Mono μου, Venerate.

•28 Φεβρουαρίου, 2010 • 2 Σχόλια

Ωραία. Είσαι η Venerate και αποφασίζεις να φέρεις τους Mono. Το αντέχει το πορτοφόλι σου, έχει αποδειχθεί και από άλλα ονόματα στο παρελθόν, αποκτάς μια άλφα φήμη μεταξύ των concert-goers, σε γουστάρουν, ακούς ωραίες μουσικές, έχεις στυλάκι, έχεις υφάκι, έχεις σεξαπίλ, είσαι ροκενρόλ, είσαι χίπης, κρατάς ΣΧΕΤΙΚΑ λογικές τις τιμές σου σε σχέση με τον καταιγισμό μπουρδολογίας που κυκλοφορεί εκεί έξω και γενικά…το σηκώνεις το γαμημένο.
Και ανακοινώνεις Mono και ωραία δεν τους έχω ξαναδεί εγώ, καλή ευκαιρία λοιπόν, που; στη Μύγα; πουναφτό, είναι κουλ μαγαζάκι, ναι αλλά πού είναι, α ιδέα δεν έχω. Ε οκ ρε παιδί μου θα πάμε έτσι κι αλλιώς. Γουστάρουμε που ανοίγει η αγορά και σε άλλους συναυλιακούς χώρους, γουστάρουμε που κάποιος έχει φαντασία και δοκιμάζει άλλα πράγματα, γουστάρουμε που μαθαίνουμε την πόλη σου. Τελειώνουν τα 15ευρα εισιτήρια γιατί απλά είναι πολύ λίγα για να μην τελειώσουν, τρέχουμε σαν τους παλαβούς παρασκευιάτικα μετά τη δουλειά να πάρουμε εισιτήρια για να μην βρεθούμε έξω στο κρύο, τρέχουν να πάρουν εισιτήρια και αυτοί για τους οποίους το 20ευρω είναι οικονομικά η υπέρβαση του μήνα (σου μιλάει μια από αυτούς) και που είναι η πλειοψηφία πλέον, αλλά γουστάρουν τίγκα και στο δώσανε ρε παιδί μου.
Και φτάνεις σε μια Μύγα με κόσμο να περιμένει απ’έξω, εσύ όμως έχεις εισιτήριο και μπαίνεις μέσα κατά τις 22.00 και βλέπεις. Τί βλέπεις.
Την Μύγα που της έβγαλαν το ξύγκι. Βασικά δεν μπαίνεις φίλος. Ανοίγει η είσοδος βάζει το ένα πόδι στο χαντάκι, τραβάς και το άλλο με το χέρι σου και υποψιάζεσαι πως μπήκες. Κάνεις ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ λεπτά για να καλύψεις ένα μέτρο και αντικρίζεις μπροστά σου μια λαοθάλασσα ο ένας με την μύτη στα μαλλιά του άλλου, κρεμασμένοι άνθρωποι από τις σκάλες, κόσμος μπροστά στη σκηνή που κοντεύουν να καβαλήσουν τα ντραμς και που με δυσκολία σηκώνουν το χέρι για να πιουν μια γουλιά από κάτι. Αγκαλιαζόμαστε όλοι, BRACE BRACE, απογειωνόμαστε παιδιά. Και έτσι όπως μπήκες απλά στάθηκες μαζί με άλλους σαν κρεμασμένο κομμάτι χοιρινό στα Σφαγεία.
Κάθεσαι ακίνητος εκεί για ένα τέταρτο. Προσπαθείς να μετακινηθείς ανάμεσα σε άλλες σαρδέλες και δεν υπάρχει τίποτα τριγύρω. Μόνο ένα βουητό από το απαράδεκτο σαπόρτ που κάθονται όλοι και κοιτάνε. Και που εσύ δε βλέπεις ΤΙΠΟΤΑ.
– Να δοκιμάσω να πάω στο μπαρ για ένα πότηρι νερό;
– Είσαι σίγουρη πως θα γυρίσεις;
Παιδιά. Δεν είναι κατάσταση αυτό που συνέβη χθες. Δηλαδή το ακούς και το βλέπεις να συμβαίνει με κάτι διοργανώσεις τύπου Μεταλλικατς, μέσα Ιουλίου σε χωματόδρομο, τρεις το μεσημέρι και τζιτζίκια και χωριάτικη και γελάς σα βλάκας, αλλά το χθεσινό ήταν καινούριο υβρίδιο κατάντιας.
Είναι η φάση τύπου καλός εξαερισμός, αξιοπρεπέστατο μαγαζί για να πιεις τις ποτάρες σου αλλά σε καμία περίπτωση χώρος για συναυλία, όχι απλά συναυλία Mono. Θες να πιάσουμε τα τεχνικά του θέματος; Να τα πιάσουμε χρυσή μου.
Δεν υπάρχει ο χθεσινός ήχος.
Δεν υπήρχε το σαπορτ που δεν φταίει το σαπόρτ αλλά το γεγονός πως μας παστώσατε σαν ΚΟΥΡΑΔΙΑ στη μέση της ερήμου και αναγκαζόμασταν να ακούγαμε χωρίς να βλέπουμε και χωρίς να μπορούμε να αντιδράσουμε.
Δεν υπάρχει το γεγονός πως σε ένα τέτοιο μαγαζί δεν αξιωθήκατε ούτε καν να υψώσετε ΚΑΠΩΣ την «σκηνή» ώστε να μπορεί να βλέπει στοιχειωδώς ο κόσμος.
Δεν υπήρχε το γεγονός πως τα μέλη του κοινού σας έδιναν οδηγίες ο ένας στον άλλο για το πώς θα γίνει να κάνουμε ένα βήμα δεξιά μπας και κλέψουμε μια ματιά από τη σκηνή.
(Άγνωστη 1) – Ίσως αν προσπαθήσεις να κάνεις λίγο δεξιά για να σηκώσεις το χέρι σου και να ακουμπήσεις στον τοίχο και να ακροβατήσεις ώστε να σηκώσεις στο άλλο χέρι σου το βάρος του σώματός σου, να μπορέσεις να δεις λίγο.
(ΕρρορΦλυνν) – [Άδειο βλέμμα]
Όλα αυτά κατά τη διάρκεια του σαπόρτ μόνο.
Δε λέω και τίποτα καινούριο και ούτε καν νομίζω πως θα ακουστεί όλο αυτό το παραλήρημα παραέξω του ταπεινού μας μπλογκ. Έχω βρεθεί σε μπόλικες συναυλίες χωρίς εξαερισμό, με τίγκα κόσμο, οι τοίχοι έσταζαν ξεραμένη μπύρα και ο ιδρώτας πάνω σου δεν ήταν δικός σου, αλλά αυτοί που τις διοργάνωναν είπα το εξής απλό στους εαυτούς τους που μπορεί για την Venerate να φαίνεται ΤΙΤΑΝΙΑ σκέψη που χρειάζεται δυο κιλά χόρτο και ταυτόχρονη κατανάλωση κίτρινης τεκίλλας για να παραχθεί:
Κόβουμε 50 εισιτήρια λιγότερα από αυτά που σηκώνει το μαγαζί όταν τιγκάρει.
Αλλά η μεγαλειώδης σκέψη της βραδιάς που κυριάρχησε ήταν:
Στα μπαλάκια μας όλα.
Φύγαμε στα 15 λεπτά του σαπόρτ.
Στα μπαλάκια μας, θα μου πεις.

Who’s yer UNKLE

•26 Φεβρουαρίου, 2010 • 2 Σχόλια

Θα ήθελα να πιστεύω πως ετοιμάζουν κάτι πολύ, πολύ ωραίο.

Με συμμετοχές από Black Angels, Mark Lanegan

και άλλους συνήθεις υπόπτους, οι UNKLE έχουν καινούριο δίσκο έτοιμο για τον Μάη.
Μόλις μου ήρθε στο email είπα να το μοιραστώ μαζί σας. Αν και δεν ξέρουμε ακόμα αν θα είναι η μοναδική, αυτή είναι η συμμετοχή των Black Angels.

«Natural Selection»

Κι αυτό το σκηνικό όταν πήγαμε να τους δούμε στο War Stories.

Belus’ Tod

•23 Φεβρουαρίου, 2010 • Σχολιάστε

Ούτε καν θα περιγράψω την κατάσταση του σημερινού black metal για να προλογίσω το κυρίως θέμα. Αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα στο οποίο τελικά πάντα θα βαριέμαι να επεκταθώ γραπτώς. Δεν θα προσπεράσω έτσι στα γρήγορα όμως και μια κάποια εφηβική αναπόληση. Δεν υπήρξαμε tape traders διότι δεν είχαμε κάποια σοβαρή ηλικία το 1989, αλλά η πρώτη μας επαφή με τη μουσική δεν ήταν το mp3, ήταν η κασσέτα. Και σε κασσέτα τότε, νέος, περπατώντας ανάμεσα στα -ξαφνικά ψυχρά και χιονισμένα- δέντρα του προαυλίου χώρου ενός σχολείου των ΒΟΡΕΙΩΝ προαστίων, άκουγα στο μαγευτικό μου μωβ walkman το «Ragnarok – A New Beginning». Επειδή τα διαλείμματα ήταν μικρά, προσπερνούσα συχνά το «Havamal». Εδώ ακολουθούν δύο γεμάτες παράγραφοι για «σκληρή ροκ και περιθωριοποίηση». Όταν ήμουν μαθητής λοιπόν, στο σχολείο οι κόντρες ήταν οι πλέον προβλέψιμες και βαρετές, αφού από το «αγόρι-κορίτσι» περάσαμε στο «παναθηναικός-ολυμπιακός» και αργότερα στο «έλληνας-αλλοδαπός» με μια αχνή, πρώιμη και αγνή αριστεροδεξιά εσάνς. Κόντρα για Mayhem-ικούς και Burzum-ικούς δεν είχαμε όμως, και αυτό ήταν κακό, γιατί έπρεπε να στήνω θεωρητικές συζητήσεις και να ρίχνω επιχειρήματα στο τραπέζι. Χρόνια χωρίς ίντερνετ, μαθαίναμε τις κυκλοφορίες που μας ενδιέφεραν από περιγραφές παλαιότερων και κάποια δισκοπωλεία. Αυτό που με κέρδιζε τότε στα demos των Burzum ήταν αυτό ακριβώς που περιγράφει ο ίδιος ο Vikernes στο «Until the Light Takes Us», την θέλησή του δηλαδή να ηχογραφεί με τον πλήρως μη ενδεικνυόμενο εξοπλισμό. Αυτός ο ήχος ξυπνούσε κάποια πράγματα μέσα μου που δεν μπορούσα να προσδιορίσω έτσι απλά, αλλά σίγουρα του έδινα να καταλάβει. Πίστευα πως ο ΙΔΑΝΙΚΟΣ ήχος που πρέπει να ακούγεται μια κιθάρα είναι όπως «μπαίνει» κάπου στο τρίτο λεπτό του «Det Som Engang Var». Και καθόμουν εκεί στα σκαλιά και μία ragnarok, μια det som. Ωραία τα περνούσα, και όταν ήρθε ο μοναδικός «τέτοιος» παλαιότερος του σχολείου, μου έβαλε το «Ηlidskjalf», και μου το παρουσίασε ως το πιο πρόσφατο album των Burzum, και είναι έτσι διότι μόνο τέτοια όργανα του επιτρέπουν να έχει στη φυλακή, σκιάχτηκα πως δεν είχα πια να περιμένω τίποτα νέο από τον Vikernes. Άσε που σοκαρίστηκα και από τα synths, τιναφταταπράγματα. Είναι και εκείνη η παιδικονεανική αίσθηση πως αν η x κοπέλα που μας αρέσει τα φτιάξει με τον ψ τύπο που δεν μας αρέσει, θα παντρευτούν, θα κάνουν τα καλύτερα αεροναυπηγικά γαμήσια που φαντάστηκε ποτέ ο De Sade και θα μείνουν μαζί ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ και πάει η ευκαιρία μας. Έτσι και για τον Vikernes περίπου, φανταζόμουν πως θα μείνει για ΠΑΝΤΑ μέσα, και πως όταν βγει θα είναι ένας μετανοημένος πολίτης, που κάθε σάββατο βράδυ θα βλέπει τον αντίστοιχο σπύρο παπαδόπουλο να τον γλεντάει με ανάθεση με γνήσια βουκολική Buen-ική, και να γαμάει με πιτζάμα και παντόφλες την κάποια γυναίκα του κάθε κυριακή πρωί «που τα παιδιά έχουν πάει έξω για ρούνους». Αν μη τι άλλο πιθανότερο ενδεχόμενο από το παρανοϊκό πως θα σκότωνε Και τον Snorre άμα με το καλό έβγαινε.

Και ο καιρός περνούσε (πράγμα που συνεχίζει να κάνει), και αραιά και που τον ακούγαμε να δίνει κάποιες υποψίες συνεντεύξεων, κατά τις οποίες είχε έτοιμα κομμάτια στο κεφάλι του και Όταν έβγαινε θα τα ηχογραφούσε. Απέξω πάλι, συζητήσεις συζητήσεων, μια ζωή ολόκληρη έφαγα να ακούω μαλακίες για τα γεγονότα του ’93, για «τον φασίστα τον μπούρτσουμ», από ανθρώπους που ουδέποτε ένιωσαν τι κατάφερε ο τύπος με τα albums που έκανε, που ποτέ δεν είδαν πέρα από τις επιφυλλίδες του -ξεκάθαρα pop- πια ονόματός του. Η νούμερο ένα προσωπολατρεία του black metal βρήκε δεκάδες προσωπολάτρες να τον αγιάσουν, είτε επρόκειτο για ιδεολογικούς συμπορευτές (θα είχα περιέργεια βέβαια να γνωρίσω και δεύτερο τόσο αντιφατικό άνθρωπο), είτε για γκόμενες, είτε για λοιπούς τζερτζελέδες. Πιο αστεία κατηγορία -όπως πάντα- οι Ηθικοί Κατήγοροι. Δεν θα επεκταθώ διότι δεν υπάρχει χώρος για όλους αυτούς, ούτε θα βγάλω ένα απόφθεγμα για το τι κατάφερε ο Varg Vikernes με τα albums του. Δεν χρειάζονται να γίνονται όλα μεγαλεπίβολα και επιβλητικά στη ζωή μας, και άμα έρθει ακριβώς εδώ κάποιος αναγνώστης να μου πει «ούτε οι παπαριές που γράφεις τόση ώρα χρειάζονται στα αλήθεια», θα του σφίξω το χέρι και θα τον συμπαθήσω ίσως, αλλά θα συνεχίσω ακριβώς επειδή είναι Τρίτη μεσημέρι και θέλω να μιλήσω λίγο για τον Μπέλο.

Ο Vikernes αποφυλακίζεται και δηλώνει πως το νέο του album θα είναι έτοιμο το συντομότερο δυνατόν, και δεν λέει ψέματα. Μας δείχνει το εξώφυλλο, και αλλάζει τον τίτλο του album του από «The White God» σε «Belus» επειδή μάλλον του έπρηξαν λίγο οι όσοι περίμεναν και Ήθελαν τον Vikernes να έχει αποκυρήξει την ακροδεξιά (με πιθανή ένδειξη το γεγονός πως ξανάπιασε κιθάρα) και όλη αυτή την jazz του παρελθόντος. Ο ίδιος, σαν να βρίσκεται σε δημόσιο διάλογο με τον κόσμο όλoν (δείτε το website του), αλλάζει τον τίτλο και παρουσιάζει το εξώφυλλο με το αλλαγμένο logo. Και φυσικά και κάναμε συζητήσεις με τον κόσμο, και αναρωτιόμασταν πως να ναι, και μου λέει ένας «ελπίζω να μην παίζει πάλι με synths». Δεν τα πολυαντέχω αυτά. Σαν κάποιον που φοβόταν την επιστροφή των Master’s Hammer μην είναι σαν το «Slagry». Μα είναι δυνατόν; Δεν είναι, και το amazon μας χάρισε τα samples από τα οποία δεν καταλάβαμε και τίποτα, και τελοσπάντων τώρα με το ίντερνετ έχουμε ακούσει ήδη εκατό φορές το «Belus» προτού αυτό κυκλοφορήσει. Και πάλι έλεγε αλήθεια. Δεν είπε ψέματα ο Vikernes πως υπάρχουν παλιά τραγούδια, και μάλιστα ξαναχρησιμοποιημένα. Το «Belus’ Død» είναι το ομώνυμο κομμάτι του album «Dauði Baldrs», για πρώτη φορά όπως ακριβώς το ήθελε, σαν black metal κομμάτι. Η παραγωγή του είναι όσο μπουκωμένη χρειάζεται για την ανάδειξη Τέτοιων τραγουδιών που έγραψε. Ρομαντικών, ζεστών, νοσταλγικών. H λεγόμενη «φυσική συνέχεια», που θα σας έλεγαν και οι επιδοξοι μουσικοκριτικοί. Το album που αν είχε βγει το 1997 υπό κανονικές συνθήκες, ουδείς θα είχε απορήσει ή παραπονεθεί. Λιγότερο σκληρό και επικίνδυνο. Έχουν περάσει δεκαπέντε πόσα χρόνια, και αν ο Vikernes έμεινε μέσα στο κελί του, αλλάξαν οι έξω. Πλέον το black metal το συζητάς, δεν το νιώθεις. Πλέον το Filosofem «είναι εκείνο το album που άλλαξε την ροή των παγωμένων τεκταινομένων στο black metal», δεν είναι το album που κλείνεσαι κάπου και το ακούς εξήντα φορές σερί για να πάθεις παράκρουση. Ο Varg Vikernes όμως έφτιαξε ένα τέτοιο album, ένα album που σε απομακρύνει από όλες τις συζητήσεις για αυτό και κάθεσαι και το ακούς και ψάχνεσαι να βρεις τι έγινε. Και αυτό που έγινε δεν έχει την ψυχρότητα των «Hvis Lyset Tar Oss», ναι, δεν την έχει, ούτε τα ουρλιαχτά έχει, ούτε οι εποχές σηκώνουν ηχητικές νοσταλγίες με εκατό εκατομμύρια burzum-ικά demos/albums σε εταιρίες και playlists, ακόμα και στο Wire. Το «Belus» όμως είναι η απόλυτη τέτοια, εμένα μου θυμίζει πως πρωτοένιωσα όταν πρωτοάκουσα τους Burzum και με δεδομένο πως παρόλλες τις αυξημένες απαιτήσεις που ο χρόνος μου κολλάει στο κούτελο, ακούω το «Belus» δέκα φορές τη μέρα, και κάνω γκριμάτσες στον καθρέφτη όταν παίζει το «Keliohesten» ή αλλοφρονώ με την αδιανόητη μελαγχολική επαναληπτικότητα του «Morgenrode», επαναληπτικότητα που ουδείς θα καταφέρει καλύτερα από τον Vikernes στο black metal. Ξέρω πως το «Belus» είναι για εμένα αυτό που πρέπει να είναι, και άμα σας θυμίσει σημειακά το «For All Tid» μην σκιαχτείτε. Επίσης καίγομαι να σας γράψω για το συγκεκριμένο σημείο που μπαίνει ΤΡΟΜΕΡΑ η κιθάρα στο «Kaimadalthas’ Nedstigning», αλλά ειλικρινά θα γράφω ως αύριο και κανείς δεν το θέλει αυτό. Επίσης, στην παρέα των «δεν», δεν θα επεκταθώ στην περσόνα του καθώς αυτό δεν μας απασχολεί εδώ, ούτε θα φυλάξω για το τέλος κάποιο επικό κλείσιμο με τα φύλλα στα νορβηγικά δάση που θα πεταρίζουν περήφανα για την παγωνιά που μένει ακέραιη στο βάθος του χρόνου για τους Αληθινούς ή κάτι τέτοιο. Αυτά θα μου τα πω το βράδυ που θα ξανασχοληθώ εκτενώς με το «Belus», με τα φώτα κλειστά και όπως του πρέπει.

Ένα ευχάριστο κλείσιμο. Και Solo στο «Sverddans»;; Αίσχος! Να και το δεύτερο τέτοιο που θα λατρέψουμε, θυμίζω πως το πρώτο θεϊκό «The Dance of the Swords» βρισκόταν στο demo «The Seventh day of the Doom» των Tormentor, είναι σαραντατρία δευτερόλεπτα και δεν είναι δικό τους, καθώς το βασικό του θέμα το έχω σε ένα δίσκο του Paul Mauriat που παίζει παραδοσιακά ρώσικα (Kalinka και Katioucha και δεν συμμαζεύεται). Αν κάποιος αναγνώστης γνωρίζει κάτι παραπάνω για την original εκτέλεση θα χαρώ να με ενημερώσει.

and the road is paved with thunder and rain

•22 Φεβρουαρίου, 2010 • Σχολιάστε

Για τη στιγμή που θα τελειώσει ο Bill Withers.

A roadtrip

•21 Φεβρουαρίου, 2010 • 1 σχόλιο

Ο χρόνος είναι σαν ένα παπούτσι που σε στενεύει.
Ο πρώτος δίσκος Ella Fitzgerald που άκουσα ποτέ παρουσιάστηκε από τα χέρια του πατέρα μου. Του άρεσαν τα ταξίδια, όλων των ειδών. Και ενώ ήμουν 7 χρονών ήθελε να με παίρνει και να φεύγουμε με το αμάξι. Δεν καταλάβαινες την ανάγκη του. Ο χρόνος που σου δωρίστηκε τότε ήταν σαν το παπούτσι να ήταν 4 νούμερα μεγαλύτερο. Έχουμε χρόνο μπροστά μας ακόμα. Έκατσες στην θέση του συνοδηγού με το φουστανάκι σου και το χρωματιστό σου καλσονάκι, φόρεσες την ζώνη σου και σήκωνες το κεφάλι σου για να προλάβεις να καταπιείς τα σκηνικά που έτρεχαν έξω από το παράθυρό σου. Ένα παλιό κόκκινο αμάξι μας κουβαλούσε, εμάς και το ειδικό βάρος της Fitzgerald, την τραγουδίστρια και το ειδικό βάρος της αγάπης σε έναν χώρο ένα επί ένα. Δεν έχεις γράψει ποτέ από το 2004 για αυτόν ή την Fitzgerald.
Αφήνω τον καπνό μου να γλυστρήσει νωχελικά πάνω από το κάτω χείλος μου. Το δικό μου μαγικό χαλί με τα κύματά του που μεταφέρουν όλο τον χρόνο του κόσμου και η φωνή του Bill Withers με ξαναγυρνάει στο κόκκινο αμάξι. Γύρισε από τον πόλεμο ο νεαρός και τον ρώτησε ο Withers πως ήταν και απάντησε πως τώρα ήταν εντάξει. Τον πυροβολήσαν όμως στο δεξί χέρι. Και δεν μπορεί να γράψει με το αριστερό.
Η ζωντανή version του I can’t write left-handed ήταν το τραγούδι που άκουσα στο πρώτο μας ταξίδι στα επτά μου χρόνια. Η φωνή του ακουγόταν πάνω από τον θόρυβο της παλιάς μηχανής κι εγώ κρατούσα ένα βιβλίο με παραμύθια στην αγκαλιά μου. Άκουγα την φωνή του Withers και τον κοιτούσα. Μου φαινόταν σαν ένας γίγαντας και η φωνή που άκουγα, σαν τους χτύπους της καρδιάς του. Κοιτάζοντας πίσω μέχρι και σήμερα, μου έχει μείνει η αίσθηση πως αυτό είναι το τραγούδι για τους ανθρώπους που βγήκαν από όλων των ειδών τους πολέμους αυτού του κόσμου. Με έπαιρνε ο ύπνος στο κάθισμα του αυτοκινήτου, ξυπνούσα για να βεβαιωθώ πως είναι ακόμα εκεί και ξανακοιμόμουν στο αμάξι που μας κουβαλούσε με άγνωστο προορισμό κάθε φορά. Στο Lean on me ξυπνούσα πάντα όμως από τον ήχο των χεριών που χτυπούσαν ρυθμικά μέσα στο Carnegie Hall. Μου εξηγούσε πως η μαύρη μουσική ήταν πολύ σημαντική. Άθεος ο ίδιος, μου εξηγούσε την μορφή προσεύχης μέσω της gospel αλλά τόνιζε την φύση του Lean on me. Η καλύτερη προσευχή που θα κάνεις ποτέ θα είναι για τους άλλους, τον αδερφό και την αδερφή σου όπως έλεγε και το τραγούδι. Στα επτά μου χρόνια, του έλεγα όμως πως δεν έχω αδερφό, μόνο αδερφή και χαμογελούσε. Εκείνο το μεταδοτικό χαμόγελο που είμαστε καταραμένοι από την φύση μας να μοιραζόμαστε όποτε βλέπουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε ευχαριστημένους.
Άκουγα τις τρομπέτες, τα σαξόφωνα, τις κιθάρες, την βραχνή αλλά δυνατή φωνή και σε εκείνα τα ταξίδια ένα δυνατός κρίκος μεταξύ της μαύρης μουσικής και του ταξιδιού, δημιουργήθηκε. Στο Hope she’ll be happier έσκυβε και με φιλούσε στο κεφάλι με το ένα χέρι στο τιμόνι και ενώ υπήρχε η ελευθερία του ανοιχτού δρόμου μπροστά μας, εκείνη τη στιγμή το μόνο που ήθελε ήταν να βρεθεί αιχμάλωτος της μουσικής που μοιραζόταν με το μικρό κορίτσι που καθόταν δίπλα του.
Στενό πολύ, στενό παπούτσι.
Το κεφάλι μου γέμιζε ήχους στο Harlem. Εικόνες ανθρώπων να χορεύουν έτρεχαν μέσα στο μυαλό μου καθώς ανέβαιναν οι ταχύτητες του αμαξιού και καθώς άλλαζαν οι συγχορδίες ανέβαινα κι εγώ ψηλότερα με κάθε αλλαγή ταχύτητας. Τί σημασία έχουν όλα. Και ο χρόνος στα παλιά μου τα παπούτσια. Επαναστατούσα για πρώτη φορά και δεν ήξερα καν τι ήταν μια επανάσταση. Πόσο μεγάλο, να μπορείς να επαναστατείς μέσα σε ένα αμάξι, ένα τόσο μικρό ανθρωπάκι και έμαθες να επαναστατείς μέσα στο αμάξι, μέσα στο μικρό δωμάτιο, μέσα στο δρόμο που είσαι απλά ένας από τους πολλούς. Πόσο μεγάλο να βρίσκεις την επανάσταση σε μια κραυγή του 1972. Το 1972 δεν σε στενεύει τόσο πολύ. Ούτε το 1988 στο ένα επί ένα του μικρού Zastava. Σ’αρέσει; Αν μ’αρέσει; Έχουμε επανάσταση εδώ πέρα. Αλλά δεν είχα τα λόγια τότε. Ούτε τώρα τα έχω. Μόνο να σφίξω το καλσονάκι μου μέσα στη μικρή γροθιά μου και να χαμογελάσω μπορούσα. Αργότερα μάλλον το καλσονάκι αντικαταστάθηκε από τις άκρες μιας μπλούζας αγορασμένη από συναυλία.
Η μουσική αυτού του δίσκου είχε την ιδιότητα να αντηχεί μέρες αργότερα στα αυτιά μου. Στο σπίτι δεν ακουγόταν τίποτα αλλά εγώ ακόμα άκουγα τα μουρμουρητά της λιτανείας του I can’t write left-handed και χρόνια αργότερα άκουσα το Demons του Fatboy Slim που περιείχε το πιάνο αυτού του τραγουδιού.
Μεγάλωσα και αναρωτιόμουν αν έβαζε το Ain’t no sunshine κάθε φορά που έφευγα από το σπίτι. Αναρωτιόσουν αν πικραινόταν όταν σου έλεγε να πάμε ταξίδι κι εσύ δεν μπορούσες γιατί είχες να κάνεις αυτό ή εκείνο. Έβαζε άραγε τον δίσκο για να ξαναζήσει εκείνα τα ταξίδια όπως τον βάζεις εσύ τώρα για να μην ξεχάσεις ποτέ τίποτα; Και να ο πρώτος σου πόλεμος. Δουλεύε κι εμένα το μυαλό μου σαν την μηχανή του παλιού ένα επί ένα.
Ποιός ο τρόπος να ξεφορτωθείς ένα στενό παπούτσι; Ποιός ο τρόπος να κάνεις το παπούτσι λίγο πιο άνετο; Να το πολεμήσεις. Κι άλλος πόλεμος; Το βάζεις με λεπτή κάλτσα, το βάζεις με καλσονάκι αλλά τίποτα το μπάσταρδο. Βέβαια, δεν τρέμεις κιόλας στην σκέψη πως θα πρέπει να περπατήσεις λεωφόρους με στενά παπούτσια. Ίσως τις ύπουλες ώρες να τρέμεις λίγο αλλά ανάβεις ένα τσιγάρο και το κοιτάς πιο ψύχραιμα το θέμα. Αγόρασα ένα μπρελόκ όταν γύρισα πίσω στα συντρίμμια του πολέμου μου που γράφει Time will tell. Έτσι για να μην το ξεχάσω ποτέ. Και όταν φθαρεί και κοπεί θα βάζω το Live at Carnegie Hall και θα προσεύχομαι για όλους μέσα στα στενά παπούτσια που δεν θα μπορώ να ξεφορτωθώ.

top five february songs

•18 Φεβρουαρίου, 2010 • Σχολιάστε

Για να είμαι ειλικρινής δεν μου ρχεται στο μυαλό κανένα. Ακόμα και οι ιντερνετικές αναζητήσεις δεν αποκαλύπτουν κάτι γνώριμο. Με την εξαίρεση, ίσως, του «February Stars» των Foo Fighters που κάτι μου θυμίζει αμυδρά. Μπορεί όμως και να το μπερδεύω με κάποιο εντελώς άλλο τραγούδι. Θα το ξανακούσω και θα σας πω, σε περίπτωση που το χετε άγχος τώρα. Ο Φεβρουάριος είναι από τους αρκετά αδιάφορους μήνες στο ημερολόγιό μου. Αν βγάλουμε απέξω τον, συνήθως, καταπληκτικό καιρό του, μια που στην Ελλάδα εκείνες οι υπερβολικά κρύες αλλά με λιακάδα μέρες συνήθως τον Φεβρουάριο σκάνε μύτη (και αυτό ήταν κάτι που δεν έγινε φέτος, που ή θα έκανε ψιλοζέστη, ή θα λιώναμε στη βροχή), δεν έχει και πολλά πράγματα να επιδείξει. Έχεις αρχίσει να ξεχνάς τις διακοπές των Χριστουγέννων, το Πάσχα αργεί ακόμα (και φέτος που είναι νωρίς, θέλουμε ενάμιση μήνα μέχρι τότε), μια Καθαρά Δευτέρα δεν έχει να πει γενικά πολλά πράγματα (έστω και αν φέτος την εκμεταλλευτήκαμε δεόντως – ήταν η πρώτη μετά από χρόνια που ευχαριστήθηκα πραγματικά). Αν είσαι δε και φοιτητής, οι πιθανότητες λένε ότι είσαι στα μέσα της εξεταστικής και έχεις αρχίσει να χάνεις τη λίγη υπομονή με την οποία ξεκίνησες. Αν είσαι εργαζόμενο παιδί σε νεο-συγχωνευμένη εταιρεία σε περιόδους κρίσης τρέχεις από το πρωί μέχρι το βράδυ και λες και ευχαριστώ που έχεις δουλειά. Οι απόκριες ποτέ δεν ήταν ακριβώς το φλυτζάνι του τσαγιού μου (ούτε κάποιο άλλο κουζινικό σκεύος εδώ που τα λέμε), ενώ τα καρναβάλια με κουράζουν ακόμα και όταν τα πετυχαίνω σε ζαπινγκ στην τηλεόραση.

Τι μένει μετά από όλα αυτά; Μένει το γεγονός ότι έχουν αρχίσει να αυξάνονται οι κυκλοφορίες του νέου έτους με γοργούς ρυθμούς, εμείς λεφτά δεν έχουμε και όλα πάνε καλά. Επίσης δεν έχουμε και πολύ χρόνο και έχουν αρχίσει να μαζεύονται τα καινούρια πράγματα. Είναι καμιά εικοσαριά αυτά που περιμένουν υπομονετικά να πάρουν σειρά και ανάμεσά τους, υπάρχουν αρκετά άγνωστα αλλά υποσχόμενα πραγματάκια. Ήδη από αυτού του μήνα έχουμε ανακαλύψει τους Blaudzun («Seadrift Soundmachine» και indie folk), τον Babe Rainbow της Warp που έβγαλε ένα ep («Shaved») από εκείνα τα πολύ ωραία και αρκετά ατμοσφαιρικά ηλεκτρονικοπερίεργα, χωρίς να είναι καθόλου glitchy, ενώ η μεγάλη έκπληξη προήλθε από τους Le Sang Song και το ομώνυμο album τους που ακόμα δεν μπορώ να προσδιορίσω τι ακριβώς είναι. Από τους πιο κολλητικούς ήχους που έχω ακούσει τελευταία πάντως, προτείνεται ανεπιφυλάκτος σε όσους θέλουν να προεκτείνουν τις pop ευασθησίες τους. Νομίζω μια αναλογία σε τάση θα ήταν οι Blackout Beach, χωρίς όμως να μοιάζουν πολύ ηχητικά.

Ακόμα έχουμε μιάμιση βδομάδα μέχρι το τέλος του, έτσι και αλλιώς, κουτσουρεμένου μήνα. Ελπίζουμε ότι θα αρχίσουν να βελτιώνονται τα πράγματα από εδώ και πέρα. Στα μικρά δηλαδή. Στα μεγάλα την έχουμε γαμήσει έτσι και αλλιώς. Η μόδα των ημερών είναι να αναρωτιόμαστε αν θα πάρουμε δώρο Πάσχα. Μερικές φορές μπαίνω σε πειρασμό για πολιτικό σχολιασμό, αλλά δεν έχει και πολύ νόημα φαντάζομαι. Όλοι τα ίδια λένε πάνω κάτω. Οπότε ας παραμείνουμε να κάνουμε διάλειμμα με τη μουσική μας.

Επίσης είναι η εποχή που παρέα σε λεωφορεία και μετρά (και σε αεροπλάνα και βαπόρια) μας κάνει το «High Fidelity». Είναι λίγο βλακάκος ο Rob μερικές φορές ρε γαμώτο. Από την άλλη πλευρά, υποθέτω ότι όλοι είμαστε λίγο βλακάκοι μερικές φορές. Η αναφορά της ημέρας λέει ότι αν δεν υπάρχει καλύτερη λύση, καλύτερα μέσα μόνος στα γενέθλια να βλέπεις Robocop και Naked Gun, παρά με συντροφιά ανάγκης.

Το Sonic Death Monkey σας εύχεται καλή Σαρακοστή.

coming home

•16 Φεβρουαρίου, 2010 • Σχολιάστε

Τέλειωσε και η αποκριάτικη έξοδος του Sonic Death Monkey στας ελληνικάς εξοχάς. Αποφύγαμε τα καρναβάλια και τους καρνάβαλους, αλλά δεν αποφύγαμε το πήξιμο στους πανέμορφους και ειδυλλιακούς ελληνικούς δρόμους μαζί με τους υπόλοιπους αγαπημένους συμπολίτες μας. Δεν ξέρω αν απολαμβάνω ή αν μισώ τις διαδρομές με τα λεωφορεία. Σίγουρα δεν είμαι μεγάλος φαν της αίσθηση του να είναι πιασμένο κάθε κομμάτι του σώματός σου ή το να προσπαθείς μάταια να κοιμηθείς με το κεφάλι σου να πεφτει δεξιά και αριστερά χωρίς αντίσταση. Μ’ αρέσουν όμως οι συζητήσεις των λεωφορείων, είτε αυτές αφορούν φυσική και διαφορικές στις 7:30 το πρωί, είτε αυτές αφορούν την προσπάθεια του να θυμηθούμε το όνομα της δεύτερης κοπέλας του Rob (αυτής που παράτησε γιατί δεν του καθόταν). Και φυσικά τίποτα δεν ξεπερνά την αίσθηση του να ακούς μουσική χαζεύοντας απέξω με το φως της μέρας να μειώνεται σιγά σιγά. Τα soundtrack της υπερβολικά ζεστής και αργής επιστροφής ήταν το «Metamorphosis» των Pleq, το «Farval Falkenberg» του Erik Enocksson και, ίσως πάνω από όλα, το «The Blue Notebooks» του Max Richter. Α! Και ένα εκπληκτικό party mix που περιελάμβανε από Γιώργο Τσαλίκη μέχρι και reggae remix στον «Πουφ» του Ρακιτζή. Μεγαλεία δηλαδή. Επίσης είχε σταυρόλεξα, σοκολάτες και κονφετί για τους μικρούς μας φίλους. Τώρα πλέον είμαστε χυμένοι ο καθένας στον καναπέ του και απλά έχουμε καταρρεύσει.

Ωραίο πράγμα οι εκδρομές στην εξοχή παιδιά. Έρχεσαι κοντά στη φύση, βλέπεις τα δεντράκια και το γρασίδι, τα πουλάκια να κελαηδάνε, έτσι ώστε να απολαμβάνεις ακόμα περισσότερο την ενσυνείδητη επιλογή του να κάθεσαι μέσα στο σπίτι και να μην βγαίνεις καθόλου. Άραγμα, ποτά, καφέδες, φαγητό, αναπαυτικές καρέκλες, πολλή μουσική και ακόμα περισσότερη βροχή. Μαγεία ψηλοί, μαγεία. Είχα καιρό να ακούσω συνεχόμενα τόση μουσική, και δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο μου είχε λείψει αυτή η αίσθηση. Και είχαμε φέρει και ωραία μουσική μαζί μας για όλες τις ώρες της ημέρας και για όλα τα γούστα (εντάξει, ίσως, για σχεδόν όλα τα γούστα). Είχαμε φυσικά μερικές ατυχίες με το ψήσιμο, αλλά τις ξεπεράσαμε καθισμένοι κάτω από ένα υπόστεγο, δίπλα στη φωτιά με 12λεπτες λατιν διασκευές στο «House of the rising sun». Οπότε τα υπόλοιπα ήταν λεπτομέρειες.

Είναι ωραίο να έχεις λίγα άτομα με τα οποία μπορείς να περάσεις 24ωρα ολόκληρα χωρίς να σιχαθείς τη μάπα τους. Επίσης, αυτή τη φορά δεν κοντέψαμε να πεθάνουμε από τα γέλια, πράγμα ιδιαιτέρως θετικό, συγκριτικά με τις προηγούμενες απόπειρές μας. Σε λίγο όμως το πρόγραμμα θα έχει Εν Λευκώ και βύθιση κάτω από τα σκεπάσματα. Οφείλουμε να ξεκουραστούμε γιατί από αύριο τα κεφάλια θα είναι όσο πιο μέσα πάει. Τέλος μάθαμε ότι οι Stone Roses είναι ταιριαστότατο πράγμα για συννεφιασμένα πρωινά αναχωρήσεων.

Τραγούδι του τριημέρου μια μίξη του «Raver» του Burial και του «Back in black» της Amy Winehouse. Εγω επιμένω στο «Vladimir’s Blues». Στις στιγμές που ζούμε παιδιά, στις στιγμές που ζούμε.

ρε δεν υπάρχει κανένα βουνό λέμε

•13 Φεβρουαρίου, 2010 • 2 Σχόλια

Κλείνουμε σαν καλοί χριστιανοί για να βρεθούμε κοντά στη φύση της πατρίδος μας, μιας πατρίδος  η πορεία της οποίας βρίσκεται σε μια ιδιαιτέρως κρίσιμη καμπή, εν μέσω ριπών τόσο από εσωτερικούς προδότας φέροντες το μανδύα του εναλλακτικού όσο και από εξωτερικούς, αλλοδαπούς, κινουμένων εξ υπόπτων κεντρών, θινκ τζνξ τα λένε οι νέοι πλέον, που βρήκαν την ευκαιρία να καταπνίξουν το ελεύθερο πνεύμα μας. Βάρβαροι οι μεν και οι δε.

Με αυτές τις σκέψεις που σίγουρα θα μας απασχολήσουν και με το παρακάτω ταινιάκι ευχόμαστε ο χαρταετός σας να πετάξει υψηλότερα από οποιονδήποτε άλλον και ειδικά αυτού του σάχλα γείτονα με το άουντι που μοιάζει με νεκροφόρα. Να του γαμήσετε την ψυχολογία χρονιάρες μέρες.

the only law

•11 Φεβρουαρίου, 2010 • Σχολιάστε

Tell all my friends
I have gone to the moon
Tell all my friends
I will write them soon
And tell them
If you see them
That I am better left alone

bent as a dent on a tent

•7 Φεβρουαρίου, 2010 • Σχολιάστε

Αν κάποιος μαθηματικός με ειδικότητα στη στατιστική είχε αρκετό ελεύθερο χρόνο και αρκετή παραξενιά ώστε να κάτσει να ασχοληθεί με τα στατιστικά που αφορούν τις διάφορες πτυχές του Sonic Death Monkey, θα έβρισκε σχεδόν αμέσως ότι τα περισσότερα post του έχουν γίνει μάλλον τις Κυριακές και ειδικότερα τις μετα-μεσημεριανές ώρες. Αυτή τη στιγμή κάθομαι στο γραφείο μου, το οποιο βρίσκεται (όπως ήταν πάντα το όνειρό μου) ακριβώς μπροστά στο παράθυρο, έχω φτιάξει τον απογευματινό μου καφέ, έχω μόλις κρεμάσει στον τοίχο δίπλα στη βιβλιοθήκη την αφίσα που έλειπε τόσο καιρό από τότε που μπήκα στο καινούριο σπίτι, η βροχή ακόμα ψιλοπέφτει έξω και βρίσκω τον εαυτό μου να χαζεύει έξω στο δρόμο και στα ακουστικά μου παίζει το «Time spent with antique mirrors» των Teardrop. Καλά μη φανταστείτε και καμιά εντυπωσιακή θέα, έτσι και αλλιώς στο ισόγειο είμαστε, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο πάντα με γοήτευαν τα γραφεία που είχαν θέα στο παράθυρο. Αν ποτέ αποκτήσω κάποιο σπίτι σε κάποιο βουνό, το γραφείο σίγουρα θα μπει μπροστά στο παράθυρο που θα έχει την μεγαλύτερη θέα. Αν αποτελείται και από ολόκληρη τζαμαρία. Ίσως να μην είναι και πολύ αποδοτικό γιατί θα πιάνεις τον εαυτό σου να χαζεύει έξω από το παράθυρο όπως κάνω εγώ τώρα αντί να κάνει αυτό που ξεκίνησε, αλλά το σπίτι είναι δικό μου οπότε, εδώ που τα λέμε, δεν σας πέφτει και πολύς λόγος. Εσείς να το κάνετε αλλιώς.

Η αφίσα που έλειπε από τον τοίχο δίπλα στην βιβλιοθήκη είναι αυτή εδώ. Ο λόγος που δημιουργήθηκε αυτή η αφίσα είναι ένα από τα κυριότερα στοιχεία που έκαναν αυτό το σαββατοκύριακο όμορφο (τα υπόλοιπα δεν σας τα λέμε, μη γίνεστε και αδιάκριτοι). Είναι περίεργο το πως τα φέρνει η ζωή. Όταν μου είχε γράψει κάποιος γνωστός (δεν θυμάμαι καν ποιος) το «Omnio κάπου το ’98 και τότε μαθαίναμε περί Misanthropy και παραμιλούσαμε, φάνταζε μακρινό όνειρο το να βρεθείς σε απόσταση αναπνοής από όλους αυτούς που άκουγες εκεί μέσα. Ήσουν και πιτσιρικάς, τα είχες ίσως λίγο πιο μεγάλα τα πράγματα στο μυαλό σου από ότι πιθανότατα ήταν. Δεν καταφέραμε να πάμε το 2000 στο αποχαιρετιστήριο live για διάφορους λόγους και θα το μετανιώνουμε για πάντα. Για το τι ήταν οι In The Woods… και τα μετέπειτα συγκροτήματα μίλησε ο Μανώλης πριν αρκετά posts και δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα παραπάνω. Εγώ μπορώ να μιλήσω για το τι ήταν αυτοί που το ’98 βρίσκονταν απέναντι από τους In The Woods… σε ηλικίες περίπου λυκείου. Πολλοί από τους ανθρώπους που βρέθηκαν χτες στο live της Karmakosmetix θα μπορούσαν να περιγράψουν παράλληλες μουσικές πορείες (τουλάχιστον μέχρι ενός σημείου). Θεωρώ ότι η Νορβηγία ασκούσε (και ασκεί) σημαντική γοητεία στους περισσότερους. Οι In The Woods… ήταν μια πτυχή αυτής της γοητείας. Οι Stille Oppror, οι Transit, οι Goldlog και οι υπόλοιποι αποτελούν μια συνέχεια αυτής της πτυχής.

Για τους περισσότερους από εμάς, αυτή η γοητεία παρέμεινε σε μουσικό επίπεδο μόνο. Καλώς ή κακώς, από επιλογή ή από έλλειψη τόλμης ή ευκαιριών, δεν θα το εξετάσω εδώ. Ίσως να θέλουμε κάποια πράγματα να τα διατηρήσουμε πιο μεγάλα και πιο μακρινά από ότι είναι στην πραγματικότητα. Σε κάποιους, ευτυχώς για εμάς τους υπόλοιπους, μάλλον δεν έφτανε αυτό. Με το Θοδωρή της Art In Haste, γνωριζόμαστε κάποια χρόνια τώρα χωρίς να έχουμε και τις στενές σχέσεις, από την αρχή βρέθηκε κοινό σημείο επικοινωνίας με τις μουσικές που λατρέψαμε και οι δυο. Είχε την όρεξη και το μεράκι και τη διάθεση να πάει τη σχέση του με τη Νορβηγία αρκετά επίπεδα παρά πέρα. Και όταν του παρουσιάστηκε η ευκαιρία να κανονίσει ένα live, πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί, με λίγες πιθανότητες για κερδοφορία, αλλά ακόμα και για να βγουν τα έξοδα, δεν δίστασε και το κυνήγησε για να πραγματοποιηθεί μόνο και μόνο γιατί (υποθέτω) λάτρευε την ιδέα να δει κάποιους μουσικούς που αγαπάει να παίζουν τη μουσική τους στην Ελλάδα. Με το Γιάννη της Catch The Soap, γνωριζόμαστε ακόμα λιγότερο αλλά οφείλω να αναγνωρίσω και σε αυτόν την τόλμη να θέλει να βγάλει εκεί έξω πράγματα που γουστάρει. Θυμάστε τι λέει η Laura εκεί προς το τέλος του High Fidelity (της ταινίας) όταν ο Rob αποφασίζει να κυκλοφορήσει το single των Kinky Wizards; Αν δεν θυμάστε, ντροπή σας, να το βάλετε να το ξαναδείτε. Νομίζω ότι αυτοί οι δυο (και οι υπόλοιποι που είναι μαζί τους και δεν έχω αναφέρει ακόμα – η Έλλη και η Άννα είναι οι δυο πιο γρήγορες σκέψεις) κάνουν κάτι σημαντικό ώστε οι υπόλοιποι να μπορούν να βρίσκονται από κάτω και να το απολαμβάνουν. Προφανώς και το κάνουν επειδή το γουστάρουν πρωτίστως, αλλά αυτό δεν το κάνει λιγότερο άξιο σεβασμού.

Για το χθεσινό live των Transit, Goldlog και Stille Oppror είχα αρκετές προσδοκίες. Ίσως περισσότερες και από εκείνο των Ulver (εδώ ο δεκαεξάχρονος Κωστάκης δεν μπορεί παρά να μειδιάσει σκεπτόμενος ότι 12 χρόνια μετά θα τα ζούσε όλα αυτά από πρώτο χέρι). Γιατι; Γιατί ήμουν πεπεισμένος (και η χθεσινή βραδιά με επιβεβαίωσε) ότι η παρέα (ή ίσως καλύτερα η οικογένεια) των ανθρώπων που κάποτε ήταν οι In The Woods… κατέβηκε στην Αθήνα να παίξει μόνο και μόνο επειδή το γούσταραν και χωρίς να έχουν να κερδίσουν (υλικώς) τίποτα ιδιαίτερο (από ό,τι κατάλαβα το αντίθετο μάλιστα). Οι Ulver ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πόσο βγήκαν σε περιοδεία γιατί τους ήρθε η όρεξη ή γιατί απλά σκέφτηκαν ότι είναι καλή ευκαιρία να βγάλουν κάνα φράγκο παραπάνω. Χτες ήταν σαφώς πιο φανερό το ότι τα μέλη των συγκροτημάτων το διασκέδαζαν εξίσου με τον κόσμο από κάτω. Το Six Dogs που έγινε το live ήταν αρκετά ωραίο μαγαζί, ιδανικό μέγεθος για ένα live που θα μάζευε καμιά κατοστάρα κόσμο, έτσι ώστε να φαίνεται γεμάτο, αλλά με κάπως άβολη διαρρύθμιση που προκαλούσε κάποια προβλήματα. Έχω να δηλώσω πάντως ότι είχα πολύ καιρό να βρεθώ στην πρώτη σειρά σε μια συναυλία. Και να το ευχαριστηθώ κιόλας. Όταν έγραφα για το live των Rectum είχα μιλήσει για οικογενειακή υπόθεση. Και το χθεσινό event της Karmakosmetix ήταν επίσης ιδιαιτέρως οικογενειακή υπόθεση. Αδέρφια έπαιζαν μαζί, μουσικοί ανεβοκατέβαιναν στη σκηνή, μέλη μοιράζονταν ανάμεσα στα συγκροτήματα και εκείνη η παρέα που ξεκίνησε στο Kristiansand φαίνεται να υπάρχει ακόμα έστω και αν οι In The Woods… δεν υπάρχουν ή αν η Tiziana δεν έχει την καλύτερη εταιρεία που έχει υπάρξει ποτέ στον ευρύτερο metal χώρο.

Οι Goldlog όρισαν την γλυκύτητα με τη μουσική τους, αλλά δεν ξέχασαν που και που να ανεβάσουν και λίγο γκάζια. Το δίσκο τους τον είχα ακούσει συγκριτικά λιγότερες φορές σε σχέση με των υπολοίπων αλλά τα τραγούδια τους live λειτουργούν ακόμα καλύτερα. Και η φυσικά η φωνή της τραγουδίστριάς τους, όπως και της άλλης δεσποσύνης που τραγούδησε με τους Stille Oppror, ήταν μαγευτικότατη. Έπαιξαν και αρκετούτσικα και αναμένουμε και καινούριο δίσκο οπότε πιάσαμε και την είδηση. Οι Stille Oppror ήταν μάλλον αυτοί που μου άρεσαν περισσότερο δισκογραφικά από όλους και δεν με διέψευσαν στο live. Αν και το set τους ήταν αρκετά σύντομο, έδειξαν ότι μουσικά είναι μάλλον οι κοντινότεροι στην ατμόσφαιρα των In The Woods… (και κατ’ επέκταση στις ψυχεδελικές αναφορές στους μετά-Barrett Floyd) από όλα τα projects της Karmakosmetix. Εκπληκτικές ατμόσφαιρες, εντυπωσιακά ξεσπάσματα και ένταση που, αν και ερχόταν σε αντίθεση, μάλλον συμπλήρωνε την γαλήνη των Goldlog. Πέρασε και από εδώ (όπως και από τους Goldlog) ο Jan Kenneth για να πιάσει τα μικρόφωνα και να μας θυμίσει τότε που ο μικρός δεκαεξάχρονος άκουγε για πρώτη φορά το «Omnio» ή το «HEart Of The Ages» και να προκαλέσει τις πρώτες ανατριχίλες. Όχι ότι δεν είχαν και τις πιο μελωδικό-indie rock στιγμές τους αλλά όταν ξέφευγαν, ξέφευγαν. Και, όπως προείπα, η αδερφή του Christer φαινόταν ότι θα μπορούσε να σηκώσει στους ώμους της ένα «Vanish in the absence of virtue» με σχετική άνεση. Οι Transit, το προσωπικό σχήμα του Jan Kenneth, ήταν αυτοί που απομακρύνθηκαν περισσότερο από το παρελθόν του. Ίσως αυτό να με ξένιζε κάπως στο δίσκο τους, αν και είναι εξαιρετικός. Όμως στο live ήταν η μπάντα που εντυπωσίασε περισσότερο. Ίσως γιατί rock-αραν περισσότερο από τους υπόλοιπους, ίσως γιατί ο, συνεχώς κουρδιζόμενος, Jan Kenneth είχε πολλά κέφια, ίσως γιατί η μουσική τους ήταν πιο live-άδικη, ίσως για κάποιο εντελώς άσχετο και αδιευκρίνιστο λόγο. Όμως οι Transit πραγματικά τα έσπασαν όλα και βρήκα αρκετές φορές τον εαυτό μου να σιγοτραγουδάει στίχους που θυμόταν από το album. Στοιχείο που έκανε ακόμα γοητευτικότερο το live; Ότι και τα ίδια τα συγκροτήματα έμοιαζαν να καταλαβαίνουν ότι βρίσκονταν σε μια «εμείς και εμείς» ατμόσφαιρα (και δεν είναι ανάγκη να συμπαθούμε όλους τους υπόλοιπους «εμείς» τον υπόλοιπο καιρό, έφτανε το ότι μοιραζόμασταν κάτι που είχαμε ανάγκη για τις 3 ώρες του live), είχαν την όρεξη να χαβαλεδιάσουν, χαμογελούσαν ειλικρινώς και, παρά το γεγονός ότι το κοινό ήταν δεδομένο ότι θα ήταν από τα πλέον εσωστρεφή, μας κατάφεραν να τραγουδήσουμε και κάνα δυο φορές.

Ευτυχώς δεν υπήρξε η άβολη διαδικασία του encore, το οποίο από την πρώτη φορά που το είδα σε συναυλία, το θεωρώ εντελώς χαζό. Οι Transit έμειναν πάνω για να δώσουν αυτό που περίμεναν πολλοί, αλλά που σε καμιά περίπτωση δεν επισκίασε αυτό που προηγήθηκε. Ήρθε η ώρα να θυμηθούμε τους In The Woods…, και ακόμα ευτυχέστερα για μένα, τους In The Woods… του «Strange in stereo». Σίγουρα πιστεύω ότι τα δυο τραγούδια που παίχτηκαν, παίχτηκαν κυρίως γιατί το λαχταρούσε το κοινό που ήταν απο κάτω. Θέλω να πιστεύω, ίσως με υπερβολικό ρομαντισμό, ότι δεν ήταν αγγαρεία για τους μουσικούς και ότι σε κάποιο επίπεδο εκείνη τη στιγμή απολάμβαναν πραγματικά αυτό που έκαναν. Εμένα έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον. Και αν κάτι με έκανε να τους αγαπήσω ακόμα περισσότερο ήταν η απάντηση του Jan Kenneth στην ερώτηση του Θοδωρή για το αν θα σκέφτονταν ποτέ να κάνουν In The Woods… reunion live, ειδικά αν τους προσφέρονταν αρκετά χρήματα. Ελπίζω να μη με διαψεύσουν στο μέλλον. Είναι πραγματικά ελάχιστοι οι μουσικοί που μπορείς να εκτιμάς για κάτι περισσότερο από την μουσική τους. Ακούσαμε «Ion» και «Closing In» λοιπόν, ανατριχιάσαμε από την κορφή ως τα νύχια, ίσως κάπου βαθειά μέσα μας ελπίζαμε να ακούσουμε ένα «Generally More Worried Than Married», αλλά δεν είμαστε πλεονέκτες. «We are the poles and the world is our feast»

Το βράδυ συνεχίστηκε σε σπίτι με ηρεμία, ωραία μουσική και συζήτηση. Ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι ένα ιδανικό σαββατόβραδο. Και παραδόξως και η Κυριακή ήταν ωραία. Και ας φάγαμε αρκετή βροχή αυτές τις μέρες. Τώρα χαζεύουμε τους δίσκους που πήραμε και την καινούρια αφίσα που κοσμεί το χωλ του σπιτιού. Ως Sonic Death Monkey νομίζω ότι οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στα παιδιά της Art In Haste και της Catch The Soap, ως ακροατές οφείλουμε ένα εξίσου μεγάλο ευχαριστώ στους μουσικούς που είδαμε χτες, ως άνθρωποι δεν ξέρω που οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ αλλά άμα μάθω θα σας πω.

Ελπίζουμε να σας δείξουμε και φωτογραφίες από τη βραδιά. Προς το παρόν πάω να συνεχίσω το κυριακάτικο βράδυ μου. Many thanks once again.

τέτοια προσφορά δεν έχει ξαναγίνει

•6 Φεβρουαρίου, 2010 • 3 Σχόλια

εκπτώσεις, καταναλωτισμός, κρίση, λεφτά, φράγκα, μισθοί, λιτότητα, ασφαλιστικό, αλμούνια, όχι αυτός της άρσεναλ, αυτός της ΕΕ, με τη δραχμούλα μας καλύτερα, πείτε μας τη γνώμη σας, θέλουμε την άποψή σας, μας νοιάζει η άποψή σας, θα έφτανα στο σημείο να πω ότι σχεδόν, ναι, σχεδόν καυλώνουμε χαμογελάμε κάθε φορά που ακούμε την άποψή σας, είναι αλήθεια, πείτε μας όμως, μιλήστε μας, βγάλτε τα στη φόρα, βγάλτε τα και στα φόρα, χα, κάνω και χιουμοράκι φοβερό ώρες ώρες παρά τη δύσκολη κατάσταση της οικονομίας μας, φτώχια, εξαθλίωση, μηδέν, παραλήρημα, άγχος και στρες και το πιο σημαντικό.

το μπλογκ ύστερα από πολύωρες διαπραγματεύσεις κατάφερε να εξασφαλίσει μια ολόκληρη πρόσκληση για το αποψινό live στο 6 D.O.G.S., λεπτομέρειες εδώ και εδώ. ο πρώτος που θα στείλει μέιλ με το ονοματάκι του στο sonicdeathmonkeygr [at] gmail [dot] com, σωστά μαντέψατε, θα κερδίσει την ολόκληρη πρόσκληση που λέγαμε νωρίτερα. αλλά ονοματεπώνυμο παιδιά,  μην το ξεχάσουμε, και μετά έχει τις μπάντες τις 3 τις ωραίες με τους νορβηγούς και τις νορβηγίδες, έχει πάγκους με merch από τα ξένα και τα εδώ, έχει και sdm άφτερ σώου πάρτυ, σκέτη γλύκα το πρόγραμμα.

τρέχουμε για το μέιλ. τα φιλιά μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ εκ των υπαλλήλων: Εννοείται μην στείλει κανένας mail μετά τις 7:30. Οι πιθανότητες λένε ότι δεν θα το δούμε καν!! Για να μην γκρινιάζει κανείς μετα.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε