just next to the blues

•24 Ιανουαρίου, 2014 • Σχολιάστε

Έχω σταματήσει εδώ και αρκετά χρόνια να έχω ιδιαίτερες μεταφυσικές ανησυχίες. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό, καθησυχαστικό ή αγχωτικό, αλλά έχω αποδεχτεί ότι δεν πρόκειται να αλλάξει μάλλον. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μου προκαλούν το ενδιαφέρον αυτές των γύρω μου ανθρώπων, όταν είναι ειλικρινείς βέβαια, και όχι απλά ένα ακόμα πεδίο ανάπτυξης της καθυστέρησής τους. Από πλευράς μουσικής, κακά τα ψέμματα, όσο μεγάλο κεφάλαιο έχουν οι ερωτικές απογοητεύσεις και ευτυχίες, άλλο τόσο σχεδόν είναι και η στροφή το βλέμματος προς τα πάνω ή προς τα μέσα. Από τον Arvo Part μέχρι τις μαθητείες των μινιμαλοαμερικάνων στον Pandit Pran Nath και από το black metal έως τις ανησυχίες της Alice Coltrane, οι ψυχικές αναζητήσεις βρίσκονται πίσω από μεγάλες δημιουργίες (με ποικίλους βαθμούς σοβαρότητας).

Ο Michal Jacaszek είναι από τους πλέον αγαπημένους μου μουσικούς τα τελευταία χρόνια και η εσωστρέφεια της μουσικής τους πάντα ήταν ταιριαστή σε ενδοσκοπήσεις. Έρχεται το σωτήριο έτος 2014 λοιπόν και ο Πολωνός αποφασίζει να κυκλοφορήσει μια συλλογή από ακυκλοφόρητες μεταλλάξεις θρησκευτικών τραγουδιών. «Pieśni» ο τίτλος του («Songs» όπως ενημερώνει εμάς τους μη πολωνομαθείς το site του) και η κυκλοφορία του μια ιδιαιτέρως ευχάριστη έκπληξη σε μια χρονιά, η οποία μουσικά μοιάζει να ξεκινάει αρκετά δυναμικά (και κατά τ’ άλλα δηλαδή δυναμικά ξεκινάει, όπως θα ακούτε και στις αγαπημένες σας ειδήσεις).

Όσες φορές το ακούω προσπαθώ να διαχωρίσω τις ομοιότητες και τις διαφορές σε σχέση με τα προηγούμενα. Προφανώς μην περιμένει κανείς χορωδίες και ύμνους προς τον σωτήρα μας. Επιφανειακά δεν απομακρύνεται ο Jacaszek από τα ηλεκτρονικοακουστικά των προηγούμενων κυκλοφοριών (τώρα που το σκέφτομαι πρέπει κάποια στιγμή να ξαναδώσω χρόνο στο «Pentral» που είναι λίγο αδικημένο). Το καλό για το εγχείρημα βέβαια είναι ότι δεν ξεχνάει τον ελαφρώς απόμακρα σοβαρό χαρακτήρα της εκκλησιαστικής μουσικής (για ύμνους που αφορούν την σωτηρία της ψυχής μας, πάντα μου έκανε εντύπωση ότι ακούγονται σχεδόν όλα τόσο απόμακρα). Η αποδόμηση που τους επιφυλάσσει, όμως, μοιάζει να τους επαναφέρει λίγο πιο κοντά στην γη, λίγο πιο κοντά στο ανθρώπινο στοιχεία. Ακόμα και το «Bogurodzica» (σ.μτφ: «Mother Of God»), το οποίο είναι και το πιο κοντινό στο πρωτότυπο (ελέω και φωνητικών), καταφέρνει να αποκτήσει μια σχεδόν φυσική υπόσταση στο πως σε συγκινεί. Το γεγονός ότι ο εξανθρωπισμός των εκκλησιαστικών ύμνων γίνεται με τη χρήση εντελώς τεχνητών μέσων, προσδίδει στο όλο εγχείρημα μια γοητευτικότατη δόση ειρωνείας. Ο συνδυασμός εγχόρδων και glitch-ο-ηλεκτρονικών πάντα μιλούσε στην καρδούλα μου. Απλά δομικά στοιχεία που καταλήγουν σε ένα θαυμαστό σύνολο. Σχεδόν επικοινωνία με το θείο θα έλεγε κανείς (χο χο).

Δεν θα αντιμετωπίσω το «Pieśni» σαν μια κανονική κυκλοφορία του Jacaszek, καθώς σίγουρα προτιμώ την μελαγχολία που βγαίνει από την ίδια τη μουσική του. Παραμένει όμως ένα εξαιρετικά ελκυστικό και συναισθηματικό album, ακόμα και αν οι θρησκευτικές σας τάσεις τείνουν στο μηδέν. Επίσης η ροή του με κάνει για μια ακόμα φορά να συνειδητοποιώ πόσο έχω φτάσει να συμπαθώ δίσκους που κυμαίνονται στα 40-45 λεπτά διάρκειας. Μην πει κανένας για επιστροφή στις βινυλιακές εκδόσεις και στις ρίζες και άλλα τέτοια. Κάπου εκεί βρίσκω το ιδανικό της ανάπτυξης μιας ολοκληρωμένης ιδέας, αλλά και της αποφυγής της ανάλωσης σε δαιδαλώδεις διαδρομές. Επίσης η ένταση που πιάνει το προαναφερθέν «Bogurodzica» θα τη ζήλευαν αρκετοί της «πνευματικής» μουσικής (ονόματα δε λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε). Πάω να πω την προσευχή μου πριν τον ύπνο λοιπόν.

Αυτός είναι ο πρώτος δίσκος της υπόλοιπης χρονιάς σας

•13 Ιανουαρίου, 2014 • 3 Σχόλια

Και επιτέλους ευρέθη (ναι, ναι, ξέρω ότι υποτίθεται ότι δεν πρέπει να ξεκινούμε προτάσεις και παραγράφους με συμπλεκτικούς συνδέσμους, αλλά δεν κρατήθηκα). Δεκατρείς ημέρες εντός του νέου έτους, στον τελικό αναμετρήθηκαν το «Fuck Off Get Free We Pour Light On Everything» των The Silver Mt. Zion Memorial Orchestra και το ομώνυμο, δεύτερο album των Warpaint. Οι πρώτοι παλιοί γνωστοί, οι δεύτερες σχετικα πρόσφατη γνωριμία, αλλά από αυτές που μπαίνουν στο δωμάτιο και σε κάνουν να γυρίζεις το κεφάλι. Σε μια χρονιά που αρχίζει να ανεβάζει ταχύτητα και τα νέα για καινούριες κυκλοφορίες σκάνε συνέχεια, το πρώτο βήμα είναι αρκετά σημαντικό. Το δίλημμα αρκετά δύσκολο, αλλά θα με συγχωρήσουν οι γοητευτικότατες Αμερικανίδες, αλλά η καρδιά μου θα πάει στους Καναδούς.

Μου έκανε λίγο εντύπωση να πω ότι λιγότερο από δυο χρόνια από την επανεμφάνιση των GY!BE, ξαναμαζεύτηκε το παρεάκι και έβγαλε και καινούριο Silver Mt. Zion. Δεν θα πω μαλακίες, δεν υπάρχει δίσκος των TSMZMO (μ’ αρέσουν αυτές οι συντομογραφίες) που δεν μου αρέσει και τους περισσότερους τους λατρεύω. Το «Fuck Off…», αν και ακόμα είναι πολύ πρώιμες οι εντυπώσεις, δεν φαίνεται να μπαίνει στη δεύτερη κατηγορία. Είναι εξαιρετικά ωραίος δίσκος αλλά δεν έχει την δύναμη να σε παρασύρει συναισθηματικά όσο το «Horses In The Sky» π.χ. Για να πω την αλήθεια μου ακούγεται και λίγο πιο ξερός από ότι τους έχουμε συνηθίσει. Βέβαια, θα την πω την αμαρτία μου, και για το «Allelujah! Don’t Bend! Ascend!» κάτι παρόμοιο έλεγα και μου πήρε αρκετό καιρό να μπω στο, ομολογουμένως διαφορετικό, κλίμα του. Μέχρι να αρχίσει ο κατακλυσμός από καινούριους δίσκους οι επανεπισκέψεις στο «Fuck Off…» θα είναι συνεχόμενες, οπότε θα επανέλθουμε για πιθανές αναθεωρήσεις. Αυτή τη στιγμή δεν έχει και μεγάλο συναγωνισμό εκτός από το Warpaint εξάλλου. Τη συλλογή του Lanegan ακόμα δεν έχω καταφέρει να τη βρω, ενώ το album για το οποίο κυκλοφορούν διθύραμβοι ανά τα indie μουσικά media, το «Wig Out The Jagbags» του Stephen Malkmus, μου φάνηκε συγκλονιστικά αδιάφορο. Το «July» της Marissa Nadler δεν μου έκανε την ίδια εντύπωση με το «Sister» αλλά και αυτό είναι ακόμα πολύ φρέσκο. Στο twitter είδα να αναφέρεται και το καινούριο album της Angel Olsen, δεν την ξέρω την κυρία, θα την τσεκάρω τις επόμενες ημέρες.

Σε άλλα νέα, ένας συνδυασμός εκπληκτικής διάθεσης και κάπως πεσμένης δουλειάς, με οδήγησε στο να ξαναρχίσω την ανάγνωση του Something Positive (www.somethingpositive.net), του web comic του R. K. Millholand. Δεν θυμάμαι αν έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτό, σε κάθε περίπτωση η λατρεία μου είναι ατελείωτη. Αν είστε high functional geeks και σκατόψυχοι, θα το λατρέψετε. Αν δεν είστε geeks αλλά είστε σκατόψυχοι, πιθανότατα θα σας αρέσει πολύ αλλά θα χάσετε κάποια αστεία. Αν δεν είστε τίποτα από τα δυο, δεν ξέρω αν έχει νόημα να ασχοληθείτε. Σε κάθε περίπτωση από το 2002 διατηρεί μια αξιοσημείωτη ισορροπία ανάμεσα στον κυνισμό και στον μαγικό ρεαλισμό που μιλάει ξεκάθαρα στη ρομαντική ψυχούλα που κρύβω μέσα μου. Για soundtrack επιλέγουμε Clutch για αρχή.

Δευτέρα βράδυ λοιπόν, στο γραφείο περίμενουν ακόμα τα κλειστά cd της τελευταίας παραγγελίας, τα τεύχη του Wire έχουν μείνει 4-5 μήνες πίσω, υπάρχουν τουλάχιστον 3 βιβλία με τσακισμένες σελίδες κάπου στη μέση. Προς το παρόν κρεβάτι και «The Land Bridge». Ή ίσως «Born into Trouble as the Sparks Fly Upward». ΄Η τελικά το «Nightly Disease» που με γυροφέρνει τελευταία. Ας ζήσουμε επικίνδυνα για μια ακόμα φορά.

To be continued..

we forgotten who we are

•8 Ιανουαρίου, 2014 • Σχολιάστε

Τις τελευταίες ημέρες, λίγο ελέω των εορτών, λίγο εξαιτίας μιας γενικότερης αναθεώρησης των κινήσεών μου, υπήρξε μια αύξηση στις εξορμήσεις με σκοπό την αγορά μουσικής ή έστω απλά το χάζεμα δεξιά και αριστερά. Η αγορά, τόσο στην Ελλάδα, όσο και παραέξω έχει υποστεί τα τελευταία χρόνια σημαντικές αλλαγές, τις οποίες λίγο πολύ όσοι επιλέγουν να αφιερώσουν χρόνο στο σπορ γνωρίζουν. Η ευρείας απηχήσεως πλευρά έχει αρχίσει να ξεχνάει το φυσικό μέσο, προτιμώντας την αμεσότητα και ευκολία του ψηφιακού (νόμιμου και παράνομου), ενώ οι πιο εξειδικευμένοι κινούνται σε μανιώδη αναζήτηση βινυλιακών εκδόσεων, κυκλοφορίες περιορισμένων αντιτύπων και οι ίδιοι οι μουσικοί φροντίζουν να ακουλουθούν την τάση αυτή. Κάποια στιγμή στο παρελθόν πρέπει να είχα μιλήσει για το «Last Shop Standing» και τα συμπεράσματα που έβγαζε σχετικά με την πορεία της μουσικής βιομηχανίας.

Περπατώντας σήμερα στην Σταδίου με σκοπό να χαζέψω το bazaar του Ιανού (το οποίο μας χάρισε τα Χριστούγεννα κάποιες γοητευτικότατες jazz κυκλοφορίες), για το οποίο η διαφήμιση στο site του βιβλιοπωλείου μιλούσε για 5000 τίτλους σε χαμηλότατες τιμές. Η επίσκεψη στο χώρο του bazaar ήταν από τους λόγους που έδωσαν ώθηση σε αυτό το post. Μέσα σε ένα από τα ωραία νεοκλασσικά του κέντρου, μπαίνεις και απλά βλέπεις στοίβες cd και βιβλίων δεξιά και αριστερά, με μια λίγοτερο της στοιχειώδης ταξινόμηση και, πέραν των προαναφερθέντων 20-30 jazz/soul/blues τίτλων, ένα συνοθύλευμα ελληνοπερίεργων κυκλοφοριών (σκεφτείτε το πιο αδιάφορο album στη δισκογραφία Ελλήνων μουσικών που συμπαθείτε και μάλλον θα το βρείτε εκεί), 50s easy listening, ένα πέρασμα από γνωστούς Έλληνες συνθέτες και μερικά περιοδικά που έδιναν δώρο cd κλασσικής μουσικής. Η κατάσταση στα βιβλία παρόμοια, αλλά αυτό ίσως εξεταστεί κάποια άλλη στιγμή. Κοινώς, αν θέλετε να εμπλουτίσετε την jazz δισκοθήκη σας περάστε μια βόλτα και κάτι θα βρείτε. Μια που προχωρούσα στη Σταδίου, αναγκαστικά πέρασα και από την τελευταία ενσάρκωση του Metropolis. Αν το θέαμα του Ιανού ήταν κάπως απογοητευτικό με κάποιες ενδιαφέρουσε γωνιές, τότε αυτό του Metropolis όρισε νέα επίπεδα θλιβερότητας. Δεν ξέρω τι ακριβώς πήγε στραβά, αν και έχω ακούσει διάφορα, αλλά αυτό το πράγμα που υπάρχει πλέον, είναι μια μαύρη τρύπα που δεν επιτρέπει κανένα ίχνος όρεξης για δισκοβόλτα να ξεφύγει από το βαρυτικό του πεδίο. Κάπως έτσι σε ολόκληρη την Αθήνα έχουν μείνει μόνο τα Public, με το ομολογουμένως ελλιπέστατο μουσικό section τους να αποτελούν την μεγαλύτερη επιλογή αγορά μουσικής. Η δε προσπάθεια για εκμετάλλευση της αύξησης της αγοράς βινυλίου, έχει δημιουργήσει μερικές αστεία αποσπασματικές γωνιές (αν και πότε πότε αποκαλύπτουν θαμμένες μερικές ενδιαφέρουσες επιλογές, π.χ. δεν περίμενα να δω το «Flourish//Perish» των Braids ανάμεσα στα βινύλια Stratovarius και Bob Marley). Για μια ακόμα φορά το μόνο είδος μουσικής για το οποίο μπορείς να ανακαλύψεις αρκετή ποικιλία και ενδιαφέρουσες επιλογές είναι η jazz. Δεν ξέρω πότε αυξήθηκε τόσο πολύ η απήχησή της στο αθηναϊκό κοινό, αλλά ξέρω κάποιους (μεταξύ αυτών και μένα) που δεν θα παραπονεθούν για αυτές τις μικρές, ευχάριστες εκπλήξεις.

Να πάμε και στα μικρά, ανεξάρτητα; Να πάμε. Πάει το Junk, όπως λέει εδώ και καιρό ο Μανώλης, μερικώς αναμενόμενα, σαφώς θλιβερά όμως. Τις προάλλες πέρασα και από το VM, τον τελευταίο καιρό μου φαίνεται ότι έχει μειωθεί αρκετά η ποικιλία του stock του (ειδικά στα cd έχει σχεδόν εξαφανιστεί – μια, κατά τη γνώμη μου, ατυχής προέκταση της βινυλιομανίας της indie κοινότητας), έχουν αυξηθεί ελαφρώς οι τιμές και εκεί που έβρισκα κάθε φορά καμια δεκαριά πράγματα που ήθελα να παρω, τώρα με δυσκολία βρίσκω 2-3 προσφορές (αν σε κάποιον άρεσε, παραδόξως, το «Supreme Balloon», ας περάσει μια βόλτα). Το Rhythm, ίδιο και απαράλλακτο (με τα θετικά του και τα αρνητικά του), τουλάχιστον αποτελεί ένα σημείο αναφοράς. Το νέο παρακλάδι του Dark Side δεν μου έχει κινήσει καν το ενδιαφέρον να μπω μέσα, ενώ για τα 2-3 σκόρπια δισκοπωλεία που ασχολούνται κυρίως με παλαιότερες μουσικές εποχές, θα ήθελα πραγματικά να μάθω πώς τα πάνε. Στο Attraktor έχω καιρό να πάω και, αν και αναγνωρίζω τη γοητεία του, πλέον δεν με ελκύει τόσο η συλλεκτική πλευρά του θέματος. Ξεχνάω κάτι άλλο; Το Μοναστηράκι είναι νεκρό εδώ και καιρό απο ποιότητα (άντε το Crossroads παλεύει ελαφρώς ακόμα), τα παζάρια δίσκων διαιωνίζουν την θλιβερότητα της ατμόσφαιρας (μα τι 60ε βινύλιο Σάννυ Μπαλτζή). Το μέλλον ίσως να είναι στα mail order (η πορεία της CTS είναι αρκετά ενθαρρυντική), αλλά το internet και η ελευθερία που παρέχει δεν είναι ποτέ το ίδιο. Αν κάποιος ξέρει κάτι που μου διαφεύγει, ας κάνει τον κόπο να ρίξει μια ενημέρωση. Μάλλον είναι ώρα η αποχή των τελευταίων χρόνων να διορθωθεί.

Τι κάνουμε εμείς; Δεν ξέρω, γενικά δεν ξέρω τι κάνουμε τον τελευταίο καιρό, πόσο μάλλον για το μέλλον της μουσικής βιομηχανίας. Στηρίζουμε ελαφρώς τη φάση, όσο μπορούμε, γκρινιάζουμε, συζητάμε και, τελικώς, παραμένουμε θεατές (ή έστω πελάτες). Θα μου πείτε εδώ κλείνουν τα Music Exchange στο Λονδίνο, η κατάσταση στην Αθήνα σε ξαφνιάζει; Δεν με ξαφνιάζει, αλλά συνεχίζει να με χαλάει κάπως. Strange days indeed. Εδώ ο κόσμος χάνεται και μεις ασχολούμαστε με τις εμμονές μας. Ίσως υγιές, ίσως ανούσιο. Σίγουρα ώρα να τελειώσουμε. Προς το παρόν ψάχνουμε την πρώτη κυκλοφορία της νέας χρονιάς.

Sing Sin. We / Thin Gin. We / Jazz June. We / Die soon.

•6 Ιανουαρίου, 2014 • 2 Σχόλια

Δεν θα κάτσω να δω τι λέγαμε ότι θέλαμε να κάνουμε ή να αλλάξουμε πέρυσι. Κάποια τα κάναμε, κάποια όχι, τα new year’s resolutions συνήθως χάνουν την ισχύ τους περίπου όταν ανοίγουν τα σχολεία. Επίσης πρόσφατα διαπίστωσα μια νέα γκάμα ανεκδότων με τη φράση new year resolution τα οποία πρέπει να σταματήσουν. Άμεσα παρακαλώ. Μπαίνω στον πειρασμό να χαρακτηρίσω την προηγούμενη χρονιά ως περίεργη, αλλά από την άλλη δυσκολεύομαι να θυμηθώ πότε μια χρονιά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κάτι άλλο πέρα από περίεργη. Δεν ξέρω αν το 2013 αλλάξαμε πολύ ή λίγο, ποτέ δεν μπορούσα να παρακολουθήσω αυτές τις διεργασίες. Το 2014 επίσης μας καλεί να αλλάξουμε περισσότερο. Θα δείξει αν θα τα καταφέρουμε, θα χει ενδιαφέρον η πορεία όπως και να έχει. Κατά τ’ άλλα παιδιά υγεία, παγκόσμια ειρήνη, ευτυχία, αγάπη και άλλα ευτυχισμένα όνειρα για τη νέα χρονιά.

Από μουσικής πλευράς το 2013 μου άφησε αρκετά ανάμεικτες εντυπώσεις. Σε ποσότητα οι πραγματικά εξαιρετικές κυκλοφορίες ήταν κάπως μειωμένες, αλλά υπήρξαν πάμπολλες που μου έκαναν σαφώς όμορφη παρέα τις περισσότερες στιγμές αυτών των 365 ημερών. Επίσης υπήρξε περισσότερη αναζήτηση παλαιότερων κυκλοφοριών που είχα καιρό να κάνω. Γενικά άκουσα πολύ περισσότερη μουσική φέτος, παρά την γενική έλλειψη χρόνου. Θα ήταν καλό να συνεχιστεί αυτή η συνήθεια. Θα ήθελα να καταφέρω να ασχοληθώ και περισσότερο με αυτό εδώ το μέρος, αλλά ακόμα είναι νωρίς για τόσα σχέδια. Μην το παρακάνουμε.

Ο σκοπός όμως αυτού του post είναι άλλος και είναι καιρός να ξεκινήσουμε να ασχολούμαστε με αυτόν.

01. Nick Cave & The Bad Seeds – Push The Sky Away
02. Motorpsycho – Still Life With Eggplant
03. Boards Of Canada – Tomorrow’s Harvest
04. James Murray – The Land Bridge
05. Darkside – Psychic
06. Fire! Orchestra – Exit
07. Esmerine – Dalmak
08. Chris Forsyth – Solar Motel
09. Tim Hecker – Virgins
10. Rafael Anton Irisarri – The Unintentional Sea
11. Piano Interrupted – The Unified Field
12. Bardo Pond – Peace On Venus/Rise Above It All
13. Graveyard Tapes – Our Sound Is Our Wound
14. Little Women – Lung
15. Jasper TX – An Index Of Failure
16. Saltland – I Thought It Was Us But It Was All Of Us
17. London Grammar – If You Wait
18. Olafur Arnalds – For Now I Am Winter
19. Julia Holter – Loud City Song
20. Brokeback – Brokeback And The Black Rock

η λίστα μου.

•5 Ιανουαρίου, 2014 • Σχολιάστε

Διαβάζω τι ευχόμουν πέρσι τέτοιες μέρες στην αντίστοιχη λίστα μου και η αλήθεια είναι πως νοιώθω μια μικρή ικανοποίηση γιατί διάολε, όντως το 2013 πέρασα περισσότερες μέρες σε παραλίες από όσες σε αίθουσες αναμονής νοσοκομείων, και αυτό είναι μια κάποια νίκη. Οπότε χωρίς πολλά-πολλά, πάμε για το δύο στα δύο: Θέλω το ’14 να είμαστε όλοι λίγο λιγότερο αρχίδια, με τους γύρω μας και με την πάρτη μας. Γίνεται; Εγώ λέω ότι γίνεται. Αυτά για εσάς. Για εμένα θέλω ανάμεσα στα άλλα να περνάω περισσότερο χρόνο στο SDM. Κι αυτό γίνεται.

Η εικοσάδα έχει ως εξής:

01. Boards of Canada – Tomorrow’s harvest [Warp]
02. Forest Swords – Engravings [Tri Angle]
03. Jon Hopkins – Immunity [Domino]
04. James Blackshaw & Lubomyr Melnyk – The watchers [Important]
05. Dawn of Midi – Dysnomia [Thirsty Ear]
06. James Holden – The inheritors [Border Community]
07. Fire! Orchestra – Exit [Rune Grammofon]
08. Low – The invisible way [Sub Pop]
09. Tim Hecker – Virgins [Kranky]
10. Bill Callahan – Dream River [Drag City]
11. Autechre – Exai [Warp]
12. Nick Cave & the Bad Seeds – Push the sky away [Bad Seed]
13. Darkside – Psychic [Other People / Matador]
14. Rafael Anton Irisarri – The unintentional sea [room40]
15. James Blake – Overgrown [Polydor]
16. Janelle Monáe – The electric lady [Bad Boy]
17. Darcy James Argue’s Secret Society – Brooklyn Babylon [New Amsterdam]
18. the Men – New Moon [Sacred Bones]
19. Four Tet – Beautiful rewind [Text]
20. Tricky – False idols [!K7]

τα είκοσι

•1 Ιανουαρίου, 2014 • 2 Σχόλια

Οι νέοι κανόνες στις διάφορες λίστες έχουν ξεπεράσει την ώριμη αποστροφή τους προς αυτές. Το πρώτο κύμα ληστών τις σνόμπαρε τελείως, το δεύτερο έβαζε δίσκους του 2009-1973, ενώ το τρίτο -και εκπληκτικότερο- λίσταρε από τα κουλουράκια της θειάς του και τα b-movies των 80’s φαντασιώσεων του, μέχρι πληγωμένα ελαφάκια που ζητούν αγάπη.

Εντάξει, το κατανοώ, δεν είναι πολύ cool το High Fidelity πια, ο Rob ακούει Black Keys και ο Ian έβγαλε 12″ με αφρικανικά ρεμπέτικα του ’30, η Laura αγνοείται, οι λίστες εξυπηρετούν ανάγκες αυτοπροβολής και όχι ουσιαστικής εξερεύνησης, ουδείς νοιάζεται για το πόσο αγαπάς τους Clutch, τον Burial, τους National, τους Boards of Canada και τα υπόλοιπα σαρανταδυο άλμπουμς που παίζουν με διαφορετική αρίθμηση σε δέκα χιλιάδες λίστες. Ο λόγος ανάγνωσης μιας λίστας με τα καλύτερα του δεκατρία δεν είναι για να ανακαλύψεις κάποιο που δεν ήξερες (γιατί τα ξέρεις όλα), αλλά για να τη συγκρίνεις με τη δική σου. Δεν συζητάς πλέον για τη μουσική, έχει ψιλοτελειώσει αυτό το πράγμα, μονάχα μιλάς για μουσική και γράφεις λίστες. Και κάνεις προσωπική ανασκόπηση, συνήθως δημόσια. Ο κόσμος γίνεται λίγο καλύτερος έτσι.

Αναφορικά με το 2013 το ίδιο τώρα, έλαβα πέντε (5) διαβεβαιώσεις από τον Richard Rupenus πως θα μου στείλει τόσο το Schadenklang, όσο και το Nichts Fur Niemand. Έκοψα εντελώς το αλκοόλ. Γνώρισα ωραίους ανθρώπους. Έφαγα frozen yogurt. Έλαβα μέλος στο κίνημα κυνικής εξωστρέφειας που τόσα και τόσα χρόνια γεννάει εσωστρεφείς λαπάδες. Τήρησα πιστά την ιερή αρχή της μηδενικής συνοχής στο εισαγωγικό κείμενο. Παράτησα λίγο και το sdm. Αποχαιρέτησα το 2013. Έσφιξα τη γροθιά μου για ένα καλύτερο 2014. Γέλασα λίγο και μετά έφτιαξα και λίστα:

1. Lustmord – The Word As Power (blackest ever black)
2. Charlemagne Palestine & Z’EV – Rubhitbangklanghear Rubhitbangklangear (sub rosa)
3. Autechre – Exai / L’event (warp)
4. μ-Ziq – Somerset Avenue Tracks (planet mu)
5. Robert Turman – Roto (hanson)
6. The Rita – Escorting (urashima)
7. FFH – Make Them Understand (hospital productions)
8. Svarte Greiner – Black Tie (miasmah)
9. Damion Romero – It Gets Worse (helicopter)
10. Hair Police – Mercurial Rites (type recordings)
11. Ikue Mori & Maja S.K. Ratkje – Scrumptious Sabotage (bocian)
12. Dylan Nyoukis – The Acrylic Widow / Junk Operatics (discombobulate)
13. Aaron Dilloway – The Beauty Bath (rockatansky records)
14. Merzbow Meets M.B. – Merzbow Meets M.B. (menstrual recordings)
15. UnicaZürn – Dark Earth Distillery (uzu music)
16. Emptyset – Recur (raster-noton)
17. Jon Mueller – Death Blues (taiga)
18. The Stranger – Watching Dead Empires in Decay (modern love)
19. Rafael Anton Irisarri – The Unintentional Sea (room40)
20. Andrew Chalk & Tom James Scott – Wild Flowers (skire)

καλή χρονιά να έχετε, οι ευχές σας όλες να πραγματοποιηθούν

The Sunday of all Sundays

•8 Σεπτεμβρίου, 2013 • Σχολιάστε

Τελευταία επίσκεψη; 25 Μαίου λέει το καλεντάρι (κατά το μπιλοζίρι). Συμβολικό; Η μαύρη τρύπα του καλοκαιριού; Που καιρός για γράψιμο στην Ελλάδα του ήλιου και της θάλασσας; Κοινωνικές υποχρεώσεις; Η κρίση ως ανασταλτικός παράγοντας δημιουργικότητας; Έλλειψη μουσικής; Έλλειψη ενδιαφέροντος για τη μουσική; Έκλεισαν τα σχολεία και πήγαμε διακοπές με τους παππούδες (δεν έχουν μείνει και πολλοί πλέον); Διαλέξτε και πάρτε. Ποιοι είστε εσείς θα μου πείτε; Επίσης καλή ερώτηση. Γενικά το καλεντάρι αυτή τη στιγμή λέει 8 Σεπτεμβρίου και τούτη την Κυριακή υπήρχε σχεδόν ιερό καθήκον να υπάρξει δήλωση παρουσίας.

Τούτες τις ημέρες έχουμε έρθει αντιμέτωποι με το concept «πέρασε το καλοκαιράκι» σε πλήρη έξαρση και ισοπεδωτική διάθεση. Πριν δέκα ημέρες πίναμε σαν να μην υπάρχει αύριο (την επόμενη ευχόμασταν να μην υπήρχε αύριο). Σήμερα; Διακοπές έχουν τελειώσει και για τους τελευταίους εξ ημών, δουλειές ξεκινάνε, σχολεία ξεκινάνε, βαλίτσες ταχτοποιήθηκαν, αεροδρόμια έγιναν τόποι προσέλευσης και προσκυνήματος, μαντήλια κουνήθηκαν, βιβλία άνοιξαν, τηλέφωνα από τις εκάστοτε εργασίες άρχισαν να χτυπούν, οι φθινοπωρινές εργασίες ξεκίνησαν και τα πράγματα επιμένουν να πέρνουν το δρόμο τους. Η θερμοκρασία σιγά σιγά πέφτει, τα air condition σωπαίνουν, τα πιτσιρίκια απολαμβάνουν τα τελευταία τρεχαλητά στους δρόμους καθότι η Δευτέρα έρχεται και μας κουνάει από μακριά το χέρι. Από τα γεύματα ξεφαντώματος και εορτασμών έχουμε περάσει στα γεύματα αποχαιρετισμών (ως Σωστοί Έλληνες – από εδώ και πέρα Σ.Ε. – έχουμε ένα γεύμα να συνοδεύει τα πάντα).

Θα ήθελα να μπορώ να σας πω για τα εκπληκτικά πράγματα που ακούσαμε αυτό το καλοκαίρι, για την επανάσταση που ήρθε στη μουσική ζωή μας, για το δίσκο που θα σας αλλάξει τη ζωή, για τα καταπληκτικά βιβλία που διαβάσαμε, τις ατέλειωτες ρετροσπεκτίβες σινεφίλ κινηματογράφου στους πανέμορφους θερινούς σινεμάδες (κατά το καλεντάρι) της Αθήνας. Για το πρώτο αν συγκεντρωθώ λίγο θα βρώ πράγματα να πω, αλλά ίσως δεν είναι της στιγμής. Αυτή ίσως θα ήταν η εποχή όπου θα γινόταν το post συζήτησης-για-το-νέο-album-Ulver, αλλά αμφιβάλλω αν θα γίνει κάτι τέτοιο. Κάποια στιγμή μπορεί να συζητήσουμε περί αλλαγών. Για το δεύτερο δεν θα χρειαστεί να συγκεντρωθώ τόσο πολύ και μάλλον θα έχουν και υπόλοιποι να συνεισφέρουν διάφορα, όσο έκρινα από το βάρος των βιβλίων κατά τα θερινά ταξίδια. Όρεξη για διάβασμα υπάρχει. Φυσικά τώρα πρέπει να επιστρέψουμε σε άλλου είδους διάβασμα, που μάλλον είναι κάπως πιο δύσκολο. Για το τελευταίο εγώ θα θα μπορέσω να μιλήσω, η τελευταία μου επίσκεψη στους ναούς της έβδομης τέχνης μετράει αρκετούς μήνες, και δεν ήταν ούτε ρετροσπεκτίβα ούτε σινεφίλ κινηματογράφος. Δεν μπορούμε να είμαστε κουλ στα πάντα όμως. Κοιτώντας στο συρτάρι του γραφείου βλέπω και τα τεύχη του Wire να μαζεύονται σιγά σιγά. Η αποχή από την μουσική ίσως τελικά να ήταν εντονότερη από ό,τι νόμιζα.

Θα ήθελα να μιλήσω και για την συναυλία της χρονιάς που περιμένουμε για να φωτίσει τις φθινοπωρινές νύχτες. Θα σας γελάσω, το μόνο που με ενημέρωσαν ήταν κάτι για Svarte Greiner τον Οκτώβρη νομίζω, συναισθηματική αντίδραση περίπου μηδέν, ίσως ενθουσιαστούμε μέχρι τότε, κατά τ’ άλλα δεν έχω ιδέα. Περιμένω νέα από το κοντρόλ καθότι που να κάθεσαι να ψάχνεις και για ημερομηνίες τώρα. Η Κυριακή προχωράει ακάθεκτα, όχι που θα μας έκανε τη χάρη να σταματήσει εκεί δυο-τρεις ημέρες. Σιγά σιγά αρχίζουμε να δίνουμε σημασία και σε όλα αυτά που είχαν μείνει πίσω τόσο καιρό. Μουσικά, καλά πάμε μέχρι στιγμής. Για τα υπόλοιπα έχουμε δουλειά μπροστά μας.

à tout à l’heure

another beginning

tell me, tell me, tell me that you love me

•25 Μαΐου, 2013 • Σχολιάστε

Το ήξερα πως θα πάω αν και δεν το έπαιρνα απόφαση μέχρι τελευταίας στιγμής, μια μέρα όμως το πήρα. Προσφάτως, σε ένα βίντεο μας συστήθηκαν ως Randy, Chuck και Bob. Πριν πολλά χρόνια είχα δει σε ένα δισκοπωλείο το εξώφυλλο του Third Reich ‘n Roll και ήξερα πως κάτι Μεγάλο ξεκινούσε μέσα μου πριν καν ακούσω τον δίσκο.

Έχω ένα γείτονα στο απέναντι σπίτι ο οποίος είναι διακοσίων ετών, και περνάει το μισό ημερολογιακό έτος στο μπαλκόνι του με το τρανζίστορ του. Ακούει αυστηρά και μόνο τον Στέλιο Καζαντζίδη τραγουδώντας από πάνω τους στίχους, ενώ στα μεγάλα σεκλέτια αφήνει και μερικά «ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται» για να δέσει το αυγολέμονο. Θέλει και χτύπημα βέβαια το αυγολέμονο.

Ο Randy, o Bob και ο Chuck προσεγγίζουν την pop κοντά σαρανταπέντε χρόνια. Την ολοκληρωτική αποδόμηση της pop. Δεν έχουμε δει τα πρόσωπά τους και δεν θα τα δούμε. Οι The Residents δεν θα σταματήσουν να υπάρχουν, και αν σταματήσουν φαντασιώνομαι το τελευταίο τους εξώφυλλο να είναι τα πραγματικά πρόσωπά τους. Χτες το βράδυ έκλεισε στην Αθήνα η Wonder of Weird περιοδεία τους, μια επετειακή περιοδεία για τα σαράντα χρόνια του συγκροτήματος. Οι Residents εδώ λοιπόν δεν θα έπαιζαν «θεματικά», όπως τους είδε τελευταία φορά το λίκνο της δημοκρατίας στο Demons Dance Alone και στο Bunny Boy. Η Wonder of Weird είναι μια περιοδεία documentary αφιέρωμα στη μπάντα.

Είναι αυτό που λέμε καρικατούρα, μια περσόνα που δεν μπορείς να συμπαθήσεις ή να αντιπαθήσεις. Και στη σκέψη μόνο να βγεις έξω, ο άυπνος φρουρός θα βαρέσει αυτόματα μια ζιγκουάλα μόνο για σένα. Καπνίζει κάτι τσιγάρα των οποίων το πακέτο δεν έχω ξαναδεί πουθενά και τα καπνίζει με τέτοιο τρόπο που δεν θέλω να ξανακαπνίσω ποτέ

Στο μυαλό μου υπάρχει μια κάστα Μεγάλων που το έργο τους είναι μια Ελεγεία στην Ύπαρξη και μπορεί να κριθεί μονάχα συνολικά, διότι κάθε βήμα παίρνει πολύ σοβαρά το προηγούμενο και ανυπομονεί για το επόμενο. Αυτό που ο ακροατής δεν ακούει ωραίο ίσως καμιά φορά, είναι ένα απαραίτητο βήμα. Οι Residents είναι ίσως ο ορισμός αυτής της κατηγορίας. Ο Randy εμφανίστηκε όπως στο βίντεο που πουλάει το ultimate box set, ένα ψυγείο που περιέχει εκατό κυκλοφορίες της μπάντας και κοστίζει εκατό χιλιάδες δολλάρια. Έχουν δέκα προς πώληση από τον Δεκέμβριο, και έχουν πουλήσει ήδη το ένα.

Ξανακαπνίζω πάντως. «Κάθε οχτώ δευτερόλεπτα πεθαίνει ένας άνθρωπος στον πλανήτη λόγω καπνίσματος, μήπως να αλλάζαμε συνήθειες;» αναρωτιέται μια γνωστή σε ένα κοινωνικό δίκτυο. Να αλλάξουμε. Να σταματήσουν επιτέλους να πεθαίνουν κάθε οχτώ δευτερόλεπτα γιατί είναι ενοχλητικό.

Η ειρωνεία των Residents ήταν έκδηλη από την αρχή. Της καριέρας τους. Όσο και η εμμονή τους με τους Beatles. Όσο το χιούμορ τους. Ο Δημήτρης, σε συζητήσεις για το περιβόητο encore στη Demons Dance Alone περιοδεία συνηθίζει να αναρωτιέται «Mα οι Residents; Encore; Οι Residents ρε μαλάκα Μανώλη;». Οι άνθρωποι έκαναν greatest hits περιοδεία και ειρωνεύτηκαν τον εαυτό τους στο μέγιστο βαθμό κατά τη διάρκεια. Picnic to the Jungle. Jelly Jack. The Black Behind. March to the Sea, Struggle, Kill the Great Raven, Santa Dog. Με προλόγους στα ενδιάμεσα. Εξηγούν τη σημασία κάθε τραγουδιού. Αναφέρουν ιστορικά γεγονότα χωρίς την απαραίτητη γραμμική ροή του χρόνου. Αυτό και αν είναι συστατικό των Residents, η χοντρή διαπραγμάτευση του τότε, του τώρα, του μετά. Το μεταξύ τους μπλέξιμο. Ο μύθος πως στο τέλος όλα γίνονται καλά. Η κατάρριψή του. Ο θάνατος του Snakefinger μόλις στα 38 του χρόνια. Η εκτέλεση του The Man in Dark Sedan και η ανάλογη αφιέρωση. Μια κάποια μεγάλη συγκίνηση.

Μια μέρα με χαιρέτησε και μου χαμογέλασε. Είχα βγει για το τρίτο πακέτο της ημέρας στο μπαλκόνι. Δεν μου χρειάζεται να κοιτάζω προς το μέρος του, γιατί ξέρω πως είναι εκεί. Τον ακούω. Μου λέει να τον διώξω και να μη λυπάμαι, και για το τι θα γίνει να μη φοβάμαι. Θυμάμαι ήταν νύχτα γιατί είχε ένα φεγγάρι περίπου σαν το τωρινό, έτοιμο να σου φάει την ψυχή, παρά να ρεμβάσεις μελαγχολώντας. Με χαιρέτησε απλά. Μου έγνεψε και μου κούνησε το χέρι του.

Τα σκηνικά δεν τους κάνουν τη χάρη συνέχεια. Σε σημεία τα ρίχνουν ηθελημένα, αλλά άλλοτε όντως δεν τους κάθεται το πλάνο όπως το έχουν φανταστεί. Ο ήχος πάντως είναι εξαιρετικός. Εδώ και κάποια ώρα μοιάζει να γράφω κάτι σαν κριτική για τη συναυλία των Residents στην Αθήνα. Δεν κάνω κριτική για τη συναυλία των Residents στην Αθήνα. Γράφω ακριβώς ό,τι μου κατεβαίνει στο κεφάλι και θα σταματήσω πριν αρχίσω να περιγράφω λαογραφικά, εθνολογικά, κοινωνιολογικά, καλλιτεχνικά και πολιτιστικά τους Residents. Θέλω μόνο βιωματικά, αλλά ανάθεμα και αν γίνεται να κραυγάσεις στο wordpress. O Randy μας δείχνει φωτογραφίες του γάτου του (του Maurice) σε ένα iphone και παρότι δεν βλέπω μέχρι εκεί (αν και μπροστά) μου λένε πως πρόκειται για ένα ευτραφή γάτο.

Αρρώστησα που με χαιρέτησε και από τότε αρρωσταίνω καθημερινά όταν τον βλέπω. Αποφάσισα να καπνίζω στο πίσω μπαλκόνι, αλλά η άνεσή του δεν συγκρίνεται με του μπροστινού. Άλλη θέα παιδί μου, άλλη  άπλα. Απλά έχει και το ξώγαμο του Καββαδία που ξεμπάρκαρε στην Αγία Παρασκευή, ρίζωσε στο μπαλκόνι, δεν το κουνάει και ακούει τραγούδια για την ξενιτιά. Δείχνει να γουστάρει τη ζωή του. Εγώ δεν έχω φτάσει ακόμα εκεί

Ιστορίες για τις διάσημες eye ball masks. Το Eskimo, ο αγαπημένος μου δίσκος των Residents. Σχεδόν κάθε σύμβολο εξηγείται. You are simple, we are simple, φωνάζει ο Randy. Μοιάζει να ειρωνεύεται την αποκαθήλωση του εαυτού του, αλλά ίσως να ειρωνεύεται και την ειρωνεία αυτή ακόμα. Το Honey Bear είναι βαθιά συναισθηματικό και μόλις το ακούω πέφτω πάρα πολύ ψυχολογικά. Ένας τύπος λιποθυμάει και σπαρταράει στο πάτωμα. Νερά, νοσοκόμοι του ερυθρού σταυρού. Ξανακαπνίζω. Άκουσα κάπου πως κάθε οκτώ δευτερόλεπτα πέφτουν ανθρώποι στα πατώματα επειδή κάποιος δίπλα τους καπνίζει.

Το πρώτο τραγούδι που τραγούδησε ήταν σύνθεση του Απόστολου Καλδάρα, ήταν επίκαιρο, καλοκαιρινό και κυκλοφόρησε με τίτλο «Για μπάνιο πάω». Το τραγούδι αυτό δεν πήγε καλά, από εμπορική άποψη, καθώς δεν πούλησε αρκετά αντίτυπα κι ο διευθυντής της Κολούμπια Νίκανδρος Μηλιόπουλος θεώρησε υπεύθυνο της αποτυχίας τον Καζαντζίδη, μιας και δεν μπορούσε να ρίξει το φταίξιμο στον Καλδάρα, που ήταν ήδη γνωστός και διάσημος. Έτσι για μερικούς μήνες, ο νέος τραγουδιστής μπήκε στο ράφι και υπήρχε πρόθεση να αποκλειστεί για πάντα. Αυτός που έδωσε μάχη για να επαναφέρει τον Καζαντζίδη στη δισκογραφία ήταν ο σπουδαίος συνθέτης Γιάννης Παπαϊωάννου, που εκείνη την εποχή ήταν μεγάλη φίρμα. «Βρε τι ’ναι τούτο το κακό, τι φλόγα, τι καμίνι. Λες κι η Αθήνα άναψε και φούρνος έχει γίνει. Καλέ κοπέλα, καλέ κοπέλα για μπάνιο πάω, κι αν θέλεις έλα.». Δεν έχω δει ποτέ τον Γέρο εκτός του σπιτιού του και αυτό με αρρωσταίνει ακόμα περισσότερο. Δεν έχω δει ποτέ κάποιο παιδί ή εγγόνι του, κάποιον συγγενή, έναν φίλο ή κάποιον επισκέπτη του. Μόνο το «Για μπάνιο πάω», παρότι δεν πάει ποτέ πουθενά. Έχω πλάσει το σενάριο πως ήταν ναύτης και πως δεν θέλει να ξαναταξιδέψει ποτέ.

Tell me, tell me, tell me that you love me
Tell me, tell me, I’m your honey bear
Tell me, tell me, I can be your cubby
Tell me I am your chocolate eclair
Tell me that you are somewhere above me
Tell me, tell me, and I won’t be scared

Once I was a linebacker in college
Once they put my picture on the wall
Once I ate much more than I could swallow
Once I had so very far to fall
Once I had a father I could follow
Once he hardly hated me at all

Now I am an unemployed policeman
Now my pickup needs to be repaired
Now I wait for you to gag and grease me
Now I hope you’ll hold me by the hair
Now I live in shadows of my dreams and
Hope to be your humble honey bear

Image

Μουσικά μαθηματικά

•9 Μαΐου, 2013 • Σχολιάστε

Η επίσημη είσοδος του καλοκαιριού δεν έρχεται μόνη της αλλά συνοδεύεται σχεδόν πάντα από τους φίλους της και θερμούς θαυμαστές της. Ταξιδεύει πάντα μόνη όμως.

Οι δουλειές που έχουν δημιουργηθεί στον χώρο της jazz τα τελευταία χρόνια, οι συνθέσεις, οι συνεργασίες κάνουν λόγο για μια αναγέννηση. Αν με ρωτούσε κάποιος τι συνέβαινε πριν από περίπου τρία χρόνια, τα πράγματα που θα έβλεπα θα ήταν λίγο αποθαρρυντικά. Η ελπίδα παρέμεινε όμως και δεν την διέψευσε κανείς και όπως πάντα σε έναν χώρο όπως της jazz όπου τα κακά πράγματα ευτυχώς πεθαίνουν γρήγορα και η αναγέννηση τελικά είναι συνεχής, αρκετά γρήγορη, βασισμένη στην φαντασία, το θάρρος και την τόλμη των συντελεστών και καλλιτεχνών της έφτασε και η στιγμή που φωνάξαν το όνομά της. Εντάξει δεν είναι όλα τέλεια, αλλά τουλάχιστον ακούμε καλή μουσική.

Πρόσφατα μπήκε στο μικροσκόπιο μου η δουλειά των Tomasz Stańko, Charles Lloyd, Jason Moran και André Williams. Ονόματα παλιών εξαιρετικά πετυχημένων μουσικών, ο καθένας όχι μόνο στα όργανά του αλλά και στις συνθέσεις τους. Καλώς ήρθες στην jazz, την χώρα όπου πολλές φορές το πετυχημένο σημαίνει απλά πάρα πολύ καλό, πάρα πολύ δύσπεπτο αλλά  και απελευθερωτικό, επιβεβαιωτικό ότι κάπου εκεί έξω αιωρείται η θετική πιθανότητα.

Τρείς τζαζίστες και ένας μπλουζίστας είναι, αλλά το ανέκδοτο ξεκινάει αλλιώς. Μπαίνεις σε δισκάδικο στην Θεσσαλονίκη.  Μικρό, δίσκοι και CD παντού και στην άκρη ένας κύριος μεσήλικας να ξεσκονίζει δίσκους. Πόσες ιστορίες πίσω από κάθε εξώφυλλο. Μόνοι μας είμαστε και αναζητώ δουλειά του André Williams. Με κοιτάει με βλέμμα αναζήτησης, περιέργειας, ερώτησης. Δεν τον ξέρω, είναι η απάντηση. Προσπαθείς να θυμηθείς ακριβώς τον τίτλο ενός συγκεκριμένου δίσκου, πας να αναζητήσεις την τεχνολογία, σου προσφέρει ο δισκοπώλης την ευχαρίστησή της, τον βρίσκετε μαζί, τον παραπέμπεις όχι σε οποιοδήποτε βίντεο του αλλά σε ένα συγκεκριμένο από σχετικά πρόσφατη για την διάρκεια της καριέρας του (αν μπορούμε να πούμε αυτό που έκανε με την μουσική, καριέρα)ζωντανή εμφάνιση. Η κατάνυξη ήταν αμοιβαία. Χώρισαμε με λύπη. Με την βαριά, τσιγαράτη, αλκοολούχα, μετανιωμένη φωνή του Williams στα ηχεία, χωρίσαμε με – αναπάντεχη και για τους δυό μας – λύπη.

Για τον Stańko δεν έχω να πω και πολλά πράγματα. Αυτή την στιγμή, αυτές τις μέρες ακούω ξανά μαζικά τις δημιουργίες Dark Eyes, Leosia, Suspended Night του Tomasz Stańko Quartet μαζί με το ψυχεδελικό Purple Sun. Ο Πολωνός χωρίς δόντια, τρομπετίστας της avant garde/improvisation/free jazz είναι σαφέστατα από τους πιο σημαντικούς μουσικούς όχι μόνο στην πασίγνωστη ντίβα με το όνομα πολωνική jazz αλλά και τα καταφέρνει καλά και χωρίς δόντια. Είμαι καλά, ευχαριστώ, θα βάλω ψεύτικα αλλά βέβαια το πρόβλημα άρθρωσης της αναπνοής που χρειάζεται η τρομπέτα μου, θα το λύσω με γυμναστική του στόματος. Ο πιο συνεσταλμένος βέβαια Tomasz του Purple Sun αλλά και ο πιο εφηβικά συνεπαρμένος σίγουρα δεν γερνάει στις αργότερα δουλειές του. Φτάνοντας στο Dark Eyes του 2009 εξερευνεί μάλλον τα πιο κοσμοπολίτικα στέκια του κόσμου και δονείται με τις μνήμες του Miles Davis. Μέσα στο Purple Sun του 1973 όμως, στο Flair δεν μπορούν να κρυφτούν οι ήρωες όσο κι αν δεν βλέπεις στο σκοτάδι. Καλά δεν μιλάμε για rhythm section. Όπως και να χει δεν θέλω να πιάσω το παλαιότερο και το πιο πρόσφατο επιχείρημα του Stańko αλλά το έκανα, νομίζω γιατί είναι απλά εξαιρετικός. Χάνομαι στο ταλέντο και στο οξυγόνο των συνθέσεών του αλλά σαφώς θα πρέπει να είσαι λάτρης και του θεού στον οποίο προσεύχεται. Πρόκειται για καλλιτέχνη τοπίων, μουσικών και μουσικά αστικών, γνωρίζει τα μαθηματικά που είναι απαραίτητα για την jazz, τα μουσικά μαθηματικά. Quintet και quartet, δύση και ανατολή, Μουμπάι και Νέα γαμημένη Υόρκη, τα μαθηματικά είναι εκεί.

Ή απλά απατώ την ζωή με την jazz και δεν είναι ποτέ αυτό που φαίνεται.

Αφορμή για την ρίψη ονομάτων στα πεζοδρόμια αυτού του μπλογκ (επιτρέπεται να πούμε μπλογκ και όχι blog; Δεν είμαι σίγουρη αν με ενδιαφέρει πιο είναι το σωστό), ρίψη που δικαίως ντύνεται τα ονόματα των Charles Lloyd και Jason Moran, συνεργάτες χρόνια επισκέπτονται στον δίσκο Hagars Song παλιά κλασσικά μουσικογραφημένα, αλλά πόσο εξαιρετικά το κάνουν. Η διασκευή και η jazz είναι διπλανά καζάνια στην κόλαση της απόλαυσης ούτως ή άλλως. Η μουσική στο ανσανσέρ της jazz. Συνεργασία με επιτυχημένη έκβαση είναι το όνομα Lloyd/Moran και νομίζω πως το από κάτω μπορεί να πει πολλά πράγματα καλύτερα. Η αποθέωση της τεχνολογίας είναι μόνο η μεταβίβαση πληροφοριών που στοχεύει στην ανθρωπιστική καλυτερεύση των πληθυσμών, όπως είπε περίπου και ο φίλος μου ο δισκοπώλης με λιγότερα από αυτά λόγια.

Αυτό το ανέκδοτο ξεκίνησε με τρείς τζαζίστες και έναν μπλουζίστα. Στο συμπέρασμα θα μπει και ένας ακόμα μουσικός λίγο πιο αναπάντεχος βέβαια. Το μαύρο πρόβατο, ο ταξιτζής της Μητροπόλεως (κάποιος του χρωστάει αφιέρωση μάλλον) που μια μεγάλη νύχτα μιας μεγάλης εβδομάδας, κάτω από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου μου, άνοιξε την πόρτα του οδηγού ξεκούρασε απλώνοντας το αριστερό του πόδι έξω από το ταξί του και καθισμένος εκεί, έβγαλε από την θήκη το μπαγλαμαδάκι του και άρχισε να παίζει, αραγμένος στην πιάτσα. Οι στιγμές που νομίζω ότι τρελάθηκα είναι όταν αυτά που ακούω μου δίνουν εικόνες υπερφαντασιακές. Το πρόσωπο του Miles στις χορδές του μπαγλαμά, την μυρωδιά του ξύλου ενός δοξαριού με την μυρωδιά των πλήκτρων ενός πιάνου και την μυρωδιά ενός τενεκέ που η καριέρα του περιλάμβανε ρόλους κρουστού οργάνου. Οι νύχτες στην Μεσσηνία με τις νύχτες στο Σικάγο. Όταν αυτά που ακούω μου τραβάνε μια ασημένια γραμμή που τα ενώνει όλα, πλανήτες σε τροχιά τα πάντα και όλοι γυρώ από όλους. Το μαγικό ραβδί που ενώνει ζωές με μια νότα. Καλλιτέχνες που μπορούν να βάλουν το μουσικό πανί πίσω από όλα αυτά είναι αληθινά πραγματικοί και κινούνται με ευκολία τόσο στο φως όσο και στο σκοτάδι. Τρεις τζαζίστες, ένας μπλουζίστας και ένας ταξιτζής ενισχυμένος με μπαγλαμά.

a giant ear waiting for your songs of niceness

•22 Μαρτίου, 2013 • Σχολιάστε

Αν και η χρονιά μέχρι στιγμής ξεκίνησε με σποραδικές, εξαιρετικά δυνατές εκρήξεις, τις τελευταίες μέρες σχεδόν οτιδήποτε ακούει αποτυγχάνει στο να μου κρατήσει το ενδιαφέρον. Τις περισσότερες φορές κουνάω απλά το κεφάλι, σκέφτομαι «συμπαθητικό» και πάω στο επόμενο. Ή εναλλακτικά στο προηγούμενο. Από την άλλη εδώ και αρκετές ημέρες, σε επίπεδο τραγουδιών η μουσική μου ύπαρξη περιστρέφεται γύρω από δυο βασικούς άξονες, σαφώς διαφορετικούς μεταξύ τους τόσο στον χαρακτήρα όσο και στο περιβάλλον τους, αλλά αφοπλιστικά άμεσους στην επίδρασή τους.

Για την Anais Mitchell μάλλον δεν μιλήσαμε όσο θα έπρεπε πέρισυ, αλλά αν κάποιος χάζεψε την λίστα του 2012 που υπάρχει παρακάτω, καταλαβαίνει ότι μόνο απαρατήρητη δεν πέρασε. Δεν θα προσπαθήσω να περιγράψω το τι ακριβώς συμβαίνει σε κάθε ακρόαση του περσινού της δίσκου, αλλά θα ψάξω να βρω που διάβασα πρώτη φορά γι’ αυτόν για να στείλω ευχαριστήρια κάρτα. Φέτος λοιπόν έβγαλε και νέο δίσκο, συνεργασία, διασκευές σε παραδοσιακά παιδικά τραγούδια, ψωμοτύρι μάλλον για κάθε ρομαντικό τροβαδούρο που σέβεται τον εαυτό του. Ο δίσκος είναι γλυκύτατoς, δεν θα αλλάξει μάλλον τη ζωή σας, μπορεί να σας κάνει να κοιμηθείτε λίγο πιο όμορφα κάποιο βράδυ, μπορεί να σας δώσει μια ωραία λύση στο τι θα βάλετε να ακούσει το πιτσιρίκι που έχει βρεθεί να τριγυρίζει στο σπίτι σας. Δείτε όμως που μετά από κάτι παραπάνω από 30 λεπτά φτάνει στην ιστορία του Tam Lin, η οποία είναι από εκείνα τα αρχετυπικά παραμύθια που περιέχουν ότι έχετε αγαπήσει ποτέ στο είδος (αθώες υπάρξεις, έρωτα, σεξ, κακές βασίλισσες, μεταμορφώσεις και ευτυχισμένο τέλος). Δεν είναι πολλές τραγουδίστριες που μπορούν να συνδυάσουν τη γλυκύτητα με την ήρεμη ένταση και πιστεύω ότι η Mitchell το κάνει καλύτερα από τις περισσότερες. Αν και ντουέτο, ο ρόλος του Jefferson Hamer είναι μάλλον συνοδευτικός, ενώ η Mitchell σηκώνει στους ώμους της όλη την εξέλιξη της ιστορίας. Θεωρώ ότι τα τραγούδια που αφηγούνται ιστορίες ασκούν ιδιαίτερη γοητεία στον ακροατή, ειδικά όταν ο ερμηνευτής ακολουθεί τα ανεβοκατεβάσματα της διήγησης. Μην περιμένετε επαναστατικές καταστάσεις εδώ, αλλά η πρόοδος εικόνων σε συνδυασμό με την χροιά της Mitchell ειδικά στο σημείο όπου περιγράφονται οι μεταμορφώσεις του ήρωα, θα σας κάνει να επανεκτιμήσετε την απλότητα που χαρακτηρίζει μερικές ιστορίες. Για τις πειραματικόαβανγκαρντοπερίεργες αναζητήσεις σας ψάξτε αλλού. Από την άλλη δεν χρειάζεται να είναι όλα τα πράγματα πολύπλοκα στη ζωή σας.

Για τον Nick Cave δεν περιμένετε από εμένα να σας πω ότι ξέρει να λέει ιστορίες. Το κάνει πολλά πολλά χρόνια τώρα, σας το χουν πει και πολλοί άλλοι που έχουν πιο ουσιαστική σχέση μαζί του, τον ακούν από τα πέντε τους (ή από τα πέντε του) και γενικά μάλλον κάπου το έχει πάρει το αυτί σας. Εγώ από την άλλη δεν μεγάλωσα με τα αριστουργήματά του, μ’ αρέσουν πολύ και αρκετά από αυτά που κράζουν οι οπαδοί του και έρχομαι να πω ότι το καινούριο του album μάλλον έχει κλείσει ήδη θέση για την δεκάδα της χρονιάς. Όπου το «Dig Lazarus Dig» μάλλον επηρεασμένο από την οντότητα των Grinderman παραήταν rock n roll για τα γούστα μου, το «Push The Sky Away» με έχει αφήσει με το στόμα ανοιχτό σε σημείο που δεν το περίμενα από δουλειά του Αυστραλού. Εδώ και δυο βδομάδες είναι από τα πράγματα που ακούω συνέχεια και θέλω να σφίξω το χέρι όποιου επέμεινε να ακολουθήσουν αυτή τη φορά ένα πιο αργο tempo, με πιο αραιές ενορχηστρώσεις και σαφώς πιο χαμηλόφωνες διηγήσεις. Όπου το «Child Ballads» καταλήγει στην κορυφή χωρίς να το περιμένεις, το «Push The Sky Away» σε προετοιμάζει καθόλη τη διάρκειά του για το ομώνυμο κομμάτι που βρίσκεται στο τέλος του. Δεν μπορώ να μην φανταστώ ότι για την μορφή του «Push The Sky Away» βασικός υπεύθυνος είναι κάποιος άλλος από τον Warren Ellis, η προσωπικότητα των Dirty Three αιωρείται όχι πολύ μακριά του. Η ενορχήστρωσή του είναι αυτό ακριβώς που με συνεπαίρνει τα τελευταία χρόνια στη μουσική, αργή, σχεδόν άυλη, με μόνο ένα σφυγμό στο βάθος να δηλώνει ότι υπάρχει κίνηση, τον Cave ανάμεσα στο τραγούδι και στο ψιθύρισμα (γι’ αυτό είναι φτιαγμένη η φωνή του έτσι και αλλιώς) και ένα ξέσπασμα που ποτέ δεν έρχεται. Είναι σημαντικό να βρίσκεις το απόλυτα κατάλληλο τραγούδι για να κλείσεις ένα μεγάλο album, το τραγούδι που θα σε αφήσει με μια αίσθηση λύπης για το τέλος της μουσικής, αλλά που θα σε κάνει συγχρόνως να αναζητάς την κατάληξή του. Αν το album αφήνει τη σφραγίδα του στα οχτώ λεπτά του «Higgs Boson Blues» (και πόσο δύσκολο είναι να ακολουθήσεις ένα τέτοιο κομμάτι), το «Push The Sky Away» θα σε πάρει από το χέρι, θα σε πάει στο κρεβάτι, θα σε κουκουλώσει μέχρι τα αυτιά και θα σου τραγουδάει μέχρι να ξεχάσεις ότι χρειάζεσαι τη συνείδησή σου. Μπράβο στα παιδιά, περιμένω ότι οι οπαδοί του θα απογοητευτούν για μια ακόμα φορά, εγώ στηρίζω, γιατί επιτέλους κράτησε μόνο το σκελετό από τη μουσική του και αποφάσισε ότι δεν χρειάζεται να φωνάζει για να καθηλώνει τον απέναντί του. Λίγα λόγια χρειάζονται συνήθως μόνο.

Ή και καθόλου λόγια μερικές φορές. Bonus κομμάτι γιατί μου το θύμισαν οι τίτλοι από δυο κομμάτια του «Push The Sky Away» (για δείτε που πέρασαν εφτά χρόνια από τότε)

We’re no here

Exit stage left

•22 Φεβρουαρίου, 2013 • Σχολιάστε

Επανερχόμαστε λοιπόν μετά την οσκαρική πανδαισία στα πιο συνηθισμένα μας. Η προηγούμενη βδομάδα ήταν λίγο απογοητευτική καθώς κάθε μέρα σχεδόν συνειδητοποιούσα πόσες ταινίες δεν είδα πέρυσι. Τι να κάνεις, δεν μπορούμε να τα προλαβαίνουμε και όλα. Εκείνο το «Moonrise Kingdom» πρέπει να αξιωθώ να το δω επιτέλους. Τουλάχιστον είδα επιτέλους μετά από δυο μήνες και τρεις αποτυχημένες προσπάθειες, το «Hobbit». Ωραίο παιδιά, να το δείτε, να θυμηθείτε τα παιδικά σας χρόνια.

Μια που από πλευράς έβδομης τέχνης καλυφθήκαμε, να έρθω εγώ να προσθέσω ότι το 2013 ξεκίνησε αρκετά δυναμικά από πλευράς μουσικής. Τον προηγούμενο χρόνο, αλλά και φέτος όπως δείχνουν τα πράγματα, ανανέωσα τη σχέση μου με τη σύγχρονη jazz. Δεν θα σας πω ψέμματα, το απόλαυσα τρομερά, έστω και αν δεν θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα αφοσιωμένο στην συγκεκριμένη μουσική. Ακολουθώντας λοιπόν τις περσινές κυκλοφορίες, φέτος το πρώτο σαγόνι στο πάτωμα ήρθε εκ βορείου Ευρώπης, σε γνώριμο σπίτι (Rune Grammofon) από γνώριμα ονόματα, αλλά εντελώς αναπάντεχα. Το «Exit!» των Fire! Orchestra είναι ο λόγος που θα ανανεωθεί η πίστη σας στο big band ιδεώδες. Για κάποιον σαν και μένα, που δυσκολεύεται να παρασυρθεί από τους ανεξέλεγκτα free jazz αυτοσχεδιασμούς, η ένταση του συγκεκριμένου δίσκου ήταν ακόμα δυνατότερη σφαλιάρα. Ο συνδυασμός free jazz και kraut-rock-ικής ψυχεδέλειας θα μου φέρει στο μυαλό στα πεταχτά Kammerflimmer Kollektief, αλλά όπου οι τελευταίοι σε κάνουν να επιπλέεις, το κυριότερο χαρακτηριστικό της Fire! Orchestra (όπως υποδηλώνει και το όνομα) είναι οι εκρήξεις. Σπάνια ελεγχόμενες, συχνά αναπάντεχες, σποραδικά δομημένες, απολαυστικά οργασμικές. Λάτρεψα την (μη συνηθισμένη) χρήση φωνητικών στο δίσκο και τις λιγότερο ξεσαλωτικές στιγμές που μπορούσαν να μου δώσουν μια ήρεμη ανάπαυλα πριν τον επόμενο χαμό. Αυθεντική ψυχεδέλεια σε όλο της το μεγαλείο. Με κάνει να θέλω να επανεξετάσω τη σχέση μου και με την υπόλοιπη δουλειά του Gustaffsson.

Δεν θα αντέξω να μην κουνήσω το κεφάλι μου προς τον προ δεκαετίας εαυτό μου και να σχηματίσω στο μυαλό μου την αρχή του «Department Of Apocalyptic Affairs». Αν γνωρίζονταν αυτά τα δυο κάποια στιγμή, ειλικρινά πιστεύω ότι θα έκαναν καλή παρέα.

Επειδή όμως είναι Παρασκευή και, άρα, ώρα που δεν σηκώνει πολλά λόγια, δεν θα πω παραπάνω. Έξω σταμάτησε να βρέχει (παραδόξως), το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο της Αθήνας καταρρέει, εμείς αύριο πρωί δουλεύουμε, το καινούριο Matmos σε λίγο παίρνει σειρά, στο σπίτι με απειλούν με βραδιά όπερας και κάποια στιγμή πρέπει να μιλήσουμε για το «Last Shop Standing», την μουσική βιομηχανία και τις τύψεις μας.

Για τα σπιτικά σας βράδια το Sonic Death Monkey προτείνει ανεπιφύλακτα QI και καλό κρασί.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε