Τα #17

•4 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

a0575450462_10

Marissa Nadler & Stephen Brodsky – “Droneflower”

Αν και δεν φαίνεται πουθενά στην solo μουσική της πορεία, η Nadler πάντα είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τα εξώτερα πεδία του metal. Ο Brodsky είναι από τα σημαντικά ονόματα εκείνης της post-κάτι έκρηξης των early-to-mid 00s. Γνωρίστηκαν, συμπάθησαν ο ένας τον άλλον (καλά παιδιά φαίνονται και οι δυο) και μετά από μια πενταετία αποφάσισαν να βγάλουν και ένα album μαζί. Το “Droneflower” ακούγεται ως μια εντελώς αβίαστη συνεργασία. Και αν τα μουσικά τους στυλ δεν έμοιαζαν ιδιαίτερα, μάλλον η ατμόσφαιρα που ήθελαν να βγάλουν ήταν εντελώς συμβατή. Η ερμηνεία της Nadler δεν αλλάζει δραματικά σε σχέση με τους κανονικούς δίσκους της, εκτός ίσως από την απώλεια του ρομαντικού στοιχείου της μουσικής της. Εδώ ακούγεται εξίσου μελωδική, αλλά ελαφρώς πιο ζοφερή, για να έρθει να ταιριάξει και με τους τόνους του Brodsky, που δεν γίνονται ποτέ τρομερά θορυβώδεις, αλλά θα φέρουν κάτι στο μυαλό από όψιμους Earth. Φυσικά η φόρμα των συνθέσεων εδώ είναι πιο μαζεμένη, πιο κοντά στην κλασσική τραγουδοποιία, από ό,τι σε μεγάλες, ελεγειακές συνθέσεις (και η συνολική διάρκεια του είναι μικρή άλλωστε). Ίσως μια μετάβαση προς το δεύτερο να τους άνοιγε νέους ορίζοντες, μια που, για μένα, το καλύτερο κομμάτι του δίσκου είναι το “Estranged” με τις επαναλαμβανόμενες κιθαριστικές φράσεις του Brodsky να χτίζουν το υπόβαθρο για την ιστορία της Nadler. Κατάφερα να αποφύγω τη λέξη «κινηματογραφικός» (ή μάλλον όχι).

 

Kojey-23-Winters

Kojey Radical – «23 Winters» (2016)

Συνειδητοποιώ ότι τούτη τη δεκαετία που περνάει, άκουσα πολύ περισσότερο hip hop από ό,τι σε όλη την υπόλοιπή μου ζωή. Επίσης συνειδητοποιώ ότι, για τα δικά μου γούστα τουλάχιστον, η δεκαετία αυτή ήταν χρυσή για το βρετανικό hip hop, πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος. Το “23Winters” είναι μια από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις στο χώρο, κυρίως γιατί ο λόγος του Kojey Radical ξεφεύγει κατά πολύ σε ποιότητα, λυρισμό και ευφυία από τη συντριπτική πλειονότητα των συνοδοιπόρων του. Όπως και μια άλλη ψυχή που θα αναφερθεί εδώ, είναι πρώτα ποιητής και μετά MC. Δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος δίσκος είναι απόλυτα προσωπικός, και από πλευράς θεματολογίας και λόγω του ότι συμμετέχει με διάφορες σκέψεις και ο πατέρας του, φαίνεται και ίδιος να έχει μια μεγάλη διάθεση για έκφραση ακόμα και όταν τα θέματα είναι αρκούντως προβληματισμένα (ή ίσως κυρίως λόγω αυτού). Μουσικά είναι πιο κοντά στις νέες hip hop τάσεις, αλλά με αρκετές προσωπικές πινελιές που κέρδισαν και μένα που δεν είναι ακριβώς του γούστου μου αυτές οι κατευθύνσεις. Μουσικά είναι πιο ηλεκτρονικό, πιο πνιγηρό, αλλά ακόμα και στα πιο οργισμένα του, δεν χάνει την ποιητικότητά του. Μπορεί αυτή τη στιγμή το μεγάλο όνομα στην εκεί σκηνή να ‘ναι ο Stormzy, αλλά ο Kojey Radical είναι αυτό που οι φίλοι Άγγλοι λένε “force of nature”.

Τα #18

•3 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

sult

Maja S. K. Ratkje – «Sult»

Την Maja πάντα την συμπαθούσα ακόμα και όταν οι μουσικές της διαδρομές (π.χ. Fe-Mail ή Spunk) παραήταν περιπετειώδεις για τα αυτάκια μου. Μέσα στο χαοτικό της έργο όμως (αριθμητικά αλλά και στυλιστικά), υπήρχαν μπόλικοι σταθμοί που με έκαναν να την αγαπήσω. Το “Sult” είναι, ίσως, το κορυφαίο αυτών των σταθμών, αφού ξεδίπλωσε μια σαφώς πιο προσιτή (για τα δεδομένα της πάντα) πλευρά της. To project είχε ξεκινήσει ως μουσική για μια χορευτική απόδοση της ομώνυμης νουβέλας του Knut Hamson και εμπνεόμενη από την κατασκευή του custom organ της, αποφάσισε να το κυκλοφορήσει και αυτόνομα. Το “Sult” είναι σαφώς από τα πιο μελωδικά (αν όχι το πιο μελωδικό) της album με στιγμές που αγγίζουν από το νεοκλασσικό μινιμαλισμό μέχρι σχεδόν μπαλαντοειδείς συνθέσεις, ενώ έχει καταφέρει να γράψει και υπέροχα μέρη για φωνή βοηθάνε τον δίσκο να σταθεί από μόνος του, χωρίς το οπτικό συμπλήρωμα του μπαλέτου. Σίγουρα διατηρεί μια αβέβαιη ατμόσφαιρα (χωρίς να το έχω διαβάσει, εικάζω ότι το βιβλίο του Hamson μάλλον δεν είναι και τρομερά φωτεινό), αλλά συγκρινόμενο με τις υπόλοιπες κυκλοφορίες της, εδώ παρουσιάζεται μια τρομερά διαφορετική Ratkje. Δεν ξέρω αν θα είναι αυτό το βήμα που θα την οδηγήσει σε πιο soundtrack-ικά έργα (όπως τόσοι άλλοι Βόρειοι), αλλά σίγουρα είναι ο δίσκος της που εγώ θα λιώσω περισσότερο.

 

concerning

Jozef Van Wissem & Jim Jarmusch – “Concerning the Entrance Into Eternity” (2012)

Δεν ξέρω πως γνωριστήκανε τούτοι οι δυο τύποι, αλλά η συνάντησή τους ήταν κάτι το ανεπανάληπτο. Θα ομολογήσω εξαρχής ότι είμαι fanboy του Jarmusch και ότι θα αντιμετώπιζα οτιδήποτε έκανε με περισσό ενδιαφέρον, αλλά αυτό το project και, κυρίως, αυτός ο δίσκος στέκεται εκεί ψηλά με τις καλύτερες ταινίες του. Προς θεού φυσικά, δεν θέλω να αδικήσω το Van Wissem, ο οποίος έχει μια σαφέστατα μεγαλύτερη μουσική ιστορία και είτε ως συνεργασίες, είτε ως solo, έχει καταφέρει να βάλει το λαούτο του, στην ευρύτερη πειραματικοπερίεργη σκηνή. Η punk (όπως λέει ο ίδιος) προσέγγιση του Van Wissem, συνάντησε τα έκδηλα punk θεμέλια του Jarmusch, για να δημιουργήσουν έναν ξεκάθαρα μη punk δίσκο. O διάλογος μεταξύ τους σε όλο το album είναι κάτι το απερίγραπτο, με τον Wissem να χτίζει μικρομελωδίες στις χορδές του λαούτου και τον Jarmusch να χτίζει ένα background με τις φράσεις της κιθάρας του (που δεν μπορεί να μη σου φέρουν στο μυαλό τη δουλειά του Young στο Dead Man) και να καταλήγουν να κάνουν αέναους κύκλους ο ένας γύρω από τον άλλον. Ειδικά στο “Continuation Of the Last Judgement”, νομίζεις (ή εύχεσαι) ότι αυτή η επανάληψη δεν θα τελειώσει ποτέ. A portrait of meditation as coolness.

Τα #19

•2 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

farm_fresh

Maria Faust/Tim Dahl/Weasel Walter – “Farm Fresh”

Δεν είναι συχνό το φαινόμενο του να ακούσεις για πρώτη φορά ένα μουσικό και να σου δημιουργηθεί αυτόματα η ανάγκη να εξερευνήσεις επί τόπου όλο του το έργο. Πραγματικά, δεν καλοθυμάμαι που πρωτοέπεσε μπροστά μου το “Farm Fresh” φέτος, αλλά σημαντικό μέρος της χρονιάς έχει καταναλωθεί στην ανάπτυξη της μουσικής σχέσης με την Maria Faust. Και αν αδικώ λίγο τους άλλους δυο συντελεστές του δίσκου, ακολουθώντας τις jazz παραδόσεις ο band leader είναι ξεκάθαρος σε αυτό το τρίο. Το “Farm Fresh” σφύζει από ενέργεια, από στυλ, από εκπλήξεις, από πάθος και από ταλέντο. Θυμάται άραγε κανείς πόσος ενθουσιασμός είχε υπάρξει στην αρχή των Shining (πριν καταλήξουν σε μια heavy metal καρικατούρα); Κάτι ανάλογο βγάζει και αυτός ο δίσκος, αν και είναι σαφώς πιο απαιτητικός από τις απόπειρες των Νορβηγών. Έχει πολλή free jazz, λίγο metal, λίγο punk, λίγη παράδοση, λίγη κλασσική και μπόλικο ανακάτεμα για να ενσωματωθούν όλα αυτά μεταξύ τους. Η Εσθονή δείχνει να έχει τη διάθεση να βγάζει άλλη πλευρά της σε κάθε project της και εδώ φαίνεται ότι μάλλον είχε ανάγκη από ένα ξέσπασμα. Έτοιμο να συνοδέψει τις πιο εξωστρεφείς στιγμές σας.

a3934148476_10

Ô Paon – Courses (2010)

Αρχικά σε αυτή τη θέση σκόπευα να βάλω το “A Crow Looked At Me”, ίσως το πιο άβολο album που έχει ηχογραφηθεί ποτέ (τα Skeleton Tree/Ghosteen πραγματικά ωχριούν μπροστά του). Μετά όμως είδα ότι το “Courses” βγήκε το ’10 και πιστεύω ότι καλύτερα να γιορτάζουμε τη ζωή των ανθρώπων παρά συγκινούμαστε με το θάνατό τους. Σε μια δεκαετία με μπόλικες απώλειες, αυτή της Genevieve Castree σίγουρα δεν ακούστηκε πολύ, αλλά εξίσου σίγουρα ήταν από τις μεγαλύτερες. Την είχα μάθει όταν ηχογραφούσε psych folk διαμαντάκια ως Woelv, αλλά η αλλαγή του δισκογραφικού ονόματος σε O’ Paon και η κυκλοφορία του εν λόγω δίσκου, είναι η κορυφή του μουσικού της έργου. Δεν είναι ότι έχει αφήσει πίσω της το psych folk της, αλλά εδώ με μια γενναία χρήση loops και άλλων λιγότερο folk στοιχείων, δημιουργεί ένα κύκλο τραγουδιών αξιομνημόνευτων.  H επανάληψη γίνεται σπουδή πάνω στην κούραση και στη θλίψη. Καταφέρνει όμως να είναι μεγαλειώδης και όχι μίζερος. Και το “Raffinerie” θα παραμείνει για πάντα ένα από τα πιο συγκλονιστικά τραγούδια που έχω ακούσει στη ζωούλα μου. H μουσική οντότητα O’ Paon είχε άλλη μια κυκλοφορία το ’13 (το “Fleuve”), αρκούντως απολαυστική και αυτή και μετά, δυστυχώς, ποτέ δεν θα μάθουμε τι θα ακολουθούσε.

Tα #20

•1 Δεκεμβρίου, 2019 • Σχολιάστε

basontime

William Basinski – «On Time Out Of Time»

Νομίζω ότι λίγες πιο πιασάρικες περιγραφές μπορείς να βγεις για ένα δίσκο από το «ηχογραφήσεις της σύγκρουσης δυο μαύρων τρυπών 1,5 δισεκατομμύριο χρόνια πριν». Φυσικά κάτι που ακούγεται τόσο μεγαλεπήβολο κρύβει από μόνο του μια παγίδα για αυτόν που θα εφησυχαστεί στην «ασφαλεια» του εντυπωσιακού concept. Από την άλλη πλευρά στον άνθρωπο που έχει βγάλει το μνημείο που λέγεται “Disintegration Loops” οφείλουμε να έχουμε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη και μετά από μπόλικες ακροάσεις του δίσκου κατά τη διάρκεια της χρονιάς, επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά ότι αξίζει τούτη μας την εμπιστοσύνη. Ο Basinski είναι μαέστρος σε τέτοιους μονολιθικούς ήχους και το “On Time Out Of Time” καταφέρνει να δώσει μια μικρή εικόνα του μεγέθους του συμβάντος στη φαντασία του ακροατή. Αν και σίγουρα δεν είναι το πιο ζεστό του έργο, αποφεύγει περίτεχνα να χαθεί και στην παγωνιά του κοσμικού κενού. Και μόνο το γεγονός ότι μπορεί να προκαλέσει συναισθηματική φόρτιση με κάτι τόσο μακρινά (χωρικά και χρονικά) αλλά και σε τόσο διαφορετική κλίμακα μεγέθους από την ταπεινή γωνίτσα μας, είναι δείγμα μεγάλου καλλιτέχνη. Σίγουρα όχι για όλες τις ώρες, σίγουρα όχι για όλο τον κόσμο αλλά σίγουρα ταιριαστό για όμορφες στιγμές συνειδητοποίησης της ασημαντότητας μας (ή και της σημασίας μας).

 

boards_of_canada__1369400203_crop_550x550

Boards Of Canada – «Tomorrow’s Harvest» (2013)

Οι Boards Of Canada είναι μαγικό συγκρότημα. Για κάποιο λόγο στο μυαλό μου πάντα τους έχω μαζί με τους Stars Of The Lid, αν και δεν έχουν πολλές μουσικές ομοιότητες, γιατί η μουσική και των δύο καταφέρνει να είναι γαλήνια αλλά και βαθιά συναισθηματική. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν είναι από τα πολύ παραγωγικά συγκροτήματα, και το “Tomorrow’s Harvest”, το τελευταίο μέχρι σήμερα album τους, ήρθε 8 χρόνια μετά το επίσης εκπληκτικό “The Campfire Headphase” και επανάφερε εκείνη την περίεργη μίξη τεχνολογίας και υπαίθρου που κάποτε ονομάστηκε πολύ ταιριαστά “folktronica”. Είναι εξίσου κινηματογραφικό, αλλά σαφώς πιο σκοτεινό σε σχέση με τους προκατόχους του, κρατώντας βέβαια τα λοξοκοιτάγματα προς το παρελθόν, όχι τόσο ξεκάθαρα στη μουσική, όσο ως αιωρούμενες επιρροές στην ατμόσφαιρα. Επίσης, η διάρκειά του, αλλά και η ποικιλομορφία του τον κάνουν ένα δίσκο που δύσκολα θα ακούσεις μόνο μια φορά. Σου κεντρίζει το ενδιαφέρον και σε ξαναβάζει να το ακούσεις για να προσέξεις όλες τις λεπτομέρειες που σου κρύφτηκαν την προηγούμενη φορά. Δεν είναι ο πιο χαρούμενος δίσκος τους (το “Campfire Headphase”), δεν είναι ο πιο αριστοτεχνικός δίσκος τους (το “Music Has The Right To Children”), δεν είναι ο πιο ρυθμικός τους δίσκος (το “Geogaddi”), αλλά είναι ο πιο σκυθρωπός δίσκος τους και, ας είμαστε ειλικρινείς, ζούμε για κάτι τέτοια.

Crossings

•13 Αυγούστου, 2019 • Σχολιάστε

Φίλοι που έχετε μείνει στην Αθήνα, φίλοι που σας αρέσει ή δε σας αρέσει η Αθήνα τους Αύγουστοι, φίλοι ρομαντικοί ή κυνικοί, γκρινιάρηδες ή αισιόδοξοι, αγαπημένοι ή μαλωμένοι, χαρούμενοι ή στεναχωρεμένοι, φίλοι που είστε ή δεν είστε εδώ,

που είστε ή δεν είστε φίλοι,

αναγνώστες,

γνωρίζετε ίσως κάποιο μπαρ στην Αθήνα, ή γενικά χώρο, ή ταράτσα με μια τάβλα, ένα κιόσκι, ένα βραχάκι, δύο παγκάκια στη σειρά, ένα αρχαίο ζιγκουράτ, μια θάλασσα, μια γωνιά μικρή

εντός πόλεως,

που να έχει ή να μην έχει άλλους φίλους, να έχει δύο ζεστές κάιζερ να μασουλάμε το αλουμινόχαρτο, ένα τασάκι, ένα αεράκι,

και να παίζει όλη την ώρα το Crossings του Herbie Hancock;
όχι το Thrust.

ούτε το Sextant.

το Crossings.

αν γνωρίζετε,
θα θέλαμε να γνωρίζουμε και εμείς

θα σας ήμασταν σχεδόν υπόχρεοι

R-195833-1338206139-4548.jpeg

ένα γλυκό απόγευμα να έχετε

ΜΑ(ρια λεν’ και σένα)

•9 Ιουλίου, 2019 • Σχολιάστε

Λοιπόν παιδιά που λέτε, λίγα πράγματα μπορούν να συγκριθούν ή να ξεπεράσουν την αίσθηση της Μεγάλης Ανακάλυψης (από εδώ και πέρα ΜΑ, αλλά να μην τη μπερδεύετε με την Μεγάλη Αλήθεια, επίσης ΜΑ). Είναι εξαιρετικά περίεργη, αλλά και γοητευτική η στιγμή που από τα πρώτα δευτερόλεπτα μιας ακρόασης σου δημιουργείται η ακλόνητη πεποίθηση ότι είσαι μπροστά σε κάτι σημαντικό, ενίοτε σημαντικό μόνο για σένα, αλλά στην τελική η σχέση μας με την τέχνη είναι πάντα ελαφρώς εγωκεντρική. Δεν συμβαίνει αυτό πάρα πολύ συχνά, ίσως όχι όσο συχνά θα θέλαμε. Φυσικά, είναι σοβαρό το ενδεχόμενο ότι αν πραγματοποιούταν η ευχή μας και συνέβαινε συχνότερα, να έχανε μέρος της σημασίας του. Δεν θα πω ότι αυτές οι ΜΑ είναι μετρημένες στα δάχτυλα των χεριών μετά από τόσα χρόνια, αλλά σίγουρα δεν είναι και δεκάδες. Η πρώτη φορά που έπαιξε το “Kveldssanger”, τα πρώτα δευτερόλεπτα του “By The Throat”, η πρώτη ακρόαση του “Love’s Secret Domain”, η στιγμή που άκουσες για πρώτη φορά την Clara Engel στο “Already Drowning” του Aidan Baker κλπ κλπ. Σημαντικό μέρος στην δημιουργία αυτής της στιγμής είναι και το απροσδόκητο του να βρίσκεσαι μπροστά στην ΜΑ κατά τύχη, να σκέφτεσαι και ότι αν δεν υπήρχαν μπόλικες συμπτώσεις, παίζει και να μην το είχες μάθει ποτέ, ακόμα και αν είσαι από κείνους που ψάχνουν και επεξεργάζονται σημαντική ποσότητα μουσικών πληροφοριών.

Σήμερα ήταν μια τέτοια μέρα όταν βρέθηκε μπροστά μου το “Farm Fresh” και έμαθα για την ύπαρξη της Maria Faust εκεί έξω. Η Faust όπως ανακάλυψη, είναι Εσθονή αλλά κατοικοεδρεύει στην Δανία, μια μίξη κλασσικοεκπαίδευσης και jazz ελευθέρας βοσκής, έχει, όπως κάθε φριτζάζερ που σέβεται τον εαυτό του γύρω στα 200 διαφορετικά project και μοιάζει να είναι από αυτούς τους μουσικούς που πρέπει να εξερευνήσεις. Το “Farm Fresh” αποτελεί έργο ενός trio που έχει φτιάξει με τον Tim Dahl και τον Weasel Walter και περιέχει όλα τα στοιχεία που ψάχνετε στην γεμάτη ενέργεια free jazz σας. Προς οικονομία χρόνου θα κάνω την εύκολη σύγκριση και θα πω ότι όσοι λατρεύουν τους Fire! μάλλον θα πέσουν στον έρωτα του “Farm Fresh”. Επίσης θα κάνει λίγο πιο δύσκολη την επιλογή της τελικής λίστας της χρονιάς (σε περίπτωση που δεν είχατε απελπιστεί ήδη από το πόσα υποψήφια έχετε ήδη).

Πηγαίνοντας λίγο πιο πίσω, και εδώ έρχεται η πλήρης σιγουριά ότι είμαστε μπροστά σε μια ΜΑ, βρίσκουμε το δίσκο που έβγαλε πρόπερσι με την τραγουδίστρια Kira Skov. Διαβάζοντας για την διαδικασία δημιουργίας του “In The Beginning” θα βρείτε road trips, χαμένες παραδόσεις, χορωδίες, εκκλησίες του 19ου αιώνα, τεχνικές δυσκολίες, ξεχασμένη παραδοσιακή μουσική και άλλα εξίσου ελκυστικά χαρακτηριστικά. Αν το περσινό album της Marjaa Nuut έφερνε αυτή την παράδοση σε επαφή με την ηλεκτρονική μουσική, το “In the beginning” φαίνεται να είχε κάνει ήδη το ίδιο για τη jazz. Σε περίπτωση που σας αρέσουν αυτές οι (όχι και τόσο) περίεργες αναμίξεις ή αν θυμάστε πάντα με νοσταλγία το “Rosenfole” (αν και το “In the beginning” δεν είναι τόσο έκδηλα φολκλόρ), έχετε βρει τον νέο αγαπημένο σας δίσκο.

Φυσικά, ρίχνοντας μια ματιά στο site της Faust, αρχίζεις να νιώθεις κάτι ανάμεσα σε απελπισία αλλά και ανυπομονησία βλέποντας σε πόσα διαφορετικά project/μπάντες έχει συμμετάσχει ήδη και τον χαμένο χρόνο που έχεις να αναπληρώσεις. *Παρατάει οποιαδήποτε πρόφαση εργασίας και βάζει το Maria Faust Jazz Catastrophe*

Efrim Manuel Menuck, Pissing Stars, #01

•20 Δεκεμβρίου, 2018 • Σχολιάστε

a4286775054_10

Σε μια άσχημα περίεργη χρονιά που ακολούθησε μια σειρά άσχημα περίεργων χρονιών, το γνώριμα (και ίσως αναμενόμενα) δυστοπικό όραμα του αρχηγού (ή πρώτου μεταξύ ίσων) των Godspeed You Black Emperor και Silver Mt. Zion (and the something somethings) μοιάζει απόλυτα ταιριαστό. Ένα χρόνο μετά το “Luciferian Towers” (για το οποίο ακόμα δεν έχω καταλήξει για τη θέση του στο GY!BE σύμπαν) και εφτά χρόνια μετά το “Sings High Gospel”, ο Menuck ξαναθυμήθηκε ότι αγαπάει την δημιουργική μοναξιά και εγέννετω “Pissing Stars”. Κάπως έτσι, μερικούς μήνες μετά, βρέθηκε στην πρώτη θέση μιας αρκούντως ασήμαντης λίστας κάπου στην άλλη πλευρά του κόσμου.

Στο σύνολό του, το “Pissing Stars” ακούγεται ως προσωπικός δίσκος, πολύ περισσότερο από το “High Gospel”. Είναι αρκετά απογυμνωμένος, χωρίς την πολυφωνία των άλλων project του Menuck και ακόμα και το τραγούδι του ακούγεται ως μόλογος. Σαφώς πιο drone-oriented, πιο ambient, λιγότερο καθαρά μελωδικός (με την εξαίρεση του σχεδόν pop “Α Lamb In The Land of Payday Loans”), πιο θαμπά θορυβώδης, ίσως και πιο κουρασμένος. Όπως ακριβώς και η πραγματικότητά μας δηλαδή. Το ομώνυμο τραγούδι π.χ. ακούγεται σαν ένα απαισιόδοξο Pink Floyd-meets-Fennesz ξαδερφάκι του “Horses In The Sky”. Οι κιθάρες του “Black Flags Ov Thee Holy Sonne” φέρνουν στο μυαλό την μαυρίλα των όψιμων Earth συνδυαζόμενων με τα φωνητικά των Silver Mt. Zion (και εκείνη η παιδική φωνή που επαναλαμβάνει το “dead stars” χαρίζει την πιο συγκλονιστική στιγμή του δίσκου). Παρά την ευρύτερη μουντίλα του δίσκου, υπάρχουν και πιο αισιόδοξες στιγμές (με κυριότερη το “A Lamb..” που προαναφέρθηκε) και κατά μια έννοια, αυτή η σπανιότητα τις κάνει πιο σημαντικές.

Ο Menuck έχει πάντα ένα χάρισμα να συνδυάζει την απογοήτευση με το σθένος και εκεί είναι που αποφεύγει, οι δύστροπες ατμόσφαιρες που δημιουργεί να καταλήγουν σε μια παραιτημένη μιζέρια, αλλά πάντα να καίει μια φωτιά μέσα τους. Ακόμα και εδώ, που διακρίνονται αρκετά συχνά τάσεις φυγής, διατηρείται μια γοητευτικά ξεροκέφαλη αποφασιστικότητα ότι δεν είναι όλα χαμένα. Ίσως αυτό είναι και η αιτία που με έκανε να το αγαπήσω τόσο πολύ. “The love of hopeless causes” που λέγανε και οι New Model Army.

Lubomyr Melnyk, Fallen Trees, #02

•19 Δεκεμβρίου, 2018 • Σχολιάστε

cover

Η λίστα φέτος δεν είχε καθόλου νεοκλασσικοπερίεργα μέχρι στιγμής, αλλά σώθηκε από αναπάντεχη ανατροπή της τελευταίας στιγμής. Εκεί λοιπόν που δεν το περίμενε κανείς, ήρθε ο αγαπημένος μας Ουκρανός πιανίστας και εν μέσω λιστών και Δεκεμβριάτικου χαμού, κυκλοφόρησε στις 7 του μηνού το “Fallen Trees”. Κατ’ εμέ, ενα από τα σημαντικότερα πράγματα που έχει κάνει η, γενικά λατρεμένη, Erased Tapes, είναι που έκανε γνωστό τον Melnyk. Είναι ένας από τους πιο εντυπωσιακούς μουσικούς (συνθετικά και εκτελεστικά) που έχει βγάλει ο ευρύτερος νεο-κλασσικός χώρος και θα ταν κρίμα να μην τον μαθαίναμε ποτέ και εμείς οι απέξω από τη φάση.

Το “Fallen Trees” είναι το τέταρτο του στην Erased Tapes και, μάλλον, το καλύτερό του (μαζί με το “Rivers And Streams”). Ο δίσκος είναι συγχρόνως ελεγειακά μελαγχολικός, αλλά και ανυψωτικά ελπιδοφόρος με (προφανή) κεντρικό άξονα το εξόχως χαρακτηριστικό στυλ του Melnyk. Το “Fallen Trees” είναι χωρισμένο σε δυο μέρη, τα τρία πρώτα κομμάτια και την ομώνυμη, αποτελούμενη από πέντε μέρη, σουίτα, εμπνευσμένη από τις εικόνες πεσμένων δέντρων που έβλεπε ο Melnyk στα ταξίδια του με το τραίνο.

Στο πρώτο μέρος έχουμε το “Requiem for a Fallen Tree” με την μαγευτική συμμετοχή της επίσης εξ Erased Tapes ορμώμενης Hatis Noit (η οποία έχει βγάλει και αυτή ένα πολύ ενδιαφέρον ep φέτος) σε πιο κλασσικές φόρμες από τα προσωπικά της, το καλπάζον “Son Of Parasol” και το παραδοσιακά εμπνεόμενο “Barcarolle” (Βενετίες, γόνδολες και άλλα αναγεννησιακορομαντικά). Το “Fallen Trees” βρίσκει τον Melnyk στα πιο Reich-ο-Riley-ικά του και, ίσως στην πιο κλασσική του στιγμή, υποστηριζόμενος από το τσέλο της Anne Muller (ψάχτε το “7 Fingers”, τη συνεργασία της με τον Nils Frahm) και τη φωνή του David Allred, επίσης της Erased Tapes, στο “Apparition”. H μουσική του Melnyk έχει μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική ροή εξαιτίας του παιξίματος του, η οποία, τουλάχιστον στα δικά μου αυτά, της δίνει μια πιο έντονη ζωντάνια, ακόμα και στα πιο θλιμμένα σημεία της.

Με τεράστια χαρά επίσης ανακάλυψα ότι έχει προγραμματιστεί να μας ξανάρθει τον Απρίλιο, για να διορθώσουμε το ότι τον είχαμε χάσει στην Αγγλικανική. Το “Fallen Trees”, αν και χωρίς ιδιαίτερες ηχητικές εκπλήξεις, καταφέρνει για μια ακόμα φορά να είναι τόσο υπερβατικά όμορφο που δεν μπορεί να αφήσει κάποιον ασυγκίνητο.

Καλά, φυσικά και μπορεί, και εικάζω ότι θα αφήσει πολλούς ασυγκίνητους, αλλά τι να κάνουμε, δεν μπορεί να έχουν όλοι το ίδιο καλό γούστο με μένα.

Spiritualized, And Nothing Hurt, #03

•18 Δεκεμβρίου, 2018 • Σχολιάστε

SPZ_And_Nothing_Hurt_Digital_3k_ALBUM_ART_grande

Οι Spiritualized (ή ο Jason Pierce τέλος πάντων) ορίζουν για μένα ακριβώς αυτό που θα έπρεπε να είναι το δημοφιλές αγγλικό rock. Ψυχεδελικό και χειμαρώδες, μελαγχολικό και αισιόδοξο, πλούσιο αλλά και απλό. Φυσικά όλα γίνονται σαφώς πιο απλά όταν διαθέτεις την συνθετική ικανότητα του Pierce, αυτό τον αριστοτεχνικό τρόπο να δημιουργείς περίτεχνες συνθέσεις συνδυάζοντας άπειρα στοιχεία αλλά μην πέφτοντας στην παγίδα του βαρυφορτωμένου αχταρμά, όπως τόσοι άλλοι που χάνονται μέσα στη μεγαλεπήβολη ματαιοδοξία τους.

Δεν θα προχωρήσω σε προβλέψιμες συγκρίσεις αν και μπαίνω στον πειρασμό, ίσως γιατί διακρίνω κάποιες ηχητικές ομοιότητες. Το 8ο (και κάπου πήρε το μάτι μου, πιθανόν τελευταίο) album των Άγγλων θα φέρει στο μυαλό σε πολλές στιγμές τους προκατόχους του και ακόμα δεν έχω καταλάβει αν αυτή είναι μια ενσυνείδητη ρετροσπεκτίβα ή ένα φυσικό κλείσιμο κύκλου. Ο Pierce έχει μαζέψει πολύ κόσμο για να χτίσει το έργο του και φαίνεται να έχει εξαντλήσει όλα τα ενορχηστρικά εργαλεία του, αλλά, μα τα γένια του Τουτατή, το αποτέλεσμα τον δικαιώνει μέχρι εκεί που δεν φτάνει άλλο. Τα τραγούδια ακούγονται τόσο πληθωρικά, αλλά και τόσο αβίαστα που είναι άξια θαυμασμού. Από το αιωρούμενο «Perfect Miracle», στα ορχηστρικά σημεία του «Damaged» μέχρι και το θορυβώδες κλείσιμο του «The Morning After», θα συναντήσει κάποιος πολλές διαθέσεις, κάποιες πιο γλυκές, κάποιες πιο εφηβικά θυμωμένες, κάποιες πιο προβληματισμένες.

Με τόση δουλειά που ρίχνει κάθε φορά στην δημιουργία ενός δίσκου ο Pierce, δεν είναι και απορίας άξιον ότι χρειάζεται μπόλικα χρόνια για να τον ολοκληρώσει, αν και τα 6 χρόνια αυτής της φοράς ήταν κάπως παραπάνω από ό,τι χρειαζόταν. Είμαι σίγουρος ότι θα μπει (όπως έχει ήδη γίνει) σε μπόλικες λίστες, αν και γενικά, για κάποιο λόγο που δεν καταλαβαίνω, είναι και αρκετοί που δεν έχουν εντυπωσιαστεί. Επειδή όμως έχουμε πιάσει τριάδα, προφανώς δεν είμαι ένας από αυτούς. Το «And Nothing Hurt» είναι ένας τόσο πολυεπίπεδος δίσκος, σε άλλα χέρια πιθανότατα θα είχε μετριότατη κατάληξη. Ο Pierce όμως αποδεικνύει ότι το λέει ακόμα η καρδούλα του και όπως λέει και ο ίδιος: «And take it easy/ All these wasted years/ Celebrate your finest/ And the music of the spheres»

Mary Halvorson, Code Girl, #04

•17 Δεκεμβρίου, 2018 • Σχολιάστε

a2581662586_10

Ετσι όπως πήγαινε η λίστα φέτος, μου κάνει τρομερή εντύπωση που έφτασε να συμπεριληφθεί και ένα διπλό album με μιάμιση ώρα διάρκεια. Ας είναι όμως, την Mary την Halvorson την συμπαθώ απεριόριστα και ας είναι πρακτικά αδύνατο να παρακολουθήσεις την καριέρα της σε μια δαιδαλώδη αλληλουχία solo δίσκων, group, projects, συμμετοχών ως sidewoman (ή sideperson αν θέτε), αλλά σχεδόν ό,τι έχει πέσει στην αντίληψη και στο στερεοφωνικό μου ειναι άκρως ενδιαφέρον και απολαυστικό. Στο «Code Girl» ξαναδημιουργεί ένα group (έστω και αν ο δίσκος είναι κάτω από το δικό της όνομα για κάποιο λόγο), μαζεύει τους γνωστούς της Tomas Fujiwara και Michael Formanek για το rhythm section, τον Ambrose Akimunsire στην τρομπέτα (φέτος η λίστα έχει πολλές συνδυαστικές παρουσίες) και την (παντελώς άγνωστη σε μένα, αλλά ιδιαιτέρως εντυπωσιακή) Amirtha Kidambi για το τραγούδι.

Ο δίσκος είναι μεγάλη πρόκληση από πολλές πλευρές. Είναι πολύ εύκολο να χαθείς μέσα στα 14 τραγούδια του και λόγω διάρκειας και λόγω πληθώρας πληροφοριών που ακούγονται μέσα σ΄αυτά. Όλοι οι συμμετέχοντες προέρχονται από διάφορες εκφάνσεις της free jazz και, προφανέστατα, αυτό είναι ίσως το κυριότερο συστατικό του δίσκου. Όμως, τόσο η ικανότητα της Halvorson να γράφει ελκυστικότατες μελωδίες, όσο και η συμμετοχή της Kidambi με το εύρος της ερμηνείας της (από χωρίς λέξεις αυτοσχεδιασμούς έως και γλυκύτατα τραγουδίσματα), δεν τον αφήνουν να γίνουν ακατανόητα στρυφνός. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη δομή και στην έκρηξη είναι και το ομορφότερο σημείο του. Οι μουσικοί ακούγονται τρομερά δεμένοι μεταξύ τους, οι διάλογοι ανά δυο ή και τρεις εναλλάσσονται συνέχεια στα κομμάτια (όπως στο «Possibility of Lightning» π.χ. που η συνδιάλεξη ανάμεσα στον Akimunsire και την Kidambi οδηγεί σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις σε ένα ξεσπασματικό διαγωνισμό ανάμεσα στην Halvorson και τον Fujiwara για να ξαναμπεί στιγμιαία ανάμεσα η Kidambi).

To «Code Girl» (και μάλλον και οι Code Girl) έχουν ήσυχα σημεία, έχουν αυτοσχεδιαστικά σημεία, έχουν jazz σημεία, έχουν rock σημεία, έχουν υπερβατικά σημεία, γενικά από όλα έχει ο μπαχτσές. Επίσης θεωρώ ότι εντυπωσιακό ότι βρίσκεις τόσο άμεσο συναίσθημα σε έναν συχνά αφαιρετικό δίσκο. Η αφομοίωση του συγκεκριμένου album νομίζω ότι είναι θέμα χρόνων (και όχι χρόνου). Μόνο τις τελευταίες ημέρες που το ξανακούω αποκλειστικά και βρισκω τον εαυτό μου να χάνεται και να ανακαλύπτει νέες γωνιές συνέχεια. Από την άλλη βέβαια μην τα θέλουμε όλα εύκολα και καλομαθαίνουμε. Ευκαιρία να εξερευνήσετε τις όχι-και-τόσο-ποπ ευαισθησίες σας.

Maarja Nuut & Ruum, Muunduja, #05

•16 Δεκεμβρίου, 2018 • Σχολιάστε

a3115864931_10

Νομίζω ότι δεν μπορεί να υπάρξει αναφορά σε μουσική εξ Εσθονίας χωρίς μια κλισέ αναφορά στο γνωστότερο της χώρας. Οπότε ας τη βγάλουμε από τη μέση νωρίς και ας πούμε ότι μάλλον τίποτα δε θα σας θυμίσει τον Arvo Pärt στο «Muunduja». Σε περίπτωση που δεν το κατάλαβε κάποιος, η χώρα καταγωγής της Maarja Nuut, αλλά και του συνοδού της στο δίσκο, Hendrik Kaljujärv (ή αλλιώς Ruum), είναι η Εσθονία. Το όνομά της είχε πρωτοακουστεί στον ευρύτερο indie κόσμο με το «Une Meeles» του 2016, ως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες folk μουσικούς της γενιάς της, με τους περισσότερους να εντυπωσιάζονται τόσο από το βιολί της, όσο και από τη φωνή της.

Η συνεργασία με τον Ruum στο «Muunduja» δημιουργεί μια εξόχως αρμονική αντίθεση. Από τη μια οι σαφως παραδοσιακές μελωδίες της Nuut (σε βιολί και φωνή) και από την άλλη τα σύγχρονα synths του Ruum. Δεν ξέρω αν με επηρεάζει η συγγενής γλώσσα, αλλά αυτό που μου ρθε στο μυαλό για αρχή ήταν η Islaja, και ο δίσκος μοιάζει λίγο σαν συνδυασμός των δυο περιόδων της. Η πλευρά της Nuut θα σας θυμίσουν πιθανότατα πολλά από τα Βορειοσκανδιναβικά folk συγκροτήματα που χετε ακούσει στη ζωή σας. Εμένα π.χ. μου ρθαν για κάποιο ημι-απροσδιόριστο λόγο στο μυαλό (μάλλον λόγω του ήχου του βιολιού) οι Utla του Håkon Høgemo. Για να είμαι δίκαιος, πιστεύω ότι μεγάλο μέρος της ευθύνης για την επιτυχία του ταιριάσματος, την έχει ο Ruum, καθώς έχει καταφέρει να δώσει ένα πολύ ζεστό ήχο στα ηλεκτρονικό μέρη του, με αποτέλεσμα πουθενά να μην μοιάζουν με ξένο σώμα στις ιστορίες της Nuut. Η θέση του οδηγού κατά τη διάρκεια του δίσκου εναλλάσεται συχνά μεταξύ τους και έτσι, ενώ ο χρόνος του τραγουδιού μειώνεται, η εμφάνισή του αποκτά εντονότερη σημασία ακριβώς εξαιτίας αυτών τον παύσεων. Νομίζω ότι κάθε παραδοσιακή ιστορία σε μουσική μορφή στηρίζεται έντονα στην επανάληψη για το χτίσιμο της έντασης της και εδώ υπάρχουν λαμπρά δείγματα τέτοιων σημείων (όπως π.χ. τα πλήκτρα στο τέλος του «Mahe»). To «αιθέριος» είναι από τους λιγότερο αγαπημένους μου επιθετικούς χαρακτηρισμούς, αλλά εδώ δυσκολεύομαι να βρω κάποιον καλύτερο για το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου, έστω και αν υπάρχουν και κάποιες πιο κορυφωτικές στιγμές όπως το πρώτο μισό του «Takisan». Ακόμα και αυτό όμως καταλήγει σύντομα σε μια ατμοσφαιρική αποδόμηση.

Τα εσθονικά (όπως και τα ξαδερφάκια τους, τα φινλανδικά) είναι απίστευτα μουσική γλώσσα, με τα βαθειά «L» τους και τα πολλά «U» τους και προσθέτουν από μόνα τους μια επιπλέον μαγεία στην διήγηση της Nuut (δεν θα πω ότι εχω ιδέα για τι πράγματα μιλάει φυσικά). Σε τραγούδια όμως όπως το «Kuud Kuulama» και το «Kurb Laulik» υπάρχει μια σχεδόν υπνωτική ροή των λέξεων που δεν σε αφήνει να ξεφύγεις. Ενα αλλο σημείο που αγαπώ σε δίσκους, είναι να κρατούν το καλύτερο κομμάτι τους για το τέλος και το «Muunduja» το κάνει. Το «Une Meeles» (επίσης ο τίτλος του προηγούμενου δίσκου της) είναι ένα ημι-ambient διαμάντι (no pun intended!) όπου τα δομημένα σε επίπεδα φωνητικά της Nuut συνοδεύονται από τους στατικούς θορύβους του Kaljujärv για να καταλήξει σε ένα αφαιρετικά αυτοσχεδιαστικό βιολιστικό μέρος πριν χαθεί και αυτό στη σιωπή.

Το «Muunduja» είναι Μεγάλος Δίσκος (πιθανότατα και με άλλα κεφαλαία γράμματα), ειδικά για αυτούς που η καρδούλα τους πεταρίζει για χιονισμένα τοπία και βορεινά δάση. Αναρωτιέμαι που θα πάμε από εδώ και μετά.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε