Πρώτο album για το νέο έτος

•7 Ιανουαρίου, 2007 • Σχολιάστε

Οι πρώτες μέρες του καινούριου χρόνου νομίζω ότι για τους περισσότερους είναι αρκετά περιεργες. Ακόμα αναφερόμαστε στην προηγούμενη χρονιά ως “φετος”, η επιστροφή από τις διακοπές (όσες υπήρξαν τέλος πάντων) είναι βάρβαρο πράγμα, ενώ τα “new years resolutions” μοιάζουν πάντα τόσο προβλέψιμα. Σήμερα το πρωί, ίσως για πρώτη φορά, συνειδητοποίησα τη στιγμή που ακούς το πρώτο νέο album για τον καινούριο χρόνο.

Για το 2007 λοιπόν αυτή η (αμφιλεγόμενη) τιμή ανήκει στο “The sad machinery of spring” των Tin Hat (πρώην Tin Hat Trio). Ομολογουμένως από τίτλο καλά πάμε (μου φαίνεται πολύ όμορφος) αλλά και από περιεχόμενο πάμε ακόμα καλύτερα. Το συγκρότημα αποτελείται από τους Carla Kihlstedt (βιολί/τρομπέτα), Mark Orton (κιθάρα), οι οποίοι μαζί με τον ακκορντεονίστα/πιανίστα Rob Burger αποτελούσαν τους Tin Hat Trio, αλλά πλέον χωρίς αυτόν συνοδευονται από τους Ara Anderson, Zeena Parkins & Ben Goldberg, To album (αν και νωρίς ακόμα) κάτι μου λεει οτι θα παει στα καλύτερα της χρονιάς, καθώς ειδικά οι μελωδίες του είναι το κάτι άλλο. Πολύ πιο στρωτό από ό,τι θα περίμενε κανείς με βάση το παρελθόν κάποιων από τους συμμετέχοντες, κατά βάση instrumental (με κάποια σποραδικά, αρκετά γλυκά φωνητικά από την Kihlstedt), αρκετά soundtrackικό αλλά προορισμένο να συνοδεύει μια από εκείνες τις χαμηλών τόνων ταινίες που στο τέλος σε αφήνουν μαγεμένο. Ο τίτλος μοιάζει να ταιριάζει απόλυτα στην μουσική ως feeling αν και δεν είναι ιδιαίτερα θλιμμένος δίσκος.

Ακούγοντας και ξανακούγοντας το “Sad machinery…” βεβαιώνομαι ότι από μουσικής πλευράς τουλάχιστον καλά μπήκε το 2007. Εξάλλου ολόκληρος Tom Waits τραγούδησε σε προηγούμενο album τους, οπότε σε ένα βαθμό αυτό είναι ενδεικτικό της αξίας του συγκροτήματος. Τώρα για τις άλλες πλευρές δεν ξέρω, αλλά είμαι σίγουρος ότι θα έχουμε την χαρά του να το ανακαλύψουμε.

*Insert random wish here*

•31 Δεκεμβρίου, 2006 • 1 σχόλιο

Αν είχαμε χρόνο και όρεξη, ως σωστό blog, κάπου εδώ έπρεπε να κάνουμε μια ανασκόπηση στα “μουσικά δρώμενα” του έτους που μας πέρασε. Επειδή όμως ούτε χρόνο έχουμε, ούτε ιδιαίτερη όρεξη και σίγουρα δεν είμαστε και το σωστότερο των blog δεν θα κάνουμε απολύτως τίποτα, εκτός από το να αποχαιρετήσουμε και τουτο εδώ το όμορφο έτος όπως το περάσαμε. Ναι, με μουσική εννοώ. Τα πιάνετε αμέσως πάντως και με κάνετε περήφανο.

Και αφού θα παραβλέψουμε παντώς είδους χριστουγεννιάτικα άσματα (μόνο ο μικρός τυμπανιστής είναι ωραίος και το ξέρω ότι έχω δίκιο), θα καταλήξουμε σε κάτι ήρεμο που θα ταιριάζει με την όλη ατμόσφαιρα. Tanakh, Various Production, Peter Hammill και A Silver Mt. Zion είναι οι δικές μου προτιμήσεις. Και ομολογώ ότι σκέφτομαι τι ποσοστό του προηγούμενου χρόνου έχουμε αφιερώσει στην μουσική. Μεγάλο σίγουρα, αλλά ίσως όχι αρκετά μεγάλο. Τέλος πάντων, προβληματισμοί για να περνάει η ώρα μέχρι την πολυπόθητη (ποιος ήρθε???) αλλαγή. Και μετά συνεχίζουμε όπως πάντα.

Προς το παρόν, still trying to find you home…

In Bristol with a pistol

•24 Δεκεμβρίου, 2006 • 2 Σχόλια

Bristol

Την προηγούμενη δεκαετία το Bristol ήταν από εκείνες τις, κατά κάποιον τρόπο, ευλογημένες πόλεις οπου η έμπνευση για μουσική δημιουργία είχε γίνει κάτι παραπάνω από μόνιμος κάτοικος. Και μόνο για το μουσικό ρεύμα του trip hop θα είχε γίνει αιώνια αγαπημένη, αλλά η προσφορά της σκηνής της ήταν ακόμα μεγαλύτερη, ιδιαίτερα στο χώρο της ηλεκτρονικής μουσικής. Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το 2006 θα μου πείτε? Η σχέση είναι οι Third Eye Foundation του Matt Elliott.

Το όνομα αυτό σίγουρα δεν είναι κάποιο που ακούς συνέχεια (συγκριτικά με τους Portishead π.χ.), αλλά η δισκογραφική παρουσία των Third Eye Foundation άφησε πίσω της μεγάλα album. Κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα και στην επανέκδοση των τριών από τα τέσσερα full lengths που έχουν κυκλοφορήσει (δεν μετράω το επίσης πανέμορφο “I Poo Poo On Your JuJu” με τα remixes). Με την εξαίρεση του ντεμπούτου “Semtex” λοιπόν, τα “Ghost”, “You Guys Kill Me” και “Little Lost Soul” ξανακυκλοφορούν μαζί σε ένα πολύ όμορφο digipack υπό τον τίτλο “Collected Works”. Μαζί με τους δίσκους, στο κάθε cd υπάρχουν και κάποια bonus τραγούδια ή μαλλον remixes τραγουδιών. Η καλύτερη απόδειξη για την σημασία των Third Eye Foundation βρίσκεται σε αυτά τα τρια cd. Κινούμενος ανάμεσα στο d’n’b, στο trip-hop και κατά καιρούς σε διάφορα άλλα είδη, ο Elliott έγραψε μουσική που θα απολαύσεις αμέτρητες ώρες. Από την αγριάδα του “Ghost” στο συναίσθημα του “Little Lost Soul” υπάρχουν πολλά μέρη για να χαθείς σε αυτά τα albums. Δυστυχώς μετά την κυκλοφορία του τελευταίου, ο Elliott αποφάσισε να μην κυκλοφορήσει άλλους δίσκους κάτω από το συγκεκριμένο όνομα. Από την άλλη, τα προσωπικά του albums, αν και αρκετά διαφορετικά σε ύφος, παραμένουν πανέμορφοι δίσκοι και είμαι πολύ περίεργος να ακούσω το φετινό “Failing Songs” που έβγαλε.

Δεν νομίζω ότι η pop θα ανακαλύψει τους Third Eye Foundation μετά θάνατον με το “Collected Works”, αλλά τον σεβασμό που τους αρμόζει θεωρώ ότι τον απολαμβάνουν. Και εμείς τους αγαπαμε και ακόμα περισσότερο και για την συμμετοχή στο “1st Decade In The Machines”. Και μια μέρα πρέπει να επισκεφτούμε το Bristol, έστω και χωρίς το pistol.

A Hawk And A Hacksaw – The way the wind blows

•24 Δεκεμβρίου, 2006 • Σχολιάστε

Την ιστορία με τους Beirut τη μάθαμε πλέον για τα καλά αλλά για να εξαφανίσουμε κάθε πιθανότητα νοηματικού κενού (και κυρίως για να φανεί αυτό το κείμενο μεγαλύτερο) ας θυμήσουμε πως οι Beirut είναι η μπάντα του Zach Condon που φέτος κυκλοφόρησε το ντεμπούτο της («Gulag Orkestar») το οποίο σε γενικές γραμμές πήρε δικαίως πολύ καλές κριτικές για το παράξενο όσο και ενδιαφέρον μείγμα indie σοβαροφάνειας και Βαλκανικής/gypsy/folk ανεμελιάς. Μαζί του είχε τον Jeremy Barnes που πρωτογνωρίσαμε στους Neutral Milk Hotel και ο οποίος είχε ήδη παρατήσει τις Elephant Six (να πούμε και για αυτό εδώ το ρεύμα κάποτε μια-δυο βλακείες ε) αναζητήσεις του για να βρει και αυτός νόημα στην πόσο_μου_αρέσει_ο_Κουστουρίτσα μουσική, διαμέσου του προσωπικού τους σχήματος υπό το διακριτικό τίτλο A Hawk And A Hacksaw.

Hawk Hacksaw

Αυτοί λοιπόν οι τύποι (δλδ ο Barnes μόνος του ουσιαστικά τρέχει την μπάντα αλλά για να ‘χουμε να λέμε, τους θεωρούμε συγκρότημα) κυκλοφόρησαν φέτος τον τρίτο τους δίσκο μέσω της Leaf Label (Triosk, Caribou, Four Tet, Colleen, Efterklang κ.α.). Το «The Way The Wind Blows» λοιπόν συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε το «Gulag Orkestar», μάλιστα κάνοντας ένα ακόμα βήμα προς την εδώ πλευρά του χάρτη αφού δεν παίζει με κλασικές indie δομές, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που τι χρησιμοποιεί ο Condon, αλλά επιχειρεί μια προσέγγιση με εντονότερο το άρωμα της ΑνατολικοΕυρωπαϊκής μουσικής κουλτούρας και νοοτροπίας και που τουλάχιστον στο δικό μου, απαίδευτο αυτί ακούγεται πιο αγνή και αυθεντική.

Αν τα δυο albums ήταν συγγενείς τότε το «The Way The Wind Blows» είναι το «ψαγμένο» ξαδερφάκι του «Gulag Orkestar», εκείνο που του δωρίζει δίσκους με λίγο-πολύ άγνωστα ονόματα στο νέο τους κάτοχο και που το παίρνουν από το χέρι για να του γνωρίσουν νέους δρόμους. Όσοι έδειξαν να τους ελκύει η αίσθηση μιας αισιόδοξης παρακμής που ανέδυε σε κάθε ηρωϊκή μα και πένθιμη μελωδία του «Gulag Orkestar» καλά θα κάνουν να αφιερώσουν λίγο χρόνο και στο ξαδερφάκι του και δε θα απογοητευθούν.

Παλιές καλές μέρες?

•23 Δεκεμβρίου, 2006 • Σχολιάστε

Ως καλά (αν και λίγο καμμένα) παιδιά για τα οποία η μουσική είναι από τις κυριότερες ασχολίες στην, κατά τ’ άλλα, έξαλλη ζωή τους, μια από τις μόνιμες διαφωνίες στις συζητήσεις ήταν για το κατά πόσο στη μουσική ισχύει το “κάθε πέρσι και καλύτερα (ρε φιλαράκι – αυτό είναι προαιρετικό)”. Ήμουν πάντα στην πλευρά του “theres no day like today” και, υποθέτω ότι αν ρίξω μια ματιά στο πόσα φετινά albums έχω λατρέψει, θα διαπιστώσω ότι μάλλον παραμένω εκεί.

Από την άλλη μεριά, σήμερα που, ψάχνοντας για το επόμενο cd, έπεσε στο μάτι μου (και τελικά και στο cd player), το “Revelry” των Beyond Dawn, πέρασε για μια στιγμή από το μυαλό μου ότι δεν τα φτιάχνουν όπως παλιά. Κοντέυει δεκαετία από τότε που κυκλοφόρησε βέβαια, τότε η Misanthropy ήταν ακόμα ανοιχτή και έβγαζε δισκάρες, εμείς αγχωνόμασταν για το αν θα μας προσέξει η Χαρούλα στο διπλανό θρανίο (τελικά ομολογουμένως μας πρόσεξε αλλά όχι πολύ) και σε γενικές γραμμές τα πράγματα ήταν μάλλον απλούστερα. Βέβαια ίσως τότε δεν ήμασταν και σε θέση να εκτιμήσουμε ακριβώς αυτό που δημιουργούσαν οι Beyond Dawn υπό την πνευματική καθοδήγηση των Swans. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια και μπορούμε να το ακούσουμε κάπως πιο προσεκτικά, αναρωτιόμαστε γιατί τούτοι δω δεν έτυχαν της αναγνώρισης που τους άξιζε (ακόμα και στα πλαίσια του κύκλου που βρίσκονταν τότε). Πάντως αυτή η σκέψη, μπορεί να επεκταθεί και γενικότερα σε πολλά από αυτά που λάτρευα (και λατρεύω ακόμα). Τα mid & late 90s, ειδικά για την μαμά Νορβηγία ήταν ιστορική εποχή και το γεγονός ότι πλέον δεν υπάρχει η αίσθηση της εκεί σκηνής μπορεί να οδηγεί σε σκέψεις περί “παλιών καλών ημερών”. Τελικά, πιστεύω ότι εκεί είναι το συμπέρασμα που θα καταλήξουμε. Καλή μουσική συνεχίζει να βγαίνει πάντα, αλλά για τις διάφορες σκηνές υπάρχουν μόνο “οι παλιές καλές μέρες” καθώς αναπόφευκτα κάποια στιγμή έρχεται το κλείσιμο του κύκλου τους.

Οι Beyond Dawn και οι Fleurety, οι In The Woods και οι The 3rd And The Mortal, οι Arcturus και οι Solefald, οι Ulver και οι Enslaved, οι Dodheimsgard και οι Immortal, οι Burzum και οι Thorns κλπ είναι μάλλον μια σκηνή που δεν υφίσταται εδώ και μπόλικα χρόνια, έστω και αν αρκετοί από δαύτους συνεχίζουν να βγάζουν δισκάρες. Και ίσως η σκηνή ως σύνολο να μοιάζει πολύ πιο μαγική από τις μονάδες που την απαρτίζουν ξεχωριστά. Ίσως πάλι απλά στα 17 να είναι πιο εύκολο να δεθείς με τέτοια πράγματα από ό,τι τώρα. Και, όχι τίποτα αλλο, αλλά black metal χωρίς Νορβηγία?? Ε, κάτι δε σου κάθεται καλά προφανώς.

Αυτά τα συνταρακτικά προς το παρόν. “How many moments of reflections?” που λένε και οι Beyond Dawn.

small children and lego products

•20 Δεκεμβρίου, 2006 • Σχολιάστε

Τότε, ήμουν πιτσιρικάς του γυμνασίου και οι περισσότερες ανησυχίες μου έφταναν περίπου μέχρι την προσέλκυση του αντίθετου φύλου.

Τώρα, μερικές λεπτομέρειες έχουν αλλάξει. (Όλες μου οι ανησυχίες βασίζονται στην προσέλκυση αυτή)

Τότε, παλεύοντας με φτωχό χαρτζιλίκι (είχα κάνει και λούστρος σε κάτι απόμερα στενά της Κηφισσιάς), φτωχό internet και φτωχή πρόσβαση σε ενημέρωση, οι μουσικές μου προτιμήσεις ήταν ας πούμε οι φυσιολογικές μουσικές προτιμήσεις ενός τσόγλανου που την έβρισκε μέχρι και με (φτωχή, ναι) house.

Τώρα, έχω σίγουρα κάπως καλύτερες ταχύτητες στο internet.

Τότε, είχα αγοράσει το «Lego» του Coti K, γιατί είχα υπάρξει και όσο μπορούσα οπαδός των Στέρεο Νόβα.

Τώρα, είμαι ακόμα όσο μπορώ οπαδός των Στέρεο Νόβα.

Τότε, το «Lego» μου είχε φανεί βαρετό, μεγάλο, και ένιωθα πως έλειπε η μουσική από μέσα. Για αρκετά χρόνια ακόμα, η σχέση μου με το «Lego» περιορίστηκε σε επιφανειακές επαφές. Μου άρεσε να χαζεύω το εξώφυλλό του.

Τώρα, χαζεύω ακόμα για ώρα το εξώφυλλό του.

Τότε, δεν γινόταν με τίποτα να αντιληφθώ τον minimal χαρακτήρα του.

Τώρα, θα γράψω μερικά πράγματα για το «Lego». To ξαναξέθαψα πρόσφατα, και οι ακροάσεις ήταν τουλάχιστον συγκινητικές. Ξέρετε όλοι ποιός είναι ο Coti K. Άνθρωπος με πολύπλευρη και σφαιρική ενασχόληση με την μουσική, είναι κυρίως γνωστός ως το κρυφό μέλος της παρέας των Στέρεο Νόβα. Έχει κυκλοφορήσει μερικούς προσωπικούς δίσκους και έχει συμμετάσχει σε πολλά περισσότερα projects. Θα μείνω στο «Lego», μιας και αυτός είναι ο λόγος που ασχολήθηκα ουσιαστικά με την δουλειά του Coti K.  Πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, πολλές (και διαφορετικές) επιρροές να ζυμώνουν το κάθε κομμάτι ξεχωριστά, το minimal της υπόθεσης να μην είναι και τόσο minimal τελικώς (παντού), ενώ οι μελωδίες να συμμορφώνονται τόσο στο κάλεσμα, όσο και στην σποραδική εκδίωξή τους. Οι Boards of Canada στο backround, οι ambient στιγμές να στρώνουν το χαλί και οι ευφάνταστα ηχογραφημένοι καθημερινοί ήχοι να δομούν τις τελευταίες λεπτομέρειες. Και αν ακόμα μερικές ιδέες ακούγονται ελαφρώς ανολοκλήρωτες και ίσως πρώιμες, αυτό νομίζω πως γίνεται με ιδιαίτερα «χαριτωμένο» τρόπο. Το ερωτικό του άλφα, η ακόμα μία γυμνοπαιδεία του (γιατί όχι;), το υπέροχο βιολοντσέλο του Νίκου Βελλιώτη, μα κυρίως η αισθητική και το όραμα του μουσικού Coti K, με κάνουν σήμερα να ξανασυναντάω στο «Lego» μια καλή γνωριμία από τα παλιά, που σήμερα μπορούμε σαν άνθρωποι και τα λέμε καλύτερα.

Τότε, θα έλεγα πως η παραπάνω παράγραφος είναι γεμάτη με βλακείες.

Τώρα, πάω να τα ξαναπώ με το «Lego».

Lego

Saturday night (not so) special

•10 Δεκεμβρίου, 2006 • 1 σχόλιο

Το σκηνικό ομολογουμένως λίγο σουρεαλιστικό. Οι Tanakh στο στερεοφωνικό να τραγουδάνε «Still trying to find you home», στην tv να παίζει κάποια (ανεκδιήγητη) ταινία με μεταλλαγμένους καρχαρίες που τρώνε (μη μεταλλαγμένους υποθέτω) ανθρώπους και ένα «High Fidelity» που κάπου στο βάθος φωνάζει ότι μάλλον ξανάρθε η ώρα του. Η διάθεση κάπως περίεργη κάπου ανάμεσα στο «είμαστε χαλαροί» και στο «κάτι μας φταίει που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε» και γι΄ αυτό οδηγεί σε αυτή εδώ τη φλυαρία. «I wore my moods like different sets of clothes but the right one was never around» που λέει και ο θείος Peter. Επισης μια που πλησιάζει και το τέλος της χρονιάς προσπαθώ να σκεφτώ αν η προβλέψιμη λίστα έχει την καθιερωμένη πλάκα ή δεν αξίζει τον κόπο. Ξανακοιτώντας το τι έχουμε ακούσει φέτος παρατηρώ ότι πάλι βγήκαν πάρα πολλά ωραία πράγματα αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο αυτό δεν μου φαίνεται τόσο εντυπωσιακό όσο παλιότερα. Και αυτό με οδηγεί στο αμέσως επόμενο ερώτημα «Τι άλλο περιμένουμε από το άμεσο μέλλον?». Η απάντηση σε αυτό νομίζω ότι είναι το (κάπως τρομακτικό) «Δεν έχω ιδέα». Πριν κάποια χρόνια θα μπορούσα να σκεφτώ μπόλικες κυκλοφορίες που θα απαριθμούσα ως κάτι που περιμένω με απίστευτη ανυπομονησία. Τώρα δεν γίνεται αυτό. Ξέρω ότι θα συνεχίσω να ακούω πράγματα και να ενθουσιάζομαι με αυτά αλλά δεν είναι ακριβώς το ίδιο νομίζω. Το αναμενόμενο «ίσως απλά μεγαλώσαμε» είναι κάπως μελαγχολικό και μου θυμίζει εκείνη το σημείο προς το τέλος του «High Fidelity» (αν θυμάμαι υπάρχει μόνο στο βιβλίο) όπου ο ήρωας συνειδητοποιεί ότι δεν ξέρει ένα συγκρότημα που παίζει σε χώρο 1000 ατόμων ενώ μέχρι πριν λίγα χρόνια ήξερε ακόμα και αυτά που έπαιζαν στις τρύπες. Η σχέση με τη μουσική σίγουρα δεν σβήνει αλλά ακόμα πιο σίγουρα αλλάζει.

Μιλώντας για λίστες, το «Ardent Fevers» των Tanakh θα είναι σίγουρα μέσα σε αυτές, κυρίως για το «Winter song» που παίζει αυτή τη στιγμή και μάλλον είναι ό,τι πρέπει για το soundtrack αυτού του χειμώνα που έχει αργήσει αρκετά να έρθει.  Αρκετά για τώρα. Η συνέχεια στο επόμενο album.

Early days revisited

•5 Δεκεμβρίου, 2006 • Σχολιάστε

Tromso

Έχει πάντα πλάκα να βλέπεις τα πρώτα βήματα μουσικών που έχεις αγαπήσει για τις μετέπειτα δουλειές τους. Πολλές φορές υπάρχει κάποιος λόγος που τους αγάπησες για τις μετέπειτα δουλειές τους και όχι για τις πρώτες, αλλά αρκετά συχνά αυτή η διαδικασία μπορεί να σε οδηγήσει στο να ανακαλύψεις διαμάντια. (τρανό παράδειγμα η Bjork και το album των GlingGlo – αν και εδώ δεν θα μιλήσουμε γι’ αυτή).

Το όνομα του Geir Jenssen, δηλαδή του ανθρώπου που κάτω από το όνομα Biosphere έχει κυκλοφορήσει μερικές από τους πιο όμορφους ambient δίσκους των δυο τελευταίων δεκαετιών, είναι ιδιαιτέρως γνωστό σε όσους ασχολούνται με το χώρο. Ο κύριος Jenssen όμως έχει παρελθόν και πριν από όλα αυτά. Για την ακρίβεια οι πρώτες του μουσικές απόπειρες έγιναν μέσα από τους Bel Canto, ένα group που είχε μαζί με τους Anneli Maria Drecker και Nils Johansen. Μη έχοντας ακούσει την παραμικρή νότα από αυτούς δεν είχα κάτσει να ασχοληθώ ιδιαίτερα μέχρι που στην τελευταία εφόρμηση στα δισκοπωλεία πέτυχα το πρώτο τους album (“WhiteOut Conditions”) το οποίο είχε επανακυκλοφορήσει το 2003 η Crammed (πρώτη κυκλοφοριά το 1987 – για δες που κοντεύουν 20 χρόνια από τότε) και αποφάσισα να το πάρω. Διαβάζοντας και στο οπισθόφυλλο του cd αποθεωτικά σχόλια ειδικά για την φωνή της Drecker, φάνηκε καλή επιλογή. Και μετά τις πρώτες ακροάσεις αποδείχτηκε ακόμα καλύτερη από όσο φαινόταν στην αρχή.

Η μουσική βασίζεται εξ ολοκλήρου στα synths, τα οποία αν και έχουν έναν αρκετά χαρακτηριστικό 80s ήχο, προσωπικά δεν με χαλάνε καθόλου (το αντίθετο μάλιστα). Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν οι καλύτερες στιγμές της 4AD και μάλλον οι Bel Canto θα ταίριαζαν τέλεια στην εν λόγω εταιρεία. Η φωνή της Drecker είναι όντως μαγευτική και οι (αναμενόμενες) αναλογίες με την Fraser και την Gerrard είναι μάλλον δικαιολογημένες, αν και οι Bel Canto δεν μοιάζουν πολύ με τα συγκροτήματα των δυο άλλων κυριών (ώντας πολύ πιο ηλεκτρονικοί από τους Dead Can Dance και πιο ενδιαφέροντες από τους Cocteau Twins). Το στυλ είναι αρκετά ρυθμικό αλλά υπάρχουν κάποια περάσματα που μάλλον φανερώνουν την μετέπειτα πορεία του Jenssen σε σαφώς πιο pop πλαίσια πάντα. Επίσης, όσο προβλέψιμο και αν ακουστεί, η εκ Tromso (και κατ’ επέκταση Αρκτικου Κύκλου) καταγωγή τους σίγουρα είναι φανερή στις μελωδίες τους ειδικά.

Χαζεύοντας τώρα στο internet, βλέπω ότι και μετά την φυγή του Jenssen από το συγκρότημα οι Bel Canto συνέχισαν και κυκλοφόρησαν μπόλικα albums, αλλά και η Drecker από μόνη της έχει τεράστια παρουσία στην ευρύτερη μουσική σκηνή της Νορβηγίας (Royksopp, Aha, Ketil Bjornstad, Motorpsycho) αλλά και εκτός αυτής (Jah Wobble). Οπότε έχουμε να ψάχνουμε και προς άλλη κατεύθυνση τώρα. Και κάπου εδώ αναρωτιέμαι αν οι Upland πήραν το όνομα τους από το ομώνυμο τραγούδι του “WhiteOut Conditions.

And then they were four

•4 Δεκεμβρίου, 2006 • 2 Σχόλια

Και επειδή το καρέ είναι δυνατότερο φύλλο από την τριάδα, ήρθε η ευχάριστη εκείνη ώρα για ένα ακόμα καλωσόρισμα. Καθότι θηλυκή η νέα μεταγραφή μάλλον πρέπει να αποφύγουμε τα ποδοσφαρικά κλισέ, αν και ένα κόλλημα με το ισπανόφωνο rock τελευταία θα μπορούσε εύκολα να μας οδηγήσει σε τέτοιες αναλογίες. Οι επιρροές πολλές, από Νορβηγία και χαμένους παραδείσους μέχρι underground μεσανατολική σκηνή και ο συνδυασμός αναμένεται να είναι άκρως ενδιαφέρων. Και μια και έχει περάσει αρκετός καιρός από το τελευταίο μουσικό κείμενο (αν δεν κάνω λάθος), ελπίζουμε να διαβάσουμε μπόλικα πράγματα σύντομα. Αυτή τη φορά οι εορτασμοί θα περιλαμβάνουν φυσικά αρωματικό τσάι συνοδεία ναργιλέ και ladies and gentlemen we are floating in music.

Με άλλα λόγια, welcome!

Beautify this night of Saturday

•3 Δεκεμβρίου, 2006 • 1 σχόλιο

Η ιδεατή εικόνα ενός πετυχημένου σαββατόβραδου δείχνει να έχει κόψει την καλημέρα εδώ και καιρό. Σε αντιδιαστολή λοιπόν με τα όσα θα της έδιναν υπόσταση, το αποψινό βράδυ που υποτίθεται πως είναι και το πιο cool της εβδομάδας, δεν είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Είναι η γενική αρχή, που τον επιβεβαιώνει περισσότερο. Και μιας και όλο αυτό είναι κάπως καλύτερο από όσο μερικές προτάσεις το κάνουν να φαίνεται, εξηγώ το γιατί. Κατά τον γυρισμό στο σπίτι από την σαββατιάτικη βόλτα στα γνωστά δισκοπωλεία (πολλά πράγματα χωράνε σε ένα Σάββατο τελικά) αναρωτήθηκα κατά πόσο περισσότερο με ικανοποιεί ο περίπατος στα super market αυτά των ψηφιακών δίσκων κατά τη διάρκειά του, από όσο (φυσιολογικά) απολαμβάνω τους ψηφιακούς δίσκους αυτούς, όταν έρθουν στην κατοχή μου. Και αν η σημερινή πολυκοσμία με οδήγησε σε συμπεράσματα που ευνοούν το δεύτερο, κάνω σαν να ξεχνάω πως ίσως υποσυνείδητα να συμβαίνει και το πρώτο καμιά φορά. Δεν είμαι σίγουρα ο πρώτος με ανάλογες ανησυχίες, μα μήπως είναι αλήθεια πως απλά έχει καταντήσει αηδία η κατάσταση με τα μεγάλα δισκάδικα;

Όχι πως τα παράπονα εστιάζονται στην ύπαρξη αυτών, μα μήπως οι οικονομικές βάσεις τους, τα καθημερινά σκαμπανεβάσματα των τιμών και οι αγοραστικές τους προτροπές δεν καθοδηγούν κάπως τον εξαναγκασμό μας σε συγκεκριμένες αντιδράσεις, ανάλογα με τις εποχές και την ζήτηση; Ως αντεπιχείρημα, θα μπορούσα να φωτογραφίσω το χαμόγελό μου, όταν εντοπίζω μια αναπάντεχα χαμηλή τιμή σε κάποια “δύσκολη” κυκλοφορία. Αρκεί; Τελικά θα έλεγα πως μάλλον όχι.

Διότι η σημερινή δισκότσαρκα (enter random δισκότσαρκα, θα μπορούσε να έχει συμβεί οποτεδήποτε) με οδήγησε και σε κάποια λιγότερο γνωστά κατατόπια, τα οποία νιώθω τυχερός που έτυχε να γνωρίσω στο παρελθόν. Διότι μακριά από δισκοπώλεις-υπαλλήλους, cds με ζελατίνες και μεταλλικά barcodes, και σαφή ατμόσφαιρα εμπορικού κέντρου, υπάρχουν και κάποια μέρη στα οποία χαίρεσαι να θυμάσαι πως μπορούν να περιορίσουν το “εμπορικό” σκέλος στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Χαίρεσαι να χαζεύεις cds και δίσκους, σε λιγότερα τετραγωνικά μέτρα από όσα είναι τα ταμεία μονάχα των παραρτημάτων των μεγάλων δισκογραφικών. Χαίρεσαι που τα ερεθίσματα που θα σου δοθούν εκεί μέσα, θα σε οδηγήσουν σε σαφώς ευρύτερα μουσικά πεδία, ακόμα και αν στα ράφια δεν θα μπορέσεις να μετρήσεις παραπάνω από τριακόσια cds και λίγους παραπάνω δίσκους. Γουστάρεις που ο ιδιοκτήτης θα σου παίξει οποιονδήποτε δίσκο θέλεις, με όρεξη ανάλογη της δικής σου. Τρελαίνεσαι που τόσο καιρό αγνοούσες πόσα κρύβονται σε αυτό το ημιυπόγειο. Σε κάτι τέτοιες κρυψώνες, κατά τη γνώμη μου, πραγματώνονται όλα τα ωραία που μπορεί να ζητήσει κανείς από μια βόλτα στα δισκάδικα.

Τελευταία στάση εκεί για σήμερα, και σε συνδυασμό με το ψάξιμο και τις τελευταίες αναζητήσεις, έρχομαι σε απορία για το τι έχει συμβεί με τις κυκλοφορίες του Carl Michael von Hausswolff. Πραγματικά, μόνο σε ένα τέτοιο μέρος θα μπορούσα να σκεφτώ να αναζητήσω τις δουλειές του πειραγμένου Σουηδού. Δεν θα αμελήσω να προσθέσω πως ο κύριος αποτελεί ίσως τον ορισμό του experimental sound artist, με την μουσική (ως ευρεία έννοια) να μην έχει και πολλά πάρε δώσε μαζί του. Οι ηλεκτρονικές του διαθέσεις και οι εντελώς θορυβώδεις τους προεκτάσεις, φανερώνουν τον αληθινό του σκοπό, ο οποίος δεν είναι άλλος από την εξερεύνηση του εσώτερου ψυχισμού του. Έτσι δηλώνει. Τα ηχητικά του πειράματα, προϊόν της Stockhausen vs Eno μαθητείας του, εμβαθύνουν τόσο στην παράνοια του θορύβου, όσο και στην οπτική αναπαράστασή του. Έχει συμμετάσχει άλλωστε σε δεκάδες μεγάλες εκθέσεις, πράγμα που αποτελεί βασικό πυρήνα του έργου του. Με όπλο την τεράστια γνώση του στον χειρισμό των συσκευών που του είναι χρήσιμες, τουλάχιστον για εμένα η μουσική του αποτελεί το ιδανικό περιπετειώδες trip για, να ας πούμε, ένα σαββατόβραδο το οποίο δεν είναι και αυτό που θα περιέγραφα ως το αγαπημένο μου. Και αν τελικώς η απορία μου λύθηκε, αυτό έγινε όχι με τον καλύτερο τρόπο, καθώς οι κυκλοφορίες του είναι εξαιρετικά δυσεύρετες και επαγωγικά δύσκολα προσβάσιμες. Πάρα το γεγονός αυτό, λίγες είναι οι περιπτώσεις των δισκοπωλείων που ακόμα και αν φεύγεις με άδεια χέρια, νιώθεις γεμάτος. Με δεδομένα πως το σπορ είναι ακριβό και πως ποτέ δεν θα νιώσεις ιδιαίτερα πλήρης, δεν έχεις παρά να δοκιμάσεις να χαλαρώσεις με τα όσα λίγα μπορείς να έχεις. Χωρίς να σε νοιάζει καν ο υλισμός που μια μανιακή αναζήτηση θα επέβαλλε. Προσωπικά, ακόμα και αν η περιγραφή των παραπάνω ισοδυναμεί ακριβώς με αυτό που κάποιος θα έλεγε “κακή περιγραφή”, αισθάνομαι πως κάτι τέτοια μέρη και κάτι τέτοιες φάσεις είναι που σώζουν τα τελευταία προπύργια της μουσικής από τον ευτελισμό που της ασκούν οι κάθε είδους μεσάζοντες.

Γυρισμός στο σπίτι, ένα απόγευμα που δεν θα θυμάμαι στα βαθιά μου γεράματα, νυχτώνει έπειτα, και το “Rats” του Hausswolff, να συνοδεύει την πρώτη μου δημοσίευση στον συμπαθέστατο χώρο που μου χάρισε η (με τη σειρά της) συμπαθέστατη δυάδα των εμπνευστών, δημιουργών και συντελεστών του Sonic Death Monkey. Είθε να έχουν αρκετή υπομονή ώστε να καταφέρουν να ανεχτούν βλακείες ανάλογες των αποπάνω. Και μιας και με τις Κυριακές δεν τα πηγαίναμε ποτέ ιδιαιτέρως καλά, και μιας και η επόμενη από αυτές πλησιάζει επικίνδυνα, σας αποχαιρετώ όσο οι περιστάσεις παραμένουν ακόμα “σαββατιάτικες”.

Cheers

Arthur

•2 Δεκεμβρίου, 2006 • Σχολιάστε

Και κλασικά, οι πιο όμορφες εκπλήξεις έρχονται από το πουθενά.

Ξεφυλλίζοντας ένα παλαιότερο τεύχος του Wire έπεσα πάνω σε ένα κείμενο για ένα μίνι-φεστιβάλ που διοργάνωνε κάπου στις Αμερικές το Arthur, ένα διμηνιαίο περιοδικό. Ο συντάκτης του κειμένου αυτού έγραφε ότι συμμετέχει και ο ίδιος στο Arthur παρέα με τον Thurston Moore (τι εννοείς «ποιος είναι αυτός;»;…), γεγονός αρκετό να με κάνει να ρίξω μια ματιά στο διαδίκτυο γι’αυτό, με τη γνώση όμως πως θα ήταν σχεδόν αδύνατο να το πετύχω κάπου στα εδώ μαγαζιά, αφού δεν το είχα δει ποτέ μπροστά μου έως τώρα.

Έκπληξη πρώτη: στην αρχική σελίδα υπάρχει λινκ για να κατεβάσεις ολόκληρο το τελευταίο τεύχος του περιοδικού σε μορφή .pdf εντελώς δωρεάν. Έκπληξη δεύτερη: το ίδιο το περιοδικό. Πολύ όμορφος τρόπος γραφής, εξαιρετική αισθητική και θέματα σημερινά για καλλιτέχνες αυριανούς. Joanna Newsom (ναι, και εδώ!), TV on the Radio, White Magic κτλ. Οι φήμες αναφέρουν ότι τον επόμενο χρόνο θα επιχειρήσουν να κυκλοφορήσουν 8 τέυχη αντί για 6 με απώτερο σκοπό όπως αναφέρουν και οι ίδιοι να αρχίσουν να πληρώνουν τους συνεργάτες τους.

Δεξιά, στα links του blog υπάρχει και το Arthur, ρίξτου μια ματιά, αξίζει, έστω και σαν προσπάθεια, ακόμα και αν δε σε συγκινεί η θεματολογία του και σκέψου πόσο πιο όμορφα θα ήταν αν υπήρχαν και άλλοι πομποί με την ελευθερία και το πνεύμα αυτού εδώ.

Εγώ πάντως θα παραγγείλω δυο-τρία back issues που τα λιγουρεύτηκα =)

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε