dead cities

•15 Αυγούστου, 2011 • Σχολιάστε

Θα κλέψω λίγο φτιάχνοντας ένα mixtape πολύ σύντομα μετά το προηγούμενο, αλλά μετά την επιστροφή από τη δουλειά σήμερα με είχε πιάσει μεγάλη όρεξη. Δεν ξέρω αν αυτό που συμβαίνει τη σημερινή ημέρα, συμβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη μεγάλη πόλη του κόσμου, αλλά συνεχίζει να με εντυπωσιάζει κάθε φορα. Δυστυχώς λόγω κάποιας ακατανόητης όρεξης των αφεντικών να δουλέψουμε σήμερα χωρίς καν να υπάρχει δουλειά μου χάλασε το πρωινό, όπου θα μπορούσε να γίνει ένας ωραιότατος περίπατος. Μόνο, ελαφρώς, παρηγορητικό, ότι πληρώθηκα διπλά για να διαβάζω βιβλία, να ακούω μουσική και να χαζεύω στο internet. Πολλή μουσική φίλοι και φίλες. Έχουμε να αναπληρώσουμε δυο βδομάδες πλήρης απουσίας από οποιαδήποτε εξέλιξη. Να θυμηθώ να πάρω καμιά εφημερίδα τώρα που το σκέφτομαι γιατί είμαι πέντε μέρες ήδη στον πολιτισμό και συνειδητοποιώ ότι πέρα από πέντε σκόρπια πράγματα για τον χαμό στην Αγγλία δεν έχω ιδέα τι γίνεται τριγύρω. Όχι ότι περιμένω κανένα καλό νέο, απλά για να αποφύγουμε ακόμα πιο δυσάρεστες εκπλήξεις.

Σε άλλα νέα, θέλω απελπισμένα να δω το ντοκυμαντέρ «The Miner’s Hymn» του Bill Morrisson, του οποίου το soundtrack έχει γράψει ο Johann Johannsson. Επίσης υπήρξε φρεσκότατη κυκλοφορία από τον Erik Enocksson, γενικά ψιλο-χαμός αυτές τις μερές, λίγο παράδοξο αυγουστιάτικα. Ακόμα όμως ψάχνω και δεν μπορώ με κανένα τρόπο να βρω την φετινή δουλειά της Pamelia Kurstin.

Για να επανέλθουμε στο θέμα μας όμως:

01. Letters Letters – Everything always
02. Colleen – In the train with no lights
03. Kiila – Kateet Linnut
04. Broselmaschine – The old man’s song
05. Lars Horntveth – News on the march
06. Anja Garbarek – My fellow riders
07. A Whisper In The Noise – A new dawn
08. Elizabeth Anka Vajagic – Sleep with dried up tears
09. Jonquil – Lions
10. Bosphorus & Mode Plagal – Δρομολόγιο
11. Ultra Orange & Emmanuelle – Rosemary’s lullaby
12. Pantaleimon – At dawn
13. Loituma – Levan Polkka
14. Annexus Quam – Osmose III
15. Circle – Spektaakelin kritiikki
16. Anna Jarvinen – Helsinki
17. Χειμερινοί Κολυμβητές – Το πολλαπλό σου είδωλο

ξυπνώντας από τις εφτά

return from…

•13 Αυγούστου, 2011 • 1 σχόλιο

Σάββατο μεσημέρι, μια και είκοσι λέει το ρολόι του laptop. Το ημερολόγιο παραδίπλα λέει αισίως 13 Αυγούστου, δηλαδή δυο βδομάδες μετά το προηγούμενο post. To SDM σε πλήρεις αυγουστιάτικους ρυθμούς, δεν πλησίασε καν στη σκέψη του να γράψει κάτι. Μου φαίνεται πάντα περίεργη αίσθηση να τελειώνουν οι διακοπές μου πριν τον δεκαπενταύγουστο, συνήθως αδειεύω προς το τέλος Αυγούστου αλλά φέτος υπήρξαν άλλα σχέδια. Όχι ότι μας βγήκε σε κακό δηλαδή, μην είμαι και αχάριστος. Η επιστροφή όμως από την επαρχιακή Ελλάδα συνέπεσε με την αναχώρηση όλων των υπόλοιπων Αθηναίων, με αποτέλεσμα το σημερινό, πρωινό περπάτημα για τις κλασσικές σαββατιάτικες δουλείες/ψώνια/προμήθειες να γίνει σε ημι-άδειους δρόμους. Η γοητεία της αυγουστιάτικης Αθήνας είναι από τα κλισέ που μ’ αρέσει να αναπαράγω, ακόμα περισσότερο όταν ο κενός χώρος γύρω μου, συνδυάζεται με μια καλοδεχούμενη δροσιά τις βραδυνές ώρες των δυο τελευταίων ημερών. Παραδόξως δεν με έχει πιάσει ακόμα τρομερή μελαγχολία λόγω της επιστροφής, μάλλον γιατί δεν γύρισα κατευθείαν από τις διακοπές στη δουλειά. Προβλέπω βέβαια ότι αύριο θα υπάρξει post υπερ-συμπυκνωμένης κυριακίτιδας που θα προκαλέσει και βροχή.

Οι υπόλοιποι μοιάζουν και αυτοί να μπαίνουν, ο καθένας με το δικό του τρόπο, σε ρυθμούς μετα-διακοπικής περισυλλογής. Δυστυχώς επαγγελματικοί λόγοι δεν επέτρεψαν να είναι πλήρες το επιτελείο του SDM καθόλη τη διάρκεια των διακοπών, αλλά οι εκδρομικές μας περιπέτειες ήταν πλήρεις ημερών και επιτέλους πήραμε ομαδικώς βουνά, παραλίες, λίμνες και κάναμε πραγματικότητα το ελληνικό όνειρο!

Πριν ξεκινήσει αυτό το δεκαήμερο αποκοπής οποιασδήποτε σχέσης με το γύρω κόσμο είχα αφήσεις κάποιες εκκρεμότητες και δε μ’ αρέσει να κάνω μισές δουλειές (not). Σε μια άσχετη παρατήρηση παρακαλείται ο δημιουργός της διαφήμισης της Vodafone για τον γιαννη_τον_σλοου (μόνο με ελληνικούς χαρακτήρες, κατά το ροκ) να πάρει αγκαζέ το δημιουργό των διαφημίσεων των Jumbo και να προσέλθουν προς άμεσο τουφεκισμό. Επίσης κάποια στιγμή πρέπει να αναλύσουμε για την προσβολή που αποτελούν οι συλλογές του Compact Disc Club για το όνομα κάθε καλού mix tape. Βλέπω επίσης με ενδιαφέρον ότι το Drowned in Sound δημοσίευσε και άρθρο για τα αγαπημένα albums του για το πρώτο μισό του 2011 και έχει ενδιαφέροντα πράγματα. Από την δική μας πλευρά, τόσο τα albums του προηγούμενου post, όσο και αυτά του σημερινού δεν αποτελούν μέρος κάποιας ιδιαίτερης λίστας, παρά μόνο επιλογές από πράγματα που άκουσα τις τελευταίες εβδομάδες και απόλαυσα σε τεράστιο βαθμό.

Arrange – Plantation
Νομίζω ότι σιγά σιγά έφτασε η ώρα να δούμε την ψηφιακή εποχή να εισχωρεί και στη χώρα των ρομαντικών τροβαδούρων. Ο Malcolm Lacey aka Arrange μπορεί να τοποθετήσει τη μουσική του σε μια θέση της ατέλειωτης εκείνης σειράς μουσικών που υπηρετούν την τέχνη της δημιουργίας τραγουδιών (να σημειώσω εδώ πόσο ωραία έκφραση είναι το song-craft). Αυτό που τον διαχωρίζει από τους Tom McRaes, Damien Rices, Rufus Wainrights και λοιπούς αυτού του κόσμου είναι ότι αντί να πιάσει την κιθάρα του για να τραγουδήσει γύρω από μια φωτιά σε δάσος ή παραλία, χρειάζεται καλές μπαταρίες για το laptop και το sampler του. Ο δίσκος πέρα από τις αντλούμενες από τα διάφορα sub-genres της σύγχρονης electronica, διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά ενός singer/songwriter δίσκου (πείτε το και indie folk αμα θέλετε), καταλήγοντας σε ένα ωραιότατο και συναισθηματικότατο αποτέλεσμα.

Pleq – Ballet Mechanic
Σε περίπτωση που θα πίστευε κανείς ότι θα περάσει χρονιά ή έστω εξάμηνο χωρίς αναφορά στον Bartosz Dziadosz, πρέπει να είχε κατανοήσει και ο ίδιος ότι πιθανότατα ήταν οικτρά γελασμένος. Το «Ballet Mechanic» είναι το μόνο (μέχρι στιγμής), κανονικό full-length για φέτος (ενώ έχει κυκλοφόρησε/κυκλοφορεί 3-4 splits και μια συλλογή με remixes του «Good Night») και συνεχίζει στις πιο καθαρές ambient φόρμες του «Our Worlds Are Frozen». Αργά κινούμενο και σχεδόν μονολιθικό σε σημεία, παίζει με τις λεπτομέρειες των λεπτομερειών, αποδομώντας τους ήχους του μέχρι να μείνουν απλές σπίθες που εμφανίζονται εδώ και εκεί για κλάσματα του δευτερολέπτου. Χαίρομαι που διαβάζω παραλληλισμούς με το φετινό δίσκο του Tim Hecker, αν και το «Ballet Mechanic» μου φαίνεται ακόμα πιο απογυμνωμένο. Όσο περνάει ο καιρός εντυπωσιάζομαι όλο και περισσότερο από τους μουσικούς που παίζουν με τη διάθεση του ακροατή χρησιμοποιώντας μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Περίμενω εναγωνίως να ακούσω και τα split.

The Singing Skies – Routine And War
Δεν ξέρω πότε άρχισε να γίνεται τόσο διαδεδομένη η συνήθεια, οι μουσικοί να ηχογραφούν ακόμα και τις solo δουλειές τους με ονόματα συγκροτημάτων, αλλά όσο ωραίο και αν είναι αισθητικά, πάντα προβληματίζομαι για το τι αντωνυμίες θα χρησιμοποιήσω. Το όνομα The Singing Skies διάλεξε ο Kell Derrig-Hall για την πρώτη προσωπική δουλειά του (το όνομά του το είχα πρωτοακούσει στους Seaworthy, αλλά τώρα βλέπω ότι γενικά είναι πολυάσχολος). Το «Routine And War» μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως καθρέφτης του «Plantation», μια που ο Αυστραλός παραμένει πιστότατος στις indie folk παραδόσεις, κυκλοφορώντας ένα δίσκο που περηφανεύεται για τις μελωδίες και τραγούδια του, αλλά και την αμεσότητά του. Βοηθάει το γεγονός ότι ο Derrig-Hall δείχνει να έχει γνώση της pop ποσότητας που πρέπει να βάλει στη μουσική του, χωρίς να της στερήσει τον πιο «εξοχικό» (αν μου επιτρέπεται η έκφραση) χαρακτήρα της. Και για να μην τα πολυλογώ, τραγούδια όπως το «Say your goodnights to the moon» δεν μπορούν παρά να σε κάνουν να τα χαζεύεις.

Near The Parenthesis – Japanese For Beginners
Τον Tim Arndt, ή αλλιώς Near The Parenthesis, τον είχα μάθει και αγαπήσει με το τρίτο του album, το «L’ Eixample», αλλά κάπου στην πορεία τον έβαλα στην άκρη και δεν έψαξα περισσότερο τη δισκογραφεία του. Φέτος πέτυχα μπροστά μου το πέμπτο του album, «Japanese For Beginners» και θυμήθηκα τι με είχε γοητεύσει στη μουσική του από την αρχή. Η μίξη electronica/idm, post rock και μινιμαλομοντέρνας κλασσικής δημιουργεί ένα συνδυασμό που αν ο μάγειρας είναι ταλαντούχος δυσκολεύομαι πολύ να αντισταθώ. Αυτή είναι μουσική για χαλάρωση αλλά όχι chill-out, μουσική που μπορεί να λειτουργήσει και ως βασικό σου σημείο συγκέντρωσης αλλά και ως υπόβαθρο. Αυτή τη φορά θα ακούσω και τα υπόλοιπα, αλήθεια λέω. Το μόνο κακό με τέτοιους δίσκους είναι ότι ενώ σου προσφέρουν πολλές ώρες ευχαρίστησης, στο τέλος είναι υπερβολικά γλυκοί για να σε συγκλονίσουν.

She Keeps Bees – Dig On
Όταν πρωτοσκεφτόμουν το δίσκο, είπα από μέσα μου ότι επιτέλους μπήκε και λίγη ενέργεια στην παρέα, αλλά ας μη γελιόμαστε, η ατμόσφαιρα του «Dig On» των She Keeps Bees (ως blues rock ντουέτο θα τους δείτε να περιγράφονται) είναι ακριβώς εκείνη η χαλαρότητα των καλοκαιρινών ωρών ανάμεσα στο απόγευμα και το βράδυ, όταν κάθεσαι στη βεράντα σου και απλά ατενίζεις το άπειρο. Λατρεύω το groove που έχουν μπάντες όπως οι αμερικάνοι, ακόμα και στις πιο ήρεμες στιγμές τους, αυτή η αίσθηση του ρυθμού που κατακλύζει την ολότητα της μουσικής τους. To γενεολογικό τους δέντρο μοιάζει να ξεκινάει κάπου στην PJ Harvey και στους White Stripes, αλλά μπορώ να βρω και αναλογίες με πιο σύγχρονα πράγματα όπως οι Wye Oak ή ακόμα και σε κείνους τους Black Keys. Τι ξεχωρίζει; Η ερμηνεία της Jessica Larrabee φυσικά, η οποία με τη χαλαρότητά της, την έλλειψη οποιασδήποτε επιτηδευμένης προσπάθειας και με την έμφυτη δύναμή της, μπαίνει μπροστά και πάει το «Dig On» πολύ ψηλά. Αν και σε κομμάτια όπως το «Vulture» μάλλον είναι οι ρυθμοί του Andy LaPlant που δίνουν προσταγές.

Son Lux – We Are Rising
Τελευταίο album για σήμερα, μια που σιγά σιγά πέρασε η ώρα, το «We Are Rising» του Ryan Lott (πες με και Son Lux). Παράγωγο ενός ιδιότυπου στοιχήματος του National Public Radio, ο διάδοχος του (ό,τι και να γράψω λίγο θα είναι) «At War With Walls And Mazes) γράφτηκε και ηχογραφήθηκε μέσα σε 28 ημέρες. Δεν ξέρω αν αυτή ήταν μια σωστή απόφαση, αν σκεφτεί κανείς το τι είχε επιτευχθεί στο μεγάλο αδερφάκι του, αλλά τελικά οι πραγματικά μεγάλοι συνήθως αναγνωρίζονται από τα άλματα στο κενό που κάνουν ακόμα και όταν γκρεμοτσακίζονται. Ο Lott τεχνικά κατέχει όλα τα εφόδια για να χειρίζεται τα εργαλεία του όπως ακριβώς αυτός θέλει και αυτό κάνει τη δουλειά του αρκετά πιο εύκολη. Το «We Are Rising» δεν ακούγεται ούτε βεβιασμένο, ούτε προϊόν ξεπετάγματος πράγμα που σημαίνει ότι το μισό στοίχημα το κέρδισε ο Son Lux. Είναι καλοδουλεμένο, πολυποίκιλο, με εναλλαγές σε διαθέσεις και ύφος και με προφανή τη μαεστρία που έπεσε στη δημιουργία του, αλλά δε σκίζει τον ουρανό στα δυο με την άνεση που το έκανε ο προκάτοχός του. Είναι μαγευτικός δίσκος και αν η σειρά κυκλοφορίας ήταν αντίστροφη σήμερα θα παραμιλούσαμε ακόμα περισσότερο για την περίπτωση του Son Lux. Απλά εδώ και εκεί νιώθεις ότι έπεσε λίγο παραπάνω ή λίγο λιγότερο από τα υλικά που ήθελε να βάλει ο μάγειρας, και παρόλο που θέλεις και δεύτερο πιάτο, η τελειομανία που ο ίδιος σου έχει καλλιεργήσει σε κάνει να το ξανασκέφτεσαι. Κομμάτια όμως όπως το «Leave the riches» με το τρεμόπαιγμα της φωνής και την σχεδόν αυτιστική επανάληψη του στίχου «leave the riches, take the bones» δείχνει με περισσή μεγαλοπρέπεια ότι η πτήση θα συνεχιστεί και στο μέλλον. Και, παραδόξως για μένα, ακόμα και προς τέλος που γίνεται πιο υμνικός ο χαρακτήρας του δίσκου, συνεχίζει να με κερδίζει με ευκολία.

Και επειδή στα μέσα του Αυγούστου είναι πάντα λίγο μπερδεμένη η κατάσταση, κάπου ανάμεσα στις ζέστες και στην αίσθηση ότι το καλοκαίρι τέλειωσε, ανάμεσα στη χαλαρότητα των διακοπών και στην σχεδόν μεγαλύτερη χαλαρότητα της αυγουστιάτικης αθήνας, πηγαινόντας προς και επιστρέφοντας από τους προορισμούς των διακοπών, με τρεξίματα και μεσημεριάτικους καφέδες, ας μην κλείσω τόσο απότομα. Κάπου στα μέσα του Ιουλίου έκανα μια συλλογή η οποία λόγω κακής διάθεσης και ευρύτερης γκριζάδας, έμεινε στο συρτάτι. Ήρθε η ώρα να την ξεθάψουμε πιστεύω, μια που μέσα από την περίεργη, δικιά μας οπτική έχει αρκετά καλοκαιρινά πράγματα.

les coquillages
01. Bodies Of Water – Like a stranger
02. Fredrik – Naruto and the end of the broken ear
03. Arrange – Medicine Man
04. Blue Sky Black Death – In the quiet absence of god
05. Laki Mera – Solstice
06. Sarabeth Tucek – Smile for no one
07. Sole – Teepee on a highway blues
08. Sin Fang – Fall down slow
09. Jamie Woon – Shoulda
10. Gregory And The Hawk – Soulgazing
11. Fielded – Another time
12. Timber Timbre – Bad ritual
13. Pat Mastelotto & Pamelia Kurstin – Annunciation of an angel
14. O’ Death – Look at the sun
15. Fovea Hex – Love for the uncertain
16. The Doomed Bird Of Providence – The massacre… part III
17. Esmerine – Last waltz
18. Ô Paon – Raffinerie (métal sur mer)


summer’s end

summerland

•30 Ιουλίου, 2011 • Σχολιάστε

Σάββατο πρωί, δεκαέξι λεπτά πριν τις οχτώ. Μη με ρωτήσετε γιατί, θα ήθελα πολύ να το εξηγήσω με βάση τον ενθουσιασμό της πρώτης ημέρας άδειας, αλλά είμαι αρκετά ειλικρινής άνθρωπος ώστε να μην καταφεύγω σε τόσο εξώφθαλμα ψέμματα. Καφές, πρωί, σπίτι, ραδιόφωνο. Από τη στιγμή που το ξύπνημα είναι εθελοντικό και όχι υποχρεωτικό, δεν ακούγεται και τόσο άσχημα. Αυτές οι πρώτες πρωινές ώρες των καλοκαιρινών ημερών είναι οι πιο όμορφες μαζί με το σούρουπο. Χαζεύοντας από το παράθυρο, βλέπω μια τρομερά φωτεινή ημέρα χωρίς όμως το εκνευριστικό ήλιο που χαρακτηρίζει αυτό το μέρος που αποφασίσαμε να ζούμε.

Πριν λίγο άκουγα το «Dull Flame Of Desire», λόγω συνδυασμού έξαρσης συζητήσεων για τη Bjork και τον αγαπημένο μας γαμήλιο τραγουδιστή, αλλά και λόγω κάποιου άμοιρου που αναζητώντας το στο Google κατέληξε σε αυτό εδώ το μέρος. Κάθε φορά που ξεκινάω να περιγράψω το τι συμβαίνει σε τραγούδι ανάλογου ύψους, νιώθω το ίδιο το κομμάτι να σηκώνεται και να βάζει το δείκτη του μπροστά στα χείλια του, απαιτώντας τη σιωπή μου. Θα κάνω πίσω λοιπόν και δεν θα πω κάτι παραπάνω, εξάλλου έχουμε καιρό να βρεθούμε εδώ γύρω και με τις διακοπές τρία βήματα μακριά, δεν ξέρω πότε θα το ξανακάνουμε.

Παραδόξως για μέσα καλοκαιριού υπήρξε μπόλικη κίνηση από πλευράς νέων κυκλοφοριών τελευταία, ή απλά εγώ άργησα να πάρω χαμπάρι πολλά πράγματα που χαν κυκλοφορήσει νωρίτερα φέτος. Κατάφερα να μισο-ακούσω και αρκετές κυκλοφορίες οι οποίες φρόντισαν να μου σπαταλήσουν απλά το χρόνο, αλλά συνειδητοποιώ ότι το πρόβλημα ήμουν εγώ και όχι αυτές, μια που θα έπρεπε να είμαι πιο επιλεκτικός με πράγματα που είναι εξαρχής καταδικασμένα να μου φανούν αδιάφορα. Διάσπαρτες ανάμεσα σε αυτές ήταν και ικανός αριθμός φωτεινών στιγμών που φρόντισαν να συνοδεύσουν απογευματινές ώρες εργασίας, διαδρομές και κάποιο λίγο χρόνο χαλάρωσης στο σπίτι. Ακολουθεί σύντομος κατάλογος με προτάσεις μαζεμένες από το τελευταίο δίμηνο περίπου για να είστε έτοιμοι για τις Αυγουστιάτικες εξορμήσεις σε παραλίες, εξοχές, βουνά, νησιά, bar, ταβέρνες, ελεύθερα camping και γενικά ότι τραβάει η ψυχούλα σας, δεν θα σας περιορίσω εγώ.

Puzzle Muteson – «En Garde»
Πρώτη, και μοναδική μέχρι στιγμής, φετινή κυκλοφορία της νέας αγαπημένης μας εταιρείας, της Bedroom Community. Μακριά βέβαια σε ύφος από το χαρακτήρα των υπόλοιπων της εταιρείας, ο Άγγλος singer-songwriter προτιμάει πιο βατές φόρμες, αν και η ανάμιξη της υπόλοιπης παρέας σε μερικές ενορχηστρώσεις δίνει μερικές συνδέσεις με το ύφος της Ισλανδικής εταιρείας. Μια που ο Tom McRae τώρα τελευταία δε δείχνει πρόθυμος να μας ενθουσιάσει, το «En Garde» είναι καλή εναλλακτική. Επίσης είναι πολύ πιθανό να θυμίσει σε αρκετους τον Damien Rice. Εξάλλου κάπως πρέπει να δείξετε στην κορασίδα στη διπλανή σκηνή ότι είστε και ευαίσθητες ψυχές.

Grouper – «A I A (Alien Observer/Dream Loss)»
Δεν άνηκα ποτέ στους ιδιαίτερους φίλους της Liz Harris, ο τίτλος ανήκει περισσότερο στον μπλακμεταλλά της παρέας, αλλά η φετινή διπλή της κυκλοφορία ήταν εξαιρετικά όμορφη. Ίσως να ακούγεται πιο συμπαγής και άρα να καταφέρνει να κάνει την ομορφιά της πιο εύκολα αισθητή, ίσως απλά να ταίριαξε καλύτερα στη στιγμή που το άκουγα. Η στιγμή όπου το ξεντύνεις οποιεσδήποτε post rock ανησυχίες από κάθε ένα επίπεδο, μέχρι να μείνει ένας ημι-ambient, σχεδόν άυλος πυρήνας, που όμως δεν ακούγεται αφαιρετικός. Μπράβο στην κοπελιά, εγώ δηλώνω γοητευμένος. Αυτό δεν ξέρω αν πρέπει να το πάρετε μαζί σας στις διακοπές, ίσως αφήστε το για την απογοήτευση της επιστροφής.

Mammiffer – «Mare Decendrii»
Αγνοούσα πλήρως την ύπαρξη του συγκεκριμένου project του Aaron Turner και της Faith Coloccia (των Everlovely Lightningheart) και αν με ρωτούσε κάποιος τι περίμενα το 2011 από τον Turner και την παρέα του, μάλλον θα απαντούσα λίγα πράγματα. Μερικές φορές η ζωή έχει κέφια να μας βγάζει τη γλώσσα και να που το «Mare Decendrii» έρχεται να κάνει αυτό που δεν κατάφεραν να κάνουν ούτε το «Wavering Radiant», ούτε το «Monument To Time End», ούτε το «The Fear Is Excruciating, But Therein Lies The Answer», ούτε τίποτα άλλο της παρέας εδώ και πολλά χρόνια. Να μας κάνει να μιλάμε για αριστουργήματα, δισκάρες, σοκ, με λίγα λόγια να μας πιάσει στον ύπνο. Προτιμήστε το βραδυνές ώρες και όχι σε ιδιαίτερα νηφάλια κατάσταση για να εκτιμήσετε την αργή του εξέλιξη.

Esmerine – «La Lechuza»
Τους Esmerine τους είχα σχεδόν ξεχάσει. Μεγάλος έρωτας, αλλά πέρασαν έξι χρόνια από την ομορφιά του Aurora, τότε που το post rock ήταν σε έξαρση και κυκλοφορούσε ο ένας δίσκος μετά τον άλλον. Σήμερα, 2011, τα πράγματα έχουν ατονήσει κάπως, έχουμε πάρει και άλλες διαδρομές, αλλά ό,τι και αν ήταν αυτό που τους έκανε να ξυπνήσουν για να βγάλουν το «La Lechuza», το ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά. Ό,τι ήταν για πέρισυ η συνεργασία Dakota Suite/Emanuele Errante, είναι για φέτος αυτό εδώ. Pure bliss.

Deadbeat – «Drawn And Quartered»
Το καινούριο album του Deadbeat από την άλλη είναι, στα δικά μου αυτιά τουλάχιστον, ο ορισμός του καλοκαιρινού δίσκου. Ή για να το θέσω καλύτερα η περιγραφή του πως θα έπρεπε να είναι ένα ιδανικό καλοκαίρι. Χαλαρό, χυμένο σε μια chaise-longue, χαζεύοντας το άπειρο και κινούμενο πότε πότε για θυμηθεί ότι είναι ξύπνιο. Πότε πότε, κανένα βράδυ θυμάται να κινηθεί προς τυχαίο club της περιοχής αλλά και εκεί οι κινήσεις του παραμένουν ενθουσιωδώς νωχελικές.

The Doomed Bird Of Providence – Will Ever Pray
To φετινό album των Αυστραλών παίζει να μπορεί να χαρακτηριστεί η αποκάλυψη της χρονιάς. Αυτό είναι το album για το μεθυσμένο κομμάτι του καλοκαιριού, αυστηρά τις πρώτες πρωινές ώρες. Matt Elliott, Tiger Lilies, Tom Waits, βάλε και λίγο Cave, μεγαλείο σας λέω παιδιά, μεγαλείο. Και έχουν και τραγούδι με τίτλο «The Wild Beast Of Goat Island». Πώς να μην τους αγαπήσεις μετά;

Fennesz – «Seven Stars»
Για τελευταίο κρατάω το καινούριο ep του αγαπημένου μας Αυστριακού. Πάνω που έλεγα ότι μας είχε λείψει μετά το «Black Sea», τα 25 λεπτά του «Seven Stars» φρόντισαν να μας αποζημιώσουν και με το παραπάνω. Αυτό δεν ξέρω ποτε θα το ακούτε, αλλά φροντίστε να χαζεύετε τη θάλασσα όταν θα το κάνετε. Κρατάω την ανάσα μου για την επόμενη κυκλοφορία. Και, εύχομαι, και το επόμενο live.

Κοιτάζοντας γενικά τις τελευταίες κυκλοφορίες, βλέπω ότι θα μπορούσα να μιλήσω για άλλα τόσα, αλλά κάτι που κουράστηκα να γράφω, κάτι που πέρασε η ώρα και πρέπει να πάμε και λαϊκή, νομίζω ότι ήρθε η στιγμή να βάλουμε μια (άνω) τελεία κάπου εδώ. Αν δεν βαρεθώ θα κάνω μια συνέχεια αύριο. Προς το παρόν υπάρχει υλικό προς μελέτη. Δυστυχώς άρχισε και η ζέστη της ημέρας. Εις το επανιδείν.

αποκλειστικό: στο λονδίνο έβρεχε

•27 Ιουλίου, 2011 • Σχολιάστε

Κάποιο τζενέρικ κινέζικο ρητό θα αναφέρει την ευτυχία ως τον τελικό προορισμό μιας ήρεμης διαδρομής αλλά εμείς εδώ στο sdm γεννηθήκαμε αυθεντικοί ροκενρόλ τύποι με τα γυαλιστερά βίντατζ κάμπριο και τα κουλ δερμάτινα τζάκετ πάνω από τις ολόλευκες φανέλες μας και τα κόλπα μας, γενικά η ζωή μας είναι μία περιπέτεια και εγώ πήγα στο Λονδίνο πριν λίγες ημέρες.

~κεφάλαιο ένα: τα δισκάδικα
Το Sister Ray βρίσκεται στην Berwick και ταυτόχρονα στο εξώφυλλο του What’s the Story (Morning Glory) των Oasis. Δεν είναι μικρό, δεν είναι ιδιαίτερα φωτεινό και από τα ηχεία του παίζει Belle and Sebastian. Μοιάζει δηλαδή με κανονικό («proper») δισκάδικο. Και είναι τέτοιο. Μπαίνοντας τα cd, πιο μέσα τα βινύλια με ωραία διαρρύθμιση και συμπαθητικές τιμές στα περισσότερα, με αρκετά τσιμπημένες σε κάποια άλλα. Ενδεικτική αγορά το ομώνυμο lp του SBTRKT με το 7ιντσο δωράκι στις 15 λίρες. Πιάνω τη συζήτηση με τη Lisa η οποία αγοράζει πριν από μένα ακριβώς τους ίδιους τρεις δίσκους που πάω και εγώ στο ταμείο και πάμε παρέα στο Phonica που βρίσκεται λίγα στενά πιο πέρα. Το Phonica είναι ο ορισμός του «μοντέρνου» ωραίου χώρου. Με λίγα cd αλλά σε εκπληκτικές τιμές και πάρα πολλά 12ιντσα από πάρα πολλά άγνωστα ονόματα, κοιτάζω σαν το χαζό. Πελάτες εκείνη την ώρα θεόρατοι μαύροι τύποι με ακουστικά πιο μεγάλα από το κεφάλι μου που ακουμπούν στον πάγκο καμιά εικοσαριά lp’s και δεκαπεντάχρονα τσογλάνια με τυπική cockney προφορά, τα οποία μελετάνε κάθε κυκλοφορία που υπάρχει στο τεράστιο wonky/dubstep stand. Ενδεικτική αγορά το mix για το Fabric του Shackleton στις 8 λίρες. Αποχαιρετώ τη Lisa που υπήρξε υπέροχη και επιστρέφω στη Berwick για να βρω το Sounds of the Universe που ουσιαστικά είναι το δισκάδικο της Souljazz Records με κρυφή ελπίδα να έχει πάμφθηνες τις φοβερές εκδόσεις της αλλά τελικά δεν το βρίσκω ποτέ, οι σημειώσεις μου με προδίδουν, το κινητό μου δε συνεργάζεται οπότε εγκαταλείπω το σχέδιο και προχωράω στο επόμενο. To επόμενο είναι το Revival που βρίσκω στη γειτονιά, second hand σχεδόν αποκλειστικά αλλά δε βρίσκω τίποτε φοβερό οπότε εδώ δεν έχουμε ενδεικτική αγορά γιατί δεν αγόρασα τίποτα. Στο On the Beat βρίσκω ένα μικρό παράδεισο αλλά δυστυχώς δεν έχω χρόνο και ψάχνω πολύ γρήγορα, παίρνω μόνο το Boy with the arab strap με 11 λίρες. Το Flashback θυμόμουν να μου το παρουσιάζουν όλοι σαν το καλύτερο δισκάδικο στο Λονδίνo και είναι πολύ πιθανό να έχουν δίκιο. Χωρίς πολλά φρουφρου και υπερκουλ περιττές διακοσμήσεις, έχει οκέι τιμές (αν και πονούσαν πολύ σε ορισμένα μεταχειρισμένα) και συμπαθέστατο προσωπικό. Ενδεικτική αγορά το τελευταίο Sonic Youth αλλά δε θυμάμαι πόσο και έχασα και την απόδειξη. Ακόμα πιο βόρεια για Second Layer όπου ένας υπομονετικός άνθρωπος ενώ έχει κλείσει με περιμένει για να παραλάβω κάτι κασέτες (τέτοιος χιψτερισμός) και lps για συναδέλφους μου εδώ. Θέλω να το ψάξω αλλά δύσκολα θα έβρισκα κάτι που να με ενδιαφέρει στ’αλήθεια και εκτός αυτού τον λυπάμαι τον άνθρωπο να μείνει κι άλλο στο μαγαζί, λυπάμαι και τη φίλη μου που με ακολούθησε για τη βόλτα και πάμε για μπύρα σε μια pub με αυλή εκεί δίπλα, εξάλλου μιλάμε για γειτονιά Άρσεναλ, τα πάντα είναι πιο όμορφα εδώ. Χρονικά κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά το Rough Trade East έκλεινε 4 χρόνια και είχε sale για να το γιορτάσει. Μεγάλο μαγαζί και με λογική μεγάλου μαγαζιού, με ξεχωριστό χώρο και πινακίδα για τα Burzum (γελούσα σαν παιδί, μόνο Liturgy δεν είδα αλλά δε γίνεται να μην είχε λίγο πιο πέρα) αλλά δυστυχώς και με μικρότερου φάσματος  κυκλοφορίες σε προσφορά για τα γενέθλια από αυτό που περίμενα, έχασα κάμποση ώρα και ως αναμενόταν έφαγα ένα μεγάλο μέρος του μπάτζετ μου. Ενδεικτική αγορά το 3πλό Timothy’s Monster των Motorpsycho στις 15 λίρες και είμαι πολύ χαρούμενος.

~κεφάλαιο δύο: οι συναυλίες
Είμαστε πολύ κουρασμένοι από την πτήση και από τις πρώτες βόλτες και εκτός αυτών, το θυμάμαι και αργά και έτσι δεν προτείνω καν στην υπόλοιπη παρέα (θα αναφέρεται ως η Υ.Π. αν χρειαστεί από εδώ και στο εξής για λόγους ευκολίας) να πάμε Electrelane αν και το είχα στο νου μου τις προηγούμενες ημέρες. Ο βασικός σκοπός του ταξιδιού όμως ήταν οι Portishead και το I’ll Be Your Mirror στο Alexandra Palace το σαββατοκύριακο για το οποίο ξεπερνάμε παγίδες και σκοπέλους με πιστωτικές κάρτες και ονόματα και letters of permission και μικρά άγχη, παίρνω τα εισιτήρια στα χέρια μου δυο μέρες πριν και ο δρόμος πλέον ανοίγει διάπλατα.
Το Alexandra Palace είναι ένας πανέμορφος χώρος με δύο αίθουσες για τα λάιβ, μία για το merch και ένα πανέμορφο πάρκο μπροστά για να αράξεις με μια μπύρα αγναντεύοντας τη θέα και να νιώσεις λίγο σαν ήρωας σειράς του Παπακαλιάτη (το έκανα και το προτείνω). Περνάμε τον έλεγχο, τσακώνουμε το πρόγραμμα του atp και πρώτο γκρουπ που βλέπω είναι οι Beak> του Barrow των Portishead που ευτυχώς δυο μέρες πριν έχουν αλλάξει χώρο και ώρα εμφάνισης και έτσι τους προλαβαίνω. Λιγότερο φασαριόζοι από ότι στο δίσκο κερδίζουν και την Υ.Π. που για κάποιο λόγο είχα την εντύπωση ότι θα βαρεθεί. Παίζουν και καινούρια ενώ στο κοινό έχει προστεθεί και ο Utley που ήρθε να στηρίξει τη Φάση του φίλου του, μου αρέσουν, σε γενικές γραμμές απολαμβάνω όλο το σετ εκτός από το λίιιιγο αδιάφορο τελείωμα. Στη δίπλα αίθουσα εκείνη τη στιγμή αρχίζουν κάτι παρανοϊκά ρέγκε οπότε και φεύγω τρέχοντας για τσιγάρο και San Miguel στον ήλιο. Παρατηρώ τον κόσμο που με λίγα λόγια πρόκειται για ένα τυπικό «κάθε καρυδιάς καρύδι» με φυσικά μια γενναία δόση από μουστάκια. Περιμένουν σε τεράστιες ουρές για ένα τάκο, ένα χοτ ντογκ, ένα παγκάκι μέχρι που στη μεγάλη αίθουσα βγαίνει ο DOOM με έναν δεύτερο που λογικά θα δηλώνει ράπερ και φτύνει ρίμες. Στο κινητό μου βομβαρδισμός από μηνύματα για τη Winehouse αλλά ο DOOM δε δίνει μία και συνεχίζει και μου μοιάζει λίγο αστείος, δεν μπαίνω στο κλίμα, δε φωνάζω bitches δεξιά και αριστερά, δε με κερδίζει γενικώς και έτσι στη μικρότερη αίθουσα για Books οι οποίοι είναι πάρα πολύ ωραίοι, δε χάνουν δευτερόλεπτο την αυτοσυγκέντρωσή τους και σε συνδυασμό με τα βίντεο που προβάλλονται από πίσω παρουσιάζουν ένα πολύ δεμένο σώου το οποίο δεν παρακολουθώ όλο γιατί μια κατάμαυρη PJ Harvey αρχίζει στο Great Hall. Είναι εκπληκτική, είναι κεφάτη, έχει βγάλει έναν πολύ ωραίο καινούριο δίσκο πάνω στον οποίο φυσικά στηρίζει το σετ αλλά εγώ στο Angelene συγκινήθηκα. Εγώ και ο Warren Ellis που βρισκόταν δύο μέτρα μπροστά μου. Παρουσιάζει την μπάντα της (περισσότερο χειροκρότημα για τον Parish από όσο για τον Mick Harvey για κάποιο περίεργο λόγο) και μας αποχαιρετά.
Την επόμενη μέρα η Υ.Π. πάει για πρωινά και ψώνια στη Brick Lane και εγώ ξεκινώ το ταξίδι για τα βόρεια και τους Godspeed You! Black Emperor που βγαίνουν στη σκηνή στις δώδεκα και μισή. Τους είδα και το χειμώνα στην Αθήνα αλλά η διαφορά είναι τεράστια γιατί οι διαφορές στις συνθήκες που επικρατούν είναι τεράστιες. Εδώ μπορώ να πάρω ανάσα για παράδειγμα. Δεν ξέρω τι να πω για τους gy!be, ειλικρινά, μιλάμε για μια τεράστια μπάντα, νιώθω απίστευτα τυχερός που μπόρεσα και τους είδα λάιβ έστω και τώρα, το ίδιο αδιανόητο νόιζ μπάσιμο και αμέσως μετά μία συνεχόμενη τελειότητα στα πλαίσια της οποίας έζησε ένα Chart#3 και World Police and Friendly Fire δηλαδή ένα κάποιο Static, αντίο με ένα Sad Mafioso βγαλμένο από τα όνειρά μου και νομίζω πρόκειται για την πρώτη φορά που τελειώνει ένα γκρουπ και δεν μπορώ να κουνηθώ, μένω εκεί και βλέπω την άδεια σκηνή και το feedback να χτίζει σιγά-σιγά μέχρι που σιγεί εντελώς και τέλος. Δίπλα οι Liars που περίμενα πολύ να δω αλλά κάτι δε μου κάθεται καλά, σα να προσπαθούν περισσότερο από όσο θα έπρεπε, σα να είναι κάπως στημένοι, και τελικά σα να είναι ώρα για έξω και τσιγάρο. Oι Beach House συμπαθητικοί αλλά ως εκεί, δεν υπήρξα ποτέ φαν των Swans οπότε δεν ξέρω και κατά πόσο μετράει η άποψή μου οπότε και φεύγω από το Alexandra Palace, βρίσκω την Υ.Π., βρίσκουμε όλοι μαζί ένα ωραιότατο μπαρ με happy hour στα κοκτέιλ και έτσι ένα δροσιστικό μοχίτο (αξίας 4 λιρών) αργότερα ξανά πάλι μέσα στο φεστιβάλ για Grinderman. Πολύ δυνατοί, περισσότερο από όσο θα έπρεπε, με τον Cave πάνω κάτω στη σκηνή και τους υπόλοιπους να μην είναι διατεθειμένοι να κουνηθούν ούτε στο ελάχιστο. Ο υπόλοιπος κόσμος τους ευχαριστήθηκε πάντως, συμπεριλαμβανομένου και ενός ξεχασμένου παλαιοχίπη παραδίπλα μου που με ξεκάθαρα απερίγραπτες χορευτικές φιγούρες κατά τη διάρκεια του set προκαλούσε τον Θεό Ήλιο, τη Ζωογόνα Γαία και το κοινό αίσθημα περί δικαίου αφού είχε ταράξει στη σφαλιάρα και την κλωτσιά τους γύρω του. Σύντομη βόλτα για τις τελευταίες αγορές στο merch, ξαφνικά ανοίγει μία πόρτα και αποκαλύπτονται στο βάθος οι Telescopes πίσω από ένα τείχος distortion και μόνο αυτό έχω να δηλώσω γιατι αμέσως μετά έκλεισε η πόρτα και εγώ παρέμεινα στην απ’έξω πλευρά του west hall. Αργά το βράδυ της Κυριακής και χωρίς καμία δύναμη να έχει απομείνει, με έσυραν να παρακολουθήσω τον Caribou που ήταν χειρότερος κι από όσο περίμενα και δεν είμαι σίγουρος αν όντως τα χειροκροτήματα και οι ιαχές του κόσμου ήταν αυθεντικές εκφράσεις επιδοκιμασίας ή απλά όλοι αυτοί είχαν γίνει τύφλα και δεν έδιναν μία. Μετά έξω, χωρίς μετρό γιατί αργά, χωρίς λεωφορείο που να βολεύει οπότε ταξί (.) με αλβανό οδηγό ο οποίος φυσικά ήξερε ελληνικά και δόξα τω θεούλη δεν είπαμε τίποτα για τον τρόπο που οδηγούσε πριν το καταλάβουμε. Καλό παιδί πάντως, μας έφερε γρήγορα.

~κεφάλαιο τρία: οι portishead
Το λέγαμε καιρό τώρα, δυο χρόνια σχεδόν αν θυμάμαι καλά. Απλά φέτος ανακοίνωσαν την περιοδεία. Είδαμε λοιπόν που θα έπαιζαν, αποκλείσαμε προορισμούς λόγω κόστους, κάναμε πρόχειρους προϋπολογισμούς, και τελικά κλείσαμε τα διήμερα εισιτήρια του atp μια μέρα πριν εξαντληθούν. Υπήρξαμε τυχεροί, δεν το ξεχνώ. Υπήρξαμε ακόμα πιο τυχεροί γιατί οι δύο εμφανίσεις των Portishead ήταν συγκλονιστικές. Προσπαθούσα τόση ώρα να σκεφτώ αν υπάρχει λέξη που να περιγράφει καλύτερα αυτά τα δύο 90λεπτα και δεν μπορούσα να βρω άλλη.
Δεν έπαιξαν τελικά δυο διαφορετικά σετ όπως νόμιζα ότι είχαν ανακοινώσει (ίσως και να το ανακοίνωσαν δηλαδή στ’αλήθεια και να βαρέθηκαν να προβάρουν άλλα) αλλά δε με ένοιαξε ούτε τόσο δα. Και γιατί να με νοιάξει δηλαδή, άκουσα δύο φορές το Threads με την Beth να τσιρίζει «I’m dying» στο τέλος και εγώ ήμουν στα πέντε μέτρα από εκείνη και την πίστεψα. Tην έβλεπες καμπουριασμένη να τραγουδάει και να φτύνει κομμάτια του εαυτού της, την έβλεπες να πίνει μπύρα, να καπνίζει στο τέλος του We carry on και ανάμεσα στα τραγούδια να είναι φανερά αμήχανη απέναντι στον κόσμο που τραγουδούσε μαζί της και τη χειροκροτούσε. Σαραντατόσο χρονών γυναίκα, με σπασμένο πρόσωπο, αδύνατα χαρακτηριστικά και το μόνο που ήθελα ήταν να την αγκαλιάσω και να της πω ότι την ευχαριστώ και ότι είναι τέλεια και εγώ την αγαπώ και να μην τη νοιάζει. O Utley πολύ διακριτικός, ο Barrow σαν ο πιο μικρός της τριάδας ξεκάθαρα πιο χαρούμενος και χοροπηδηχτός. Μαζί τους στα ντραμς και στα πλήκτρα τα δυο αδέρφια του Dean Pelton
Έπαιξαν Silence, Mysterons, Sour times, Magic doors, Wandering stars, Machine Gun, Over, Glory box, Cowboys (δεύτερη καλύτερη στιγμή σε όλο το λάιβ με πολύ δυνατά την κιθάρα του Utley), Threads και στο ανκορ Roads και We carry on (καλύτερη στιγμή σε όλο το λάιβ, ίσως και σε όλα τα λάιβ ανεξαρτήτως, με ένα μίνι τζαμάρισμα και την Beth να κατεβαίνει από τη σκηνή και να χαιρετάει όλη την πρώτη σειρά). Το Chase the tear το Σάββατο το άρχισαν, το σταμάτησαν γιατί δεν μπορούσε να συνεννοηθεί ο Barrow με τον ντράμμερ και το ξανάρχισαν. Την Κυριακή το άρχισαν και το σταμάτησαν άλλες πέντε φορές μέχρι που τελικά το παράτησαν. Έπαιξαν το Nylon smile μόνο το Σάββατο και το Rip μόνο την Κυριακή. Δεν πρέπει να ξεχνάω κάποιο, αν, να με συγχωρέσεις αλλά δεν ήμουν σε «κανονική» κατάσταση εκείνη την ώρα, για να καταλάβεις δεν ήμουν καν αγανακτισμένος με τους γιουτουμπίστας γύρω μου που έβλεπαν τη συναυλία από την οθόνη της κινητάρας τους. Ήμουν εκστασιασμένος, συγκινημένος, ερωτευμένος.

~κεφάλαιο τέσσερα: οι νεκρές ντίβες της σόουλ
Δεν ήμουν ποτέ ο μεγαλύτερος οπαδός της Winehouse αλλά δεν υπάρχει λόγος να μπούμε σε αυτή τη συζήτηση τώρα. Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι πέρα από το αναμφισβήτητο ταλέντο, για ένα μεγάλο μέρος του κοινού θα παραμείνει ως ένα πρεζάκι με ωραία φωνή. Και είναι κρίμα, θα ήταν ακόμα και αν όντως ήταν απλά ένα πρεζάκι με ωραία φωνή. Το βίντεο από το Βελιγράδι προκαλεί θλίψη, ίσως μεγαλύτερη θλίψη και από τον ίδιο της το θάνατο που όλοι έβλεπαν ότι ερχόταν.
Τη Δευτέρα και ύστερα από κάμποσο περπάτημα σε όλο το Camden βρήκαμε επιτέλους μια πινακίδα που έγραφε «leading to Camden Square» και από πάνω με μαρκαδόρο ένα βελάκι και we will miss you Amy. Λίγα στενά μετά ένας μεσήλικας κύριος έτριβε με μίσος το σφουγγάρι πάνω σε μια άλλη πινακίδα για να σβήσει αντίστοιχα μηνύματα. Έξω από το σπίτι της οι μπάτσοι είχαν κλείσει το δρόμο με ταινία. Στο πεζοδρόμιο απέναντι πολλά λουλούδια, ζωγραφιές, αφίσες, σημειώματα, κουτάκια μπύρας και μπουκάλια κρασί. Ένας τύπος έπαιζε με μια κιθάρα και ένας δημοσιογράφος του RTL προσπαθούσε να βγάλει το ρεπορτάζ και έβγαζε μόνο την πίστη του καμεραμαν. Περαστικοί περνούσαν, κάθονταν για λίγα δευτερόλεπτα, χάζευαν και έφευγαν.
Δεν είναι αυτή η τελευταία εικόνα για μια ωραία φωνή, είναι άδικο.

closing title

•25 Ιουλίου, 2011 • Σχολιάστε

Η Amy Winehouse δεν ήταν μια καλλιτέχνιδα με μακρόχρονη πορεία στο μουσικό στερέωμα, σίγουρα. Πριν από 10-12 χρονάκια περίπου άρχισε να απασχολεί τους μουσικούς βρετανικούς κύκλους. Θυμάμαι πριν από καμιά δεκαετία κοντά, να παρακολουθώ το Later με τον Jools Holland, ένας από τους νονούς της μουσικής σκηνής στη Βρετανία να παρουσιάζει την Winehouse ως μια από τις πλέον υποσχόμενες νέες μουσικούς, που θα βγάλει ασπροπρόσωπο το Ηνωμένο Βασίλειο στον ιδιαίτερα δύσκολο και ανταγωνιστικό, κυρίως αμερικανοκρατούμενο, κόσμο της μουσικής βιομηχανίας.
Με τον πρώτο της δίσκο απέκτησε αρκετούς οπαδούς, δεν είχε γίνει όμως ακόμα το μεγάλο ντου. Με το Back to Βlack όμως, έναν δίσκο που έγραψε η ίδια μέσα σε 6 μήνες και με την έμπνευση του παραγωγού Μαρκ Ρόνσον, εκτοξεύθηκε. Δεν έφτασε ποτέ στο νούμερο ένα των αμερικάνικων τσαρτς, αλλά οι Βρετανοί την λάτρεψαν. Το παράδοξο σε αυτό το τελευταίο, είναι πως η βρετανική μουσική βιομηχανία ήθελε να περπατάει πάντα χέρι-χέρι με την αμερικανική. Είχαν πάντα μια σχέση μικρότερου και μεγαλύτερου αδερφού. Το ένα ήθελε να γίνει το άλλο με την αμερικάνικη βιομηχανία και τις κοκακόλες της και τους μπιγκ-φατ χορηγούς της και τα μακντόναλντς της να παίζει τον ρόλο του μεγαλύτερου αδερφού. Με την Winehouse όμως, η βρετανική μουσική βιομηχανία ανακάλυψε μετά από μια περίοδο που βυθιζόταν το εξαγώγιμο καλλιτεχνικό προϊόν της, ότι μπορεί να σταθεί σε άλλου είδους πόδια από αυτά των αμερικάνων. Και για πρώτη φορά για πολύ καιρό, η βιομηχανία αποφάσισε να στηριχτεί σε ένα καινούριο μοντέλο μουσικού. Όχι και τόσο γυαλισμένου.
Σαν μουσικόφιλη, έχω πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις από τις γυναίκες σε αυτή τη βιομηχανία, άσχετα με το είδος που τραγουδούν. Έχω-σίγουρα-πολλές περισσότερες απαιτήσεις από τις γυναίκες της βιομηχανίας αυτής. Σαν μουσικόφιλη, δεν με ενδιαφέρει αν πίνεις, αν περνάει από την μύτη σου το χημείο του κράτους, αν είσαι λούζερ, αν έβγαλες τα κέρατά σου μέσα από κομπίνες. Στην ίδια γραμμή, δεν με ενδιαφέρει αν υποστηρίζεις κάποια φιλανθρωπική οργάνωση, αν έσβησες το χρέος των κρατών του Τρίτου Κόσμου, αν έχεις ντι-ες-ελ με την μια άκρη της στον κώλο σου και την άλλη στον Παράδεισο.
Θέλω να έχεις μουσικό ταλέντο. Θέλω να σε ακούω και να ξέρω ότι έχεις ταλέντο. Δεν χρειάζομαι να αναγνωρίζεται από όλους το ταλέντο σου. Θέλω εγώ, να ακούω το ταλέντο σου, να φαίνεται, να συνθέτεις, να γράφεις, να αποδίδεις. Θέλω να βλέπω πως έστω για μία φορά στον μουσικό σου βίο, έστω παρακολουθώντας σε μέσα από την οθόνη ενός υπολογιστή, στάθηκες στο ύψος αυτών που άφησαν πίσω σου οι Μεγάλοι. Δεν είναι δύσκολο από έναν μουσικό να του ζητήσεις – να απαιτήσεις – να είναι μουσικός.
Επιστρέφω ξανά, με τον θάνατό της, σε εκείνο το μέρος που θέλω να πιστεύω πως το ταλέντο της μεταπήδησε στην επόμενη καλλιτέχνη, για να το κουβαλήσει. Μια γυναίκα που δεν ήταν όμορφη, με όρους όμορφης. Μια στιχουργός που μιλούσε ωμά για τις γυναίκες και το ταλέντο που έχουν να αυτοκαταστρέφονται. Μια μουσικός που συνέθετε μελωδίες ανεξήγητα απλές με πολύ σημαντικό πυρήνα. Μια perfomer εξαιρετικά άβολη πάνω στη σκηνή την οποία κυριολεκτικά κυριαρχούσε με την φωνή της όταν ήταν νηφάλια αλλά ακόμα και τις φορές που δεν ήταν εντελώς. Μια πραγματική τραγουδίστρια, με όρους αντίθετους από αυτούς που επέβαλλε ίσως πολλές φορές η βιομηχανία που την προωθούσε. Μια εξαιρετικά ταλαντούχα – κατά τη γνώμη μου – μουσικός με όλη την έννοια της λέξης, περισσότερο Λονδρέζα από όσο άντεχαν ίσως τα media μερικές φορές.
Η Amy Winehouse ήταν μια από τις μεγαλύτερες φωνές της δεκαετίας που την ανέδειξε ανοίγοντας τον δρόμο για ιδιαίτερα ταλαντούχες γυναίκες μουσικούς που ίσως επιτέλους να μην εξαρτώνται πια από την εικόνα τους αλλά από το μουσικό τους αποτύπωμα. Τα υπόλοιπα είναι μουσική.


Amy’s Paradise

•23 Ιουλίου, 2011 • Σχολιάστε

Δεν είναι πως δεν είχε πεθάνει ήδη εδώ και μερικά χρόνια, ούτε πως ορισμένα γραφεία στοιχημάτων δεν το έπαιζαν σίγουρο άσο. Υποθέτω πως η πίεση το κάνει ακόμα χειρότερο, όταν καλείσαι να αποδείξεις σε ένα πλανήτη ολόκληρο πόσο θα αντέξεις ζωντανός ακόμα. Η Amy Winehouse, μια φωνή που θα θριαμβεύει στον αιώνα τον άπαντα στις λίστες με τις πιο αδικοχαμένες από αυτές, δεν είναι πια εδώ. Είναι πολύ θλιβερό το πόση καριέρα δεν θα κάνει αυτή η Φωνή. Ώρες ώρες νιώθω πως τα blogs είναι τα μεγαλύτερα κοράκια, για αυτό και σταματώ εδώ. Ο τίτλος έχει κάτι από Weird Al, διότι είμαι βέβαιος πως τον έχει σκεφτεί εδώ και μερικά χρόνια

Αντίο Amy Winehouse και όλη αυτή η jazz

tracts of hell

•15 Ιουλίου, 2011 • Σχολιάστε

To «The Oath of Black Blood» δεν ήταν λέει το πραγματικό ντεμπούτο των Beherit, αλλά ένα «At the Devil’s Studio» το οποίο ανακαλύφθηκε και κυκλοφόρησε τώρα και screw the rest και this is the kvlt. Γενικά το «The Oath of Black Blood» είναι το ντεμπούτο των Beherit και δεν ακούω τίποτα. Μολαταύτα οι ηχογραφήσεις που βρήκαν στα συρτάρια τους θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι και αυτές το ντεμπούτο album, αλλά λίγη σημασία έχει η ταμπέλα, τα εικοσιέξι νέα παλιά τους λεπτά ποτίζουν το δηλητήριο που περιμένεις από τους Beherit. Η τιμή της deluxe κυκλοφορίας είναι κάτι το γελοίο βέβαια, καθώς χάνεται εντελώς το νόημα του underground και πραγματικά ρε παίδες, το blackmetal για πρώτη φορά στη ζωή του παραπαίει αισθητικά. Τόσο «die hard» ούτε ο Bruce Willis, τόσο χρώμα ούτε η Patty. Χρωματιστοί δίσκοι με βούλες, patches, σημαιάκια, και εκατό εκδόσεις για κάθε album που στην καλή θα είναι ένα καλοπαιγμένο ρετρό που θα σε ρίξει λόγω εμφάνισης. Ο υπερπληθυσμός είναι τώρα πιο φανερός από ποτέ, και αν δεχτούμε πως υπάρχει ένα λόγος για τον οποίο οι παλιοί πάντα ξενερώνουν, εικάζω πως κάτι τέτοιες φάσεις είναι τα κερασάκια/σταγόνες. Αν κανείς αναρωτιέται γιατί (μου) συμβαίνει αυτό, είναι γιατί η εποχή Σηκώνει Τόσο Black Metal, που χωράει Όλους όσους πριν δέκα χρόνια δεν (θα) είχαν στον ήλιο μοίρα. Απλά επειδή ήρθε η ώρα τους. Οι Ondskapt έβγαλαν τρίτο album, που δεν μου έκανε κλικ να το ακούσω δεύτερη φορά. Οι Glorior Belli συνεχίζουν να κυκλοφορούν οτιδήποτε. Οι Deiphago κάνουν περιοδείες. Οι Blasphemy και Xibalba ξυπνάνε από τον διψηφιοετή τους λήθαργο για να επανακυκλοφορήσουν τους δίσκους τους και να κάνουν κάνα live. Οι Watain αποθεώνονται τώρα. Τώρα! Αν είναι δυνατόν. Κάθε demo κάθε μπάντας ξανακυκλοφορεί σε δίσκο. Χωρίς λόγο, απλά έτσι, επειδή έτσι πάει. Οι αισχρές επανακυκλοφορίες της κάθε back on black. Είναι απαραίτητα μόνο κακά όλα αυτά; Δεν θα είμαι ισοπεδωτικός, όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά, και τουλάχιστον το μικρό καλάθι μου θα γεμίσει. Αυτά τα είχα σκεφτεί χτες, μόλις στο τρίτο λεπτό από τα εικοσιέξι των Beherit.

Δεν είμαι «ο παλιός». Δεν ήμουν εκεί όταν οι Von έβγαζαν το «Satanic Blood» σε κασσέτα. Πιθανότατα δεν ήταν και κανείς άλλος. Όμως μια χαρά με Σόκαρε και Μου Έκοψε τα Πόδια όταν το άκουσα Παλιά ως κάτι Παρελθοντικό. Οι Von επανενώθηκαν, κατάλαβαν -ευτυχώς- πως με τα ίδια τραγούδια ξαναπαιγμένα είκοσι χρόνια μετά δεν γίνεται δουλειά, σκοτώθηκαν, το διέλυσαν, και από όλο αυτό έχουμε τους Von Goat. Είναι λογικό. Αν στο λύκειο ερωτευτείς ένα κορίτσι, ας πούμε την Μαρίνα, σου ανάψει φωτιά η Μαρίνα, γνωρίσεις τον κόσμο με την Μαρίνα, πανέξυπνη η Μαρία, σκέφτεσαι μόνο την Μαρίνα, την πιο όμορφη από όλες Μαρίνα, ονειρευτείς τη ζωή σου με την Μαρίνα, νιώθεις Ζωντανός με την Μαρίνα, θες να γαμήσεις μόνο την Μαρίνα, θες να πεθάνουν όλοι και να μείνεις εσύ με την Μαρίνα, όλο αυτό είναι Ωραίο. Μετά φυσικά εξαφανίζεται, σοκ, κλάμα, που είναι η Μαρίνα, γύρνα ρε Μαρίνα, δεν ζω ρε Μαρίνα, πάρε με τηλέφωνο ρε Μαρίνα. Και μετά από είκοσι χρόνια η Μαρίνα γυρίζει, ακούει Πάνο Μουζουράκη, διαβάζει τρομακτικό.μπλογσπότ, είναι ατενίστας ποδηλάτρια με κολλητούς ρασταφάρι, και καλείσαι να πάθεις το ίδιο σοκ. Σου έλειψε η Μαρίνα μαλάκα; Συγνώμη για το παραλήρημα, καταλαβαίνετε επακριβώς τι θέλω να πω. Για να διατηρηθεί η Αξία μερικών πραγμάτων, είναι καλό, ορισμένες φορές να μπαίνουν στον πάγο. Στον πάτο της αβύσσου, κάπου μακριά. Θα πηγαίνατε ποτέ σε σχολικό reunion; Εγώ δεν θα πήγαινα. Το πρώτο album των Von Goat ήταν ωραίο και καλό, σχεδόν ευχάριστο. Χρειαζόταν; Ξέρω γω; Οι Von για μένα ήταν αυτό το σιντί που αγόρασα κάποτε και φοβόμουν να το ακούσω τα βράδια. Το δεύτερο Von Goat το άκουσα τρεις φορές αυτές τις μέρες. Είναι ωραίο και καλό, σχεδόν ευχάριστο. Χρειαζόταν; Ξέρω γω; Υποθέτω πως για κάποιους είναι χρήσιμο. Αλλά για μένα, από τη στιγμή που εκεί στην Αγγλία υπήρξε ένας τύπος που μακριά από κλίκες και παρέες και kvlts έφτιαξε έναν ΟΓΚΟΛΙΘΟ με τίτλο «Marked by the Baron» ως Swine, που κάνει ακριβώς όσα θα έπρεπε να κάνουν οι Von Goat αυτά τα χρόνια ώστε η επιστροφή τους να είναι ανάλογα σοκαριστική με το backround τους, δεν μπορώ να Ενθουσιαστώ παρά μόνο με αυτόν τον τύπο. Αυτό το «Marked by the Baron» κυκλοφόρησε το 2004, και για την ώρα δεν έχουν κυκλοφορήσει τα demos του σε χρωματιστό δίσκο με shirt/patch/button/sticker/εμετό.

Ενδεικτικά :

Η παραγωγή, τα leads, τα τύμπανα, η φωνές, η ηχώ, τα διπλά φωνητικά. Μιλάμε για ακαδημαϊκή αλητεία. Επιληπτικό album. Μεγάλα λόγια. Και άντε γαμήσου Μαρινάκι (και Μαρινάκη).

Όλα αυτά έχουν αρχή, μέση και τέλος. Η αρχή έγινε όταν αγόρασα εισιτήριο για τη συναυλία των Aura Noir και άκουσα τρεις φορές καπάκια το «Deep Tracts of Hell» για να το συνειδητοποιήσω. Τώρα, όπως ίσως μαντεύετε, ακούω Swine. Και χτες το βράδυ που γύρισα σπίτι, ο Lasse Marhaug έβγαλε νέα κασσέτα και μου το έστειλαν σε email με τίτλο «εδώ είσαι», και πράγματι, είχαν δίκιο. Εδώ είμαι. Είναι μια κασσέτα με τίτλο «Angelica» που είναι ένα λάιβ που έδωσε ο αγαπημένος μου νορβηγός εφέτο την ημέρα των γενεθλίων μου, κάπου. Ωραίος ρε Lasse, σ’αγαπάμε ρε Lasse, αλλά κοντεύω να χω ειδικό section Lasse Marhaug στο δωματιό μου. Και δεν μπορώ να κρατηθώ, κρατήσου εσύ. Αυτή ήταν η μέση. Το Τέλος θα έρθει όταν οι Celtic Frost επανενωθούν και βγάλουν album. Τις καλημέρες μου

καλοκαιράκι

•13 Ιουλίου, 2011 • Σχολιάστε

Ας υποθέσουμε πως αυτή είναι μια θερινή «κλείνουμε για καλοκαίρι» δημοσίευση, όπου αποχαιρετούμε το φανατικό κοινό μας για λίγο καιρό, και δίνουμε ραντεβού τον Σεπτέμβρη, όπου θα «έχουμε γεμίσει τις μπαταρίες μας» και «θα είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε την δυσκολότερη χρονιά που είχαμε να αντιμετωπίσουμε ποτέ, πάντα με κέφι και αισιοδοξία, γιατί χωρίς αυτά πάμε χαμένοι, και καλό καλοκαίρι!». Ας υποθέσουμε πως συνέβησαν όλα αυτά, και όντως, καλό καλοκαίρι! Το «Καλό Πάσχα!» θα ταίριαζε κάπως καλύτερα, αλλά όπως και να χει, γειά σας. Αν υπάρχει μια μερίδα αναγνωστών που δεν ερεθίζεται με την εξαναγκασμένη ευδιαθεσία των εβδομήντα κελσίου, μπορεί να κάτσει για λιγάκι ακόμα εδώ. Ας υποθέσουμε επίσης πως εξιστόρησα με γλαφυρότητα τα πεντεδέκα γεγονότα που έφεραν την κατάσταση ως εδώ : έχει επουσιώδη σημασία η ακριβής περιγραφή και οι αρχικές συνθήκες, καθώς προκύπτουν από τα διάφορα συμφραζόμενα, πχ την παρακάτω δημοσίευση. Οπότε ας υποθέσουμε πως όλα αυτά συνέβησαν και είναι γνωστά και τελοσπάντων πρέπει να τα αντιμετωπίσω, να αντιμετωπίσετε και εσείς τα δικά σας, και αν ποτέ συναντηθούμε στην κορυφή του Γολγοθά να τσακωνόμαστε -σαν άλλο camping- για τη γωνιά με την καλύτερη θέα. Όλα έχουν συμβεί, πάμε παρακάτω : η μουσική με σώζει, και ας λένε ό,τι θέλουν οι Piano Magic. Αυτή είναι μια δημοσίευση που έχει να κάνει με μουσική. Ξέρω καλά πως δεν ψάχνετε μοχίτα και μπλου κορακάο και ρέγκε και άλλα ασθενή, οπότε παίρνω την πρωτοβουλία να αγνοήσω τον τύπο με το G2 V και ρίχνω αμέσως τη θερμοκρασία : Σαν φαντασίωση είναι το ομώνυμο album των Paysage D’Hiver σε θερμά κλίματα. Το απόκοσμο της άθλιας –τέλειας– παραγωγής, η παγωμάρα των συνθέσεων, το αρκτικό κλίμα που αποτυπώνει το εξώφυλλο, η ηρεμία που παραχωρούν για λίγο τα βιολιά και τα βαθιά black metal φωνητικά ενός lo-fi θριάμβου που σαν τέτοιο χρωστάει τα πάντα στον Vikernes, δίνουν στον Wintherr το εισιτήριο για την κλίκα της Σκοτεινής Πλευράς που μπορεί να λέει πως έφτιαξε μεγάλα albums. Αποπνικτικά και άραχνα. Τρία εικοσάλεπτα σχεδόν κομμάτια και το ambient black metal στην πιο κομψή του μορφή. Έχει και άλλα demos, έχει και τους Darkspace, αλλά σήμερα βάζω μόνο το ομώνυμο Paysage D’Hiver. Άριστο. Δεν είναι πως χάθηκαν τα φετινά albums βέβαια, και εδώ κάτι που περιμένα να γράψω αρκετό καιρό : Το black metal δεν θα το σώζουν οι κάθε Liturgy που θα προκύπτουν όταν οι καιροί θα σηκώνουν βαθυστόχαστους χίπστερς σε συνεντευξιακά παραληρήματα και παρανοϊκά σπρωξίματα από τους διάφορους multiακροατές μουσικούς δημοσιογράφους. Το black metal φέτος είναι οι Negative Plane και το «Stained Glass Revelations», που είναι το δεύτερο στο οποίο θα αναφερθώ με μεγαλεπίβολο τρόπο. Κιθάρες, ατμόσφαιρες, φωνές και αισθητική βγαλμένα από τα βάθη των 90’s και «The Reaper Waits at Summer’s End» που λένε και οι ίδιοι. Ειδική μνεία στο ομώνυμο κομμάτι που κλείνει το album και έχει δώσει νέο νόημα στο repeat. Μένοντας στην Αμερική, το κομμάτι των Nightbringer που διέρρευσε δίνει το στίγμα και για τον Αύγουστο, το Κρύο δεν θα με εγκαταλείψει τότε. Σε κάπως πιο περίεργα μονοπάτια, την κατάσταση σώζει επίσης η υστερική συνεργασία των Kites με τον Rodger Stella των Macronympha στο «Interior Moon». Αυτό με έσωζε ως τώρα, οπότε ήταν κάπως απαραίτητο να το ευχαριστήσω και δημόσια. Σε ευχαριστώ «Interior Moon»! Αν σας έλειπε μια κάποια πρωτόλεια ηλεκτρονική με -κυριολεκτικά- επιληπτική επαναληψιμότητα και ήχους που να βαράνε ευθεία στο νευρικό σύστημα, θα το ευχαριστήσετε και εσείς. Ο John Mannion στο «Slice Through Or/In Glassmetal» έβγαλε τον θορυβώδη δίσκο της χρονιάς και εδώ πραγματικά δηλώνω αδυναμία σε περαιτέρω περιγραφή, ο τύπος έφτιαξε κάτι που δεν μπορώ να περιγράψω, παρά να σχολιάσω : παρανοϊκός, με όλη την έννοια της λέξης. Οι Kreng, στο «Grimoire», μάλλον έφτιαξαν τον μοναδικό δίσκο που θα κοντράρει στα ίσα το «Owl Splinters» των Deaf Center, και αν -μαζί με τα υπόλοιπα- θα θέλατε και λίγο noir, είναι ένας ενδεδειγμένος φετινός προορισμός. Με απαραίτητη συνοδεία το «Barra Barra» των Kaboom Karavan, με όνομα και τίτλο που σίγουρα δεν προϊδεάζουν για τον Μαύρο Όλεθρο που τους χαρακτηρίζει. Με τέτοιο συνδυασμό, νιώθω πως ακόμα και οι λοκομόντο να υπογράψουν στη Miasmah, ο Skodvin θα τους πατήσει την ένεση που πατάει σε όλους και θα βγάλουν και εκείνοι ένα Τόσο Σκοτεινό album. Αν χωράει και ο Richard Skelton στο καλοκαίρι μου; Με το νέο «Landings» album που έφτιαξε, σε συνοδεία με την -πλέον- ολοκληρωμένη κυκλοφορία του ομώνυμου βιβλίου του, σίγουρα. Δεν ξέρω τι θα συμβεί αν ακούσετε όλα τα albums που αναφέρθηκαν στη σειρά, δεν το προτείνω, αλλά ούτε και το αντιπροτείνω. Ας υποθέσουμε πως όλα αυτά εννοούνταν τόσο καιρό και δεν τα είχα γράψει στην ώρα τους. Εύχομαι καλό καλοκαίρι σε ό,τι κάνετε

looking over sour times

•8 Ιουλίου, 2011 • 1 σχόλιο

Κακές ημέρες. Μπορεί ο καθένας να βάλει όσα κεφαλαία γράμματα θέλει. Για άλλους λιγότερο, για άλλους περισσότερο. Τρέχουμε με δουλειές, σχέσεις, σχολές, νοσοκομεία, φίλους και γνωστούς, οικογένεια, χωρίς να ξέρουμε με κάποια, έστω ελάχιστη, σιγουριά για το που πηγαίνουμε. Τριγύρω μας τρέχουν και όλοι οι υπόλοιποι. Με λιγότερη ή περισσότερη αγωνία αλλά όλοι τρέχουν. Γίνονται debates για το αν αξίζει να μείνεις ή να φύγεις από την Ελλάδα, με λιγότερο ή περισσότερο αστεία επιχειρήματα. Πολλοί ψάχνουν την επόμενη μορφή «αγανάκτησης» (η οικογένεια λέξεων του καλοκαιριού μας), με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία (συνήθως λιγότερη για να λέμε του στραβού το δίκιο). Άλλοι ψάχνουν τον τρόπο επιβίωσης, άλλοι ψάχνουν λύσεις στις εξισώσεις που τους απασχολούν, άλλοι ψάχνουν τη σωστή απόφαση για καταστάσεις που θα επηρεάσουν αγαπημένα τους πρόσωπα. Κάπου, σχεδόν σε καθημερινή βάση όλοι αυτοί διασταυρώνονται μεταξύ τους, με τεράστια κούραση και πολύ μικρή υπομονή. Στο ενδιάμεσο έχεις να παλέψεις μια μια ορδή από αφεντικά, συναδέλφους, γείτονες, συγγενείς και τυχαίους καθυστερημένουςν αγνώστους που δεν βοηθούν την κατάσταση.

Κοιτάω τον εαυτό μου και τους κοντινούς μου ανθρώπους εδώ και αρκετές μέρες και το μόνο που βλέπω είναι μια απίστευτη κούραση. Αυτό που με φοβίζει περισσότερο είναι η προοπτική της παραίτησης. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια υπερφυσική σύνδεση όπου το κακό γεννάει και άλλο κακό, αλλά είναι συγκλονιστικά εκνευριστικό το πως γίνεται να πηγαίνουν τόσα πράγματα στραβά τον τελευταίο καιρό. Το χειρότερο; Όλοι στερούνται ψυχικών αποθεμάτων από τα δικά τους προβλήματα για να μπορούν να στηρίξουν τους τριγύρω τους. Μέσα σε όλα αυτά, κάποιοι μιλούν ακόμα για τη «το φως του ελληνικού καλοκαιριού». Μέσα σ’ όλα αυτά η επανάσταση είναι ακόμα σε κατάσταση αναμονής. Μέσα σ’ όλα αυτά, όλοι ψάχνουν ακόμα κάποιον να κατηγορήσουν για όλα τα στραβά που συμβαίνουν. Δεν νομίζω ότι υπάρχει ιδιαίτερη ελπίδα, πέραν της αυστηρά προσωπικής. Και αυτό στους περισσότερους δεν αποτελεί στόχο. Ελπίζω να μην είμαστε και εμείς σε αυτή την κατηγορία.

Είχα ξεκινήσει να κάνω μια διαφορετική συλλογή, πιο χαλαρή, με τη σκέψη ότι είχαμε καιρό να κάνουμε μια. Εδώ και τρεις-τεσσερεις ημέρες δεν έβρισκα καν το κουράγιο να την ποστάρω. Χτες το βράδυ, μετά και από μια ακόμα σειρά κακών νέων συνειδητοποίησα ότι χρειαζόμαστε κάτι διαφορετικό. Αγνή μαυρίλα, όλα σκατά και μετά πεθαίνεις καταστάσεις, γιατί μάλλον μόνο έτσι μπορεί κάποιος να πάρει ενέργεια. Βέβαια πιθανότατα, με την τύχη που μας δέρνει, και μετά το θάνατο πάλι σκατά, αλλά δεν μπορώ να έχω και μεταφυσικές ανησυχίες τώρα. Μερικές χαραμάδες φωτός μπαίνουν ενσυνείδητα. Είναι στιγμιαία αποστασιοποίηση και όχι απόδραση.

01. Astor Piazzolla – Prelude to the cyclical night (part two)
02. King Crimson – Lament
03. Arab Strap – Autumnal
04. Susanna – Better days
05. The Black Heart Procession – Till we have to say goodbye
06. Unkle – In a broken dream
07. Dirty Three – Some summers they drop like flys
08. Portishead – The rip
09. Erik Enocksson – The state the sea left her in
10. Solomon Burke – Only a dream
11. Arvo Part – Sanctus
12. Emily Haines & The Soft Skeleton – Crowd surf off a cliff
13. Ray LaMontagne – Till the sun turns black
14. Νίκος Ξυλούρης – Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου
15. Matt Elliott – What’s wrong
16. The Gutter Twins – Front street
17. Lake Of Tears – Lady Rosenred
18. Jacaszek – Walc
19. Christian Kiefer – Viva ultra
20. Max Richter – Lullaby
21. Madrugada – Look away Lucifer
22. Θάνος Μικρούτσικος – Εσμεράλδα

enjoy it while it lasts

Μεγάλο Τραγούδι #1

•5 Ιουλίου, 2011 • Σχολιάστε

Σήμερα 5 Ιουλίου εγκαινιάζεται μια σειρά δημοσιεύσεων με θεματικό πυρήνα τα Μεγάλα Τραγούδια. Ο υπέρλαμπρος πυρήνας αυτός θα πλαισιώνεται από μερικά βιογραφικά σχόλια για το Μεγάλο Τραγούδι που θα μελετάμε κάθε φορά. Ένας βασικός κανόνας είναι πως δεν θα παρασυρόμαστε από την αναμφισβήτητη ευκολία μιας τέτοιας δημοσίευσης, ευκολίας που προκύπτει από μια κάπως νορμαλισμένη δομή και ένα κάποιο αναμενόμενο ύφος, και υποσχόμαστε να ασχολούμαστε αυστηρά με Μεγάλα Τραγούδια. Δηλαδή δεν το έχω συζητήσει με τους άλλους, αλλά εγώ έτσι θα πράξω. Ενδέχεται επίσης να μην υπάρξει ποτέ #2 ή και παρακάτω. Καλή αρχή :

Μεγάλο Τραγούδι #1 : Michael GiraLittle Mouth

O Michael Gira δεν είχε πολλά χρήματα για να στηρίξει το reunion των Swans με την μεγαλοπρέπεια που του άρμοζε, οπότε έφτιαξε την «I Am Not Insane» cd/dvd κυκλοφορία, και τα χρήματα που απέσπασε του έδωσαν το απαραίτητο σπρώξιμο για να φτιάξει το «My Father Will Guide Me Up A Rope To The Sky». To «I Am Not Insane» ήταν μια εντελώς handmade κυκλοφορία και αργότερα ο Gira δήλωσε πως χωρίς την στήριξη των οπαδών, η επιστροφή των Swans δεν θα είχε καταφέρει να συμβεί.

Κάποια από τα κομμάτια του «I Am Not Insane» κατέληξαν στο album. Ο Michael Gira τα έδωσε όλα σε demo εκδόσεις κιθάρας/φωνής στους οπαδούς του, δεν τους έκρυψε τι επρόκειτο να δημιουργήσει/τελειοποιήσει. Ο λόγος που στο #1 είναι το «Little Mouth» ως Michael Gira και όχι ως Swans είναι πως η αρχική του εκτέλεση/μορφή μου φαίνεται συγκλονιστικότερη. Καταρχάς είναι πιο μεγάλη, διότι στο album είναι κομμένο το σημείο με τους ωραιότερους στίχους. Κατά δεύτερον είναι πιο άμεση, προσωπική και δεν υπάρχουν λόγια για τραγούδια σαν το «Little Mouth» του Michael Gira, ο άνθρωπος είναι τεραστίου διαμετρήματος καλλιτέχνης, και το συγκεκριμένο τραγούδι από αυτά που προσωπικά θα μνημονεύω στα βαθιά γεράματα ως Μεγάλα Τραγούδια που άκουσα σε αυτή τη ζωή, τώρα που σιγά σιγά πεθαίνω. Τα υπόλοιπα λόγια είναι περιττά καθώς ακολουθεί το ίδιο το τραγούδι (με ένα συμπαθές video που σκάρωσαν κάποιοι) καθώς και οι στίχοι :

Please open my mind and take what is left
Please fill this cup with senseless bliss
Let me sup oh let me suck upon that which does not exist
Teach the weak oh teach me please to cease to resist
Through halls of glass through tunnels of chrome
Through corridors of burnished stone
Through fields of crystal and the shards of my bones
May I open my eyes, but not see what I am shown.
May I carry your burden may I follow you blind
May I burn your picture onto the face of my mind
Through endless pleasures, beyond all measure
Shared by creatures most unkind
Through the hating and through the raging,
through the years now left behind..

May I find my way to the reason to come home
May I find my way to the foot of your throne
May I find your arms around my neck
And may I find your little mouth inside of this bed

It’s a relief to enjoy life

•29 Ιουνίου, 2011 • Σχολιάστε

Πλησιάζω τα τριάντα και νομίζω δεν έχω κάνει κανένα από τα Τριάντα Πράγματα Που Κάθε Άνδρας Πρέπει Να Κάνει Πριν Τα Τριάντα σύμφωνα με κάποιον Πέτρο Κωστόπουλο, γιατί όχι και τον ίδιο τον Πετράν. Υποθέτω δηλαδή, δεν έχω ψάξει ακόμα αυτές τις λίστες στο ίντερνετ, θα το κάνω όμως γιατί είμαι τέτοιος τύπος. Δε με νοιάζει τόσο που πλησιάζω τα τριάντα όσο ότι οι άλλοι παραμένουν στα είκοσι, αυτό με σκοτώνει.

Τα ελληνικά χαρτάκια που αγόρασα δε μου αρέσουν, να μην τα ξαναπάρω.

Δεν έχει καμία σημασία φοβάμαι αλλά έχω λιώσει το Mirrorwriting του Jamie Woon, φοβερός καλοκαιρινός δίσκος με λίγο douchestep, λίγο rnb, πολύ εμπορικό αποτέλεσμα γενικά, θα το πρότεινα και στις φίλες μου. Έχω λιώσει επίσης το ομώνυμο φετινό του SBTRKT, σίγουρα καλύτερο από το ep που έβγαλε πριν λίγους μήνες.

Αλλά λέμε δεν έχουν καμία σημασία όλα αυτά, ο κόσμος χάνεται και ανακαλύπτει τους ασφαλίτες, ο Μπέος στήνει παιχνίδια και τέλος πάντων αν με είχαν ανακαλύψει και είχα κάνει τη μεγάλη καριέρα που άξιζα ως στόπερ («νέο Μάρτιν Κίον με λέγανε εμένανε στον καιρό μου») θα διαπραγματευόμουν τώρα το τελευταίο καλό συμβόλαιο. Ακολουθεί ένα βίντεο με τον Jamie Woon να μας μιλάει για το δίσκο του.

υγ: ο τίτλος του ποστ είναι από διαφήμιση του Maalox. Καλό; Υπέροχο.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε