Δε ζητώ συγνώμη που καπελώνω το ακριβώς από κάτω ποστ, για τον Φιλ Κόλλινς είναι, καπελώθηκε από τη Μοίρα.
Θυμόμαστε τη σκηνή στο «Ας περιμένουν οι γυναίκες» όπου ακούγεται το «Δεν μπαίνεις»; Ήθελα εδώ και καιρό να φτιάξω μια λίστα με αθρώπους που δε θα ήθελα να διαβάζουν το μπλογκ μας, που με κάνουν Ζουγανέλη γαμώ το κερατάκι. Τελικά την παράτησα γιατί δεν έχει κανένα νόημα, ας το διαβάζει όποιος το γουστάρει, βλάκας ή πανέξυπνος, συμπαθής ή μπα.
Και άλλαξα γνώμη.
Αν ανήκεις στο είδος εκείνο των ανθρωποειδών/γκόμενων που αφήνει στα μυσπέις ανερχόμενων/πολυδιαφημισμένων τραγουδοποιών αυτού του κόσμου μηνυματάκια του στυλ «tha kinigiso mia akomi fora ta sinaisthimata moy…mias kai ta vgazeis exo apo to klouvi toys otan tragoudas……..(i foni soy einai to kleidi…)» θα σε παρακαλούσα (και νομίζω ότι έχω τη στήριξη και των υπολοίπων) να μας αδειάσεις τη γωνιά. Το σοκ εδώ και μια εβδομάδα γιγαντώνεται αντί να φύγει. Άνθρωποι. Τέτοιοι άνθρωποι. Γύρω μας. Παντού.
Το κομμάτι της ημέρας είναι από τη Rose Kemp και λέγεται Dirty Glow και εδώ και λίγες μέρες το αγαπώ κάμποσο. Και εκείνη δηλαδή.
Ξέρω, ξέρω, κανένας δεν τον συμπαθεί ιδιαίτερα. Έχει βγάλει το «Jesus He Knows» όμως οπότε δεν μπορεί να είναι εντελώς αντιπαθής. Είχε βγάλει και άλλα πράγματα πιο παλιά, ειδικά τότε που έκανε παρέα ακόμα με τον άλλο τον τύπο που μετά τον έπιασε η όρεξη για τις υπερπαραγωγές. Έγραψε και τούτο δω κάποια στιγμή. Ίσως και ο ίδιος να μην ήξερε τι έκανε καλά καλά (ειδικά αν σκεφτείς πολλά από τα υπόλοιπα που έγραψε από ένα σημείο και μετά). Μπόνους το ντραμ σετ, καθότι κάποτε ήτο και μεγάλος drummer, άσχετα αν πιο μετά το ψιλοξέχασε.
ΠιΕς. Παρακαλώ προσέχτε το αδερφάκι του Moondog στο μπάσο.
…δε φτάνει που όλοι πάνε διακοπές και εμείς καθόμαστε εδώ να λιώνουμε, δεν αδειάζει και η κωλο-Αθήνα να ησυχάσουμε. Έχουμε φτάσει στην πιο (θεωρητικά) νεκρή βδομάδα του χρόνου και το πρωί μπαίνω στο τρόλει, ακούγοντας όλο χαρά το τελευταίο Vladislav Delay και βλέπω γύρω μου κόσμο. Πάω στη δουλειά με σκοπό να καταφέρω επιτέλους να ακούσω όλα αυτά που ήθελα και δεν πρόλαβα την τελευταία βδομάδα και γίνεται χαμός και, τελικά, η μόνη χρήση που προλαβαίνει να έχει ο media player είναι να παίζει για να μην κλειδώνει το pc όταν απομακρύνομαι από το γραφείο. Και γυρίζω μετά σπίτι ακούγοντας το «Malevolent Grain» (*exclamation marks* κάποια στιγμή πρέπει να μιλήσουμε αναλυτικά για την τελειότητα αυτών των δυο κομματιών που βρίσκονται κάπου ανάμεσα στο «HEart Of The Ages» και το «Omnio») και βρίσκω κίνηση στο δρόμο, αντί για έρημες οδούς σε μια ακόμα πιο έρημη Αθήνα. Μήπως έχουμε καταλάβει κάτι λάθος φέτος τελικώς;
Σήμερα δεν πάμε Faith No More, εν μέρει γιατί το ξεχάσαμε, εν μέρει γιατί δεν πολυείχαμε λεφτά και εν μέρει γιατί ποτέ δεν ήμασταν και τρελοί fan-boy-ηδες (νομίζω ότι μόνο το «Angel Dust» πρέπει να τριγυρίζει κάπου εδώ – αν δεν το χω χάσει. Σήμερα έψαχνα την επανέκδοση του «Written In Waters» και δεν την έβρισκα και πολύ αγχώθηκα). Το μόνο που λυπάμαι με τις συναυλίες στο Θέατρο Βράχων, είναι ότι θεωρώ κρίμα να χάνω live σε χώρο που μπορώ να πάω με τα πόδια. Σε συναυλιακά νέα, έμαθα πολύ ευχάριστες ειδήσεις χτες αλλά καθώς δεν ξέρω τι θέλουν να μαθευτεί τα παιδιά που θα το διοργανώσουν, δεν λέω παραπάνω προς το παρόν. Αν κάτσουν και τα δυο πάντως που σκέφτονται, θα είναι εξαιρετικά ωραία φάση.
Αυτές τις μέρες άκουσα σκόρπια πράγματα. Υπήρξε ένα κόλλημα με τους Six Organs Of Admittance με αφορμή το «Luminous Night», όπου οδήγησε σε προσεκτική ακρόαση των περισσοτέρων κυκλοφοριών τους και με έκανε να στενοχωρηθώ που δεν τους είχα αγαπήσει νωρίτερα. Άκουσα πολύ, πολύ ωραίο minimal techno στο «Black Pearl» της Βερολινέζας Bloody Mary, με κόλλησε ο Μανώλης με το «Kiss» της Scout Niblett και το δίσκο που το περιέχει, χαβαλέδιασα αρκετά με το καινούριο Sturmgeist και μ’ άρεσε αρκετά το remix album του «All Is Wild, All Is Silent» των Balmorhea (Eluvium, Jacaszek, Helios, Xela, Peter Broderick, Machinefabriek και άλλοι γνωστοί και μη εξαιρετέοι). Έμαθα πως κυκλοφόρησαν καινούριο album και οι Madder Mortem και το βρήκα να το ακούσω και να θυμηθώ τα νιάτα μου, τότε που τρέχαμε στα Λονδίνα να τους δούμε. Σκεφτόμουν χτες ότι είναι λίγο κρίμα που πολλά παρακλάδια εκείνης της Νορβηγο-εποχής δεν γνώρισαν διαδόχους με αποτέλεσμα να χαθούν εντελώς. Πάλι ο Μανώλης με πρίζωσε να ακούσω επιτέλους και Holy Toy. Συμπαθέστατο το «Warszawa» και τρελό κόλλημα ο κομμάταρος που λέγεται «Marmur».
Τώρα βέβαια εκείνος ετοιμάζει βαλίτσες και λίστες με αγορές όπου δεσπόζουν τα συγκεκριμένα όταν θα βρεθεί εις τας Νορβηγίας, αλλά θα είμαι καλό παιδί και δεν θα ζηλέψω. Ποντάρω σε επιστροφή με γευστικό merchandise. Ό έτερος Μάνος το χει ρίξει στις εκδρομές και στις Τασούλες και για να πω την αλήθεια δεν κατάλαβα που θα πάει να κάνει τα μπάνια του φέτος, οπότε θα μείνουμε οι υποδέλοιποι δυο να φυλάμε το blog και να δουλεύουμε για το ψωμί και ελιές μας. Χαρά των ημερών να ξεθαβεις ξεχασμένους δίσκους παλαιότερων εποχών και να ανακαλύπτεις πρώτη έκδοση του «Aqualung» (έστω και ελληνική). Από τα υποδέλοιπα το Sonic Death Monkey προτείνει να πάρετε στις παραλίες μαζί σας το «Wintherhwila» των Fontan, το «La Sangre Iluminada» του Murcof, το «The Messenger» των Matt Joe Gow & The Dead Leaves και το «Infinite Light» των Ligthning Dust. Αυστηρά για απογευματινό-βραδυνό μπάνιο όμως. Μη τα βάλετε ντάλα μεσημέρι και σας περάσουν και για ξενέρωτους. Τυπικό καλοκαιρινό βιβλίο δεν προτείνουμε. Από την στιγμή που δεν έχει βγάλει καινούριο ο Dan Brown, υποθέτω ότι θα πάρετε καμιά special έκδοση βιογραφίας του Michael Jackson. Μάλλον θα φορεθεί αρκετά φέτος.
Αύριο ελπιζω να βγω από το σπίτι και να μαι μόνος μου στην πόλη. Τότε θα πιω και τον πρωινό μου καφέ στην υγειά σας.
έλα τασούλα, εγώ είμαι, θέλω να σου πω ότι δεν μπορώ να σε βγάλω από το κεφάλι μου και σε θέλω ακόμα, δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση, δεν μπορώ να σε βγάλω από το κεφάλι μου, δε γίνεται, δε γίνεται, περπατούσα πριν στη λόντου εκεί που καθόμασταν και πίναμε καφέ και γαμήθηκε η μέρα μου, στα ακουστικά μου έπαιζε το subliminalover, το θυμάσαι το subliminalover; των stevenson ranch davidians; που είχα αγοράσει και ακούγαμε στο αυτοκίνητο ενώ έβρεχε και γυρνούσαμε σπίτι, θυμάσαι; το βράδυ που μου είχες κάνει δώρο-έκπληξη για τα γενέθλιά μου και είχες φιλήσει κατουρημένες ποδιές και βρήκες προσκλήσεις και πήγαμε στο στούντιο στο λαζόπουλο γιατί νόμιζες ότι είμαι από τους ανθρώπους εκείνους που θέλουν να πάνε στο στούντιο στο λαζόπουλο, να με δείχνει η κάμερα να χειροκροτάω όταν μου λένε οι πινακίδες στην οροφή και να γελάω όταν γελάνε οι δίπλα μου, θυμάσαι; είχε εντυπωσιαστεί η μάνα σου, είχε χεστεί από τη χαρά της που πήγαμε και τον είδαμε και -κυρίως- τον ακούσαμε. και το τραγούδι είπες σου άρεσε και σου θύμιζε λίγο τους six by seven που σου είχα γράψει πριν καιρό, ήταν η πρώτη φορά που μίλησες για μουσική και δεν ήθελα να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο με απόγνωση, το ακούγαμε ενώ ίσα-ίσα έβλεπα μπροστά μου μη χτυπήσω κανένα μηχανάκι με τη βροχή και σου έλεγα πως είναι σα να γυρνάμε πιωμένοι ξημερώματα στο χωριό, σα σάββατο ιούλη μήνα, στο δρόμο δίπλα στην παραλία, ήσουν δίπλα μου και ήμουν ευτυχισμένος. τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα μάλλον στην τύχη το είπες, για να με κάνεις να σκάσω, από αυτό το βράδυ σου έμειναν μόνο δυο-τρεις χοντροκομένες μαλακίες του λάκη που επαναλάμβανες συνέχεια, παντού. αλλά δε με νοιάζει ρε τασούλα, ειλικρινά δε δίνω μία. αυτό που θέλω να πω είναι πως σ’αγαπάω γαμώτο μου και δε με νοιάζει, και στο λάκη ξαναπάω και στη μάνα σου για φαγητό την κυριακή, δε με νοιάζει, δε με πειράζει, εγώ εσένα θέλω και τίποτε άλλο, μ’ακούς ρε τασούλα; πάρε με τασούλα, μην το ξεχάσεις, θυμάσαι που μου έλεγες ότι αν χωρίσουμε θα είμαι σκατά για δυο μέρες και μετά θα είναι σα να μην έγινε τίποτα, θυμάσαι; ε δυο μήνες πέρασαν τασούλα και έγιναν πολλά και εγώ ακόμα σε θέλω τασούλα μου, σκατά, δε θα με πάρεις, πάρε με, σκατά, πάρε με και ό,τι θες από μένα, γυρνάω την άλλη μέρα πίσω, πάρε με, περιμένω.
Ενόψει της επίσκεψης στον Βορρά (την οποία σίγουρα φανταζόμουν και αλλιώς ανά περίσταση), είναι απολύτως λογική και κατανοητή η ανάλογα βόρεια προέλευση της μουσικής που ακούγεται τελευταία. Η εξαίρεση του «Τhis fool can die now» album της Scout Niblett, κουβαλάει την ολοκληρωτική Bonnie «Prince» Billy απόσπαση, που θα με αποσπούσε ακόμα και την ώρα που θα διάβαζα τους όρκους μου στον γάμο μου, ακόμα και αν είχα ορκιστεί το αντίθετο. Η τωρινή σειρά γεγονότων που με πήγε βορρά, είχε την αρχή της στην ακρόαση του «Manifesto Futurista» των Sturmgeist, για άλλη μια φορά, και αυτό επειδή είναι φοβερό album παιδιά, και έχει κάτι νορβηγοriffs άλλο πράγμα, αλλά δεν είναι εδώ το θέμα. Το εξώφυλλο έκαναν οι Trine & Kim, οπότε γιατί να μην μπω στο site τους; Μπαίνω και βλέπω πως κάπου τον Οκτώβρη θα κάνουν έκθεση στο Oslo με τις δουλειές τους, και ζήλεψα και ήθελα να είμαι εκεί και τέτοια, και μάλιστα άνοιξα και μια μπύρα κερασμένη στην «Decade» έκθεση, έκθεση η οποία θα γίνει προς εορτασμό των δέκα ετών που δουλεύουν μαζί. Οι Trine & Kim έχουν αναλάβει μερικές από τις πλέον αγαπημένες κυκλοφορίες, τι να πω, βλέπω τη λίστα και παγώνω. Εκπληκτικοί καλλιτέχνες, και αν δεν υπήρχε ο μεγάλος Halvor Bodin, θα μιλούσα για τους αγαπημένους μου εκεί πάνω. Με τον Justin Bartlett να μας ουρλιάζει μέσα στην Aura Noir μπλούζα του, και να είμαστε όλοι μια χαρούμενη παρέα, αμίλητη still, γιατί δεν έχω και ιδιαίτερα κέφια αυτές τις μέρες και γαμιέστε και λίγο. Όλα ξεκίνησαν από εκεί όμως, από το website της Trine Paulsen και του Kim Solve. Και χαζεύοντας εκεί μέσα τα διάφορα, πέφτω πάνω στα θεϊκά «Decade» μπλουζάκια και σκέφτομαι πως θέλω ένα, αλλά μιας και ο υλισμός δεν βοήθησε ποτέ κανέναν, κάνω πίσω σαν άντρας που είμαι, μπαίνω στα covers, και τι να δω. Βλέπω πως τα παιδιά επιμελήθηκαν τις επανακυκλοφορίες τριών albums των Holy Toy. Είναι μερικά πράγματα που σου γαμάνε τον οικονομικό προϋπολογισμό. Ένα τρακάρισμα. Μια αναγκαία έκτρωση. Ένα σιρόπι βήχα, για τον απαραίτητο βήχα, που προήλθε από το (ακόμα πιο) απαραίτητο γέλιο, για τα «Allen Iverson» πλάνα των Αγγελόπουλων. Αλλά πάνω από όλα αυτά, οι επανακυκλοφορίες τριών album των Holy Toy. Δεν θα πω ποιοί είναι οι Holy Toy, ξέρετε ποιοί είναι, αν δεν ξέρετε να προσποιηθείτε πως ξέρετε για να καταλάβετε το post μου, ένα σημαντικό γεγονός τόσο για τη ζωή σας, όσο και για τη δική μου. Όλα αυτά εν αναμονή του πακέτου με το «Bygones» compilation των Beyond Dawn και τo «Carheart» t-shirt (από το χέρι του Einar Sjurso), εν έκρηξη χαράς με την αναμενόμενη κυκλοφορία του «The Drama Hour» demo των Virus (αν λεγόταν ποτέ έτσι), και εν ακρόαση του remix album των V:28 στην Cold Meat Industry. Και ξαφνικά, τρία albums των Holy Toy. Όλοι λοιπόν, λένε πως τα τρια αυτά album θα επανακυκλοφορήσουν από την Tatra. Σε μια επίκληση στην απορία, υπάρχει ακόμα η Tatra; Πρέπει να έχει να κυκλοφορήσει κάτι καμιά πενταετία στο νερό. Είμαι έρμαιο της απορίας μου, δεν υπάρχει website, και δεν μπορώ να παραγγείλω τα albums, διότι χωρίς site, δεν έχουμε παραγγελία. Από την άλλη το οικονομικό πλάνο προχωράει αλώβητο από τα χτυπήματα. «Ποιά χτυπήματα ρε;» με ρώτησε πριν ένας φίλος που του περιέγραφα τα τεκταινόμενα. Τι να του εξηγήσω. Ακούστε στο repeat το «Marmur» κομμάτι από το «Warszawa» LP του 1982 (ναι, ξέρω, άκουγαν όλη μέρα Joy Division), και θα καταλάβετε για τι πράγμα μιλάω. Στην επανακυκλοφορία του «Warszawa» δε, θα περιέχονται λέει και τα τρία 12″ singles που κυκλοφόρησαν πριν (αλλά και μετά) το album, τα «Perfect Day» και «Soldier Toy» του 1982 και το «Meeting II» του 1983. Επίσης, το remix του «Down In Japan» που υπήρξε στην υπερσυλλογή «Maskindans – Norsk Synth 1980-1988». ΘΕΛΩ. Ακούστε, θα υπάρξει κατανόηση. Ελπίζω. Τουλάχιστον σε αυτό.
Σήμερα είπα να περάσω μια βόλτα από την Πολιτεία μετά τη δουλειά μπας και έχει φέρει το Wire, μια που μάλλον αυτούς τους μήνες τα βγαλαν μαζεμένα οι Άγγλοι φίλοι μας. Μια που δεν το χε και χάζευα το ράφι με τα περιοδικά πήρε το μάτι μου ένα μοναχικό αντίτυπο του τελευταίου τεύχους του muzine. Κάθε, μα κάθε φορά που το πετύχαινα σε κάποιο δισκάδικο σκεφτόμουν να το πάρω, αλλά για κάποιο λόγο δεν το είχα κάνει μέχρι τώρα. Τελικά το πήρα απόφαση και είπα να δω τι είναι τουτο το zine (για το οποίο link μπορείτε να βρείτε άμα κοιτάξετε λίγο προσεκτικά στο δεξί μέρος αυτού του blog!). Καταρχήν, όποιον ανήκει σε αυτή την περίεργη κάστα ανθρώπων που όταν αγοράζουν ένα καινούριο cd και το ανοίγουν, κάθονται και μυρίζουν το βιβλιαράκι, πιστεύω ότι θα το ερωτευτεί το muzine με την πρώτη μυρωδιά. Έχει εκείνη την περίεργη (και αρκετά σπάνια) μυρωδιά που έχουν τα booklets που είναι φτιαγμένα από χοντρό χαρτί, το οποίο όμως δεν είναι γυαλιστερό και την αγαπάμε, καθότι είναι άκρως κολλητική. Από όσο μπορώ να καταλάβω πρόκειται για ανεξάρτητη έκδοση, κάτι που κάνει την γενικότερη προσπάθεια ακόμα πιο εντυπωσιακή. Αισθητικά είναι πανέμορφο, κάθε τεύχος μοιάζει άκρως προσεγμένο, με διπλό sampler cd και γενικά σου δίνει την εντύπωση ότι (ειδικά αφού δεν υπάρχουν οι τσέπες ενός εκδοτικού οίκου από πίσω) εδώ πέφτει μεράκι και δουλειά και όρεξη. Ήμουν ακόμα πιο τυχερός γιατί το συγκεκριμένο τεύχος περιλαμβάνει και ένα πανέμορφο μίνι αφιέρωμα για βιβλία και μουσική, με πολύ ωραία κείμενα και, φυσικά, αναφορά στο «High Fidelity» αλλά και στο πολύ ωραίο «The Dwarves Of Death» του Jonathan Coe. Κρατάμε σημειώσεις για όσα αναφέρθηκαν και δεν είχαμε διαβάσει. Θα μπορούσε να είχε κει μέσα και το «Fortress Of Solitude» του Jonathan Lethem. Τις υπόλοιπες κριτικές και συνεντεύξεις δεν έχω προλάβει να τις διαβάσω προσεκτικά ακόμα, αλλά τα κείμενα φαίνονται ιδιαιτέρως όμορφα. Ίσως θα ήθελα λίγο περισσότερο ποικιλία, πέρα από την ακραιφνώς indie κατεύθυνση, αλλά αυτές είναι παραξενιές δικές μου. Χαίρομαι πάντως απίστευτα όταν βλέπω τέτοια πράγματα, σε ένα χώρο όπου ο μουσικός τύπος πλέον είναι ελαφρώς για γέλια (ή εναλλακτικά για κλάμματα). Μετά το παλιό Ποπ+Ροκ και βραχύβιες προσπάθειες τύπου Razor, δεν μπορώ να θυμηθώ πολλά ακόμα έντυπα που να ήταν πραγματικά καλά. Στις περισσότερες των περιπτώσεων σε κάθε περιοδικό ή zine, έβρισκες μερικούς πολύ καλούς συντάκτες, αλλά μια γενικότερη γελοιότητα ως σύνολο. Ευτυχώς υπάρχουν και κάποια λίγα παραδείγματα που το διαψεύδουν αυτό και ακόμα πιο ευτυχώς, φαίνεται να υπάρχει μια μικρή (ίσως) σκηνή που να επιτρέπει σε αυτά τα παραδείγματα να επιβιώνουν.
Την τελευταία βδομάδα άκουσα μπόλικους δίσκους που ήταν συμπαθητικοί, αρκετούς που ήταν ελαφρώς αδιάφορα, αλλά έπρεπε να φτάσει η σημερινή μέρα και η πρώτη ακρόαση του «Luminous Night» των Six Organs Of Admittance (δεύτερη φετινή κυκλοφορία τους) για να πω το «wow». Εκπληκτικός δίσκος από ένα συγκρότημα που αρχικά δεν με είχε τραβήξει ιδιαίτερα, αλλά όσο περνάει ο καιρός αρχίζει και με κολλάει περισσότερο. Ίσως ο δίσκος που θα ήθελαν να είχαν βγάλει οι Current 93 φέτος, αντί γι’ αυτή την πατάτα που κυκλοφόρησαν τελικά. Μερικές φορές ο μαθητής ξεπερνά κατά πολύ το δάσκαλο.
Η σχέση μουσικής και κινηματογράφου είναι περίεργη υπόθεση. Σίγουρα αυτά τα δυο πράγματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, αν και, δυστυχώς, συνήθως αυτή η σχέση μεταφράζεται σε αδιάφορα scores που υπάρχουν απλά για να γεμίζουν το background των εικόνων που έχουμε μπροστά μας. Υπάρχουν όμως και μερικές στιγμές που η μουσική και η εικόνα δένουν τόσο πολύ μεταξύ τους, που δεν μπορείς να διαχωρίσεις τι είναι τι και αυτό καθιστά την ένωσή τους κάτι που θα κάνει τα επι μέρους κομμάτια να μείνουν χαραγμένα στο μυαλό μας για πολύ καιρό. Μια από τις ταινίες που ανακάλυψα εντελώς κατά τύχη (απλά και μόνο γιατί μ’ αρεσε ο τίτλος) αλλά έφτασα να λατρέψω τελικά ήταν το «Aberdeen». Παρά τον σκωτσέζικο τίτλο του, μεγάλο κομμάτι της ιστορίας του, αλλά και των εικόνων του αφορά την Νορβηγία, κάτι που σίγουρα με έκανε να το αγαπήσω πιο πολύ. Δεν θα φλυαρήσω πολύ για την ταινία, να τη βρείτε και να τη δείτε άμεσα και να την αγαπήσετε και εσείς. Εκεί που ήθελα να καταλήξω είναι ότι στο κλείσιμο της ταινίας βλέπουμε ένα βαλσάκι ανάμεσα στον Stellan Skarsgård και τη Lena Headey (πατέρας και κόρη στην ταινία), όπου καθώς ξεκινάνε να χορεύουν ο Skarsgård αρχίζει να της σιγοτραγουδά (κάτι που κάνει καθόλη τη διάρκεια της ταινίας περιοδικά) το «Balladen om herr Fredrik Åkare och den söta fröken Cecilia Lind» του Cornelis Vreeswijk. Ένας Νορβηγός τραγουδά σε μια Βρεττανή το σουηδικό τραγούδι ενός Ολλανδού. To τραγούδι από μόνο του είναι ένα από τα πιο όμορφα βαλς που έχω ακούσει στη ζωή μου, αλλά ο συνδυασμός του με εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή το έκανε ακόμα δυνατότερο στη φαντασία μου, λες και όλη η ταινία φτιάχτηκε για να ακουστεί αυτό το τραγούδι στο τέλος και να συνοδέψει εκείνη τη σκηνή.
Från Öckerö loge hörs dragspel och bas
och fullmånen lyser som var den av glas.
Där dansar Fredrik Åkare kind emot kind
med lilla fröken Cecilia Lind.
Hon dansar och blundar så nära intill,
hon följer i dansen precis vart han vill.
Han för och hon följer så lätt som en vind,
Men säg varför rodnar Cecilia Lind?
Säg var det för det Fredrik Åkare sa:
Du doftar så gott och du dansar så bra.
Din midja är smal och barmen är trind.
Vad du är vacker, Cecilia Lind.
Men dansen tog slut och vart skulle dom gå?
Dom bodde så nära varandra ändå.
Till slut kom dom fram till Cecilias grind.
Nu vill jag bli kysst, sa Cecilia Lind.
Vet hut, Fredrik Åkare, skäms gamla karln!
Cecilia Lind är ju bara ett barn.
Ren som en blomma, skygg som en hind.
Jag fyller snart sjutton, sa Cecilia Lind.
Och stjärnorna vandra och timmarna fly
och Fredrik är gammal men månen är ny.
Ja, Fredrik är gammal men kärlek är blind.
Åh, kyss mig igen, sa Cecilia Lind.
From the pavilion at Öckerö, hear the sounds of accordion and bass
The full moon is shining as if it was made of glass
There dances Frederik Åkare, check against cheek
With little miss Cecilia Lind
She dances and closes her eyes so near to him
She is following him closely, dancing exactly where he leads
He leads and she follows light like the wind
But say, why is Cecilia Lind blushing?
Was it because of what Fredrik Åkare said:
You smell so good and you dance so well
You waist is small and your bosom is round
Oh, you are so beautiful, Cecilia Lind
But the dance ended and where could they go?
Ah, we live so close to each other anyway
In the end they got to the gate at Cecilia’s house
Now I want a kiss, said Cecilia Lind
Learn shame, Frederik Åkare, be ashamed you old man!
Cecilia Lind is just a child
Pure as a flower, shy as a hind
I turn 17 soon, said Cecilia Lind
And the stars wander and the hours pass by
And Fredrik is old, but the moon is new
Yes, Fredrik is old, but love is blind
Oh, kiss me again, said Cecilia Lind
Μερικές φορές εκνευρίζομαι με τον εαυτό μου που ποτέ δεν ασχολήθηκε με την μουσική ως κάτι παραπάνω από απλός ακροατής. Βέβαια θα μου πείτε, δε σου φταίει κανένας γι’ αυτό. Η αλήθεια να λέγεται. Όμως υπάρχουν κάποιες ώρες που πραγματικά ζηλεύω όσους έχουν την ικανότητα και την δυνατότητα να μην χρειάζεται να πουν αυτό που σκέφτονται με λόγια.
Φλας μπακ καμιά ώρα πριν και συνειδητοποιώ ότι το album που έχω ακούσει τις περισσότερες φορές μέχρι στιγμής φέτος είναι το «The Ressurectionists/Night Raider». Θα πονέσει το ότι μάλλον δεν θα πάω στο live τους φέτος, θα πονέσει αρκετά, αλλά μάλλον θα πονέσει περισσότερο το να δώσω τα λεφτά μου στην Alterground. Θα κυνηγήσουμε να τους δούμε αλλού, γιατί η σκέψη του να ακούσω και τα φετινά τραγούδια live θα οδηγήσει σε περισσότερες ανατριχίλες από ό,τι το περσινό.
Τώρα όμως δεν είναι ώρα για Crippled Black Phoenix. Τώρα ακούμε το «Slow Days» των The Year Of. To rock super group ένα μάτσο avant jazz και noise και improv και άλλον πειραματικά εντυπωσιακών μουσικών. Ίσως να μην το λες και ακριβώς rock βέβαια. Όμως μέσα στη γενικότερη ομορφιά αυτού του δίσκου, κρύβεται ένα κομματάκι (τι κομματάκι δηλαδή, 15 λεπτά σχεδόν είναι), το «Calling Sky» που κρύβει μέσα του έναν από τους πιο τέλειους μουσικούς διαλόγους που έχουν γραφτεί ποτέ στην παγκόσμια (και πιθανότατα πανσύμπαντη) μουσική. Κάπου εκεί προς τη μέση του τραγουδιού σωπαίνουν τα πάντα και ακούγεται απλά ένα μπάσο πάνω από κάποια static παράσιτα. Καθώς μπαίνει από πίσω το προγραμματισμένο beat και μια υποψία από πλήκτρα, έρχεται σιγά σιγά κάπου από το βάθος μια ηλεκτρική κιθάρα να οδηγήσει (σιγά σιγά στην αρχή) σε ένα post rock ξέσπασμα, επιταχύνοντας όλα τα όργανα. Και ξαφνικά τα πάντα σταματάνε με μόνο το ρυθμό του beat να μένει. Κάπου εκεί έρχεται να μπει ένα σαξόφωνο που λες και θελει να βγάλει τα σώψυχα σου και να τα πετάξει στον αέρα. Και καθώς περνάει ο χρόνος το σαξόφωνο μοιάζει λες και θυμώνει, λες και έχει όρεξη να σπάσει τα πάντα τριγύρω του. Επιμένει να φυσάει τις μουσικές φράσεις του όλο και πιο απότομα, όλο και πιο έντονα, όλο και πιο βεβιασμένα, λες και έχει τόση μουσική μέσα του που αν δεν την βγάλει θα σκάσει. Νομίζω πραγματικά ότι την άμεση εκφραστικότητα του σαξοφώνου λίγα όργανα την έχουν. Και λίγα όργανα μπορούν να ακουστούν τόσο βίαια χωρίς την βοήθεια παραμόρφωσης. Αφού πει ό,τι είχε να πει, έρχεται πάλι η ώρα του μπάσου να ηρεμήσει την κατάσταση. Αν το σαξόφωνο είναι το όργανο του ξεσπάσματος, πιστεύω ότι δεν υπάρχει άλλο όργανο που μπορεί να πιάσει την αρχοντιά ενός double bass. Ρε παιδάκι μου, το ακούς και σου φαίνεται σχεδόν ότι βρίσκεται σε άλλο κόσμο, ότι δεν υπάρχει περίπτωση να κάτσει να ασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο γύρω του. Έχει πλάκα να φαντάζεσαι τα μουσικά όργανα σαν ανθρώπους.
Σήμερα Κυριακή αλλά αύριο δεν έχει σχολείο. Δεν την κάνει και πολύ καλύτερη αυτό τη μέρα όμως (αν και κομμάτια της ήταν εξαιρετικά). Το post αφιερώνεται στις βουτιές που ελπίζουμε να κάνει και με το παραπάνω ο φαν του Nevermind The Buzzcocks και ελπίζουμε να έχει πάρει καλή μουσική μαζί του.
Ποστάρω για δύο λόγους.
Α, για να διακόψω αυτό το ουλβερικό παραλήρημα των χεβυμεταλλάδων εδώ μέσα και Βου, για να φωνάξω και από εδώ πόσο πολύ αγαπώ το Never Mind the Buzzcocks. Αν δεν ξέρουμε τι είναι το NMtB πάμε στο utube παραδίπλα και λιώνουμε για δυο-τρεις μέρες συνεχόμενα με τα επεισόδια που έχουν ανεβάσει κάποιοι χρήστες για τους οποίους προσευχόμαστε τα βράδια σε μια γωνίτσα στο δωμάτιο φορώντας πυζάμες και σκούφο σαν του Παπαγιαννόπουλου σε εκείνη την ταινία με την Καρέζη ο θεούλης να τους έχει καλά εκείνους και τις οικογένειές των.
Η καινούρια σειρά εκπομπών θα είναι χωρίς το Simon Amstell. Στραβομουτσουνιάζουμε λίγο αλλά θα είναι και πάλι τρομερό, όπως και να’χει.
Αυτό το καλοκαίρι, ο Garm έχει την τιμητική του, κυρίως επειδή αποφάσισε να βγάλει τους Ulver on the road. Και είναι αλήθεια, πως έχω ένα μικρό θέμα με το γεγονός. Και έχει να κάνει και αυτό, με τη γνωστή αντιφατικότητα του συγκροτήματος. Διάολε, πως είναι ο οπαδός των Ulver; Είναι ο τύπος που θα τους δει σε λίγες μέρες στο Brutal Assault ή τον Οκτώβρη στο Queen Elizabeth Hall του Λονδίνου; Είναι και οι δύο μαζί; Κανείς από αυτούς;
Όντας μια τόσο περίπλοκη περίπτωση και εκτεινόμενη σε ένα τόσο δυναμικό (θα έλεγα) εύρος, αναρωτιέμαι το πως είναι ο άνθρωπος που έχει πιάσει τι παίζει με τους Ulver σαν σύνολο, που δέχεται τη μπάντα για όλους τους λόγους που μπορεί να την δεχτεί κανείς.
Ποιός θέλω να κάθεται δίπλα μου; Ένας προγκρεσίβ βλαχομεταλλάς που θα αναφωνεί πως «εικοσιτέσσερα γράμματα της αλφαβήτου δεν είναι ικανά για να περιγράψουν το τι συναισθήματα μου προκαλούν οι Ulver»; Ή μήπως ένας τύπος με random t-shirt Muse που «γενικώς ποτέ δεν υπήρξα οπαδός του ακραίου χώρου, αλλά οι Ulver κάνουν Τέχνη»; Σαν να τον βλέπω με τη σαγιονάρα να freecamping-άρει σε τίποτα funkee Κουφονήσια παρέα με την ΜΠ παρέα των ΜΠάφων, του ΜΠομπ Μάρλει, και λοιπών ΜΠ. Να είναι ο χαροκαμμένος blackmetals που θα τους φωνάζει «Nattens Madrigal ρε μουνιά» (αυστηρά) στο αθηναϊκό show; Να είναι ο «Το Perdition City είναι ο καλύτερος ηλεκτρονικός δίσκος όλων των εποχών»; Ίσως ο «Ευτυχώς δεν παίζουν από τα πρώτα, yikes». Προτιμάτε ίσως τον «Εγώ έχω καταλάβει τους Ulver καλύτερα από Εσένα»; Ή τον «καλά, παλιά έπαιζαν BLACKMETAL και τώρα ELECTRONICA, super avant garde, WOW».
Το συγκρότημα των Ulver, έχει αυτό το χαρακτηριστικό, πως δημιουργεί στους ακροατές του ψευδαισθήσεις ελιτισμού, απλά και μόνο λόγω τριβής. Αναπόφευκτης τριβής, και δεν είμαι σίγουρος πως γίνεται ηθελημένα αυτό, αλλά είναι όσο να ‘ναι κάπως περίεργο. Πρόκειται για ενός είδους παθογένεια. Το συζητούσα προχτές στο εμεσέν, και τώρα μου ήρθε να τα μοιραστώ και δω, μην ανησυχείτε. Οι Ulver δεν είναι οι μόνοι που το κάνουν αυτό, αλλά να, ας πούμε, εδώ τα πράγματα είναι έντονα, και κάπως πιο οδυνηρά, γιατί βρισκόμαστε στη θέση να αγαπάμε και να λατρεύουμε τους Ulver, χωρίς να έχουμε την παραμικρή ψυχαναγκαστική ανάγκη να αποδείξουμε τίποτα περί του γεγονότος αυτού. Η κατάρα μας θα είναι να ανατριχιάζουμε σε συζητήσεις, αλλά αυτό είναι εύκολα προσπεράσιμο, απλά αποφεύγουμε τις συζητήσεις. Είμαστε ένα βήμα πριν το να αποφύγουμε και την συναυλία του Νοέμβρη.
Σε αντίθεση με τον kathleenturneroverdrive, δεν χαλιέμαι τόσο για το metal της υπόθεσης. Όντας μεγάλος οπαδός της πρώτης περιόδου τους, δεν μπορώ να μην χαρώ μέσα μου για τα μέρη από τα οποία ξεκίνησαν, και τελικά τους οπαδούς που κατά μια έννοια Ξέρουν τη μπάντα κάπως καλύτερα, παρά τη μεγαλομανία της και τα δεκάδες trick της. Που εξιτάρουν όσους «έξω» εξιτάρονται από τα διάφορα τέτοια, οποιοσδήποτε και αν τα κάνει. Δεν λέω πως θα προτιμούσα το Brutal Assault από το Queen Elisabeth (σίγουρα τα προτιμώ και τα δύο από το Gagarin), αλλά τελικά, νομίζω πως θα προτιμούσα…θα ήθελα…αν είχα την επιλογή…
….γιατί κάνετε live ρε παιδιά;
bonus κλείσιμο δημοσίευσης, τριαλαλά, δεν είχα σκοπό να γράψω για τους Ulver. Πάλι. Σκοπό είχα να πω δυό κουβέντες για το τι μεγάλη δισκάρα είναι το «Treetop Drive 1-3 / Τοwboat» του Deathprod, το οποίο, να, είναι ένας καλός λόγος ύπαρξης των όσων δίδαξε η σιωπή των no1 summer Ulver. Ναι, το «τόσο μικρό μέρος, τόσο ΜΕΓΑΛΕΣ μουσικές» παράδοξο, θα παραμείνει παράδοξο, και μάλλον το αγαπημένο μου από αυτά.