszek & mi³ka – gra towarzyska
16 pleq – raindrop (feat. natalia grosiak)


the smell of paper in the morning

first

•8 Ιανουαρίου, 2011 • Σχολιάστε

To πρώτο πράγμα που μου βρήκα στην είσοδο του σπιτιού μου το 2011 προερχόταν από την Starlight Temple Society. Πρόκειται για ένα αμερικάνικο cd-r label που κόβει παρανοϊκά λίγα αντίτυπα των κυκλοφοριών του. Οι κυκλοφορίες της STS είναι συνήθως το κάτι άλλο, καθώς πέραν από τις φοβερές handmade εκδόσεις που τις ντύνουν, και το γεγονός πως προέρχονται από άγνωστα συγκροτήματα που βγάζουν τα πρώτα demos τους εκεί, συνήθως κρύβουν και ωραία μουσική μέσα. Από εκεί έμαθα τους Bird from the Abyss και τους Lonesummer. Αρχικά το label δήλωνε πως κάθε κομμάτι θα είναι piece of art χωρίς να παίζει ιδιαίτερη λογική εμπορίου, και πιστό στη δήλωσή του κράτησε τις τιμές πραγματικά χαμηλά, στη συνέχεια έκοψε βινύλια και άρχισε τις διανομές, σήκωσα λίγο το φρύδι σε ένα emoticon του msn μου και διάβασα με πραγματικό ενθουσιασμό τα νέα πως η STS θα έκοβε το ντεμπούτο των Temple of Not και μια συλλογή με demos/ακυκλοφόρητα των Nightbringer! Οι Temple of Not είναι ένα ambient project του τραγουδιστή και του κιθαρίστα των Nightbringer. Οι Nightbringer είναι μια αμερικάνικη black metal μπάντα που έχει δύο albums και το εξής φοβερό χαρακτηριστικό, πως δηλαδή τα κομμάτια είναι σιδηροδρομικά, κοφτά και μονότονα, και δεν σου χαρίζουν την παραμικρή όαση μελωδίας ή ξεσπάσματος. Κυκλοφόρησαν το πρώτο τους album στα τέλη του 2008 στην -πάντα cult και οτινάναι- Full Moon Productions μετά από πολύ ψάξιμο και καθυστέρηση, γιατί ήθελαν να τελειοποιήσουν και τις μικρότερες λεπτομέρειες, ενώ το φετινό υπεράλμπουμ «Apocalypse Sun» ήρθε στην Avant Garde και το επόμενο στοιχηματίζω πάει καρφωτό για νοέβντιες, να το θυμάστε. Από το 2005 και μετά, οπότε και ο Ildjarn αποφάσισε να σταματήσει να ηχογραφεί, οι Nightbringer καλύπτουν επαρκώς (όχι τελείως φυσικά) αυτό το υπερμονότονο κενό που ο Νορβηγός άφησε, και αν έκαναν λίγο πιο σάπιο ήχο θα πάθαινα μεγαλύτερη ζημιά. Το «Emanation» που κυκλοφόρησε (σε 150 αντίτυπα) η STS έχει κομμάτια από το demo του 1999, το split με τους Serpentinam (ένα άλλο project τους) και rehearsals από τις ηχογραφήσεις του «Death and the Black Work» πρώτου album. Όλη η συμπάθεια στην αισθητική του Απόκοσμου στο «Oblivion Descent» intro συνεχίζεται στα -επιτέλους δικάναλα- «Scorn of the Enlightened», με κιθάρες που Δυναστεύουν Ψυχές, φωνές που ουρλιάζουν την αιώνια καταδίκη που μας περιμένει, και όλο το cd πάει κάπως έτσι. Η ισχυρότερη εν ενεργεία αμερικάνικη μπάντα θα σας πω, θα μου πείτε πως είμαι τρελός, και άλλη μια νέα εποικοδομητική και διδακτική black metal συζήτηση θα έχει πια ξεκινήσει. Οι Temple of Not πρωτοεμφανίστηκαν στο split LP που έκαναν με τους..Nightbringer το 2005, το οποίο έδειχνε πως οι τύποι ήξεραν να γράφουν σχετικά σοβαρή -και σιγουρά ψαρωτική- μινιμαλιστική μουσική, ιδιαιτέρως σκοτεινή, και φέτος αποφάσισαν να βγάλουν το πρώτο τους album με υπερτίτλο «Μέλαινα Τάξις τοῦ Θανάτου», με ακόμα λιγότερη μουσική και ακόμα περισσότερη σκοτείνια μέσα. Το περίμενα αρκετά τα τελευταία χρόνια (περισσότερο ίσως από το δεύτερο Nightbringer) και χτες που το πρωτάκουσα μου έδειξε τους λόγους. Ένα πολύ ιδιαίτερο album, όπως ιδιαίτεροι ήταν οι Equimanthorn κάποτε, μόνο που αυτό μαρέσει κιόλας.

Τα εξώφυλλα :

και

Στο πρώτο δέμα του 2011 υπήρχαν επίσης : το «Satisfaction feels like a tomb» demo των Lonesummer, η επανέκδοση του «Dextronaut» (μονό αυτή τη φορά, με τα δύο κομμάτια που δεν υπήρχαν στο official διπλό της FMP) των Velvet Cacoon, βλέπετε δεν μου έφτανε μόνο μια έκδοση του «Dextronaut», όχι, ήθελα και δεύτερη, τελοσπάντων, καθώς και ένα EP που έβγαλαν οι Clair Cassis για να ανακοινώσουν επίσημα την διάλυσή τους (το έχει κάψει εντελώς ο Josh, δεν γίνεται περισσότερο). Το Nightbringer βλέπω πως είναι sold out, το Temple of Not το προλαβαίνετε ακόμα. Αν το θέλετε πάντα.

Αυτή ήταν η πρώτη παραλαβή. Η πρώτη παραγγελία του 2011 περιλαμβάνει δύο κασσέτες του Pete Swanson και μία Sudden Infant, ενώ το πρώτο μεγάλο μουσικό νέο της νέας χρονιάς είναι το κομμάτι των Deaf Center που θα βγει στην Type. Ο Erik Skodvin είναι ο Άρχοντας του Σκότους, τα έχουμε ξαναπεί και θα τα ξαναλέμε.

just music and us

•7 Ιανουαρίου, 2011 • 1 σχόλιο

There will be NO free downloads There will be NO bonus tracks There will be NO remixes There will be NO hidden footage

There will be NO additional content There will be NO corporate partners There will be NO fashion lines There will be NO tabloid pictures

There will be NO £25 unit cost There will be NO streetteam There will be NO myspace There will be NO celeb producer There will be NO tweeter

There will be NO press/blogger gig There will be NO acoustic session There will be NO meet and greet There will be NO edited version

There will be NO iTunes only There will be NO press launch There will be NO asian version There will be NO radio friendly

Just music and us.

Αυτά έγραψε ο Geoff Barrow στο twitter του, όπως το έκλεψα από τον Άρη Δημοκίδη σήμερα. Ήδη έχουν προσθέσει αρκετές εμφανίσεις τον Ιούλιο στην Ευρώπη πέρα από τις πρώτες που είχαν ανακοινωθεί σε ATP και Benicàssim, ζωή να’χουμε όλο και κάπου θα τους πετύχω φέτο.

musick to traverse galaxies to

•5 Ιανουαρίου, 2011 • Σχολιάστε

Δεν έχουν περάσει πολλές μέρες από όταν μιλούσαμε εδώ για τον θάνατο του Peter Christopherson, που έκλεισε μια και καλή το κεφάλαιο των Coil (αλλά και των SoiSong και των Threshold Houseboys Choir και των διαφόρων άλλων projects που είχε στο μυαλό του ο θείος Sleazy). Πέραν της αναφοράς στο blog, υπήρχε και ένα αρκετά συγκινητικό κείμενο του Stephen Thrower στο Wire του Δεκεμβρίου. Εδώ όμως δεν θα να (ξανα)μιλήσουμε για τους Coil. Τουλάχιστον όχι άμεσα. Θα μιλήσουμε όμως για τον προαναφερθέντα κύριο Stephen Thrower και το μουσικό όχημα που οδηγάει τα τελευταία χρόνια παρέα με έναν άλλο παλιό γνώριμο από τις μέρες των Coil, τον κύριο Ossian Brown.

Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε το τέταρτο album των Cyclobe («Wounded Galaxies Tap At The Window»), έξι χρόνια μετά το προηγούμενο, «Paraparaparallelogrammatica». Δεν ξέρω τι ακριβώς έκαναν τα έξι αυτά χρόνια οι Cyclobe, αλλά σίγουρα δεν εξάντλησαν την έμπνευσή τους. Στενοχωριέμαι λίγο που δεν άκουσα νωρίτερα το album, μια που θα είχα σίγουρα έναν ακόμα πονοκέφαλο στη δημιουργία της λίστας για το 2010.

Για τη δημιουργία του μάζεψαν μπόλικους άλλους γνώριμους από την παλιοπαρέα. Το name dropping που συνοδεύει το album περιλαμβάνει τους Michael J. York, John Contreras, Cliff Stapleton και Thighpaulsandra (o οποίος από ό,τι διαβάζω ετοιμάζει το επόμενο album του και έχει και μια συνεργασία με τη Liz Frazer). Οι Cyclobe, μουσικά, σαφώς και χρωστούν πάρα πολλά στους Coil (πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς άλλωστε;), αλλά η προσωπικότητα των μουσικών είναι αρκετά δυνατή ώστε να μην καταλήγουν σε κακέκτυπα παλιών ένδοξων εποχών. Επιμένουν σε πιο ambient/ψυχεδελικές οδούς, οι οποίες, θα ομολογήσω ήταν και οι αγαπημένες μου όταν τις ακολουθούσαν οι ίδιοι οι Coil. Πάντα οι Cyclobe συνδύαζαν με τον ομορφότερο τρόπο την ηλεκτρονική πλευρά τους με τις ενορχηστρώσεις των φυσικών οργάνων που χρησιμοποιούν και το κάνουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και στο «Wounded Galaxies…».

Κάπου πήρε το μάτι μου τώρα τελευταία ότι πρέπει να επανακυκλοφορεί και το «England’s Hidden Reverse», το οποίο πάντα ήθελα να διαβάσω, αλλά ποτέ δεν έβρισκα. Ευκαιρία να το ψάξω λοιπόν, μια που τουλάχιστον τώρα βρήκα φρέσκο υλικό, άξιο για να αποτελέσει το soundtrack του. Κάντε τον κόπο να το ακούσετε και να λυπηθείτε λίγο περισσότερο που ο Peter Christopherson δεν θα συνεχίσει να επηρεάζει και άλλον κόσμο ώστε να καταλήγουμε με δίσκους όπως αυτός εδώ.

πρωινό με τον MONKEY

•1 Ιανουαρίου, 2011 • 2 Σχόλια

Η ποζεριά που κρύβει μια λίστα με τα καλύτερα (όχι μόνο «άλμπουμς της χρονιάς»), με τα κολλήματα και τους ψυχαναγκασμούς του καθενός μας, είναι ένα από τα ωραιότερα πράγματα που μπορεί να κάνει κάποιος για να γεμίσει λίγο το άδειο πρόγραμμα των εορτών. Και όπως συμβαίνει με τις περισσότερες λίστες στον κόσμο, έχουν μεγαλύτερο νόημα και λογική και αξία για εκείνον που τις σιάχνει από εκείνον που τις διαβάζει μετά.
Ακολουθούν οι δικές μας:

SNC.DTH.MNK

01. Kammerflimmer Kollektief – Wilding (Staubgold)
02. Valgeir Sigurdsson – Draumalandid
(Bedroom Community)
03. Recue – Leftover Love (Audiobaum)
04. Pleq – The Sound Of Rebirth/My Life Begins Today (U-Cover/Impulsive Art)
05. Olafur Arnalds – And They Have Escaped The Weight Of Darkness (Erased Tapes)
06. Daniel Bjarnason – Processions (Bedroom Community)
07. Kkoagulaa – Aurum Nostrum Non Est Aurum Vulgi (Aural Music)
08. Tim Holland & Ravi Zupa – The Pyre (self released)
09. Trentemoller – Into The Great Wide Yonder (In My Room)
10. Strand Of Oaks – Pope Killdragon (eMusic)
11. Kiss The Anus Of A Black Cat – Hewers Of Wood And Drawers Of Water (Zeal)
12. Sailors With Wax Wings – Sailors With Wax Wings (Angle Oven Records)
13. Max Richter – Infra (130701)
14. Wolf People – Tidings/Steeple (Jagjaguwar)
15. James Blackshaw – All Is Falling (Young God)
16. Thee Silver Mt. Zion Memorial Orchestra – Kollaps Tradixionales (Constellation)
17. the Third Eye Foundation – The Dark (Ici D’Ailleurs)
18. On – Something That Has Form & Something That Does Not (Type)
19. Sabbath Assembly – Restored To One (Ajna Offensive)
20. Motorpsycho – Heavy Metal Fruit (Rune Grammofon)

Κάθομαι κανένα τέταρτο περίπου και προσπαθώ να σκεφτώ κάποιες εισαγωγικές προτάσεις που να μην καταφεύγουν σε κλισε. Δεν τα καταφέρνω και πολύ καλά, οφείλω να σας ομολογήσω. Άλλη μια χρονιά έφτασε στο τέλος της. Θα τη θυμόμαστε για πολλά χρόνια στο μέλλον, κυρίως όχι για λόγους που έχουν να κάνουν με τη μουσική όμως. Σ’ αυτά όμως θα αναφερθούν άλλες πιο έγκυρες και “έγκριτες” αναλύσεις και ανασκοπήσεις. Εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, όπως κάνουμε πάντοτε εξάλλου, είναι να μιλήσουμε για τη μουσική.

Συνήθιζα τα τελευταία χρόνια να λέω ότι η εκάστοτε χρονιά ήταν η καλύτερη που χαμε δει από μουσικής πλευράς. Δυστυχώς δεν θα μπορέσω να το πω αυτό και για το 2010, τόσο για προσωπικούς λόγους, όσο και για “αντικειμενικούς”. Γενικά δεν άκουσα πολλή μουσική φέτος ή τουλάχιστον δεν άκουσα όση θα ήθελα. Ευτυχώς που μπορώ να ακούσω και στη δουλειά μουσική, αλλιώς δεν θα προλάβαινα ούτε αυτά. Περίεργες διαθέσεις οδήγησαν σε αρκετές περιόδους με πολλή λίγη μουσική στο υπόβαθρο και άλλες φορές η αδυναμία συγκέντρωσης αδίκησε αρκετούς δίσκους στους οποίους δεν αφοσιώθηκα όσο τους άξιζε. Από την άλλη πλευρά όμως, χρόνια είχα να δω τόσες πολλές απογοητεύσεις μαζεμένες σε ένα έτος, όσες φέτος. Από που να ξεκινήσω και που να τελειώσω; Οι καλλιτεχνικες ανησυχίες των The Knife που τους απέκλεισαν από την pop γοητεία τους (αν και είμαι σίγουρος ότι θα κερδίσουν πόντους στους ανεξάρτητους κύκλους), η βύθιση των Unkle σε ωκεανούς μετριότητας με το “Where Did The Night Fall”, η αδιαφορία των LCD Soundsystem στο “This Is Happening”, η απομάκρυνση από τις πιο rock ‘n’ roll εξάρσεις των Hell Militia. Και μετά υπήρχε και ακόμα χειρότερη συνέχεια. Το “The Guessing Game” των Cathedral δεν με κέρδισε, αν και πιστεύω ότι ίσως ήταν και θέμα διάθεσης, μια που γενικά έχω ακούσει καλά λόγια. Το “Disconnect From Desire” των School Of Seven Bells, αν και συμπαθέστατο, δεν έφτασε τις προσδοκίες που είχαν δημιουργήσει τα προηγούμενα. Οι Massive Attack στο “Heligoland” έχασαν εντελώς τη μπάλα και έβγαλαν ένα δίσκο που κάνει το “100th Window” να μοιάζει αριστούργημα. Ο Tom McRae κάτι πήγε να κάνει με το “Alphabet Of Hurricanes” αλλά συνεχίζει να αποδεικνύει ότι τα δύο πρώτα δεν τα ξαναπιάνει. Οι Enslaved συνέχισαν να μην την παλεύουν στους progressive δρόμους που διάλεξαν. Απογοητεύσεις και από τον Tricky και το “Mixed Race”, ενώ δε μου έκανε κλικ και το “Rautatie” των Circle (αν και δεν θα το χαρακτήριζα κακό album). Φυσικά οι δυο μεγαλύτερες απογοητεύσεις της χρονιάς ήρθαν από το “I, Vigilante” των Crippled Black Phoenix, το οποίο ειναι ένα καλό album με δυο τεράστιες κομματάρες, αλλά ήρθε βιαστικά και συγκρινόμενο με το προηγούμενο αριστούργημα δεν έχει μεγάλη τύχη και, φυσικά, ο κατακρημνισμός των Solefald, ο οποίος πραγματικά με στενοχώρησε. Και για το τέλος, ήρθε και το φρέσκο Bardo Pond να μας αποτελειώσει.

Όπως καταλαβαίνετε, το 2010, έπεσε πολλή γκρίνια στις μουσικές συζητήσεις μας. Όμως δεν θέλω σε καμιά περίπτωση να δώσω την εντύπωση ότι η χρονιά ήταν χάλια. Έβγαλε πολλές δισκάρες και, βγάζοντας την τελική εικοσάδα, διαπίστωσα ότι με βαριά καρδιά αφήνω πράγματα έξω που τα έλιωσα και τα αγάπησα. Την πρώτη θέση την πήρε τελικά ένας δίσκος που δεν ήταν ακριβώς έκπληξη, γιατί οι Kammerflimmer Kollektief πάντα ήταν από τις πλέον συμπαθείς μπάντες, όμως το “Wilding” ήταν πραγματικά το κάτι άλλο. Έκπληξη από το πουθενά ήταν σίγουρα το “Leftover Love” των Recue, αλλά και η συνεργασία του Tim Holland (Sole) με τον Ravi Zupa στο βιβλίο-meets-album “The Pyre”. Σε σημεία μου θύμισε μέχρι και το “Themes…” και ίσως χρειαζόταν να είναι κάπως μεγαλύτερο σε διάρκεια. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους στη λίστα είναι σχετικά γνώριμοι, με την εξαίρεση των Sailors With Wax Wings (από τις λίγες super-group-ικές μαζώξεις που αποδίδουν τόσο καλά) και των Sabbath Assembly που έβγαλαν δίσκο που έκανε πολύ κόσμο να παραμιλάει. Κατά τα’ άλλα το νέο Ισλανδικό αίμα συνθετών καλά κρατεί και η παρέα της Bedroom Community για δεύτερο συνεχόμενο χρόνο μας κρατά προσηλωμένους πάνω της. Από τα υπόλοιπα; Μεγάλη επιστροφή Third Eye Foundation, αλλά και A Silver Mt. Zion, ενώ οι Pleq ήρθαν με πέντε (αν δεν κάνω λάθος) φετινές κυκλοφορίες (που όλες θα μπορούσαν να μπουν στη λίστα – επιλέχθηκαν τα δυο από τα τρια full length). Τέλος η νέα ενσάρκωση των Manes, απέδωσε τα αναμενόμενα και συνέχισε στην πορεία που περιμέναμε (ευτυχώς, γιατί δεν θα άντεχα άλλη απογοήτευση). Το 2010 σήμανε επίσης και την επιστροφή των Monster Magnet με την ποιότητα αλλά και τα αρχίδια που τους μάθαμε και τους αγαπήσαμε. Γι’ αυτό νιώθω τυχερός, γιατί, δεν θα σας το κρύψω, δισκογραφικά είχα αρχίσει να τους ξεγράφω λίγο. Δεν θα κάτσω να αναφέρω όλα όσα περίσσεψαν, όπως είχα πει και πριν λίγες μέρες, θα το κάνω σε ξεχωριστό post κάποια στιγμή, αλλά υπάρχουν πολλά εξαιρετικά album που οφείλουν να αναφερθούν.

Επίσης φέτος δεν πήγα και σε πολλές συναυλίες. Κάτι η βαρεμάρα, κάτι η έλλειψη γαμάτων επιλογών, κάτι η Alterground που δεν με άφησε να ξαναδώ τους GYBE, προσπαθώ να θυμηθώ τα φετινά live που πήρα και δυσκολεύομαι να αποφασίσω αν θα χρειαστούν δυο χεριών δάχτυλα για να μετρηθούν. Όμως το showcase της Karmakosmetix και το live του Peter Hammill στο Κύτταρο μπήκαν στη λίστα με ΤΙΣ ΣΤΙΓΜΕΣ. Βάλτε μαζί και την εμφάνιση του Matt Elliott στο, κατά τ’ αλλα αμφιλεγόμενο, φετινό Synch και έχετε μια αρκετά καλή συγκομιδή. Το φετινό χρυσό μετάλλιο για τα συναυλιακά δρώμενα ανήκει στον Μανώλη έτσι και αλλιώς, μόνο και μόνο για την προσπάθεια που χρειάστηκε το ATP.

Μ’ αυτές και μ’ αυτές τις πολυλογίες, φτάσαμε στο τέλος του 2010. Δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή χρονιά για το Sonic Death Monkey, αλλά υποθέτω ότι είναι απλά ταιριαστό με την γενικότερη ατμόσφαιρα. Διατηρώ την αισιοδοξία μου ότι το 2011 θα είναι ακόμα χειρότερο. Η αναμονή είναι μια και φέρει τον τίτλο “Α Critical Geography” και τα πρώτα (δυστυχώς live) δείγματα μας αφήνουν με κομμένη την ανάσα. Δεν ξέρω τι άλλο περιμένω. Είμαι σίγουρος ότι θα εμφανιστούν πολλά στην πορεία.

Φιλιά και αγκαλιές από το Sonic Death Monkey. Το black metal προσωπείο θα επανέλθει από βδομάδα. Και πάνω από όλα, προσοχή μην το παρακάνετε με τη βασιλόπιτα.

kathleen turner overdrive

~ ~ ~

Το όριο των είκοσι ή δέκα albums είναι αυστηρά ένας ψυχαναγκασμός για να ταλαιπωρούμαστε λίγο παραπάνω κατά την περίοδο των πολύτιμων διακοπών μας. Και επειδή εφέτο δεν έχω σκοπό να το κουράσω ιδιαιτέρως, θα υπάρξουν εικοσιπέντε albums, με λίγα λόγια για το καθένα, και αν θέλετε εσείς διαβάστε από το δέκα ή είκοσι και κάτω (θα είναι καθοδική η λίστα). Οι λίστες με τα αγαπημένα μου album κάθε έτους είναι κάτι γενικά χρονοεξαρτημένο άλλωστε, οπότε μην πάθετε με την εγκυρότητα, είναι κυρίως ένα ποτ πουρί στο τι με κατέστρεψε το δυο χιλιάδες δέκα. Ο λόγος που δεν θα βρείτε στη λίστα το «There Is A Man In The House» των The Great Tyrant όσο και το «The Guilt of Feeling Alive» των Sun of Nothing, είναι επειδή μέχρι τη στιγμή που γράφω δεν έχουν κυκλοφορήσει επίσημα. Θα ήταν και τα δύο πάντως. Ο λόγος που δεν είναι οι Darkthrone στη λίστα, συνεχίζει τόσους μήνες μετά να με στεναχωρεί. Και οι Current 93 θα μπορούσαν να είναι (αυστηρά με το «Haunted Waves, Moving Graves» όμως, και όχι με το album), αλλά τελικά συνειδητοποιώ πως παραήταν μια καλή χρονιά για να στριμώξω με το ζόρι τις «απλά αρκετά καλύτερες από τις κακές δουλειές του Tibet».  Θα ρεφάρουμε στη συναυλία, αν και όπως λέει και ο Μήτσος καλό θα είναι να σέρνουμε κάνα μανουάλι μαζί, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Δεκάδες καταπληκτικά albums που μένουν στην απέξω γιατί έτσι είναι οι λίστες, Αντίο Ξανά στον Peter Christopherson, καλύτερο live της χρονιάς η δεύτερη μέρα των Einstürzende Neubauten εντός και το ATP εκτός, καλύτερη επανακυκλοφορία το “Golem” των Sand στη Rotorelief, καλύτερο παλιό τραγούδι που ανακάλυψα το 2010 το ντουέτο της Bat for Lashes με τον Scott Walker με τίτλο “The Big Sleep”, καλύτερος γύρος κοτόπουλο για το 2010 ο Ψυχογιός στη Νέα Ερυθραία, μεγαλύτερη μουσική ήττα της χρονιάς το βινύλιο Svarte Greiner που χάθηκε για πάντα, μεγαλύτερη νύχτα της χρονιάς το Χειμερινό Ηλιοστάσιο στις 21 του Δεκέμβρη, μεγαλύτερη αναμονή της χρονιάς το παρθενικό live των Virus στο Λονδίνο τον Μάρτιο της επόμενης, μεγαλύτερες παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο και τελοσπάντων, χωρίς πολλά πολλά, όπως συμφέρει όλους μας, νταλίστ :

25. Emeralds – Does It Look Like I’m Here? (Mego Editions)
Σχετικά νέα μπάντα που έχει ήδη συνεργαστεί με Aaron Dilloway, έχει κάνει φοβερή κασσέτα με τον Pain Jerk και έχει ανοίξει για τους Throbbing Gristle. Το όνομά τους ήδη προδιαθέτει για μεγάλα πράγματα, και αυτό το “Does It Look Like I’m Here?” είναι ένα αριστούργημα που το επιβεβαιώνει. Και είμαστε ακόμα σχεδόν στην αρχή.

24. Bonnie «Prince» Billy & the Cairo Gang – The wonder show of the world (Drag City)
Δεν θέλω να παραδεχτώ ούτε στον εαυτό μου, πόσο μάλλον δημόσια, πως τα είκοσι έγιναν εικοσιπέντε για να χωρέσει ο Will Oldham και φέτος στη λίστα. Το “Beware!” ήταν κάτι μεγάλο, ενώ αυτό εδώ μάλλον το αγαπώ τόσο επειδή το άκουσα πάνω από εκατονοχτακόσες φορές. Ο Bonnie “Prince” Billy αποποιείται του πιο_παραδοσιακού αμερικάνικου μανδύα του και το γυρνάει απότομα στα καθαρά blues. Αλλά πλέον έχω τόσο πολύ αναγάγει το “Troublesome Houses” σε Oldham classic, που η αρχική παγωμάρα έχει πέσει, και αν η χρονιά τελείωνε σε τρεις μήνες από τώρα μάλλον θα είχαμε το wonder show στην δεκάδα.

23. Urfaust – Der freiwillige Bettler (Van)
Μετά το “Einsiedler” και το split 7” με τους Joyless όφειλαν να κάνουν ένα album που θα επιβεβαίωνε μια προσδοκώμενη ανοδική πορεία που θέλω από groups σαν τους Urfaust. Όταν πρωτοέφτασα στα μισά του “Vom Gesicht und Rätsel” (εκεί που είναι σαν να μπαίνει ο Mortiis να παίξει το “En Mork Horisont” σε κάποιο αρχαίο synth) είχα ήδη πειστεί πως αυτό είχε πανηγυρικά συμβεί.

22. Thee Silver Mt. Zion Memorial Orchestra – Kollaps Tradixionales (Constellation)
Ο λόγος για τον οποίο η απουσία των Godspeed You! Black Emperor δεν ήταν μέχρι πρότινος Τόσο Αισθητή Πια, είναι πως στο “Kollaps Tradixionales” ο Efrim κουβαλάει δεκαπέντε χρυσές τομές που έλειπαν ίσως στα προηγούμενα των ASMZ, καθώς και τα πιο ολοκληρωμένα τους τραγούδια. Το ιδιαίτερο εκείνο σημείο του “I built myself a metal bird” που επαναλαμβάνεται άψογα σε επόμενα σημεία του album, με οδηγεί στο αυθαίρετο εκείνο συμπέρασμα πως οι ιδρυτές ιδιωμάτων κατέχουν την extra ιδιότητα να μεγαλουργήσουν έπειτα εκτός των ιδιωμάτων αυτών. Συμβαίνει γενικά, και κυρίως ειδικά

21. Svarte Greiner / Le Corbeau – split 12” (Fysisk Format)
O Øystein Sandsdalen είναι ένας μυστήριος τύπος και οι Le Corbeau αναπόφευκτα μια μυστήρια μπάντα. Η πλευρά τους σε αυτό το δωδεκάρι συνιστά όλα αυτά που αναφέρουν ως επιρροές τους. Film Noir, jazz του 50’ και rock ‘n’ roll. Σίγουρα όχι noise, όπως έλεγε στο site της Miasmah. Όλα αυτά με μουσικά όργανα της Σκοτεινής Κλίκας, καθώς στην άλλη πλευρά έχει μουσική του Svarte Greiner. Εδώ μας δίνει τρία νέα κομμάτια που βασανίζουν την ψυχική διάθεση με τόσο svarte greiner τρόπο όσο στις μεγάλες δουλειές του, δηλαδή όλες. Και πλέον είμαι πεπεισμένος πως κάθε κομμάτι που λέγεται απλά “Road” θα περιλαμβάνει αισίως Μεγάλη Μουσική. Σερβίρεται παρέα με το “Flare” cd που κυκλοφορεί ως Erik k Skodvin και έχει μαύρα σκοτάδια σε demo versions, ακυκλοφόρητα, και λοιπά. Το 2011 θα βγάλει album το οποίο και θα είναι στην δεκάδα μου, του χρόνου τέτοιες μέρες.

20. Sabbath Assembly – Restored to One (Ajna Offensive)
Όχι πολλά λόγια για αυτό εδώ, μιας και πρόκειται για μια εκ των σοκαριστικών αισθησιακών αποκαλύψεων της χρονιάς. Αποκρυφισμός, Αιρέσεις, Χριστός, Σατανάς, 60’s, 70’s, Λυρισμός, Μεγάλη γυναικεία φωνάρα της Jex Thoth, glory to the gods, και όλα αυτά φυσικά στην Ajna Offensive διότι κανείς άλλος δεν είναι τόσο cool για να το κυκλοφορήσει.

19. Sissy Spacek – Sepsis (Second Layer)
Οι Sissy Spacek ή αλλιώς Syssisspsk είναι το καλό πουκάμισο που φοράει ο John Wiese για να συναντήσει την αγαπημένη του. Το τι της κάνει μετά είναι μια άλλη ιστορία, αλλά εγώ θα μιλήσω για το “Sepsis” μόνο : Μεθοδικός και μελετημένος ηλεκτροακουστικός ΘΡΙΑΜΒΟΣ. O τρόπος με τον οποίο οι ήχοι και τα διάφορα field recordings δομούνται, ενώνονται, και παρουσιάζονται, φέρνουν ξεκάθαρα το “Sepsis” στα αχανή πεδία της αναβιωμένης Musique Concrète. To ξέραμε όλοι πως ο Wiese είναι ιδιοφυής, αλλά εδώ ξεπερνάει τον εαυτό του. Trivia: Στο φεστιβάλ της Not Fun, οι Sissy Spacek κούρδιζαν τα όργανά τους για αρκετή παρά πάνω ώρα από όση θα χρειαζόταν ο Malmsteen για να τεστάρει την κιθάρα του. Από ένα σημείο και μετά οι πάντες είχαν καταλάβει πως το κούρδισμα αυτό αποτελούσε το live το ίδιο.

18. Motorpsycho – Heavy Metal Fruit (Rune Grammofon)
Η λέξη rock θα συναντάται πάντα σε περιγραφές καθώς είναι κυρίαρχος περιγραφικός όρος από πάντα. Με όποιο συνθετικό και αν έχει μπροστά. Φέτος δεν κατάφερα να βρω καλύτερο οτιδήποτε rock δίσκο από το “Heavy Metal Fruit” των Motorspsycho, όσο και αν έψαξα. Γιατί κομμάτια σαν το “Gullible´s Travails (pt I – IV)” σέρνουν συμπυκνωμένα όλα τα νοήματα της rock μουσικής. Υπεράνετος δίσκος, είχαν χρόνια οι Motorpsycho να βρεθούν σε τέτοια φόρμα. Συμπληρώστε με τα δύο 7” που πλαισιώνουν την κυκλοφορία.

17. Profanatica – Disgusting Blasphemies against God (Hell’s Headbangers)
Τώρα αυτό θα ακουστεί βλάσφημο, αλλά με το συγκεκριμένο album δεν με καίει και να ακούγομαι ευλαβικός. Ένα χρόνο μετά το συνταρακτικό Havohej, o Paul Ledney δεν αλλάζει στάλα το Profanatica μοτίβο, αλλά επιπροσθέτως γράφει τα ισχυρότερα κομμάτια που έκανε ποτέ. Γιατί μην έχοντας εκείνο το άφαντο fanzine cult των very early 90’s να χτίζει τον μύθο κάπως πιο εύκολα, εδώ στηρίζεται αποκλειστικά στην συνθετική του ικανότητα και στο δηλητήριο που στάζει ο ήχος του. Λατρεμένα καθυστερημένος τίτλος, να ένα album ακριβώς όπως πρέπει να είναι, και καλύτερο.

16. Pan Sonic – Gravitoni (Blast First Petite)
Αυτό τελικά θα είναι μάλλον το τελευταίο Pan Sonic album. Τα έχουμε πει και δεν θα τα επαναλάβω, σε κάθε ακρόαση είναι και ισχυρότερο. Αυτό το “Corona” θα μπορούσε να βρίσκεται και στο αποπάνω της λίστας.

15. Kiss the Anus of a Black Cat – Hewers of wood and drawers of water (Zeal)
Σε ένα πλανήτη που το ποιόν των Woven Hand γεμίζει στήλες σε παντός τύπου έντυπα και ο Eugene αποτελεί σχεδόν μεσσιανική φιγούρα για το song-writing στους καιρούς που ζούμε, ένας πιτσιρικάς από το Βέλγιο κυκλοφορεί το τέταρτό του album. Μετά το “Turning Hegel on his Head” επτάιντσο βεβαιώθηκα πως ο γενικά πανάγνωστος Stef Heeren βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τους κάθε δασκάλους του, με τη διαφορά πως δεν τον ανακάλυψαν οι Κοκκινόπουλοι ακόμα. Με κομμάτια σαν το φετινό “Argonaut and Magneto” η αλήθεια φανερώνεται πιο έντονα : αυτός ο τύπος έχει Το Χάρισμα. Τους αφήνει πίσω όλους. Μόνο νίκες αυτό το παιδί.

14. The Howling Wind – Into the Cryosphere (Profound Lore)
Όταν ο Ryan σταμάτησε τους Thralldom ήξερα πως κάποια κενά θα ήταν δύσκολο να καλυφθούν. Το πρώτο album του ως The Howling Wind ζήτημα αν το ολοκλήρωσα τρεις φορές. Φέτος επανέρχεται με ένα tribute στις συνθήκες παγετού με επιβλητικούς “Teeth of Frost” τίτλους και αντιδιαμετρικά ζεστά “Impossible Eternity” μέσα στην ΚΑΒΛΑ black metal σημεία. Κοιτάζω το artwork και περιμένω να γράφει “Walrus Hunt” και ίσως και να παίξει, ενώ ακούω ένα τρομακτικά ποιοτικό black metal που δεν τσιγκουνεύεται σε τίποτα. Ίσως καλύτερο από οτιδήποτε έγραψε ποτέ ως Thralldom, δεν έχω άλλα λόγια για το “Into the Cryosphere”.

13. Danzig – Deth Red Sabaoth (AFM)
Άλλοι μεγάλωσαν με τον Elvis, και ομολογουμένως μάλλον θα ήθελα και εγώ να το έχω κάνει. Κάθε γενιά τα όπλα της, κλπ,κλπ. Ο Glen Danzig έχει τη μοναδική δυνατότητα (κάθε φορά) να με αφοπλίζει εντελώς με albums που υπό οποιοδήποτε πρίσμα δεν θα ήταν ποτέ Οι Μεγάλες Δουλειές Του. Και αυτό θα πει ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΑΡΑ. Να έχεις όλα τα μέσα να τους δέρνεις όλους, ακόμα και αν δεν βάζεις τα δυνατά σου. Με τα δεύτερα. Τα “On a Wicked Night”, “Deth Red Moon”, “Black Candy”, “Hammer of the Gods” δεν θα άντεχαν δευτερόλεπτο μπροστά σε μισή νότα από το “Lucifuge”. Δεν έχει καμία σημασία. Δεν έχει υπάρξει album του κοντού χωρίς τουλάχιστον τέσσερις επιληπτικές κομματάρες. Ή καλύτερα, δεν έχει υπάρξει album του Danzig που η ποιότητα των συνθέσεων να έχει περισσότερη σημασία από την ερμηνέια του. Και ο μόνος λόγος που “είχα καιρό να πάθω τέτοια ζημιά με τραγούδια Glen Danzig” δεν είναι πως είχε απλά έξι χρόνια να ηχογραφήσει. Σαν να χω έναν μικρό Έλβις και γω.

12. Teeth of the Sea – Your Mercury (Rocket Recordings)
Λίγο μετά το κάπως αυτοαναφορικό “Hypnoticon” δωδεκάρι που θα διασκέδαζε ιδιαιτέρως όσους θα δουν live τους Kyuss (lives!), οι Teeth of the Sea σοβαρεύονται πολύ απότομα στο δεύτερο album τους. Επανέρχονται στο γνωστό τους πιο σκοτεινό μοτίβο. Εδώ έχει το ουσιαστικότερο δυνατό prog, έχει kraut rock ατμόσφαιρες, έχει Hawkwind, Tangerine Dream, ambient, μέχρι και αχνά trip hop ψήγματα, και ακόμα αχνότερα postrocks. Και πολύ ροκ φάση!

11. Pete Swanson – Feelings in America LP (self released)
To μισό μυαλό των Yellow Swans μαζεύει τις κασσέτες του και τις χαρίζει σε βινύλιο, χαρίζοντάς τους την επιβλητική μεγαλοπρέπεια των φοβερών εξωφύλλων καθώς και την δυνατότητα μιας μαζεμένης εξερεύνησης. Σε αυτό, στο “Where I Was” LP, καθώς και στο split 12” με τον Rene Hell “Waiting for the Ladies”. Το “Feelings in America” ξεχωρίζει γιατί αυτά τα κομμάτια (μου φαίνεται πως) θα χρησιμοποιούσε για το νέο LP των Yellow Swans, αν αυτοί υπήρχαν ακόμα. Αυτό θα όριζε τη νέα τους κατεύθυνση. Και για όσους νιώθουν με την κορυφαία δυάδα της θορυβώδους πλευράς της δεκαετίας μας, ξέρουν γιατί το “Feelings in America” (τους) είναι τόσο σημαντικό.

10. Triptykon – Eparistera Daimones (Century Media)
Κομμάτια από το εξαφανισμένο “Prototype” demo των Celtic Frost, ιδέες που το πάλευαν για δεκαετίες μέχρι την τελική τους μορφή, αγνή Celtic Frost ηδονή στο “Goetia”, των νέων Frost όμως, του μεγάλου συγκροτήματος αυτού που γεννήθηκε το 2006 και ευτυχώς δεν σταμάτησε την τέλεση του Οράματος παρά τις εσωτερικές φθορές. Τυφλή εμπιστοσύνη στον Thomas Gabriel. Το Σκότος του “Monotheist” είναι στα ίδια επίπεδα. Απαραίτητη προσθήκη το Shatter 12” καθώς και το απίστευτο video αυτού. Κυρίως όμως το βιβλίο “Only Death is Real” που μιλάει για τους Hellhammer.

9. Hank III – Rebel Within (Sidewalk)
Τώρα αυτός ο εγγονός Hank Williams έχει τα εξής χαρακτηριστικά: Παίζει live το “Angel of Death” του παππού παρέα με τον Danzig, λέει άφοβος Johnny Cash, και κυρίως μπλέκει το heavy metal (είτε southern είτε thrash είτε δυστυχώς –core) με αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα με την χαρακτηριστική ψιλή φωνή του, να λέει δηλαδή τους country ύμνους που έγραψε ο ίδιος. Και το “Rebel Within” είναι γεμάτο από. Το “Karmageddon” παίζει άνετο παντού και πάντα, δεν υπάρχουν τέτοια τραγούδια στην πιάτσα. Η συναυλία του στην Κοπεγχάγη υπήρξε ένα κομβικό σημείο στο συναυλιακό κομμάτι των εικοσιτόσων μου χρόνων ζωής. Το “Rebel Within” πάλι, μια από τις καλύτερες δουλειές του.

8. Keith Fullerton Whitman – Disingenuity LP (PAN)
Γιατί αυτό το συγκεκριμένο; Γιατί μέσα σε μισή ώρα άκουσα σχεδόν όλα τα είδη μουσικής που ξεκίνησαν από την πρωτόλεια ηλεκτρονική, πέρασαν από τους μεταμοντέρνους, τους μινιμαλιστές, φιλτραρίστηκαν από avant garde ιδέες, ταυτοποιήθηκαν ως experimental, μπλέχτηκαν με τον ατόφιο θόρυβο, παίχτηκαν από τους Gila και τους GAM ως τους Autechre, και έχουμε την πολυτέλεια να τα λέμε απλά “ambient” και “noise” αδυνατώντας να τα περιγράψουμε επαρκώς. Από τα πιο πλήρη albums που έχω ακούσει, όχι ότι περίμενα κάτι λιγότερο από τον συγκεκριμένο άνθρωπο

7. Blue Water White Death – s/t (Graveface)
Δεν είμαι ο μεγαλύτερος οπαδός των Xiu Xiu ή των Shearwater. Με αυτό εννοώ πως δεν θα τους ανέφερα ενθουσιασμένος σε καμία συζήτηση περί μεγάλων και τρανών μουσικών. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν έχω λιώσει το “Rooks” ανά στιγμές. Η συνεργασία όμως εδώ του Jamie Stewart των πρώτων με τον Jonathan Meiburg των δεύτερων είναι ένα αξιοσημείωτο σκοταδόψυχο αριστούργημα που ναι μεν δεν παίζει σε τέτοιο γήπεδο, αλλά είναι η κοντινότερη δυνατή Scott Walker μαυρίλα από κοινούς θνητούς. Και τουλάχιστον όσο αυτός βρίσκεται στην μεταβατική του αδράνεια, το ντεμπούτο των Blue Water White Death δικαιούται να πανηγυρίσει την δική του Πύρρειο νίκη. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό το κατόρθωμά του.

6. Autechre – Oversteps (Warp)
Μιλώντας για την πιο πρόσφατη ιστορία των Autechre, το “Untilted” παραήταν πολύπλοκο και βάρβαρο, ενώ το “Quaristice” με άφησε με ένα κάποιο συναίσθημα μη πληρότητος. Στο “Oversteps” τα έντυπα θα πανηγυρίσουν περισσότερο την ουσιαστική επιστροφή των Autechre (όπως ίσως κάνουν για κάθε album τους), παρά θα φωνάξουν πως “τα 00’s δεν ήταν η δεκαετία τoυς”. Δεν είμαι και βέβαιος ωστόσο. Εγώ έμεινα με ανοιχτό το στόμα διότι το I του IDM έχει να κάνει με τις ισορροπίες που κράτησαν σε αυτή τη δουλειά τους. Intelligent ισορροπίες. Μάζεμα από πίσω και ταχύ βήμα μπροστά. Μαζί με το “Move of Ten” για τα μετά.

5. Yellow Swans – Going Places (Type)
Αν αρχίσω να σας λέω πως η μουσική είναι ένα μεγάλο ταξίδι που όμως –όπως και όλα τα καλά πράγματα- κάποτε τελειώνει, θα σταματήσετε να διαβάζετε και καλά θα κάνετε. Οπότε λιτά: Οι Yellow Swans μαλακώνουν τον ήχο τους, και το Τέλος τους βρίσκει με ένα περιληπτικό τίτλο σε career ending μουσικές. Αποχαιρετούν ήπια και μακρόσυρτα χωρίς να γίνουν δακρύβρεχτοι . Αν αυτή η μουσική λέγεται drone είναι μάλλον το καλύτερο τέτοιο που έχω ακούσει ποτέ. Επιβλητικό, νοσταλγικό, ένα κανονικό ταξίδι με τα όλα του. Χωρίς στάσεις, παράθυρο, και αυστηρά με τη φορά κίνησης του μέσου. Εμένα παιδιά θα μου λείψουν πολύ αυτοί.

4. Swans – My father will guide me up a rope to the sky (Young God)
Ο Michael Gira αποφάσισε να επανενώσει τους Swans, να σηκώσει μόνος του όλα τους τα βάρη και έβγαλε Αυτό το album. Δεν είναι ίδιο με τα παλιά Swans, έχει ακόμα βαριές Angels of Light πινελιές (με τα βαριά πινέλα), στο επόμενο θα είναι ακόμα πιο σκληρός μουσικά στα σίγουρα, αλλά εδώ κουβαλάει μια Τόσο Πηγαία Αηδία για το ανθρώπινο είδος που το μόνο που με εκπλήσσει είναι το ξαφνικό της υπόθεσης. Ε δεν περίμενα και από τους Swans να βγάλουν κάτι χαρωπό, τι να κάνω τώρα. Είναι τόσο ξεκάθαρο album που δεν έχω τίποτα άλλο να πω.

3. Deathspell Omega – Paracletus (Norma Evangelium Diaboli)
Σαν να έχω μιλήσει ήδη αρκετά για αυτό..

2. Burzum – Belus (Byelobog Productions)
…όπως και για αυτό. Αλλά εδώ έχουμε ξεκάθαρα μια μνημειώδη περίπτωση και πολλά πολλά βιώματα, απωθημένα, και τον γνωστό ακαδημαϊκό ορισμό της υπομονής, μέσω της μανιώδους αναμονής. Μετά από 15 χρόνια στην ψειρού και παντελή γνώση για τα εκτός ο Varg Vikernes ήθελε να παίξει μουσική.. Η συνέντευξη εκείνη στην οποία ο Vikernes πρωτοανακοίνωσε πως θα ξαναϋπάρξουν οι Burzum και όχι ως περιορισμένο dark ambient project, αλλά κανονικά, με έκανε να περιμένω ευλαβικά για πρώτη φορά στη ζωή μου ένα νέο δίσκο των Burzum. Και όσο και αν ήθελα να υπάρξω σκεπτικός και ψύχραιμος και όλα αυτά τα αποστασιοποιημένα, όσο και αν επιβαλλόταν να κρατάω ένα παξιμαδοκονιάκ στο χέρι καλού κακού, άλλο τόσο ένιωσα την Μεγάλη Εσώτερη Έκρηξη της Ψυχής μόλις άκουσα για πρώτη φορά μονοκοπανιά τη δυάδα των “Morgenrøde” και “Belus’ tilbakekomst (Konklusjon)”. Αυτό ακριβώς, τίποτε άλλο. Μίλια πίσω, μίλια μπροστά. Μίλια και παραπέρα. Πάρα ταύτα, δεν είναι το album της χρονιάς διότι :

1. Johnny Cash  – American VI: Ain’t No Grave (American Recordings)
Εφτά χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Johnny Cash στο νέο του album τραγουδάει “ain’t no grave can hold my body down”. Και όσο και αν οψυχραιμοςανθρωπακοςμεσαμου γνωρίζει πως ο Rick Rubin επίτηδες φύλαξε μαστόρικα αυτόν τον τίτλο για το Τελευταίο Album του Johnny Cash, είναι ανθρωπίνως αδύνατον να μην υποστώ μέσα στις φλέβες μου την ανατριχίλα της μεταμόρφωσης ενός αρχαίου gospel τραγουδικού στην τελευταία κραυγή του Cash. Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα όσο “τα τελευταία τραγούδια που είπε πριν πεθάνει σε ένα νέο cd”. Είναι η τελευταία φορά όμως που θα ακούσω νέα τραγούδια από τον Cash. Για άλλη μία φορά, μιλάμε για τον Johnny Cash να παίρνει τραγούδια και να τα κάνει πένθος. Can’t Help But Wonder Where I’m Bound. Μαύρη Μαυρίλα Μαύρισε την Μαύρη μου Ζωούλα. Οι αλυσίδες που σέρνονται στο “Ain’t No Grave” και ένα συναίσθημα τόσο μοναδικό που ξέρω πως δεν θα ξαναζήσω. Το πιο μαυρόψυχο album για φέτος. Κανένα άλλο δεν θα μπορούσε να είναι εδώ. Καλή χρονιά!

kiwiknorr

~ ~ ~

01. the National – High Violet (4AD)
02. Forest Swords – Dagger paths EP (No Pain In Pop)
03. Arcade Fire – The suburbs (City Slang)
04. Nils Frahm & Anne Müller – 7fingers (Hush)
05. Teeth of the Sea – Your Mercury (Rocket Recordings)
06. Broken Social Scene – Forgiveness rock record (City Slang)
07. Motorpsycho – Heavy metal fruit (Rune Grammofon)
08. Flying Lotus – Cosmogramma (Warp)
09. No Age – Everything in between (SubPop)
10. the Black Keys – Brothers (Nonesuch)
11. Quest for Fire – Lights from paradise (Tee Pee)
12. Sabbath Assembly – Restored to one (Ajna Offensive)
13. Pantha du Prince – Black Noise (Rough Trade)
14. Shed – The traveller (Ostgut Ton)
15. Black Mountain – Wilderness heart (Jagjaguwar)
16. the Third Eye Foundation – The dark (Ici D’Ailleurs)
17. Kammerflimmer Kollektief – Wildlng (Staubgold)
18. Thee Silver Mt. Zion Memorial Orchestra – Kollaps Tradixionales (Constellation)
19. the Radio Dept. – Clinging to a scheme (Labrador)
20. Ikonika – Contact, love, want, have (Hyperdub)

Φέτος δυσκολεύτηκα πολύ να αποφασίσω σε ποιο άλμπουμ να χαρίσω το χρυσό μετάλιο, αργότερα όμως έκρινα ότι μια ήσυχη συνείδηση είναι το μεγαλύτερο φάρμακο σε κάθε πρόβλημα οπότε χωρίς ιδιαίτερες τύχεις και ενοχές έδωκα την πρώτη θέση στο δίσκο που άκουσα περισσότερο φέτος. Το έλιωσα το National, ο Αύγουστος του 2010 θα είναι για πάντα ο Αύγουστος των National και τέλος πάντων βαριέμαι να προσθέσω κι άλλες τέτοιες υπερβολικές σαχλαμάρες. Σε γενικές γραμμές δεν ήταν κακή η χρονιά νομίζω, δεν ήταν και καμία φοβερή χρονιά βέβαια. Kάμποσα άλμπουμ που άκουσα φέτος ενώ μου άρεσαν πολύ στην αρχή, σχετικά γρήγορα ξεφούσκωσαν και ως φυσική συνέπεια έχασαν τις όποιες βλέψεις μπορεί να είχαν για είσοδο στην 20άδα (πχ Mount Kimbie, Actress, Tame Impala, Christian Scott). Ναι, 20άδα, όχι 20 και μετά άλλα πεντέξι γιατί πωπω δεν μπορώ να τ’αφήσω απ’έξω, τ’ακούς αποπάνε; Καλύτερο λάιβ ο Matt Elliott στο Synch (τα παράπονα των Gy!BE που ήταν το μεγάλο φαβορί να διαβιβαστούν άμεσα στην alterground) και καλύτερο βιβλίο το Room της Emma Donoghue.
Αυτά. Το 2011 περιμένουμε να φέρει νέους δίσκους από Burial/Radiohead/Portishead (θεωρητικά φέτος θα βγάλουν και οι τρεις), πρωτάθλημα για την Arsenal, συντριπτικό κάταγμα κνήμης περόνης σε διάφορους αργεντίνους μάγους, δουλειές, ταξίδια, λεφτά και τέλος, μεγάλες πόρτες να διαβώ. Χρόνια πολλά, τα φιλιά μου.

νάθινμαν

3 2 1

•31 Δεκεμβρίου, 2010 • Σχολιάστε

πεινάω, να έχει κανένα σουβλατζίδικο ανοιχτό η γειτονιά;

ετοιμάζονται φοβερά πάρτυ για απόψε με γκόμενες, αλκοόλια, χορούς, σεξ σε τουαλέτες, ναρκωτικά, ευχές για ένα καλύτερο αύριο παιδιά, μια ακόμα νέα αρχή, λεφτά υπάρχουν, έτσι λένε, υπάρχει και ολοκαίνουριο mogwai στα ίντερνετς, το τελευταίο δώρο του 2010 που δε μου άρεσε και τόσο (αυτό το 2010, όχι το mogwai μωρέ) αλλά πόσο βαριέμαι τους ανθρώπους που κάθε χρόνο τέτοιες μέρες αρχίζουν αυτά τα «να φύγει και να μην ξανάρθει, φτου κακά», κούραση. επίσης, πως είμαστε σίγουροι ότι τα πλάνα που δείχνουν στο βραδινό δελτίο ειδήσεων της παραμονής, από τα σίδνευς και τις ζηλανδίες γενικότερα, δεν είναι από την πρωτοχρονιά του 1998 για παράδειγμα αλλά κάθε χρόνο τα καινούρια; με απασχολούν στα σοβαρά τέτοια θέματα.

ύστερα από ενδελεχή έρευνα που έχω κάνει κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι καλύτερες μου χρονιές ήταν εκείνες που μπήκαν με χάλια βραδιές, με κούραση, ταλαιπώρια, που κοιμόμουν στην αλλαγή (και άλλες δέκα ώρες μετά την αλλαγή). εμπρός λοιπόν απόψε για μια ξενέρωτη βραδιά, σας φιλώ.

στο 2010 βάζω ένα τρία. θρη πόιντς. να φύγεις και να μην ξανάρθεις κωλοέτος!

# killall -9 2010

sundays of our lives

•26 Δεκεμβρίου, 2010 • 1 σχόλιο

26 Δεκεμβρίου του σωτήριου έτους 2010 (τελευταίου έτους της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα ή πρώτου της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ανάλογα την προτίμησή σας). Μένουν έξι μέρες μόλις για να φύγει και αυτός ο παλιός χρόνος και να έρθει ο νέος με αισιοδοξία, αγάπη, ευτυχία, ευημερία και ειρήνη σε όλο τον κόσμο. Τελευταία ημέρα μιας άδεια που στα μελλοντικά χρόνια θα θυμόμαστε ως ένα από τα ΜΙΚΡΑ-ΜΕΓΑΛΑ ΛΑΘΗ της ζωής μας, για διάφορους λόγους που δεν χρειάζεται να αναλύσουμε αυτή τη στιγμή. Σήμερα, λόγω και της γενικότερης βαρεμάρας της μέρας και αφού ξεκίνησα να δω τρεις ταινίες, παρατώντας τις όλες στη μέση, με έπιασε μια όρεξη για γράψιμο, χωρίς όμως να έχω κάτι ιδιαίτερο να πω (κάτι που για να είμαι ειλικρινής συμβαίνει συχνά τελευταία, εξ’ ου και η ασυνεχής συμμετοχή στο blog). Είπα όμως ότι αυτό δεν θα με εμποδίσει και να ‘μαι εδώ. Αυτό το post ξεκίνησε με σκοπό να αναφέρει όλα εκείνα τα albums που δεν πρόκειται να μπουν στην καθιερωμένη λίστα που θα ακολουθήσει σε λίγες (ή περισσότερες) ημέρες, album από εκείνα που αδικούνται κάθε χρονιά μόνο και μόνο επειδή δεν χωράνε για κάποιο (αυθαίρετο) λόγο στην εικοσάδα που έχουμε επιλέξει. Τελικά όμως αυτό το post δεν θα είναι γι’ αυτούς τους δίσκους. Ίσως κάποια στιγμή μετά τις λίστες. Η φετινή χρονιά πάντως, σας το λέω από τώρα, ήταν αρκετά περίεργη από μουσικής πλευράς. Μπόλικες απογοητεύσεις, λιγότερη μουσική από ό,τι συνήθως, περίεργες διαθέσεις. Για να είμαι ειλικρινής βέβαια η φετινή χρονιά ήταν κάπως περίεργη γενικότερα, με μπόλικες αλλαγές σε διάφορα επίπεδα. Μπορεί να μιλήσουμε και γι’ αυτά κάποια στιγμή, αλλά είμαι πεπεισμένος ότι έτσι και αλλιώς τα πράγματα έχουν πάντα δυνατότητα να γίνουν χειρότερα, οπότε γιατί να αγχωνόμαστε.

Και κάπως έτσι φτάσαμε εδώ. Με την κυριακίτιδα να έχει βαρέσει κόκκινα, όπως και κάθε φορά που η Κυριακή περνάει χωρίς να έχει γίνει οποιαδήποτε, έστω και μικρού βαθμού, ουσιαστική δραστηριότητα. Αυτή τη στιγμή μάλιστα ξεκινάει και ένας ελαφρύς πονοκέφαλος που συνήθως είναι σημάδι επικίνδυνης βαρεμάρας. Έχετε προσέξει πώς όταν η διάθεσή μας είναι κάπως περίεργη καταφεύγουμε πάντα σε γνώριμα πράγματα; Νομίζω ότι αυτό είναι πιο έντονο στην μουσική. Επιστρέφουμε σε πιο παλιές εμπειρίες, ίσως γιατί οι καινούριες δεν έχουν προλάβει ακόμα να μας σημαδέψουν τόσο βαθιά.

You`d better run, you`d better run
You`d better not wait too long
You`d better run, you`d better run
You`d better run before you have a heart

Άραγε θυμάστε πότε ήταν η πρώτη φορά που ακούσατε αυτές τις γραμμές πρώτη φορά; Καταλάβατε από τα πρώτα δευτερόλεπτα της μελωδίας ότι θα λιώσετε αυτό το τραγούδι και αυτό το δίσκο, σε διάφορες στιγμές, καλές ή κακές (με περισσότερες μάλλον της δεύτερες); Δεν θυμάμαι πότε ήταν η πρώτη φορά, αλλά τα έχουμε ξαναπεί ότι η μνήμη δεν είναι το δυνατό μου σημείο.

Well, oh well, oh, you know it is only so much I can take
I buried my head in that pillow for a million days, oh

Το μαξιλάρι είναι από τα λίγα σταθερά καταφύγια μας σε μερικές ειδικές στιγμές. Νομίζω ότι βρέθηκε η συντροφιά για την σημερινή νύχτα, είχα μπόλικο καιρό έτσι και αλλιώς. Ίσως θα πρέπει με τη νέα χρονιά να κάνω μια εκτενέστατη ανασκαφή στη δισκοθήκη, γιατί καλή και απαραίτητη η αναζήτηση νέας μουσικής, αλλά πιστεύω ότι έχω παραμελήση υπερβολικά τις παλιές φιλίες. Ίσως σε 3-4 ημέρες να έχω ξεχάσει τη σημερινή διάθεση και να μην κάνω τίποτα από αυτά. Δεν θα το θεωρούσα και αδύνατο, έχω αρκετές τάσεις να μην κάνω αυτά που σχεδιάζω.

Your visions travelled far today
So why don`t you run away?

Και σιγά-σιγά, αν έχουμε υπομονή και επιμονή, θα φτάσουμε και μέχρι το «Electric».

Pack your bag, run away
Along a freeway, out of town
Where you’d like and the night is over

Για λίγα πράγματα μπορείς να μετανιώσω τόσο έντονα, όσο για τα ταξίδια που δεν πήγα. Υποθέτω ότι δεν είναι άγνωστο το συναίσθημα για αρκετούς. Και έτσι φτάνει να είναι έντεκα το βράδυ, την Κυριακή 26 Δεκεμβρίου του σωτήριου έτους 2010 και να έχεις σπαταλήσει ανούσια μια βδομάδα από τη ζωή σου και το μόνο που να σου μένει είναι η επιστροφή στην όμορφη πραγματικότητα της Δευτέρας. Για να μην ξεφεύγω όμως εντελώς από το αρχικό πλάνο που είχα στο μυαλό μου για το post αυτό, μπορείτε να ακούσετε κάτι που, δυστυχώς, δεν θα μπορέσει να μπει στην τελική εικοσάδα:

here we go, here we go

•25 Δεκεμβρίου, 2010 • Σχολιάστε

Θα τα πω θέλετε δεν θέλετε. Και όχι μόνο επειδή η είδηση του θανάτου του καπετάνιου πάγωσε το sonic death monkey για μερικές ημέρες, αλλά επειδή απλά ήθελα εδώ και καιρό. Δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του μέτριουπροςκακού «Joemus» (με φοβερή παρόλλα αυτά διασκευή σε Cliff Richard), o Momus τελικά κυκλοφόρησε ένα νέο fuckin’ thing που κανείς δεν αγοράζει πια, σύμφωνα με τον ίδιο. Πως φτάσαμε ως εδώ: Το «Loveless» των My Bloody Valentine έφτιαξε πολύ κόσμο, όχι όμως και τον Alan McGee, ο οποίος χρηματοδοτώντας τις διετείς ηχογραφήσεις χρεώνεται τόσο, που αναγκάζεται να πουλήσει τη μισή Creation Records στην Sony. Η Creation ήταν ένα label που δεν στόχευε σε hits, όχι όμως και οι αγοραστές. Στο roster μπαίνουν οι…Oasis και η Sony πετάει την Creation στον καπιταλισμό, σε μια περίοδο που ο Momus δεν ήταν τόσο εύκολος, καθώς μάζευε μηνύσεις από τη Michelin για το «Michelin Man», τον έψαχνε ο παγκόσμιος κίτρινος τύπος και η αστυνομία για την ιστορία με την δεκαεφτάχρονη που ερωτεύτηκε και σπίτωσε (για την οποία στη συνέχεια έγραψε το «Timelord» album), ενώ στα δικαστήρια τον έτρεχε και ο Wendy Carlos, ναι, αυτός που είχε βάλει το studio του σε κλωβό Faraday (!) για να μην τον «ενοχλούν» οι τηλεοπτικές/ραδιοφωνικές ακτινοβολίες. Και πες πως ο Alan McGee γούσταρε τον Momus αρκετά ώστε να. Mια Sony όμως δεν χαμπαριάζει, και πάνω στην ώρα της οριστικής στροφής της Creation το 1993, ο Momus παίρνει πόδι και φυσικά υπογράφει απευθείας στην ιστορική Cherry Red. Εδώ κάπου θα τολμούσα να πω πως ο Σκωτσέζος είχε κάνει ήδη τα περισσότερα μεγάλα πράγματα στην ενεργό μουσική του καριέρα. Δεν ξαναέφτασε ποτέ στο επίπεδο του «Circus Maximus» και της Creation εξάδας. Αυτό θαρρώ επειδή -μεταξύ παντοτινών άλλων- η κουλτούρα των εκάστοτε περιοχών που επέλεγε να μένει τον μετέτρεψε περισσότερο σε μια multi-artistic περσόνα παρά σε αυστηρά μουσικό/στιχουργό. Ούτε ποιητής του δρόμου μπόρεσε ποτέ να χρεωθεί μιας και όπως τραγουδούσε δεν παράτησε το agitated, organised and over-educated μοτίβο του. Πολλοί δίσκοι στη συνέχεια, με πολλά και μικρά τραγούδια στον καθένα, σε διάφορες εταιρίες, που όμως πέρα από διάφορα κομμάτια με εκείνο το καυστικό/ειρωνικό σήμα κατατεθέν, δεν είχαν τίποτα ιδιαίτερο να δώσουν. Φανταστείτε από karaoke tracks, μέχρι κομμάτια κατά παραγγελία (1.000$ έκαστο) με θεματικό πυρήνα τον χρηματοδότη, καθώς έπρεπε κάπως να ξεχρεώσει με τη σειρά του. Τραγούδια καλά έγραφε ακόμα, όχι όμως Πολύ Καλά, αν με πιάνετε. Έβγαλε και δύο βιβλία, το «THE BOOK OF JOKES» και το «THE BOOK OF SCOTLANDS». Το ωραιότερο που έκανε από ένα σημείο και μετά, υπήρξε το υπερblog Click Opera (θα το βρείτε κάπου στα δεξιά σας) το οποίο ανά στιγμές υπήρξε το καλύτερο blog στο internet. Δυστυχώς τον Φεβρουάριο που μας πέρασε αποφάσισε να το κλείσει και αυτό. Το album «Οcky Milk» του 2006 για εμένα ξεχώρισε στα αλήθεια από τα υπόλοιπα, ενώ κατάφερε να κάνει ένα μεταCreation τραγούδι το super hit του : Είναι το «I want you, but i don’t need you» από το «Ping Pong» του ’97. Μέσα σε αυτόν τον αναγκαίο pop παροξυσμό των εποχών μας, ο Momus κυκλοφορεί ακόμα τη μουσική του σε cd, μόνο ως ένα tribute στο παρελθόν. Ξέρει πως κανείς δεν θα αγοράσει το νέο του album, το οποίο «δεν θα είναι καλό». Χαρίζει την Creation δισκογραφία του στα rapidhsares, τα βάζει στο Click Opera, και μετά τέλος όλα, σχεδόν χαιρέτησε. Και έχοντας συνειδητοποιήσει πως η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου ακούει πλέον μουσική από το youtube, γιατί να μην χαρίσει εκεί το νέο album του; To οποίο νέο λέγεται «Hypnoprism», και σας το λέω αλήθεια, είναι καλό! Η περιγραφή του album ως «this mysterious catnip which makes you want to play a pop song over and over» είναι η καταπληκτικότερη δυνατή. Το αν θα τα καταφέρει να σας βάλει κολλητικά σημεία στη μνήμη, μπορείτε να το διαπιστώσετε εξ’ιδίαν καθώς ο ίδιος ανέβασε όλο το album στο youtube, πατάτε και νιώθετε. Οπότε απόψε δεν θα επεκταθώ στο τι υπήρξε ο Momus, τι συγκλονιστικά albums έβγαζε όταν ήταν νέος, γιατί οι στίχοι του ήταν οι καλύτεροι από οτιδήποτε έπαιζε στην arty πιάτσα και λοιπά άλλα πρώιμα βιογραφικά. Θα ευκηθώ μόνο για τις γιορτούλες να ξαναέρθει για live (και όχι στο κωλοBios) και θα ξαναβάλω στο repeat αυτό το φοβερό ομώνυμο :

καλό ταξίδι διότι

•18 Δεκεμβρίου, 2010 • Σχολιάστε
 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε