μάγια παπάγια

•31 Αυγούστου, 2009 • 1 σχόλιο

Οι διακοπές είναι ένα καλό πράγμα που συμβαίνει στον κοσμάκη που πάει και κάνει τα μπανάκια του και πίνει τις ρακές του και τρώει τις σφακιανές του και χορεύει μεθυσμένος σε ταβέρνες ξημερώματα το «Χωρίσαμε ένα δειλινό» του Τσιτσάνη (το τελευταίο δε συνέβη στην πραγματικότητα αλλά αυτές οι σφακιανές με τις ρακές εκτός όλων των άλλων σου κάνουν και κάτι όνειρα, μούρλια) και γενικά περνάει έκτακτα και μετά γυρνάει και γκρινιάζει λίγο μέχρι που σκάει και ζούμε όλοι καλύτερα, οδεύοντας σε ένα αβέβαιο μέλλον, είναι περίεργοι οι καιροί, πας στο σινεμά και σε τσιμπάνε βελόνες με το έιτζ, στα εϊτιέμς, παντού, ρίχνουν χασίσια στα ποτά σου, ξυπνάς σε μια μπανιέρα με παγάκια και ψαχουλεύοντας ανακαλύπτεις ότι σου λείπει ένα νεφρό, τουλάχιστον ένα νεφρό, οι αναρχικοί και οι εβραίοι που έκαψαν την Αθήνα το Δεκέμβρη τώρα καίνε και τα δάση μας, οι αλήτες, τα μαλακισμένα, το παραλήρημα κάπου πρέπει να σταματήσει.

Τα σουξέ που με συντρόφευσαν αυτό το καλοκαίρι:

clubroot … low pressure zone
ben klock … gloaming
heartthrob … futures past (original mix)
stendeck … safari in the blue tails cockatoo’s garden
losoul … the crush
leftfield … phat planet
pandora’s black book … empty words
deadbeat … grounation (berghain drum jack)
shed … that beats everything!
plastikman … fuk
burial … raver
biomaas … electrozali
broken haze … core program -in-sect raid slasher mix-
harappian night recordings … bare cairo

(  (  (  -νταουνλόουντ- )  )  )

Old school, old dog, new tricks!

•28 Αυγούστου, 2009 • Σχολιάστε

Από την δισκογραφία των Καλυβάτσηδων της ραπ προτιμάμε Hello, nasty

ή Paul’s Boutique;;;

μμμμμμμ δύσκολο, δύσκολο, δύσκολο!

don’t kill the animals

•27 Αυγούστου, 2009 • Σχολιάστε

To «don’t kill the animals» το γνωρίζετε, όντας πασίγνωστο hit των Νina Hagen και  Lene Lovich, κάπου στα late 80’s. Μπορείτε να βρείτε εδώ το videoclip του. Όχι τίποτα μεγάλο ή πραγματικά ωραίο, σχεδόν είμαστε στην αντίπερα όχθη, αλλά αποφάσισε να το διασκευάσει η Jarboe παρέα με την Nebelhexe, και μια συνεργασία μεταξύ των δύο σημαντικών κυριών, δεν μπορεί, θα έχει να πει κάποια πράγματα. Ειδικά δε αφού το ηχογράφησαν στο studio του Daniel Hill των Magenta. Μετράει το studio ηχογράφησης, μην το λέτε αμελητέα λεπτομέρεια. Ακόμα και για το «don’t kill the animals». Τις αγαπώ και τις δύο, και θέλω να τις ακούσω μαζί. Για την ώρα υπάρχει μόνο στα itunes ή σε κάτι άλλο τέτοιο, οπότε το electroclub mix που υπόσχονται θα πρέπει να περιμένει μέχρι να μας έρθει δωρεάν. Κάπως έτσι, ζήσανε αυτές καλά και εμείς καλύτερα, και εδώ το τελειώνει το μικρό μου post, και ως ασήμαντο που είναι, καπελώστε άφοβα, ακόμα και με Phil Collins.

Left,lady,left!

•25 Αυγούστου, 2009 • 2 Σχόλια

Τον τελευταίο καιρό βρέθηκα ξανά στα θρανία. Αν με ρωτούσες πριν μισό χρόνο, δούλευα πολύ, ζούσα σε μια από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου, έβγαζα οκ λεφτά, τα πράγματα δεν ήταν ονειρεμένα όπως σπάνια είναι έτσι κι αλλιώς. Τους τελευταίους έξι μήνες περίπου όμως, βρέθηκα ξανά στα θρανία. Έμαθα για παράδειγμα πως οι κάτοικοι αυτής της πόλης κοιτάζονται πάρα πολύ συχνά και αφοσιωμένα στον καθρέφτη. Δεν αστειεύομαι. Μπορεί να βρίσκονται στην αίθουσα αναμονής ενός ιατρείου και να περιμένουν τα αποτελέσματα εξετάσεων για AIDS ή κάτι τέτοιο και να κοιτάζονται στον καθρέφτη, μπρος πίσω, να εξετάζουν την εμφάνισή τους, τα μαλλιά τους ακόμα και στα πρώτα δευτερόλεπτα που ο γιατρός φωνάζει το όνομά τους. Μπορεί να περιμένουν να τους σερβιριστεί το χάμπουργκερ που έχουν παραγγείλει και να κοιτάζονται στον καθρέφτη. Αφοσιωμένοι εκεί για την λίγη ώρα μέσα στην ημέρα τους που τους δίνεται να εξετάσουν πραγματικά τον εαυτό τους, να κοιτάξουν βαθιά μέσα σε εκείνο τον καθρέφτη και ευχαριστημένοι να γυρίσουν και να αντιμετωπίσουν τον κόσμο. Το αστείο της υπόθεσης είναι πως το κάνουν όλοι αυτό. Μικροί, μεγάλοι, γυναίκες, άνδρες, ξένοι, νόμιμοι, παράνομοι, παιδεραστές, χριστιανοί, επαναστάτες, φτωχοί, πλούσιοι, απελπισμένοι, ευτυχισμένοι, μόνοι, σε ζευγάρια. Εγώ από την άλλη, δεν αντέχω να βλέπω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Δεν ξέρω τι έχει να πει η μεταμοντέρνα ψυχολογία για αυτό, αλλά σίγουρα θα το αντέξω ό,τι και να είναι.
Το αγαπημένο μου Fleetwood Mac κομμάτι είναι το The Chain. Πρόσφατα ξέθαψα πάρα πολλούς παλιούς και αγαπημένους μου δίσκους, όπως το Rumours, το Dusty in Memphis, κανα δυό δίσκους Fats Domino, την συναυλία του Curtis Mayfield το ‘87 στο φεστιβάλ του Montreaux και μετά προχώρησα και σε άλλες συναυλίες από την σειρά Storytellers του VH1. Μερικοί από εσάς τους χιλιάδες αναγνώστες μας ίσως να γνωρίζετε αυτή τη σειρά από την περίφημη εμφάνιση του Cash και του Nelson. Ένα από τα αγαπημένα μου μουσικά κανάλια εκεί έξω αν και εντελώς mainstream, είναι το VH1 μόνο και μόνο για την σειρά Storytellers και τις περίφημες εκπομπές που έκαναν με λίστα κάθε είδους: οι 100 καλύτεροι δίσκοι, οι 100 καλύτεροι καλλιτέχνες, τα 100 καλύτερα σινγκλς και πάει λέγοντας. Μόλις τελείωναν με τα 100 καλύτερα οτιδήποτε, ξεκινούσαν με τα 50. Ήθελα να καταλήξω στο ότι το Storytellers έγινε η μετεξέλιξη του MTV Unplugged και έγινε έτσι ώστε η εκπομπή να φιλοξενήσει και λιγότερο πόπιουλαρ, να πούμε κι έτσι, καλλιτέχνες στους οποίους ίσως το MTV να μην ήθελε να δώσει βήμα, για να το πούμε έτσι ευγενικά. So anyhow, κατέληξα να ξαναβλέπω το Storytellers του Springsteen, του Bowie ε και του Cash με τον Nelson. Ψάξε το Storytellers, θα σου αρέσει.
Ξέθαψα και πολύ Bill Hicks τον τελευταίο καιρό, ο αγαπημένος μου κωμικός, σίγουρα ο ένας από τους δυο αγαπημένους μου ανθρώπους σε όλο το κόσμο. Να σημειωθεί παρακαλώ πόσο υπέροχη ποπ είναι το Rumours των Fleetwood Mac και σίγουρα μέσα στην δική μου 100άδα αγαπημένων δίσκων (20άδες και φλωριές), δίσκος απόλυτα ταιριαστός για την εποχή αυτή του χρόνου, που είναι έτσι λίγο καταθλιπτική, λίγο μαύρη, λίγο κάπως. Απίστευτα μελωδικός δίσκος, από αυτούς που πραγματικά σε κάνουν να ξεχνιέσαι, να ξεφεύγεις. Ξέρω, ξέρω, εσείς που γυρίσατε ή που θα γυρίσετε από διακοπές θα είστε όλοι ενθουσιασμένοι, θα έχετε ξαναγαπήσει την ζωή σας, τον εαυτό σας, τον πατέρα σας και τη μάνα σας, δεν θα σας φαίνονται τώρα πια και τόσο κακοί, είστε έτοιμοι να ξεκινήσετε το φθινόπωρό σας με όρεξη, έτοιμοι να ερωτευτείτε. Well screw you guys. Εμείς οι Χιξ της Αθήνας μείναμε πίσω να σερβίρουμε μπέργκερς και κόκα κόλα (Devil’s spawn) και να βλέπουμε τον κόσμο να κοιτάζεται στον καθρέφτη.
Και να σηκώσουν και το χέρι τους όσοι έκαναν διακοπές στα σπίτια που έφτιαξαν οι γονείς τους και που αγοράστηκαν από οικοπεδοφάγους που καίνε δάση. Χα! Βάλε αυτό στην πίπα σου και κάπνισέ το φίλε μου!!
Διατηρώ το δικαίωμα μου να σας μισώ τις μικρές ώρες της ημέρας, στην σκοτεινή μου κρεβατοκάμαρα και να φαντασιώνομαι πως να ναι άραγε να είσαι πυροσβέστης καθώς ακούω την Springfield να τραγουδάει Have a good life baby, κάπου στο Μέμφις.
Άκουσα και έναν δίσκο των The Black Atlantic που δεν μου άρεσε καθόλου αλλά αυτό που με διασκέδασε λίγο λιγότερο από τον Hicks αυτές τις μέρες ήταν το άρθρο που διάβασα σχετικά με την παρακάτω είδηση: ο Bob Dylan βρίσκεται σε συζητήσεις με κατασκευαστικές εταιρείες αυτοκινήτων για συμφωνία σχετικά με την χρήση της φωνής του σε συσκευές πλοήγησης. Όπως είπε και ο αρθρογράφος, μάλλον ακόμα ψάχνει την απάντηση στην τότε ερώτησή του, How many roads must a man walk down before you can call him a man.
Και άλλη μια ερώτηση για το κοινό μας είναι, δίσκοι που σου αρέσουν πάρα πολύ από είδη μουσικής που είτε μισείς είτε απλά δεν σου αρέσουν και δεν ακούς.
Ενθουσιάστηκα και με τον καινούριο δίσκο του Mos Def (να ένας καλλιτέχνης που μου αρέσει πάρα πολύ από ένα είδος που δεν ακούω γενικά), The Ecstatic. Ευρηματικός, με φαντασία και διαύγεια, φρέσκος λες και τον ακούω πρώτη φορά, απίστευτη παραγωγή (είναι από τα ταλέντα του έτσι κι αλλιώς). Βαρετή και η τελευταία δουλειά των Reverend and the Makers, A French Kiss in the Chaos, με το Manifesto/People Shapers μόνο να ξεχωρίζει. Με τί φτιάχτηκε όμως η Error Flynn τις τελευταίες μέρες; Φτιάχτηκε με τους Fat Freddy’s Drop και τον τελευταίο τους δίσκο, Dr Boondigga and the Big BW. Ψα-χτεί-τε γιατί πρόκειται για τελειότητα.
Θα επιστρέψουν και οι αγαπητικοί μας οι μπλογκίτες από τας εξοχάς και τον μακρινό βορρά και θα μας πρήξουν!!
Cheerio.

sunday full of ash

•23 Αυγούστου, 2009 • 1 σχόλιο

Τελικά η πραγματικότητα μας άλλαξε τα σχέδια για το σαββατοκύριακο. Από εκεί που έλεγα ότι θα το περάσω ολόκληρο ακούγοντας μουσική και χαλαρώνοντας, τελικά κατέληξα επί δυο μέρες απλά να ακούω ραδιόφωνο και να βλέπω ειδήσεις στην τηλεόραση, αφού και φέτος αποφάσισε να καεί το σύμπαν. Την Παρασκευή δεν νομίζω ότι είχε πάρει πολύς κόσμος πρέφα του τι ακριβώς γινόταν. Το Σάββατο το πρωί ξύπνησα και ανοίγοντας την μπαλκονόπορτα αναρωτήθηκα αν έγινε κάτι και κοιμόμουν όλη μέρα. Το φως έξω από το σπίτι είχε εκείνη την περίεργη κιτρινίλα των ωρών λίγο πριν το δειλινό και ας ήταν εννιά το πρωί. Ρίχνοντας μια ματιά τριγύρω στον ουρανό υπήρχε ένα σύννεφο απίστευτης καφετίλας σε τεράστια έκταση τριγύρω. Κάπου εκεί άνοιξα και το ραδιόφωνο και άρχισα να βλέπω τι γινόταν γενικά. Παρά το γεγονός ότι η Ηλιούπολη είναι μακριά σε σχέση με την περιοχή που καιγόταν, η ατμόσφαιρα ήταν λες και είχε πιάσει φωτιά ο Υμηττός εδώ δίπλα. Σήμερα, πολλές ώρες μετά ο αέρας έξω από το σπίτι μυρίζει καμμένο και παντού φυσάει στάχτη. Χτες οι περισσότερες εικόνες σε φάσεις έμοιαζαν λες και είχε γίνει έκρηξη ηφαιστείου στην Αθήνα. Και μέχρι στιγμής συνεχίζουμε. Σχετικά ακάθεκτοι. Έχει καεί το σύμπαν και τελικά δεν ξέρεις ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Μάλλον οι ξενιτεμένοι σε Νορβηγίες και Δανίες καλά θα κάνουν να σκεφτούν πολύ καλά πριν επιστρέψουν. «Celine Dion sings love songs while our cities burn» έλεγε κεινο το πανώ στο live των Godspeed You Black Emperor και δυστυχώς εδώ πλέον δεν καίγονται μόνο οι πόλεις.

Συζητήσεις για μουσική πάλι από αύριο. Έχει μαζευτεί πολλή και θα τα πούμε. Προς το παρόν απλά χαζεύουμε.

lets shut up for once

•21 Αυγούστου, 2009 • 1 σχόλιο

Αυτή τη βδομάδα δεν άκουσα και πάρα πολλή μουσική κυρίως γιατί οι ώρες σαπίσματος της άδειας μοιραζόντουσαν κάπου ανάμεσα στο ραδιόφωνο (μια που αποφασίσαμε να μάθουμε και τα τελευταία νέα) και σε διάφορες χαζο-σειρές. Σήμερα μετά από μπόλικες μέρες, έβαλα να ακούσω τα album που χαν μαζευτεί αυτές τις μέρες, αλλά τελικά κόλλησα εντελώς με το «4 Track Songs» του Peter Broderick και δεν προχώρησε πάρα πολύ το σχέδιο. Αυτός ο δίσκος ήταν και η έμπνευση για την συλλογή που θα ανέβει εδώ σήμερα (δεν μπορείτε να πείτε, καιρό είχαμε). Το τελευταίο κομμάτι του δίσκου, το «Listening – Thinking» μου θύμισε πάρα πολύ την πρώτη ακρόαση του «The State The Sea Left Me In» του Erik Enocksson. Έτσι αποφασίστηκε να δημιουργηθεί μια αρκετά σιωπηλή συλλογή με άξονα αυτά τα δυο κομμάτια. Τελικά δεν καταφέραμε να σωπάσουμε εντελώς αλλά ακόμα και όταν χρησιμοποιήσαμε την φωνή μας δεν ανέβηκε πάνω από τον ψίθυρο. Η Παρασκευή αυτή δεν είχε την συνηθισμένη ενέργεια και όρεξη των περισσότερων Παρασκευών, κυρίως γιατί το Σαββατοκύριακο που έρχεται δεν μου θυμίζει τόσο πολύ ξεκούραση, όσο το τέλος της άδειας. Βέβαια εδώ που τα λέμε δεν ήταν και πολύ συναρπαστική η άδεια, αλλά τουλάχιστον απομακρύνθηκα από τις καθημερινές μαλακίες, κυρίως της δουλειάς. Θετικό της βδομάδας ότι ήρθαν και σχεδόν όλες οι παραγγελίες μου, οπότε χαζοχαίρομαι κάπου ανάμεσα στο «The Ressurectionists/Nigth Raider» και το A Forest Of Stars. Ώρα να σκάσω όμως και να μπούμε στο ψητό.

nowordsfc copy

01. Peter Broderick – Listening – Thinking
02. Moondog & The London Saxophonic – Bird’s Lament
03. Cheju – Crosstalk
04. Ben Woods – Rebuild In Silence
05. Rafael Anton Irisarri – Hopes And Past Desires
06. Christian Fennesz – Plays Charles Matthews
07. The Alps – Moonrise
08. Balmorhea – Remembrance
09. Mount Eerie – My Heart Is Not At Peace
10. Mono – Silent Flight Sleeping Dawn
11. Wixel – Sorry
12. Hannu – Vanhadrone
13. Helios – Cross The Ocean
14. Erik Enocksson – The State The Sea Left Me In

sssssshhhhh

germans (and a japanese) do it better

•18 Αυγούστου, 2009 • 2 Σχόλια

dream, a

•17 Αυγούστου, 2009 • Σχολιάστε

Όπως αποδείχτηκε από έρευνες μετά το γεγονός, πρέπει να ήταν γύρω στις 7:33 το πρωί. Κάπου εκεί που πλησιάζει η ώρα που θα ξυπνήσεις και ο εγκέφαλος έχει αρχίσει να κάνει τις πρώτες, διστακτικές ομολογουμένως, επαφές με τον γύρω κόσμο, χωρίς όμως να έχεις αποφασίσει ότι ήρθε η ώρα ακόμα, βρίσκεσαι στη διαδικασία παρακολουθήσεως του τελευταίου ονείρου της νύχτας. Λεπτομέρειες μετά δεν θυμάσαι πάρα πολλές, το μόνο που σου έχει μείνει στην μνήμη είναι ότι για κάποιο περίεργο λόγο βρίσκεσαι σε κάποιο τυχαίο, και μισοάδειο, bar όπου και κατεβάζεις το ένα ποτό μετά το άλλο. Φυσικά και δεν καταλαβαίνεις τι ποτό είναι, μην ρωτάτε βλακείες. Θυμάσαι όμως αμυδρά ότι το ποτήρι είναι μικρό και παραξενεύεσαι με το γεγονός ότι το μόνο που θυμάσαι καθαρά είναι αυτό. Εκείνη τη στιγμή δε αρχίζεις και ξυπνάς λίγο περισσότερο, και αρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι αυτό που παρακολουθείς είναι ένα όνειρο. Πιστεύω ότι όλοι το έχουν ζήσει τουλάχιστον μια φορά αυτό, την στιγμή εκείνη που καταλαβαίνεις ότι κοιμάσαι αλλά επίσης συνεχίζεις να ζεις αυτά που συμβαίνουν στο όνειρο σου. Στον έξω κόσμο, το ραδιόφωνο έχει μείνει να παίζει από το βράδυ και εκείνη τη στιγμή ο καλός ηχολήπτης ή το καλό shuffle του media player, αποφασίζει να παίξει το «Le Vent Nous Portera». Τότε δεν ξέρεις πως ακριβώς γίνεται, αλλά συνεχίζεις στον ύπνο σου να βρίσκεσαι στο bar, όμως εκεί που πας να πιεις και το τελευταίο ποτήρι, το σταματάς κάπου στη μέση της διαδρομής ανάμεσα στο πάγκο και στο στόμα σου. Αρχίζεις να τραγουδάς τότε στον ύπνο σου τους στίχους που ακούς από τον Cantat και σιγομουρμουρίζεις τη μελωδία. Αφήνεις το ποτήρι πάνω στον πάγκο κάπου εκεί και το κομμάτι του μυαλού που καταλαβαίνει ότι όλα αυτά βρίσκονται ακόμα στο όνειρο σε κάνει να χαμογελάσεις πλατιά. Δεν ξέρω αν χαμογελάει και το σώμα σου που βρίσκεται τυλιγμένο στο σεντόνι, αλλά ο εαυτός σου που βρίσκεται σε εκείνο το ανώνυμο bar σίγουρα χαμογελάει καθώς τελειώνει το τραγούδι. Κάπου εκεί, αρχίζει να παίζει το επόμενο και σ’ αρέσει και αυτό, αλλά προσπαθείς μέσα στον ύπνο σου να κρατήσεις οποιοδήποτε στοιχείο για να το βρεις το πρωί όταν θα ξυπνήσεις ολοκληρωτικά. Φυσικά αποτυγχάνεις ολοκληρωτικά όταν ξυπνάς μετά αλλά δε σε πειράζει πάρα πολύ για να πούμε και τη μαύρη αλήθεια, σου ‘χει μείνει η ωραία αίσθηση του υπόλοιπου ονείρου. Άσε που για μια φορά, ήπιες τα κέρατά σου και δεν σε πείραξε κιολας.

what about taking the mind off things?

•16 Αυγούστου, 2009 • Σχολιάστε

Σε γενικές γραμμές δεν μου έρχεται πολλές φορές η ακατανίκητη όρεξη (πείτε το και ανάγκη) για να πάω κάπου, οπουδήποτε, όταν γεμίζει το κεφάλι με (πολλές φορές ανούσιες) σκοτούρες. Ο θείος Murphy όμως ξέρει καλύτερα τα πράγματα και φροντίζει ακριβώς εκείνες τις στιγμές να έχουν μειωθεί οι επιλογές στο απόλυτο μηδέν και έτσι να περιορίζεσαι στην αγαπημένη εκείνη ασχολία του Σαββατιάτικου σαπίσματος που από τη μια μεριά θες να κοιμηθείς από τις 10, από την άλλη νιώθεις του τοίχους ελαφρώς να σε πνίγουν και άλλα τέτοια απολαυστικά πράγματα. Εκεί λοιπόν αφού δυσκολεύομαι να συγκεντρωθώ ακόμα και στην τελευταία χαζο-σειρά που βρήκε το δρόμο της προς το σκληρό μου, αναρωτιέμαι ποια θα ήταν η ιδανική μουσική για να ξεχνιέσαι από τα πολλά πολλά. Πραγματικά δεν ξέρω. Το μεγαλύτερο κομμάτι της μουσικής που αγαπάμε την αγαπάμε ακριβώς επειδή μας κάνει να σκεφτόμαστε, μας κάνει να ξυπνάμε, κάνει το εσωτερικό μας να παίρνει μπροστά ακόμα περισσότερο από το συνηθισμένο. Ούτε η μουσική που ακούμε όταν θέλουμε να διασκεδάσουμε ή να χορέψουμε ή να πορωθούμε ταιριάζει ιδιαίτερα (οπότε πάει και το ροκενρολ). Τι μας μένει λοιπόν; Εγώ πάντως δεν ξέρω σίγουρα, οπότε αν σκεφτείτε τίποτα συγκλονιστικό περάστε από εδώ να μας πείτε και μας που προβληματιζόμαστε. Κάντε γρήγορα όμως καθότι νιώθουμε τις διόδους νεύρων του εγκεφάλου να αρχίζουν να καίγονται επικίνδυνα. Κακό πράγμα αυτό, να το ξέρετε.

Πάντως σήμερα άκουσα και το Soulsavers. Μπόλικες φορές συνεχόμενα, ενώ πάλευα με τις μικροπαραξενιές του Ubuntu. Δικαιολογώ τον Μανώλη και με το παραπάνω. Μπορώ με σιγουριά να πω ότι εδώ καταλαβαίνω γιατί μιλάει για μεγάλο δίσκο. Μου άρεσε από την πρώτη στιγμή, με κέρδισε από το πρώτο τραγούδι, συναισθηματικό όσο δεν πάει, εξαιρετικά τραγούδια, ο Lanegan όπως τον ξέρουμε και τον αγαπήσαμε. Θα φτάσω να πω ότι φτάνει ακόμα και το Gutter Twins. Και αυτό το «Unbalanced Pieces».. Ω θεοί. Gone, now carry on, through violent seasons. Προβληματισμός.

Άκουσα επίσης και μου άρεσαν πολύ το «The Line» των Weather Station, όπως και το ομώνυμο των The Hare And The Moon. Περιμένουν υπομονετικά στη σειρά το δεύτερο album των Helena Espvall και Masaki Batoh και, φυσικά, το «Radio Experiment Rome February 1981» του Robert Wyatt. Ειδικά το δεύτερο ανυπομονώ να το ακούσω, ο Wyatt είναι μεγάλη αγάπη.

Τι να πει κανείς. Μερικές φορές και το Σάββατο είναι πιο εκνευριστικό και από την Κυριακή. Αναμένουμε την επόμενη μέρα λοιπόν.

ad astra

•15 Αυγούστου, 2009 • Σχολιάστε

Χτες-προχτές μου έλεγε ο Μάνος πόσο θεϊκό είναι το περσινό, ομώνυμο album των καναδέζων Blood Ceremony και η αλήθεια είναι ότι είχε δίκιο. Και επειδή εμείς έχουμε πάντα δίκιο εδώ να το ακούσετε και να λατρέψετε αυτό το sabbath-goes-progressive στυλάκι τους. Μια που είχα από περισυ που βγήκε το Blood Ceremony και το Diagonal να δω τι κάνει η Rise Above (που πλέον δεν βγάζει και τόσα albums), αφού γενικά την αγαπάμε.

Θυμάστε λοιπόν τι είχε γίνει όταν είχε βγει το πρώτο Witchcraft; Ή για να είμαι πιο ακριβής λίγο πριν βγει, όταν είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν τα πρώτα κομμάτια από το δίσκο. Πόσος κόσμος είχε μείνει υπερ-μαλάκας με αυτό που είχαν καταφέρει να βγάλουν οι Σουηδοί στο δίσκο του, με την ηχάρα και την απίστευτα αυθεντική 70ίλα τους. Δεν ξέρω αν έγινε το ίδιο με τους Blood Ceremony (αν και έχω την υποψία ότι δεν έγινε) αλλά ελπίζω πραγματικά να γίνει κάτι παρόμοιο με το ντεμπούτο των San Diego-ιανών Astra, το οποίο φέρει τον τίτλο «The Weirding». Καθώς έχω κόψει την πολλή, πολλή ενημέρωση από τον χώρο δεν ξέρω αν γενικά ακουγόταν το όνομά τους ή αν ξαφνικά εμφανίστηκαν με την υπογραφή τους στην Rise Above, αλλά εμένα, τουλάχιστον, η κεραμίδα μου ήρθε εντελώς από το πουθενά. Ακούγοντάς το, μου δίνεται και η εντύπωση ότι το προφίλ της Rise Above έχει μετακινηθεί αρκετά προς τα 70s, σε σχέση με το σαφώς πιο doom metal παρελθόν της. Εδώ όμως έχουμε ένα πραγματικό διαμάντι, με πολλές αναφορές αλλά πολύ γοητευτική ανάμιξη. Στο «The Weirding» θα βρείτε και τους Camel και τους King Crimson των πρώτων album και λίγο Sabbath και ένα «Beyond To Slight The Maze» που μικρό φαίνεται ότι είχε περάσει μερόνυχτα ακούγοντας το «Echoes» και φέτος θα κάνει παρέα στενή στο «Time Οf Ye Life/Born For Nothing/Paranoid Arm If Narcoleptic Empire» των Crippled Black Phoenix. Βέβαια θα βρείτε και τίτλους τραγουδιών βγαλμένους από το παρελθόν των Septic Flesh, αλλά εικάζω ότι αυτό θα καταφέρουμε να τους το συγχωρήσουμε.

astra_spaceart1

Τι άλλο να πει κανείς, πέρα από το ότι είναι εξαιρετικά εξαιρετικός δίσκος και ότι αναμένεται να λιώσει στο άμεσο μέλλον από τις επαναλήψεις. Τώρα μένει να ακούσουμε και το καινούριο Litmus που έβγαλε η Rise Above αυτή την εποχή επίσης. Νομίζω ότι αυτά τα 70s ταιριάζουν και με το παραπάνω στο καλοκαίρι και γι’ αυτό αγαπάμε ακόμα περισσότερο.

Ναι, προηγούμενε, θα ακούσω και το Soulsavers παρά το γεγονός ότι το πρώτο ακόμα προσπαθώ να το κατανοήσω.

full of soul, γιατί έτσι.

•14 Αυγούστου, 2009 • Σχολιάστε

Τα όσα θα ακουστούν από εδώ και πέρα, ήταν προορισμένα -και έτοιμα- να δημοσιευθούν εχθές, ώρα βραδινή, αλλά κάποια πρωτόκολλα των σοφών του wordpress πάγωσαν τη διαδικασία και εξαφάνισαν το μακροσκελές κείμενο. Τα νεύρα της στιγμής κατέστησαν αδύνατη την επαναφορά του γραπτού λόγου, αλλά σήμερα είναι μια νέα μέρα γεμάτη ελπίδα και ανανεωμένη συγγραφική ροή.

Που λέτε λοιπόν, λίγες ημέρες πριν υπήρξε εδώ μια αεροδρομική δημοσίευση η οποία μου άρεσε πολύ, και να την διαβάσετε και θα σας αρέσει και εσάς, και αν δεν σας αρέσει να την πάρετε ξανά και ξανά από την αρχή μέχρι να σας αρέσει. Με οδήγησε σε σκέψεις σχετικώς με εναέριες μουσικές εμπειρίες και δυνατά συναισθήματα που αυτές προκαλούν. Η εξής μία είχε μεγάλη σημασία, και περιελάμβανε ένα αεροπλάνο, εμένα, τον ήλιο, μερικά σύννεφα από κάτω, και το «Shadows of the Sun» των Ulver. Παλιά όλα αυτά, όχι τώρα. Αυτό το album, ανάμεσα σε άλλες, έχει μια μοναδική ιδιαιτερότητα για εμένα, και αυτή είναι σχεδόν μια ψυχοσωματική εμπειρία. Είναι μουσική προορισμένη να καθαρίζει την ψυχή από όλα όσα την απασχολούν, είναι νότες που σε παίρνουν από την κατάσταση που βρίσκεσαι, σε τοποθετούν στον eosφωρικό πυρήνα τους και σε γεμίζουν με μια ανείπωτη ζεστασιά, τέτοια ώστε είσαι έτοιμος να βιώσεις το μέγιστο θετικό συναίσθημα, ειδικά όταν βρίσκεσα (γεωγραφικά) ανάμεσα σε ήλιο και σύννεφα, σε ένα crescendo παρανοϊκής ταύτισης με τους εν λόγω ήχους. Θα ήθελα να εκτιμήσετε πως προσπαθώ φιλότιμα να μην ακούγομαι σαν gay μόδιστρος/αρχιτέκτονας που «η ψυχική του γαλήνη διαταράχτηκε όταν ξεκλειδώθηκε η άβυσσος με τους προσωπικούς του δαίμονες» και άλλες τέτοιες μαλακίες. Το point εδώ, παρένθεση : σιχαίνεστε και εσείς όσους χρησιμοποιούν διάσπαρτες αγγλικές λέξεις δεξιά και αριστερά σε μια πρόταση; Νιώθω ώρες ώρες σαν να μου μιλάει κάποια πικραμένη Evangelia Panagakos και να απορεί «δεν βρίσκω τη λέξη, πως το λέτε εδώ, potential!» ή κάτι τέτοιο. Κλείνει η παρένθεση, γυρνούμε στο κυρίως θέμα, το οποίο είναι η αναζήτηση νέων μουσικών που θα οδηγήσουν τον δέκτη (εμένα) σε ανάλογη κατάσταση, καθότι μια δυνατή ψυχοσωματική εμπειρία δεν συναντάται δεύτερη φορά με τα ίδια υλικά σε αυτή τη ζήση. Σε μια μικρή συζήτηση που είχα μάλιστα και χτες το πρωι, έψαχνα σε θεωρητικές βάσεις τι albums να πάρω στο mp3 μου player, διότι είναι πρέπον να υπάρχουν τα απαραίτητα εφόδια. Επίσης είναι συνετό να γράψω και κάτι ουσιαστικό, ώστε να δικαιολογήσω το δεύτερο καπέλωμα στις πρόσφατες δημοσιεύσεις.

Τους Soulsavers τους είχα πρωτοακούσει όταν κυκλοφόρησαν το δεύτερο album τους, το -καταπληκτικού τίτλου- «It’s Not How Far You Fall, It’s The Way You Land». Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε, καθότι είχε προηγηθεί η ακρόαση στην απίστευτη διασκευή στο «Spiritual» του Johnny Cash. Δεν θέλω πολύ για να πάρω μπρος με κάτι τέτοια. Ένα πιθανό δικαστήριο δε, θα σας αθώωνε πανηγυρικά αν με κατηγορούσατε πως ο λόγος που στράφηκα στο τρίτο album τους, «Broken», είναι μια αντίστοιχη διασκευή στον Bonnie «Prince» Billy. Η αλήθεια όμως βρίσκεται στη μέση, και εγώ το «Broken» θα το άκουγα έτσι και αλλιώς. Λοιπόν, η τρίτη δουλειά των Soulsavers είναι όσο συγκλονιστική χρειάζεται για να πεις μεγάλα λόγια για αυτήν, έχοντας προσπεράσει τον αρχικό ενθουσιασμό. Αυτά που συμβαίνουν εδώ, δεν έχουν να κάνουν απλώς με άλλο ένα album που τραγουδάει ο Mark Lanegan, ή ένα δισκάκι που συμμετέχει ο Mike Patton και ο Jason Pierce. Το κάνουν όντως, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με τέτοια μουσική, από αυτές της προηγούμενης παραγράφου, που καθαρίζει την ψυχή όταν αυτή έχει τους δικούς της λόγους να μην στέκει στην ισιάδα της. Η συνθετική του μαγεία έχει αυτό το κάτι παραπάνω που με κάνει να βαφτίζω ένα album από απλά υπέροχο σε καθοριστικό, και αν θυμάστε την παλιότερη «σιγανοψιλοχμμμ» (αρχαία νεοσκαλδική διάλεκτος) αντίδραση του kathleenturneroverdrive για τους Soulsavers, εδώ έρχομαι για να υπογράψω πως αυτοί οι άνθρωποι δημιούργησαν μια δουλειά στα άνω όρια των δυνατοτήτων τους, και η αγάπη μου για το «Broken» ακολουθεί τον δρόμο του αναμενόμενου, για μην πω του»προβλέψιμου» και χάσω την υποψία αίγλης που διατηρούσα. Ανεπανάληπτος, σπάνιος λυρισμός, και από εδώ και πέρα θα μιλάω για τους Soulsavers μόνο με τα μεγαλύτερα λόγια, διότι ανήκουν πλέον στην κατηγορία εκείνη των συγκροτημάτων που σε κάνει να χαίρεσαι που υπάρχει μουσική. Οι Soulsavers, με το «Broken», γίνονται τόσο σημαντικοί όσο σημαντικοί έγιναν οι Spiritualized με το «Let it Come Down», εδώ συνέβη η υπέρβαση της καριέρας τους. Πέρσι είχα το «Third» των Portishead με το κομμάτι «Small» για να πανηγυρίζω για έναν Μοναδικό δίσκο, φέτος έχω το «Broken», με το «Wise Blood» και το «Unbalanced Pieces», για άλλους λόγους, με τον ίδιο τρόπο πάντα. Η πιθανότητα να σας πιάσει κατάθλιψη δεν είναι η πιο μακρινή, είναι κάτι βαθιά μέσα μου που ουρλιάζει πως δεν γίνεται να μην υπάρχει ίχνος σκοταδιού σε κάτι πραγματικά μεγάλο, ένα θέμα που θα αναλυθεί εκτενώς σε επόμενη δημοσίευση. Για την ώρα, αν ψάχνετε «εκείνο το album του 2009» που θα σας διαλύσει απότομα την ψυχή για να τη συναρμολογήσει σταδιακά με τις επόμενες ακροάσεις, στο «Broken» θα βρείτε ένα δάσκαλο του είδους, εγώ πάλι βρήκα τι θα ακούω στο αεροπλάνο αύριο. Όλα αυτά είναι βαθιά αισιόδοξα πράγματα. Κάτι που κουβαλάει τέτοιο είδος τόσης ώριμης θλίψης, έχει καταφανώς αισιόδοξο πυρήνα, πολλές εμπειρίες και ισχυρότατα vibes. Ίσως στα αλήθεια να σώσει και κάποιες ψυχές. Ιδέα δεν έχω.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον καλό μας φίλο, μα πάνω απόλα αναγώστη Αλέξανδρο, που αγόρασε αντίτυπα του «Sunrise» επτάιντσου βινυλίου των Soulsavers για το μισό Sonic Death Monkey, από τον παράδεισο του Rough Trade.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε