city sounds

•11 Ιουλίου, 2008 • Σχολιάστε

Σήμερα η μέρα ήταν για κάποιο απροσδιόριστο λόγο αφιερωμένη σε παλιότερα album. Πολλή καινούρια μουσική ακούσαμε τις τελευταίες μέρες και μάλλον χρειάστηκε να γίνει ένας επαναπροσδιορισμός της σχέσης μας με πράγματα που είχαμε πολύ καιρό να ακούσουμε. Όπως το «Double Figure» των Plaid που μου φάνηκε καλύτερο από ό,τι θυμόμουν, το «Du Ciment Sous Les Plaines» των Noir Desir που έφερε διάφορα χαμόγελα και το «Speak For Yourself» της Imogen Heap που μας θύμησε πρωινές αναμονές ξημερώματα χειμερινών ημερών σε στάσεις λεωφορείου για να πάρουμε το δρόμο για τη δουλειά.

Το πιο ωραίο πράγμα συντροφιά με μουσική πάντως σήμερα ήταν ένας σύντομος περίπατος εδώ γύρω το βραδάκι, μόλις είχε πέσει ο ήλιος. Αυτή είναι ίσως και η πιο ωραία ώρα τους καλοκαιρινούς μήνες, αφού ουσιαστικά τότε ξεκινάει η δυνατότητα να ξεμυτίσεις με κάποιες πιθανότητες επιβίωσης. Μαζί με αυτή τη βόλτα ήρθε για μια ακόμα φορά μια συνειδητοποίηση που έχει έρθει αρκετές φορές εδώ και κάποιο καιρό. Ότι ένα αποτέλεσμα της ενασχόλησης με κάποιες μουσικές που ξεφεύγουν κάπως από τις αναμενόμενες νόρμες, μερικές φορές σε κάνει να πιάνεις τον εαυτό σου να αντιμετωπίζει τα πάντα γύρω του υπό το πρίσμα της μουσικής.

Για να πω την μαύρη αλήθεια ποτέ δεν έκατσα να ασχοληθώ ευρέως με τα field recordings, ούτε τα λίγα που έχω ακούσει μου χουν τραβήξει σε μεγάλο βαθμό το ενδιαφέρον, αλλά προχωρώντας σε μια πόλη με μυριάδες ήχους να σε περιτριγυρίζουν ή ακόμα και καθισμένος στο δωμάτιό σου πολλά πράγματα συνδυάζονται στ’ αυτιά σου και δημιουργούν την δικιά τους μουσική. Είτε αυτά είναι οι ομιλίες των γύρω σου, οι τυχαίοι ήχοι από το παράθυρο, τα αυτοκίνητα που περνάνε, τα κομμάτια μουσικής που έρχονται από διάφορα μέρη τριγύρω σου. Μια από τις πιο όμορφες στιγμές της χθεσινής μέρας ήταν όταν αναμίχθηκε κατά τύχη το album των Sun Kill Moon με το Nasa TV που έπαιζε στο background. Υπήρχαν στιγμές που οι ομιλίες και οι ήχοι του δεύτερου έδεναν τόσο τέλεια με την μουσική του πρώτου που ανακάλυπτες μικρές στιγμές τελειότητας.

Κάτι τέτοιες στιγμές καταλαβαίνω απολύτως όλους αυτούς τους καλλιτέχνες που γυρίζουν τον κόσμο με ένα μικρόφωνο κυνηγώντας ήχους. Έστω και αν πολλές φορές η διαδικασία συλλογής και η ρομαντική θεωρία είναι πιο ενδιαφέρουσα από το τελικό αποτέλεσμα. Αυτή η σύνθεση ήχων στο μυαλό μας είναι ίσως και το πιο κοντινό πράγμα στην δημιουργία μουσικής που θα φτάσουμε όσοι δεν έχουμε ασχοληθεί ενεργά με αυτό. Και αυτή η εμπειρία είναι μια πολύτιμη ομορφιά για τον τόπο που ζούμε.

Παρασκευή βράδυ και Στέρεο Νόβα μοιάζει καλός συνδυασμός για τώρα. Au revoir.

bourbon str.

•7 Ιουλίου, 2008 • Σχολιάστε

The bright light is lying down
To see if I still feel
The black night sighs
The kite string pops, I’m swallowed whole by the sky

Oh, you didn’t feel the sea or invent the moon
I’m not sea sick, rolling wave
You strike my side by accident
More sublime

take root and pull me further in
Well it just goes to show
This, she says, and this may too
Crying and thinking is all that I do

Could you hear the voice?
I will scream my lungs out till it fills this room
Yes, your lies become you
Waiting for the summer rain, yeah

monday night music 101

•7 Ιουλίου, 2008 • Σχολιάστε

peter starstedt where do you go to (my lovely)
willis word up
the dø searching gold
snow patrol shut your eyes
the shortwave set house of lies
noir desir a l’envers a l’endroit
she wants revenge sugar
piano magic the last engineer
james blackshaw infinite circle
mazzy star rhymes of an hour
the battle of land and sea the beautiful ones
sun kil moon lucky man
willard grant conspiracy river in the pines
mia doi todd sleepless nights
erik enocksson the joy of d. h. lawrence
russian red girls just want to have fun
twilight hotel best buds

~ 76′, 116 mb

κλίκετυ-κλικ

βιονικές αερότουμπες

•2 Ιουλίου, 2008 • 2 Σχόλια

«Μισό λεπτό» μου είπε και πήρε το ακουστικό. «Ορίστε, παρακαλώ».
Έδειχνε έγκυρος. Ήταν όμως;
«Ναι, καλημέρα, γιατρέ μου. Κοιτάξτε, έχουμε στο καϊκι μας ένα προβληματάκι».
«Σας ακούω».
«Ναι. Εξαιτίας της υπερβολικής καταπόσεως αλκοολούχων αποσταγμάτων… εε… η διακυβέρνησις του σκάφους μας… καθίσταται αδόκιμος… εε… και παντελώς ακυβέρνητος»

και καλοκαίρι φάση. κούραση ρε παιδιά. τύποι με αμάνικα και λευκά παντελόνια, λιωμένα παγωτά, βιβλία με καλούς και κακούς, ίντριγκες και αντιζηλίες, βόμβες και τηλεοπτικά βραβεία (τέλος της σαιζόν γαρ).
σκάσε πια μωρή σκύλα, καλά είναι, ο κόσμος είναι έξω και χαίρεται, πίνει πολύ, μιλάει περισσότερο, ακούει (όχι όσο θα έπρεπε), εντάξει, δεν είναι κι άσχημα.
δεν ξέρω. κάπου ανάμεσα είμαι. έχει ζέστη όμως και ιδρώνω λίγο.

«Εγώ σε τι μπορώ να φανώ χρήσιμος;»
Ανυπόμονος ο ψευδοντόκτορ.
«Ναι, θα σας πω. Έλεγα, λοιπόν, ότι ορμώμενοι εκ της καταχρήσεως αφεψημάτων υψηλής… περιεκτικότητας σε οινόπνευμα, βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση να…»
«Προχωρήστε παρακαλώ, έχουμε και δουλειές», ανακάτεψε ο προϊστάμενος του Παθολογικού μια ομελέτα με ντομάτα, πατάτες και πιπεριές.
«Ναι, ναι, η ερώτησή μας είναι η εξής».
«Παρακαλώ».
«Πόσες σταγόνες λεμόνι απαιτούνται στο σκέτο καφέ που έχουμε ετοιμάσει για το οχταμελές πλήρωμά μας;»

για κάτι τέτοιες στιγμές υπάρχουν τύποι σαν τον Rutger Zuydervelt ο οποίος δεν ιδρώνει, δε σταματά για να δει euro ή το Μαράκι που έγινε κούκλα και παντρεύτηκε, δε δίνει μία τέλος πάντων, βρίσκει τον Stephen Vitiello και βγάζει μαζί του ένα σπλιτ μούρλια. και ρωτάς ποιος είναι αυτός ο Στέφανος. και απαντώ ότι είναι μια περίεργη μορφή, τον έμαθαν κάμποσοι μετά την 11η Σεπτεμβρίου (τη γνωστή 11η Σεπτεμβρίου) γιατί το 1999 κυκλοφόρησε ένα δίσκο με ηχογραφήσεις από χειροποίητα μικρόφωνα από τον 91ο πρώτο όροφο του world trade center (μεγάλη η χάρη Του). πρόκειται δηλαδή περί τρομερής φιγούρας, ο ιδανικός τύπος να καλέσεις στο αυτοσχέδιο παρτάκι στο μπαλκόνι που σχεδίαζες με την κολλητή σου. αν δεν ήταν φυσικά, δε θα έβγαζε split με τον Machinefabriek εδώ που τα λέμε αλλά. είναι λοιπόν πολύ όμορφο, κάπως δύσκολο, τον θέλει το χρόνο του και μια σχετική ηρεμία και γαλήνη αλλά είναι εκπληκτικό το ταξίδι, βάζεις ακουστικά και εντάξει, και η πόλη παλεύεται, και ό,τι σε εκνευρίζει και σε αγχώνει και σε γαργαλάει και σε τρώει και σε.
το, κακά τα ψέματα, καμένο μονοπάτι που ανοίγεται μπροστά μας καταλήγει στη Φινλανδία, στη Lau Nau (δε θέλω αστειάκια) η οποία κυκλοφόρησε το Nukkuu από τη Fonal (ναι. τρομερή έκπληξη…). και μπορεί εκεί να μην έχουν βγάλει τίποτε τρομερό στα μέταλζ, στα ποψ ή στα ροξ, τέλος πάντων στις «κανονικές μουσικές» (με τη μικρή εξαίρεση των Pan Sonic και Vladislav Delay, όσο «κανονικές μουσικές» παίζουν δηλαδή οι Pan Sonic και ο Vladislav Delay), τα καταφέρνουν πάρα πολύ καλά στα καμένα psych folk. ναι, δεν είναι καμιά εξωπραγματικά μεγάλη κατηγορία αλλά είναι δική τους, hands down, βάθρο, χρυσό μετάλιο, εθνικός ύμνος με ξεκούρδιστες άρπες, ξυλόφωνα, ρυάκια στο φόντο και παχουλές ξανθιές στη φωνή. δηλαδή δεν ξέρω αν όντως είναι έτσι ο εθνικός τους ύμνος αλλά έτσι θα έπρεπε. πέρα από αυτή τη χαζούλα περιγραφή όμως, η Lau Nau παίζει περίεργα πράγματα, δεν μπορείς να τα πεις τραγούδια, όχι χωρίς να μαγκωθείς λιγάκι, αλλά δεν έχει και τόση σημασία, αγγελικές μελωδίες από άλλους τόπους, για άλλους τόπους, ακουστικά αμέσως και εγγυημένη η απόλαυση. δροσεράδα για τις ζέστες μας.

Ο γιατρός σούφρωσε τα φρύδια του.
«Ναι, θα σας απαντήσω, ευθύς αμέσως»
«Επαναλαμβάνω: Οχταμελές», διέκοψε ο Τρία Αδέρφια τη γνωμοδότηση.
«Το άκουσα, αγαπητέ. Λέγω, λοιπόν, ότι δεδομένης της συγκλίνουσας αποχρώσεως που καταχράται την εγκεφαλική σας ουσία και λαμβάνοντας υπ’όψιν την αρχέγονη -αλληγορική θα έλεγα- θέση του στίγματος των συντεταγμένων του σύμπαντος, προτείνω».

έχω αρχίζει και μεγαλώνω λιγάκι, δε με συμπαθώ και τόσο. πλέον για παράδειγμα με ενοχλεί κάπως ότι εδώ και λίγες μέρες βρίσκεται στον σκληρό μου ο δίσκος του Damien Jurado που θα κυκλοφορήσει το Σεπτέμβρη, ή ότι τις προάλλες σε γνωστό κεντρικό δισκοπωλείο είδα το καινούριο Earthbound και δεν το αγόρασα αμέσως γιατί δε μου άρεσε η τιμή (16,50 ευρω btw, στο lab δεν πήγα ακόμη, παίζει να το έχουν φθηνότερα). γκρινιάζω βέβαια αλλά αυτό δε με εμπόδισε να κατεβάσω τον Jurado που έβγαλε μια χαρά δίσκο, απλά τον ακούω με λίγες τύψεις. το πολύ πεντέξι. όπως επίσης καλό είναι και το earthbound, Guerra final λέγεται, ειχαμε ακούσει το Δεκέμβρη στο ΑΝ κάμποσα καινούρια, τελικά δεν είναι τόσο ροκενρόλ όσο μας φάνηκαν στη συναυλία εκείνη αλλά ωραιότατος δίσκος. θα τον αγοράσω. θα τον αγόραζα δηλαδή ακόμα και αν δεν τον είχα ακούσει στα μουλωχτά από τα ηχεία στο πισί μου αλλά έτσι, να ‘χαμε να λέγαμε.
βέβαια η εποχή είναι για μπαλκόνι/κήπο/ταράτσα/φωταγωγό/ό,τι μπορεί ο καθένας και τραβάει η όρεξη του, και τεκίλα με πάγο και ωραία νταπαντούπα ηλεκτρονικοπερίεργα. αυτό πιστεύω εγώ. καλά και τα ξυλόφωνα, να ζήσει και η έρημος, αλλά ο Amon Tobin έβγαλε ένα εκπληκτικό ep, Taxidermia λέγεται, είναι μουσική που έγραψε για ένα φιλμ. ομορφιές, ατμόσφαιρες και χοροί. έπεσε και στα χέρια μου και το cd της Ester Brinkmann που είναι στην ουσία ο Thomas Brinkmann με την καταπληκτική έμπνευση να χρησιμοποιήσει το όνομα της νεκρής αδερφής του. μας την έφερες Τόμας! και εδώ όμως ωραία πράγματα, μινιμαλ τέκνο ας πούμε, στο Synch το περσινό ήταν μαζί με τα 7 δευτερόλεπτα που είδα Dread Astaire, οι μεγάλες αποκαλύψεις της βραδιάς. αφού τελειώσει το Übersetzer (έτσι λέγεται ο δίσκος της/του Brinkmann) βάζουμε Scuba, dubstep γιατί είμαι και προβατάκι του wire και όλων των trendsetters της υφηλίου. ωραίο πάντως αυτό το dubstep, το ξέρω ότι δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε το τρομερά δημιουργικό ή το απίστευτα πρωτότυπο αλλά η Hyperdub τα τελευταία χρόνια τα έχει καταφέρει μια χαρά και πειστήκαμε ότι παίζει τελικά και να είναι.

Παύση. Το πέλαγος κρεμόταν απ’ τα χείλη του. Ολοκλήρωσε την προσπάθειά του:
«Μαϊντανό στ’ αυτιά και δύο βιονικές αερότουμπες έκαστος».
Ο Τρία Αδέρφια ζήτησε διευκρινίσεις:
«Είπατε αερότουμπες;»
«Δύο έκαστος»
Δε σήκωνε κουβέντα.
«Μάλιστα, γιατρέ μου. Εδώ, όπως βλέπω, ξεκίνησαν ήδη τη θεραπεία».
Προφανώς όλο το καϊκι έκανε αερότουμπες. Βιονικές.
«Και μαϊντανό στ’ αυτιά. Μην ξεχνιόμαστε», υπενθύμισε ο Dr Sotos.
«Ευχαριστούμε πολύ και συγγνώμη που σπαταλήσαμε τον πολύτιμο χρόνο σας. Όβερ».
«Χαρά μου που σας εξυπηρέτησα. Όβερ».
Τελικά είχε κύρος.

και σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εδώ που τα λέμε…
σατανικά ναρκωτικά από το μακρινό διάστημα!

this is past

•2 Ιουλίου, 2008 • 3 Σχόλια

Ένα θέμα που έχει σίγουρα απασχολήσει μερικούς από εμάς, είναι έλλειψη καλλιτεχνικού οράματος στην παγκόσμια black metal πραγματικότητα. Δεν μιλάω αποκλειστικά για το γιατί δεν υπάρχουν πολλοί Ulver ή Fleurety ή Ved Buens Ende πιά, δεν κατέχω την απαραίτητη αισιοδοξία για να πιστέψω πως κάτι ανάλογο μπορεί να γίνει σήμερα, και αν οι Deathspell Omega ή οι Leviathan ή οι Weakling κατάφεραν και έφτασαν την κατάσταση σε τέτοιο σημείο, είναι απλά τρεις μπάντες, μέσα σε κάποιον ωκεανό συγκροτημάτων, κλικών, κλπ.. Δεν έχει σημασία, δεν μου αρέσει άλλωστε να «συζητάω» την εξέλιξη του black metal, μου φαίνεται κάπως βαρετό θέμα, προτιμώ ξεκάθαρα να ακούω black metal τον ίδιο χρόνο. Ένα μικρό παράπονο έλλειψης προσωπικότητος δεν μπορώ να το κρύψω καλά πάντως.

Πριν κάνα χρόνο, πάνω σε μια περιήγηση στο myspace, πετυχαίνω μια ελληνική μπάντα, τους This is Past. Ακούγοντας τα τραγούδια τους, παθαίνω κάτι που σπάνια συμβαίνει στην πρώτη ακρόαση. Κολλάω, τα θυμάμαι, τα ψιθυρίζω και σε άλλες φάσεις, μ’αρέσουν, και μ’αρέσουν πολύ. Η αισθητική με τρελαίνει, με παραποιημένο «Alice in Wonderland» concept και «follow the rabbit» προορισμό. Τα τραγούδια είναι ψυχωτικά, είναι λυτρωτικά, έχοντας δε ανακαλύψει τους This is Past ταυτόχρονα με την κυρία Nora Keyes και το «Songs to cry by for the golden age of nothing» cd της, ταυτίζω τις ακροάσεις μου, και το «Still she haunts me» παίζει αμέσως πριν ή μετά το «Small Apart», και το obscure gathering των ήχων με κάνει μέχρι και χαρούμενο, με έναν παράξενο τρόπο, για όσα συμβαίνουν στις πιό απόμακρες γωνιές της μουσικής.

Μην ανησυχείτε, οι δύο παράγραφοι δένουν νοηματικά, εδώ, στην τρίτη, όπου το «Alice in Uglyland» των This is Past έχει κυκλοφορήσει, και η μουσική του έχει εδώ και κάποιο καιρό γίνει μέρος της καθημερινότητάς μου. Αυτό το album είναι ό,τι πιο εμπνευσμένο έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό. Οι στίχοι του αποπνέουν έναν αέρα έντονης αρνητικότητος, σε επίπεδα δυσφορίας, σε σημείο που πολλές φορές ένιωθα άβολα ακούγοντας το album. Αυτό αργότερα μετατράπηκε σε περιγραφική δύναμη, όπου φανταζόμουν και μια ιστορία για κάθε νότα ή στίχο του κάθε τραγουδιού. Ένιωθα περίπου σαν να παρακολουθούσα επεισόδια του «Carnivale» ή σαν να διάβαζα το «The Scarlet Letter» του Nathaniel Hawthorne. Ταυτόχρονα. Η μουσική, αποτελεί ένα μικρό θαύμα στη black metal πραγματικότητα των ημερών. Δύσκολα θα φανταζόμουν κάπως μια μουσική που καταφέρνει να εκφράσει το όραμα των «Hvis Lysset tar Oss» Burzum, την υπερβατικότητα ορισμένων Resident albums, την avant Fleurety ψυχοπαθική, την «Devil Doll» Τέχνη και όλα αυτά με τόσο χαρακτήρα και προσωπικότητα. Το album είναι μια καθαρά ατομική ενέργεια, αυτό φαίνεται σε κάθε λεπτομέρεια, ανήκει στον χώρο του black metal, πλάκα κάνω, πουθενά δεν ανήκει, δεν μπορείς να το τοποθετήσεις κάπου, αν και πολλά μέρη θα σου φανούν φευγαλέα γνώριμα, φευγαλέα μόνο, το «Alice in Uglyland» θέλει ψυχική αφοσίωση για να γίνεις κομμάτι του, για να γίνει και αυτό κομμάτι σου, μέχρι ένα σημείο πάντα, τα όρια θα μπουν εκεί που το κάθε τραγούδι πια έχει την αληθινή του σημασία, εκεί που γίνεται πια προσωπικό βίωμα, και όχι δικό σου, όχι τωρινό, τα πράγματα είναι όπως ονομάζονται, this is past.

Το ντεμπούτο των This is Past θα το αγαπήσεις όσο μπορείς να αγαπήσεις ένα παλιό album φωτογραφιών, ένα άγνωστο παλιό album φωτογραφιών, χωρίς να ξέρεις ποιά είναι τα πρόσωπα που βλέπεις. Είναι θέμα δικό σου αν θα νιώσεις βολικά πιά εκεί μέσα. Δεν θα φλυαρήσω περισσότερο όμως.

Το αlbum το λατρεύω.

play it again sam

•1 Ιουλίου, 2008 • Σχολιάστε

Τα δυο τραγούδια με τα οποία κόλλησα σήμερα τα γνωρίζετε πολύ καλά. Ίσως όχι σε όλες τις εκτελέσεις που θα αναφερθούν αλλά κάποια στιγμή της ζωής σας πιστεύω ότι μάλλον τα τραγουδήσατε (ή έστω κουνήσατε το κεφάλι σας με το ρυθμό).

Για τον κύριο Sting μπορούν να ειπωθούν πολλά και όχι όλα καλά. Γενικά δεν είναι και από τους πλέον συμπαθείς σε μένα καλλιτέχνες αλλά ό,τι και να χε κάνει οφείλω να σκύψω το κεφάλι μου σε ένδειξη σεβασμού μόνο και μόνο για την σύνθεση που φέρει τον τίτλο «Englishman in New York». Ναι, ξέρετε εκείνο το τραγούδι με το «αιμ εν ελιεν, αιμ ε λιγκαλ ελιεν». Τεραστιότατη σύνθεση και ακόμα πιο τεράστιοι στίχοι («If, «Manners maketh man» as someone said/Then he’s the hero of the day/It takes a man to suffer ignorance and smile/Be yourself no matter what they say», «Modesty, propriety can lead to notoriety/You could end up as the only one/Gentleness, sobriety are rare in this society/At night a candle’s brighter than the sun») και παρά την χαλαρότητα του ρυθμού του πάντα μου φαινόταν άκρως καυστικό, όπως θα ταίριαζε και στον χαρακτήρα που περιγράφει εξάλλου. Και μια που τον τελευταίο καιρό η βλακεία επιτίθεται από παντού, νομίζω ότι ταιριάζει με την εποχή. Όχι ότι οι εν λόγω ηλίθιοι πρόκειται να το καταλάβουν ποτέ. Και από εκτελέσεις; Από jazz και latin μέχρι τούρκικα τσιφτετέλια και μοιάζει από εκείνα τα κομμάτια που είναι καταδικασμένα να ακούγονται όμορφα.

Το δεύτερο τραγούδι που θα μας απασχολήσει, δεν θα το τιμήσουμε στην original εκτέλεση του. Οι περισσότεροι twentysomethings μάλλον έχουν συνδέσει κάποια φάση των παιδικών τους χρόνων με αυτό. Ένας ξανθός καναδός κάτι σαν rocker/κάτι σαν ποπ είδωλο (λέγε με Bryan Adams) έγραψε κάποτε ένα τραγούδι που το ονόμασε «Heaven». Ελάτε τώρα που δεν θυμάστε ότι όταν ήσασταν μικροί (ή μικρές) δεν προσπαθούσατε να παρασύρετε την Αννούλα (ή τον Γιαννάκη) σε ένα χορό ύπο τον ήχο του. Είδατε που κοκκινήσατε; Ψιλοαφελείς στίχοι και απλές μελωδίες που όμως πιθανότατα ακόμα και τώρα θα σας κάνουν να σκάσετε ένα χαμόγελο. Μπόλικα χρόνια μετά ένας ελαφρώς καμμένος Αυστραλός (ίσως όχι και τόσο ελαφρώς), χρησιμοποιώντας το όνομα Rank Sinatra βγάζει το «Chairman Of The Bored». Μέσα (μεταξύ άλλων διασκευών γνωστών χιτς) περιέχεται ένα τραγούδι με τον τίτλο «Nevaeh» και όπως καταλάβατε πρόκειται για μια σπουδή πάνω στην μπαλάντα του κυρίου Adams. Η αναδόμηση είναι ολοκληρωτική και αυτό που ίσως ξεκίνησε σαν αστείο, αφού εδώ τις midi μελωδίες συνοδεύουν noise παραμορφώσεις στα φωνητικά, παράσιτα και άλλα τέτοια ρομαντικά, καταλήγει να δημιουργεί ένα συγκλονιστικά συγκινητικό κομμάτι. Δεν ξέρω αν αυτός ήταν ο στόχος του φίλου Rank, αλλά οι ανατριχίλες που δημιουργεί είναι πραγματικές. Humour και συναίσθημα; Γι’ αυτό τον αγαπήσαμε από τις πρώτες ακροάσεις.

Παρέα με αυτά τα δυο κομμάτια, παίρνουμε βαθειά ανάσα και ετοιμαζόμαστε να ξαναβουτήξουμε στα σκατά. Και βγάζουμε επιδεικτικά τη γλώσσα στους βλάκες που δεν πρόκειται να κατανοήσουν ούτε την ειρωνία ενός Άγγλου στη Νέα Υόρκη, ούτε την μαγεία ενός noise παράδεισου.

δεν July

•1 Ιουλίου, 2008 • Σχολιάστε

ξυπνάς, η προηγούμενη μέρα έχει πάει οριστικά στο διάολο, ανάβεις ένα, κοιτάς το παράθυρο, αν υπήρχε θάλασσα τα κύματα θα φλοίσβιζαν νωχελικά -ντροπαλά σχεδόν!- για να τιμήσουν το σκηνικό, για πάρτη σου, δεν υπάρχει όμως, υπάρχουν μερικά βιβλία που πρέπει να ανοιχτούν, υπάρχουν και κάποια άλλα που ανοίγονται τελικώς, όπως το Fever Pitch ή το Catch 22 ή το «καλοκαίρι και υπερκινητικό παιδί», ανάβεις δεύτερο, φτιάχνεις και δεύτερο καφέ είτε ενισχύεις υδατικώς τον πρώτο (υπάρχουσα θεωρία υποστηρίζει πως αν το διάλυμα δεν γίνει διαυγές, ο καφές «frape» δεν έχει τελειώσει), τελικά φτιάχνεις δεύτερο, ανάβεις τρίτο, πιάνεις βιβλίο ασήκωτο, αφήνεις βιβλίο ασήκωτο, πιάνεις κάτι πιο ελαφρύ («περνάμε σε κάτι πιο καλοκαιρινό»), το τελειώνεις, πιάνεις κάτι άλλο (βιβλίο πάντοτε), συνειδητοποιείς πως δεν ακούς κάτι, βάζεις το «3» του Scott Walker, σε πιάνει κατάθλιψη, ανάβεις τέταρτο, κάθε κομμάτι και καημός, κάθε καημός και δάκρυ, ανάβεις πέμπτο, αλλάζεις 3, αλλάζεις δωμάτιο, αλλάζεις σκηνικό, ζέστη, επιστρέφεις στον ανεμιστήρα, στα σοβαρά τώρα, θα το ανοίξεις το βιβλίο, πολλοί το άνοιξαν, πολλοί το άντεξαν, μπορείς και εσύ, το ανοίγεις, το περιεργάζεσαι, δεξιά, αριστερά, πρέπει να βάλεις μουσική, δεν ανεβαίνεις μόνος σου τον Γολγοθά, όχι έτσι, είναι και πρώτη Ιουλίου, θες επειγόντως να παίζει κάτι απελπιστικά αδιάφορο, ώστε μην έχοντας επιλογές, να αφοσιωθείς στην απαστράπτουσα ματαιότητα της μελέτης του Ιουλίου, ψάχνεις, ψάχνεις, βάζεις ένα single των Soft Hearted Scientists, σκέφτεσαι πως δεν έχεις ιδέα πως κατέληξε τέτοιο πράγμα στο σπίτι σου αλλά είναι αυτό ακριβώς που έψαχνες, ανοίγεις το βιβλίο, soft hearted scientist και εσύ πιά, προσπαθείς, υπερπροσπαθείς, ανάβεις έκτο, single τελειώνει, πηγαίνεις στον υπολογιστή, ώρα του ήταν, μια Rebecca θέλει να γίνετε myspace φίλοι και σε χρεώνει μόνο 19,99$ να τη βλέπεις γυμνή κάθε μήνα, αρνείσαι ευγενικά σαν σωστός gentleman που είσαι, κοιτάς τα e-mails σου, όλοι σου οι φίλοι σε θυμήθηκαν, τουλάχιστον δέκα ανά τον κόσμο mailorders σε κερνάνε με καλοκαιρινό κατάλογο, θυμάσαι με πικρό χαμόγελο πως μόλις ανάψεις και το τελευταίο μετά με δυσκολία θα κάνεις refill, ανάβεις το επόμενο, ξαναπάς μέσα, βάζεις κάτι κλασικό για να ξυπνήσεις, επιλέγεις λιγάκι (είναι εφικτό τελικά να επιλέγεις «λιγάκι») το «Chosen Lords» του Aphex Twin, τρίτος καφές, έχεις πια ξυπνήσει για τα καλά, είσαι έτοιμος, ανοίγεις το γαμημένο το βιβλίο, είσαι περήφανος, είσαι θετικός, ενθαρρύνεις ο ίδιος τη νέα σου προσπάθεια, σχεδόν σε βλέπουμε να χαμογελάς, και τελικά καταλήγεις τόσο χαρούμενος που δεν χρειάζεται να διαβάσεις, κλείνεις το βιβλίο όπως του αρμόζει, οι άρχοντες οι διαλεχτοί παίζουν τώρα -πρώτη Ιουλίου- μποξ, ανοίγεις το παράθυρο, βλέπεις τη θάλασσα, είναι εκεί, σχεδόν σου χαμογελάει, κλείνεις παράθυρο, κλείνεις κάθε βιβλίο, κλείνεις υπολογιστή, ανάβεις έβδομο και ξαναπαίζεις το Scott 3, καλό μήνα να χουμε παιδιά

ακούμε :

•30 Ιουνίου, 2008 • 2 Σχόλια

το «I looked to the south side of the door» των Current 93

το «Electricity» των Apoptygma Berzerk

το «Copacabbala» των Coil

το «Luther’s Army» των Death in June

το «Two Golden Microphones» των Nurse with Wound

το «Murto Neste» των Pan Sonic

το «The will to deny» του Nocturno Culto

το «I love you baby» του Jimmy Reed

το «Jazz-Speech» των Bogus Blimp

το «Nazi Rock» του Serge Gainsbourg

το «A lover does» του Scott Walker

το «A Lauging Song» των Residents

το «Battlestations» των Panacea

…και τι δεν ακούμε βρε παιδιά!!

two things for today

•24 Ιουνίου, 2008 • Σχολιάστε

άλφα. Το «Detrimentalist» του Venetian Snares είναι η νέα του ολοκληρωμένη δουλειά. Αφήνει πίσω τα κλασικά μέρη των «Rossz csillag alatt született» και «My Downfall», τη breakcore rave (δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι τέτοιο) του «Pink + Green» , και εκεί που περίμενα να ξαναβαρέσει κάτι του στυλ «Hospitality» ή «Cavalcade of Gleee and Dadaist Happy Pom Poms» (τίτλος όμως!), ο Aaron Funk το γυρνάει κάπως πιο πίσω, κάνοντας τα δικά του «raggas and sagas» να ηχούν μεν τόσο Venetian Snares όσο ποτέ, χρησιμοποιώντας πολλές drum’n’bass πατέντες δε. Σίγουρα δεν είναι από τις πιο χορευτικές δουλειές του, αλλά στα αλήθεια ποιόν απασχόλησε ποτέ κάτι τέτοιο; Ο λόγος αναφοράς είναι επειδή το εν λόγω «Detrimentalist» παίζει να το έχω ακούσει ήδη περισσότερο από όλα τα παραπάνω albums μαζί. Τεράστος δίσκος, μπορεί ο Funk να έχει πολύ πολύ συχνά κάποια νέα δουλειά έτοιμη, αλλά κάθε μία από αυτές κατέχει την ισχυρή ιδιότητα της ύπαρξης νοήματος. Μαζί με τον «Turning Dragon» IDM όλεθρο του Chris Clark, το νέο LP του VSnares φέρνει τον πόλεμο, κάνει το sex στη βίαιη πλευρά των beats του 2008.

no man should never watch my business

«Sajtban» και αυτοβιογραφικό «Eurocore MVP», για επιληπτικά ξεσπάσματα στο σπίτι, στη δουλειά, σε δημόσιους χώρους, όπου σας κάνει κέφι.

βήτα. Πριν ένα χρόνο κυκλοφόρησε το «‘Triune Impurity Rites’ or: The Grand 9 Cultmysteries of the Templum Necromantorum» των βερολινέζων Necros Christos. Ένα χρόνο μετά, το shock παραμένει το ίδιο, το hype βέβαια λίγο μεγαλύτερο (βλέπε προηγούμενα posts), αλλά το shock ίδιο, ξηγημένα πράγματα. Χτες έπεσε στα χέρια μου η διπλή βινυλιακή του έκδοση και πέραν του γεγονότος πως τη χαζεύω σαν χαζός όλη μέρα (κλασική περίπτωση ενός κιλού συσκευασίας, παρότι οι δίσκοι δεν ειναι 180gr), μπήκα στη διαδικασία να το ξανακούσω. Λοιπόν, τέτοια albums δε βγαίνουν κάθε μέρα, δε βγαίνουν σχεδόν ποτέ εδώ που τα λέμε, όχι μόνο στο death metal, γενικότερα. Το ritualistic part της υπόθεσης είναι φανερά πολύ μελετημένο, η ατμόσφαιρά του ικανή να ψυχράνει ακόμα και Αθήνα των 40 Κελσίου που τηγανίζεται αδιακρίτως, ενώ οι συνθέσεις του, ομοιόμορφες αλλά όχι όμοιες, ακολουθούν το γενικό σχεδιασμό της προσανατολισμένης ψυχικής παγωμάρας. No Plan B. Οι Necros Christos, παρότι «ύποπτοι» αρχικώς, κατέχουν την απαραίτητη αισθητική που πλέον λείπει σε μεγάλη μερίδα καλλιτεχνών. Επειδή σας βλέπω εκεί, να διαβάζετε το «βήτα» μου και να απορείτε, σας βλέπω έτοιμους να κάνετε το λάθος να κολλήσετε στο χαριτωμένο όνομα και να χάσετε την ουσία του πράγματος, πράγμα που γενικώς δεν είναι και η καλύτερη αντιμετώπιση που ένα album τέτοιου επιπέδου θα έπρεπε να έχει, να δώσετε τη σημασία που πρέπει, αυτή τη στιγμή προπαγανδίζω όσο περισσότερο μου επιτρέπει ο -φυσικά- εκλεπτυσμένος χαρακτήρας μου (!). Αυτά για τους Γερμανούς φίλους μας, επόμενη αναφορά σε αυτούς θα γίνει όταν θα έχει έρθει η ώρα να τους δούμε ζωντανά.

νεκρό flyer, θέμα :«καλοκαίρι στο νησί»

γάμα.όλα.τα.παραπάνω.

youth and not being young

•23 Ιουνίου, 2008 • 2 Σχόλια

To παρόν post έχει άμεση σχέση με αυτά που λέγαμε στο αμέσως προηγούμενο. Στην περίπτωση που είστε κάτοικος Αθήνας και ακούτε κάποιον από τους πιο indie ραδιοφωνικούς σταθμούς (ή ακόμα και το 2ο πρόγραμμα), θεωρώ ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχετε πέσει πάνω στο «Over the hill». Πανέμορφη σύνθεση, εντυπωσιακή ερμηνεία και το όνομα της πιτσιρίκας Monika έχει αρχίσει να γίνεται γνωστό από θαμώνες του Vinyl Microstore και αναγνώστες του MiC, μέχρι τους αναγνώστες του Nitro (ναι υπήρχε ειδική αναφορά και εκεί, ελέω Synch).

H αλήθεια είναι ότι το «Over the hill» παραήταν καλό τραγούδι για να μην κυνηγήσουμε να ακούσουμε το album και τελικά τα καταφέραμε. Το «Avatar» στην πρώτη ακρόαση δεν με εντυπωσίασε, παρόλο που περιείχε και άλλα πανέμορφα τραγούδια εκτός του σινγκλακίου. Ξανακούγοντάς του σήμερα όμως, οφείλω να ομολογήσω ότι συνθετικά είναι εξαιρετικό και κρύβει μέσα του ομορφιές που θέλει λίγο ψάξιμο για να της ανακαλύψεις. Η Monika αποφεύγει με δεξιοτεχνία την παγίδα του να γίνει μια-ακόμα-singer/songwriter και δίνει ένα πιο προσωπικό τόνο στα κομμάτια, ενώ η φωνή της παραπλανεί ιδιαιτέρως για την ηλικία της. Στο myspace της θα βρείτε μπόλικες αναμενόμενες επιρροές (αλλά και κάποιες όχι και τόσο), αλλά το σημαντικό είναι ότι για την πολύπαθη indie σκηνή της Ελλάδας αυτό εδώ είναι ένα διαμαντάκι που αξίζει να ακούσει κανείς.

Το δύσκολο βέβαια τώρα είναι να αντισταθεί στον δηθενισμό της εν λόγω σκηνής και να μην καταλήξει μια ακόμα αντιπαθητική κιτσαρία που την πλασάρουν όλοι σαν το νέο μεγάλο όνομα της ανεξάρτητης σκηνής (γκουχ-μερυ-γκουχ-ενδεμποι). Δεν ξέρω κατά πόσο προβλέπεται να γίνει (αν δεν έχει γίνει ήδη) εξώφυλλο και στο Sonik. Της ευχόματε ολόψυχα ως Sonic Death Monkey να το αποφύγει ώστε μετά από κάνα χρόνο να ξαναλέμε τι ωραία που είναι να ακούμε το καινούριο της album (και ίσως να γίνει και λίγο πιο ροκενρολ)

Αλλά ρε παιδί μου το τρεμούλιασμα της φωνής στο «Excuse my friends» δεν μπορεί να μη σε κάνει να χαμογελάσεις.

περί hype και λοιπών δαιμονίων

•22 Ιουνίου, 2008 • Σχολιάστε

Αν και αυτό λίγο πολύ ισχύει για όλες τις μορφές τέχνης, οι συζητήσεις που έχουμε κάνει για την επίδραση και το κακό του hype στην μουσική είναι τόσες πολλές όσες και οι κυκλοφορίες τους Merzbow περίπου. Ένα φαινόμενο που στα πιο mainstream μουσικά είδη θεωρείται μέγα όφελος, δηλαδή η ξαφνική (ή και όχι) μαζική αναγνώριση ενός καλλιτέχνη ή δίσκου, κάτι που θα φέρει πολύ κόσμο να δηλώνει οπαδός και ακόμα περισσότερα φράγκα στις τσέπες είτε του μουσικού/συγκροτήματος είτε της δισκογραφικής, θεωρείται όνειδος από πολλούς φίλους πιο ανεξάρτητων/underground μουσικών κινημάτων που ετοιμάζονται εν μια νυχτί να αποκυρήξουν αγαπημένα συγκροτήματα επειδή ξαφνικά πούλησαν πάνω από 2,5 δίσκους και τους αναφέρει το μικρό τους ξαδερφάκι που μπορεί να τους άκουσε και στο ραδιόφωνο (ω θεοί, λυποθυμάω!!!). Η όλη αυτή αντίδραση μπορεί να συνοψιστεί στο «πουτάνα εμπορικότητα, μολύνεις την μουσική ΜΑΣ!», και κατα καιρούς έχει οδηγήσει σε τραγελαφικές καταστάσεις.

Ακόμα και σε μικρότερες μερίδες κόσμου, σε πιο indie καταστάσεις, το φαινόμενο συμβαίνει αρκετά συχνά (χωρίς να οδηγεί σε εκατομύρια πωλήσεις αλλά απλά σε συγκριτικά πολύ μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα του ονόματος) και προβληματίζει όσους θεωρούν ότι κάποιες μουσικές είναι αποκλειστικά για λίγους (εκλεκτούς;) που μόνο αυτοί μπορούν να τις κατανοήσουν. Αν και μερικές φορές έχω νιώσει κάπως περίεργα με την επιτυχία μέχρι πρότινως ψιλοαγνώστων αγαπημένων συγκροτημάτων, οφείλω να παραδεχτώ ότι μπορεί ο ελιτισμός να έχει πλάκα στη μουσική, αλλά μπορεί μερικές φορές να το παρακάνουμε κομματάκι. Το hype αυτό, καθαυτό δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό, όλοι κάπως έτσι μάθαμε διάφορα συγκροτήματα ή μουσικούς που λατρέψαμε. Εξάλλου αν ο χ υπερθεϊκός μουσικός συνέχιζε επ’ άπειρον να έχει κοινό τεσσάρων ατόμων ή θα τα παράταγε ή απλά θα πήγαινε χαμένη η μουσική του αφού δεν μπορούσαν να την αγαπήσουν περισσότεροι άνθρωποι. Εντάξει, το ξέρουμε ότι δενόμαστε πολύ έντονα συναισθηματικά με την μουσική και ότι καταλήγουμε να την θεωρούμε βίωμα και κτήμα μας, αλλά για το θεό, το να μάθει περισσότερος κόσμος αυτή τη μουσική μπορεί να εξελιχθεί σε πολύ καλό αποτέλεσμα. Στην τελική αυτό που μπορεί να δώσει ώθηση σε ένα μουσικό να συνεχίσει είναι και η αντίδραση των υπολοίπων.

Βέβαια δέχομαι ότι δεν είναι λίγες οι φορές που αυτό το hype και η ξαφνική επιτυχία οδηγούν τον μουσικό στο να χάσει το όραμα και το δρόμο του και αντί να κοιτάει την μουσική, να κοιτάει πως θα διατηρήσει την επιτυχία του. Αλλά ακόμα και εκεί το πρόβλημα δεν είναι ότι εκεί που τον ήξερες εσύ και 5 γνωστοί σου, τώρα τον έχουν μάθει εκατό χιλιάδες άτομα, αλλά ότι αυτός ήταν αρκετά βλάκας ώστε να θεωρήσει ότι αυτό είναι κάτι το συγκλονιστικό και να ξεχάσει τι είναι σημαντικό (σε περίπτωση που το ξεχάσατε και εσείς, η απάντηση είναι η μουσική). Το επιχείρημα «ναι ρε φιλαράκι αλλά μετά πως θα το παίζω γαμάτος εγώ ξεθάβοντας το υπερ-obscure εφτάρι που το έχω εγώ και η μάνα του τραγουδιστή το συγκροτήματος που το χρησιμοποιεί για να σερβίρει καναπεδάκια στα πάρτυ της;» δεν νομίζω ότι είναι και ό,τι σοβαρότερο έχει υπάρξει.

Επειδή λοιπόν πολλές φορές έχουμε (δεν μπορώ να πω ότι δεν το χω κάνει και εγώ) την τάση να κρίνουμε όχι από την μουσική αλλά από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, μπορεί πολύ απλά να χάσουμε κάτι εξαιρετικό επειδή το έμαθε ξαφνικά πολύς κόσμος.

Φυσικά για να δείξουμε τι γαμάτοι που είμαστε, ενημερώνουμε το φίλτατο κοινό ότι αυτή τη στιγμή ακούμε το «Vedderbaug» των Lja που σύμφωνα με πληροφορίες επανακυκλοφορεί φέτος και παίζει να το αγοράσει και κανένας άνθρωπος παραπάνω. Σε πιο ταπεινά νέα η ζέστη (και η έλλειψη ύπνου) τον παίρνει ολοκληρωτικά.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε