Νυχτερινές επιστροφές

•2 Δεκεμβρίου, 2006 • Σχολιάστε

Across the desert, the wise men traveled” έλεγε ο φίλος Justin στην διαδρομή από την δουλειά σήμερα. Για να ακολουθήσει η Sarah της Rim Banna σε μια γλώσσα που δεν μπορούμε να καταλάβουμε αλλά που αυτό δεν σημαίνει ότι μας αφήνει ασυγκίνητους. Και για το τέλος οι Noir Desir αποφάσισαν να μας πουν για ταξίδια με τον άνεμο. Τις προάλλες στην επιστροφή από την νυχτερινή έξοδο, σε μια ιδιαίτερως σπάνια αναλαμπή στην μουσική που ακούς στα ταξί, η Μπέλλου τραγουδούσε για αεροπλάνα και βαπόρια και πιστεύω ότι η ομορφιά της στιγμής δεν οφειλόταν στο ποτό.

Τώρα, στο σπίτι πλέον, στην ώρα της ηρεμίας μετά το πήξιμο της μέρας ο Tom Waits θα τραγουδήσει για τον δρόμο της ειρήνης σε λίγο. Δυστυχώς η ονομασία θα ακουστεί άκρως ειρωνική. Το τραγούδι όμως θα παραμείνει από τα πιο όμορφα που έχω ακούσει φέτος. Δεν ξέρω αν είναι της εποχής που κάθε λέξη που αφορά ταξίδια είναι τόσο ελκυστική. Μάλλον είναι σωστό αυτό που ανέφερε ο φίλος Rob αναφερόμενος σε κάτι διαφορετικό ότι “πολλές φορές χρησιμοποιούμε την ποίηση κάποιου άλλου” για να εκφράσουμε αυτά που θέλουμε να πούμε.

Αν κοιτάξω στην playlist που ετοιμάζεται για το βράδυ μάλλον θα βρεθούν μπόλικες συγγενείς αναφορές. Από το “I May Be Over There (But My Heart Is Over Here)” της Mira Calix στο “Same Ol’ Road” των Dredg και από το “Ends Of Earth” των Dirty Three στο “We’re The Only Ghosts Here” των Tarentel. Μέχρι να πάμε λοιπόν εκεί που θέλουμε να είμαστε, ακούμε και σκεφτόμαστε.

Road

Urban sounds

•28 Νοεμβρίου, 2006 • Σχολιάστε

Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, πάντα έβρισκα τη λέξη urban ιδιαιτέρως γοητευτική τόσο από πλευράς ήχου, όσο και από πλευράς νοήματος. Ίσως γιατί τελικά είμαστε παιδιά της πόλης μέχρι τώρα, έστω και αν αρκετές φορές λέμε ότι κάποια μέρα θα αλλάξει αυτό (τον προορισμό τον ξέρουμε, το ταξίδι μας μένει). Που κολλάνε όλα αυτά θα σκεφτεί κανείς?

Σήμερα, λοιπόν, κατευθυνόμενος προς το Μοναστηράκι και επειδή είχα φτάσει πολύ νωρίς στο Σύνταγμα αποφάσισα να κατηφορίσω με τα πόδια, αντί της συνηθισμένης διαδρομής με το μετρό. Αυτό που συνειδητοποίησα είναι ότι η Ερμού (όχι από τους αγαπημένους μου δρόμους) είναι εύκολα ένας από τους πιο “μουσικούς” δρόμους της Αθήνας. Στην απόσταση Σύνταγμα-Μοναστηράκι (που δεν είναι δα και καμιά τεράστια), ο μικρός περιπατητής θα ακούσει ήχους από λατέρνες, rock, “λαϊκές” κομπανίες, jazz (αυτό το βράδυ περισσότερο βέβαια), world πνευστά από μεταμοντέρνους hippies, Krishna συγκροτήματα, ινδιάνους και πιθανότατα ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Αυτά συνδυαζόμενα με την μουσική που ακούγεται από τα διάφορα μαγαζιά και τη “μουσική” του πλήθους και της πόλης, δεν γίνεται να μη σου τραβήξει την προσοχή ακόμα και αν περπατάς με τα ακουστικά στ’ αυτιά. Βέβαια σε μια ιδανική (ή έστω όμορφη) πόλη, το αποτέλεσμα όλων αυτών μπορεί να ήταν κάτι όμορφο, αλλά δυστυχώς στην Αθήνα είμαστε και τις περισσότερες φορές ο συνδυασμός είναι αρκούντως τρομακτικός. Από την άλλη όμως η παρατήρηση όλων αυτών που απαρτίζουν την μουσική της πόλης, από τις σειρήνες μέχρι τους μουσικούς στους δρόμους, είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Και μερικές φορές μπορεί να προσφέρει μαγικές στιγμές μουσικής, όπως ένα solo σαξόφωνο κάπου προς την Ακρόπολη, που ήταν από τα πιο ωραία πράγματα που έχω ακούσει ποτέ μου.

Πάντως ειδικά για όσους δεν αποχωρίζονται ποτέ το mp3 player του όταν κυκλοφορούν, η μίξη της μουσικής που ακούνε με τους φυσικούς (και “αφύσικους”) ήχους μπορεί να προσφέρει νέες ακουστικές εμπειρίες (ή από την άλλη μπορεί απλά να προκαλέσει εκνευρισμό γιατί δεν σας αφήνουν να απολαύσετε τη μουσική σας). It always depends..

Σε άλλα νεα, η απόλαυση του να έχεις στα χέρια σου το “Phases” του Steve Reich και να παίρνουν σειρά στο cd player ένα ένα τα cd που το απαρτίζουν είναι τεράστια. Μπόλικες ώρες εκπληκτικής μουσικής.

Stop the press

•28 Νοεμβρίου, 2006 • Σχολιάστε

Έκτακτη ανακοίνωση! Ίσως η μεταγραφική περίοδος του χειμώνα να μην έχει αρχίσει ακόμα αλλά το παρόν blog πάντα ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του. Έτσι, με χαρά σας παρουσιάζει το νέο του απόκτημα. Μπορεί το γούστο του μερικές φορές να ξεφεύγει σε επικίνδυνα πεδία αλλά κάθε νέο ταλέντο χρειάζεται χώρο για να εκφραστεί και οι ελπίδες του συλλόγου είναι αυξημένες. Οι σαμπάνιες βρέθηκαν υπερβολικά συντηρητικές για τον εορτασμό αυτού του ευτυχούς γεγονότος και έτσι προτιμήθηκε η vodka με kiwi ως επίσημο ποτό της νέας μεταγραφής.

Η συνέχεια επιφυλάσσει σκληρές προπονήσεις και πολλές δοκιμασίες που όμως αναμένονται να ξεπεραστούν επιτυχώς. Αυτά από το μέτωπο και “pass this on” που λένε και οι Knife!

The music wars!

•28 Νοεμβρίου, 2006 • Σχολιάστε

Μετά από ευγενική χορηγία του φίλτατου σε αυτό το site συγκάτοικου, έφτασε προχτές στα χέρια μου η ελληνική έκδοση του “Ocean Of Sound” του David Toop. Επειδή οι περιγραφές ήταν αποθεωτικές και είχαν πολλά επίθετα στον υπερθετικό βαθμό, η επανάληψη του “Master And Margarita” μπήκε για λίγο στην άκρη. Το βιβλίο αυτό καθαυτό φαίνεται από τις πρώτες σελίδες να παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον, αλλά εδώ δεν θα μιλήσουμε ακριβώς για το περιεχόμενό του. Όμως ένα απόσπασμα από εκεί μέσα μου δημιούργησε μια ακόμα απορία για την αντιμετώπισή μας προς τη μουσική.

Σε κάποιο σημείο του αφιερωμένου στον Sun Ra (μεγάλη η χάρη του) 2ου κεφαλαίου του βιβλίου υπάρχει μια δήλωση του (τεράστιου) Karlheinz Stockhausen αναφορικά με μια live εμφάνιση του Sun Ra: “Τα πρώτα 20 λεπτά ήταν πρώτης τάξης avant garde πειραματική μουσική που δεν μπορεί να την χαρακτηρίσεις. Ήταν απίστευτα ασυμμετρη!… Αλλά μετά το κομμάτι αυτό, ακούσαμε κάτι άνοστα τραγουδάκια από σαλούν. Δεν μου άρεσαν καθόλου – κάτι σαν φτηνιάρικη μουσική από ταινίες”. Όλο αυτό μου θύμισε, από την ανάποδη, δηλώσεις από τυχαίο rock οπαδό: “Μα πως γίνεται να ακούς αυτό το πράγμα που επί 20 λεπτά επαναλαμβάνεται;”. Και με όλο το σεβασμό προς το πρόσωπο του Stockhausen (και του τυχαίου rock οπαδού!) μου φαίνεται κάπως υπερβολική η καταδίκη μια μουσικής από την μια γιατί δεν είναι αρκετά πειραματική, και από την άλλη γιατι δεν ακολουθεί κάποιους κανόνες που θα την κατατάσσουν στις “νορμάλ μουσικές”. Πάντα είχα την εντύπωση ότι η μουσική έχει άμεση σχέση με τα “συμφραζόμενα”, δηλαδή δεν περιμένω από ένα pop κομμάτι να είναι άμεσα επηρεασμένο από τον Cage, αλλά ποια η χρησιμότητα του να καταδικάσεις κάτι όμορφο μεν, άμεσο και “συμβατικό” δε, ως “μη αρκετά avant garde”. Και μην αρχίσουμε να αναλύουμε τον όρο avant garde τώρα, γιατί δεν θα τελειώσουμε ούτε μετά από 10 χρόνια. Και όχι τίποτα άλλο, δεν θα τα εκδόσουμε και όλα αυτά ωστε να βγάλουμε και κάνα φράγκο.

Τέλος πάντων, ανεξάρτητα από προβληματισμούς, μπορούμε όλοι να απολαύσουμε την μουσική που αρμόζει στην εκάστοτε στιγμή. Είτε για να αναλύσουμε την θέση της σιωπής στην σύγχρονη σύνθεση, είτε για το singalong ρεφραιν παρέα με τη μπύρα (ή με ένα ποτήρι καλό κόκκινο κρασί αναλογα με την ιδιοσυγκρασία. Ναι, μπορείτε να έχετε και δερματόδετο βιβλίο αν θέλετε. Ναι, και τζάκι. Ναι, ναι, εντάξει και χαλί. Αλλά αν ρίξετε το καλό κόκκινο κρασί στο χαλί, να ξέρετε ότι θα το καθαρίσετε μόνοι σας). Προς το παρόν το menu εδώ περιλαμβάνει το περσινό πόνημα των Esmerine (υπό τον όχι και τόσο πρωτότυπο τίτλο “Aurora”) και για τη συνέχεια, επιτέλους, το “Kanon Pokajanen” του αγαπημένου Arvo Part.

Υ(s)?

•26 Νοεμβρίου, 2006 • 1 σχόλιο

Joanna Newsom - Ys

Τελικά δεν θα υπάρξει η συζήτηση για τα live ακόμα, καθώς, όπως ίσως θα μαντέψατε αν έχετε ανοίξει τον τελευταίο καιρό ένα μουσικό περιοδικό ή zine που ασχολείται έστω και λίγο με τον “ανεξάρτητο” χώρο, ξαναέβαλα να ακούσω το δεύτερο album της συμπαθέστατης Joanna Newsom. Η γνωριμία μαζί της είχε έρθει μεσω μιας μονοσέλιδης συνέντευξης στο Wire για το πρώτο της album (“The MilkEyed Mender”). Οι ακροάσεις του album δεν μπορώ να πω ότι με είχαν κερδίσει ακριβώς και είχε μπει στην άκρη με τα υπόλοιπα “συμπαθή αλλά” albums που μαζεύουν σκόνη κατά καιρούς.

Και φτάνουμε στο 2006 και στο “Ys”. Μπαίνω στον πειρασμό να το χαρακτηρίσω “φαινόμενο” αλλά μετα συνειδητοποιώ ότι μιλάμε για ένα κάπως περιορισμένο χώρο. Πάντως σίγουρα στα μουσικά χωράφια που κινείται έχει γίνει τεράστια αίσθηση. Η μονοσέλιδη συνεντευξη έχει γίνει τετρασέλιδη και εξώφυλλο, κριτικές (σχεδόν αποθεωτικές) όπου και να γυρίσεις να κοιτάξεις και γενικά ένα αρκετά σημαντικό hype. Για να είμαι ειλικρινής, το album τα αξίζει αυτά και με το παραπάνω, καθώς είναι εκπληκτικό και σαφώς πιο ώριμο από το πρώτο (τόσο μουσικά όσο και απο πλευράς φωνής της Newsom που εδώ ακούγεται γοητευτικότατη). Από την άλλη σε λίγο θα δούμε και την Newsom εξώφυλλο στο Music Life που είναι κάπως περίεργο (εντάξει, υπερβάλλω, αλλά you get the point).

O κόσμος ανακαλύπτει την new weird America του Wire (αν μπορει να θεωρηθεί η Newsom μέρος της), η indie σκηνή ψάχνει τον νέο Devendra Banhart ή τελικά όλοι αυτοί οι ρομαντικοί αναχρονισμοί (και το στυλ της Newsom) γοητεύουν? Σε γενικές γραμμές πάντως έχει πλάκα η παρακολούθηση όλων αυτών, αν και σίγουρα το περιεχόμενο έως ένα βαθμό δικαιολογεί το hype. Thumbs up, βέβαια στη δεσποινίδα Newsom που τα κατάφερε.

Εντωμεταξύ, παίζει για πρώτη φορά η τελευταία κυκλοφορία της Rune Grammofon, το “Woodwork” του (Per Henrik) Svalastog, το οποίο αφήνει τις καλύτερες πρώτες εντυπώσεις. Μπορεί η μίξη ηλεκτρονικών και ακουστικών ήχων να μην είναι και ό,τι πιο πρωτότυπο τελευταία, αλλά ο φίλτατος νορβηγός το το κάνει με περισσή μαεστρία και ακόμα περισσότερη αυθεντικότητα, ειδικά στο ακουστικό μέρος. Εξαιτίας μιας τέτοιας συνέπειας φτάνεις να αγαπάς κάποιες εταιρείες.

Your call..

•25 Νοεμβρίου, 2006 • Σχολιάστε

Πέρασαν αρκετές μέρες από την τελευταία καταχώρηση εδώ αλλά η βδομάδα που μόλις πέρασε ήταν από πολλές πλευρές ένα χάλι μαύρο που δεν άφηνε ούτε χρόνο ούτε όρεξη για γράψιμο. Σήμερα όμως που ακόμα είναι η πρώτη μέρα μιας τετραήμερης ξεκούρασης, είναι καλή ευκαιρία να διορθωθεί αυτό.

Την τιμητική του είχε το τελευταίο album/dvd των Supersilent (υπό τον εύγλωττο τίτλο “7”), το οποίο αν και έχοντας μικρή σχέση με τα περισσότερα live dvds συγκροτημάτων ήταν άκρως καθηλωτικό για τις σχεδόν δυο ώρες που διαρκούσε. Ασπρόμαυρο, με μόνη αποδειξη της παρουσίας κοινού κάποια χειροκροτήματα μεταξύ των κομματιών, ήταν μάλλον μια σχεδόν στουντιακή κυκλοφορία που αποφάσισαν να συνοδέψουν με εικόνα. Η μουσική όμως τα έλεγε όλα και όποιος αρέσκεται στα ηλεκτρονικοjazz περίεργα της Rune Grammofon, νομίζω ότι θα εκτιμήσει δεόντως το “7”. Εξάλλου οι Supersilent είναι παλιές καραβάνες σε ένα σχετικά νέο χώρο και η αξία τους είναι δεδομένη.

Η συνέχεια ήταν ζήτημα μεγάλου προβληματισμού (δείγμα του τι μπορεί να προκαλέσει προβληματισμό αν δεν έχεις κάτι ιδιαίτερο να κάνεις) και τελικά αποφάσισα να ξαναθυμηθώ την τελευταία κυκλοφορία της μεγάλης αγάπης, ή με πιο λίγα λόγια το “Blood Inside”. Είναι αρκετά περίεργη η αίσθηση του να ακούς κάτι πραγματικά αγαπημένο και συγχρόνως να συνειδητοποιείς ότι έχεις να το κάνεις πραγματικά πολύ καιρό (ίσως όχι τόσο μεγάλο διάστημα όσο το “How to measure a planet?” αλλά αρκετά σημαντικό). Τελικά κάθε φορά συνειδητοποιώ ότι αν και η απολαυση του καινούριου είναι κάτι που δεν θα ήθελα να σταματήσει ποτέ, το να ξανακούς πράγματα μετά από καιρό σου δίνει μια εξίσου μεγάλη ευχαρίστηση αφού επαναπροσδιορίζει τη σχέση σου μαζί τους. Και με μεγάλη χαρά σκέφτομαι ότι το τηλέφωνο του “Your Call” είναι το ίδιο έντονα συναισθηματικό. Δεν θέλω να πιστέψω όμως ότι είναι μόνο θέμα νοσταλγίας, καθώς αυτό είναι ένα συναίσθημα με το οποίο δεν τα πάω και τόσο καλά. Από την άλλη ίσως κάνουμε αυτό το πράγμα με την μουσική, γιατί θα θέλαμε να το κάνουμε κατά καιρούς και με τους ανθρώπους (αν και αυτό ακούγεται κάπως χαζό).

Επίσης αναρωτιέμαι πόσο ηλίθια μπορεί να ακούγονται όλα αυτά σε κάποιον για τον οποίο η μουσική είναι “κάτι που παίζει στο ράδιο όταν δεν έχει διαφημίσεις”. Βέβαια μετά λέω ότι όπως την βρίσκει ο καθένας και οι σκέψεις του καθενός θα είναι σίγουρα ηλίθιες για μια μεγάλη μερίδα του υπόλοιπου κόσμου. Κάπου εδώ ο προβληματισμός ανανεώνεται, καθώς η ησυχία στο δωμάτιο δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το “Blood Inside” τέλειωσε και άρα πρέπει να αποφασίσουμε τι θα παίξει στη συνέχεια. Και επειδή αρκέτα με την ατμόσφαιρα του “αναπολώ το παρελθόν”, ήρθε η ώρα (επιτέλους) για εκείνη την πρώτη ακρόαση του “Live at Bar Maldoror” (αργήσαμε αλλά τα καταφέραμε, χιπ-χιπ-χουρεη κλπ.).

Τελικά μάλλον υποσυνείδητα υπάρχει η σκέψη για τη σύγκριση μεταξύ studio και live. Εδώ και μπόλικο καιρό τείνω σαφώς προς το πρώτο, έχοντας χάσει σε μεγάλο βαθμό το ενδιαφέρον για συναυλίες, αλλά δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έχει λείψει καθόλου η όλη φάση. Όμως κάτι πρέπει να κρατήσουμε και για το επόμενο post όμως. Το be continued…..

These were the 90s

•19 Νοεμβρίου, 2006 • 2 Σχόλια

How to measure a planet?

IBM 1401, A user's manual

Έχει πλάκα το πόσο μακρινή φαίνεται στον καθένα μετά από κάποια χρόνια η δεκαετία της εφηβείας του. Για την δική μας φουρνιά, αυτή είχε συμπέσει απόλυτα με την δεκαετία του 90, η οποία απο πλευράς μουσικής τουλάχιστον ήταν ιδιαιτέρως εντυπωσιακή (όχι, δεν πρόκειται να ξεκινήσω τα “τι καλά που ήταν τότε” και “τώρα πια δεν βγαίνει τόσο καλή μουσική”). Σε μια συζήτηση που είχα χτες, μου θύμισαν μια από τις μεγάλες αγάπες αυτής της δεκαετίας και γενικότερα εκείνης της εποχής, το “How to measure a planet?” των Gathering και συνειδητοποίησα ότι πρέπει να είχα να το ακούσω κάποια χρόνια. Ευκαιρία λοιπόν μια που το κυριακάτικο πρωινό ξεκίνησε πολύ νωρίς να θυμηθούμε το 1998, τότε που πηγαίναμε δευτέρα λυκείου, ετοιμαζόμασταν για φροντιστήριο και ακούγαμε The Gathering (ομολογουμένως από τα τρία, το μόνο που μου λείπει μάλλον είναι το τελευταίο).

Σκεφτόμενος βέβαια τι άκουγες τότε, αμέσως οδηγείσαι στο να σκεφτείς τι ακούς τώρα και στο πώς κατέληξες να ακούς αυτά που ακούς τώρα (το κούρασα λίγο το ρήμα πιστεύω). Χτες η νύχτα ήταν αφιερωμένη αποκλειστικά στο τελευταίο album του Jóhann Jóhannsson, το “IBM 1401, A Users Manual”, το οποίο είναι πανέμορφο από μουσικής πλευράς και άκρως ενδιαφέρον από πλευράς concept (για περισσότερες πληροφορίες, www.ausersmanual.com).

Οι διαφορές ανάμεσα στις δυο περιόδους εμφανείς, άλλωστε μέσα σε αυτά τα 8 χρόνια, έχουν υπάρξει πολλά καινούρια ακούσματα και ακόμα περισσότερες καταστάσεις ώστε να συσχετίσεις τη μουσική με αυτά που ζεις και σκέφτεσαι. Η διαδικασία του να ξαναβάζεις να ακούσεις κάτι μετά από πολύ καιρό, ειδικά όταν αυτό το κάτι ήταν από τους πολύ αγαπημένους σου δίσκους, είναι πάντα κάπως περίεργη. Αλλά ήδη κοντεύοντας να τελειώσει το πρώτο cd του “How to measure a planet?” και συνειδητοποιώ ότι ακόμα το αγαπάω και ότι ακόμα το θεωρώ ένα από τα καλύτερα album που έχω ακούσει ποτέ μου. Ίσως πλέον να παίζει σπάνια, αλλά τελικά δε νομίζω ότι αυτό σημαίνει κάτι (αν και ίσως διαφωνήσουν πολλοί εδώ). Σε ό,τι έχει να κάνει με δίσκους, δεν θεωρώ απαραίτητο αυτά που λατρεύεις να τα λιώνεις συνέχεια (κάτι τέτοιο θα ήταν και ελαφρώς αδύνατο από πλευράς χρόνου), ίσως και οι πιο σπάνιες ακροάσεις να σου θυμίζουν ακόμα περισσότερο τους λόγους για τους οποίους κόλλησες μαζί τους αρχικά.

Λογικά αργότερα μέσα στη μέρα θα πάρουν σειρά στο στερεοφωνικό διάφορα πράγματα, που μάλλον ελάχιστη σχέση θα έχουμε με το 1998, αλλά προς το παρόν το “The Big Sleep” είναι από τις καλύτερες παρέες που θα μπορούσα να έχω. Οφείλω πολλά ευχαριστώ για την υπενθύμιση λοιπόν.

(Αλλά όποιος κάνει τον κόπο να το διαβάσει αυτό το πράγμα ας ακούσει και το “IBM 1401, A Users Manual”. Όχι τίποτα αλλο, να έχουμε κάτι να λέμε το 2014)

Trentemøller – The last resort

•17 Νοεμβρίου, 2006 • 1 σχόλιο

Truthfully, I am lying in intensive care. Wired, plugged and electronically connected, I have glided from a coma into a sonic simulation of past, and passed, life. As befits an altered state, the memories have been superimposed; stripped of context, conflated from seasons, times, eras, moments, even fictions, into a concentrated essence of my existence in the sound-world.

Οι δυο πρώτες σελίδες του «Ocean of Sound» του David Toop είναι από τα μαγευτικότερα κείμενα που έχουν γραφτεί ποτέ για τη μουσική (ναι, μην απορείς, για τη μουσική). Οι δυο πρώτες σελίδες του «Ocean of Sound» του David Toop είναι από τα πρώτα πράγματα που μου έρχονται στο μυαλό όταν ακόυω έναν πολύ καλό δίσκο ηλεκτρονικής μουσικής.

O Anders Trentemøller λοιπόν είναι ένας Δανός παραγωγός, ο οποίος φέτος κυκλοφόρησε το πρώτο του album παρά το γεγονός ότι από το ’97 κιόλας «υπάρχει» δισκογραφικά, κατά κύριο λόγο μέσω των remixes που έχει κάνει για λογαριασμό ονομάτων όπως Royksopp, Knife, Yoshimoto και Moby. Αν λοιπόν τα remixes είχαν ένα ενδιαφέρον (δεν ήταν και τίποτε καταπληκτικό δηλαδή αλλά.), το «Last resort» έρχεται και απλώνεται στο χώρο με το που πατάς το play, με τέτοιο τρόπο που τον γεμίζει χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Κατάλληλο τόσο για να βρει στέγη στα σπιτικά ακουστικά όσο και στα ηχεία club (αν και αισθάνεται εμφανώς πιο άνετα στη διακριτικότητα των πρώτων) αν το χαρακτηρίζει ένα στοιχείο αυτό είναι η πολυσυλλεκτικότητα.

Φαντάζομαι ότι η ταμπέλα που που θα του κολλήσουν είναι αυτή που γράφει «minimal techno» αλλά αφ’ενός περισσότερο μπερδεύουν τέτοιοι χαρακτηρισμοί, αφ’ετέρου δεν έχουν και ιδιαίτερη αξία εδώ που τα λέμε. «Μουσική δωματίου με θέα» νομίζω είναι πιο ταιριαστή ετικέτα. Η κριτική του Pitchfork για το δίσκο φτάνει μέχρι το σημείο να το παρομοιάσει με το K&D Sessions των Kruder και Dorfmeister αλλά ας μου επιτραπεί να διατηρήσω κάποιες αμφιβολίες για την αξία της σύγκρισης αυτής, μιας και μου φαίνεται πιο «σοβαρή» δουλειά αυτό εδώ.

Βασικός ανταγωνιστής του ομώνυμου των Burial (υπό τη Hyperdub) για τον τίτλο του καλύτερου ηλεκτρονικο_περίεργου (διεκδικώ το copyright του όρου) ντεμπούτου της χρονιάς, το Last resort θα αρέσει πολύ στους φίλους των κυκλοφοριών της Kompakt για παράδειγμα. Παίζει και limited έκδοση με δεύτερο cd, θα περιέχει παλαιότερα singles του. Όλα αυτά με την ελπίδα να βρεθεί σε κανένα μαγαζί εδώ κοντά για να μην φορτωνόμαστε πάλι σε φίλους με πιστωτικές :ρ

There are earplugs, but then I just hear the sound of my own cell.

In a norwegian mood

•13 Νοεμβρίου, 2006 • Σχολιάστε

Kari Bremnes

Πολλές φορές μιλάμε για καταπληκτικούς δίσκους που μας συγκλονίζουν και που έχουν να μας προσφέρουν κάτι το ξεχωριστό και άλλα τέτοια υπερβολικά. Έχει άραγε παρατηρήσει κανείς ότι πάρα πολλές φορές κολλάμε με ένα album που χωρίς να είναι αυτό που θα μας αφήσει με το σαγόνι στο πάτωμα, μοιάζει να ταιριάζει απόλυτα με τη διάθεσή και αυτό το κάνει αυτόματα λατρεμένο και υποψήφιο για λιώσιμο?

 

Το “Norwegian Mood” της Kari Bremnes είναι ένα τέτοιο album εδώ και μπόλικο καιρό. Δεν είναι κάτι ιδιαίτερα πρωτότυπο, καινοτόμο, εντυπωσιακό ή αριστουργηματικό, τουλάχιστον με την έννοια που κρατάμε συνήθως γι’ αυτές τις λέξεις. Jazzy pop, λιτή, να συνοδεύει μια ιδιαιτέρως όμορφη φωνή. Όμως το συναίσθημα που βγάζει μοιάζει να περιγράφει ακριβώς ό,τι σκέφτομαι αυτή την εποχή. Και μερικές φορές μοιάζει να γίνεται υπερβολικά άμεσο και οικείο. Αυτές είναι από εκείνες τις φορές που το πόσο σε εκφράζει η μουσική που ακούς γίνεται και ελαφρώς τρομακτικό. Ειδικά το “Birds” σχεδόν στοιχειώνει τον ακροατή, ίσως με ένα ανάλογο τρόπο με αυτόν του “Birds” του Peter Hammill. Τελικά όντως μερικοί τίτλοι μοιάζουν καταδικασμένοι να συνοδεύουν όμορφα πράγματα.

 

Η γνωριμία με τη νορβηγίδα τραγουδίστρια ήρθε μέσα από το “Lullabies From The Axis Of Evil”, μια καταπληκτική συλλογή νανουρισμάτων από τον Άξονα του Κακού, στην οποία η Bremnes μοιράζεται ένα ντουέτο με την, επίσης καταπληκτική, παλαιστίνια Rim Banna. Κάπως έτσι ήρθε η περίεργια για να ακούσω και τις δικιές της δουλειές και κάπως έτσι καταλήξαμε στο “Norwegian Mood”.

 

Εδώ απλά συνεχίζουμε να ακούμε την μουσική της. “The rest is the road forward” όπως λέει και η ίδια στο site της.

Μουσική, καφές και απογευματινές ώρες..

•9 Νοεμβρίου, 2006 • 1 σχόλιο

Νομίζω πως η στιγμή που θα κάτσεις στο γραφείο, με τον καφέ δίπλα και θα βάλεις την μουσική να παίζει είναι από τις πιο ήρεμες που μπορείς να πετύχεις στη μέρα σου. Και μόνο γι’ αυτό τις θεωρώ από τις πιο απολαυστικές. Αν δε, συνδυάζονται και με κάτι άλλο όπως το γράψιμο π.χ. νομίζω ότι μπορούν να χαρακτηριστούν στιγμές ευτυχίας. Η επιλογή σήμερα για τη συγκεκριμένη στιγμή νομίζω ότι θα έκανε περήφανο τον κύριο Rob Gordon, καθώς υποθέτω ότι ο Solomon Burke είναι από τις μεγάλες του αγάπες. Αναρωτιέμαι τι να κάνει μετά από τόσα χρόνια πάντως ο Rob. Αυτό όμως είναι κάτι που μπορούμε να συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή.

Προς το παρόν η μουσική του Burke είναι ιδανικά χαλαρωτική για μια Πέμπτη που λόγω απουσίας δουλειάς είχε όλα τα χαρακτηριστικά της Κυριακής, χωρίς όμως την ακεφιά της. Μάλλον γιατί το σαββατοκύριακο είναι ακόμα μπροστά μας. Πέρασαν και διάφορα άλλα από το στερεοφωνικό σήμερα (ή να πούμε καλύτερα από το winamp?), κάποια αρκετά πιο αγαπημένα από το “Dont give up on me”, αλλά αυτή τη στιγμή που παίζει το “Only a dream” μπορώ ότι λιγα πιο κατάλληλα θα μπορούσαν να υπάρξουν για την απόλαυση του απογευματινού καφέ (και να αρχίζουμε να συνηθίζουμε ότι ήδη έχει νυχτώσει). Αργότερα μάλλον θα ακολουθήσουν εντελώς διαφορετικά πράγματα (ένα “Changing of the light” αρχίζει να φωνάζει πολύ κάπου από το βάθος σήμερα).

Τώρα φυσικά γνωρίζω τουλάχιστον ένα άτομο που θα αρχίσει να λέει ότι το τσάι είναι πιο ωραίο για τα απογεύματα, αλλά μέχρι να μάθω τι προτιμούν στο Bolungarvik, δύσκολα θα αλλάξω τον καφέ μου. Έστω και αν συνειδητοποιώ τώρα ότι δεν το πέτυχα και πάρα πολύ. Για τη συνέχεια τα δυο τελευταία τεύχη του Wire περιμένουν υπομονετικά να διαβαστούν με προσήλωση (να δω τι θα πρωτοπρολάβουμε να ακουσουμε πάλι), ενώ έχει ξεμείνει και το “Live at Bar Maldoror” των Nurse With Wound από τις πρόσφατες αγορές που δεν έχουν πάρει τη σειρά του ακόμα. Εξάλλου είναι νωρίς για τον Justin ακόμα.

Κάποια πιο περιττά λόγια

•6 Νοεμβρίου, 2006 • 3 Σχόλια

Πολλές φορές ακούς κάτι και είναι τόσο όμορφο που όσο και αν προσπαθήσεις δεν μπορείς να βρεις εκφράσεις που να θεωρείς ότι είναι αντάξιές του ώστε να το περιγράψουν. Κάπου εκεί τίθεται μάλλον το θέμα περί κριτικών και κατά πόσο πέρα από την δεδομένη πλάκα που έχουν (και την ικανοποίηση του ψώνιου του εκάστοτε καμμένου), έχουν καμιά ουσιαστική αξία μπροστά στην πραγματικότητα (ή εναλλακτικά στη μαγεία) της ίδια της μουσικής.

Ακούγοντας για νιοστή φορά σήμερα τους παρακάτω στίχους » Well I hope that someday buddy / We’ll have peace in our lives / Together or apart / Alone or with our wives / And we can stop our whoring / And pull the smiles inside / And light it up forever / And never go to sleep / My best unbeaten brother / This isn’t all I see» του «I see a darkness» του Will Oldham, δεν μπορώ παρά να συνειδητοποιήσω ότι οποιοδήποτε επίθετο και να χρησιμοποιήσω το μόνο που θα καταφέρω είναι να αδικήσω μια δημιουργία που από μόνη της σου λέει ιδιαιτέρως σημαντικά πράγματα. Εξάλλου, ολόκληρος Cash κάτι θα ήξερε που το διασκεύασε.

Κάπου εδώ νομίζω ότι είναι η ώρα να σκάσω επιτέλους. Είναι πάντως κάπως περίεργο το πόσο «ελπιδοφόρο» ακούγεται ένα τραγούδι που έχει τίτλο «I see a darkness». Από την άλλη όμως ίσως εκείνο το  «There’s a hope that somehow you / You’ll save me from this darkness» απλά να τα λέει όλα.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε