inside my empty bottle I was constructing a lighthouse while all the others were making ships

•19 Μαΐου, 2008 • Σχολιάστε

Ναι, το παραδέχομαι, βαριέμαι οικτρά. Μιας και όμως οι συνάδελφοι-συνέταιροι θα με λιντσάρουν που δεν έχω ποστάρει τίποτα, τους ξεγελώ ανεβάζοντας μια συλλογή. Δεν υπάρχει κανένα κεντρικό νόημα, ας πούμε σε γενικές γραμμές έχει ηλεκτρονικοπερίεργα (©) που θα ακούμε όταν πάρουμε σύνταξη από το δισκάδικο και πιάσουμε δουλειά σα φαροφύλακες στην Ισλανδία.

για την ιστορία, το tracklist έχει ως εξής:

peter broderick a snowflake
minilogue cow, crickets and clay
skyphone all is wood
distance ska
ikonika please
scuba disorder
scorn stripped black hinge
gui boratto shebang
dj shadow what does your soul look like, pt4
two lone swordsmen brootle
Ø medusa
thomas brinkmann 40

γύρω στα 100 mb, κάτι παραπάνω από μια ώρα.

κλικ

ελπίζω να είναι τόσο καλό για εσάς όσο ήταν και για εμάς.

finding our spiritual side again

•11 Μαΐου, 2008 • 1 σχόλιο

Επιστρέφεις λοιπόν σπίτι, είναι Κυριακή πρωί, το βράδυ έχεις κοιμηθεί τεσσερεις ώρες με διάφορα διαλείμματα (ας είναι καλά τα ελληνικά στρατά που φροντίζουν για την διασκέδασή μας) και αποφασίζεις να κάτσεις με τον καφέ σου και να βάλεις να ακούσεις τα καινούρια album που δεν είχες προλάβει τις τελευταίες μέρες. Ανάμεσα σε αυτά και το «Song in A & E», το φρεσκότατο album των Spiritualized.

Η σχέση μας με τους Spiritualized και τον Jason Pierce έχει ως εξής. Δεν ξυπνάμε και κοιμόμαστε με την μουσική τους, πιθανότατα δεν θα τους αναφέραμε αν μας ζητούσε κάποιος τις αγαπημένες μας μπάντες, αλλά τους αγαπάμε πολύ και αναγνωρίζουμε το μεγαλείο του «Ladies and Gentlemen we are floating in space» (πρωτίστως) και του «Let it come down», απολαμβάνουμε τα προηγούμενα, ενώ ακόμα και το άνισο «Amazing Grace» δεν μας απογοήτευσε. Η αλήθεια ειναι βέβαια ότι δεν πολυπεριμέναμε να μας καταπλήξουν ξανά με το νέο τους album.

Και κάπως έτσι βάζεις να παίζει το «Songs in A & E» και με το που αρχίζουν τα «Sweet Talk», «Death Take Your Fiddle», «Soul On FIre» κλπ κλπ, μενεις λίγο με το στόμα ανοιχτό και σκέφτεσαι ότι τελικά δεν έχει περάσει και πολύς καιρός από το «Ladies & Gentlemen…» και ότι ο Pierce το χει ακόμα μέσα του να βγάζει αριστουργήματα. Ίσως όχι το ψυχεδελίζον αλλά απίστευτα συναισθηματικό, το καινούριο album θα αγαπηθεί και μάλλον πρέπει να αρχίζουμε να κάνουμε τα κουμάντα μας να τους δούμε όταν έρθουν.

Το μενού σήμερα ξεκίνησε πολύ καλά και ελπίζουμε να συνεχίσει με τους ίδιους ρυθμούς. Σειρά έχουν τα καινούρια albums από τους Skyphone, Chris Abrahams & Mike Cooper, The Magic I.D. και Trinacria (project Enslaved και Fe-Mail).

Σε άσχετα με την μουσική θέματα, να δείτε απαραιτήτως το «Wristcutters: A Love Story» (και να προσκυνήσετε για μια ακόμα φορά τον κ. Waits) και να δηλώσουμε ότι ξαναδιαβάζουμε το «The Complete Polysyllabic Spree», αυτή τη φορά κρατώντας σημειώσεις.

επιστροφές και μαγιάτικα πιασίματα

•9 Μαΐου, 2008 • 1 σχόλιο

Αυτό το post ήθελα να το κάνω αμέσως μετά την επιστροφή από τις πασχαλιάτικες διακοπές αλλά ομολογώ ότι δεν είχα ούτε την διάθεση ούτε το κουράγιο για κάτι τέτοιο. Τώρα λίγες μέρες μετά δεν θα βγει τόσο ξενερωμένο, καθώς σιγά σιγά η ρουτίνα αρχίζει και μπαίνει σε ένα δρόμο (δυστυχώς).

Ωραίο πράγμα οι διακοπές και κάπως έτσι αρχίζεις να αγαπάς και την μουσική που έχεις συνδέσει μαζί τους. Μετά από τις τελευταίες, ήρθαν οι έρωτες με τον Lee Konitz (όσοι έχουν free jazz τάσεις ας τον τσεκάρουν) και τους Gravenhurst, οι οποίοι, ίσως από σύμπτωση, επιλέχθησαν για να ντύσουν δυο πανέμορφες μέρες στο εξωτικό Λουτράκι. Τουλάχιστον τώρα θα τα ακούμε και θα μας έρχεται ένα χαμόγελο.

Οι επιστροφές είναι κακό πράγμα και κάποια στιγμή πρέπει να το καταργήσουμε. Τι ωραία να μπορούσαμε να είμαστε κάθε μέρα στην πρώτη μέρα των διακοπών; Ίσως η πιο ωραία στιγμή του να ξεκινάς. Η επιστροφή και η μαυρίλα της ήρθε και έδεσε απολύτως με τον δίσκο των Gutter Twins, του project των Mark Lanegan και Greg Dulli. «Saturnalia» και το τεράστιο κολλημα των ημερών για ένα δίσκο που ταίριαξε με την ατμόσφαιρα των ημερών. Το «Front Street» θα μπει σε υποθετική λίστα με τα καλύτερα τραγούδια της χρονιάς.

Σημείωση: Νομίζω ότι ποτέ δεν πρόκειται να αγαπήσω την πόλη αυτή. Είναι περίεργη αίσθηση να προχωράς στον δρόμο με τα ακουστικά στα αυτιά και να σκέφτεσαι πως η μουσική γίνεται soundtrack για την ασχήμια της. Το καλοκαίρι μοιάζει απειλητικό.

Δηλωση: Να ψοφησουν οι καινουριες συσκευασιες cd με τις στρογγυλεμένες ακρες. Φέρτε πίσω τις κλασσικές.

Το Sonic Death Monkey σας εύχεται καλό μηνα!

pedalling through the dark currents

•23 Απριλίου, 2008 • Σχολιάστε

Η αρχή του «Pagan Poetry» είναι προφητική. Το «Pagan Poetry» είναι ίσως ό,τι πιο όμορφο έγραψε ποτέ. Αρχικά θα γίνει μια μικρή καταγραφή γεγονότων, για να καταλάβουμε για τι μιλάμε. Το αγαπημένο μου album της Björk είναι το «Medulla». Δεν έχω αμφιβολία πλέον, δεν θα μπορούσε να είναι κάποιο άλλο για μένα, αν η Ισλανδή είναι μια υπέρβαση από μόνη της, τα κομμάτια εδώ είναι η υπέρβαση της υπέρβασης, είναι ο θρίαμβος της δημιουργού, είναι η καλλιτεχνική θέωση της Björk. Τόσα χρόνια τώρα, δεν μπορώ να σκεφτώ κάποια λεπτομέρεια που «χάνει» κάπου, κάποιο ψεγάδι που αμαυρώνει κάπως τη ροή των γεγονότων που προηγήθηκαν και ακολούθησαν και γενικώς αφορούσαν στον πέμπτο της δίσκο.

Γυρνώντας στο «Vespertine», για το οποίο θα μπορούσα να πω ανάλογα λόγια, παρατηρούμε πως ο ζητούμενος λυρισμός εκφράζεται στο έπακρο, βλέπουμε στα μάτια την Björk στον προσωπικότερό της δίσκο ίσως, κοιτάζουμε την αλήθεια κατάματα, πως αν στο «Medulla» ξέφυγε, στο «Vespertine» έπαιρνε φόρα. Και δε με νοιάζει αν και πόσο βοήθησαν οι Matmos σε κάτι τέτοιο. Όλα έδειχναν να αλλάζουν από το «Homogenic» (αυτός είναι ο προσωπικότερος δίσκος της, πλάκα σας έκανα πριν), να τελειοποιούνται στο «Vespertine», να εκτοξεύονται σε νέα άπειρα μετά.

Τα «Debut» και «Post» είναι εξαιρετικοί δίσκοι, είναι μνημεία της 90’s pop πραγματικότητας, έχουν προσωπικότητα και χαρακτήρα, έχουν και κακές στιγμές όμως. Όχι μουσικά. Αισθητικά. Δεν είναι τυχαίο που το «Post» έχει μπει στις διάφορες λίστες με τα 100 καλύτερα albums ever και άλλες τέτοιες μαλακίες. Ο κόσμος εδώ αγάπησε τη Björk. Στo «Violently Happy», στο «Army of Me», στο «Human Behaviour». Και εγώ την αγαπώ. Αλλά όχι για το videoclip του «It’s Oh So Quiet», όχι για εκείνο του «Army of Me», ούτε καν για εκείνο του «Bachelorette». Όχι από το MTV, όχι για την υπερπροβολή, όχι για την εκκεντρικότητα (εντάξει, λίγο μόνο), όχι από τις συνεργασίες της, όχι για την κατασκευασμένη media τρελοτρέλα της. Ναι, για την κανονική. Ναι, για το «Anchor Song».

Γιατί τα λέω όλα αυτά. Σε λίγες μέρες κλείνουμε ένα χρόνο από την κυκλοφορία του «Volta». Η εν λόγω δουλειά πιάνει το «ασύλληπτο» με τη σειρά της, δεν θα το άφηνε, πλέον υπάρχει συνείδηση, υπάρχει όραμα, υπάρχει η Björk, ξέρει με ποιόν συνεργάζεται και γιατί, και πόσο και που και πότε. Ξέρει πως αν δεν φωνάξει τον Antony (χωρίς τους Johnsons), το «Dull Flame of Desire» θα χάσει τη μισή του μεγαλοπρέπεια, ξέρει επίσης όμως πως αν δεν φωνάξει τον ..Timbaland, τα μαγαζιά δεν θα παίζουν το «Innocence» και το «Earth Intruders». Απλά τα πράγματα. Εδώ το πλάνο έχει ως εξής, την ένωση των άκρων της καριέρας της Björk. Από τις πρώτες μέρες των Sugarcubes, μέχρι το Live στο Canal να ερμηνεύει εξωπραγματικά το «Who is it». Γιατί με ενοχλούν αυτά. Γιατί είδα τα videoclip των «Earth Intruders» και «Wanderlust». Γιατί έπρεπε να πληρώσω γύρω στις 100 λίρες για να αποκτήσω τα combo singles που έχουν βγει ως τώρα για το «Volta». Γιατί δεν ανέχομαι τον λόγο που γράφτηκε το «Innocence» και το «Hope», ενώ μπορώ άνετα να αγαπήσω τα ίδια τα τραγούδια. Γιατί δεν καταλαβαίνω πως από τα πέντε videos του «Medulla», γυρίσαμε στις τηλεοράσεις. Πως γυρίσαμε στα beats, στο mainstream, στα media, ενώ τα αφήσαμε πίσω μας με τον καλύτερο τρόπο. Πως η Björk επανέφερε αβίαστα (κάποιες από) τις ενοχλητικές στιγμές της καριέρας της, σε ένα τόσο κομβικό σημείο. Το χειρότερο είναι πως ο δίσκος είναι απλά υπέροχος, υπηρετώντας την ουσία της, σε μερικές από τις καλύτερες στιγμές της. Στο «Pneumonia». Στο «Wanderlust». Στο «Dull Flame of Desire». Σε μουσικές που κατάφεραν να χωρέσουν από Timbaland μέχρι Carsten Nicolai. To «Volta» είναι για μένα ένα διττό album, είναι album που με προβληματίζει, είναι album που δεν έχει νέα πράγματα να δώσει, αλλά δεν γίνεται να φύγεις, δεν μπορείς, δεν σου είναι δυνατόν, εσένα δεν ξέρω, εμένα δεν μου είναι πάντως.

Υπάρχουν μουσικοί που συμπαθούμε, αγαπάμε, θαυμάζουμε, και λατρεύουμε. Με τους τελευταίους τα πράγματα είναι κάπως δύσκολα, όταν μπορούμε να δούμε λίγο πιο μέσα. Καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί η λατρεμένη μου καλλιτέχνιδα κυκλοφόρησε το «Volta», ήξερε καλά πως ο κόσμος θα την δεχόταν πανηγυρικά πίσω, γνώριζε στο έπακρο πως δεν θα έχανε τους πικραμένους γράφοντες οπαδούς του «Medulla», και πόσοι πια είναι αυτοί συγκριτικά; Ήξερε πότε έπρεπε να επιστρέψει, και το έκανε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, εκπλήρωσε τον current σκοπό της, σιγά μην δεν το έκανε.

Έτσι είναι αυτά.

Δεν ξέρω πως να κλείσω αυτή τη δημοσίευση. Με ευχές; Με αγωνίες; Με παρακλήσεις; Δεν ξέρω αν θέλω να τη δω ζωντανά σε τέτοιες συνθήκες, αν και όσοι την είδαν πρόσφατα, με διαβεβαίωσαν για το αντιθετότατο. Θέλω να την δω σε τέτοιες.

Σε «carry my joy on the left, carry my pain on the right», εκεί. Το κάπως ανησυχητικό βέβαια, είναι πως ακόμα και στο «Volta», βρισκόμαστε σε αυτήν ακριβώς την κατάσταση.

Τέλος, τα υπόλοιπα άλλη ώρα.

Sinnerman

•16 Απριλίου, 2008 • 1 σχόλιο

«Sinner Man» or «Sinnerman» is an American traditional spiritual song that has been recorded by a number of performers. The song dates to the turn of the 20th century but most modern recorded versions derive from 1959 changes and additions codified by the folk music group the Weavers. The Weavers’ performance of the song appears on their compilation albums Gospel and Reunion at Carnegie Hall Part 2.

«Sinnerman» (spelled as one word) is one of Nina Simone’s most famous songs and she recorded her definitive 10-minute plus version on her 1965 album Pastel Blues. Simone learned the lyrics of this song in her childhood when it was used at revival meetings by her mother, (a Methodist minister) to help people confess their sins. In the early days of her career (early sixties when she was heavily involved in the Greenwich Village scene), Simone often used the long piece to end her live performances. An earlier version of this song exists, recorded live at The Village Gate, but was never used on the 1962 Colpix album Nina at the Village Gate.

«Oh Sinnerman, where you gonna run to?
Sinnerman, where you gonna run to?
Where you gonna run to?
All along dem day

Well I run to the rock, «please hide me»
I run to the rock,»please hide me»
I run to the rock, «please hide me, Lord»
All along dem day

But the rock cried out, «I can’t hide you»
The rock cried out, «I can’t hide you»
The rock cried out, «I ain’t gonna hide you guy»
All along dem day

I said, «Rock, what’s a matter with you rock?»
«Don’t you see I need you, rock?»
Lord, Lord, Lord
All along dem day

So I run to the river, it was bleedin’
I run to the sea, it was bleedin’
I run to the sea, it was bleedin’
All along dem day

So I run to the river, it was boilin’
I run to the sea, it was boilin’
I run to the sea, it was boilin’
Along dem day

So I run to the Lord, «please hide me Lord»
«Don’t you see me prayin’?»
«Don’t you see me down here prayin’?»

But the Lord said, «go to the devil»
The Lord said, «go to the devil»
He said, «go to the devil»
All along dem day

So I ran to the devil, he was waitin’
I ran to the devil, he was waitin’
Ran to the devil, he was waitin’
All on that day

I cried –
POWER!!!!!!!
(Power to da Lord)

Bring down,
(Power to da lord),

POWER!!!
(power to da lord)

Oh yeah, Woh yeah, Woh yeah

Well I run to the river, it was boilin’
I run to the sea, it was boilin’
I run to the sea, it was boilin’
All along dem day

So I ran to the Lord
I said, «Lord hide me, please hide me»
«please help me»
Along dem day

He said, «child, where were you
when you oughta been prayin’?»
I said,»Lord, Lord, hear me prayin'»
Lord, Lord, hear me prayin’
Lord, Lord, hear me prayin'»
All along dem day

Sinnerman you oughta be prayin’
Oughta be prayin’, Sinnerman
Oughta be prayin’,
All on that day

I cried –

POWER!!!!!!!
(Power to da Lord)

Go down
(Power to da Lord)

POWER!!!!!!!
(Power to da Lord)

Power, Power, Lord

Don’t you know I need you Lord
Don’t you know that I need you
Don’t you know that I need you

Power, Lord!»

Nina Simone

Και μερικά βιντεο για να κατανοήσει κάποιος τι είναι αυτό το τραγούδι

Nina Simone

16 Horsepower

The Weavers

Απλά δείτε το τελευταίο και πείτε πως δεν ανατριχιάσατε. Αμφισβήτησε κάποιος το μεγαλείο της μουσικής;

when is this new age gonna end?

•15 Απριλίου, 2008 • 1 σχόλιο

Λίγους όρους στην μουσική σιχαίνομαι τόσο όσο το συνοθύλευμα που χαρακτηρίζεται «new age music» (ναι, ακόμα και το death metal βρίσκεται πιο ψηλά). Από τα τέλη των 70s όταν διάφοροι αποτυχημένοι μετα-χίππιδες πήραν οτιδήποτε θετικό είχε ποτέ αυτό το κίνημα, το μπαστάρδεψαν με επιδερμικές τσόντες από ανατολικές φιλοσοφίες (o Vishnu θα στριφογύριζε σε τυχαίο τάφο του) και άρχισαν να δημιουργούν μια τέρμα γιάπικη στάση ζωής που μόλυνε την μουσική με την κιτσαρία της, ο όρος αυτός έχει φτάσει να αντιπροσωπεύει διάφορα εμετικά «έργα τέχνης». Τι σκατά όμως είναι αυτό το new age ρε φίλος;

Επειδή δεν αξίζει να κάτσουμε να σκεφτούμε μόνοι μας, ανατρέχουμε στο αγαπητο γουικιπιντια που μας λέει: «New Age music is peaceful music of various styles that is intended to create relaxation and positive feelings. Some but not all new age music is associated with New Age beliefs. New Age music is typically relaxing and inspiring, and is often used by listeners for such activities as yoga, massage, meditation, reading, as a method of stress management or to create a peaceful atmosphere in their home or other environments»

*παιρνειφορακαικοπαναεικεφαλιστοντοιχο*

Το μεγαλύτερο κακό που έχει κάνει αυτό είναι βέβαια το γεγονός ότι τσουβαλιάζονται σε αυτήν την κατηγορία πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση πέρα από μικρές μουσικές ομοιότητες. Έτσι βλέπεις τους Tangerine Dream και τον Schulze δίπλα στους Secret Garden, και τον Ryuichi Sakamoto δίπλα στον Yanni (moy to mantili soy). Κορυφαία στιγμή όταν σε new age section δισκοπωλείου είδα το τελευταίο album του Johann Johannsson. Χωρίς τραύματα δεν πέρασαν ούτε μουσικά κινήματα όπως το kraut ή το ambient, το πρώτο λόγω τρόπου ζωής των μουσικών και early ηλεκτρονικών πειραματισμών, και το δεύτερο ως ελαφρως συγγενικό από πλευράς ύφους αλλά και σχέσης πολλών αντιπροσώπων του με την μουσική της Ασίας (και κυρίως της Ινδίας).

Το συγκεκριμένο θέμα είναι από τα λίγα που πιστεύω ότι ο ελιτισμός είναι καλό πράγμα. Σταματήστε τους γιάπηδες δικηγόρους που εκστασιάζονται με Mike Oldfield πριν πάνε στην yoga. Κάνουν κακό στην αισθητική μας (και στη λογική μας).

Και επειδή αγαπάμε τα 70s, αυτή τη στιγμή κάνουμε παρέα με το τελευταίο Siena Root που συνεχίζει στην πορεία των εξαιρετικών προκατόχων του. Όταν δεν βαριόμαστε μπορεί να εξετάσουμε και το τι ακριβώς πίνουν αυτοί οι Σουηδοί που νομίζουν ότι ζουν 40 χρόνια πριν.

even beauty can be agitated

•12 Απριλίου, 2008 • Σχολιάστε

Υπάρχουν μερικές μουσικές, μερικοί μουσικοί και κυρίως μερικοί τραγουδιστές που με αυτό που έχουν δημιουργήσει σου βγάζουν μια εκπληκτική αρχοντιά και αξιοπρέπεια και αυτό κάνει τα τραγούδια τους ακόμα πιο δυνατά. Ίσως το καλύτερο παράδειγμα για αυτό είναι ο Johnny Cash. Θα αφήσω άλλους να μιλήσουν γι’ αυτόν αν θέλουν που το ξέρουν πολύ καλύτερα. Εγώ τρέφω έναν τεράστιο σεβασμό αλλά μικρή σχέση έχω με το έργο του.

Η αφορμή γι’ αυτά είναι μια τελευταία ανάκαλυψη που οφείλεται σε review του Musique Machine. Το όνομα της μπάντας Agitated Radio Pilot ή καλύτερα το όνομα του καλλιτέχνη Dave Colohan. Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ακούγοντας τις ερμηνείες του Colohan ήταν ακριβώς ο Cash, ακόμα και αν η μουσική δεν μοιάζει και πολύ. Το album που ακούσαμε ως πρώτη επαφή ήταν το διπλό, περσινό «World Winding Down». Το χαμόγελο στις νυχτερινές ακροάσεις του (γιατί για Σαββατο πρωί με καφέ δεν πολυ-ταιριάζει) ήταν τόσο πλατύ που αρχίσαμε να ψάχνουμε περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτόν εδώ τον Ιρλανδό.

Το MySpace πολλές φορές λέει βλακειούλες αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση δείτε πόσο απλό είναι να σε κάνει να ερωτευτείς ένα συγκρότημα. Πας λοιπόν στο πεδίο επιρροές και ξεκινάς να διαβάζεις μεταξύ άλλων:

«Charalambides… Johnny Cash singing Hurt… Pink Floyd.. Neil Young.. Sigur Ros… Current 93… Cluster… Loren Connors… William Basinski… Roy Harper… Burzum… A-ha.. Popol Vuh…» και συνεχίζουμε..

Εγώ δεν μπορώ μόνο από αυτά να μη δηλώσω γοητευμένος. Ακούγοντας το album δε, συνεχίζω να χαμογελάω με το πόση ομορφιά κρύβει μέσα του. Για την περιγραφή θα κλέψω λίγο και θα παραθέσω την αντίστοιχη του Musique Machine: «World Winding down is a beautiful homed and often epic collection of folk/Post-rock/pop songs, lined with field records, drone expanses and beautiful, calming & sad instrumental interludes.». Τα είπε όλα όσα χρειαζόμαστε νομίζω.

Ο πλούτος που υπάρχει στην μουσική αυτών των 24 τραγουδιών είναι μοναδικός. Και καταφέρνει album που διαρκεί μιαμιση ώρα να μην κουράζει ούτε στο παραμικρό δευτερόλεπτο. Από big band σε singer/songwriter στο ανοιγοκλείσιμο ενός ματιού. Ίσως από τους καλύτερους απογόνους των Current 93, αν αυτοί μπαίνανε στο studio με τον Cash. Ο λαός απαιτεί διασκευή Colohan στο Hurt τώρα.

Αυτή τη στιγμή τραγουδάει «and people start over». Πόσο τυχερός είναι κάποιος που έχει μέσα του τέτοια μουσική;

springtime fists

•10 Απριλίου, 2008 • 1 σχόλιο

H Αθήνα είναι άσχημη πόλη. Αυτό είναι δεδομένο. Η άνοιξη έχει μπει για τα καλά. Αυτό είναι επίσης δεδομένο. Η άνοιξη δεν κάνει την Αθήνα ομορφότερη. Αυτό μάλλον είναι το πιο δεδομένο από όλα.

Μάλλον η Αθήνα κάνει την άνοιξη λίγο ανώμαλη με βροχές και συννεφίες. Και δεν είναι και από τις συννεφιές που μπορείς να ευχαριστηθείς το φθινόπωρο. Είναι από εκείνες τις άχρωμες που περνάνε απαρατήρητες.

Κάποιο όμως τα είπαν πιο καλά από εμάς για την άνοιξη

«don’t wait to hear from me
brace your face for the fist of spring
i got a feeling that can never be
i got a feeling it can never be
the way you thought it would be
you thought it would be
you thought it would be»

Αν και η εικόνα από το συγκεκριμένο τραγούδι που ταιριάζει περισσότερο στην Αθήνα είναι η παρακάτω:

» who lives in a pinecone tangled in steel?
who talks to a pinecone alone?
hey hey hey hey
love letters and cell phones
filled up with dead codes to old homes
connect you to no one
a message for no one
scroll through the old ones
colleagues and cousins
obsessions and lovers who write
«hey hey hey hey»
scroll through the future
will you find another?
will you find another?
will you find a lawyer?
a teacher? a brother?
a healer? or what?
hey hey hey hey»

Τουλάχιστον για να αντισταθμίζουν την εικόνα όσων μιλάνε στο κινητό, υπάρχουν και εκείνοι που προχωράνε στην πόλη ακούγοντας μουσική. Το τι μουσική δεν μας πολυνοιάζει.

Αυτό που περιμένουμε όμως…

» way past the highest cloud
words are slipping in and out
of a trick dimension
me and a box of wine
we’re running out of time
to capture your attention
i want to hear you breathe
to know just what you need
come and connect me to you
i want to hear you breathe
come and connect me to you»

Το Sonic Death Monkey σας εύχεται καλή άνοιξη. Συνεχίζει να ελπίζει να έρθει γρήγορα ο χειμώνας όμως.

time and burying things

•9 Απριλίου, 2008 • Σχολιάστε

Το Νοέμβριο του 2007, 5 μήνες πριν δηλαδή για όσους δεν ειναι καλοί στα μαθηματικά (μη νομίζετε και εγώ στα δάχτυλα τους μέτρησα), είδαμε την ευτυχή εκείνη ημέρα που κυκλοφόρησε του δεύτερο, υπερ-ουλτρα-πολυαναμενόμενο album του κυρίου Burial. Το πρώτο είχε κάνει πάταγο και άρα το hype όριζε ότι το δεύτερο θα το άκουγαν μέχρι και οι πέτρες. Με την κυκλοφορία του, όλοι (και εμείς εδώ φυσικά) μιλούσαν για αριστούργημα και προσωπικά το θεώρησα καλύτερο και από το πρώτο. Σε συζητήσεις εκείνη την εποχή με κάποιους πιο δύσπιστους, αναρωτιόνταν κατά πόσο το dubstep και η γενικότερη επιτυχία του Burial δεν ήταν ένα ακόμα φαινόμενο που θα ξεφούσκωνε μετά από κάποιο καιρό.

Το «Untrue» ήταν ένας κατεξοχήν φθινοπωρινός/χειμωνιάτικος δίσκος, είχε κλεισμένη όλη τη μουντάδα του Λονδίνου, όλες εκείνες τις γκρίζες βροχερές μέρες που νομίζεις ότι το χρώμα έχει φύγει από την πόλη. Είχε και πολλά άλλα. Δεν ήταν ένας πολύ χαρούμενος δίσκος, αλλά από την άλλη ποτέ δεν ψάχναμε με ιδιαίτερη προσοχή τους πολύ χαρούμενους δίσκους.

Παρένθεση: (dark angel, fall from the heavens above send me an angel to heal my heart from being in love and after all of the love [for you] in my life but it wasn’t good enough for you I can’t take no more tears from my eyes but it wasn’t good enough for you then I can be an angel, but it wasn’t good enough for you)

Σήμερα το ημερολόγιο γράφει 8 Απριλίου, η άνοιξη παλεύει να μπει για τα καλά, αφού οι βροχερές μέρες δεν το αποφασίζουν να φύγουν. Σήμερα δεν είναι μια από αυτές, το αντίθετο μάλιστα. Λιακάδα και ζέστη αρχίζουν τις προειδοποιήσεις ότι το τέλος του κόσμου (πες με και καλοκαίρι) πλησιάζει και δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα για να το αποτρέψουμε. Σήμερα κάτω από αυτές τις αντίξοες συνθήκες νιώσαμε μια επιθυμία να ξανακούσουμε το «Untrue» που είχαμε αρκετό καιρό να το τιμήσουμε. Μόνο σε κάτι βραδινές διαδρομές μας έκανε παρέα, για να μας θυμίσει ότι υπάρχουν ομοιότητες ακόμα και ανάμεσα στο Λονδίνο και στην Αθήνα. Και ξέρετε κάτι; Παραμένει το ίδιο, αν όχι περισσότερο όμορφο με τότε. Βοηθάει και η διάθεση βέβαια, αλλά το «Untrue» είναι ένα αριστούργημα που δεν γίνεται να μην σε κερδίσει.

Δεν ξέρω αν υπάρχει hype, αν υπάρχει διαφήμηση, αν το dubstep θα (ή έχει ήδη) ξεφουσκώσει, αν ο Burial δεν υπάρχει, αν <insert random comment here>. Με νοιάζει μόνο ότι αυτά εδώ τα τραγούδια είναι δικά μου. Είναι κομμάτι του soundtrack για το Championship Vinyl μας. Είναι ο δίσκος που θα προτείνουμε στους φίλους μας. Είναι ο δίσκος που θα ακούμε και το καλοκαίρι τα βράδια με την παρέα που θέλουμε να έχουμε δίπλα μας. Και αυτό δεν είναι μικρό πράγμα.

Stop the clocks!

•6 Απριλίου, 2008 • Σχολιάστε

Νομίζω ότι αυτό το blog (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την δική μου συνεισφορά) μοιάζει να είναι καταδικασμένο να επιστρέφει στην μουσική του Peter Hammill. Έχει περάσει μπόλικος καιρός από τότε που μιλάγαμε για το «Singularity». Και να που τώρα ξαναερχόμαστε στα γνώριμα χωράφια, αυτή τη φορά με το καινούριο album των Van Der Graaf Generator. «Trisector» το όνομα και αν και από μικρός σιχαινόμουν οτιδήποτε είχε να κάνει με γεωμετρίες και τριγωνομετρίες και λοιπές χαζομάρες, αυτός είναι ένας όρος που μάλλον θα είναι μεγάλος έρωτας για το μέλλον. Αν το «Present» ήταν μια εκπληκτική επιστροφή, τότε το «Trisector» είναι (όσο κλισέ και αν ακούγεται) η απόδειξη ότι οι Van Der Graaf Generator του 2008 (ή κακά τα ψέμματα, ο Peter Hammill του 2008), όχι απλά έχει κάτι να πει, αλλά έχει μέσα του αρκετή μουσική μέσα του για να βγάζει εκπληκτικούς δίσκους τον έναν μετά τον άλλον.

Αν το «Present» ήταν αντάξιο του παρελθόντος, το «Trisector» χωρίς δόση υπερβολής είναι ισάξιο του παρελθόντος και μπορεί να κοιτάξει στα μάτια οποιοδήποτε από τα προηγούμενα album. Αυτή τη φορά ξεχνάνε το σαξόφωνο και το βιολί, με αποτέλεσμα τον πρώτο λόγο να παίρνει το organ του Banton. Και αν ακούγονται αρχικά κάπως διαφορετικοί, μετά από λίγο βλέπεις ότι όλα τα γνώριμα κομμάτια τους που αγάπησες είναι σίγουρα εδώ, δωσμένα ίσως με λίγο διαφορετικό τρόπο. Άλλωστε άλλοι είναι οι Van Der Graaf του 2008 και άλλοι εκείνοι του 70. Αν οι μουσικοί είναι οι ίδιοι, τα σχεδόν σαράντα χρόνια δεν ήταν δυνατόν να μην αφήσουν το στίγμα τους. Όμως οι VDGG του 2008 δεν ακούγονται κουρασμένοι, το αντίθετο μάλιστα. Το «Trisector» παίζει να είναι το πιο «ζωντανό» album τους, εκείνο που περιέχει τις πιο up-tempo στιγμές. Ίσως είναι και κάπως ειρωνικό αυτό. Δεν μπορείς να θεωρήσεις κάτι διαφορετικό το γεγονός ότι το πιο χαρούμενο κομμάτι του album έχει τίτλο «Drop Dead». Φυσικά και υπάρχουν και πιο γνώριμα σε ύφος κομμάτια, όπως το «The Final Reel» ή «Only In A Whisper». Οι καλύτερες στιγμές του album πάντως είναι το (απίστευτα κοντινό στα 70s) «Over The Hill» και το «(We Are) Not Here» που κλείνουν το album. Ειδικά το τελευταίο έχει και μια ασυλληπτη ερμηνεία από τον Hammill, όπως εκείνες των παλιών χρόνων (ειδικά στα προσωπικά του).

Η προσωπικότητα του Hammill είναι και πάλι το κύριο χαρακτηριστικό του «Trisector», τόσο σε στίχους όσο και σε ύφος. Πώς θα μπορούσε να συμβαίνει κάτι διαφορετικό άλλωστε; Αν και οι Bunton και Evans είναι μεγάλοι μουσικοί και οι VDGG δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν χωρίς αυτούς (άλλωστε είναι φανερή οι διαφορά ανάμεσα στα album των VDGG και τα προσωπικά του Hammill), o θείος Peter μοιάζει να είναι η ψυχή του συγκροτήματος. Ελάχιστοι είναι αυτοί που κατάφεραν να βγάζουν τόσο έντονα συναισθήματα, χωρίς να καταφεύγουν σε κλισέ και μελοδραματικές κιτσαρίες. Για μια ακόμα φορά ο Hammill λέει αυτά που έχει να πει, εμείς κουνάμε το κεφάλι καταφατικά αφού σίγουρα δεν μπορούμε να τα πούμε καλύτερα και αφηνόμαστε στα σχήματα που ζωγραφίζει το «Trisector».

Οι άλλοι δυο μουσικοί δεν έρχονται και πολύ πίσω βέβαια. Ειδικά τα πλήκτρα του Hugh Banton είναι το κάτι άλλο και είναι εντυπωσιακό το πόσο εύκολα κάνει ένα album να χτιστεί πάνω σε αυτά, χωρίς να ακούγεται βαρετό ή cheesy. Κάποτε μαλώναμε για τον καλύτερο πληκτρά στο είδος. Μετά και αυτό το album, δεν νομίζω ότι υπάρχει χώρος για πολλές αντιρρήσεις. O Guy Evans από την άλλη ποτέ δεν είχε ανάγκη να κάνει επίδειξη δύναμης ή τεχνικής. Ποτέ δεν είχε αναγκη να δείξει ότι μπορεί να παίξει παπάδες, μάλλον γιατί είχε συνειδητοποιήσει ότι τελικά δεν είναι και αυτός ο σκοπός ενός drummer. Παίζοντας όμως με τεράστια απλότητα αλλά και ζεστασιά (πράγμα δύσκολο πολύ για ένα drummer), δημιουργεί τις λεπτομέρειες εκείνες που βοηθάνε στο να αναδειχτούν ακόμα περισσότερο η φωνή του Hammill και οι μελωδίες του Banton.

Δεν ξέρω κατά πόσο είναι καλό πράγμα για το είδος, αλλά είναι πολύ ενδιαφέρον το πόσο εύκολα μια μπάντα με 40 χρόνια πίσω της καταφέρνει ακόμα να βγάζει ένα από τα καλύτερα albums στην σύγχρονη ιστορία του progressive rock. Βέβαια οι VDGG πάντα ήξεραν ότι το progressive δεν σήμαινε απαραίτητα μεγαλοστομίες και φανφάρες στην μουσική, αλλά πολύ ουσιαστικότερα πράγματα. Ούτε είναι τυχαίο ότι ήταν ίσως η μόνη progressive μπάντα που κέρδισε τον σεβασμό μέχρι και του punk κινήματος. Αλλά όλα αυτά δεν έχουν πολύ σημασία. Οι τρεις κύριοι εδώ απλά γράφουν την δικιά τους μουσική και λένε τις δικές τους ιστορίες. Το γεγονός ότι μας μαγεύουν είναι μάλλον μια ευτυχής σύμπτωση για μας.

a little better

•19 Μαρτίου, 2008 • Σχολιάστε

Το τραγούδι της χρονιάς μέχρι στιγμής λέγεται «A little better» και είναι αυτό που κλείνει το καινούριο album των Gnarls Barkley. Δεν πρόκειται να μιλήσω για το album, δεν πρόκειται καν να μιλήσω για το τραγούδι, απλά η αναφορά γίνεται ως φορος τιμής για ένα κομμάτι που δεν έχει ανάγκη να μας τα πει εντυπωσιακά και πολύπλοκα. Μπορεί να μας κάνει να αισθανθούμε καλύτερα, μπορεί να μας κάνει να χαμογελάσουμε χωρίς πολύ ζεστασιά, μπορεί να μας κάνει και καλύτερους ανθρώπους. Αλλά ρε πούστη «Cause I refuse to die in pain/the circumstances put soul in me/and there ain’t no holding me/I’ve got a heart made of gold in me».

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε