(a)synchronous experience

•15 Ιουνίου, 2009 • 6 Σχόλια

Δεν μπορεί να πει κανείς, η κατάσταση με τα καλοκαιρινά φεστιβάλ έχει βελτιωθεί αρκετά στην Ελλάδα τα καλοκαίρια. Μπορεί οι τιμές μας είναι εξωτερικού και ο αριθμός των εμφανιζομένων αυτός συνοικιακής stoner συναυλίας, αλλά τουλάχιστον βλέπουμε κανένα όνομα της προκοπής και δεν αρκούμαστε μόνο στα αναμασήματα του Rockwave. Ως blog έχουμε σαφώς δηλώσει την προτίμησή μας στο Synch (νομίζω ότι είναι αυτό που πλησιάζει περισσότερο το εξωτερικό), αλλά σε μια γρήγορη ματιά του τι παίζει φέτος, πιστεύω ότι πάμε αρκετά καλά.

Φέτος, όπως είπαμε και πριν κάποιες μέρες, οι διοργανωτές αποφάσισαν να οργανώσουν διαφορετικά τους χρόνους και τη διαδοχή εμφανίσεων των καλλιτεχνών, οπότε έπρεπε να υπάρξει διαφορετική οργάνωση από την μεριά μας και συνειδητοποίηση ότι αποκλείεται να κάτσουμε μέχρι τις 4:30 για να δούμε τον Mathew Johnson (αν ένα εκ των τεσσάρων μελών έκατσε μέχρι τότε, αλλά μάλλον αμφιβάλω αν τον είδε). 8 η ώρα λοιπόν το Σάββατο, δροσούλα και μπόλικη σκιά ευτυχώς και μαζευόμαστε έξω από την Τεχνόπολη. Βλέπουμε γνωστές φάτσες σεκιουριτάδων και ξεκινάμε να λέμε γεια στην Τεχνόπολη. Δεν ξέρω αν το έχω ξαναπεί, αλλά για συναυλίες που δεν απαιτούν μεγάλη συνολική συγκέντρωση κόσμου μπροστά από μια σκηνή (δεν πρόκειται ποτέ να παίξουν οι Scorpions εκεί δηλαδή), η Τεχνόπολη είναι ίσως ο πιο όμορφος συναυλιακός χώρος που υπάρχει στην Αθήνα, και από πλευράς ανοιχτών χώρων και από πλευράς κλειστών (το Αμφιθέατρο του 9.84 παραμένει ιδανικό, ειδικά όταν θες να ξαποστάσεις. Με χαρά βλέπουμε ότι υπάρχουν μπόλικα τραπεζάκια, οπότε παίρνουμε μπύρες, free press και πιάνουμε ψιλοκουβέντα (οι τρεις από τους τέσσερεις).

DSC00389

Σιγά, σιγά, ετοιμάζεται να ξεκινήσει και ο Matthew Herbert με την Big Band του. Θα την πω την μαύρη μου αλήθεια, εγώ παιδιά, το μόνο που είχα ακούσει από τον συμπαθή Άγγλο ήταν το video στο youtube που μου δειξε εκείνο το πρωί ο Μάνος. Απλώθηκε στη σκηνή η ορχήστρα, πήρε θέση ο Herbert πίσω από τα ηλεκτρονικά του και η τραγουδίστρια πίσω από το μικρόφωνο. Big band ορχηστρικά, ηλεκτρονικές ακροβασίες και soul φωνητικά. Τι περισσότερο να θέλει κανείς; Μπορεί να έκανε κάτι μικρά τσαλίμια ο ήχος με κάτι τριξίματα στα μικρόφωνα, αλλά γενικά εξαιρετικότατος. Εντυπωσιακή εμφάνιση έστω και αν το ύφος δεν είναι και από αυτά που θα με έκαναν να κόψω τις φλέβες μου από έκσταση.

DSC00392

DSC00395

Κάπου εκεί, η κινητικότητα στην δεύτερη σκηνή αρχίζει να μειώνεται και επιτέλους ξεκινάνε οι A Mountain Of One και εγώ αφήνω λίγο τους άλλους να κάθονται στο τραπεζάκι και πετάγομαι μέχρι το Open Air 2 για να τους χαζέψω χωρίς μίξη του ήχου τους με αυτόν του Matthew Herbert. Εδώ είμαστε πιο up-tempo, πιο χορευτικοί, αλλά οι AMOO σίγουρα λοξοκοιτάζουν και προς τα 70s σε πολλές φάσεις. Μ’ αρέσουν,  έχουν μαζέψει και αρκετό κόσμο, εγώ σιγά σιγά επιστρέφω με τη σημείωση να τους ακούσουμε πιο εκτεταμένα.

DSC00398

Βολτάρουμε λίγο μέχρι να ξεκινήσουν οι υπόλοιποι και χαζεύουμε τον κόσμο. Από εικοσάρηδες μεταλλάδες μέχρι και indie γιάπηδες, από όλα έχει ο μπαχτσές μας. Περιμένουμε και τον τέταρτο της παρέας να έρθει να μας βρει εντωμεταξύ, ενώ συνεχίζουμε να δοκιμάζουμε τις ζεστές πλέον μπύρες του φεστιβάλ.

DSC00399

Μέχρι να στήσει ο Mulatu Astatke και οι Heliocentrics, πάω άλλη μια μέχρι το δεύτερο stage για να τσεκάρω τους Γάλλους Teenagers (no pun intended or delivered). Ελάχιστα κάθομαι εκεί, συμπαθητικούληδες είναι, αλλά δεν ξετρελαίνομαι κιόλας. Προτιμώ να αράξω με τους υπόλοιπους τρεις (πλέον) δίπλα στην καμινάδα μέχρι να ξεκινήσει ο Mulatu Astatke.

DSC00405

Τελικά βγαίνει το συγκρότημα, πρώτα χωρίς τον ίδιο τον Astatke και ξεκινούν να παίζουν την άκρως δυναμική jazz τους και μετά από λίγο τους συναντά και αυτός στη σκηνή. Το δίσκο που έβγαλαν φέτος τον άκουσα πριν κάποιους μήνες και μπορώ να πω ότι εντυπωσιάστηκα από το πόσο φρέσκια ακούγεται η μουσική και πόσο συνδυάζουν την καταγωγή τους με τις διάφορες σύγχρονες εκφάνσεις της jazz. Αν λοιπόν το album με είχε εντυπωσιάσει, τότε το live με άφησε με το στόμα ανοιχτό. Ακούγοντας θέματα και από το Broken Flowers και από το album, η δύναμη που έβγαζε το συγκρότημα (ειδικά στα solo) ξεπερνιόταν μόνο από την μοναδικότητα της ομορφιάς των μελωδιών τους. Οφείλω απλά να υποκλιθώ.

DSC00407

DSC00413

DSC00414

Τελειώνει ο Mulatu, από τον Μανώλη υπάρχει ιδιαίτερος ενθουσιασμός για την επικείμενη εμφάνιση του Squarepusher, εγώ επίσης ψήνομαι πολύ να τον δω, αλλά η γενικότερη περιέργεια με κάνει να επιστρέψω (για τελευταία φορά αυτό το βράδυ) στη μικρή σκηνή, για να ρίξω και ένα βλέφαρο και στους Junior Boys. Εντάξει δεν μπορώ να πω οτι μου κάνουν και τρελή εντύπωση, αλλά δένουν πολύ καλά με την γενικότερη ατμόσφαιρα περισσότερο pop party της δεύτερης σκηνής. Κάνω και μια σύντομη βόλτα γύρω γύρω στο χώρο της Τεχνόπολης γιατί πάντα μ’ αρέσει να χαζεύω τον κόσμο.

DSC00417

DSC00421

Ο Squarepusher βγαίνει μετά από λίγη ώρα στη σκηνή, μόνος του μαζί με το μπάσο του και το laptop του και ξεκινάει ένα εκπληκτικό acid-ίζον drum ‘n’ bass σετ που τα σπάει εντελώς, έστω και αν οι οθόνες μας προξενούν πονοκέφαλο. Να πω εδώ ότι ο Squarepusher είναι εξαιρετικός μπασίστας και αυτό είναι το στοιχείο που κάνει τα κομμάτια του, ακόμα πιο πορωτικά. Μετά από 2-3 κομμάτια ανεβαίνει στη σκηνή ένας drummer για να τον συνοδέψει και μαζί με αυτή την προσθήκη αλλάζει και αρκετά το στυλ της μουσικής, γυρίζοντάς το σε πιο fusion-άτα μονοπάτια και κάνοντάς το πολύ λιγότερο ενδιαφέρον για μένα. Εδώ άρχισε να βγαίνει λίγο και η κούραση οπότε σταμάτησα να τον παρακολουθώ τόσο στενά.

DSC00425

DSC00427

Bonus ξάπλα κάτω από την καμινάδα.

DSC00429

Εδώ υπάρχει και η πρώτη παρέκλιση από το σχέδιο παρακολούθησης των συγκροτημάτων. Το πλάνο κανονικά έλεγε πεταγόμαστε να δούμε λίγο The Bug και μετά πάμε Αμφιθέατρο για να πιάσουμε θέσεις για τους Night On Earth, αλλά ο πονοκέφαλος και η κούραση που βγαίνει εκείνη την στιγμή, μας κάνει να κατευθυνθούμε προς το Αμφιθέατρο και έτσι χάνουμε την εμφάνιση του Bug. Ο Μάνος που τον είδε λίγο μπορεί να γράψει περισσότερα, αλλά από ό,τι είπε ο Άγγλος ήταν εκπληκτικός μέσα στο κοπάνημά του.

Ακόμα υπάρχει πολύς κόσμος στο φεστιβάλ και η μετακίνηση είναι ελαφρώς προβληματική, αλλά με τα πολλά φτάνουμε στο Αμφιθέατρο του 9.84, πιάνουμε αναπαυτικές και ξεκούραστες θεσούλες και βλέπουμε τους Night On Earth να στήνουν τα πράγματά τους. Καταφέρνω να ενημερώσω και τους άλλους δυο του blog να έρθουν να μας βρουν και με το που συμπληρώνεται η τετράδα ξεκινάνε και οι Night On Earth (δεύτερη Jarmusch-ική αναφορά στο φετινό Synch).

DSC00430

DSC00431

DSC00432

Εδώ, δυστυχώς, τους έχουμε αναφέρει μόνο στα πεταχτά (για τον τελευταίο τους δίσκο) αλλά είναι ακλόνητη πεποίθησή μου ότι αυτή τη στιγμή οι Night On Earth είναι μέσα στα δέκα καλύτερα ελληνικά συγκροτήματα. Αρκετά Portishead-ικοί, αλλά πολύ πιο ψυχεδελικοί και αυτοσχεδιαστικοί από τους φίλους μας από το Bristol, με μια καταπληκτική τραγουδίστρια και το theremin ακρογωνιαίο λίθο της μουσικής τους, έπαιξαν λίγες αλλά μακροσελείς συνθέσεις, ενώ δεν παρέλειψαν και ένα σύντομο πέρασμα από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Περιμένω με τρομερή ανυπομονησία τον επόμενο, δικό τους δίσκο.

DSC00437

Μετά τους Night On Earth έχουμε αποχώρηση του ενός μέλους του blog λόγω εργασιακών υποχρεώσεων την επόμενη μέρα και συνοδεύοντας προς την έξοδο,  στο γυρισμό κάνω μια στάση στο D7, στο οποίο παίζει μάλλον ο ΝΤΕΙΒΙΝΤ, ο χώρος είναι γεμάτος και ένα mini rave βρίσκεται στο peak του, με τον dj να πετάει τα beat του δεξιά και αριστερά και τον κόσμο να ανταποκρίνεται χορεύοντας. Στο D10 έχει πολύ κόσμο που περιμένει να μπει, οπότε δεν το δοκιμάζουμε και επιστρέφουμε στο Αμφιθέατρο που μας περιμένουν οι υπόλοιποι.

DSC00438

Στο Αμφιθέατρο έχει ξεκινήσει το set του ο Biomass, σε αρκετά ambient drone πλαίσια που δεν με ενθουσιάζουν. Αρκετά πιο βαβουριάρικος και generic από ό,τι πλησιάζει τα γούστα μου. Καθώς όμως το set προχωράει τα bpms αυξάνονται, η μουσική γίνεται σαφώς πιο ρυθμική, εμείς ξυπνάμε και ειδικά κάτι σημεία που μου θυμίζουν μέχρι και Imminent Starvation και ο Biomass πολύ πιο συμπαθής. Στο τέλος βλέπουμε μέχρι και encore, ελέω λαϊκής απαίτησεις, και μπορεί να μην έμεινα μαλάκας, αλλά στο τέλος παραδέχτηκα ότι ο φίλος μας ξέρει τι κάνει.

DSC00444DSC00453

DSC00449

Επιτέλους έρχεται και η ώρα που περιμέναμε, να βγει δηλαδή ο Fennesz στο Αμφιθέατρο. Ο Αυστριακός είναι το όνομα που προσωπικά ήθελα περισσότερο από όλα να δω και παρά τις αρχικές προσπάθειες μαλάκα πρήχτη στην αρχή του set να μας σπάσει τ’ αρχίδια (θέλετε και μπλούζες Neubauten πανάθεμά σας), ο Fennesz έδωσε τον καλύτερο εαυτό του, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα (κανένα σαρανταπεντάλεπτο έπαιξε μόνο). Αρχικά πιο μελωδικός, έκανε ένα αρκετά noise-ατο μέρος στη μέση παίζοντας με τα πετάλια του, για να ξαναγυρίσει στις μελωδίες στο τέλος. Όπως πολύ σωστά ανέφερε ο Μανώλης, το μόνο κακό που είχε η εμφάνιση ήταν αυτή η συνεχόμενη αλλαγή ανάμεσα σε laptop για τα εφέ και παίξιμο κιθάρας που έκανε το set να χάνει λίγο το momentum του. Η προσθήκη ενός ατόμου ακόμα θα έκανε το live να πλησιάζει την τελειότητα. Ό,τι και να γίνει όμως αγαπάμε Fennesz.

DSC00455DSC00456

DSC00474

DSC00460

Χαρούμενοι fanboy-ισμοί από ελιτιστές, αθηναίους bloggers (για να βλέπετε ποιοι είναι)

DSC00476

Μετά την αποχώρηση του Fennesz, συνειδητοποιούμε ότι έφτασε η ώρα να αποχωρήσουμε από το φετινό Synch, καθώς κουτουλάμε και ξέρουμε ότι μετά δυσκολίας θα φτάσουμε σπίτι χωρίς να μας πάρει ο ύπνος στο ταξί. Πριν φύγω όμως κάνω και ένα mini stop στο D10, όπου πετυχαίνω Alex Tsiridis μαζί με άγνωστη σε μένα τραγουδίστρια και καμιά 40αριά indie κάγκουρες να έχουν ξεμείνει στο κτίριο. Εδώ να σημειώσω ότι ψόφος κακός στα ζώα που τους φαίνεται καλή ιδέα να ρίχνουν μπουκάλια και ποτήρια με μπύρα σε χώρο με ξύλινο πάτωμα. Και στο τέλος θα λέμε γιατί δεν θα δείνει ο δήμος άδεια να γίνεται το festival στη Τεχνοπολη. Δεν έκατσα πολύ να δω τον Alex Tsiridis, αλλά έτσι και αλλιώς δεν μου έκανε καμιά εντύπωση.

DSC00480

Ώρα να φεύγουμε λοιπόν και φέτος. Δεν έχω κανένα παράπονο, για μια ακόμα χρονιά το Synch παρέμεινε το, κατά τη γνώμη μου, με διαφορά, καλύτερο καλοκαιρινό φεστιβάλ στην Ελλάδα. Είδαμε πράγματα που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα βλέπαμε και ακούσαμε πράγματα που μας έκαναν λίγο καλύτερους ανθρώπους. Μετά, μια σύντομη βόλτα με τά πόδια από το Γκάζι μέχρι το Θησείο με έκανε να ξεχάσω και την κούραση. Μια όμορφη βραδιά. Και αυτό είναι κάτι πολύτιμο. Του χρόνου.

DSC00481

Cheers mates

 

…την τρίτη δεν αντέχω

•13 Ιουνίου, 2009 • Σχολιάστε

Η κόρη του κυρίου Κάφκα είναι ένα εξαίσιο πλάσμα. Θα μπορούσα να αναφερθώ ως κύριο Κ. στον κύριο Κάφκα, και είναι η αλήθεια πως αυτό θα παρέπεμπε ευθέως στον Κάφκα. Αλλά τον κύριο Κάφκα τον γνωρίζω προσωπικά, και τον σέβομαι ιδιαίτερως, και έτσι θα τον προσφωνώ πάντα με ειλικρινή ευγένεια. Η κόρη του κυρίου Κάφκα πάλι, δεν ξέρω αν έγινα κατανοητός δηλαδή, είναι μια όμορφη κοπέλα. Πολύ όμορφη, και σεμνή. Αλλά είναι τόσο όμορφη που δεν γίνεται να είναι σεμνή, και δεν μπορεί κανείς να της μιλήσει για αυτό. Η κόρη του κυρίου Κάφκα δεν ομιλεί τα γαλλικά. Και από πιάνο ξέρει λίγα πράγματα, αν μπορεί να θεωρηθεί η «Μελωδία της Ευτυχίας» σε αρμόνιο πριν δώδεκα χρόνια, υποτυπώδης γνώση πιάνου. Δεν κάνει παρέα με πολλά αγόρια, αλλά ούτε και με πολλά κορίτσια. Αλλά έχει φίλους, δεν είναι πως δεν έχει. Η κόρη του κυρίου Κάφκα πιστεύει στον εαυτό της, και είναι από τους ανθρώπους εκείνους που αν Θέλουν στα Αλήθεια κάτι, αν τους μπει μια ιδέα στο μυαλό, δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα αποκτήσουν το κάτι ή θα προχωρήσουν την ιδέα. Είναι λογική, αλλά όχι ιδιαίτερα «συνεσταλμένη», είναι προβληματισμένη αλλά όχι προβληματική, είναι όμορφη, αλλά όχι ωραία. Η κόρη του Κυρίου Κάφκα μπλέχτηκε σε μία ή μερικές περιπέτειες τελευταίως (όχι πολύ τελευταίως), και είναι αλήθεια αυτό που σας λέω, δεν τις προκάλεσε. Ούτε στο ελάχιστο. Και θα βιαζόμουν να συμπληρώσω πως δεν έφταιγε κιόλας, αλλά η λογοτεχνική ροή στα μικρά βαρετά διηγήματα επιβάλλει την πλήρη γνωριμία με τους χαρακτήρες πριν την ανάπτυξη του σεναρίου. «..αλλά αφού η λογοτεχνία επιμένει, φάτε και λίγο Πέτροβιτς», όπως θα σας έλεγε και ο Νικολάι Γκόγκολ. Ο κύριος Κάφκα είναι από τους ανθρώπους που δεν έζησε «την μεγάλη ζωή» και στη συνέχεια ανακάθισε στα γηρατειά του να τη διηγηθεί. Δεν θα ήταν πρέπον να ισχυριστούμε πως δεν έχει εμπειρίες ή πως αυτές οι εμπειρίες είναι ανώφελες. Απλά δεν τις κυνήγησε, ήρθαν μόνες τους. Ο κύριος Κάφκα δεν ήταν ποτέ από αυτούς που επεδίωξαν να τους συμβούν ή να μην τους συμβούν κάποια πράγματα. Απορούσε με τα μεν και σιχτίριζε τα δε, αλλά η ακεραιότητά του δεν του επέτρεπε να αμύνεται με διαφορετικό τρόπο ανά περίπτωση. Δεν σχεδίασε ποτέ του τίποτα. Και αυτό, αυτό που κάποιος θα βρισκόταν να το χαρακτηρίσει υποτιμητικά, αυτό έκρυβε όλη τη γοητεία του κυρίου Κάφκα σαν άνθρωπο : Ήταν ένας, ανάμεσα σε πολλούς. Και ακόμα είναι. Και υπάρχει κάτι ακόμα πιο θαυμάσιο στην ιστορία του. Η κόρη του, στην οποία αναφέρθηκα ως «η κόρη του κυρίου Κάφκα». Ένα εξαίσιο πλάσμα. Η κόρη του κυρίου Κάφκα δεν ήταν πρώτη στο σχολείο. Ούτε ήταν η αρχηγός της παρέας. Δεν ήταν πολύ έξυπνη, αλλά σίγουρα δεν ήταν και ανόητη. Αν την ανεβάζαμε στην ανάλογη ζυγαριά, η πλάστιγκα θα έγερνε προς την πρώτη ομάδα. Η κόρη του κυρίου Κάφκα είχε αρκετούς ερωτικούς συντρόφους, αλλά όχι πολλούς. Ερωτεύτηκε τους περισσότερους, αλλά όχι πολύ. Ούτε και λίγο όμως. Όχι πως υπάρχει πολύ και λίγο σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά τελοσπάντων δεν της συνέβη ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Άρα κάτι θα υπάρχει. Ο κύριος Κάφκα είχε ερωτευτεί πολύ τη γυναίκα του κυρίου Κάφκα, και σαν σημάδι της επιτυχημένης του απόφασης να ερωτευτεί εκείνη (δεν ήταν ακριβώς απόφαση βέβαια, δεν επεδίωξε ποτέ να του συμβεί αυτό), στάθηκε ο καρπός τους, δηλαδή η κόρη του κυρίου Κάφκα, ένα πλάσμα εξαίσιο. Ο κύριος Κάφκα σκέφτηκε πολλές φορές να μιλήσει στην κόρη του, για θέματα γενικού περιερχομένου, αλλά ποτέ δεν τα κατάφερε. Δεν θα έλεγα πως δεν ήθελε αρκετά, θα επικαλεστώ το «δεν μπορούσε». Δεν ήταν ποτισμένος με πηγαία απογοήτευση από την -απροσδιορίστου μετρητή πληρότητος- ζωή του, αλλά είναι αλήθεια πως μια -εντελώς προσδιορισμένη- θλίψη τον κατέβαλλε από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα. Και μιας και τον γνώρισα αρκετά παλιά, θα συμπεράνω αυθαίρετα πως αυτό του συνέβαινε πολύ καιρό πριν έρθει η στιγμή αυτή, ίσως και από πάντα. Και δεν είναι πως δεν του αρέσει να μιλάει για αυτό, και τον πιάνει μια σκοτείνια όταν του το αναφέρουν. Απλά δεν τον ρώτησα ποτέ μου. Η κόρη του κυρίου Κάφκα μπλέχτηκε πρόσφατα σε μια περιπέτεια. Οι περιπέτειες ήταν δύο, αλλά μιας και μοιάζουν, τις βάζω κάτω από ένα κοινό σύνολο με τα κοινά χαρακτηριστικά του, και το πόρισμα λέει : μία μεγάλη περιπέτεια. Η κόρη του κυρίου Κάφκα έπεσε θύμα βιασμού. Και όχι μία φορά, αλλά δύο. Αυτή ηταν η μεγάλη της περιπέτεια. Συγχωρέστε μου που δεν έχω πολύ χαρτί να συνεχίσω, καθώς οι λεπτομέρειες της κάθε περίπτωσης είναι αρκετές, και είναι αλήθεια πως τα ψυχογραφήματα των ενόχων είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Μετά το τέλος του δεύτερου δικαστηρίου, η κόρη του κυρίου Κάφκα τιναζόταν το ίδιο απότομα είτε το φανάρι ήταν πράσινο, είτε κόκκινο. Για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου δεν ήξερε τι να κάνει σε καμία από τις δύο περιπτώσεις, σαν να έκλεινε τελείως το μυαλό της. Και ο κύριος Κάφκα, αν φοβόταν μια ζωή να μιλήσει στην κόρη του κυρίου Κάφκα, τώρα δεν το φοβόταν απλώς, το έτρεμε. Ο πρώτος θύτης του βιασμού, είχε όνομα. Και ο δεύτερος είχε, αλλά θα είμαι διακριτικός και δεν θα τα αναφέρω. Ο πρώτος από αυτούς λοιπόν, ας πούμε ο κύριος Ένα, επικαλέστηκε λάθη, διακήρυξε την αθωότητά του, έφερε δεκαπέντε μάρτυρες που του χάριζαν ισχυρό άλλοθι, έκλαψε, εκμεταλλεύτηκε συναισθηματικά το ακροατήριο, και κέρδισε τη δίκη διότι το μόνο που υπήρχε εναντίον του, ήταν η μαρτυρία της κόρης του κυρίου Κάφκα, που αν και φορούσε μεγάλα αντιπαθητικά γυαλιά από τα παιδικά της χρόνια, ήξερε καλά τι έβλεπε. Ο κύριος Ένα, ήταν ένας αθώος στα μάτια του κόσμου, και με τα χρόνια έφυγε τελείως και η τελευταία διστακτική καχυποψία από τα μάτια αυτά του κόσμου, διότι εμφανίστηκε ως από μηχανής θεός ο κύριος Δύο. Ο κύριος Κάφκα είχε αποκτήσει εκείνα τα χρόνια ένα λευκό χρώμα, που όσο και αν προσπαθούσε, που φυσικά δεν προσπαθούσε, εκείνο δεν θα έφευγε. Το δικαστήριο ήταν έτοιμο να αθωώσει πανηγυρικά τον κύριο Δύο, αλλά εκείνος, ο κύριος Δύο, πείτε τον τρελό ή ειλικρινή, ή και τα δύο, ομολόγησε το έγκλημά του, δεν μετανόησε, είπε πως τα ανθρώπινα λάθη είναι κυκλικά, πως επανερχόμαστε σε αυτά με μαθηματική ακρίβεια, και πως αν, κάπως, κάπου, κάποτε, ξαναπετύχαινε στον σκοτεινό δρόμο την κόρη του κυρίου Κάφκα, θα την ξαναβίαζε χωρίς δισταγμό. Η κόρη του κυρίου Κάφκα, δεν άκουσε ποτέ, ούτε μια λέξη από τον κύριο Κάφκα. Δεν ήταν το σοβαρότερο πρόβλημά της αυτό, ειδικά στην συγκεκριμένη φάση, αλλά η λογοτεχνική υφή που στρώνει τα λόγια του επιλόγου, επιβάλλει μελαγχολική αναφορά σε μια κατάσταση που (θα) συνέβαινε από τότε και στο εξής, είτε δεν θα συνέβαινε ποτέ. Ο κύριος Κάφκα, σκέφτηκε πως ο κύριος Δύο ήταν πολύ πιο ανθρώπινος από τον κύριο Ένα. Αλλά ήταν αλήθεια, πως στον κόσμο του, είχαν τελειώσει πια οι αντοχές για τις δικαιολογίες.

temporarily misplaced

•13 Ιουνίου, 2009 • Σχολιάστε

so you say, the world is lonely… you are lost


Entre les dérapages
Entre les lignes d’orages
Entre temps entre nous
Et entre chien et loup
Au maximum du voltage
A peine est passé le message
Au fil du rasoir

Θα έπρεπε να υπάρχει περισσότερη όρεξη.

Préliminaires

•12 Ιουνίου, 2009 • Σχολιάστε

«Ι want to go to the Beach, i don’t care if it’s decadent» μας τραγουδάει στο νέο του album ο Iggy Pop, και έχει δίκιο ο κωλόγερος. Κάθομαι, το χω κάνει cd-r, βράδυ τώρα, και ακούω ένα πατρικό «ο μαλάκας ο Iggy Pop είναι αυτός;». «Αυτός είναι, πατέρα» λέω σχεδόν απολογητικά. Νιώθω έτοιμος να τις φάω. Σχεδόν. Αλλά παίρνω τα πάνω μου. «Γιατί, τι πρόβλημα υπάρχει;;;». «Πως τον ακούς αυτόν τον παλιάτσο;», με ρωτάει, και είμαι δεκατεσσάρων-δεκαπέντε και με πιάνουν με το πρώτο μου τσιγάρο. «Εε, ωραίος είναι». «Μαλάκας είναι. Τόσα πράγματα βγήκαν στα 60’s-70’s, σιγά μην ακούγαμε τον μαλάκα τότε.». «Μα οι Stooges ήταν ξερωγώ πιο επιδραστικοί και από τον Hendrix». «Παπάρια ήταν», και απότομη λήξη της κουβέντας. Τον καταλαβαίνω και λίγο, καθώς λίγο πριν είχα δει μερικά πρόσφατα live του Iggy Pop, και χαίρομαι ιδιαιτέρως που δεν είχα φάει για βράδυ. Κωλόγερο τον είπα πριν; Κωλόγρια έπρεπε να τον πω, και το θέμα θα τελείωνε εδώ. Αν αρκούσε το να δεις κάποιους ανθρώπους για να τους απορρίψεις για το σύνολο των ενεργειών που ακολουθούν της αναπνοής τους, δεν νομίζω να είχα ακούσει ποτέ τη μουσική του Iggy Pop. Δείτε ας πούμε το εξώφυλλο του «Avenue B». Το συνεχίζεις το θέμα;

Τελοσπάντων το συνεχίζεις, καθώς ο εξηνταδυάρης Iggy Pop κυκλοφόρησε ένα album, το «Préliminaires», τώρα πριν μια βδομάδα βγήκε, δεν ξέρω αν έχει έρθει στα δισκοπωλεία, αλλά τελοσπάντων εδώ και ένα άλφα χρονικό διάστημα έχει έρθει στην κατοχή μου. Λοιπόν, αυτό το album δεν είναι το σύνηθες album που θα περίμενε κανείς από τον Iggy Pop (αρνούμαι να πω «…από τον Iggy» σκέτο). Διότι εδώ δεν έχουμε άλλο ένα rock album ενός rock star με λαμπρή παρελθοντική καριέρα, που ψιλοψοφάει στα 80’s, που συντηρεί το μύθο του στα 90’s με μέτρια albums, που επανέρχεται στα late 00’s με κάποιο άλλο μέτριο τέτοιο, αλλά ο Τύπος παραληρεί και ο rock star μας συνεχίζει να πλουτίζει από τις sold out «είχε να παίξει αυτό το κομμάτι από το 1982» συναυλίες του. Το «Préliminaires» δεν είναι καν rock album, είναι ένα pop album, με εμφανέστατες και απροκάλυπτες jazz επιρροές, που διαρκεί ακριβώς τα 36 λεπτά που χρειάζεται για να το μάθεις απέξω. Το έχω μάθει. Και αυτό που με κερδίζει, είναι πως εδώ υπάρχουν μουσικές πολύ όμορφες για να περάσουν στο έτσι, όπως στο έτσι αρμόζει να αφήνουμε πίσω μας εκείνα τα χιλιάδες μετριότατα albums των παλιών rock stars που έκαναν το ένα και το άλλο, στις ανάλογες δεκαετίες τους. Και αυτό διότι εδώ υπάρχει καλλιτεχνικό όραμα, υπάρχει η παράσταση σε ένα cabaret, η jazz του Louis Armstrong, υπάρχουν συνθέσεις και φωνητικές γραμμές που ουρλιάζουν Tom Waits (αν και τέτοια φωνή δεν θα αποκτήσει ποτέ ο Iggy Pop), υπάρχει μια ξεκάθαρη Serge Gainsbourg αισθητική, σε αυτό το τελευταίο βοηθάει πολύ και η γαλλική γλώσσα αρκετών τραγουδιών, και αυτό το «Préliminaires» το βοηθάει πολύ στα αυτιά μου το γεγονός πως θεωρώ τον Gainsbourg καλλιτέχνη υψηλότατης αισθητικής για να μην θαμπωθώ δειλά ακόμα και από μια rock κωλόγρια που είπε στα γεράματα να φτιάξει δισκάρα. Μεγάλη πρόταση η προηγούμενη, αναπνεύστε, θα βάζω πιο συχνά τελείες από εδώ και πέρα. Στο album συμμετέχει με τον τρόπο της και η Marjane Satrapi, την ξέρετε από το Persepolis που αγαπήσατε, όπου εδώ επιμελείται το εξώφυλλο και το λοιπό artwork. Αφού δεν συμμετείχε και η Carla Bruni για κάποιο international ντουέτο να γράφουν οι φυλλάδες, πάλι καλά να λέμε.

το εξώφυλλο

το εξώφυλλο

«Préliminaires» σημαίνει «προκαταρκτικά» αν έχω καταλάβει καλά. Δεν ξέρω τι εννοεί ο Iggy Pop βαφτίζοντας «προκαταρκτικά» το διακοσιοστό album του. Το σημαντικό (και περίεργο) είναι πως κατάφερε να με κάνει να είμαι περίεργος για αυτό.

Ένα άλλο δυνατό (για μένα) σημείο του album, είναι πως ο Iggy Pop επέλεξε να διασκευάσει το κλασικό τραγούδι «Les feuilles mortes», στα γαλλικά αυτό σημαίνει «The Dead Leaves», και το τραγούδι έχει γίνει γνωστό εκτός Γαλλίας ως «Autumn Leaves». To «Autumn Leaves» είναι από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Το έχει πει η Edith Piaf. Το έχει πει ο Nat King Cole, απίστευτη εκτέλεση Nat King Cole. Το έχουν remix-άρει οι Coldcut, αυτό να το ακούσετε οπωσδήποτε, με προσοχή όμως, κινδυνεύει η συναισθηματική σας ακεραιότητα. Εγώ ακόμα δεν έχω ξεπεράσει τον κίνδυνο. Πιο πολύ από αυτά όμως, το διασκεύασε η Diamanda Galas στο «Guilty! Guilty! Guilty!» και το ανέβασε στα επίπεδα που μόνο μια Diamanda Galas ξέρει να ανεβάζει κομμάτια. Το ξέσπασμά της σε ένα σημείο και μετά, tears my soul, πως το λένε. Δεν θα μιλήσω άλλο για εκείνη όμως, το έχω κάνει αρκετά στο παρελθόν, και σίγουρα θα το κάνω και στο μέλλον. Εδώ μιλάω για τον Iggy Pop, και το νέο εξαιρετικό album του. Διασκεύασε το «Les feuilles mortes» στην γαλλική, και αυτό είναι ένα ωραίο κόλπο, διότι ταιριάζει απόλυτα με τo πνεύμα του υπόλοιπου «Préliminaires».

Το οποίο «Préliminaires» είναι μια από τις πλέον ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς, εγώ και η Error Flynn συμφωνάμε, οι άλλοι δύο δεν ξέρω, ο ένας υποσχέθηκε να ακούσει, ο άλλος ως συνήθως γκρινιάζει, αλλά θα του αρέσει, δεν παίζει. Ι want to go to the beach. Αλλά έχω διάβασμα. Και εδώ βάζω την τελεία που (με τη σειρά μου) υποσχέθηκα πριν.

times they are a changing

•11 Ιουνίου, 2009 • 1 σχόλιο

Ακολουθεί υπερ-κλισαρισμένη παρατήρηση, αλλά πόσο απίστευτα γρήγορα περνάνε αυτά τα καταραμένα τα χρόνια. Γυρίζοντας σήμερα από υπερβολικά ζεστό καφέ, πέτυχα λίγο πριν το σπίτι μου τον αδερφό ενός παλιού φίλου από το σχολείο (σημειωση για τη συνέχεια: είναι 4-5 χρόνια μικρότερος). Είχα να τον δω και να μιλήσουμε μπόλικα χρόνια και μετά από μια σύντομη ανταλλαγή νέων, έμαθα ότι εδώ και 2,5 χρόνια έχει μπει στο στρατό (υποθέτω ως ΕΠΟΠ), πλέον τον μισό+ χρόνο βρίσκεται τοποθετημένος στο Αφγανιστάν (υπήρξε και σύντομη περιγραφή της κατάστασης εκεί) και είναι αρραβωνιασμένος με ένα παιδάκι 69 ημερών (να του ζήσει!) και σχεδιάζει το αρκετά πολύπλοκο γενικότερο μέλλον (σε εμπόλεμες και μη ζώνες). Δεν θα εξετάσω το θέμα των επιλογών, αυτές είναι υπόθεση του καθενός, αλλά αυτό που σκεφτόμουν όσο μιλούσαμε και ακόμα και μετά όσο περπατούσα στο σπίτι είναι πόσο διαφορετικές έχουν καταλήξει η ζωές μας. Για να πω την αλήθεια, στα 27 μου δεν νιώθω και τόσο διαφορετικά πια από ό,τι στα 21-22 μου. Οκει, βγάζω λεφτά, έχουν αλλάξει κάποιες απόψεις και η αντιμετώπιση αρκετών πραγμάτων, αλλά ουσιαστικά παραμένω λίγο πολύ ο ίδιος που έτρεχε στα καλοκαιρινά φεστιβάλ (ό,τι ετοιμαζόμαστε να κάνουμε και τώρα δηλαδή!!), ενώ απολαμβάνω με την ίδια χαρά τριήμερα καψιμάτων σε χωριά και κωμοπόλεις. Και προβληματίζομαι ακόμα σοβαρά για το αν κάποιος μπορεί να θέλει πραγματικά κάποια στιγμή να ακούει Tom Waits και να μη νιώθει τίποτα, αρκετά σοβαρά ώστε να φάω ώρα να το συζητάω.

Αναρωτιέμαι πως νιώθουν όλοι αυτοί που κοιτάνε τον εαυτό τους πριν μια πενταετία και δυσκολεύονται να τον αναγνωρίσουν, αν τρομάζουν από το γεγονός ή αν θεωρούν ότι έχουν πετύχει κάτι σημαντικό. Αναρωτιέμαι τι σκέφτονται όταν ακούν αυτά που άκουγαν πριν μια πενταετία (αν το κάνουν ακόμα). Εγώ σίγουρα σκέφτομαι πάντα πολύ ώρα τι το έχει αλλάξει όταν ακούω κάτι που άκουγα πριν μια πενταετία. Είτε έχει αλλάξει η αντιμετώπισή μου, είτε όχι. Γι’ αυτό συνεχίζει να είναι ενδιαφέρουσα η όλη κατάσταση. Ειλικρινά, δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό το ότι δεν νιώθω διαφορετικός σε σχέση με τον εαυτό μου παλιότερα. Μάλλον είναι από τις φυσικές διεργασίες του σύμπαντός μας.

Είχα να το ακούσω μια πενταετία. Ίσως και παραπάνω. Το σχέδιο λέει ότι πάρα πολλά πράγματα θα ξεθαφτούν στην ΜΑ (Μεγάλη Αναδιοργάνωση) που θα ακολουθήσει την μετακόμιση και την αγορά καινούριου στερεοφωνικού. Είμαι σχεδόν σίγουρος οτι θα γραφτούν πολλά posts που θα έχουν να κάνουν με αυτές τις ακροάσεις, καθώς έχει να ξεσκονιστεί τεράστιος αριθμός δίσκων. Ανυπομονώ. Δεν ξέρω αν ανυπομονούν οι υπόλοιποι. Ακόμα θυμάμαι πεντακάθαρα τη μέρα που το αγόρασα. Και ακόμα ανατριχιάζω ενθυμούμενος την πρώτη ακρόαση.

too old to rock ‘n’ roll?

•9 Ιουνίου, 2009 • 1 σχόλιο

Συζητώντας για το πότε θα πάρουμε εισιτήρια για το φετινό Synch, αφού ως σωστά οργανωμένα παιδιά ακόμα δεν έχουμε ξεκουβαλήσει (ας οψονται οι υποχρεώσεις), πιάσαμε το πρωί με το Μάνο να χαζεύουμε το πρόγραμμα του πρώτου διήμερου το φεστιβάλ. Από όσο θυμάμαι από το προπέρσινο φεστιβάλ, οι εκδηλώσεις ξεκινούσαν κάθε μέρα κατά τις 5 περίπου (ίσως και νωρίτερα) και οι πάμπολλοι καλλιτέχνες που παρέλαυναν τελείωναν σιγά σιγά κατά τις 2 (αν και τα dj sets κράταγαν και περισσότερο).

Φέτος λοιπόν είδαμε ότι και στις δυο μέρες το πρώτο όνομα βγαίνει περίπου στις 20:30, με τα μεγάλα ονόματα (πείτε τους και headliners) να ξεκινούν από τις 23:00-23:30, μέχρι και τις 3 παρά (ο Fennesz το Σάββατο). Τα τελευταία ονόματα δε του φεστιβάλ φτάνουν να βγαίνουν κατά τις 04:30 το πρωί. Καλή η αίσθηση του party και του ολονύχτιου και δεν ξερω γω τι άλλο, αλλά ρε παιδάκι μου, είναι Παρασκευή, ένα μεγάλο ποσοστό του κόσμου θα έρχεται κατευθείαν από τις δουλειές και περιμένεις σοβαρά ότι θα κάτσουν μέχρι το τέλος να δουν τα πάντα; Η αλήθεια είναι ότι θέλω να δω τα πάντα ή τουλάχιστον όσα θα προλάβω αφού θα παίζουν 2-3 ονόματα συγχρόνως αλλά για να είμαι ειλικρινής το βλέπω αρκετά χλωμό να αντέξω μέχρι τις 4:15 για να δω τους Family Battle Snake. Θα ήθελα πραγματικά να ξέρω με ποια λογική τραβάς τόσο πίσω ολόκληρο το φεστιβάλ, ειδικά όταν σκοπεύεις στο να ρθουν παραπάνω απο μια μέρες οι θεατές.

Φυσικά δέχομαι ότι υπάρχει η πιθανότητα να γκρινιάζω υπερβολικά και τσάμπα και απλά να έχω γίνει ένας γερο-παράξενος και ότι στο τέλος θα ευγνωμονούμε το γεγονός ότι δεν φάμε όλη τη ζέστη κατακέφαλα. Θα μάθουμε σε 3 μέρες. Το σίγουρο είναι ότι θα δούμε πολλή μουσική.

φάση #2

•9 Ιουνίου, 2009 • 1 σχόλιο

living violently lazy days
in a deadlock daze

the air is thin but we keep climbing

•7 Ιουνίου, 2009 • Σχολιάστε

Πιστεύω ακράδαντα ότι ένα από τα κυριότερα σημάδια που μπαίνουν κάθε τόσο στο ημερολόγιο αυτού του blog, είναι η σχέση του με τα έργα και τις ημέρες του Peter Hammill (αυτό κυρίως φυσικά έχει να κάνει με μένα, οι υπόλοιποι τρεις αν και είμαι σίγουρος οτι τον συμπαθούν, δεν το έχουν ανάμεσα στους καλλιτέχνες που ψάχνουν μέρα παρά μέρα να δουν αν βγάζει τίποτα καινούριο). Τριά χρόνια πέρασαν κιόλας από το «Singularity» και ένα από το «Trisector». Αυτά τα δυο album υπήρξαν και οι βασικοί σταθμοί στις αναφορές εδώ για τον Hammill, αν και σε μικρότερο εύρος είναι αρκετές οι φορές που θα συναντήσει κάποιος το όνομά του εδώ γύρω.

Αν και πάντα ήταν από τους πλέον εργατικούς, ακροβατώντας ανάμεσα στους Van Der Graaf Generator και στα solo album του, τα τελευταία χρόνια συνεχίζει με τους ίδιους (αν όχι μεγαλύτερους) ρυθμούς, παρά τα 61 χρόνια του και τις διάφορες περιπέτειες που φέρνουν αυτά μαζί τους. Καινούριος δίσκος φέτος με το όνομα «Thin Air». Ακόμα πιο ήσυχος και από το «Singularity». Παρά το γεγονός ότι στο «Trisector» τα έδιναν όλα σαν group, οι τελευταίες του προσωπικές δουλειές μοιάζουν να είναι πολύ χαμηλών τόνων. Το καλό είναι ότι δεν ακούγεται ως δείγμα κούρασης, περισσότερο ως συνειδητή επιλογή είτε γιατί αναγνωρίζει ότι η ηλικία έχει φέρει αλλαγές, είτε γιατί θέλει να ακούγεται πιο intimate. Μουσικά ο δίσκος κινείται σε πολύ απλές φόρμες και ακόμα πιο απλές ενορχηστρώσεις. Εξάλλου και σε κάθε τραγούδι, τα όργανα που συμμετέχουν ποτέ δεν είναι πολλά και ποτέ δεν επιδιώκουν να φωνάξουν. Σχεδόν σε όλα, ο Hammill δημιουργεί μια κεντρική μελωδία για την φωνή του και σκηνοθετεί την μουσική στο ρόλο του συζητητή που περισσότερο ακούει παρά μιλάει. Η φωνή φυσικά παραμένει σχεδόν αναλλοίωτη και εξίσου μεγαλειώδης με το παρελθόν (κοντινό και μακρινό). Παραμένει εντυπωσιακό το γεγονός ότι οι VDGG και οι προσωπικές τους δουλειές έχουν πολλά κοινα σημεία αναφορά, αλλά διατηρούν έναν απόλυτα ξεχωριστό χαρακτήρα. Σε αντίθεση με πολλούς καλλιτέχνες, των οποίων οι σόλο δουλειές είναι αναμασήματα των συγκροτημάτων τους.

Το album μόλις κυκλοφόρησε και φυσικά δεν έχω προλάβει να το αφομοιώσω ακόμα, αν και τις τελευταίες μέρες διεκδικεί τη μερίδα του λέοντος στο τι παίζει στο σπίτι. Προσωπικό αγαπημένο μέχρι στιγμής το «Diminished». Πόσο εκπληκτική μουσική θα έβγαινε αν υπήρχε μια πιο εκτενής συνεργασία ανάμεσα στον Fripp και τον Hammill (κάτι που περιορίστηκε σε μερικά τραγούδια στο «Exposure» του πρώτου);

and sink like polished stones

•5 Ιουνίου, 2009 • 3 Σχόλια

Υπάρχουν βασικά δυο κατηγορίες t-shirts. Τα «καλά» και τα «κακά». Τα καλά τα φορούμε όταν πάμε για μια μπύρα στην Ίντριγκα, στο σινεμά, στην τάδε συναυλία στο ΑΝ, όταν τέλος πάντων θέλουμε να δείξουμε ότι είμαστε οκέι τυπάκια. Τα «κακά» τα φορούμε όταν δε μας νοιάζει και τόσο. Στην ερημική παραλία που πάμε με τον κολλητό μας να αράξουμε, τα μεσημέρια που λιώνουμε από τη ζέστη σπίτι μας, το βράδυ για να ξαπλώσουμε. Είναι αλήθεια ότι είναι κάπως αυθαίρετος αυτός ο διαχωρισμός, ειδικά τώρα που τον βλέπω και γραμμένο αλλά ας πούμε ότι ισχύει.

Σήμερα το πρωί σηκώθηκα, πλύθηκα, ντύθηκα και μου έκαμα ένα σύντομο καφέ για να σκοτώσω τα λίγα λεπτά που μου απέμεναν μέχρι να φύγω. Εκείνα τα κρίσιμα λίγα λεπτά λοιπόν παρατήρησα την μπλούζα που φορούσα όταν κοιμόμουν και που πολύ προσεκτικά είχα τοποθετήσει στο άψογα τακτοποιημένο κρεβάτι, στην κάτω μεριά του, κάπως όπως να ‘ναι, να είμαι ειλικρινής. Ήταν, υπολογίζω τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, το πρώτο μπλουζάκι που αγόρασα ποτέ από συναυλία. Έφερε αριστερά, στο ύψος του ιδιαιτέρως διακριτικού στήθους μου το παλιό σήμα του Rockwave και έγραφε από κάτω «13-16 July 1998». Είχε Τρύπες και πέτρες στον Αγγελάκα, είχε Moby και Paranoid και καπάκι Roots Bloody Roots αγκαλιά με παιδάκια και παππούληδες, είχε Cave, είχε και Weeping Song; Δεν είμαι σίγουρος. Ε κάτι τέτοια πρωί πρωί δε γίνεται να μη σου φτιάξουν το κέφι.

Το καλοκαίρι του 1998 ήταν ένα πολύ όμορφο καλοκαίρι με τις βόλτες και τα κόλπα του αλλά ήταν και έντεκα χρόνια πίσω. Πράγμα που σημαίνει ότι πολλά πράγματα δε γίνεται να τα θυμάμαι ακριβώς όπως έγιναν ή ήταν, όχι ότι αυτό είναι απαραίτητα κακό βέβαια. Είχαμε λοιπόν τότε διάφορες μόδες στο σχολείο, μία εκ των οποίων ήταν τα Τετράδια. Τα Τετράδια ήταν μια Μαλακία, κακά τα ψέματα. Υπήρξαμε όμως και εμείς Μαλάκες, κακά τα ψέματα επίσης. Είχαν όλα τα κοριτσάκια άγχος ότι όλες αυτές οι υπέροχες φιλίες θα χαθούνε στη λήθη του χρόνου και κρίμα είναι αλλά τη βρήκαν τελικώς την άκρη! Θα πάρουμε ένα τετράδιο και θα το δώνουμε σε όλους τους συμμαθητές μας και θα γράφουν ό,τι τους κατέβει στο μυαλό και αυτομάτως θα μετατραπεί σε Τετράδιο και θα το κοιτούμε στα σαράντα μας και θα γελάμε συγκινημένοι. Εννοείται ότι το παίζαμε ούμπερκουλ και άνετοι τύποι που δε μας ένοιαζε και σιγά καλέ, δεν τρέχει τίποτα και τα ρέστα. Εννοείται επίσης ότι είχα γράψει περίπου σε όλα. Είπαμε, Μαλάκες.

Με κάποιο περίεργο τρόπο ένα τέτοιο Τετράδιο είναι σπίτι μου. Ανήκε στην τότε κοπέλα ενός φίλου μου και μα τω θεούλη και την παναγίτσα και όλους τους αποστόλους δεν έχω ιδέα πως βρέθηκε εδώ. Από τα μεγαλύτερα σοκ που έχω νοιώσει ποτέ μου όταν πριν λίγα χρόνια το ανακάλυψα σε ένα συρτάρι. Είχαμε γράψει εκεί με το φίλο μου το Νίκο τους πέντε καλύτερους δίσκους του 1998. Είχα βάλει το Yield (προφανώς), το Adore, το Mezzanine, το ντεμπούτο των Queens of the Stone Age και το f#a#oo που μου κάνει τρομερή εντύπωση γιατί νόμιζα ότι τους Gy!BE τους έμαθα αργότερα. Ίσως το έβαλα για να ψαρώσω κανένα γκομενάκι φυσικά, είναι πιθανό. Βέβαια πιο κάτω γράφουμε ότι τα καλύτερα κομμάτια ήταν το Gotta Go των Agnostic Front και το Futureal των Maiden οπότε όποιο γκομενάκι ψάρωσε πριν κάπου εδώ μας έχει παρατήσει γελώντας μέχρι δακρύων. Στο τέλος λοιπόν της δικής μας συνεισφοράς έχουμε γράψει κάτι στίχους των Mercury Rev οι οποίοι το 1998 κυκλοφόρησαν το Deserter’s songs. Που λυπάμαι που δεν το είχα βάλει σε εκείνη την πεντάδα, αλλά σπάνια λείπουν από τέτοιου τύπου πεντάδες πράγματα για τα οποία μετά από χρόνια απορείς/διαφωνείς/ταράζεσαι. Τέλος πάντων.

Ήταν το τέταρτο άλμπουμ τους, με τα προηγούμενα τρία δεν είχαμε πολλά-πολλά, κάτι ανάλογο και με τα επόμενα. Αλλά με το Deserter’s songs υπήρχε ένα ζήτημα, μια σχέση, ένα αίσθημα. Στο μυαλό μου ο δίσκος αυτός παρέα με άλλους τρεις τέσσερις που δε θέλω και δεν μπορώ να ονοματίσω αυτή τη στιγμή αλλά το κρατάω για μια δύσκολη ώρα, ο δίσκος αυτός λοιπόν ορίζει την Καλή Ποπ. Απλή και ωραία, με ορισμένες από τις ομορφότερες μελωδικές γραμμές που γράφτηκαν την περασμένη δεκαετία. Φαίνεται απλή βέβαια, εδώ έχουμε ορισμένα τρομερά μέρη που μόνο απλά δεν τα λες. Καταπληκτικές ενορχηστρώσεις, τρομερές ιδέες, τα πάντα μπορούν να περιγραφούν αν δίπλα τους βάλουμε ένα θετικό επιθετικό (. . .) προσδιορισμό. Στα χρόνια του λυκείου θυμάμαι πόσο εντύπωση μου είχε κάνει που για πρώτη φορά είχα κάπου διαβάσει μια απίστευτη κουλ εξυπνάδα για ένα δίσκο και την είχα καταλάβει. Και τι εννοούσε δηλαδή ο τύπος και γιατί το έλεγε. Έγραψε λοιπόν κάποιος, αν δεν κάνω μεγάλο λάθος στο Ποπ+Ροκ, όχι επειδή το θυμάμαι αλλά επειδή σπάνια έπεφτε στα χέρια μου τότε και κανένα άλλο περιοδικό, ότι σε μια περίοδο που όλοι προσπαθούν να αποδείξουν πόσο βρετανοί είναι, με το DS οι MR βγάζουν έναν κλασικό αμερικάνικο δίσκο. Συμφώνησα και συμφωνώ.

Το καινούριο single των Anal Cunt λέγεται «Έχεις μπλουζάκι που γράφει Πέτρος Θεοτοκάτος από πίσω» και κυκλοφορεί με b-side το «Και δεν ντρέπεσαι να το μοιραστείς με τον κοσμάκη ξερωγω». Έχει ληκάρει, να ‘χετε το νου σας.

ay, ay ay ay

•4 Ιουνίου, 2009 • Σχολιάστε

Ίδιος θεματικός πυρήνας σε σερί δημοσίευση είναι too much για να μη θεωρηθώ κολλημένος. Για να γλιτώσω, θα κάνω ένα κόλπο. Πρώτα θα ανάψω ένα τσιγάρο, και μετά θα κάνω το κόλπο. Άμα είσαι κολπατζής ξέρεις από αυτά. Σήμερα ξεκίνησε μια μέρα, από εκείνες που θες να περάσουν γρήγορα, γιατί αν δεν το κάνουν, θα αναγκαστείς να τις γεμίσεις με ανάλατες υποχρεώσεις, κάτι το οποίο ενδέχεται να μη σε εξιτάρει σαν project. Όχι πως αυτές οι μέρες έχουν κάτι το ιδιαίτερο, δεν είναι σαν τις αρρωστημένες σαββατοκυριακοδευτέρες σας, απλώς είναι οι μέρες που δεν θα θυμάσαι στα γεράματά σου. Εκτός αν είσαι στα τελευταία σου και δεν μας το είπες. Και είναι η αλήθεια πως είμαι τόσο κόλπερμαν (αυτός που κάνει κόλπα), που αμέλησα με έντεχνο τρόπο να σας πω το κόλπο. Λοιπόν, θέλω να ξαναμιλήσω για το «Take this Waltz» του Leonard Cohen, γιατί παρότι τα λέει όλα μόνο του, έχω την ανάγκη να πω την δική μου ιστορία για το τι συμβαίνει όταν ακούω τέτοια τραγούδια, κάποιες μέρες που θέλω επειγόντως να εξαφανίζονται. Και δεν είναι αντιφατικό αυτό. Ούτε κόλπο, εδώ που τα λέμε. Αν ήταν μια μέρα από αυτές που θα ήθελα εναγωνίως να διατηρήσω, μάλλον θα βρισκόμουν σε μια σωστή παραλία, σε ωραίες συνθήκες, και τα ηχεία θα έπαιζαν το «Come Together» και το «Loaded» των -παραδόξως- επίκαιρων Primal Scream. Αλλά μόλις επέστρεψα στο εμεσέν, και σήμερα είναι μία από τις ημέρες που θέλω να εξαφανιστούν από προσώπου γής, ξου. Ξου.

Λοιπόν, το clue είναι το εξής. Συζητούσα πριν λίγο στην εν λόγω συσκευή κοινωνικοποίησης, για το ποιές είναι οι καλύτερες εκτελέσεις του «First We Take Manhattan». Προφανώς ακούστηκαν τόσο οι REM, o Joe Cocker (βλέπε από κάτω ιστορία) και ξερωγώ οι Dead Raven Choir. Και ειδικά η εκτέλεση των REΜ τσακίζει ομολογουμένως τα κόκκαλα που απαιτούνται, αλλά με τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη, και επαγωγικά τις διασκευές σε αυτόν, επικρατεί μια άδικη, εφαρμοσμένη Αδίστακτη ομοιογένεια : Λείπει πάντα ένα χαρακτηριστικό, από όλους, που θα μένουν να κοιτάνε από κάτω προς τα πάνω και να πετάνε μπαλόνια στον ουρανό, να δουν μέχρι που θα μπορούν να τα βλέπουν.

Είναι το εξής. Το ουσιαστικό opus magnum της τραγουδιστικής ιδιότητος του ανθρώπου Leonard Cohen : Είναι ο τρόπος που προφέρει τραγουδώντας την λέξη «violin». Αυτό. Και ας είναι απλό, και ας είμαι εγώ ο ρηχός, μυαλό έχετε, αισθήσεις έχετε, ρίχτε το σε μένα. Αλλά αυτό είναι : Ο τρόπος που τραγουδάει τη λέξη «Violin». Είτε στο «First we Take Manhattan», είτε στο παρακάτω «Take this Waltz». Εκεί που λέει «my cheap violin and my cross», αυτός είναι ο τραγουδιστής Leonard Cohen : Δεν τραγουδάει με συνοδεία βιολιά. Δεν τραγουδάει για κάποια βιολιά. Τραγουδάει «βιολί». «Βαϊολίν».

Για τον ποιητή Leonard Cohen, θα ξαναμιλήσουμε άλλη μέρα.

Και κατέβα πίσω από τα βουνά καμιά ώρα ρε κερατά, εντάξει, φώτισες, τι άλλο θες.

Παιδιά..

•4 Ιουνίου, 2009 • Σχολιάστε

Δεν παν καλά τα πράγματα. Πώς θα γίνει; Τί θα κάνουμε;

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε