visiting

•8 Μαρτίου, 2012 • Σχολιάστε

Το έβαλα στόχο να μην περάσει ολόκληρος μήνας χωρίς να αξιωθεί κάποιος να γράψει σε αυτό το έρημο blog. Δεδομένου βέβαια ότι δεν έχω κάτι συγκλονιστικό να πω, ίσως θα έπρεπε να έχω κάνει υπομονή μερικές μέρες ρισκάροντας καμιά έμπνευση των υπολοίπων. Σε κάτι τέτοιες στιγμές όμως πρέπει οι ενεργοί και συνειδητοποιημένοι πολίτες να παίρνουν πρωτοβουλίες ώστε να βγούμε από τούτη την ζοφερή εποχή που μας χαρακτηρίζει. Κάπως έτσι λοιπόν έχουμε ακόμα ένα αυτοσχεδιαστικό post. Θα ομολογήσω όμως ότι δεν ήμουν ακριβώς ειλικρινής για το γεγονός ότι δεν έχω κάτι να πω. Τις τελευταίες μέρες μου έχουν έρθει αρκετά πράγματα προς συζήτηση (η εκπληκτική συνεργασία του Jozef Van Wissem με τον Jim Jarmusch στο «Concerning The Entrance Into Eternity» και η αναζωπύρωση του φανμποισμού μου για τον δεύτερο, η ανάγνωση του γλυκύτατα απολαυστικού «Cider With Roadies» του Stuart Maconie που με έκανε να δω με ημι-συμπάθεια ακόμα και αυτό το NME, τα τοπία της Susan Deyhim στο περσινό «City Of Leaves», ο ακαδημαϊσμός στην ενασχόληση με τη μουσική που κατακλύζει το «This Is Your Brain On Music» και η μάχη μου να κατανοήσω τα μυστικά του, τα διάφορα άγνωστα album που ξεπηδάνε δεξιά και αριστερά και άλλα μαγευτικά γεγονότα για τους μικρούς μας φίλους). Είχα φτάσει μάλιστα και δυο-τρεις φορές να αποτολμήσω να ξεκινήσω κάποιο post, αλλά κάπου στην αρχή το έχανα. Ακόμα και σε ατμόσφαιρα απόλυτης χωριάτικης χαλάρωσης κατά το πρόσφατο τριήμερο. Τελικά μερικές φορές μπορώ να λειτουργήσω μόνο υπό το context ενοχών. Οι υπόλοιποι δεν ξέρω τι δικαιολογίες έχουν. Υποθέτω θα προσπαθήσουν να βρουν κάποια δικαιολογία για δουλειές, εξεταστικές, ταξίδια, μεταφράσεις, αποκλεισμούς από το Champions League κλπ, αλλά μην τους πιστέψετε.

Πριν μερικές μέρες αποφασίσαμε μάλιστα να αποτελέσουμε και εμείς μέρος της αθηναϊκής κουλτούρας και πήγαμε μέχρι την Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών να παρακολουθήσουμε το «En Attendant» των Rosas. Αρκούντως ενδιαφέρουσα παράσταση (και αυτό από κάποιον που η σχέση του με τον θέμα χορός δεν είναι καν επιφανειακή), ομορφότατη μουσική με έξυπνη χρήση της σιωπής, φυσικά και τηρήσαμε σχεδόν κάθε κλισέ οποιασδήποτε μοντέρνας (ή μεταμοντέρνας) «σοβαρής» μορφής τέχνης, αλλά ακόμα και αυτό ήταν κάπως γοητευτικό. Ανθρωπολογικά μιλώντας πάντα είναι ευχάριστο να βρίσκεις τον εαυτό σου σε κάτι τέτοιες καταστάσεις, έστω μόνο και μόνο για να είσαι σε θέση να παρατηρείς στο φυσικό τους περιβάλλον μερικές φυλές ανθρώπων. Έχω ξαναπεί ότι το να παρατηρώ τους γύρω μου είναι μια από τις αγαπημένες μου ασχολίες, τις περισσότερες φορές γιατί μου αυξάνει τις ευκαιρίες να αξιοποιώ πιο αποτελεσματικά μια από τις πιο αγαπημένες μου ασχολίες, που είναι το να κράζω τους γύρω μου. Η Στέγη πάντως παραμένει ένας πανέμορφος χώρος, δείγμα του τι μπορούν να κάνουν τα λεφτά όταν έχουν έμπνευση. Οι φάτσες γύρω σου πάντως δεν ξέρω ακόμα αν πρέπει να σε ωθούν να τις αγνοήσεις ή να το διασκεδάσεις. Κάπου προς τον Απρίλιο βέβαια έρχεται πάλι το Borderline Festival και οι Spunk, οπότε ίσως πάρω το «Ballads» μου και κινήσω για αυτόγραφο από τη Maja.

Φυσικά βέβαια τα συναυλιακά νέα των ημερών είναι η εμφάνιση του Pleq στο Knot προς το τέλος του μήνα (συγχωρέστε με αλλά όλο μου το θυμίζει ο Μανώλης και όλο ξεχνάω πότε ακριβώς είναι). Χαρμόσυνα νέα από διάφορες απόψεις. Το Knot θα ήθελα να μπορώ να το επισκέπτομαι πιο συχνά, είναι συμπαθέστατος χώρος, η οικονομική τους πολιτική σωστότατη, ενώ έχει τη δυνατότητα να μου επιτρέπει να ικανοποιώ τις περισσότερες από τις αγαπημένες ασχολίες μου. Κάπου πιο μετά έρχεται και ο Mark Lanegan φυσικά, οπότε κρατάμε λίγο την ανάσα μας με την πιθανότητα να ακουστεί το «One Way Street» live και μας ανοίγει η όρεξη με την προοπτική ευχάριστων ανατριχίλων. Νομίζω ότι γενικά υπάρχουν και άλλα ενδιαφέροντα πράγματα τριγύρω, δυστυχώς σήμερα χάνουμε τους Crippled Black Phoenix, αλλά οικονομικοί και εορταστικοί λόγοι δεν μας επιτρέπουν να παραστούμε. Όχι ότι έπαιζαν πρακτορεία στοιχημάτων την εκεί παρουσία μας φυσικά, αυτή η απόδοση άρχισε να πέφτει αρκετά γρήγορα.

Στα μουσικά νέα των ημερών μάλλον κυριαρχεί το νέο album Bruce Springsteen, ξέρω ότι ενδιαφέρει πολύ μια μερίδα του blog, αλλά εμένα θα μου επιτρέψετε να το ακούσω 2-3 φορές και να το βάλω στην άκρη. Ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερος fan. Χρονιά επιστροφών φαίνεται. Μέχρι και οι Cranberries θυμήθηκαν ότι υπάρχουν, τα sites μιλάνε για ωραία επιστροφή, αλλά ο δίσκος μου φάνηκε αρκούντως αδιάφορος. Επιστροφή και για τους Dirty Three, με ωραίο δίσκο («Towards The Low Sun»), και για τους Corrosion Of Conformity με μια πατάτα όλη δικιά μας. Ακόμα επεξεργάζομαι το δεύτερο «Angels Of Darkness, Demons Of Light» (που τους υπόλοιπους νομίζω ότι δεν τους ενθουσίασε αλλά επιμένω ότι διαθέτει σημαντικές αρετές) και μερικές φορές χαζογελάω με το εξώφυλλο του Wire με τον Lil-B. Post avant-garde αισθητική; Η γοητεία αυτής της hip-hop φουρνιάς μου μοιάζει εξίσου ανεξήγητη με αυτή των πειραματικών μετά-new age 80s synths revivalists. Κάτι δεν θα έχω καταλάβει μάλλον. Λέτε να γερνάμε;

Για να μη φύγετε και με άδεια χέρια μια που τόσο κόπο κάνατε να θυμηθείτε ότι ακόμα κυκλοφορούμε τριγύρω, ο αυτοσχεδιασμός ξεκίνησε από χτες το βράδυ. Όχι ιδιαίτερα concept-ικά δομημένη, όχι γεμάτη Μεγάλα Τραγούδια, αλλά εμένα μ’ άρεσε και αυτό είναι αρκετό.

simple ideas, complex thoughts

01. Kammerflimmer Kollektief – Venti Latir
02. My Best Friend – On The Shore Of The Infinite
03. Emily Wells – Waltz Of The Dearly Beloved
04. Jose Gonzalez – Time To Send Someone Away
05. Mi And L’Au – Valdren
06. Dakota Suite & Quentin Sirjacq – You Will Take All That I Love
07. Library Tapes – Broken Piano Pt. 1
08. Beth Rowley – Only One Cloud
09. Dirty Three – Lullabye For Christie
10. Perfume Genious – Dirge
11. First Aid Kit – The Lion’s Roar
12. RM Hubbert – Gus Am Bris An Latha
13. Ravenhurst – The Ice Tree
14. Nina Nastasia – Why Don’t You Stay Home
15. Snow Borne Sorrow – The Day The Earth Stole Heaven

quantifiable processes

Πάω να βρω κάτι πιροσκί που με καλούν από την κουζίνα.

super, silent unicorns

•16 Φεβρουαρίου, 2012 • Σχολιάστε

Ας ξεκινήσουμε κάνοντας δυο παραδοχές. Πρώτον, παρά το γεγονός ότι τα τρία προηγούμενα album των Μotorpsycho τα λάτρεψα και τα συγκαταλέγω άνετα ανάμεσα στα αγαπημένες μου κυκλοφορίες τους, δεν μπορώ να κρύψω ότι είχε αρχίσει να δημιουργείται μέσα μου μια μικρή ανησυχία σχετικά με την κατεύθυνσή τους. Ας μην αναλύσουμε εδώ το γεγονός ότι έχουμε αρκετό κουράγιο κατα την συγκεκριμένη περίοδο να αναπτύσουμε ανησυχίες για την μουσική κατεύθυνση των Motorpsycho. Η ανησυχία προήλθε λίγο από το γεγονός ότι έδειχναν να αρχίζουν να παγιδεύονται σε έναν κάπως safe ήχο και λίγο από το ότι έμοιαζαν να ακολουθούν μια πορεία παράλληλη με αυτή των συμπατριωτών τους, Shining, οι οποίοι δεν ανταποκρίθηκαν στις υψηλότατες, αρχικές προσδοκίες μου με το τελευταίο τους album. Δεύτερον, όταν μου είπε ο Μανώλης πριν κάποιες ημέρες ότι έρχεται καινούριο Motorpsycho, συνεργασία με τον Ståle Storløkken, δεν μπορώ να πω ότι πέταξα και στα ουράνια από τον ενθουσιασμό μου. Αναλογιζόμενος ένα συνδυασμό μεταξύ του ήχου των ύστερων Motorpsycho και της σχέσης των Supersilent με τη μουσική, δυσκολευόμουν να φανταστώ ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα.

Κάπως έτσι καταλήγουμε στο «The death defying unicorn». Album νο 15 για τους Νορβηγούς. Μετά από αρκετά χρόνια το power trio σχήμα τους εμπλουτίζεται, όχι μόνο τα πλήκτρα του Storløkken, αλλά και από το βιολί του Ola Kvernberg, το mellotron του Kåre Chr. Vestrheim και, ίσως πιο ενδεικτικό μιας νέας προσέγγισης, από δυο μουσικά ensemble, την Trondheimsolistene και της Trondheim Jazz Orchestra. Επίσης διπλό album μπόλικα χρόνια μετά από το «Black hole/Blank canvas» (είναι αστείο το ότι ακόμα το έχω στο μυαλό μου ως «καινουριο album Motorpsycho» παρά το γεγονός ότι πέρασαν πια έξι χρόνια από τότε). Από τις πρώτες ακροάσεις με κέρδισε χωρίς πολλή δυσκολία. Ο Μανώλης το χαρακτήρισε ήδη Μεγάλο album. Δεν έχω καταλήξει αν θα μπει σε αυτή την κατηγορία, αλλά είμαι τρομερά χαρούμενος με τον χαρακτήρα του. Είναι πλούσιο album. Μετά από πολύ καιρό ξανακάνει έντονη την παρουσία του το jazz στοιχείο της μουσική τους. Αυτό που κρατάνε από τα προηγούμενα album είναι σίγουρα η ένταση και η ενέργεια. Η πληθωρικότητα του «Death defying unicorn» σε απορροφάει από το «The Hollow Lands» και δεν σε αφήνει σχεδόν στιγμή μέχρι το τέλος. Το πιο θετικό από όλα; Το «The Death Defying Unicorn» δεν είναι ένα Motorpsycho meets Supersilent album. Είναι ένας καθαρότατα Motorpsycho δίσκος, ο οποίος αγκαλιάζει το ταλέντο του Storløkken ως μουσικού, συνθέτη, ενορχηστρωτή για να ανανεώσει τον ήχο του. Συνθετικά ο Storløkken αναλαμβάνει τα ιντερλούδια και κάνει πιο έντονη την παρουσία του στο δεύτερο μέρος του δίσκου, ενώ το υπόλοιπο είναι δουλειά του Ryan και του Sæther (ο Knapstad απέχει εδώ από τη διαδικασία, ίσως και αυτό να έχει τη σημασία του στην αλλαγή του ήχου).

Προφανώς δεν θα πω ότι μετά από σκάρτες δυο βδομάδες έχω εξερευνήσει πλήρως τα μυστικά του δίσκου, παρά το γεγονός ότι αυτές τις μέρες είναι από τα κύρια ακούσματά μου. Μπορώ να πω όμως ότι έχει βάλει μια σοβαρότατη υποψηφιότητα για τους πρωταγωνιστές της χρονιάς. Βέβαια δεν πρόλαβε να εμφανιστεί το Motorpsycho, και έκανε κατευθείαν την εμφάνισή του το «Kindred» του Burial, για το οποίο ήδη παραμιλάει το μισό blog. Κοιτάζοντας πάλι την μέχρι τώρα λίστα των 2012, διαπιστώνω ότι ο χρόνος έχει μπει με μεγάλη κεκτημένη ταχύτητα από το 2011 και με ούτε δυο μήνες γεμάτους έχει κυκλοφορήσει τόσο υλικό που ακόμα και με συνεχή ακρόαση μουσικής δυσκολεύεσαι κάπως να παρακολουθήσεις. Και μόλις χτες διαπιστώσαμε ότι έχει βγει καινούριο album When από το πουθενά. Σήμερα δε, βλέπω συνεργασία Benoît Pioulard και Rafael Anton Irisarri. Τουλάχιστον σιγά σιγά τελειώνει και αυτή η βδομάδα και έχουμε μπροστά ένα σαββατοκύριακο για περισσότερη αφοσίωση. Μέχρι στιγμής πάντως, προτιμάμε το «Death Defying Unicorn» για το πρωινό μας.

Μια αιωνιότητα και μια αιωνιότητα. (part 1 of +∞)

•9 Φεβρουαρίου, 2012 • 2 Σχόλια

8:27 π.μ.

 

Ξυπνάω. Έχω ξυπνήσει θεωρητικά από τις 8:01, αλλά το 7ο ξυπνητήρι είναι το Οριστικό. Για κάποιο λόγο που δεν έχω πολυαναλύσει, οι αφυπνίσεις μου μπαίνουν πάντα σε μονούς αριθμούς: 8:01, 8:13, 8:27 κ.ο.κ. ΟΚ, ψέμα, το έχω πολυαναλύσει, αλλά δεν έχω βρει κάποια εξήγηση που να με ικανοποιεί, οπότε αρνούμενος να αποδεχτώ ότι απέτυχα να εξηγήσω ακριβώς τι συμβαίνει, ώστε να επέλθει η Ηρεμία σε αυτό το θέμα και να μπει στο Αρχείο, δημιούργησα την Επίσημη Εκδοχή του Συγκεκριμένου Γεγονότος, η οποία λέει το εξής : Οι ζυγοί αριθμοί για κάποιο λόγο προσφέρουν μια extra ασφάλεια, μια θαλπωρή που δε βρίσκεις στους μονούς αριθμούς, μια ζεστασιά και μια γαλήνη η οποία δεν υπάρχει στο 1, στο 3, στο 5 κτλ. Και το γεγονός αυτό τους κάνει επικίνδυνους για αφυπνίσεις, γιατί σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεσαι ένα σοκ για να σηκωθείς από το κρεβάτι. Έχεις το ζεστό πάπλωμα σου, έχεις το τέλειο στρώμα σου, έχεις το τέλειο όνειρο σου, τα έχεις όλα και ξαφνικά πρέπει να τα αφήσεις πίσω σου για να πας στη ΔΟΥΛΕΙΑ. Είναι βαρύ το φορτίο, δεν είναι; Δε χρειάζεσαι ένα ζυγό αριθμό εκείνη τη στιγμή, ένας ψυχρός, μονός αριθμός θα σε βοηθήσει να το πάρεις απόφαση ότι πρέπει να σηκωθείς. 7 ψυχροί, μονοί αριθμοί, έστω.

 

8:52 π.μ.

 

Έχω σηκωθεί και Επίσημα, έχω κάνει το ντους μου, έχω φορέσει το κοστούμι μου και είμαι έτοιμος να κατέβω κάτω για πρωινό. Όνειρο ζωής : κάποια στιγμή να καταφέρω όντως να σηκωθώ στις 8:01 και όλα αυτά να γίνουν με την άνεση μου. Κατεβαίνω στην κουζίνα, η σύζυγος έχει ξυπνήσει εδώ και ώρα και ετοιμάζει το πρωινό μου. Καφές, πορτοκαλάδα, ομελέτα, μπέικον και διάφορα φρούτα που δεν ακουμπάω ποτέ. Τρώω τη μισή ομελέτα, όλο το μπέικον, πίνω στα γρήγορα μια γουλιά καφέ, σηκώνομαι και λέω “αγάπη μου φεύγω, άργησα”. “Μα δε τελείωσες το πρωινό σου αγάπη μου, κάθε πρωί αυτό κάνεις”. “Δε προλαβαίνω αγάπη μου, θα αργήσω στο meeting και δε μπορούν να ξεκινήσουν χωρίς εμένα. Πώς σκέφτεσαι να περάσεις τη μέρα σου;”. “Θα πάω τη μικρή στον οδοντίατρο, μετά θα την αφήσω στη γιαγιά, θα συναντηθώ με την Τόνια και θα πάμε μέχρι το Mall. Μετά θα πάω να πάρω τη μικρή και θα γυρίσουμε σπίτι και θα φτιάξω ένα φαγητό έκπληξη, μη με ρωτήσεις τι!”. Είμαι έτοιμος να πω “Δε ρωτάω αγάπη μου, ΞΕΡΩ ότι θα φτιάξεις μακαρόνια με κιμά, είναι το φαγητό-έκπληξη τα τελευταία 9 χρόνια” αλλά κρατιέμαι. Και κρατιέμαι γιατί ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι έχω ξεχάσει τη μικρή. Όχι να κάνω κάτι με τη μικρή, είχα ξεχάσει ότι υπάρχει. Θεέ μου. Ανεβαίνω βιαστικά στο υπνοδωμάτιο της, ανοίγω την πόρτα, την πλησιάζω και της δίνω ένα απαλό φιλί στο μάγουλο, προσέχοντας να μη την ξυπνήσω. Ξανακατεβαίνω κάτω, παίρνω την τσάντα του laptop, ανοίγω την πόρτα και βγαίνω.

 

8:54 π.μ. 

 

Μπαίνω στο αυτοκίνητο, χαλαρώνω τη γραβάτα, βάζω στο cd player το “Fresh fruit for rotting vegetables” των Dead Kennedys και ξεκινώ. Μου έρχονται στο μυαλό οι Νεκροί Μπακογιάννηδες και χαμογελάω. Τώρα που είπα για γραβάτα, κάνω κάτι εντελώς ηλίθιο κάθε μα κάθε μέρα και πρέπει με κάποιο τρόπο να το σταματήσω : Όταν ντύνομαι, κάθομαι μπροστά στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας, “στρώνω” το σακάκι, ισιώνω τη ζώνη του παντελονιού και σφίγγω τη γραβάτα όσο χρειάζεται ώστε να δείχνει τέλεια. Αυτή η τελειότητα κρατάει μέχρι να μπω στο αμάξι, όπου τη χαλαρώνω επειδή “με ενοχλεί στην οδήγηση¨. Λες και οδηγώ με το λαιμό. Μόλις φτάσω στη δουλειά και πριν βγω από το αυτοκίνητο, την ξανασφίγγω και με τη βοήθεια του καθρέφτη του αυτοκινήτου την επαναφέρω στην αρχική της τελειότητα. Όλη αυτή η διαδικασία κάθε μέρα ανεξαιρέτως, χωρίς κανένα νόημα, αφού κατά τη διάρκεια της δε με βλέπει άνθρωπος. Θα μπορούσα να φοράω τη γραβάτα κατευθείαν στο πάρκινγκ της δουλειάς και το αποτέλεσμα θα ήταν ακριβώς το ίδιο για το image μου. Α, με βλέπει η σύζυγος, αλλά εντάξει.

Επιστροφή στους Dead Kennedys. Έχει μπει το “Forward to death” και συνειδητοποιώ ότι ακόμα θυμάμαι τους στίχους απ ‘έξω. Μου φαίνεται περίεργο πώς γίνεται ένα κομμάτι που στα νιάτα μου το είχα κάνει Σημαία της Οργής μου απέναντι σε όλους και σε όλα, τώρα να το ακούω επειδή “με ανεβάζει”. Μάλλον τότε με ένοιαζε κυρίως η εκτόνωση, ενώ τώρα που έχω ακούσει και μερικές εκατοντάδες δίσκους παραπάνω, μπορώ να εκτιμήσω το groove και τις μελωδίες του περισσότερο. Αυτό θα είναι.

 

9:23 π.μ.

 

Βγαίνω από το αυτοκίνητο, κατευθύνομαι βιαστικά προς το ασανσέρ, άργησα πάλι γαμώτο, δεν αντέχω τη γκρίνια του αφεντικού πρωί πρωί, λες και αυτά τα 8-9 λεπτά αργοπορίας μου (οκ, 10 μέχρι να έχω μπει στην αίθουσα και να έχω χαιρετήσει και ζητήσει συγγνώμη για την καθυστέρηση) θα καθορίσουν την πορεία της επιχείρησης. Όπως αναμενόταν, το ασανσέρ είναι στον 7ο και θα πρέπει να περιμένω να κατέβει (11 τα λεπτά).

Το ασανσέρ έρχεται επιτέλους, ευτυχώς είναι άδειο, προσεύχομαι να μη σταματήσει σε κάποιον από τους ενδιάμεσους ορόφους, μόλις σταμάτησε στον πρώτο, τι θέλω και μιλάω, τέλειωνε κυρά μου, άλλη μια στάση στον 4ο, όλοι τώρα θυμήθηκαν να ανέβουν, τα νεύρα μου.

12 λεπτά αργοπορίας και η πόρτα του ασανσέρ ανοίγει στον 7ο όροφο. Βγαίνω σχεδόν τρέχοντας, φτάνω έξω από την αίθουσα συνεδριάσεων, βλέπω τη Μαρία τη γραμματέα η οποία με κοιτάει με το κλασικό ύφος “θα σε ξεχέσει ο άλλος”, της λέω καλημέρα και χτυπάω την πόρτα της αίθουσας. Καλή κοπέλα η Μαρία, δέχτηκε τη θέση της γραμματέως επειδή “είχε ανάγκη τα λεφτά αλλά εννοείται ότι ψάχνει κάτι καλύτερο”. Είναι ήδη 9 χρόνια στην εταιρεία, ελπίζω στο 10ο χρόνο να βρει αυτό που ψάχνει. Αλλά δεν έχουμε χρόνο γι’ αυτά τώρα, η πόρτα άνοιξε.

Μια καινούρια μέρα ξεκινά.

The Age of Aquarius changed overnight to an Age of Economists serving the right (Μεγάλο Τραγούδι #3)

•7 Φεβρουαρίου, 2012 • 1 σχόλιο

Σκεφτόμουν πως η παρούσα σειρά δημοσιεύσεων δεν βρίθει και ιδιαίτερης ευρηματικότητας, οπότε θα συζητήσουμε για λίγο κατά το πόσο της πρέπει ή δεν της πρέπει να συνεχίζεται. Δηλαδή εγώ θα το συζητήσω. Ο Μπρεχτ έγραφε παλιά σε ένα κείμενό του, δεν θυμάμαι ποιό, πως αμφιταλαντευόταν για το αν θα έπρεπε να συνεχίσει να καλημερίζει έναν αδιάφορο γείτονά του σε καθημερινή βάση, όταν το μόνο που είχαν να μοιραστούν στις ζωές τους ήταν μια απλή καλημέρα. Και ερχόταν στο συμπέρασμα πως όση σημασία έχει να ξεκινάς μια ασήμαντη συνήθεια, όπως μια καλημέρα σε ένα αδιάφορο γείτονα, αλλη τόση έχει και να την σταματάς. Και εμένα μου αρέσει ο Μπρεχτ. Και επειδή τον Πολύ Λόγιο πολλοί αγάπησαν, αλλά τα πολλά λόγια κάπως_λιγότεροι, είναι γεγονός, έχουμε Μεγάλο Τραγούδι #3. Με μια μικρή υποσημείωση για το Μεγάλο Τραγούδι #2, πως δηλαδή δεν θα γκρίνιαζε μόνο ένας Barry, θα γκρίνιαζε οπωσδήποτε και ένας εγώ. Με αυτά και με αυτά, και με κάποια άλλα, περνάω στο κυρίως θέμα, που είναι το

Μεγάλο Τραγούδι #3 : Momus – Sex for the Disabled

Νομίζω πως έχω αναφερθεί αρκετά και όχι ιδιαίτερα διεξοδικά στον Nick Currie. Θα μου ήταν και λίγο δύσκολη μια απευθείας περιγραφή νομίζω. Ας είναι. Όπως και να είναι, σημασία έχει πως το 1987 ο Momus μετακόμισε στο Chelsea, ενσωμάτωσε στην καθημερινότητά του λίγη από την γκριζάδα του, άκουσε περισσότερο Μπρελ από όσο ποτέ άλλοτε, υπέγραψε στην Creation και κυκλοφόρησε το «The Poison Boyfriend». Αυτός ο δίσκος είναι για μένα το πιο κομβικό πράγμα που συνέβη στη μουσική ζωή του Currie, γιατί αποτελεί το μεταβατικό σημείο μεταξύ της κάπως folk-ίζουσας τραγουδιστικής διάθεσης του «Circus Maximus», στο αφάνταστα ταιριαστό indie προσωπείο που ακολούθησε στους υπόλοιπους πέντε-έξι δίσκους στην Creation, ό,τι μουσική και έπαιζε σε αυτούς, από απλοϊκό synth pop μέχρι disco. Εδώ έχει τραγούδια, και το «Sex for the Disabled» είναι ένα από αυτά τα τραγούδια, και βρίσκεται εδώ για κάποιους συγκεκριμένους λόγους που θα εξηγήσω. Ο Momus δεν είναι μέσα στους αγαπημένους μου συνολικά τραγουδοποιούς, γιατί η αναλογία κακών/καλών τραγουδιών που έχει γράψει, θέλω δε θέλω είναι μεγάλη. Σε μερικά τραγούδια όμως που έγραψε, όπως στο «Sex for the Disabled», υπάρχουν σε τέτοιο βαθμό τα συστατικά ενός Μεγάλου Τραγουδιού, που ο Momus φτάνει σε σημείο να ξεπεράσει στιγμιαία τους μέντορές του, δηλαδή τον David Bowie και τον Jacques Brel ακόμα. Και για αυτό είναι μέσα στους αγαπημένους μου συνολικά καλλιτέχνες. Γιατί ανάμεσα σε όλα τα δεκάδες πικάντικα γεγονότα που έκαναν τον Momus την international καλλιτεχνική οντότητα που γυροφέρνει σε abstract εκθέσεις τέχνης ανά τον πλανήτη (λονδίνο, βερολίνο, νέα υόρκη, τόκυο), σε studio με νεαρές γιαπωνέζες τραγουδοποιούς, σε υστερικό blogging, σε διαρκείς μετακομίσεις (απομεινάρι του μποεμ απωθημένου του να έχει γεννηθεί μια δεκαετία αργότερα από όσο ίσως θα ήθελε), ανάμεσα σε όλα αυτά και άλλα τόσα λοιπόν, ο Μomus έγραψε και ορισμένα Μεγάλα Τραγούδια, με μεγαλύτερο όλων, το «Sex for the Disabled». Το «The Poison Boyfriend», σαν album, διατηρεί μια ασυγκράτητη φεμινιστική χροιά, και δεν είναι καθόλου τυχαία η εποχή στην οποία ο Currie νιώθει την ανάγκη να ουρλιάξει για φεμινισμό. Οπότε, περιγράφοντας μια εποχή, τα early 70’s, όπου έχουν περάσει οι πρώτες παραισθήσεις τον ναρκωτικών των 60’ς (late και μη), προσπαθεί, και καταφέρνει εντελώς, να δώσει το στίγμα μιας εποχής που Όλα σου ούρλιαζαν να Παράξεις Τέχνη, να Εκφραστείς, να Ερωτευτείς, να Κυνηγήσεις την Ελευθερία της Ψυχής σου μέχρι όσο αντέχεις μέσα σου, και ακόμα μακρύτερα από αυτό. Αποτυπωμένο με το εποχιακό contrast των late 80’s, που με τη σειρά τους, έσπρωχναν τους νεαρούς εξερευνητές της προηγούμενης πρότασης να χωθούν χωρίς όρους στο Αμερικάνικο Όνειρο σαν απλή φυσική εξέλιξη των δικών τους ονείρων. Σε ένα αυστηρό timeline προς την πνευματική ισοπέδωση, τον ασκητισμό, την καλή δουλειά, τον εκβιασμό των διαπροσωπικών σχέσεων, τα σαββατοκύριακα με τα πεθερικά, τον θάνατο της ζωής. Σαν ένα στιγμιότυπο της ροής του χρόνου, σαν τα πριν/μετά των διαφημίσεων αδυνατίσματος. Και διατηρώντας ακέραιη από την αρχή της καριέρας του την Συγκλονιστική δυνατότητα να μπορεί να περιγράψει το ίδιο γεγονός από εξολοκλήρου διαφορετικά πρίσματα (δείτε ας πούμε το απίστευτο πράγμα που συμβαίνει μεταξύ των «Little Lord Obedience» και «Murderers, the Hope of Women», δεν έχω συναντήσει άλλο άνθρωπο να το κάνει Τόσο καλά αυτό), στο «Sex for the Disabled» καταφέρνει μέσα σε λίγες γραμμές να αποτυπώσει τις αισθητικές και κοινωνικές διαφορές δύο γενεών, με πρίσμα την ερωτική ιστορία δύο νέων, θυμάτων και θυτών με χρονικά μεταβαλλόμενο παράγοντα, και μέσω της ιστορίας αυτής της ίδιας να παρέχει εκατό δισεκατομμύρια ισχυρούς συμβολισμούς για το πως λειτουργούσε, λειτουργεί, και θα λειτουργεί εσσαεί η ανθρώπινη ψυχή ανά τον αιώνα τον άπαντα, και πως τελικά, ακόμα και τότε, συνεχίζουν να υπάρχουν απορίες. Και παράπονο. Αυτό που έχει αρχή, μέση και τέλος, ακόμα και μετά τα όσα συμβαίνουν, και ενώ συνεχίζει να κουβαλάει την βαριά εκείνη δυσφορία της Πτώσης της ωραιότητος, καταφέρνει να εκφράζει περισσότερο ένα μεγάλο (και υγιές) παράπονο για όλο αυτό, παρά να είναι απογοητευτικά βαρύγδουπο. Μέσα σε ένα τραγούδι γράφει μια μικρή ιστορία της ανθρωπότητος, και αυτό χωρίς να πρόκειται ακριβώς για αυτοβιογραφικό βίωμα. Νιώθω πως βάζει τον εαυτό του μόνο σε ορισμένα σημεία του τραγουδιού και με ένα αυθαίρετο τρόπο, αισθάνομαι και κάπως βέβαιος για αυτό. Δεν θα έλεγα συμπτωματικό το γεγονός, πως πρόκειται επίσης για το πιο όμορφο μουσικό κομμάτι που έγραψε ποτέ του. Το τι μας διδάσκουν όλα αυτά δεν ξέρω. Δεν ξέρω καν αν η υπόλοιπη μουσική πορεία του Nick Currie έχει τη δυνατότητα να μας οδηγήσει σε επιπλέον συμπεράσματα, συγκριτικά με το πνεύμα των στίχων του «Sex for the Disabled». Ένα μικρό σημείο-ένδειξη μη αυτοβιογραφικής υφής, είναι πως στη συνέχεια του κατάφερε να υπάρξει (και) πολύ πιο χαλαρός, άνετος, cool, χαρούμενος, και εντελώς συγκεντρωμένος στις διαρκείς αλλαγές έδρας του. Δεν θα γράψω κάτι άλλο, γιατί δεν έχω να γράψω κάτι άλλο

Before the accident you were just a square
And I was a Hell’s Angel in leathers and long hair
Before the accident you were a fanatic
And I was a motorbike mechanic

And which of us was stronger then
And which of us was stranger
A woman pumping iron or a liberal Hell’s Angel?
Before the accident when my somersaulting Triumph
Entered the gymnasium of the female Goliath

And I don’t know if you felt for me
Or if you shared my dreams
But when my speed machine hit your weight machine
I know you heard my screams

And across my leather jacket it says ‘Sex for the disabled’
And across your macho breasts ‘Get fit for life’

Before the accident you kept out of sight
Working behind curtains till your body shape was right
The only man you touched was your tutor in karate
I (beep)ked every eligible party

And which of us was crippled then
And which of us more painful?
A woman pumping iron or a liberal Hell’s Angel?
Before the accident when I careered akimbo
Through your plate glass window

And as I lay in agony from a thousand savage cuts
You privatised the hospital and you wished me luck

And across my leather jacket it says ‘Sex for the disabled’
And across your macho breasts ‘Get fit for life’

Before the accident, before ’79
Before the wheelchair that was such a different time
Every man an anarchist, we were all into ‘Zen
And the Art of Motorcycle Maintenance’ then

And which of us were hawks and which of us were doves?
When you broke off peace talks and we broke off free love
Before the accident when you came to power
And the poor got on their bikes and we got off ours
And the Age of Aquarius changed overnight
To an Age of Economists serving the right
Yeah, our Triumphs turned to wheelchairs, oh don’t times change?
And maybe we had nothing to lose but our motorcycle chains
So now you’re the angels, the thugs in authority
And we’re just another castrated minority
And across our leather jackets it says ‘No sex for the disabled’
And across your macho breasts ‘Unfit for life’

Ειρωνικό φρύδι

•6 Φεβρουαρίου, 2012 • 1 σχόλιο

Παιδιά σας αγαπάμε αλλά ώρες ώρες καταστρέφετε την ψυχική μας υγεία. Εκλιπαρούμε από κάποιον να μας εξηγήσει τι ακριβώς σκέφτονται οι άνθρωποι όταν γράφουν τα παρακάτω σε τυχαία διαδικτυακή μηχανή αναζήτησης και ποια η αντίδρασή τους όταν καταλήγουν στο Sonic Death Monkey. Και επιτέλους που θα βρω τον Sonic;;;

Search Views
κουβερτες sonic 2
poytanes sta krevatia sas 2
ιστορίες μεγάλων ανθρώπων 1
ειδα στον υπνο μου τον εαυτο μου 1
που θα βρω τον sonic 1
προσωπικό στο monkey bar 1
tragoudi pou periexei tin frasi the only son 1
oreo peanut butter στην ελλαδα 1
οποιος δεν εχει ταξιδεψει εχει διαβασει μονο την πρωτη 1
ας τα ξεχάσουμε όλα αυτά 1
αν ακουσω κουδουνι στον υπνο μου ονειρο 1
τι ειναι να δω στον υπνο μου την θεια κοινωνια 1
τι ειναι ενασ ανθρωπος που ακουει black metal 1
σονικ τραγουδιστρια 1
ειδα στιν υπνο μου οτι τρωω γλυκα 1
φτιαγμενα monkey 1
τι ειναι η φραση «μαθημενα τα βουνα απο τα χιονια» 1
ειδα στον υπνο μου τα μυαλα μου τι ειναι 1
90 anthropoi aytoktonisan logo thriskia stin ameriki 1
στιχοι για καποιον που πεθανε 1
ανθρωποι που εβγαλαν λεφτα απο το χρηματιστηριο 1
ti kans yia na pas 100lv sto wild ones 1
sonic θανατος 1
Υποβολή σχολίου enter your comment here…fill in your details below :email (υποχρεωτικό) (not published)Όνομα (υποχρεωτικό)Ιστοσελίδα 1
βλεπω στον υπνο μου οτι κτυπαει κουδουνι 1
ειρωνικο φρυδι 1
– όταν κάνει κρύο θα ήθελα να die στιχοι 1
κάτι έρχεται στον ύπνο μου και όταν ξυπνάω το βλέπω και το ακούω 1
tragoudia toy sonic paidiko 1
ειδα στον υπνο μου μπλουζες 1
ειδα στον υπνο μου τον φιλο μου 1
the fifty-cent piece ιστορια φαντασματων απο το βιβλιο της στ δημοτικου 1
τι 8α πει η λέξη σκοτούρα 1
στον υπνο μου με σπρωχνουν 1
20 χρονια τσαφ τσουφ 1
νεολαια συνασπισμου electric requiem 1
οταν σε φωναζουν στον υπνο σ 1
sonic greek fans 1
τι σημαινει το ταξί στον ύπνο σου 1
letr sth ioulieta 1
saturday night sospecial 1
γιρο βισιον τραγουδια 2011 1

Όλα αυτά υπό τους ήχους του «On Invisible Pause». Κρίμα που δεν θα καταφέρουμε να δούμε τη χορογραφία που το συνοδεύει.

burst into flames

•5 Φεβρουαρίου, 2012 • 2 Σχόλια

Κατά μια έννοια συνεχίζω ακριβώς εκεί όπου έμεινε το προηγούμενο post. Σιγά σιγά το 2012 έχει αρχίσει και ανεβάζει τους ρυθμούς του. Από εκεί που έλεγα ότι δεν έχει βγει τίποτα ιδιαίτερο, ξαφνικά μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο περίπου βρέθηκα να έχω να ακούσω καινούριους δίσκους από τον Fennesz, τους Nadja, τον Leyland Kirby, τον Mark Lanegan, τον Leonard Cohen, μια πολλά υποσχόμενη συνεργασία μεταξύ των Aaron Martin και Jasper TX και τον Oren Ambarchi, ο οποίος μέχρι στιγμής έχει κάνει γνωστό blogger να παραληρεί. Μεταξύ αυτών και το «(Mankind) The Crafty Ape» των αγαπητών Crippled Black Phoenix.

Νομίζω ότι κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τους Crippled Black Phoenix ούτε για έλλειψη φιλοδοξίας, ούτε για τεμπελιά. Τέταρτος δίσκος σε πέντε χρονια περίπου, δεύτερος διπλός, αν και ξεκίνησαν ως ένα περίεργου είδους side project, έχουν καταλήξει να διεκδικούν με πείσμα μια μόνιμη θέση στη μουσική μας πραγματικότητα. Δεδομένου του μουσικού τους background, από την αρχή εκτιμούσα το γεγονός ότι οι CBP δεν ήταν ποτέ μια αναμενόμενη post rock μπάντα, κάτι που φάνηκε ιδιαιτέρως στην δεύτερη κυκλοφορία τους, της οποίας ο μουσικός πλούτος ήταν πραγματικά αξιοζήλευτος. Στο «I, Vigilante» μούδιασα λίγο και ακόμα το θεωρώ βιαστική κυκλοφορία και ας είχε κάποιες εκπληκτικές στιγμές. Δεν είχα ακούσει καν ότι ετοιμάζανε καινούριο δίσκο και έτσι τα νέα της κυκλοφορίας του «(Mankind) The Crafty Ape» (σχεδόν παράλληλα με τα νέα της επικείμενης συναυλίας τους το Μάρτιο) ήταν ευχάριστη έκπληξη.

Πριν κάτσω να το ακούσω, είπα να κάνω ένα γύριο στα διαδικτυακά zines και blogs για απόψεις περί της νέας κυκλοφορίας. Τα διάφορα reviews του «(Mankind)…» μοιάζουν με διαγωνισμό για το πόσες φορές μπορούν να αναφερθούν οι λέξεις «Pink Floyd» σε ένα κείμενο. Ακούγοντας αρκετές φορές το δίσκο, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν είναι αδικαιολόγητο αυτό το φαινόμενο. Οι Άγγλοι δείχνουν να έχουν πάρει βαθειά ανάσα και να έχουν βουτήξει στα μέσα των 70s και ειδικά στην Pink-Floyd-ική εκδοχή του progressive rock εκείνης της δεκαετίας. Όχι ότι αναλώνονται σε βαρετές αντιγραφές, ούτε ότι δεν προσθέτουν τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους στο καζάνι, αλλά αυτός είναι σίγουρα ο πιο καθαρά progressive rock δίσκος τους. Δεν μπορώ να πω ότι δεν λυπάμαι λίγο για το γεγονός ότι η post rock ταυτότητά τους έχει μπει σε μεγάλο βαθμό στο παρασκήνιο. Επίσης, όπως είχε συμβεί και στο δεύτερο album τους, ακόμα δυσκολεύομαι να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα για τον ίδιο το δίσκο. Λογικό, αφού μιλάμε και εδώ για πολλή μουσική, που έχει αρκετά πράγματα για να αφομοιώσεις πριν την κατανοήσεις ολοκληρωτικά. Δεν είμαι απόλυτα ικανοποιημένος με την στροφή αυτή, για κάποιο απροσδιόριστο λόγο δεν μου βγαίνει η ιδέα από το μυαλό ότι εδώ έγραψαν το «Wall» τους. Ένα δίσκο, ο οποίος μπορεί να αποδειχτεί απολαυστικός στο πέρασμα του χρόνου, αλλά δεν θα είναι ούτε «Atom Heart Mother», ούτε «Meddle», ούτε καν «Wish You Were Here». Ίσως σε αυτό το δίσκο έχουν κυριαρχήσει οι metal καταβολές τους, καθώς φαίνεται να βγάζει το καπέλο σε αρκετά κλισέ του prog rock, όχι απαραίτητα με άσχημο αποτέλεσμα, αλλά όχι και με την επιτυχία του παρελθόντος. Να σημειώσω πάντως ότι χαμογέλασα με την ξεκάθαρη υπόκλιση προς τους King Crimson σε ένα σημείο του δίσκου.

Όπως μάλλον θα έχετε καταλάβει μέχρι στιγμής δεν έχω καταλήξει ακόμα σε κάποιο ιδιαίτερο συμπέρασμα για το δίσκο. Πάντα το είχα αυτό με τα διπλά album, σε περιόδους που δεν είχα πολύ χρόνο να αφοσιωθώ σε αυτά. Πιθανότατα θα επανέλθω σε 1-2 μήνες για να ξεκαθαρίσω τη θέση του και τη θέση μου. Περιμένω και το live να πω την αλήθεια, αν και παρά το γεγονός οτι εμμένω στην απόφασή μου να μην πάω να τους δω τη δεύτερη φορά που ήρθαν, στενοχωριέμαι κάπως που έχασα την περιοδία του «The Ressurectionists/Night Raider».

Φοίνικας (μυθολογία)

•30 Ιανουαρίου, 2012 • 3 Σχόλια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.

Ο Ηρόδοτος αναφέρεται σε αυτό και στη μοναδική του ικανότητα να αναγεννιέται από τις στάχτες του, οι οποίες προέρχονται από την ίδια του τη φωτιά. Όταν ο Φοίνιξ έχει φτάσει σε μία ηλικία και θέλει να ανανεωθεί παραδίδεται στις φλόγες χρησιμοποιώντας ιερά και εξαγνιστικά βότανα όπως το μύρο. Ο Φοίνιξ πεθαίνει και αναγεννιέται μόνος του. Είναι πάντα ένας κάθε φορά και κατέχει εξαιρετικές δυνάμεις εκτός από τη μοναδική του ικανότητα να είναι αθάνατος.

Σύμφωνα με πολλές παραδόσεις έχει εξαιρετική φωνή και όταν τραγουδάει ακόμα και ο Ήλιος σταματάει το άρμα του για να τον απολαύσει. Πολλές παραδόσεις συνδέουν αυτή την ωδή με το τραγούδι που ακούγεται λίγο πριν τυλιχθεί στις ίδιες του τις ιερές φλόγες.

 

sonic death monkey fears santa

•23 Ιανουαρίου, 2012 • 1 σχόλιο

Το Σάββατο βρέθηκα έξω απο το Fuzz (το νέο-νέο Fuzz) περιμένοντας να μαζευτεί το υπόλοιπο τσούρμο για να παρακολουθήσουμε τη ταλαιπωρημένη συναυλία των Mogwai. «Βρέθηκα».. Ίσως αυτό το ρήμα να υποδηλώνει περισσότερη αίσθηση ατυχήματος από ότι θα έπρεπε, αλλά παραμένει το γεγονός ότι η απόφαση ήταν της τελευταίας στιγμής, περισσότερο από ανάγκη για να παραβρεθούμε σε ένα live, παρά ανάγκη να (ξανα)δούμε τους Mogwai. Το επαναλαμβάνω κάθε φορά που έρχονται για live, αλλά δεν θα ξεπεράσω ποτέ το γεγονός ότι τους είδα live με 5ε, ευγενή χορηγία της νεολαίας Συνασπισμού (από τις λίγες φορές που μπορείς να αναφέρεις τη φράση «νεολαία » με έστω και ελάχιστη θετική έννοια). Τα 28 (+3,5 προμήθεια) του εισιτηρίου ήταν κάπως υπερβολική ομολογουμένως για τις αντοχές μας. Μ’ αυτά και με αυτά, βρεθήκαμε μια βροχερή και κρύα ημέρα του Ιανουαρίου σε ένα παράδρομο της Πειραιώς, να περιμένουμε να πάρουμε τη σειρά μας (μπαίνει μουσική από ταινία βασισμένη σε βιβλίο του Ντίκενς).

Μια παρέα πέντε ατόμων, με έναν να βαριέται τη ζωή του, έναν να γκρινιάζει για την κατάσταση των live στην Ελλάδα, έναν να προσπαθεί να καταλήξει στο κεφάλι του γιατί ήρθε στη συναυλία, έναν να αναρωτιέται πως και από εκεί που δεν έβρισκε κανένα να έρθει στο live βρέθηκε με όλους αυτούς και έναν απλά να περιμένει να περάσει η ώρα για να πάει για τις καθιερωμένες σαββατιάτικες ποτάρες. Αφήνω σε εσάς την χαρά του να αναθέσετε τους ρόλους, απλά να σημείωσω ότι το αρσενικό γένος σε όλες τις περιγραφές μπήκε για να προσθέσει περισσότερο ενδιαφέρον στην αναζήτηση της σωστής αντιστοιχίας.

Αγαπούσα (και αγαπώ θα μπορούσε να πει κανείς) πολύ τους Mogwai. Υπήρχε εποχή που τα «Come on die young» και «Rock action» ήταν αναπόσπαστα κομμάτια των playlist μου, και υπήρξαν αρκετά τραγούδια από εκεί μέσα που εύκολα μπαίνουν στην κατηγορία των Σημαντικών Τραγουδιών (κάπως διαφορετική από την κατηγορία των Μεγάλων Τραγουδιών, μη μπερδεύεστε). Καθώς όμως περνούσαν τα χρόνια δεν τους ακολουθούσα και τόσο πιστά. Τελευταία στενή επαφή μαζί τους το «Mr. Beast» του 2006, πολύ ωραίος δίσκος, αν και όχι όπως τα παλιά. Σίγουρα όχι. Αντε με την εξαίρεση του «We’re no here». Από εκεί και πέρα χλιαρά πράγματα. Δεν βοηθούσαν και οι ίδιοι είναι η αλήθεια. Ούτε το «The hawk is howling», ούτε το «Hardcore will never die..» βοήθησαν ιδιαίτερα στην αναθέρμανση της σχέσης. Live και ep στα ενδιάμεσα δεν είχαν και πάρα πολλά να πουν στο προσωπικό μου, μουσικό κόσμο. Έτσι μπήκαν και οι Mogwai σε μια γωνία που ίσως και να μην τους άξιζε.

Στον αντίποδα όλων αυτών οι Kwoon. Καινούρια μπάντα (εντάξει όχι και τόσο καινούρια πλέον), είχαν αφήσει πολύ κόσμο κάγκελο με το «I lived on the moon» και το video clip του. Μαζί τους και μένα (όπως αποδεικνύουν και κάποιες συλλογές εδώ μέσα). Δυστυχώς τα δυο album τους χωρίς να είναι άσχημα ή ούτε απλά μέτρια, δεν μου τράβηξαν τρομερά το ενδιαφέρον. Αν τα έχω ακούσει και τα δυο σύνολο παραπάνω από είκοσι φορές είναι απίθανο. Δεν μου πάει να τους χαρακτηρίσω one-hit wonder, είναι κατάφορα αδικο αυτο, αλλά στο μουσικό κόσμο που αναφέραμε παραπάνω κάπου εκεί έχουν καταλήξει. Υποθέτω ότι ούτε ο μουσικός μου κόσμος είναι ιδιαίτερα δίκαιος αλλά τι να κάνουμε. Ας ζητήσω συγγνώμη εδώ για μια αδικία που ίσως θα μπορούσε να αποφευχθεί.

Θα ήθελα αυτή να είναι μια ιστορία της οποίας η συνέχεια είναι γεμάτη από εντυπωσιακά επίθετα που περιγράφουν το πόσο μαγική ήταν η βραδιά, πόσο εξαιρετική ήταν η απόδοση των συγκροτημάτων, ότι με έκανε να επαναπροσδιορίσω τη σχέση μου μαζί τους, μου έδωσε αναμνήσεις για μια ζωή και γενικά με έκανε καλύτερο άνθρωπο. Πραγματικά θα το ήθελα. Δεν θα είναι όμως. Εν μέρει φταίω εγώ και η διάθεσή μου. Δεν ήμουν σε ιδιαίτερο συναυλιακό mode (εδώ που τα λέμε ποτέ δεν είναι τώρα τελευταία) και δεν μπόρεσα να αφεθώ στη διαδικασία του κόσμου, της μουσικής και των ανθρώπων στη σκηνή απέναντί μου. Μόνο εν μέρει φταίω εγώ όμως. Οι ίδιες οι μπάντες δεν νομίζω ότι βοήθησαν και πάρα πολύ στο να εκτοξευτώ σε δυσθεώρητα ύψη.

Δεν είναι ότι έπαιξαν άσχημα ή κάτι τόσο ακραίο. Τόσο οι Kwoon, όσο και οι Mogwai έπαιξαν όπως θα έπρεπε να παίξουν, με τους πρώτους μάλιστα να δίνουν αρκετή ενέργεια στην όλη διαδικασία. Μπορώ να πω ότι μου άρεσαν περισσότερο από τους δίσκους τους, αλλά και πάλι, η μουσική τους είναι ωραία, αλλά όχι δεν πρόκειται ποτέ να με αποτελειώσει. Και έτσι όπως είναι η διάθεση τελευταία, μόνο αυτά που με αποτελειώνουν έχουν πολλές ελπίδες για τη συνέχεια. Ακούσαμε το «I lived…» βέβαια και φτερούγισαν οι καρδιές μας (παρεμπιπτόντως, η εκτέλεση του μου δεν με ενθουσίασε τόσο, στα υπόλοιπα μου φαίνεται ότι απεδωσαν καλύτερα. Οι Mogwai από την άλλη πλευρά γεμισαν το setlist τους με καινούρια τραγούδια (αναμενόμενα και δικαιολογημένα θα πει, σωστά, κανείς), πράγμα που με βοήθησε να μπω επιτέλους στο κλίμα. Έπρεπε να φτάσει η κορύφωση στο τρίτο τραγούδι του encore (ας σταματήσει επιτέλους αυτό το ανέκδοτο) για να πω ότι εδώ έχουμε κάτι πολύ σημαντικό. Αντε και το «Mogwai fear Satan». Κατά τ’ άλλα, ωραίες εκτελέσεις, δυναμικά ανεβοκατεβάσματα, αλλά κάτι δεν πήγε καλά με το post rock μου εδώ. Υποθέτω βέβαια ότι είμαι συντριπτική μειοψηφία στο δημοψήφισμα της ομορφιάς της βραδιάς, κρίνοντας από τα βλέμματα του (πολύ) κόσμου τριγύρω μου. Τελική σημείωση ότι το Fuzz είναι συμπαθής, αν και εντελώς απρόσωπος χώρος. Όπως και οι προηγούμενες ενσαρκώσεις του δηλαδή.

Η συνέχεια την επόμενη ημέρα έφερε αναπόληση περί των post rock ημερών μας κάπου στις αρχές των 00s. Η αφορμή μια αναφορά στα πρώτα δυο album των Silver Mt. Zion πριν τη συναυλία, αλλά και η ίδια η οντότητα των Mogwai στο μουσικό μας σύμπαν. Το post rock νομίζω ότι υπήρξε ένα μουσικό ρεύμα που ήρθε σε περίεργη χρονική στιγμή για τους ανθρώπους της ηλικίας μου, μεγαλώσαμε με τα συγκροτήματα της δεύτερης γενιάς, αλλά όταν γιγαντώθηκε πραγματικά είχε αρχίσει ήδη να ανήκει σε νεότερους ακροατές. Μην με νομίζετε υπερβολικό, τέσσερα-πέντε χρόνια σε αυτές τις ηλικίες δεν είναι λίγο πράγμα. Μιλούσαμε λοιπόν για τους Silver Mt. Zion, τους Exhaust που έβγαλαν καινούριο δίσκο λέει, μέχρι και τους Set Fire to Flames θυμήθηκα χτες, για να καταλήξουμε στη μεγάλη αγάπη και το επόμενο Μεγάλο Τραγούδι. Δεν χαλάω περισσότερο την (όχι και τόσο καλά κρυμμένη) έκπληξη. Μιλώντας για post rock νέα, με χαρά είδα ότι ξανάρχονται οι Crippled Black Phoenix και θα πάμε να τους δούμε, μια που δεν έρχονται από απαγορευμένα ονόματα. Μπορεί να υπάρξει και post rock ρετροσπεκτίβα (πάντα ήθελα να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη) τις επόμενες μέρες, αφού μέχρι στιγμής το ξεθάψιμο δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα και με κάνει να αναρωτιέμαι λίγο πόσες διαφορετικές εκδοχές του singer/songwriter προτύπου μπορούν να υπάρξουν. Θυμάστε τις επτά βασικές πλοκές της λογοτεχνίας; Κάτι τέτοιο τέλος πάντων.

Να πάτε να δείτε τους Walkabouts την άλλη βδομάδα όμως, εμείς δεν θα τα καταφέρουμε λόγω άλλων σχεδίων. Είδα ότι έβγαλαν και δίσκο πέρισυ και θα κάτσω να τον ακούσω με την ησυχία μου τις επόμενες μέρες, αμά σταματήσει να γίνεται πανικός στο γραφείο. Μέχρι τότε θυμόμαστε.

«τι ειναι ενασ ανθρωπος που ακουει black metal»

•20 Ιανουαρίου, 2012 • Σχολιάστε

Δεν ξέρω τι απάντηση περίμενε ο αγαπητός φίλος ή φίλη που κατέληξε στο blog μας μετά από την παραπάνω αγωνιώδη αναζήτηση στο χαρούμενο κόσμο του διαδικτύου. Ελπίζω να τον/την βοηθήσαμε να καταλήξει σε κάποιο εποικοδομητικό συμπέρασμα για την ψυχοσύνθεση του μέσου φίλου του black metal, άλλωστε οι περισσότεροι εδώ μέσα σπανιότερα ή συχνότερα τιμούμε το συγκεκριμένο είδος με την αφοσίωση της ακοής μας. Το νέο της ημέρας μάλλον δυσάρεστο, καθώς η τελευταία μουσική απώλεια ήταν αυτή της Etta James. Δεν θα σας πω ψέμματα ότι στενοχωρήθηκα ιδιαίτερα, δεν είχα ποτέ καμιά συγκλονιστική σχέση μαζί της πέρα από την αυτονόητη εκτίμηση για τη φωνή και την μουσική της, δεν ήταν από τους μουσικούς που με έχουν σημαδέψει. Είμαι σίγουρος ότι αρκετά θα στενοχωρήθηκαν λιγότερο ή περισσότερο, και ένας θάνατος είναι πάντα ταιριαστή αφορμή να θυμηθούμε καλές μουσικές. Κάπου τριγυρίζει στο μυαλό μου η αρχή μιας σχετικής συλλογής, που μπορεί να γίνει στο μέλλον αλλά θέλει σκέψη. Κάπου, κάπως, πρόσφατα συζητούσα με κάποιον περί μουσικής σε κηδειές, αλλά θα πω ψέμματα, αν πω ότι θυμάμαι που και πως.

Σήμερα υπήρξε μια από εκείνες τις στιγμές καθαρότατης έμπνευσης που σχεδόν ακούς να εμφανίζονται στο μυαλό σου. Η όσφρηση δεν είναι σίγουρα από τις πολλές δυνατές μου αισθήσεις, γι’ αυτό συνήθως δυσκολεύομαι να καταλάβω όλους αυτούς που συνδέουν γεγονότα, πρόσωπα και καταστάσεις με συγκεκριμένες οσμές. Μπαίνοντας πριν κάποιες ώρες όμως στην είσοδο της πολυκατοικίας μου, είχα μια τέτοια στιγμή. Έχετε παρατηρήσει πόσο ξεχωριστή αλλά επαναλαμβανόμενη μυρωδιά έχουν τα ξενοδοχεία. Αυτή η μίξη καθαριστικών, μοκέτας, περιφερόμενων ανθρώπων και αποσμητικών χώρου που συναντάς συνέχεια στους διαδρόμους και τις αίθουσες κοινής χρήσης; Μπορώ με σχετική σιγουριά να πω ότι αυτή ακριβώς η μυρωδιά είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου πράγματα. Από μικρός έτρεφα μια ιδιαίτερη αγάπη προς τα ξενοδοχεία και τη γενικότερη ιδέα τους. Έμοιαζαν πάντα ως κάτι το ιδιαιτέρως εξωτικό, σχετιζόμενο με την ιδέα του ταξιδιού, αλλά ικανό να ασκήσει τη δικιά του, ξεχωριστή γοητεία στο μυαλό μου. Έχουν περάσει αρκετοί μήνες από τότε που βρέθηκα τελευταία φορά σε ξενοδοχείο, σε ένα πολύ ωραίο ξενοδοχείο και αυτή η οσμή που με περίμενε στη γωνία καθώς έβαζα το κλειδί και άνοιγα την εξώπορτα της πολυκατοικίας προκάλεσε μια έντονη αίσθηση νοσταλγίας. Δεν ξέρω πότε θα είναι η επόμενη φορά που θα περπατήσω πάνω σε μια ακόμα απρόσωπη αλλά τόσο ενδιαφέρουσα μοκέτα, αλλά νιώθω την ανάγκη (και είμαι σίγουρος ότι δεν είμαι ο μόνος) να αρχίζω να σχεδιάζω προς αυτό το στόχο κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον. Και που να αρχίσω να σας λέω για την ιδέα του πρωινού στο ξενοδοχείο γιατί εκεί θα μιλάμε για τις αρκετές επόμενες ώρες.

Το ξεφύλλισμα περασμένων μουσικών σελίδων συνεχίζεται. Αυτές τις ημέρες ξαναλιώνω το «Sketches from the book of the dead» του Mick Harvey. Συνδέεται άμεσα με την ιδέα της συλλογής που αναφέρθηκε στην αρχή. Παραμένει ένας δίσκος με ιδιαίτερο μαγνητισμό, ο οποίος ταιριάζει απόλυτα με την διάθεσή μου τον τελευταίο καιρό. Αποφάσισα επίσης να μαζέψω και πράγματα, οι τίτλοι των οποίων δεν μου θύμιζαν κάτι πολύ συγκεκριμένο, να τα βάλω σε μια σειρά και να τα ξανακούσω. Είναι η εποχή των δεύτερων ευκαιριών φαίνεται. Είμαι αρκετά σίγουρος ότι όλο και κάτι θα ξεπηδήσει από αυτή τη διαδικασία. Ήδη στις πρώτες ακροάσεις έκανε την εμφάνισή του το album των Pea Sized («In my mind»), το οποίο κυκλοφόρησε το 2008 και έχει να παρουσιάσει μια αρκετά όμορφη Portishead-ική electronica. Σε περίπτωση που ενδιαφέρεστε, παρατηρώ τώρα ότι το δίνουν οι ίδιοι δωρεάν εδώ, οπότε τι έχετε να χάσετε; Ανυπομονώ λίγο για όλη αυτή τη διαδικάσια της επαναπροσέγγισης. Είναι λίγο αστείο, το με τι χαζά πράγματα ευχαριστιόμαστε μερικές φορές.

Τελικά τόσο το «Yeah, yeah» όσο και το «Dandelion Mind» ήταν άκρως απολαυστικά, το καθένα με το δικό του χαρακτήρα. Θα συνεχίσω να προτιμώ την καυστικότητα του Moran (ειδικά τώρα που μοιάζει να έχει πιο έντονα στο μυαλό του ότι περνάνε τα χρόνια) από την πιο ρομαντική προσέγγιση του Bailey, αλλά και οι δυο παραμένουν αγαπημένες προσωπικότητες. Όσοι έχετε γλωσσικές ανησυχίες καλά θα κάνετε να δείτε και το φετινό «Fry’s Planet Word». Συγκινητικό ακόμα και όταν έχει απέναντί του την γλωσσικά ανάπηρη καρδιά ενός ταπεινού μηχανικού. Θα ήθελα να σας πω ότι έχω διαβάσει και κάτι συγκλονιστικό, αλλά δυστυχώς θα απογοητεύσω το κοινό του Sonic Death Monkey. Τι να περιμένει κανείς από ανθρώπους που ακούνε black metal άλλωστε. Οι πρώτες κυκλοφορίες του 2012 μοιάζουν μουδιασμένες ακόμα, δεν έχουμε ξεκινήσει να επιταχύνουμε μου φαίνεται. Νωρίς είναι ακόμα βέβαια, μπορεί ο Ιανουάριος σιγά σιγά να οδεύει προς τη λήξη του, χειμωνιάτικα περήφανος, αλλά ο χρόνος έχει πολύ μέλλον ακόμα. Πρέπει να βρεθεί ένα site που να περιέχει τις κυκλοφορίες που περιμένουμε για τη χρονιά. Σημείωση να το δημιουργήσουμε. Γελάω

Και σας εύχομαι ένα καλό παρασκευιάτικο βράδυ.

ουσιώδης παρέμβαση

•19 Ιανουαρίου, 2012 • Σχολιάστε

(το έχει σαμπλάρει εκπληκτικά και ο GZA στο Shadowboxin
σε περίπτωση που σου θυμίζει κάτι)

Surviving the first days

•15 Ιανουαρίου, 2012 • Σχολιάστε

Μ’ αυτά και μ’ αυτά η σιωπή μας κράτησε γύρω στις 15 ημέρες. Μπορεί κάποιος να πει ότι ήταν τόσο εξουθενωτική η διαδικασία επιλογής των καλύτερων δίσκων του 2011 που χρειζόμασταν όλοι κάποιες διακοπές μετά για να συνέλθουμε από την ψυχολογική πίεση που δεχτήκαμε. Όπως πιθανώς θα έχετε καταλάβει είμαι καλός στις δικαιολογίες. Ας τα ξεχάσουμε όμως αυτά. Το ημερολόγιο λέει Κυριακή, 15 Ιανουαρίου του 2012. Το βιβλίο που προτείνει για το σαββατοκύριακό το ημερολόγιό μου είναι το «Take your shirt off and cry: A memoir of near-fame» της Nancy Balbirer. Δεν ξέρω αν και τα δικά σας ημερολόγια παίρνουν τέτοιες πρωτοβουλίες αλλά αυτό που βλέπω μπροστά μου είναι αρκετά απαιτητικό από τον ιδιοκτήτη του. Μέσα στο μυαλό του μάλλον φιλοδοξεί να με κάνει καλύτερο άνθρωπο και να έχω διαβάσει καμιά 300αριά βιβλία μέχρι το τέλος του 2012 (αν μας επιτρέψουν οι Μάγιας δηλαδή). Εγώ από την άλλη πλευρά εδώ και κάνα μήνα παλεύω με το «Endless Universe» των Paul J. Steinhardt και Neil Turok, το οποίο παρά το ενδιαφέρον που παρουσιάζει δεν με έχει κρατήσει πολύ κοντά του. Ίσως γιατί για μια ακόμα φορά οι φυσικοί επιμένουν να προσπαθούν (αποτυχημένα) να νοστιμίσουν το κείμενό τους με ημι-αποτυχημένα αστειάκια και χιουμοριστικούς χαριεντισμούς. Είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρω να το τελειώσω κάποια στιγμή όμως, δεν είναι και τόσο μεγάλο δα.

Κατά την πρώτη βδομάδα του νέου έτους υπήρξε σχεδόν ολική αποχή από την μουσική. Δεν ξέρω ακόμα γιατί, περισσότερο απλά δεν έτυχε, παρά ότι ήταν το αποτέλεσμα μιας συνειδητής επιλογής. Την προηγούμενη βδομάδα όμως έπεσα με τα μούτρα, κάτι που βοηθήθηκε και από την ηρεμία στη δουλειά. Πρώτο και κύριο, να δω τι απο τις λίστες των υπολοίπων δεν έχω ακούσει και πιθανώς να μου άρεσε. Κάπως έτσι διαπίστωσα με έκπληξη ότι δεν είχα καταφέρει να ακούσω το «Both ways open jaws» των The Do, που ήταν όντως ένα πανέμορφο album. Όπως εξίσου ωραίο ήταν και το «Peanut butter blues and melancholy jam» του Ghostpoet. Επίσης είδα ότι φέτος έβγαλαν και οι Ancestors ένα καινούριο ep («Invisible white»), αρκετά διαφορετικό από το παρελθόν τους, αλλά πολύ πολύ ωραίο, υπήρξε μια ακομα προσθήκη στην λίστα καλών ηλεκτρονικοπεριεργοambient δίσκων του 2011 με το «Filaments» του Vitor Joaquim, ενώ ένα μεγάλο μέρος του χρόνου μου απαίτησαν και τα «Adit» των Lowland Hundred» και «Worldwide Skyline» των Nordic Nomadic. Όσοι συμπληρώνουν κενά όπως και γω ας τα δοκιμάσουν, καθώς τα περισσότερα από αυτά βγήκαν προς το τέλος του χρόνου.

Σε άλλα νέα μόλις χτες διαπιστώθηκε ότι πέρισυ έβγαλε καινούριο stand-up o Dylan Moran. Ευκαιρία να δούμε επιτελους και το «Dandelion Mind» του Bailey που δεν είχαμε καταφέρει μέχρι στιγμής. Επειδή πήγε και μεσημέρι όμως και πρέπει να προετοιμάσω τον εαυτό μου για την απογευματινή κυριακίτιδα του καναπέ μου, αποχαιρετώ με την πρώτη συλλογή του 2012 (όχι που δεν θα υπήρχε).

01. The Dø – Bohemian dances
02. May Roosevelt – Dark the night (Hasapikos)
03. Emika – The long goodbye
04. Nordic Nomadic – The future’s fear
05. DJ Shadow – Sad and lonely
06. Liz Green – Midnight blues
07. O’ Death – Howling through
08. Sole and The Skyrider Band – We will not be moved
09. Magdalena Solis – Cities crumbling, planets growing
10. Grimes – Feyd rautha dark heart
11. King’s Daughters and Sons – A storm kept them away
12. Jedi Mind Tricks – When all light dies
13. Bear In Heaven – Dust cloud
14. Buck 65 – Paper airplane (ft. Jenn Grant)

That hot lobster sex you’ve always dreamed about is happening in your bed while you’re being dead

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε