…και λίγο Amsterdam

•25 Απριλίου, 2009 • 1 σχόλιο

Τρία λευκά απαγορευτικά Χ (γυρισμένοι σταυροί, καλύτερα) πάνω σε τυπικό μαυροκόκκινο χρωματισμό, και η όμορφη ξεφαντωτική πόλη του Amsterdam με κάλεσε στην αγκαλιά της να δω και γω πόσο όμορφη είναι. Το Amsterdam είναι μια πόλη που χτίστηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα, από αγανακτισμένους ποδηλάτες που βαρέθηκαν να κάνουν ποδήλατο στην εξοχή και ήθελαν απεγνωσμένα κάποια υποψία καυσαερίου. Δεν την βρήκαν και πάλι, αλλά τουλάχιστον ήρθαν κάποια ναρκωτικά ώστε να παλευτεί η κατάσταση. Το Amsterdam έχει πολλά κανάλια, που συνήθως είναι το ίδιο ένα, που κινείται ταυτόχρονα με εσένα ώστε να σε μπερδέψει. Πάνω που το άφησες, στο επόμενο στενό το ξανασυναντάς. Γυρίζεις πίσω έντρομος, και βρίσκεται πάλι πίσω σου. Κοιτάς πάνω, και ευτυχώς έχει λιακάδα και ζέστη και αρχίζεις το περπάτημα. Εγώ όλα αυτά.

ένα κανάλι

ένα κανάλι

Η προτεσταντική «δες με!» αρχιτεκτονική είναι ένα ανθρώπινο μυστήριο, αλλά όχι μεγαλύτερο από την μουσική της πόλης. Η λέξη «μυστήριο» φτιάχτηκε για κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Σε ένα μέρος άκουσα σερι λίγο Pavaroti, Andrea Bocelli, το Macarena, κάτι θλιβερές όπερες για ένα τέταρτο, μετά το Freestyler, και το πράγμα πήγαινε κάπως έτσι για ώρες, παντού. Για τα λεγόμενα «Coffee Shops» έχω την εξήγηση πως όσο σε ξενερώνει η μουσική, τόσο περισσότερα «ναρκωτικά» θέλεις για να περάσεις όμορφα. Και άμα τύχει και πάρεις πολλά, ό,τι και να παίζει θα σου αρέσει. Οπότε να γιατί. Για τα υπόλοιπα μέρη παραμένει μυστήριο πάντως, μια απορία συνεχίζει (σχεδον εκστατικά) να αιωρείται. Το Άμστερνταμ έχει μουσεία, sex shops, πάρκα, πατάτες, coffee shops και πολύ τουρισμό. Τα μουσεία απέξω ήταν ωραία, τα sex shops απέξω ήταν ωραία, τα πάρκα ήταν ωραία (μέσα-έξω), οι πατάτες ήταν ωραίες, τα coffee shops ήταν ωραία, μέχρι και ο πολύς τουρισμός ήταν ωραίος. Οπότε καιρός να περάσουμε στα ακόμα πιο ωραία. Η μουσική που ακουγόταν στο Amsterdam δεν έδινε και ακριβώς την καλύτερη απόδοση για ύπαρξη ωραίου avant garde δισκάδικου κάπου ανάμεσα στα μουσεία του σεξ, σε δυτικο-ταϋλανδέζικο tapas take away και στο ΕΠΙΚΟ coffee shop με όνομα TERMINATOR που εθεάθη. Οπότε έπρεπε να ψάξουμε. Και βρήκαμε. Και ήταν τρία. Και το ένα ήταν κοντά. Και τα άλλα δύο, ακριβώς στην άλλη άκρη της πόλης. Το κοντινό ήταν όμορφο και είχε μόνο δίσκους, ενώ το ένα μακρινό είχε και δίσκους και cd και ήταν συμπαθές.

Ο Νικόδημος στην μοναδική (αυστηρά) ά ρε πατρίδα αναφώνηση που επιτρέπεται

Ο Νικόδημος στην μοναδική (αυστηρά) "ά ρε πατρίδα" αναφώνηση που επιτρέπεται

Το δεύτερο μακρινό όμως, το Distortion Records ήταν ο παράδεισος. Ήταν στη φόρμα του δισκοπωλείου που μια μέρα θα ανοίξουμε, εμείς εδώ. Είχε βινύλια παντού, η μισή από την (πραγματικά πολλή) ώρα που κάθισα εκεί μέσα, ξοδεύτηκε στο κουβάλημα/μετακίνηση δίσκων, ώστε να μπορέσω να δω (απλά) που βρίσκονταν οι υπόλοιπες στοίβες. Πολλή σκόνη, ψάξιμο, μηχανή με καφέ, flyers παντού, βινύλια πιο παντού, ωραία βιτρίνα και ακόμα πιο ωραία περιοχή τριγύρω, θέλησα προς στιγμήν να μείνω εκεί. Να βάλω ένα στρώμα ανάμεσα στις στοίβες DETROIT TECHNO, RALPH RECORDS και MUTE RECORDS, και να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου ακούγοντας όλα τα LPs που υπάρχουν εκεί. Δεν θα προλάβαινα βέβαια, δεν θα υπήρχε χρόνος, αλλά. Φεύγοντας, συνειδητοποίησα πως δεν είχα δει ούτε το ένα δέκατο από ό,τι υπήρχε εκεί μέσα. Αυτό ήταν το ένα μέρος που αγάπησα παράφορα, αλλά ίσως αγάπησα λίγο περισσότερο το δεύτερο, το νυχτερινό club Korsakoff. Εδώ μιλάμε για μια κατάσταση γενναίας παρακμής. Και αν σκέφτεστε την παρακμή ως γυμνές δεκαοχτάχρονες να κάνουν χάρες για σκάρτη πρέζα, φτηνά ναρκωτικά, ψαγμένο αλκοόλ, δυνατές μουσικές, και άλλα τέτοια του διαβόλου, δεν αναφέρομαι σε τέτοια παρακμή, αυτή είναι η ωραιοποιημένη παρακμή των ακατάλληλων -κατά αντίστοιχη PMRC- ταινιών για αμερικανίδες εφήβους. Η ουσιαστική παρακμή του Korsakoff συγκέντρωνε πχ δέκα είδη τελευταίας καμμενιάς σε δέκα διαφορετικούς ανθρώπους. Η τελειωμένη μπάντα που έπαιζε live κακό industrial-tecnho για να λικνιστεί ξαφνικά ο x γιάπης υπερλιώμας που καθόταν ακίνητος επί δίωρο πίνοντας μπόμπες. O -φυσικά- απαράδεκτος DJ που έβαζε early 90’s dance για να σηκωθεί να χορέψει η υπερμεγέθης barwoman που λίγο πριν της ζητούσα vodka λεμόνι και μου έδινε σκέτη vodka και μια φέτα λεμονιού. Ο ανάπηρος εξηνταπεντάχρονος ρακοσυλλέκτης με ροζ γυαλιά, χωρίς δόντια, που στα τρελά κέφια χόρευε κουνώντας στον αέρα τις πατερίτσες του, ενώ πριν τον κουβαλούσε όλο το μαγαζί για να τον καθίσει σε κάθισμα. Τέτοια παρακμή. Οποιοσδήποτε αηδιαστικός τύπος πέρασε ή κατοίκησε ποτέ στο Amsterdam, σίγουρα αγάπησε το Korsakoff και δεν αποτελώ καμία εξαίρεση. Δεν έχω τελειώσει ακόμα με το μέρος, θα υπάρξει συνέχεια, κάπως, κάποτε. Πήγαμε και σε μια θεατρική παράσταση, η οποία ήταν υπέροχη. Πλάκα κάνω. Ήταν μαύρο χάλι, αλλά ήταν τόσο χάλι που δε μετάνιωσα που πήγα. Για την ακρίβεια, ίσως και να ξαναπήγαινα, κάπως, κάπου, κάποτε, κλπ.

Δεν θα αρχίσω να ανησυχώ ακόμα για όλα αυτά.

άλλο ένα κανάλι

άλλο ένα κανάλι

Στη νέα παράγραφο που ξεκινά, θα μοιραστώ μαζί σας λίγη από την χαρά μου. Ο βασικότερος λόγος που ξεκουνήθηκα από την ψωροκώσταινα, δεν ήταν ο τουρισμός ή η αλλαγή παραστάσεων. Οκ, το δεύτερο ήταν, αλλά όχι για την παράγραφο αυτή. Για την παράγραφο αυτή, ο σημαντικότερος λόγος ήταν η επίσκεψη στο Paradiso Club, ένα από τα δύο μεσαιομεγάλα venues του Amsterdam (μαζί με το Melkweg), όπου την Πέμπτη, 23 του Απρίλη, εμφανίστηκε εκεί ο Bonnie «Prince» Billy ή the «Will Oldham’s mask of sorrow» όπως έλεγε στο Wire.

Το Paradiso είναι με τεραστιότατη διαφορά ο καλύτερος συναυλιακός χώρος που έχω δει ποτέ. Παλιά εκκλησία (με ανάλογη φυσικά ακουστική), με τη σκηνή στο κατάλληλο ύψος ώστε να βλέπεις τα πάντα από οποιοδήποτε σημείο βρίσκεσαι. Με υπέροχο φωτισμό. Κατάφερε να γεμίσει και να είναι εξαιρετικά ευρύχωρο, χωρίς ιδιαίτερο συνωστισμό σε σημεία. Το σημαντικό είναι πως η ατμόσφαιρα είναι πραγματικά ευχάριστη και υποθέτω πως ο κόσμος χαίρεται στα αλήθεια να βλέπει συναυλίες εκεί. Εγώ πάντως χαιρόμουν σίγουρα, τόσο κατά την απέξω αναμονή, όσο και κατά τις υπόλοιπες preshow δραστηριότητες (μπύρες στο bar, αφανισμός του merch) εντός του μαγαζιού.

Ακριβώς την ώρα που είχε ανακοινωθεί, δύο νεαροί τύποι έπιασαν κιθάρα και drum sticks, ενώ η ασύλληπτης ομορφιάς και γλυκύτητος Susanna έκατσε στο πιάνο, με τις παρτιτούρες της, με το μικρόφωνό της, με τα όλα της. Την Susanna την αγαπούσα από τα χρόνια τα παλιά, από όταν πρωτοάκουσα το «Melody Mountain» (δεν είχα ακούσει το πρώτο της), και σίγουρα ισοδυναμεί με μια χαρά το να βλέπεις έναν καλλιτέχνη που ειλικρινά δεν πίστευες πως υπάρχει περίπτωση να. Ξεκίνησε με το «Wild is the Wind» της Nina Simone, λιτά, όμορφα, με τους άλλους δυό να σιγοντάρουν drone-οειδώς και εντέχνως στο παρασκήνιο, ενώ η φοβερή εκτέλεση του «Jailbreak» των Thin Lizzy που ακολούθησε ήταν η λεγόμενη ικανή και αναγκαία για τον αισθαντικό πλουραρισμό που μια όμορφη μελωδία μπορεί να σου προκαλέσει. Η πρώτη δε εμφάνιση του Bonnie στη σκηνή, ήταν όταν αμέσως μετά ανέβηκε για να πουν μαζί το «Without you». Μοναδικό δυσάρεστο, το μόλις μισάωρο set. Θα μπορούσα να την ακούω για πολλή ώρα να διασκευάζει ό,τι της κατέβει.

η Susanna

η Susanna

Ελάχιστα μετά το πέρας της νορβηγίδας, το πιάνο μετακινήθηκε, και αντικαταστάθηκε με μια ηλεκτρική κιθάρα, ένα κοντραμπάσο και ένα βιολί. Τα τύμπανα έμειναν ως είχαν, ενώ η τετραμελής μπάντα του Will Oldham ανέβηκε μαζί του στη σκηνή και κάθισε αμέσως στη θέση της. Ο μουρλός θιασώτης της alternative country, indie rock ή τέλοσπάντων οτιδήποτε τέτοιου, ήταν στις κεφάτες μέρες του μήνα. Είχα φανταστεί τη συναυλία ως ψυχοφθόρο «another day full of dread» οδυρμό απόγνωσης (απλά ακούστε την εκτέλεση στο «Black Sessions), με ένα δάκρυ να διστάζει, μα τελικά να κυλάει. Το σχέδιο ήταν άλλο όμως, και το σαφές στήσιμο banjo απόντος, έφερνε πολύ περισσότερο σε «rock» παρά σε «country». Τα τραγούδια βέβαια έβριθαν ποικιλίας, με την αρχή να είναι αισθητά πιο εύθυμη από τη συνέχεια. Ο Bonnie «Prince» Billy είναι εξαιρετικός μουσικός, και δεν είναι υπερβολή το να μιλάμε για μια εντελώς ιδιαίτερη περίπτωση καλλιτέχνη όταν αναφερόμαστε σε εκείνον. Αυτό που μου έδειξε όταν τον είχα στα πέντε μέτρα, ήταν πως είναι και μεγάλος frontman. Ομιλητικός και αστειάτορας όταν το κλίμα το σήκωνε, κατανυκτικός και μελαγχολικός στις υπόλοιπες απαραίτητες στιγμές. Σε ένα παρενθετικό σχόλιο, δε μπορώ να μην αναφέρω το πόσο θεός ήταν ο drummer, εξαιρετικής κατάρτισης drummer (όπως και όλη η μπάντα), με το δυνατό του σημείο να είναι η εμφάνισή του, δηλαδή η απόλυτη οπτική απεικόνιση της ένωσης των χαρακτηριστικών του Buzz Osborne με τον Bad Spencer. Το γεγονός πως ήθελα περισσότερα κομμάτια στο setlist δεν στάθηκε ικανό να μειώσει στο ελάχιστο το μέγεθος της εμφάνισης, καθώς υπήρξα ολότελα ακίνητος κατά τη διάρκεια της, ανίκανος για οτιδήποτε άλλο πέρα από τον ολοκληρωτικό θαυμασμό αυτού που έβλεπα.

η μπάντα

η μπάντα

Είναι κάπου εκεί που συνειδητοποιώ πλήρως πως η ερώτηση «μα καλά, αξίζει να δώσεις τόσα λεφτά να πας εξωτερικό απλά για μια συναυλία;», ισοδυναμεί με την «μα καλά, βγαίνουν ακόμα βινύλια;» που ανά καιρούς με έχει ανατριχιάσει. Ναι, αν αξίζει κάτι, αξίζει για μένα να νιώθω παραλυμένος και να μην μπορώ να κάνω άλλο πράγμα από το θαυμάζω και να απολαμβάνω. Στα εντελώς πρακτικά, ακούστηκαν πολλά τραγούδια από το νέο του album «Beware!», και συγκεκριμένα τα «Beware your only friend» (σε extended ψυχεδελικό όργιο), «You can’t Hurt me now» καθώς και το φανταστικό «You are Lost», το οποίο και έπαιξε ακριβώς μετά το «What are You?» από το «Superwolf». Ήταν σαν ερώτηση/απάντηση. What are you? You are Lost. Και αυτή η φωνή του, δεν μπορώ να βρω λόγια να περιγράψω το πόσο συναισθηματική μπορεί να γίνει. Αρκεί να ακούσει κανείς το album «I See a Darkness» βέβαια, αλλά και πάλι, από τόσο κοντά, είχα μείνει ολοκληρωτικά, τελειωτικά μαγεμένος. Από τότε που κατάλαβα πόσο ηλίθιο είναι να κάνεις κατάταξη σε all time αγαπημένες σου συναυλίες σταμάτησα μεν να το κάνω, αλλά αν το έκανα τώρα, θα μπορούσα να τοποθετήσω αυτό που έζησα στο Paradiso στις ιδιαιτέρως υψηλές θέσεις. Σε άλλα νέα, ακούστηκαν τα «Lie Down in the Light», «Cursed Sleep», «So Everyone», «Where is the Puzzle», «A Minor Place» και η αγαπημένη μου στιγμή, η εξωπραγματική εκτέλεση του «Nomadic Revery (all around)». Σίγουρα και πολλά άλλα, μερικά δεν τα ήξερα καν, τεράστια δισκογραφία γαρ, αυτά όμως τα έπιασε το πολυτάλαντο αυτί μου. Στο τέλος ανέβηκε μαζί η Susanna και είπαν το «(i’ll love you) Forever and Ever», κομμάτι που duet-άρουν και στο αποκλειστικό tour 7″ που ακριβοπωλούσαν. Η εμφάνιση του Bonnie «Prince» Billy κράτησε μία ώρα και σαράντα περίπου λεπτά και αυτή η ώρα και τα σαράντα λεπτά της επόμενης, είναι από τις χρονικές περιόδους αυτές που ένας άνθρωπος θυμάται ως τα βαθιά του γεράματα. Και όσο για μένα, σας διαβεβαιώνω πως δεν υπάρχουν γενικώς πάρα πολλές τέτοιες, ανάλογης έντασης. Βγήκα έξω από το μαγαζί, άναψα το απαραίτητο τσιγάρο που εντός δεν επιτρεπόταν, και σαν άνθρωπος ήμουν πιο πλήρης από πριν. Αυτό και αν το θυμάσαι ως τα βαθιά σου γεράματα. Εγώ. Εσύ δεν ξέρω!

Bonnus Pic Kiwi :

black ships sinking

•22 Απριλίου, 2009 • Σχολιάστε

Λοιπόν, μετά από eps και remix με ηλίθια εξώφυλλα σε πισίνες, ο monsieur Tibet αποφάσισε να μαζέψει την κομπανία του και να βγάλει τον διάδοχο του «Black Ships Ate The Sky», με τίτλο «Aleph At Hallucinatory Mountain». Εδώ οι Current 93 ξεχνούν κάπως την big band νοοτροπία του προηγούμενου δίσκου και παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι συντελεστές έχουν μείνει οι ίδιοι, ο Tibet μάλλον νοστάλγησε το παρελθόν. Αρκετά πιο κοντά στις neo-folk μέρες παλιότερων δίσκων, αλλά δυστυχώς με πολύ λιγότερη έμπνευση. Φυσικά και δεν πλησιάζει τα μεγαλεία τους, αλλά ούτε και μπορεί να σταθεί ως διάδοχος του «Black Ships…». Με την εξαίρεση του (ουσιαστικά outro) πανέμορφου «As Real As Rainbows», τα υπόλοιπα κομμάτια δεν μου έκαναν καμιά εντύπωση. Γαμώτο δεν ξέρω αν μου έκατσε από λάθος τόσο στραβά ο δίσκος, αλλά ήταν η πρώτη τρελή απογοήτευση της χρονιάς.

Σε μια διαφορετική σημείωση, ξέθαβα το πρωί στη δουλειά τις διάφορες συλλογές που έχουμε φτιάξει κατά καιρούς και για μια ακόμα φορά, σκεφτόμουν πόσο ωραίο πράγμα είναι μια συλλογή με τραγούδια που αγαπάς όταν δεν έχεις και τρελά κέφια.

Α! Επίσης ο Bonnie Prince Billy συνεχίζει τον οργασμό κυκλοφοριών με μια συνεργασία με την Cheyenne Mize, ενώ κυκλοφορεί και καινούριο album Bardo Pond. Oh, what a joy!!

the stars and the moon aren’t where they’re supposed to be

•22 Απριλίου, 2009 • Σχολιάστε

Night thickened, flew alongside, caught at the riders’ cloaks and, tearing them from their shoulders, exposed the deceptions. And when Margarita, blown upon by the cool wind, opened her eyes, she saw how the appearance of them all was changing as they flew to their goal. And when, from beyond the edge of the forest, the crimson and full moon began rising to meet them, all deceptions vanished, fell into the swamp, the unstable magic garments drowned in the mists.
Hardly recognizable as Koroviev-Fagott, the self-appointed interpreter to the mysterious consultant who needed no interpreting, was he who now flew just beside Woland, to the right of the master’s friend. In place of him who had left Sparrow Hills in a ragged circus costume under the name of Koroviev-Fagott, there now rode, softly clinking the golden chains of the bridle, a dark-violet knight with a most gloomy and never-smiling face. He rested his chin on his chest, he did not look at the moon, he was not interested in the earth, he was thinking something of his own, flying beside Woland.
«Why has he changed so?’ Margarita quietly asked Woland to the whistling of the wind.
This knight once made an unfortunate joke,’ replied Woland, turning his face with its quietly burning eye to Margarita. ‘The pun he thought up, in a discussion about light and darkness, was not altogether good. And after that the knight had to go on joking a bit more and longer than he supposed. But this is one of the nights when accounts are settled. The knight has paid up and closed his account.’

02_master-and-margarita

make my face the starry sky

01 speck mountain – fidelity shake
02 joker’s daughter – lucid
03 bonnie prince billy – face him
04 lhasa – where do you go
05 school of seven bells – iamundernodisguise
06 bruce peninsula – weave myself a dress
07 hildur gudnadóttir – ascent
08 matt bauer – sea lion woman
09 terry callier – wings
10 dan michaelson and the coastguards – crackling on the floor
11 bill callahan – eid ma clack shaw
12 six organs of admittance – spirits abandoned
13 helios – cross the ocean
14 tanakh – winter song

see the stars

cosmic clown porn.

•21 Απριλίου, 2009 • 2 Σχόλια

Η διαδρομή Αθήνα-Χωριό χωρίζεται σε δυο βασικά μέρη. Το ένα Χωριό δηλαδή, αυτό που πας με το αυτοκίνητο, όχι το άλλο που πας με το πλοίο. Στο πρώτο μέρος έχουμε την Εθνική Οδό με τις λωρίδες και τα διόδια και τον ΣΚΑΙ 100,3 (μέχρι ένα σημείο τουλάχιστο) και την Επαρχιακή Οδό Τάδε (ας πούμε ότι έχει όνομα) στο δεύτερο. Το δεύτερο μέρος αυτής της πολύ συγκεκριμένης διαδρομής θα μπορούσε να το τραβήξει κάποιος με κάμερα και να το ανεβάσει στο youtube ως το unofficial video για το «Eingya» του Helios. Από την έξοδο με την παρατεταμένη δεξιά στροφή μέχρι το κλασικό παρκάρισμα δίπλα στην εκκλησία του Χωριού, τα πάντα βρίσκονται εκεί για να συνοδεύσουν αυτά που ακούω. Ποτέ το πράσινο δεν ήταν ομορφότερο.

Δεν ξέρω αν το κάνουν και άλλοι αυτό. Υποθέτω ότι δε γίνεται να είμαι ο μόνος, σιγά την τρομερή πρωτοτυπία. Αλλά είναι ένα ωραίο πράγμα αυτή η ταύτιση δίσκων με διαδρομές που έχω επαναλάβει τόσες φορές ώστε να τις «ξέρω», όσο ασαφές και αν ακούγεται αυτό. Δεν τίθεται κανένα ζήτημα αποκλειστικότητας, μια χαρά ακούγεται το ομώνυμο των Στέρεο Νόβα για παράδειγμα και στη στεριά και όχι μόνο στο πλοίο ανάμεσα σε Λέρο και Πάτμο. Από Πάτμο και πιο πάνω δεν ξέρω, τις περισσότερες φορές με έπαιρνε ο ύπνος μέχρι να με ξυπνήσει η μυρωδιά της πειραιϊλας. Αλλά ήταν εκπληκτικό το συναίσθημα την πρώτη φορά που έπαιξε. Και ήταν ακόμα ομορφότερα τη δεύτερη φορά. Να ονειρεύεσαι ότι διασχίζεις ένα πρωινό τον κόσμο ενώ είναι μεσάνυχτα και γέρνεις σε μια κουπαστή. Θα ήταν μια ακόμα σκηνή σε ταινία με πολλά κλισέ και χρηματοδότηση από το ΕΚΚ, δε διαφωνώ. Αλλά ρε γαμώτο, ενώ οι ΣΝ παραμένουν στο μυαλό μου σαν το Απόλυτο Γκρουπ για αυτή την πόλη, είναι απίστευτο πως καταφέρνουν και δε χάνουν ίχνος από την ίδια μαγεία και τόσο μακρυά από αυτήν. Δεν είναι καν δείκτης για το πόσο μου αρέσει η διαδρομή ή αν ανυπομονώ για τον τελικό προορισμό, δεν έχω ακόμα ταυτίσει το ταξίδι στο Άλλο Χωριό που είναι γύρω στις εικοσιτέσσερις φορές ομορφότερο και πιο «δικό μου» ας πούμε με κάποιο δίσκο.

Το καλύτερο έρχεται βέβαια όταν κατανοήσεις πόσες διαδρομές υπάρχουν ακόμα που δεν έχεις μάθει. Και αν αυτό δε φτάνει, πόσες μουσικές που ακόμα δεν έχεις ακούσει. Bliss.

Δεχόμαστε προτάσεις για νέες νοητικές συνδέσεις κομματιών και ταξιδιών. Επίσης προτάσεις για φιλοξενία για να τις δοκιμάσουμε αυτές τις συνδέσεις. Είμαστε σοβαροί αθρώποι εμείς, δεν τα βγάζουμε από το μυαλό μας αυτά. Μιλάμε με στοιχεία.

strollin’

•20 Απριλίου, 2009 • Σχολιάστε

Περπάτημα στους άδειους δρόμους της Αθήνας το Πάσχα μετά από πολύ καιρό. Συνδυασμός του «Hazards Of Love» με την αίσθηση του να είσαι μόνος στην πόλη. Άδεια καθίσματα στα λεωφορεία, μεγάλες αναμονές στις στάσεις, πότε μόνος, πότε όχι. Το καινούριο Helios για πρώτη φορά, βράδυ στο σπίτι με την καλύτερη παρέα που θα ήταν δυνατό. Δουλειά, εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει ξεκούραση. Μια από τις πιο ωραίες νύχτες τις ζωής μου, παρέα με soundtrack τα παράσιτα του Εν Λευκώ. Ο Peter Broderick να συναγωνίζεται με τον Ben Woods. Πολλά γέλια (περισσότερα από όσο είναι καλό για μας). Η Ροζα να μας κοιτάει μουδιασμένα για μια ακόμα φορά. Να ακούμε σχέδια για ταξίδια στο Άμστερνταμ. Να κάνουμε σχέδια για εκδρομές. Να βαριέμαι στη δουλειά παίζοντας flash games στο miniclip και ακούγοντας το «I am the god of hellfire» του Bong-Ra. Να μεταφέρεται το κυριακάτικο βράδυ, τη Δευτέρα. Τρελό κόλλημα στο κεφάλι του «You are my sunshine». Διασκευές Master σε Johnny Cash. Χάζεμα στις παλιές κασέτες με αφορμή την γελοιότητα του De Infernali. Να μην έχεις καταφέρει ακόμα να πας για δίσκους. Ότι θυμήθηκε επιτέλους ο Μανώλης (γιατί εγώ το χα ξεχάσει εντελώς), ότι χρειαζόμουν εκείνες τις θήκες για τα βινύλια. Τρελή ανυπομονησία για την μετακόμιση. Εντυπωσιακή πρώτη βουτιά στον κόσμο των Henry Cow (ας είναι καλά τα primer του Wire). Ζήλια που δεν είμαι ο Peel.

Τελειώνει και ο Απρίλιος. Που μπορούμε να στείλουμε βιογραφικά για φαροφύλακες;

πασχαλινές απορίες

•18 Απριλίου, 2009 • Σχολιάστε

γιατί σε μεγάλο πολυκατάστημα το διπλό cd «Live from Mars» του Ben Harper κοστίζει 28,80 ευρώ, ενώ το τετραπλό βινύλιο 180 γραμμαρίων μόλις 12,30;

γιατί το εκκρεμές ρολόι του εξερευνητή είναι απαραίτητα δώρο της γιαγιάς του;

γιατί κάποιος να χτυπήσει ένα κουδούνι στις 2:30 τη νύχτα, να ξυπνήσει τη γιαγιά μου στο ισόγειο, η γιαγιά μου να τρομάξει, και να με τρέχει να ψάχνω τον κακό διαρρήκτη στα υπόγεια και στα γκαράζ;

γιατί δεν μπορώ να προσδιορίσω την ταμπέλα του είδους που μας χαρίζουν οι Motorpsycho στον καλύτερο δίσκο τους, «Let them Eat Cake»;

γιατί είναι τόσο τέλειο το «La Novia» των Acid Mothers Temple;

ΓΙΑΤΙ δεν είχα ακούσει μέχρι σήμερα το «Katapult» των Circle;

γιατί το κριτήριο για το πόσο σημαντική είναι μια γιορτή να μην είναι αυστηρά γαστρονομικό;

και..

γιατί δε σας αρέσει το νέο Beherit ρε απαράδεκτοι.

OSC

•18 Απριλίου, 2009 • 2 Σχόλια

Λέγονται Øresund Space Collective, είναι λίγο multi-ethnic (Δανία, Σουηδία, Αμερική με διάφορες σφήνες από άλλους) και, προς θεού, μην πάτε να δείτε το site τους πριν ακούσετε τη μουσική τους. Πιθανότατα χαλάνε υπερβολικά πολύ χρόνο στο προβάδικο για να ασχοληθούν μαζί του.

Κατά τ’ άλλα σε όσους είχε λείψει ένα free improv space rock group, βρήκατε εδώ τον επόμενο μεγάλο έρωτά σας. Μαζεύοντας στοιχεία από πάμπολλα συγγενή (και μη) είδη (θα βρείτε funk, jazz, reggae and space, stoner rock, kraut κλπ), ξεχνάνε εντελώς οποιαδήποτε απόπειρα συστηματικής σύνθεσης και απλά ξεχνιούνται σε τεράστια jamming sessions. Πολλά από αυτα, έχουν ηχογραφηθεί, κατά κύριο λόγο σε υπερ-limited κυκλοφορίες, οπότε το internet είναι μάλλον φίλος μας. Σε όσους αρέσουν τα αυτοσχεδιαστικά μέρη των Colour Haze ή εναλλακτικά η μουσική νοοτροπία των Amon Duul II, δεν μπορώ να φανταστώ οτι δεν θα αρέσουν αυτοί εδώ.

Τους άκουσα πρώτη φορά στο τελευταίο, φετινό album τους, «Good Planets Are Hard To Find» (γενικά κουράζουν την οπτική και λεκτική κλισαδουρία όσο δεν πάει – αλλά είμαι σχεδόν σίγουρος ότι αυτό γίνεται απλά γιατι δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για κάτι πέρα από το να τζαμάρουν και να πίνουν).

Ωραία πράγματα για καφέ και σαββατιάτικα πρωινά.

threefold or another day full of sounds

•17 Απριλίου, 2009 • 6 Σχόλια

Ακούγοντας μετά από προτροπή (aka βάζω το όπλο στον κρόταφο) του συν-blogger Μανώλη (του black-μεταλλά, όχι του στονερά) την διασκευή των συμπαθών καμμένων doomsters Reverend Bizarre στο «The Gate Of Nanna» των ψιλο-απαράδεκτων γενικά Beherit, έφτασα για ακόμα μια φορά στο συμπέρασμα του πόσο κουραστικά κουραστικοί μπορεί να γίνουν οι στίχοι των βαριεστημένων (πείτε και το και ανέμπνευστων black-μεταλλάδων). Και εκεί που τα «Ave Satan, Ave Lucifer» (Ave Maria?) δίνουν και παίρνουν, η απόγνωση για το πόσο βλακώδεις έχουν καταντήσει αυτού του είδους οι στίχοι (και στους οποίους οι Beherit φυσικά συνεχίζουν να επιμένουν ευλαβικά και στο νέο τους album). Κατηγορία «necrosatanicus gamostavrius ave sathanas timius laikus».

Για να πάμε και στα πιο σοβαρά και σαφώς πιο ενδιαφέροντα, οφείλω να αναφέρω τι καλό παιδί που είναι ο Peter Broderick και η τελευταία βινυλιακή του κυκλοφορία υπό τον τίτλο «Duets». Θεωρώ ότι είναι πραγματικά δύσκολο για έναν μουσικό οποιουδήποτε «κλασσικού» οργάνου να επιτύχει να είναι προσιτός αλλά και καλός, χωρίς να καταφύγει σε μια από τις μυριάδες εκφάνσεις της pop μουσικής. Ο βιολιστής των Efterklang τα καταφέρνει και με το παραπάνω στις προσωπικές δουλειές του, ακολουθώντας έναν παρόμοιο δρόμο με αυτόν του Max Richter. Κλασσικότροπος χωρίς να γίνει γύψινα απαρχαιωμένος, leftfield χωρίς να καταλήξει χαοτικός, μελωδικός χωρίς να καταλήξει προβλέψιμος. Νομίζω ότι τα album του είναι από τους πιο όμορφους συνδυασμούς ambient, folk και κλασσικίζουσας ορχηστρικής μουσικής (χωρίς να πέφτει ιδιαίτερα στα νερά του electroacoustic ή της folktronica) που μπορεί να συναντήσει κάποιος μπροστά του τα τελευταία χρόνια. Ο έτερος συν-blogger Μάνος τον έχει τιμήσει και σε συλλογή του μάλιστα, οπότε δεν μπορεί, καλός θα είναι.

Αυτές τις μέρες πήρα την απόφαση επιτέλους να δανειστώ να διαβάσω το «Margrave Of The Marshes», την αυτοβιογραφία του John Peel. Εδώ που τα λέμε δεν χρειάζεται να πούμε ποιος είναι ο John Peel και ποιο το μέγεθος του στο θέμα μουσική. Ενώ ποτέ δεν ήμουν μεγάλος φαν του πρώτου προσώπου στην λογοτεχνία (με αρκετές εξαιρέσεις φυσικά), πάντα μου άρεσει η αυτοβιογραφία ή τέλος πάντων η αφήγηση σκέψεων και γεγονότων που αναφέρονται στην πραγματικότητα. Ο Peel μπορεί να έχει κάπως ιδιόρυθμο τύπο γραφής και δομής της σκέψης του, και να μην είναι και ο πλεον δουλεμένος συγγραφέας, αλλά ξέρει να μιλάει γι’ αυτά που θέλει να πει. Είτε αυτή είναι η ζωή του, είτε η μουσική που διεκδίκησε (και κέρδισε) το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.  Νομίζω ότι θα καταλήξει από τα αγαπημένα βιβλία.

Σε άλλα νέα έμαθα πως το album των Krallice, το οποίο άκουσα κατά τύχη, έχει ξεσηκώσει μπόλικη συζήτηση στους black metal κύκλους, αλλά για να πω και την μαύρη αλήθεια, δεν έκοψα και φλέβες, αν και τις έχει τις στιγμές του (και είναι αρκετές). Ακούω τώρα και το καινούριο album του William Basinski («92982»), τον οποίον εμπιστεύομαι με κλειστά τα μάτια για τις ambient στιγμές μου. Έχει και άλλα η playlist για τη σειρά, μάλλον θα τα μαζέψω για τη δουλειά τη Δευτέρα που, έτσι και αλλιώς, αναμένεται σαπίλα.

Σημείωση: Να θυμηθώ να κατεβάσω το soundtrack για το comic που αγόρασα στο ComicDom Con.

wild signs of the endtimes

•16 Απριλίου, 2009 • 1 σχόλιο

Εν αναμονή της συλλογής «Wild Signs of The Endtimes» των Joyless που έβγαλε η ATMF, ξανάπιασα να ακούω τη δισκογραφία της μπάντας. Παρήγγειλα και τη συλλογή. Έκανα παζάρια με την εταιρία. Τελικά μου το άφησαν 10 ευρώ. Και είναι η καλύτερη retro 60’s μπάντα που έχω ακούσει ποτέ. Νιώθω πως ακούω 13 Floor Elevators μαζί με Janis Joplin. Οι Joyless είναι ένα project των Forgotten Woods, και έτσι αναγκαστικά μετά από τη δισκογραφία των, στράφηκα και στους ξεχασμένους. Τα είχαμε πει στην ώρα τους, θα τα ξαναπούμε στο μέλλον, αλλά είναι απαραίτητο να το πούμε και τώρα.

Το «Race of Cain» σφύζει προσωπικότητος και αισθητικής, ενώ κάθε μα κάθε κομμάτι είναι κομματάρα. Μια μεγάλη ηχάρα για μια τεράστια δισκάρα, ενώ ανησυχώ που αρέσει μόνο σε μένα.

Photobucket

Τώρα κάποιους μπορεί να σας ενοχλεί που η No Colours τους έδιωξε επειδή σε ένα τραγούδι (Third Eye) είχαν μερικά παραπάνω «Sieg Hail!», η No Colours όλα αυτά, που μια δεκαετία πριν έκανε ντου η αστυνομία στα γραφεία της και παραλίγο τους έκλεινε μέσα. Ή όλο και κάποιος θα ξινίσει τη μούρη του βλέποντας τη φάτσα του γερουσιαστή McCarthy στο (θεϊκό) booklet. Γενικώς αν αυτά τα «αναρχοαυτόνομα» σας ενοχλούν, προσπαθήστε να τα ξεχάσετε, επειδή ο δίσκος είναι μεγάλος.

Και εκείνο το απόσπασμα (επίσης στο Third Eye) από την εκπομπή «Talk Back» του καραγκιόζη τηλε-πάστορα και ευαγγελιστή Bob Larson είναι από τα απολαυστικότερα (και ταιριαστά) samples που έχω ακούσει ποτέ.

remains of a day v2.0

•14 Απριλίου, 2009 • Σχολιάστε

Η περιγραφή μιας συνηθισμένης μέρα ακολουθεί αρκετά προβλέψιμα κάποια βήματα. Ειδικά η αρχή της μοιάζει χορογραφημένη σχεδόν ως αυστηρή ιεροτελεστία. Ξυπνητήρι, άνοιγμα των ματιών, πλύσιμο, ντύσιμο, μάζεμα των πραγμάτων και…

…ανοιγμα mp3 player, ακουστικά στ’ αυτιά και ξεκίνημα νυσταγμένου βηματισμού. Τον τελευταίο καιρό, εξαιτίας σχετικής έλλειψης χρόνου, βρίσκω τον εαυτό μου να κάνει την πιο προσεκτική ακρόαση στις ώρες 7:30-8:30 το πρωί και 5-6 το απόγευμα. Οι ώρες δηλαδή που πηγαίνω και επιστρέφω από την δουλειά. Παλιότερα το mp3 player θα ήταν γεμάτο αποκλειστικά με χιλιοακουσμένα πράγματα, πράγματα που είχα μετά από πολύ σκέψη καταλήξει ότι ήθελα να ακούω όταν είμαι εκτός σπιτιού, και με ένα μαγικό τρόπο, κάθε φορά που έφτανε η ώρα της επιλογής, πράγματα που δυσκολευόμουν να αποφασίσω ότι θέλω να ακούσω. Πλέον, στο mp3 μπαίνουν σχεδόν μόνο νέα αποκτήματα (σε συνδυασμό με λίγα classics για τις πολύ δύσκολες ώρες) και πολλές φορές η προσήλωση σε μια μουσική κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής με έχει κάνει να προσέξω κάποιο δίσκο. Ιδέα για αγορά δεύτερου mp3 player αποκλειστικά πρώτες ακροάσεις, έχει μέχρι στιγμής απορριφθεί ως υπερβολική.

Στο οχτάωρο της δουλειάς, ένα από τα λίγα πράγματα που με κάνει να μου αρέσει η δουλειά μου είναι η (ημιπαράνομη) ικανότητα να ακούω μουσική. Πολύ σημαντικό για μένα, καθώς έχοντας συνηθίσει να γίνονται τα πάντα υπό τους ήχους κάποιας μουσικής, ο εγκέφαλος έχει συνηθίσει να συγκεντρώνεται περισσότερο όταν ακούει κάτι. Φυσικά οι ακροάσεις δεν γίνονται προσεκτικά, δίσκοι ξεκινάνε να παίζουν και λόγω του τρεξίματος ξεχνιούνται, μουσική μπλέκεται με συνομιλίες (ενίοτε και γαμωσταυρίδια) και πολλές φορές ξεχνάς και τι είναι αυτό που παίζει. Κάποτε είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο που θα ήθελε να περαστεί ως «οδηγός ανάγνωσης», ότι το διάβασμα βιβλίων δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να γίνεται σε συνδυασμό με κάτι άλλο ή σε διαδρομές με ΜΜΜ ή σε οποιοδήποτε μέρος τέλος πάντων δεν σε αφήνει να είσαι 100% συγκεντρωμένος σε αυτό που κάνεις. Δεν ξέρω αν συμφωνώ ακόμα και τώρα (μπορώ να σκεφτώ λίγα πράγματα πιο απολαυστικά από το διάβασμα σε ένα τραίνο ή ένα λεωφορείο, ρίχνοντας πεταχτές ματιές έξω από το παράθυρο), αλλά σίγουρα έως ένα βαθμό ισχύει και για την μουσική. Από την άλλη όμως, μέσα από αυτό το χάος που περιγράφηκε παραπάνω, ξεπετάγονται πότε πότε μουσικές στιγμές που ακριβώς επειδή είσαι απασχολημένος, απαιτούν με πιο έντονο τρόπο την προσοχή σου και σε κάνουν να τις σημειώσεις για το σπίτι. Το «Iamundernodisguise» των School Of Seven Bells, που είχα αναφέρει και παρακάτω ήταν ακριβώς μια τέτοια στιγμή, που έπαιξε ξαφνικά στο ραδιόφωνο του last.fm και με έκανε για μια στιγμή να παρατήσω ό,τι έκανα και να ψάξω αμέσως να δω τι είναι αυτό που ακούω.

Η ακρόαση της μουσική κατά την επιστροφή είναι κάπως διαφορετική. Εκεί συγκεντρώνεσαι εντονότατα στην μουσική απλά γιατί θες να βγάλεις από πάνω σου, ό,τι έχει περάσει μέσα στις προηγούμενες ώρες. Και αν είσαι λίγο νυσταγμένος από την κούραση, χάνεσαι περισσότερο σε αυτό που ακούς. Προσωπική επιλογή τις τελευταίες μέρες το «Decent Man On A Desperate Moon» του Transit.

Για το βράδυ στο σπίτι δεν χρειάζεται να πούμε πολλά πράγματα. Ξέρουμε πολύ καλά πώς παίζεται το παιχνίδι εκεί.

Ως τελευταία σημείωση αναφέρω το «Some Sweet Relief» των Speck Mountain που αυτή την στιγμή προξενεί διαστολή των ματιών, εκρήξεις ενθουσιασμού, επιφωνήματα τύπου «αζαντάουα» και σκέφτομαι ήδη τις λίστες του 2009. Ambient soul λένε οι ίδιοι, ψυχεδελική pop θα προσέθετα εγώ, είναι από τα album που αν το Sonic Death Monkey είχε σφραγίδα, θα την βάζαμε πάνω του και θα το λέγαμε pick of the month.

Σημείωση για το ΔΣ: Να φτιάξουμε σφραγίδα για το Sonic Death Monkey

Σημείωση νο2 για το ΔΣ: Οι συλλογές του που προηγήθηκαν με έκαναν να ψάξω να βρω μέρος για να τις ακούμε. Ιδού λοιπόν τα αποτελέσματα.

1314694174_8e1dcb2371

περιγραφικός τίτλος.

•13 Απριλίου, 2009 • 2 Σχόλια

Γράφει ο Daniel Clowes στο David Boring:

Here, by some miracle of circumstance, I was, naked, about to have sexual intercourse with what the consensus of the day would have held as a perfectly beautiful woman. Her skin was smooth and elastic, dappled with girlish yellow fuzz. Her trim, athletic figure was blah blah etc etc… She had recently been asked to model for a sportswear catalog and was considered «very promising» by her acting teachers. She was not displeased with my thrusts (she bit her lip and made breathy noises) but I knew from the start that I probably wouldn’t get another chance if she wasn’t (at least) overwhelmed by my enthusiasm. I believe in «experiencing the moment» in its present tense, without dwelling on bygone associations or a tragic aftermath… The breathy noises trailed off and I couldn’t help but feel that at any moment she might extract herself from the situation and dash off yo a just-remembered party to mingle in her natural element among b-list actors and the children of millionaires.

Λέω εγώ:

monday night music, pt. 3

the beta band … b+a
yeasayer … 2080
buck65, sufjan stevens and serengeti … blood, pt.2
detektivbyrån … om du möter varg
beirut … mount wroclai
hellsongs … paranoid
arbouretum … another hiding place
elliott smith … waltz #2
j tillman … firstborn
gravenhurst … the western lands
rosina de pèira … la novia
the black heart procession … it’s a crime i never told you …
mad season … i’m above
woven hand … cripplegate (standing on glass)
bob dylan … most of the time
justin sullivan … changing of the light
frank turner … the ballad of me and my friends
the magnetic fields … all my little words

~73′, 120mb

(  (  (  νταουνλόουντ )  )  )

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε