up to you now

•29 Ιουλίου, 2009 • Σχολιάστε

You can run away from home
but you can’t run away from your pain.
Now I sit, here alone
as I place someone else to blame.

It’s up to you now.
It’s up to you now.
Don’t want to be your broken dream
We’ve run out of fate somehow.
And it’s up to you now.

I have to hide from my own face
now that we have fallen from grace.
Arms that hold you close
are the arms that hold you back.
While your world is under attack.

It’s up to you now.
It’s up to you now.
Don’t want to be your broken dream
We’ve run out of things somehow.
And it’s up to you now.

I stumbled to your altar
with my knees bent my head bound
And it’s up to you now.

There’s no sound louder than war.
and we don’t have to borrow anymore.
You wrote a list
with all your demands
and you nailed it to both of my hands.

And its up to you now.
Oh its up to you now.

My fist is full of ashes
And my blood is in the ground.
So it’s up to you now. Yes it’s up, its up to you now.

…λέει ο ποιητής. Εμείς συμφωνούμε.

our own wolf?

•28 Ιουλίου, 2009 • 1 σχόλιο

Το tribute που χε βγάλει η Aspherical Asphyxia για τους Ulver πριν ένα-δυο χρόνια δεν είχα μαζέψει το κουράγιο να το ακούσω. Το φοβόμουν αρκετά και μου θύμιζε την απόπειρα της Black Lotus για τους Dead Can Dance (η οποία για να πω την αλήθεια ήταν αρκούντως συμπαθητική γενικά), χαζεύοντας την μισή ανατολικοευρωπαϊκή (black) metal σκηνή να συμμετέχει, έχοντας ως κράχτες μόνο τον Aidan Baker και τον Zweizz. Όσο και αν επιμένει να με κράζει ο Μανώλης πάντως, εγώ αυτούς τους συντρόφους black metal-άδες γενικά τους αγαπάω, αν και ξέρω πόσο εύκολα καταφεύγουν σε τσιρκο-ειδή πανηγύρια. Εντάξει δεν περίμενα και πάρα πολλά, δεδομένης της διαφοράς ανάμεσα στα ειδικά βάρη των πρωτότυπων και στα αντίστοιχα των συγκροτημάτων που συμμετείχαν. Εξάλλου και στο «1st Decade In The Machines» χρειάστηκε να μαζέψουν κόσμο και κοσμάκη για να βγεί το εκπληκτικό αποτέλεσμα που βγήκε.

Το καλό είναι ότι ακούγοντας το «My Own Wolf», πολύ λίγες φορές τράβηξα τα μαλλιά μου (που δεν είναι και πολλά) από την απελπισία. Οι περισσότεροι (αν οχι όλοι) οι συμμετέχοντες επιδεικνύουν ότι διαθέτουν το γνώθι σαυτόν και αντιμετωπίζουν τα κομμάτια συγκρατημένα (ίσως και λίγο φοβισμένα κάποιοι που απλά ξεπατικώνουν το original) και με αρκετή προσοχή. Εκεί που έχουμε τα πιο «σωστά» (αλλά και ελαφρώς αδιάφορα πράγματα) είναι στα παλιότερα κομμάτια, ειδικά εκείνα του «Nattens Madrigal». Τίποτα ιδιαίτερο, αλλά συμπαθητικές προσπάθειες. Όσο πλησιάζουμε προς το παρόν η μπάλα αρχίζει να χάνεται, αφού οι επιλογές των συγκροτημάτων δεν φαίνεται να τους ταιριάζουν και να τους επιτρέπουν να τις ερμηνεύσουν. Εξαιρέσεις οι Fluoryne και οι Panacea Enterpainment που τα καταφέρνουν αρκετά καλά και η (μερικές φορές ομολογουμένως cheesy – εκείνο το trance-άδικο μπιτάκι δεν θα το ξεπεράσω ποτέ) συμπαθής απόπειρα των Βραζιλιάνων Ashtra στο medley από το «Themes». Καλύτερες στιγμές το «Utreise» (που σοφώς τιμάται εις διπλούν στην συλλογή) από τους Avathar, αλλά κυρίως η εκπληκτική διασκευή στο «Wolf And Destiny» από τους Otzepenevshiye (οι οποίοι από ό,τι είδα έχουν και split με τους Allerseelen οπότε τους τσεκάρουμε πάραυτα). Οι «φημισμένοι» της παρέας, αρκετά διεκπεραιωτικοί αλλά, τουλάχιστον, ο Baker τα πάει πάρα πολύ καλά. Συνολικά το «Perdition City» θα στριφογυρίζει λίγο το βράδυ στο κρεβάτι του, ενώ ακόμα προσπαθώ να αποφασίσω αν οι Jaaportit μόλις που τα κατάφεραν να το βγάλουν ή πρέπει να πεθάνουν για την διασκευή στο «Gnosis».

Τελικά, τα περιμένα (αρκετά) χειρότερα τα πράγματα. Είναι σαφώς μια συλλογή από μεταλλάδες για μεταλλάδες (δεν είναι πολύ μακριά και από την θέση των Ulver αυτό δυστυχώς, αν όχι από πλευράς ποιότητας, τότε από πλευράς fan base), και μάλιστα μεταλλάδες που μυρίζουν ελαφρώς τυρίλα ακόμα, αλλά τουλάχιστον δεν γελοιοποιείται από μόνη της. Ξέρει τις δυνατότητές της και, δεδομένων αυτών, μάλλον δίνει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Για τις καλές στιγμές μας ξανακούμε το «1st Decade…»

twiggy frostbite

•23 Ιουλίου, 2009 • Σχολιάστε

Πραγματικά δεν νομίζω ποτέ να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει κει πάνω. Δεν μπορώ να βρω λογική εξήγηση για το πως από ένα τόσο μικρό πληθυσμιακά κομμάτι του κόσμου, εμφανίζονται τόσα ξεχωριστά πράγματα. Οι Twiggy Frostbite είναι οι Elin Lindfors, AnnaKarin Berglund και Emma Sjöberg. Παίζουν pop. Δεν φαίνονται να έχουν ιδιαίτερες φιλοδοξίες να δημιουργήσουν Τέχνη. Τους αρέσει όμως μάλλον να λένε ιστορίες. Αυτό που έφτιαξαν στο «Through Fire», χωρίς να μοιάζει τόσο μουσικά, μου θύμησε το πως οι Knife αντιλαμβάνονται την pop. Ιδιαίτερα, παιχνιδιάρικα, έντονα, καθόλου χαζά. Έχουν γράψει ωραία πράγματα εδώ μέσα οι δεσποσύνες. Και δείχνουν το πόσο όμορφα μπορούν να ενσωματωθούν αρκετά κομμάτια του post rock σε ένα πιο pop πλαίσια. Αυτό το post σκεφτόμουν να το κάνω για το «Blue Lips» της Regina Spektor, που έβαλε και ο Μάνος στην τελευταία συλλογή του. Γιατί πάλι σήμερα ακούγοντάς το όταν γύριζα από τη δουλειά, κόλλησα με την ομορφιά του refrain του και τη γενικότερη φιλοσοφία της σύνθεσής του. Αλλά μπορεί να τα πούμε μια άλλη στιγμή αυτά. Προς το παρόν το «Through Fire» κερδίζει.

not alphabetical?

•21 Ιουλίου, 2009 • Σχολιάστε

H Μεγάλη Αναδιοργάνωση πλησιάζει. Με βήμα ταχύ θα έλεγα. Έχουν μαζευτεί οι κούτες για την μετακίνηση των cd, ετοιμάζονται να αγοραστούν τα καρτελάκια με τα γράμματα του αλφάβητου, η προμήθεια σε μπύρες θα γίνει τελευταία στιγμή και το ψυχικό σθένος συγκεντρώνεται. Ντρέπομαι λίγο που δεν θα γίνει με αυτοβιογραφική σειρά αλλά δυστυχώς δεν νομίζω ότι θα τα κατάφερνα. Άσε που δεν πρόκειται να βρίσκω και τίποτα μετά. Πρέπει να την πω την αμαρτία μου όμως, βαθειά μέσα μου πιστεύω ότι ούτε ο Rob θα τα κατάφερνε. Γιατί καλό το 12ιντσο των Fleetwood Mac που αγόρασε για μια κοπέλα αλλά δεν της το έδωσε ποτέ για προσωπικούς λόγους, αλλά τι έγινε με το ep της ελαφρώς άγνωστης μπάντας που πήρε μια μέρα κατά τύχη και δεν θυμάται που ακριβώς το έχει βάλει; Όχι τόσο εύκολο να το απαντήσεις τώρα, ε Rob; Φαντάζομαι ότι δεν είμαι μόνο εγώ που μερικές φορές έχει ξεχάσει ότι έχει αγοράσει ένα δίσκο!

Ενθυμούμενος το πρώτο cd που αγοράστηκε όμως:

Όμως τα ωραία νέα της μέρας είναι τα εξής:

«Hornby is currently due to release his newest novel entitled Juliet, Naked. It is scheduled for release in September 2009 and is on the same wavelength as his first novel High Fidelity. The book is about a reclusive 80s rock star who is forced out of isolation when the re-release of his most famous album brings him into contact with some of his most passionate fans. This synopsis was revealed to The Guardian newspaper as part of «What not to miss in 2009: books».»

ελαφροελεκτρονίκ

•20 Ιουλίου, 2009 • Σχολιάστε

Διακρίνω γενικά τον τελευταίο καιρό (ακούγοντας κυρίως σκόρπια κομμάτια στο ραδιόφωνο) μια τάση από τους ηλεκτρονικούς της εγχώριας σκηνής προς το εκτενές sample-άρισμα της φαινομενικά άσχετης μουσικής ιστορίας της Ελλάδας. Από την Γαλάνη μέχρι και τα ελαφρά της δεκαετίας του ’50 και τα ρεμπέτικα, έχουμε μια ανάμιξη που σίγουρα δεν είναι πρωτόγνωρη στα παγκόσμια μουσικά δεδομένα, αλλά σε ένα μουσικό κοινό που γενικά ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με πολλά κομμάτια της τοπικής μουσικής παραγωγής (σαφώς βάζω και τον εαυτό μου μέσα), έχει ιδιαίτερη πλάκα σε φάση το να βλέπεις τις αντιδράσεις του κόσμου και από τις δυο πλευρές. Και από αυτούς που λατρεύουν την Γαλάνη αλλά ποτέ δεν είχαν ακούσει ούτε πέντε λεπτά ηλεκτρονικής μουσικής στη ζωή τους και από αυτούς που νόμιζαν ότι κάποια μουσικά τραγούδια υπήρχαν μόνο στα soundtrack ταινιών του Βασίλη Λογοθετίδη. Από την άλλη πλευρά, αυτό δεν είναι και τόσο περίεργο. Μουσικές όπως τα ρεμπέτικα έχουν κερδίσει εδώ και μπόλικα χρόνια την leftfield πλευρά της παγκόσμιας μουσικής (π.χ. ψάχνω εδώ και αρκετό καιρό να βρω να ακούσω το «Rembetika» του Andy Moor με τον εκ μαρτυρικής μεγαλόνησου προερχόμενο Γιάννη Κυριακίδη – να ακούσετε το «A Conspiracy Cantata» του τελευταίου). Φυσικά παραμένει κάπως λυπητερό το γεγονός ότι μερικές φορές περιμένουμε από τέτοιους μπερδεμένους τρόπους να μάθουμε (και να εκτιμήσουμε;) πράγματα που θα μπορούσαμε να είχαμε ακούσει πολύ πιο απλά και πολύ πιο άμεσα. Και όχι, δεν πιστεύω ξαφνικά ότι το 80% των εικοσάρηδων+ που πορωνόταν με την τελευταία κυκλοφορία τυχαίου project των Neurosis ή της limited κασέτας του Muslimgauze, θυμήθηκε ότι από τα δέκα του εκτιμούσε την μαγευτική τεχνοτροπία του Τσιτσάνη, όμως είμαι πρόθυμος να δεχτώ την μουσική όπως και να φτάσει εδώ. Οπότε πάλι κερδίζουμε φίλοι avantgarde-ists.

Και για να κλείσουμε ένα ακόμα (ελαφρώς) άσκοπο post, η μουσική πρόταση της ημέρας αφορά την americana του Jeff Zentner στο «The Dying Days of Summer» (πόσο πιο τέλειος τίτλος) και το «Candle White» των Weaker, το οποίο μπορείτε να παραγγείλετε στο myspace τους. Επίσης να σκεφτείτε το top-10 σας με τα καλύτερα album της δεκαετίας 2000-2009 και να εκνευριστείτε μαζί μας με τις εμπνεύσεις που πιάνουν τα μέλη αυτού του blog μερικές φορές.

Can’t keep my eyes from the circling skies

•18 Ιουλίου, 2009 • Σχολιάστε

Τις τελευταίες μέρες με έχει φέρει ο δρόμος μου (για άσχετους λόγους) από το αεροδρόμιο. Κάθε φορά που πλησιάζω, η σκέψη είναι η ίδια: «Μεγάλη μαλακία να έρχεσαι μέχρι εδώ και να μην μπορείς να πάρεις το επόμενο αεροπλάνο». Υπάρχουν κάποιο προτιμόμενοι προορισμοί, αλλά επειδή είμαστε πολύ εύκολοι άνθρωποι, δεν θα κολλήσουμε εκεί. Το οπουδήποτε μας φτάνει, αρκεί να ναι κάπως μακριά. Σήμερα καθώς ήμουν στο αμάξι στην Αττική Οδό, έβλεπα στο βάθος ένα αεροπλάνο να κατεβαίνει για την προσγείωση. Σας έχει τύχει σε τέτοια φάση να κάθεστε να σκέφτεστε αυτούς που είναι μέσα; Από που έρχονται, για ποιο λόγο, τι σκέφτονται την ώρα που βλέπουν τον διάδρομο (και άρα τον προορισμό) να πλησιάζει; Είναι χαρούμενοι γιατί έρχονται, είναι λυπημένοι γιατί επιστρέφουν, είναι ανακουφισμένοι γιατί φοβούνται τα αεροπλάνα; Ξενερώνουν γιατί δεν τους επιτρέπουν να ακούνε μουσική κατά τη διάρκεια της προσγείωσης; Προσπαθούν να τελειώσουν εκείνο το βιβλίο που άρχισαν κάποιες ώρες πριν, παρά τον χαμηλό φωτισμό και το ταρακούνημα; Σχεδιάζουν ήδη στο μυαλό τους τις επόμενες ώρες και μέρες;

Την όλη ιεροτελεστία του αεροδρομίου την έχω πολύ συγκεκριμένη στο μυαλό μου, πριν από κάθε ταξίδι. Το τρέξιμο και το (πάντα παρόν, όπως θα σας επιβεβαιώσουν και οι υπόλοιποι δω πέρα), ελαφρώς εκνευριστικό για τους άλλους, άγχος μέχρι την ώρα που θα δώσω τα πράγματα στο check-in και θα πάρω το πάσο μου στα χέρια. Να σημειώσω εδώ ότι σε αντίθεση με τους υπόλοιπους τρόπους ταξιδιού, στο αεροπλάνο απολαμβάνω τη μοναξιά, για διαφόρους λόγους. Μετά το πρώτο χαμόγελο καθώς περνάς από το χώρο του check-in στον αντίστοιχο των duty free. Ξέρεις ότι έχεις αλλες δυο ώρες μπροστά σου που δεν έχεις τίποτα να κάνεις, αλλά ακόμα και αυτό το απολαμβάνεις. Η κλασσική επίσκεψη στο Metropolis του Ελ. Βενιζέλος, παρά το γεγονός ότι ξέρεις ότι δεν θα βρεις τίποτα και δεν πρόκειται να αγοράσεις τίποτα. Πέρασμα από τα βιβλιοπωλεία και προμήθεια κλασσικού περιοδικού-για-το-ταξίδι. Σταμάτημα μπροστά από generic-παντοπωλείο-αεροδρομίου, αναρωτόμενος πότε θα το πάρεις απόφαση να πάρεις και συ toblerone. Ακόμα δεν το χω πάρει απόφαση, τόσα χρόνια. Πάντα μου αρέσει να χαζεύω τον κόσμο σε αυτές τις φάσεις. Θα δεις τις οικογένειες, τους φοιτητές που πάνε ή επιστρέφουν, τα ζευγάρια που πάνε διακοπές, το κλασσικό σχολείο από το εξωτερικό όπου τρεις άμοιροι δάσκαλοι προσπαθούν να συμμαζέψουν εκατοντριανταδυο μαλακισμένα και τελικά πάντα τρέχουν τελευταία στιγμή για να προλάβουν την πτήση, τους κλασσικούς γιαπο-businessmen με τους ακόμα πιο κλασσικούς χαρτοφύλακες να πίνουν εσπρέσσο πριν το επαγγελματικό ταξίδι.

Όλα αυτά πάντα με τα ακουστικά στ’ αυτιά, αλλά σε χαμηλή ένταση, μη και δεν ακούσουμε καμιά αλλαγή πύλης της τελευταίας στιγμής και τρέχουμε. Δεν έχω κάτσει ακόμα να σκεφτώ το ιδανικό soundtrack για αυτές τις στιγμές. Θα το κάνω όμως κάποια στιγμή και σίγουρα δεν θα έχει την φιλοσοφία του «Music For Airports» του Eno. Συγγνώμη κύριε Eno, αλλά το αεροδρόμιο είναι υπερβολικά σημαντικό μέρος για να βάζουμε μια μουσική απλά συνοδευτική. Το «As Day Follows Night» της Sarah Blasko που ακούω τώρα πάντως θα μπορούσε εύκολα να είναι εκεί μέσα. Σημείωση στον πίνακα μπροστά στο γραφείο για δημιουργία συλλογής για αεροδρόμια στο άμεσο μέλλον.

Και αφού βαρεθείς να χαζεύεις στα duty free, προχωράς τελικά στην πύλη, παρά το γεγονός ότι ξέρεις ότι έχεις 45 λεπτά ακόμα για την επιβίβαση, η οποία φυσικά και δεν είναι ποτέ στην ώρα της. Εκεί όμως έχεις να χαζέψεις ακόμα πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους, γιατί είναι αυτοί που θα ταξιδέψουν μαζί σου. Πάντα αναρωτιέμαι ποιος από όλους αυτούς θα καταλήξει να κάθεται δίπλα μου. Όχι ότι έχω πιάσει και συζήτηση ποτέ με τον διπλανό μου, μουσική και βιβλία συνήθως είναι αυτά που με απασχολούν στο ταξίδι, αλλά έχει ενδιαφέρον να δεις τον άνθρωπο με τον οποίο (έστω και νοητικώς από απόσταση) θα μοιραστείς τις επόμενες ώρες. Κάπου εκεί εύχομαι να μην πέφτει το ταξίδι σε ημέρες αγώνων, γιατί τότε δεν γλυτώνεις τις μετακινήσεις οπαδών. Κακό πράγμα οι μετακινήσεις οπαδών. Από τις περιπτώσεις εκείνες που η συγκεντρωμένη καθυστέρηση νομίζεις ότι θα δημιουργήσει μια μαύρη τρύπα βλακείας που δεν θα αφήνει τίποτα να αποδράσει. Επίσης σχετικά κακό πράγμα και τα πιτσιρίκια στα αεροπλάνα, αλλά επειδή κάποια στιγμή θα βρεθούμε και εμείς στη θέση των γονιών τους, σκάμε και δε λέμε τίποτα.

Αργά, αλλά όχι και τόσο βασανιστικά περνάνε και αυτά τα τρία τέταρτα στην αίθουσα αναμονής. Ωπ, ώρα να βγάλουμε διαβατήριο και πάσο, να το δείξουμε στην καλή κυρία για να μας αφήσει να μπούμε στο αεροπλάνο. Βρίσκουμε τη θέση, μουσική ακόμα δεν μπορούμε να βάλουμε, αλλά ετοιμάζουμε όλα αυτά που θέλουμε να έχουμε σε απόσταση βολής. Λίγη ακόμα υπομονή και σιγά σιγά παίρνουν μπροστά και οι μηχανές. Η στιγμή της απογείωσης παίζει να είναι ο ορισμός της λέξης «bliss», παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν συνοδεύεται με μουσική. Ίσως δεν χρειάζεται και σε εκείνη την στιγμή η μουσική, η απουσία της μοιάζει εξίσου δυνατή με την παρουσία της. Ίσως θυμάσαι ότι τελικά δεν είναι και τόσο κακό πράγμα τα field recordings και απολαμβάνεις και το θόρυβο των μηχανών. Το σίγουρο είναι ότι η στιγμή που χάνεται η επαφή με το έδαφος και αυτό αρχίζει να απομακρύνεται, θυμίζοντας περισσότερο ζωγραφιά και όχι πραγματικότητα, είναι από τις πιο όμορφες που μπορεί να ζήσει κάποιος άνθρωπος. Το αντίστοιχο και στην διαδικασία της προσγείωσης. Όλα αυτά ισχύουν αυστηρά για το ταξίδι που ξεκινάει. Η πτήση που ορίζει το ταξίδι που τελειώνει είναι εντελώς άλλο πράγμα, και το έχουμε αναλύσει και ξανά.

Είπα ότι μου χε λείψει όλη αυτή η ιεροτελεστία; Αν ναι, το ξαναλέω χαριν έμφασης. Τους ζήλεψα τους πούστηδες που ήταν στο αεροπλάνο σήμερα, θα σας την πω την αλήθεια. Τουλάχιστον αυτούς που πήγαιναν. Διακοπές μεγάλης διαρκείας και απόστασης δεν προβλέπονται ακόμα φέτος. Και τον φίλο χτες που μου περιέγραφε το ταξίδι στη Γαλλία, ζήλεψα χτες. Και θα καθόμουν να δω ακόμα και Motley Crue, άμα ήταν να μπορούσα να έχω πάει και γω. Αλήθεια. Και άλλα ακόμα χειρότερα θα έβλεπα σας λέω (βέβαια δεν μπορώ να σκεφτώ και πολλά χειρότερα εδώ που τα λέμε). Το καλοκαίρι κάηκε για φέτος, ελπίζουμε για τα χριστούγεννα.

Δεν έχω ακούσει και τόση μουσική τις τελευταίες μέρες. Κάτι τα τρεξίματα, κάτι μια γενικότερη έλλειψη διάθεσης (που έχει προκληθεί και από τη ζέστη – οι εγκεφαλικές μου λειτουργίες δεν τα πάνε καλά με τη ζέστη), δεν με άφησε ο καιρός να ακούσω πολύ προσεκτικά. Έχουν μαζευτεί αρκετά πάλι. Δεν πειράζει, κάτι πρέπει να κάνουμε και από βδομάδα στη δουλειά. Να ακούσετε The Phenomenal Handclap Band πάντως. Πέρα από το υπερ-εκπληκτικό όνομα, και η μουσική τους (λίγο 60s, λίγο 70s, λίγο progressive, λίγο Camel, λίγο funk, λίγο Jethro Tull) είναι ακόμα πιο εκπληκτική από το όνομά τους. Και ότι πρέπει για την εποχή.

Αυτά από εμάς. Σήμερα, έχει προβολή High Fidelity. Το αποφάσισα.

Hymne IX : Wolf and Friends

•17 Ιουλίου, 2009 • 3 Σχόλια

Δεν πρόκειται ακριβώς περι αφιερώματος. Είναι μια ιδέα που είχα εδώ και μερικά χρόνια. Τελικά δεν την είχα μόνο εγώ. Την είχαν και άλλοι, και μου έδωσαν την απαραίτητη αφορμή να την υλοποιήσω. Θα μιλήσω λίγο αργότερα για την ιδέα, τώρα προέχει μια προεόρτια αναφορά στην «εξωσυζυγική» συνεισφορά του Kristoffer Rygg στα μουσικά δρώμενα. Ως γνωρίζετε, ιδρυτής των Ulver, τραγουδιστής των Arcturus, παιχνιδιστής των Upland, αφεντικό της Jester Records. Επίσης, τραγουδιστής στα δύο πρώτα albums των Borknagar και στο ένα ως τώρα των Head Control System. Την σημασία των παραπάνω ονομάτων την γνωρίζετε, οπότε δεν θα επεκταθώ στο πόσο σημαντική περσόνα υπήρξε για την εξέλιξη των πλέον αγαπημένων μας ιδιωμάτων, από τότε που τραγουδούσε τις «βουνίσιες» ιστορίες του, ως το αντιδιαμετρικά μεταμορφωμένο αστικό του ανάλογο. Ελάχιστοι καλλιτέχνες είχαν την δυνατότητα να το κάνουν αυτό σε τέτοιο εύρος. Δια και εξ αυτών, θεωρώ πως η -κατά Cornelius Jakhelln- ισχυρότερη ανθρώπινη αναπαράσταση του θεού Loki, έκανε αυθόρμητα αυτό που άλλοι, αν καταλάβαιναν τι ήταν, θα το πετύχαιναν, άμα το πετύχαιναν, με υπερπροσπάθεια. Η παροιμιώδης του αντιφατικότητα εντοπίζεται τόσο στις μουσικές επιλογές του, όσο και στα tricky παιχνιδίσματα κρυμμένα στα albums του. Trailers για ταινίες που δεν υπάρχουν, silence teaches how to sing, το θέμα των ζωντανών εμφανίσεων, και γενικώς σχεδόν οτιδήποτε αφορά στην πορεία των Ulver. Από το 1999 ως το 2002, σώπασε για τα καλά. Με τους Borknagar είχε ξεμπερδέψει, οι Arcturus ήταν στον πάγο, και με τους Ulver εξερευνούσε πιο απλωμένες μουσικές από όσες θα τον χωρούσαν να πυκνοτραγουδάει. Δεν έδειχνε να τον ενδιαφέρει η φωνή του εκείνη την περίοδο, και εδώ που τα λέμε δικιά του είναι, ό,τι θέλει κάνει. Επανερχόμενος στο τραγουδιστικό προσκήνιο με το ανετότατο «The Sham Mirrors» όσο και με το «Little Blue Bird» τραγούδι, φάνηκε έτοιμος να εξασκήσει ξανά αυτό για το οποίο θα συγχωρώ για πάντα το πόσο υπερβολικά και μεγαλομανώς πομπώδες ήταν ένα «La Masquerade Infernale». Την Φωνή του. Και την Φωνή αυτή, τη Φωνή που θα μπορούσα πανεύκολα να παραλληλίσω με κάτι μυθολογικά επιβλητικό, δεν την χάρισε μόνο στους Arcturus και στους Ulver. Ξαφνικά απέκτησε μια όρεξη να πει και ιστορίες κάποιων φίλων του.

Το παρόν post ασχολείται με την παρουσία του Kristoffer Rygg, ή Trickster G, ή Fiery G. Maelstrom, ή Garm, σε albums στα οποία υπήρξε ως guest τραγουδιστής. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η συνθετική στιγμή στους Aphrodisiac των Vicotnik/Kim Solve/Zweizz, η οποία μπορεί να εκληφθεί ως introduction. Να σημειωθεί πως η ποιότητα του ήχου έχει κάποια σκαμπανεβάσματα, καθώς μερικά τραγούδια δεν έχουν κυκλοφορήσει ποτέ σε οποιαδήποτε μορφή, και υπήρξε κάπως ζόρικη η ψηφιοποίησή τους. Ακολουθούν δύο είδη παραλείψεων, και ξεκινώ με τις συνειδητές. Ο κύριος για τον οποίο γίνεται ντόρος σήμερα, έχει τραγουδήσει σε ολόκληρο το «Betimes Black Cloudmasses» των Æthenor, καθώς και στο «Murder Nature» των Head Control System, μπάντες σε καμία περίπτωση βασικές, αλλά δεν υπήρξε και ακριβώς guest. Επίσης, τα αχνά backround φωνητικά του σε ολόκληρο το «Sideman» του Kåre João δεν επιτρέπουν κάτι παραπάνω από απλή προτροπή ακρόασης του album, όπως και των δύο απoπάνω. Η δεύτερη παράλειψη, είναι επίσης συνειδητή, αλλά επιπροσθέτως είναι και αναγκαστική. Στο «Disguised Masters» album των Arcturus and the Deception Circus, και συγκεκριμένα στο remix του κομματιού «Master of Disguise» από τον Phantom FX, παρατηρούμε την υποσημείωση «Gangstafications by S.C.N.». Οι S.C.N., αλλιώς So Called Negroes, μπορεί να είναι είτε μια κανονικά υπαρκτή μπάντα (για την οποία στα last fm και discogs δεν υπάρχει καν αναφορά), είτε άλλο ένα παιχνίδι του Mr.Rygg με αυτούς που ξέρει πως θα το ψάξουν ως το τέλος, με πιθανότητα να γελάει μαζί τους, κυρίαρχη. Όπως και να χει σε όλο το internet σε δυο μόνο websites αναφέρεται πως ο Kristoffer Rygg συμμετέχει στο «Rise Above» τραγούδι του «Inside Out» album του 2001, σε ένα αγνώστων στοιχείων Pinnacle label. Όπως καταλαβαίνετε μάλλον πρόκειται για κάποια hip hop παρέα του (ποτέ δεν αρνήθηκε οτι γούσταρε να rap-άρει) που τον κάθισε να ριμάρει σε κάποια στιγμή βαρεμάρας. Δεν κατάφερα να εντοπίσω το κομμάτι, ουδείς γνωστός είχε ιδέα περί της ύπαρξης, και να με συγχωράτε, αλλά δεν πληρώνω 28 ευρώ στο ένα site που ισχυρίζεται πως το πουλαει. Ελπίζω η μόνη έλλειψη της συλλογής να είναι αυτή, θα στεναχωρηθώ πραγματικά (χμ) αν έχω παρελείψει κάποια φωνητική συμμετοχή του. Φωνητική. Όχι remix στην Nebelhexe, ούτε συμμάζεμα των ήχων του Rykkinn, ούτε handwriting titles στο «Dreams Like Deserts», ούτε στίχους στους Darkthrone, ούτε παραγωγές σε «Deep Tracts of Hell» και «Wolf’s Lair Abyss».

Το εξώφυλλο ήταν μια χαζοιδέα μου, αλλά το σκάρωσε (τέλεια) η Βαρβάρα, επειδή εγώ δεν σκαμπάζω από photoshops και άλλα τέτοια, και την ευχαριστώ πολύ και πάντα καλά να είναι.

Έχουμε :

Hymne IX : Wolf and Friends

01. AphrodisiacChildren, it is I
02. Star of AshBlood, Bones and a Skull
03. MagentaMermaid
04. Professor FateLimbo
05. VirusQueen of the Hi-Ace
06. FleuretyLast Minute Lies
07. ZyklonTranscendental War-Battle between Gods
08. GehennaVinterriket
09. ZyklonChaos deathcult
10. V:28The Absolute
11. IhsahnHomecoming
12. MagentaI need my love
13. Star Of AshCrossing Over
14. The GatheringA Life All Mine
15. Ava InferiBlack Wings
16. De PressOrawski Psalm
17. SolefaldLoki Trickster God
18. ManesAbsolute Nothing (manes redux)
19. MagentaBackstabber Nation
20. VirusSaturday Night Virus
21. Star of AshThe Nudity of Light
22. MagentaVandalist Virgin
23. Star of AshIn the Throws of Guilt

—> 150mb, σχεδόν δίωρη διάρκεια <—

it’s a circle, and it starts, and ends

•16 Ιουλίου, 2009 • Σχολιάστε

Η απόπειρα για οργανωμένο μελετηρό διάβασμα πνίγεται σε μπουκάλι βαρελίσιας μπύρας σε όμορφο μαγαζί με τρεχούμενα νερά και χαμηλό φωτισμό, ενώ έξω η νύχτα ομορφαίνει τη διάθεση, και η υγρασία εκδικείται που ένιωσα όμορφα. Μέχρι το 2024, στο sonic death monkey, θα σας πρήζουμε για το θέμα της δυσκολίας του διαβάσματος. Δείτε το σαν παρεάκι όταν δεν αντέχετε να διαβάσετε κάτι, οτιδήποτε, για τις εξεταστικές σας, τον κατάλογο με τα χρέη σας, τα ενοχλητικά ερωτικά ραβασάκια του συναδέλφου στη δουλειά σας, τον κατάλογο του ΙΚΕΑ, το νέο ποιήμα της goth φίλης σας, το flyer που σας έδωσαν στο δρόμο, τον ακριβή νόμο για κάποιο νομικό θέμα, τα μικρά γράμματα μετ’ αστερίσκου για το νέο πακέτο σύνδεσης του κινητού σας, το βιβλίο εκείνο που είχατε αρχίσει πριν τρεις βδομάδες αλλά τώρα «δεν θυμάστε ποιός είναι ποιός», το νέο τεύχος του αγαπημένου σας περιοδικού, το πρόγραμμα της κυριακάτικης ποιητικής βραδιάς, το πρόγραμμα του καλοκαιρινού σινεμά της γειτονιάς σας, οτιδήποτε διαβάζετε/διαβάζεται τελοσπάντων. Υπάρχουν και άλλοι εκεί έξω, δεν είστε μόνοι σας. Γενικώς πρέπει να δεχτείτε, εσείς, αναγνώστες, πως για μερικά θέματα θα σας πρήζουμε για πάντα. Για κάποιο live clip του Tom Waits. Για τον Otis Redding. Θα επαναλαμβανόμαστε. Θα γινόμαστε γραφικοί ίσως. Θα σας ξαναδείχνουμε link από το ίδιο βίντεο. Θα σας περιγράφουμε τυχαίες random βραδιές που κοιτάμε τα αστέρια, ακούμε τον τάδε δίσκο, παλεύουμε με την δείνα σκέψη. Δεχόμενοι αυτό, θα σας πρήζουμε και για τη δυσκολία του διαβάσματος. Δεν είναι τόσο συναρπαστικό, αλλά κάτι θα απαλύνει και από τη δική σας κούραση σε ανάλογη φάση. Όλοι έχουμε. Ανάλογες φάσεις. Υποθέτω. Για αυτό, σήμερα δεν θα σας πω για κάποια νέα μουσική που μου έφτιαξε κάποια μέρα. Κουβέντα δε θα πω για το live album του Biopshere, την μαγική επιστροφή των Fenn O’Berg, το αριστούργημα «Walk with Me» του Jason Crumer, τον νέο Jóhann Jóhannsson. Θα σας πω για κάποιον που έχουμε ξαναμιλήσει πραγματικά πολλές φορές. Τον Bonnie «Prince» Billy. Και το «Days in the Wake» album του στους Palace Brothers. Για το «You will miss me when i burn» τραγούδι. Που το είπε και ο Lanegan με τους Soulsavers. Δεν έχει σημασία, σημασία έχει το «You will miss me when i burn» των Palace Brothers. Για όταν το ακούω και θελω να γράψω για αυτό, και συνειδητοποιώ πως δεν χρειάζεται, χρειάζεται απλά να το αναφέρω. Ούτε διάβασμα, ούτε γράψιμο. Μόνο αναφορές. Ανεχτείτε μας, δεν θα το κάνουμε πολύ συχνά.

για να μαθαίνουν οι νέοι

•15 Ιουλίου, 2009 • 1 σχόλιο

και να θυμούνται οι παλιότεροι.

«This old town’s changed so much
Don’t feel like I belong
Too many protest singers
Not enough protest songs
And now you’ve come along
Yes you’ve come along
And I’ve never met a girl like you before»

Δεν ξέρω αν τα χει ξαναπεί τόσο ωραία και αλλού ο κύριος Collins, αλλά δεν με πολυενδιαφέρει κιολας. Αυτό αρκεί.

φάση #3

•14 Ιουλίου, 2009 • 1 σχόλιο

Well I looked my demons in the eyes,
laid bare my chest, said «Do your best, destroy me.
You see, I’ve been to hell and back so many times,
I must admit you kind of bore me.»

hope?

•13 Ιουλίου, 2009 • Σχολιάστε

Τα συστατικά μιας δύσκολης ημέρας: σκατά ύπνος (πάλι αρχίσαμε τα κουλά όνειρα), σκατά διάθεση όταν ξυπνάς, τρεις ώρες γραψίματος για μια εργασία που έπρεπε να έχεις παραδώσει μερικά χρόνια πριν, σκέψεις για το ότι δεν την είχες παραδώσει μερικά χρόνια πριν, ζέστη, τρέξιμο με 40 βαθμούς Κελσίου στο ΙΚΕΑ για πράγματα στις 3 το μεσημέρι, κουβάλημα πραγμάτων, επιστροφή, ξανά κουβάλημα, άλλες τρεις ώρες στησίματος επίπλων συνειδητοποιώντας την βλακεία που δέρνει έναν τύπο που καταφέρνει να αλλάζει ένα λάθος πράγμα με ένα άλλο λάθος πράγμα, ακόμα περισσότερη ζέστη με μερικές δόσεις από απελπιστική υγρασία, κούραση μέχρι αηδίας, τρέξιμο στο τέλος γιατί τα γηραιότερα μέλη της οικογενείας αποφάσισαν να αρρωστήσουν ομαδικώς και επαναλαμβανόμενα αυτό το καλοκαίρι, λίγη περισσότερη μιζέρια γιατί αυτή ήταν η πρώτη μέρα των διακοπώς και μάλλον θα έπρεπε να είναι λίγο καλύτερη.

Κάτι τέτοιες στιγμές θυμάμαι ένα θεϊκό gif-άκι των Godspeed You Black Emperor με την λέξη «hope» να φλασάρει κάθε τόσο.

trainhope

Αυτό ήταν λοιπόν. Γενικότερες μιζέριες στην παρέα νομίζω. Αυτό πιθανότατα σημαίνει ότι θα αυξηθούν οι συλλογές. Σήμερα ψηφίζεται η μέρα, ως μέρα «ακούμε-το-Musick-To-Play-In-The-Dark». Πολλές φορές. Πάρα πολλές. Βλέπουμε και κάνα επεισόδιο Not Going Out για να ξεσκάσουμε. No hope?

Μπάνιο, κλείσιμο φωτός, μουσική. Δοκιμασμένη συνταγή. Ανακατέψτε καλά και αφήστε να βράσει για κάνα τετράωρο. Μετά όλα θα μοιάζουν καλύτερα.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε