O Kode9 παίζει ακυκλοφόρητα Burial στο showcase της Hyperdub στο Τορίνο. Ένα κείμενο για αυτή τη βραδιά εδώ.
Κάποτε να θυμηθώ να γράψω με επιχειρήματα πως αυτό που μου έκαναν οι Radiohead στα δεκαπέντε μου, μου το κάνει ο Burial στα εικοσιεννιά μου.

O Kode9 παίζει ακυκλοφόρητα Burial στο showcase της Hyperdub στο Τορίνο. Ένα κείμενο για αυτή τη βραδιά εδώ.
Κάποτε να θυμηθώ να γράψω με επιχειρήματα πως αυτό που μου έκαναν οι Radiohead στα δεκαπέντε μου, μου το κάνει ο Burial στα εικοσιεννιά μου.
Έχοντας όλα τα μέσα στα χέρια μου, μπορώ να βρω δεκάδες τρόπους να βρω εξηγήσεις για το γιατί ένα συγκρότημα είναι πολύ σημαντικό. Παλιότερα θα έβαζα λεφτά σε φακέλους για να βρω κάποιο zine να μου τα πεί, ενώ σήμερα μου αρκεί ένα youtube link, όταν κάθε όνειρο ρομαντισμού πεθαίνει για την επίσης -και εξίσου- απαραίτητη αμεσότητα. Θα μείνω στο σήμερα και στον γραπτό λόγο, τρόπος που υπήρχε και παλιότερα βέβαια, όταν δηλαδή στεκόμουν τυχερός και γνώριζα τους Deathspell Omega πριν το κομβικό 2004. Λίγο νωρίτερα από τότε, ο Hasjarl είχε αποφασίσει πως το να κάνει και τρίτο generic Darkthrone-ιζέ album με -πάντα- ωραία riffs δεν ήταν και η καλύτερή του, οπότε και είχε έρθει η ώρα για μια ενδελεχή (ή «de profundis» όπως θα λάτρευαν οι μπλακμέταλς) εξερεύνηση των δυνατοτήτων του. Η έλευση του Mikko Aspa ήταν το κλειδί και έτσι γράφτηκαν οι πρώτες παράγραφοι του «πως να κάνετε τον αρχιμάστορα της power electronics να ηγηθεί του παγκόσμιου black metal κινήματος». Οι επιρροές αλλάζουν, το υψόμετρο ανεβαίνει, χαιρετάμε φίλους και γνωστούς και ανεβαίνουμε, και έχουμε δρόμο πολύ. Αυτό ακριβώς έγινε με το «Si Monvmentvm Reqvires, Circvmspice» (εδώ η ιστορία και εδώ η εικόνα), εγκαινιάστηκε μια τριλογία η οποία λίγα χρόνια μετά οδήγησε στο «Fas-Ite, Maledicti, In Ignem Aeternum» και προσφάτως κατέληξε στο «Paracletus». Υπάρχει λόγος που η τριάδα πάει πακέτο, και αυτό δεν είναι για να γράψουν στα facebooks οι ανά τον κόσμο black metallers τον Wren στους αγαπημένους επιστήμονες, τον Bataille στους αντίστοιχους σουρρεαλιστές και το «Everyman» στα αγαπημένα τους θεατρικά, όλα αυτά πλάι στον Νίτσε και τον Tolkien. Η τριλογία πραγματεύεται κάποια πράγματα, πέρα από τα καθαρά αναφορικά, και η δική μου οπτική πάνω σε αυτά βρίσκει διαρκείς και έντονους συμβολισμούς πάνω στο θεοσοφικό πρίσμα το οποίο παρουσιάζεται. Και όσο και αν πεθαίνω με τις Γρηγοριανές χορωδίες στο «Carnal Malefactor», δεν θα επεκταθώ με το concept διότι στα αλήθεια δεν είναι αυτό που με αφορά τόσο. Όσο και αν η επιρροή των Deathspell Omega είναι περισσότερο αισθητική (για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε την μελέτη «Από το μονοπάτι του Forest Poetry στα κρυφά σαλόνια του Βατικανού : Η μεταμόρφωση της εικόνας του black metal σε τέσσερα απλά βήματα», μόνο στα καλά βιβλιοπωλεία) παρά μουσική, με τις orthodox παρεκκλίσεις που επουδενί έφτιαξαν οι ίδιοι, αλλά τελικά τις γιγάντωσαν, το ζητούμενο για μένα παραμένει το feeling, ζητούμενο που πάντα όριζε το ταβάνι του black metal μου. Και όταν οι Deathspell Omega συνδύασαν τεράστιες ποσότητες αυτού του feeling με ένα ιδιοφυές παίξιμο και πέντε μεγάλες μελωδίες, έφτιαξαν το Fas, ένα album που με ανάγκασε Βίαια να το τοποθετήσω Δίπλα στα albums που από μικρό με μεγάλωναν και με έψηναν στη λεγόμενη «σκοτεινή πλευρά», και ας γελάμε όλοι με τον ορισμό. Διότι έχω μεγαλώσει με το «Written in Waters» και οι Deathspell Omega μου έπαιξαν το τελευταίο γύρισμα του «A Chore for the Lost», και αυτό για εμένα Έχει την Σημασία που ένας Γάλλος ένας Φιλανδός και ένας Khaos μπήκαν σε ένα αεροπλάνο, έπεσαν, σκότωσαν τους ζουλού και έπαιξαν black metal. Δεκάδες γεγονότα απαρτίζουν αυτή τη μπάντα. «Άκρα Μυστικοπάθεια», Λίγα λόγια σε συνεντεύξεις, ουδεμία ατομική προβολή ανάλογη του μεγέθους που έχουν αποκτήσει, στίχους που απαιτούν χρόνο, εξώφυλλα τα οποία κάποιοι θα μπορούσαν να αναλύουν για ώρες, και μια γενικότερη παραφιλολογία που έχει στείλει εκατοντάδες άτομα να : α) μάθουν λατινικά, β) αγοράσουν τη βίβλο, γ) διαβάσουν τη βίβλο, δ) τσακωθούν σε forums, ε) αλλαξοπιστήσουν και πολλά πολλά άλλα μέχρι το Ωμέγα, έχει ο Θεός. Και φυσικά στο τέλος να φτιάξουν και από μια μπάντα και να προσπαθούν να παίξουν έτσι, μέχρι να μην τα καταφέρουν και να προσπαθήσουν να βαρέσουν σαν Watain, και τελικά Darkthrone, μέχρι να το γυρίσουν οριστικά στο λαοφιλές black ‘n’ roll με ολίγη από thrash και να χορεύουν όλοι στο ρυθμό! Σημείωση, κάποιοι κατάφεραν στα αλήθεια να «αντιγράψουν ωραία» τους Deathspell Omega, με πρώτο παράδειγμα στο μυαλό τους Subvertio Deus στο «Psalms of Perdition» album τους. Κλείνει η παρένθεση, και το Ζητούμενα όλα τα κάλυψε το «Fas-Ite, Maledicti, In Ignem Aeternum». Όσο και αν προσπαθώ δεν μπορώ να βρω κανένα λόγο που ψυχαναγκαστικά δεν θα το τοποθετούσε στα Μεγαλύτερα Albums που Υπήρξαν. Θα σας έγραφα για τον ήχο στα τύμπανα ή τους ρυθμούς ή τα leads, αλλά ούτε αυτά με απασχολούν τόσο : με απασχολεί η ατμόσφαιρα και το συναίσθημα. Η αίσθηση εκείνη που έχεις όταν κάτι σου παίρνει εντελώς μυαλό και ψυχή και στα ξαναπλάθει επιτόπου (οποιαδήποτε έκφραση και αν χρησιμοποιήσω θα είναι κλισέ, ναι). Έχοντας βαρεθεί να το διαβάζετε στα δελτία τύπου, σε εποχές που οι χαρακτηρισμοί για τα black metal albums έχουν χάσει ανεπιστρεπτί το νόημά τους, το Fas-Ite είναι ένα αληθινά νοσηρό, ένα παρανοϊκό album, ένα εξαιρετικά πολυσύνδετο σκοτεινό πράγμα που φτάνει σε επίπεδα έξω της σκηνής που νοητά -πια- το περιβάλλει. Ένα τέτοιο συνδυασμό δεν τον συναντώ προσωπικά συχνά, και δεν θα κάτσω να γράψω πως «τον είχα συναντήσει επίσης στους SPK της εκατοστής δέκατης τρίτης κασσέτας ή στους Art Zoyd, τους Coil και τους Univers Zero». Αλλά το album βρίσκεται Τόσο ψηλά στη λίστα μου. Και το ξέρω πως είναι 2010 και το τωρινό ζητούμενο είναι το τέλος της τριλογίας, και εκεί θα πάω τώρα, απλά έπρεπε να τονιστεί το παρελθόν. Γιατί οι Deathspell Omega ήξεραν καλά τι έπρεπε να αλλάζουν λίγο λίγο ώστε να κλείσουν την τριλογία τόσο μεγαλοπρεπώς όσο την άνοιξαν. Προπονούνταν καλά άλλωστε στα διάφορα ενδιάμεσα εικοσάλεπτα σφηνάκια. Και στον «Parecletus», ρίχνουν κάπως την παράνοια, αυξάνοντας ένα τσικ το μπάσο και δημιουργώντας με χαοτική διαφορά τον πιο μουσικό τους δίσκο, χωρίς ωστόσο να παραδίδονται σε «μουσικότητες». Με όπλο το δεδομένο τους ταλένο να γράφουν τα άγραφτα, μικραίνουν το μήκος των τραγουδιών, παίζουν πιο προσανατολισμένα και γήινα παραμένοντας ακατάπαυστοι, ενώ βομβαρδίζουν τις μελωδίες τους σε κατάλληλους ανθρώπινους χρόνους, πράγμα που δεν είχανε παλιά σε τέτοια έκταση. Αν το «πιο ευκολοάκουστο» ήταν κατατοπιστικό για τέτοιες μουσικές και δεν είχε την de facto αρνητική χροιά που διατηρεί, θα ήταν ο χαρακτηρισμός για το τωρινό album των Deathspell Omega. Αυτό όντας συγκρατημένος, και έχοντας αποφασίσει να μη γράψω Ό,ΤΙ παρορμητικό και ενθουσιώδες μου κατεβαίνει στο μυαλό αυτή τη στιγμή, και μου κατεβαίνουν ειλικρινά πολλά. Σε κάπως περιγραφικότερα πλαίσια, διατηρεί ακέραιη τη ροή του, έχει την αξιοσημείωτη συνοχή του, και του λείπουν στο ενδιάμεσο οι κορυφώσεις εκείνες που οδηγούσαν τον ακροατή στο Veritas πχ να σηκώνεται κάθε δύο λεπτά να κάνει και άλλη κίνηση με χέρια-πόδια. Ο συντελεστής παραμόρφωσης έκφρασης/γκριμάτσας παίρνει τιμές από 0 ως το 1 και στο «Paracletus» είναι καθαρά στο 0,8. Δεν λείπουν τα δεκάδες επιμέρους σημεία που θα φόρτωναν μια συζήτηση με extra συζητήσεις, που με τη σειρά τους θα οδηγούσαν σε ολότελα νέες συζητήσεις και ο κύκλος δε θα έκλεινε παρά μόνο με την εμφάνιση των απαραίτητων «τι να μας πουν και οι dso» υπεράνετων. Όλα αυτά μαζί λοιπόν, το τι σημαίνει για τον καθένα η μουσική, τα ερεθίσματα, οι δεκάδες εμπλεκόμενες μορφές τέχνης, λαϊκής κουλτούρας, ανθρώπων, θεών, διαβόλων, ταλαντώνονται ομαλά σε τριάντα οκτώ λεπτά υπό άρτιο δυναμικό, και τελικά Καταλήγουν στο μεγάλο εκείνο κλείσιμο, στο ελληνικό «Apokatastasis Pantôn» για το οποίο δεν θα πω λέξη, απλά θα παραθέσω αυτό που θα γραφτεί στη δική τους ταφόπλακα, όταν κάποτε και οι Deathspell Omega θα έχουν εκπληρώσει όλους τους σκοπούς τους, μιας και η Τριλογία έκλεισε, αλλά θεωρώ δεδομένο πως θα υπάρξει συνέχεια. Και συγχωρέστε την αντιγραφή, ή το γεγονός πως κλείνει το κείμενο έτσι, αλλά τα τελευταία λόγια έχουν (ή δεν έχουν!) το νόημα που εναγωνίως θα έψαχνε και αυτός που εναγωνίως ψάχνει νοήματα. Και είναι πανέμορφο και αισθητικά ή ποιητικά έστω :
You were seeking strength, justice, splendour! You were seeking love!
Here is the pit, here is your pit! Its name is SILENCE…
Θυμάστε τότε που ακούγαμε το «Lost» των Noir Desir, ξανά και ξανά, και ενώ πιστεύαμε ότι μιλούσε για μας, διατηρούσαμε μια ελπίδα λόγω εκείνου του στίχου «I’m lost but I’m not stranded yet»; Σήμερα νομίζω ήρθε η ημέρα για την οποία μιλούσε εκείνο το «yet». Αφορμή ήταν μια βολτούλα στα διπλανά blog και ειδικά το indieanapolis όπου και διάβασα μια (προ-ημερών) δημοσίευση όπου εκφραζόταν η λατρεία για το πρωινό του Λονδίνου (και σε μικρότερο βαθμό της Νέας Υόρκης). Με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι έχω να πάω δυο χρόνια στο Λονδίνο (με μια μεγάλη δόση ειρωνίας, από όταν ήμουν ακόμα στο στρατό) ή και οπουδήποτε αλλού εκτός Ελλάδας εδώ που τα λέμε. Όχι ότι την Ελλάδα την έχουμε γυρίσει πάνω-κάτω αυτά τα δυο χρόνια, η έννοια «διακοπές» έχει λάβει μια ελαφρώς τραγελαφική έννοια. Το ακόμα καλύτερο; Υπάρχει δυνατότητα για επιστροφή στο Λονδίνο και μάλιστα υπό αρκετά ιδανικές συνθήκες (Χριστούγεννα γαρ) αλλά οι πιθανότητες λένε ότι θα την χάσουμε λόγω εργασίας. Θυμάστε αυτό το παλιό ρητό που λέει: «όταν έχεις χρόνο, δεν έχεις λεφτά και όταν έχεις λεφτά, δεν έχεις χρόνο»; Η πραγματικότητα συχνά-πυκνά επιμένει να μας το θυμίζει με τον πιο επιτακτικό τρόπο, βγάζοντάς μας παράλληλα και τη γλώσσα για να δείξει ότι το φχαριστιέται κιόλας. Οπότε, προς το παρόν, πρωινό στο σπίτι και ετοιμασία για δουλειά και ελπίδα ότι δεν θα μας γυρίσουν τα άντερα και σήμερα. Τα πλάνα για τις διακοπές; Σπίτι και η αγαπημένη μας ασχολία, να ατενίζουμε το ταβάνι χαρωπά.
Ένα από τα λίγα ωραία των ημερών έρχεται από την συνεχόμενη ακρόαση του «Mastermind». Πριν ξεκινήσει τις άναρθρες κραυγές και τα δοκίμια για το Deathspell Omega ο γνωστός ύποπτος, θέλω να μοιραστώ την επιφώτηση που έλαβα πριν μερικές μέρες όταν άκουγα το δίσκο, κατευθυνόμενος προς το Περιστέρι. Έχοντας συγκεντρωθεί στην ακρόαση του, το πρώτο μούδιασμα που ένιωσα την πρώτη φορά εξαφανίστηκε σχεδόν αμέσως. Δεν ξέρω αν ο Wyndorf ξανάρχισε τα ναρκωτικά ή αν επιτέλους βρήκε το δρόμο προς τη χαμένη του έμπνευση, αλλά οι μέρες του άψυχου «4-Way Diablo» φαίνεται να έχουν περάσει. Δεν ξέρω αν μπορεί να μπει και η λέξη «ανεπιστρεπτί» στην προηγούμενη πρόταση αλλά για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, το μέλλον μοιάζει ελαφρώς φωτεινό. Με κέρδισε ακόμα περισσότερα το ότι έχουν ρίξει λίγο τις ταχύτητες, ότι θυμήθηκαν τις λιγότερο rock ‘n’ roll μέρες τους, στράφηκαν και πάλι στην προ-Powetrip ψυχεδέλεια. Ο Wyndorf επίσης φαίνεται να ξαναβρήκε την ψυχή του, να βάζει πάθος πίσω από τους στίχους του και αν και δεν τους έχω στα χέρια μου, μου φάνηκε ότι άκουσα και μερικά αυτο-ειρωνικά σημεία. Η σημαντικότερη απόδειξη για το ότι αυτό το album είναι ΚΑΛΟ και όχι «τιμιο», «συμπαθητικό», «σέβεται το παρελθόν τους» και άλλα τέτοια κλισέ, είναι η όρεξη που είχα ακούγοντάς του να δω αυτά τα τραγούδια live και η απογοήτευση που θα νιώσω αν δεν περιλάβουν κάποια από αυτά σε τυχόν νέα περιοδεία (κάτι που την προηγούμενη φορά δεν με είχε απογοητεύση καθόλου, όταν αγνόησαν επιδεικτικά το προηγούμενο στο τελευταίο live τους). Δεν ξέρω αν θα καταφέρει κάποια στιγμή να μπει δίπλα δίπλα με τα μεγάλα album τους, αλλά αυτό έχουμε καιρό να το αποφασίσουμε. Μέχρι στιγμής, μου θυμίζει λίγο το «God Says No», αν και το «Mastermind» με κέρδισε πολύ πιο γρήγορα.
Υπάρχουν λίγα πράγματα που μπορώ να πω για την Etta James και τις περισσότερες φορές βρίσκω πως τα έχει πει η ίδια καλύτερα από όσο θα μπορέσω εγώ ποτέ. Το κακό κορίτσι της soul, των blues, της r’n’b και του ροκενρολ μαζί δήλωσε πως όταν έφτασε ο έρως στη ζωή της, τότε αυτή μεταμορφώθηκε σε τραγούδι και οι δαίμονες στην κόκακόλα που όντως πάει με όλα όπως φαίνεται, πήραν το I just wanna make love to you και το επανέφεραν σε μια επιφάνεια στην οποία δεν θα ήθελα ποτέ να ξαναδώ.
Το At Last είναι αυτό όμως που με κάνει κρέμα γάλακτος.
Ο Νοέμβρης είναι ο αγαπημένος μου χειμωνιάτικος μήνας και η James του At Last με κάνει και νιώθω πως το σύμπαν είναι το ραδιοφωνικό μου ακροατήριο που δονείται με το άκουσμά του σαν ήχος από μουσική σε άδειο από ανθρώπους διάδρομο αμερικάνικου σούπερ μάρκετ και το τσιγάρο μου ένα μοναδικό ραδιοφωνικό μικρόφωνο. Στις πρώτες του νότες η φωνή της James εξαπλώνεται παντού λες και πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν τοίχοι για να την εμποδίσουν. Και οι άνθρωποι είναι ξαπλωμένοι σε γρασίδια κάτω από γεμάτους νυχτερινούς ουρανούς με τσιγάρα στα χέρια και χαμόγελα.
For you are mine, at last
Τα λέμε σύντομα.
Θυμάστε πριν 4-5 ημέρες που μιλούσαμε για το πόσο ωραίο ήταν το «Steeple» των Wolf People; Ε λοιπόν 1-2 ημέρες μετά ανακαλύψαμε και ένα ξαδερφάκι του βάλθηκε να το συναγωνιστεί. Οι Warpaint λοιπόν είναι τέσσερεις κορασίδες από το μακρινό Los Angeles, που ξεκίνησαν με καλές γνωριμίες (παραγωγός του πρώτου ep του ήταν ο John Frusciante), με πρώην μέλη ανερχόμενες indie ηθοποιούς και με μια ατμόσφαιρα/αισθητική που μοιάζει να τις κάνει το νέο αγαπημένο συγκρότημα τύπων με μουστάκια και V t-shirts που πάνε σε συναυλίες Einsturzende Neubauten για να συζητήσουν για τη Lifo και να εκνευρίσουν τον Μανώλη. Μετά από όλα αυτά μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος γιατί ασχολούμαστε μαζί τους; Γιατί κυρίες και κύριοι, το πρώτο τους album, το «The Fool» (συμπαθήσαμε από τον τίτλο ακόμα), είναι μια από τις ωραιότερες μίξεις indie rock και 70s progressive psychedelia.
Αν μπάντες όπως οι Wolf People ακούγονται πιο originally retro, οι Warpaint καταφέρνουν να «διατηρήσουν τις pop ευαισθησίες τους» χωρίς να προδίδουν την ατμόσφαιρα που επιθυμούν να πετύχουν. Τα τραγούδια του δίσκου είναι από τα καλύτερα δείγματα ψυχεδελικού, αλλά και πιασάρικου songwriting. Νομίζω ότι είναι εύκολο να γίνουν αναλογίες με τις Electrelane, ακόμα και για μένα ήταν από τα πρώτα πράγματα που πέρασαν από το μυαλό μου. Μέχρι ενός σημείου είναι δικαιολογημένες τέτοιες συγκρίσεις (και από μουσικής και από επιφανειακής πλευράς), αλλά όσες είναι οι ομοιότητές τους, άλλες τόσες είναι και οι διαφορές τους. Το κυριότερο είναι ότι οι Warpaint δείχνουν να απολαμβάνουν την vintage πλευρά της μουσικής τους και επενδύουν περισσότερο πάνω της. Επιλέγουν να διατηρούν μια ισορροπία που, στα αυτιά μου τουλάχιστον, τις κάνει αρκετά ξεχωριστές. Και εδώ που τα λέμε, τραγούδια σαν το «Set Your Arms Down» ή το «Shadows» δεν γράφονται καθημερινά.
Δεν ξέρω αν έχουν προλάβει να γίνουν το νέο μεγάλο όνομα της indie σκηνής, αν έχουν γίνει πιθανότατα το αξίζουν, απλά ελπίζω να συνεχίσουν να βγάζουν ωραίους δίσκους πριν την αναπόφευκτη φθορά. Βλέπω και στο site τους ότι πρόσφατα έκαναν και περιοδεία μαζί με τους School Of Seven Bells, πράγμα το οποίο θα ήταν κάτι που θα ήθελα να δω πραγματικά. Το τελευταίο album των School Of Seven Bells παρεμπιπτόντως είναι συμπαθέστατο, αλλά συνεχίζω να προτιμώ το προηγούμενο. Αυτά για τις Warpaint λοιπόν, ακούστε το δίσκο, πείτε και σεις πόσο σας αρέσει και πάρτε να δείτε και το «Wristcutters: A Love Story» να συζητάμε μετά για πρώην μέλη τους.
Νομίζω πως ο δίσκος των Faust που ακούω πλέον περισσότερο από τους άλλοι, είναι τα ΒΒC sessions που έκαναν τα παλιά τα χρόνια στον John Peel. Οι γείτονές μου ξέρουν πια όλα τα χτυπήματα του Zappi στο «The Lurcher» και νομίζω πως με τον καιρό το συνήθισαν και τους αρέσει, αν και σας ομολογώ πως στο παρελθόν είχα δεχθεί πιέσεις για να βαράω το «Faust IV» γιατί προτιμούν το «It’s a Rainy Day, Sunshine Girl». Τις προάλλες τους έκανα τη χάρη, καθώς αποφάσισα να μοιραστώ με το τετράγωνο την (απλά υπέροχη..) συλλογή της Soul Jazz «Deutsche Elektronische Musik» που το έχει μέσα. Ένας περιληπτικός θησαυρός του σπουδαιότερου ίσως κινήματος που συνάντησε η rock μουσική ανά την εξέλιξή της. Θα ομολογήσω πως η χρησιμότητα μιας συλλογής με γνωστά kraut rock κομμάτια βρίθει κυρίως ιστορικής χρησιμότητος : Η πλήρης βιογραφική περιγραφή των ερεθισμάτων που είχαν οι συμμετέχοντες και η μετατροπή αυτών σε Σημασία. Για να καταλήξουμε στο εξής, το οποίο και σας αντιγράφω : «Some mighty loosely observe that 1977 also signalled the end of musical eras around the world as punk summarily demolished most of its stylistic predecessors. But in Germany punk was DAF and later EINSTÜRZENDE NEUBAUTEN, groups clearly engaged in musical and electronic destruction and construction in the same manners as Faust and other groups featured here». Αυτό είναι ένα θα έλεγα ένα σημαντικό σημείο εκκίνησης. Μερικές φορές σκέφτομαι ένα ηλίθιο πράγμα, πως δηλαδή η δεκαετία των 80’s όφειλε σε αυτή των 70’s πολλά περισσότερα από όσα θα όφειλε κάποια άλλη στην αντίστοιχη προηγούμενή της και αυτό θα μπορούσα ίσως να το αιτιολογήσω, ή τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, δεν θα μπορούσα. Είναι απλά μια αίσθηση, όλοι έχουμε αισθήσεις, τι να κάνουμε τώρα. Απλά οι Einstürzende Neubauten θαρρώ πως -μαζί με άλλους δυο-τρεις- υπήρξαν οι ιδανικοί ενωτές μερικών δεκάδων σημαντικών πεδίων της μουσικής, στο κατάλληλο μέρος αλλά και την κατάλληλη στιγμή. Και από τότε επέρασαν παιδιά τριάντα χρόνια, και το σάββατο πήγα αργοπορημένος στο μαγαζί όπου εορταζόταν με όλες τις τιμές η επέτειος αυτή του συγκροτήματος, και ας όψεται η Ανάσταση του Λαζάρου για αυτό, αλλά δυστυχώς βρέθηκα τελευταία στιγμή στην πόρτα και έμπαινα με ταχύτατες κινήσεις, ενώ ήδη άκουγα το «The Garden» από κάπου μέσα, και έτρεχα προς την είσοδο και εκεί απότομο στοπ. Ασφυκτικός κόσμος σε κατάσταση εκτεταμένης συγκεντρωτικής υστερίας και από μακριά οι Neubauten να με βάζουν βίαια στο κλίμα. Το party δεν χωρούσε άλλους καλεσμένους, αλλά ευτυχώς από κει πίσω είδα καλά και άκουσα καλύτερα. Τι είδα; Είδα έναν Blixa Bargeld έτοιμο να πεθάνει από στυλ και φινέτσα και όλα αυτά τα elegant, είδα τον Alexander Hacke σε μεταμφίεση τελειωμένου νταλικιέρη ανά τα Βαλκάνια με κολλημένο μουστάκι τελευταίου Nick Cave με τατουάζ μια κολλημένη άσπρη φανέλα. Τι άκουσα; Άκουσα το garden όπως προείπα, αλλά και ένα τεράστιο «Die Befindlichkeit Des Landes» όσο και ένα ανήκουστο «Νagorny Κarabach». Eπειδή έπαιξαν πολλά τραγούδια και επιπροσθέτως αν κερνάω με ένα επίθετο το καθένα (σε στυλ «το κλειστοφοβικό 1, το ανεπανάληπτο 2, το άπαιχτο 3, κλπ) θα είμαι ένας γραφικός τύπος, θα γίνει χύμα η δουλειά : «Let’s do it a Dada», «Installation no 1», «Dead Friends (Around the Corner)», «Von Wegen», «Grundstuck», «Haus der Luge», «Youme & Meyou», «Die Interimsliebenden», «Sabrina», «Unvollstandigkeit», «Susej» και φυσικά το «Silence is Sexy» το οποίο και οριοθέτησε θα έλεγα και ένα κάποιο Μέγιστο. Παραδόξως δεν άκουσα το «Ende Neu» στο setlist, ένα setlist από το οποίο σίγουρα ξεχνάω κάποια μέλη, ένα setlist το οποίο προσωπικά με άφησε ικανοποιημένο ελέω της Μεγάλης Απόδοσης των Neubauten. Μιας απόδοσης που κράτησε τρεις γεμάτες ώρες που μου φάνηκαν λιγότερες, περίπου μισή, διότι κάτι τέτοιες ώρες ο χρόνος περνάει κάπως πιο γρήγορα από τις άλλες. Ορισμένοι κάπως πιο δοσμένοι, με ενημέρωσαν πως ήθελαν άλλα τραγούδια, και εγώ τους πίστεψα. Αλλά αυτό που έβγαζαν στη σκηνή ήταν τόσο έντονο που πιστεύω πως θα άντεχα και αν έπαιζαν μόνο όλο το «Tabula Rasa». Φυσικά, σε ένα τόσο μεγάλο κοινό δεν θα μπορούσαν να μειοψηφούν οι καθυστερημένοι φίλοι μας. Σε ένα μικρό παρενθετικό κλίμα, στον χώρο συγκρούστηκε η Αίρεση της LiFo με την ελίτ της Athens Voice. Δεν μου αρέσει να αναπαράγω σε γραπτό λόγο τα όσα λέγονται υπό συνθήκες συζήτησης, γιατί νιώθω κάπως ηλίθιος ακριβώς τη στιγμή εκείνη που κάνω τη μεταφορά, αλλά δεν μπορώ να μην σημειώσω αυτό : Αν για κάποιο λόγο (πχ από μια βομβιστική επίθεση) η LiFo και η Athens Voice δεν κυκλοφορήσουν για ένα μήνα, θα γεμίσουν Όλες οι πλατείες του νομού Αττικής από τρομαγμένους ανθρώπους που δεν θα ξέρουν σε Ποιό hot-spot της Athens-by-Night να Πάνε το βράδυ του Σαββάτου. Τέτοια Καθοδήγηση δεν έχω ξανασυναντήσει Ποτέ στα εικοσιπέντε μου τα χρόνια. Για το σ/κ είχε Einstürzende Neubauten και φάτε τα, με τους διάφορους λοβοτομημένους να ουρλιάζουν «μπλίξαααα θεόςςς» την ώρα που ο τελευταίος τους τραγουδάει το SILENCE is sexy, τι ακριβώς δεν καταλαβαίνετε, που κολλήσατε, γιατί στο διάολο είστε παντού; Ο ίδιος ο Δαρβίνος θα απορούσε για την δυνατότητα ύπαρξης ζωής στο Πουθενά. Ακολουθώ την γραμμή πως τα ελληνικά free press είναι ένα κόλπο ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ για να αποβλακώσουν μέχρι τέλους την απαστράπτουσα ελληνική νεολαία. Και κλείνει η παρένθεση, γιατί τέλειωσε και η συναυλία και τι άλλο να πω και γω; Πως η μπάντα πουλούσε το σημερινό show σε usb stick προς 25 ευρώ; Δεν θέλω να το αναφέρω καν αυτό. Θα μπορούσα να σας περιγράψω καρέ καρέ το live και τις λαμαρίνες και τον εξοπλισμό και όλες όλες τις ατάκες, αλλά το αφήνω για τον άνθρωπο που θα γράψει την ιστορία τους. Γνώριζα πάντως εκ των προτέρων πως η πραγματικά ενδιαφέρουσα μέρα θα ήταν η δεύτερη. Λιγότερος κόσμος, καθήμενος, με documentary για το συγκρότημα στον προβολέα, και τον Blixa να βγαίνει στις 21:35 να ανακοινώνει το πως θα πάει η βραδιά. Θα πω την αλήθεια, μου είχαν ρίξει spoilers, σχεδόν ήξερα τι θα γίνει επακριβώς. Οι Neubauten έπαιξαν λίγο, αλλά ασχολήθηκαν κάπως πιο διεξοδικά με τραγούδια που είτε δεν είχαν πει ποτέ, είτε δεν είχαν πει για είκοσι χρόνια. Και όταν μια συνεχόμενη τετράδα από αυτά αποτελείται από τα «Total Eclipse of the Sun», «Armenia», «Seele Brennt» και «Sand», δεν μπορώ παρά να βγω στο δρόμο και να χτυπώ λαμαρίνες και γω. Για να πω και γω εναδυό χαρτογιακάδικα, οι Μεγάλοι Neubauten είναι εκείνοι του «Κollaps», του «Zeichnungen des Patienten O. T.» και του «Halber Mensch», albums της ένωσης εκείνης που λέγαμε στην αρχή, και υπήρξα τουλάχιστον κόκκος της άμμου, σκαλωμένος στο άβολό μου κάθισμα, έρμαιο της μουσικότητας εκείνης που κάνει τον κόσμο έρμαιο. Στα ουρλιαχτά, στις εκφράσεις του Blixa την ώρα αυτών, στις λαμαρίνες, στους ήχους, στους τρόπους από τους οποίους μπορεί να βγει μουσική από το μηδέν. Μόνο μεγάλες στιγμές σε μικρό σετ, που ακολούθησε ένας Blixa Bargeld σε solo spoken word/αυτοσχεδιασμών και stand up comedy που έσυρε πολλά στο διάβα του, από έγκυρα αντεθνικά momentum σε strategies against bad architecture, από πολιτικές ημιτοποθετήσεις περί κακής κατάστασης στην ελλάδα μέχρι τα ραδιόφωνα στην Φρανκφούρτη και τις άσπρες λωρίδες των αυτοκινητόδρομων αυτής. Σκαλωτικοί δρόμοι, έχω πάει. Σε κάποιο σημείο βέβαια συνειδητοποίησα πως έβλεπα έναν αξιαγάπητο τύπο να πίνει μαλαματίνα σε κολονάτο και να μου λέει πως ό,τι και να κάνω θα είμαι για πάντα ένας μικρός κακομοίρης έλληνας, και, σε μια δεύτερη παρένθεση, μου θύμισε έναν γηραιότερο συμπατριώτη του που με κοίταζε λες και ήμουν σκατά (βρε παιδιά) όταν στον Ανήφορό μου για το Κάστρο της Χαϊδελβέργης, ανάμεσα σε πουρνάρια και καταρράκτες μικρούς, τον ρώτησα τον δρόμο και του αποκάλυψα την καταγωγή μου. Η τότε συζήτηση περιορίστηκε στο να παραδεχτώ πως έχουμε κακή ομάδα στο ποδόσφαιρο, το οποίο και παραδέχτηκα επειδή έψαχνα απλά τον δρόμο μου, αλλά από μια γωνιά θα ήθελα να του μιλήσω για τον 9γκολσε10ματς fanis gkekas (και μετά μου λέτε για γερμανικό πρωτάθλημα..), απλά για την φάση. Ο τώρα μονόλογος του Blixa πάλι, ήταν κάπως πιο εύστοχος και κατάτι καυστικότερος, παρότι σε σημεία έσερνε λίγο αέρα_βερολίνου, ένα Βερολίνο που θα αγαπώ για πάντα μεν, αλλά θα εκνευρίζομαι και για πάντα με τον τρόπο που εισχωρεί σε κάθε (μα κάθε) σοβαροφανή κουβέντα περί ένδοξων ημερών, Τέχνης και Αρωμάτων. Παντού χωράει λίγο Βερολίνο όμως, ας είναι, «το διάβασα και στη LiFo», όπως κλεφτάκουσα και από τον απαραίτητο ηλίθιο που καθόταν από πίσω μου και φυσικά είχε έρθει για να μας πει τι διάβασε στην LiFo. O Blixa για σαράντα λεπτά ήταν γνήσιος entertainer και σε αρκετές στιγμές με έπιασαν τα γέλια κυριολεκτικά και όχι ψυχαναγκαστικά και ξέπνοα «βηκτικά» ώστε να ακουστεί σαν γέλιο. Ο άνθρωπος είναι ιδιοφυής. Η συνέχεια -τολμώ να πω- ήταν κάπως επουσιώδους σημασίας, αφού ηχητικά ήταν αναμεταξύ GY!BE και …David Shea και άλλων ξεχασμένων κυκλοφοριών της Staalplaat. Για να κλείσουμε αυτόν τον κυριακάτικο Θρίαμβο, θα ακολουθήσουν δύο βίντεΑ. Το πρώτο είναι ένα Μεγάλο Τραγούδι που μου χει φάει τη ζωή, ενώ το δεύτερο αποτελεί το λεγόμενο magnum opus των Einstürzende Neubauten, καλή απόλαυση, καλά να ‘μαστε.
No shadow no stars
no moon no cars
November
it only believes
in a pile of dead leaves
and a moon
that’s the color of bone
Γιατί αύριο σίγουρα θα ξεχάσουμε να σας ευχηθούμε καλό μήνα.
Τι πιο ωραίο από μια εντυπωσιακή αρχή στην πρώτη ακρόαση ενός καινούριου δίσκου. Όταν αυτές οι πρώτες νότες που παίζουν μοιάζουν να πέφτουν ακριβώς στα σωστά σημεία για να σε κάνουν να κουνήσεις το κεφάλι σου με το ρυθμό ή να χαμογελάσεις σκεπτόμενος ότι κάτι κατάφερες να βρεις πάλι. Η πρώτη τέτοια αρχή που θυμάμαι να με έχει αφήσει ξερό στο σαλόνι του πατρικού μου να κοιτάω αποσβολωμένος το στερεοφωνικό ήταν το «Enchantment» των Paradise Lost, μόλις είχα γυρίσει σπίτι αφού είχα βρει το «Draconian Times» σε παρακμιακό Ηλιουπολίτικο δισκάδικο (το οποίο έχει κλείσει καμιά δεκαετία τώρα). Τώρα που το σκέφτομαι, δεν πρέπει να έχει ξεμείνει κανένα δισκάδικο στην Ηλιούπολη και πολύ φοβάμαι ότι πέραν του κέντρου και του Μοναστηρακίου, δεν πρέπει να έχει ξεμείνει κανένα συνοικιακό δισκάδικο πουθενά. Ας μην ξεφεύγουμε όμως από το θέμα μας, εδώ μιλάμε για ξεκινήματα (πάλης και μη). Και εντάξει είναι δεδομένο ότι αρκετές φορές η συνέχεια δεν θα ήταν αντάξια της αρχής, ότι τελικά θα σε άφηνε με μια απογοήτευση ή ότι θα πάταγες το stop πριν καν τελειώσει ο δίσκος, αλλά εκείνη η αρχή είναι που είχε σημασία, που σου δημιουργούσε την ελπίδα ότι έχεις στα χέρια σου κάτι καινούριο που θα έρθει να κάνει αργότερα παρέα στα υπόλοιπα κολλήματά σου.
Η τελευταία αρχή ανήκει στο «Blank Page», το εναρκτήριο κομμάτι του «Blood Bunny/Black Rabbit» των Black Heart Procession. Τη συγκεκριμένη κυκλοφορία τη βάζω στο μυαλό μου ως συνέχεια του «In The Fishtank», όσο και αν διαφέρουν σε μουσικά στυλ. Και τα δυο τους βρίσκουν λίγο έξω από τα χωράφια τους, πιο ελεύθερους, να δοκιμάζουν άλλα πράγματα και να τους βγαίνουν. Μοιρασμένο ανάμεσα σε remixes από γνωστούς και μη (πιστεύατε ότι θα βλέπατε Lee Perry και Eluvium δίπλα-δίπλα) και καινούρια κομμάτια παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τα καινούρια κομμάτια δεν θα τα χαρακτήριζες ως κλασσικά BHP αλλά εγώ τα αγαπάω ήδη, ενώ κατάφερνουν να ταιριάζουν και αρκετά με τα (ομολογουμένως) ετερόκλητα remixes. Επίσης μου θυμίζει ότι δεν έχω αφιερώσει και τρομερά πολύ χρόνο στο «Six», κάτι που πρέπει να διορθωθεί λίαν συντόμως.
Η νέα mini απογοήτευση της χρονιάς έρχεται από το «I, Vigilante» των Crippled Black Phoenix. Όχι ότι είναι κακό ή βαρετό album, αλλά ρε διάολε δεν μου βγαίνει από το μυαλό ότι βιαστήκανε για κάποιο απροσδιόριστο λόγο να το κυκλοφορήσουν, ειδικά μετά τον ογκόλιθο του «Ressurectionists/Night Raider». Δεν ξέρω γιατί, αλλά οι απλά ωραίες συνθέσεις και οι χαριτωμενιές με διασκευές σε Journey δεν δημιουργούν ΤΟ αριστούργημα που περιμέναμε μετά τα δυο πρώτα. Συνεχίζω να τους αγαπάω, αλλά δεν θα το κρύψω ότι με αυτό υπήρξε το πρώτο καβγαδάκι στη σχέση. Ελπίζω σε γεμάτο πάθος συμφιλιωτικό σεξ, αλλά επίσης ελπίζω ότι δεν θα βιαστούμε να ξαναπέσουμε στο κρεβάτι.
Από την άλλη πλευρά, το «Hewers Of Wood and Drawers Of Water» ήταν ό,τι ακριβώς ελπίζαμε και περιμέναμε και με το παραπάνω. Επιστροφή στις πιο ορθές songwriting φόρμες μετά την αφηρημάδα του «Nebulous Dreams», έχουν αφήσει πίσω τους την ταμπέλα της απλά πολλά υποσχόμενης folk noir μπάντας του πρώτου ep τους και παρουσιάζουν κάθε φορά μια ελαφρώς διαφορετική πτυχή της μουσικής τους. Αρκετά όμοιοι με το παρελθόν για να είναι αναγνωρίσιμοι, αλλά και αρκετά διαφορετικοί για να μην είναι βαρετά επαναλαμβανόμενοι. Στο καινούριο δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου ότι η μάσκα που φοράνε είναι κατά το ήμισυ Mission και κατά το ήμισυ 16 Horsepower (Hussey vs Edwards?). Μπήκαν δυναμικά στην τελική ευθεία πάντως για να είναι στη λίστα στο τέλος του χρόνου.
Άκουσα και το «Away From The Haunts Of Men» που με έπρηζε ο Μανώλης σήμερα, στα πεταχτά ομολογουμένως. Αρεστό, αλλά όχι εντυπωσιακό, ήταν η πρώτη αίσθηση. Επειδή όμως έχω μια τάση να βγάζω βιαστικά συμπεράσματα θα του δώσω κάποιες ακροάσεις παραπάνω, παρέα με το αγνώστων λοιπών στοιχείων «Evige Hvile» των Svart,Kaldt,Dod για να μη λέμε μετά ότι ξεχάσαμε και εντελώς το black metal.
Περιμένουν και άλλα να πάρουν σειρά, με κυριότερο όλων φυσικά, το «Mastermind» των Monster Magnet. To χω ακούσει μια φορά. Το φοβάμαι αυτό το album, δεν ξέρω πως να το αντιμετωπίσω και πως να το κοιτάξω στα μάτια. Δεν νομίζω ότι θα αντέξω μια επανάληψη του οικτρού «4-Way Diablo», αλλά ακριβώς επειδή είναι οι Monster Magnet και με τους έρωτές μας οφείλουμε να είμαστε αυστηρότατοι και άτεγκτοι, δεν θέλω να αναγκάσω τον εαυτό μου να του αρέσει. Η πρώτη ακρόαση μου κόλλησε την ταμπέλα «τίμιο» στο μυαλό και αυτό δεν είναι καλό πράγμα. Γι’ αυτό θέλω να αποστασιοποιηθώ λίγο πριν αποτολμήσω να το ξαναπλησιάσω. Γενικά, φέτος ήταν αρκετά αυτά που μας άφησαν κάπως μουδιασμένους και δεν έχω συνηθίσει αυτή την αίσθηση. Και ας μην ξεχνάμε φυσικά ότι η μεγαλύτερη δοκιμασία που ακούει στο όνομα «Norrøn Livskunst» δεν έχει έρθει ακόμα. Εκεί να δείτε γλέντια.
Αλλά αυτά είναι άγχη και ανησυχίες για το μέλλον. Προς το παρόν απολαμβάνουμε το δεύτερο φετινό album των Wolf People και δεν μας νοιάζει τίποτα. (Δηλαδή μας νοιάζει που αύριο θα πρέπει να ξυπνήσουμε πάλι χαράματα να πάμε δουλειά, αλλά μας νοιάζει λίγο λιγότερο όταν ακούμε το «Steeple»). Τι ωραίο πράγμα τα 70s και τι ωραίο πράγμα η Jagjaguwar. Τέλος, φίλτατο αναγνωστικό κοινό αρχίστε να προσεύχεστε να κερδίσει ο μικρός Μανωλάκης το special lp των Svarte Greiner στην επικείμενη κλήρωση της Experimedia γιατί ποιος τον ακούει μετά.
Επίσης για όσους ενδιαφέρονται, το 1/4 του Sonic Death Monkey μαζί με έτερο επίτιμο μέλος θα βρίσκονται σήμερα το βράδυ πίσω από τα decks γνωστού μαγαζιού στην ευρύτερη περιοχή των Πετραλώνων, οπότε πάτε να πιείτε και ένα ποτάκι για μας που δε μπορούμε.
α) ..όχι το μωρό μου
β) ..άλλο κάρβουνο
γ) ..πια έρωτες
δ) ..στα διόδια
ε) ..στα ναρκωτικά
ζ) ..ρε πούστη
η) ..στην εκτροπή του αχελώου
μα πάνω από όλα τα άλλα ΟΧΙ
θ) εκείνα που βγαίνουν κατευθείαν από την ψυχή
πείτε μας και εσείς τα αγαπημένα σας
Εδώ και δυο μέρες δε λέει να σταματήσει να βρέχει. Προσωπικά αγαπάμε, επαγγελματικά μας έχει γαμήσει την ψυχολογία. Επειδή όμως έχουμε πολύ καιρό να κάνουμε συλλογή. Μέσα Αυγούστου ήταν η τελευταία, δεν είχαμε πάει διακοπές καν, και νομίζω ότι χρειάζεται μια τώρα στα μέσα του φθινοπώρου. Έχει μπει για τα καλά, μέχρι που χρειαζόμαστε και την κουβέρτα το βράδυ. Έχουμε και λέμε λοιπόν (μέχρι να πείσουμε τον Μάνο να θυμηθεί τα Monday Night Sessions ή να σκουντήσουμε την Έλενα να κάνει καμιά funky συλλογή), αρκεστείτε στην δικιά μου υποτονικότητα:
01. Anthony & The Johnsons – Thank you for your love
02. J. Tillman – Three sisters
03. James Blackshaw – Part 2
04. Grasscut – The tin man
05. Boduf Songs – Bought myself a cat o’ nine tails
06. Black Mountain – Sadie
07. Madlib – Song for my father
08. Dax Riggs – See you all in hell or New Orleans
09. Solar Bears – Primary colours at the back of my mind
10. Benoit Pioulard – Sault
11. Koen Holtkamp – Make haste
12. Heather Woods Broderick – For misty
13. Aaron Martin – Climbing into water
14. Skream – The epic last song
15. Mogwai – Cody (live)