again and again and again (for the millionth time)

•16 Σεπτεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

I hurt myself today
To see if I still feel
I focus on the pain
The only thing that’s real
The needle tears a hole
The old familiar sting
Try to kill it all away
But I remember everything

What have I become
My sweetest friend
Everyone I know
goes away
In the end
And you could have it all
My empire of dirt
I will let you down
I will make you hurt

I wear this crown of thorns
Upon my liar’s chair
Full of broken thoughts
I cannot repair
Beneath the stains of time
The feelings disappear
You are someone else
I am still right here

What have I become
My sweetest friend
Everyone I know
goes away
In the end
And you could have it all
My empire of dirt
I will let you down
I will make you hurt

If I could start again
A million miles away
I would keep myself
I would find a way

βρέχει στην εθνική οδό

•16 Σεπτεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Αυτή η δημοσίευση δεν έχει να κάνει με πρωταγωνιστικά ακούσματα της εποχής, αυτά μελετήθηκαν παρακάτω, και στα σίγουρα θα μελετηθούν παραπάνω. Τα πράγματα είναι μπόλικα άλλωστε, είναι λίγο δύσκολο να γράφω για όλα, χώρια που δε θα χει και νόημα. Αφήνω στην άκρη λοιπόν τα εννιά cd του Anthony Braxton, το νέο των Hair Police, το «unitxt» του Alva Noto, το «ΧΧΧ» των Pronounced «Sex» και το «Colchester» των Z’EV vs PITA. Σήμερα θα ασχοληθώ με κάτι παρεμφερές, την ελληνική λαϊκή μουσική.

Μου είναι δύσκολο να γράφω για ελληνικούς δίσκους, αν αυτοί βρίσκονται έξω από το όριο των είκοσι, τριάντα, σαράντα, που έχουν ξεπεράσει τις ταμπέλες. Ακόμα πιο δύσκολο δε, είναι να ασχοληθώ γενικώς με το «λαϊκό» τραγούδι. Δεν θα γράψω για το «πολύπαθο» ελληνικό τραγούδι όπως μεγαλεπίβολα θα έγραφε κάποιος (γελοία) πομπώδης πρόλογος. Ούτε για τα όσα εκτρωματικά έχουν ορίσει την υποκουλτούρα του νεοέλληνα.  Ούτε φυσικά για την κατάντια του «εντέχνου» λαϊκού. Θα γράψω κάτι για μερικά τραγούδια που «δεν ήταν λαϊκά, ούτε και ροκ, ήταν όμως αληθινά». Ο Σαββόπουλος ισχυριζόταν (με τον συνήθη στόμφο του) πως σιχαινόταν τόσο τους «της κουλτούρας», όσο και την πλέμπα του ελαφρού. Για αυτό, σε μια εποχή που ακόμα είχε κάτι σε όραμα μέσα στην ξεροκεφάλα του, βρήκε τέτοιο και στην πρώτη καλλιτεχνική συνεύρεση του (συνθέτη) Νίκου Ξυδάκη και του (στιχουργού) Μανώλη Ρασούλη. Ονόματα γνωστά σε όλους μας. Τριάντα χρόνια ακριβώς πίσω, η παραγωγή του πρώτου έντυσε τη συνεργασία των άλλων δύο. Έλειπε κάτι εξυψωτικό, ώστε η «Εκδίκηση της Γυφτιάς», τομή μεταξύ του «ευρωπαϊκού» ρεμπέτικου και της κουλτούρας της ανατολής, να φτάσει στα επίπεδα που θα της άρμοζαν ώστε να εκδικηθεί πραγματικά. Αυτό βρέθηκε στο πρόσωπο ενός νεαρού τραγουδιστή, νεοεμφανιζόμενου στα ελληνικά μουσικά δρώμενα, του Νίκου του Παπάζογλου, από τη Θεσσαλονίκη. Ο Νίκος ο Παπάζογλου είναι ο πιο ολιγαρκής έλληνας «λαϊκός» που γνωρίζω. Οι συναυλίες του είναι σπάνιες, η δισκογραφία του μόνο η απολύτως απαραίτητη, και όμως έχει καταφέρει να δημιουργήσει τη δική του σχολή, τη δική του μάσκα στον χώρο του λαϊκού. Αργότερα, θα τραγουδήσει τον «Αύγουστο», όταν και θα πείσει πως πρόκειται για σήμα κατατεθέν της ελληνικής λαϊκής δισκογραφίας, και κατά τη γνώμη μου, από τους κυριότερους εκφραστές της. Θα πει και το «Άστρο του Πρωινού» του Θανάση Παπακωνσταντίνου, σημαντικότερο έλληνα καλλιτέχνη μερικών επόμενων γενεών. Αυτά μετά. Τώρα έχουμε 1978, η «Εκδίκηση της Γυφτιάς» ταράσσει τα νερά τόσο της χατζιδακοθεοδωρακικής, όσο και της διονυσιοκαζαντζιδικής δισκογραφίας. Έκρηξη αυθεντικότητας και ειλικρίνειας, έκδηλη απαισιοδοξία σε στίχους και σημείωση τέλους του Σαββόπουλου στο εσώφυλλο : <<Ύστερα στην πλατφόρμα του σταθμού της Θεσσαλονίκης, ένιωσα πάλι αυτό τον πνιγμό. Βάδισα γρήγορα προς τον τηλεφωνικό θάλαμο παράλληλα με κομμένες φυσιογνωμίες στα τζάμια του τρένου που ξεκίναγε αργά κυλώντας πάνω στις ράγες, κι όλα ήταν σαν φιλμ, σου ερχόντουσαν δάκρυα, κάτι σαν «Θεέ μου βοήθα το λαϊκό τραγούδι, μονάχο του δεν θα τα καταφέρει»>>. Αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να δημιουργήσει εικόνες με τις λέξεις του, καλύτερα από τον οποιονδήποτε, και το άγγιγμά του τότε, υπήρξε καθοριστικό. Η ίδια η «Εκδίκηση της Γυφτιάς» έχει κάνει ήδη το μικρό της θαύμα, ακόμα και αν το τελευταίο τέταρτο έχω καταλήξει να γράφω μόνο για το «Κανείς εδώ δεν τραγουδά». Δεν θα αναλωθώ περισσότερο στο να γράφω την προσωπική μου σκοπιά για κάτι που ζυμωνόταν χρόνια και έγινε τελικά το 1978, αλλά θα πω το εξής, πως αυτό το πράγμα έχει ψυχή, στο 1978 τα πράγματα στην ελληνική δισκογραφία είχαν ακόμα ψυχή, και εδώ δεν μιλάμε για κουλτούρα. Ούτε για σιχαμένα ελαφρολαϊκά ή βαρυλαϊκά. Εδώ μιλάμε για την ουσία, για το κέντρο του λαϊκού τραγουδιού. Αυτό από μόνο του, ακόμα και σε ένα blog με «ροκ χαρακτήρα» (inside joke) όπως το Sonic Death Monkey, αξίζει μια δημοσίευση, επετειακή αν θέλετε, μιας και είχανε 1978, εμείς έχουμε 2008.  Αξίζει δε (πολύ) να διαβαστούν οι σημειώσεις του δίσκου, σε οδηγούν κατευθείαν στο πράγμα, σου μεταδίδουν τη θέρμη του, στη θέρμη της βρεγμένης εθνικής οδού, στο «κι έξ’ απ’ την πόρτα την κλειστή, εγώ, η πίκρα κι η βροχή».

memories

•15 Σεπτεμβρίου, 2008 • 2 Σχόλια

Δεν ξέρω σε πόσους συμβαίνει αυτό, αλλά προσπαθώντας να σκεφτώ τι θυμάμαι από τα προηγούμενα 26 χρόνια ζωής διαπιστώνω ότι πραγματικά η μνήμη μου στα περισσότερα θέματα είναι σε ελαφρώς άθλια κατάσταση. Προχωρόντας προς τα πίσω, ολόκληρα χρόνια από το πανεπιστήμιο είναι χαμένα στην ομίχλη (και στην μετάφραση), το λύκειο παραδόξως το θυμάμαι αρκετά καλά, το γυμνάσιο είναι σαν να μην υπήρξε, ενώ για δημοτικό και πιο πριν ας μην μιλήσουμε καλύτερα. Αυτό αφορά τους περισσότερους τομείς της ζωής, από φίλους, διακοπές, βόλτες, γκόμενες μέχρι και το τι έφαγα πριν μια βδομάδα. Και όλα αυτά στα 26, οπότε μάλλον στα 60 τα τυχόν εγγόνια που θα περιμένουν να τους διηγηθώ τι έκανα στα νιάτα μου μάλλον θα απογοητευτούν οικτρά. Δεν πειράζει όμως, γιατί κάπως έτσι θα μάθουν ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι χνουδωτός και μυρωδάτος, αλλά παγωμένος, άκαρδος και άδικος.

Μοναδική εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα (σε γενικά πλαίσια – προφανώς υπάρχουν στιγμές και πρόσωπα που δεν ξεχνιούνται) είναι ό,τι έχει να κάνει με την μουσική. Ναι, το ξέρω, ότι εδώ μάλλον πρέπει να αρχίσουμε να ανησυχούμε και να μιλάμε για μονομανίες, αλλά δεν πρόκειται να το κάνω, όσο υπερβολικό και αν είναι το κόλλημα. Αυτός είμαι και υποθέτω ότι θα μπορούσα να μαι κολλημένος με αρκετά χειρότερα (ή πιο αδιάφορα πράγματα). Θυμάμαι σαν χτες μια κασέτα κάπου στα 5-6 με συλλογή τυχαίας χρονιάς να περιέχει το «Wild Boys» των Duran Duran, το «2 Minutes To Midnight» των Iron Maiden, το theme song των Ghostbusters (ναρκωτικούλια αυτός που την έφτιαξε) να παίζει στο αμάξι και εγώ να χαζεύω από το παράθυρο. Θυμάμαι τις πρώτες κασέτες πριν ακόμα να αρχίσω να ασχολούμαι ενσυνείδητα με το σπορ εκεί κάπου στα 7-8 (επίσης συλλογές με επίσης φρικαλεότητες της εποχής τύπου New Kids On The Block, αλλά και το «The Night Belongs To Lovers»). Θυμάμαι 2-3 χρόνια μετά σε κάτι καλοκαιρινές διακοπές, ο μεγαλύτερος ξάδερφος που λόγω ηλικίας μόλις είχε αρχίσει να ασχολείται με το metal να μου δίνει το «Metallica» (μαζί με κάτι άλλα τραγούδια) και το «A Real Live One» και εγώ να κολλάω και να φλυαρώ για ώρες με αυτούς τους περίεργους (την δεύτερη κασέτα κάπου εδώ πρέπει να την έχω ακόμα). Θυμάμαι το ακατάπαυστο tape trading στο σχολείο με τους υπόλοιπους του αθλήματος αλλά και τα πρώτα cd (το «A Real Dead One», μια συλλογή των Deep Purple, μια συλλογή των Lynyrd Skynyrd) και η αρχή του κολλήματος με την μουσική (για να είμαστε ειλικρινείς τότε με το metal αλλά καταλαβαίνετε τι εννοώ). Θυμάμαι καθαρότατα τις πρώτες συζητήσεις και τους πρώτους τσακωμούς για την μουσική, τις πρώτες μπλούζες, κάτι διαγωνίσματα στο φροντιστήριο των αγγλικών με εμένα να σφυρίζω τυχαίες επιτυχίες και να εκνευρίζω τους μπροστινούς μου (γράφαμε καλά όμως). Μεγαλώνοντας οι κασέτες αυξάνονταν οι κασέτες με αρκετά γρήγορους ρυθμούς (τις περισσότερες τις έχω ακόμα) και μαζεύαμε και λεφτά για σαββατιάτικες εξορμήσεις στα δισκάδικα πρώτα της Ηλιούπολης και μετά του κέντρου (δυο από τις πιο έντονες αναμνήσεις είναι η αγορά του «Draconian Times» – special edition παρακαλώ – από ένα τοπικό δισκοπωλείο και οι πρώτες νότες του «Enchantment» στο σαλόνι μας και το κόλλημα των επόμενων ημερών και ένα σαββατιάτικο πρωινό στο αποπνικτικά καπνισμένο Rock City – τότε που ταν υπόγειο – να αγοράζω το «Eternity», το «Bleeding» και το «Tears Laid In Earth» και μετά να έρχομαι σπίτι να ξαπλώνω και να τ’ ακούω). Θυμάμαι τους πρώτους τσακωμούς στο σπίτι για τις συναυλίες και τις πρώτες συναυλίες και το ξύλο στις περισσότερες από αυτές και το άγχος αν θα βρούμε ταξί μετά να γυρίσουμε. Την αγορά του πρώτου Metal Hammer και την συνέχιση της αγοράς του για παραπάνω από μια δεκαετία μέχρι την τελική ξενέρα πριν 2-3 χρόνια. Τον σύντομο έρωτα με το Terrorizer και την τελευταία αγάπη με το Wire. Πολλή καινούρια μουσική που έμαθα από τις κριτικές των περιοδικών και zines. Η αγορά του «Kveldssanger» και η αναμονή για την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του «Perdition City». Οι αλλαγές στα γούστα και στις διαθέσεις και στην αντιμετώπιση της μουσικής. Οι πρώτες παραγγελίες δίσκων από το internet και η αναμονή για τα δέματα. Οι Godspeed You Black Emperor στο Gagarin, οι Jethro Tull στο Ηρώδειο, το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη για τους Arcturus και μετέπειτα στο Λονδίνο γι’ αυτούς και τους Enslaved (τρέξιμο, χαλασμένα μετρό, άγχος και βροχή και McVitties). Τα μουσικά fora (το UltimateMetal, το MetalBB, το ElectricRequiem, το forum της Jester Records). Γνωριμίες με πολύ κόσμο που για μια φορά είχε κοινά ενδιαφέροντα. Φίλοι και εκνευριστικά άτομα. Κάψιμο μέχρι πρωίας και συζήτησεις γεμάτες από υπερθετικούς βαθμούς για κυκλοφορίες. Εισροή χρημάτων λόγω δουλειάς και αύξηση του αριθμού cd που αγοράζαμε και φτιάξιμο της δισκοθήκης σιγά σιγά που ονειρευόμασταν μικροί. Internet και mp3 και απορρόφηση πολύ περισσότερης μουσικής από ό,τι πιστεύαμε ποτέ. Ταξίδια σε καράβια με κασετόφωνο στη διαπασών και σε αεροπλάνα με mp3player ή discman και βιβλίο (από τα πιο ωραία πράγμα να συνδέεις βιβλία με δίσκους). Πολλά πολλά ακόμα, τόσα που δεν θα τελειώσουμε ούτε μέχρι αύριο.

Και όλα αυτά χωρίς πολλή σκέψη. Υποθέτω ότι όλοι έχουν κάποιο κομμάτι τους αντίστοιχο (θες ταινίες, θες ποδόσφαιρο, θες αυτοκίνητα) αλλά, αν από τη μια είναι πολύ όμορφο να τα σκέφτεσαι όλα αυτά, είναι και λίγο τρομακτικό το πόσο επικεντρωμένη σε κάτι είναι η ζωή μου μέχρι τώρα. Βέβαια δεν θα άλλαζα απολύτως τίποτα, έστω και αν όλο αυτό το πράγμα έχει δημιουργήσει και προβλήματα κάποιες φορές. Ελπίζω τα εγγόνια (η_γενιά_του_mp(logn^3)) να έχουν όρεξη για τέτοιες φλυαρίες γιατί ακόμα μαζεύονται πράγματα. Και από τα άλλα δεν θα έχουμε πάρα πολλά να πούμε.

Σε άσχετα νέα, σήμερα το Sonic Death Monkey (ή τουλάχιστον ο ομιλών) εντυπωσιάζεται από το soundtrack για το «Yogoto No Yume» των ελλήνων Your Hand In Mine. Αρκετά λεπτεπίλεπτο κατασκεύασμα, με πολλή ακουστική κιθάρα, πιάνο και πλήκτρα αλλά ακόμα περισσότερη έμπνευση και ομορφιά. Δεν ξέρω τι λέει η ταινία, αλλά στο album οι δυο θεσσαλονικείς έχουν κάνει τρομερή δουλειά. Επίσης ακούω το τελευταίο των Madrugada και αναρωτιέμαι γιατί το θάβουν όλοι. Εμένανε μ’ αρέσει πολύ (και εγώ ξέρω καλύτερα από όλους), έχει πολλές κομματάρες και εδώ που τα λέμε και μόνο το «Look Away Lucifer» να είχε θα άξιζε να το κυκλοφορήσουν. Φανμποης θα πείτε; Σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να συμφωνούσα αλλά εδώ θα έλεγα ότι έχετε άδικο. Τέλος ακροάσεις του προηγούμενου album των (του;) Procer Veneficus κατέληξε σε συμπάθεια αλλά όχι και εξάρσεις ενθουσιασμού.

Ακόμα περιμένουμε να βρέξει.

of herons and blood

•12 Σεπτεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Όποιος έχει κάτσει ποτέ να συζητήσει σχετικά με την μουσική, έχει σίγουρα εμπλακεί στη γνωστή συζήτηση music vs lyrics. Δεν πρόκειται να κάτσουμε εδώ να αναλύσουμε τη σημασία του καθενός και το πως επιδρά στην αντιμετώπιση που έχουμε για τους εκάστοτε μουσικούς, αλλά θα ασχοληθούμε με μια ιδιαίτερη περίπτωση που έχει να κάνει με το θέμα.

Έχει τύχει ποτέ να ακούς ένα τραγούδι, να ακούς τα λόγια, την ιστορία που έχει να πει και σχεδόν να νιώθεις ότι αυτά δημιουργούν την μουσική, ό,τι οι εικόνες που σου βάζουν στο μυαλό είναι αυτές που απαιτούν από την μουσική να τις ντύσει με το συγκεκριμένο τρόπο; Σήμερα η διαπίστωση ήρθε όχι με ένα, αλλά με δυο κομμάτια. Διαφορετικά μεταξύ τους, ίσως όσο διαφορετικά θα μπορούσαν να είναι δυο τραγούδια. Από την μια το «Didn’t Know Yet What I’d Know When I Was Bleedin'» του Dax Riggs (του τραγουδιστή των Αcid Bath) και από την άλλη το «Heron Blue» των Sun Kill Moon.

Οι στίχοι των Acid Bath είχαν μια ομορφιά που μερικές φορές σε έκανε να απορείς πως την εκτιμούσες. Βυθισμένοι στην σαπίλα και στις παραισθήσεις (ταιριάζοντας με την μουσική) δημιουργούσαν εικόνες, η δύναμη των οποίων από πολύ λίγους μπορεί να επιτευχθεί. Στον περσινό, προσωπικό του δίσκο, ο Riggs διατηρεί σε μεγάλο βαθμό αυτό το προτέρημα.

«Knelt a puppet on a string
Along the vortex weeping
Lord have you heard
The roaring dragon eat the virgin
I didn’t know yet what I’d know
When I was bleedin’
I seem to forget what I learned
When I was fallin’
I didn’t know yet what I’d know
When I was bleedin’
Neon ghost in mask and coat
My heart is satellite remote
When my chemicals go wrong
Murder the devil
Take his song for my own
We sang
I didn’t know yet what I’d know
When I was bleedin’
I seem to forget what I learned
When I was fallin’
I didn’t know yet what I’d know
When I was bleedin’
When I was fallin’
Was I flyin’?»

Η φωνή του Riggs δημιουργώντας αυτές τις χαοτικές εικόνες δεν μπορεί παρά να συνοδευτεί από το σχεδόν blues αργό tempo του τραγουδιού, η καθαρότητα των μελωδιών του οποίου έρχεται σχεδόν σε αντίθεση με αυτά που περιγράφει. Και πάνω από όλα ξέρει ότι σ’ αυτή την ιστορία καταλήγει να πέσει, αλλά το τραγούδι έχει ένα σχεδόν παιανικό χαρακτήρα. Εξάλλου το λέει και ο ίδιος «Murder the devil/take his song for my own/we sang». Εδώ δεν υπάρχουν μίζερες τύψεις, εδώ τραγουδάμε με συναίσθημα αλλά και δύναμη. Χωρίς πολλά πολλά, με ένα riff, μια μελωδία στη φωνή και έναν υπερ-απλό ρυθμό στα drums. Perfection in simplicity.

Και αν το τραγούδι του Riggs είναι απλό μέσα στην ομορφιά του, οι Sun Kill Moon νομίζεις πως έχουν στήσει βωμό στην ομορφιά της απλότητας. Έτσι και αλλιώς λειτουργώντας μέσα από folk-ίζοντα ακουστικά πλαίσια, στο «Heron Blue» δημιουργούν την καλύτερη με διαφορά σύνθεση του φετινού τους δίσκου, μια σχεδόν οχτάλεπτη ιστορία που ακούγοντάς την δεν μπορείς παρά να ανατριχιάσεις με την ήρεμη έντασή της.

«Don’t cry my love don’t cry no more
A crashing sky a rolling screen
A city drowning Gods black tears
I cannot bear to see

She lay under the midnight moon
Her restless body stiring
Until the magic morning hour
Like poison it succumbs her

Her baby skin her old black dress
Her hair it twists round her necklace
Constricts and chokes like ruthless vines
To sleep she overtakes her?

Her room is painted Heron Blue
Lit by candlelight and chandelier
And from her headboard perched so high
A million dreams have passed her

Don’t cry my love don’t cry no more
It overwhelms my breaking heart
A minor swell of violins
I cannot bear to hear them

A mother shepherds her young birds
she fills their mouths and warms their souls
Til they are strong and good to fly
Away from her alone she’ll die

Cradle on quiet old oak limbs
As heaven blue her light fails
A breath of soot into her lungs
A life, a journeys end in one

Don’t sing that old sad hymn no more
It resonates inside my soul
It haunts me in my waking dream
I cannot bear to hear it

Don’t play those violins no more
Their melancholic overtones
They echo off the floor and walls
I cannot bear to hear them
«

Εδώ έχουμε ακόμα λιγότερα πράγματα. Μερικά επαναλαμβανόμενα ακόρντα σε μια ακουστική κιθάρα που λες και με κάθε επανάληψη σε κερδίζουν ακόμα περισσότερο, σε βάζουν ακόμα πιο πολύ στην ατμόσφαιρα του κομματιού. Ένας τραγουδιστής που σχεδόν απαγγέλει τις λέξεις αλλά που η φωνή του είναι αυτή που χαράζει την πορεία του τραγουδιού, αυτή που του δίνει τον χαρακτήρα του. Πότε πότε έρχεται και μια δεύτερη φωνή να τον συνοδεύσει, χωρίς και αυτή να φωνάζει αλλά κάνοντάς σε να νιώθεις το τραγούδι σε κάθε σημείο του σώματός σου. Και από ένα σημείο και μετά, εκεί που θα χτυπούσε ένα τύμπανο για να δίνει το tempo του κομματιού, κάπου στο βάθος ακούγεται ένας υπόκωφος χτύπος λες και ενώ όλο το τραγούδι αιωρείται στον αέρα, αυτό έρχεται από το εσωτερικό της γης. Και το tempo είναι αργό αλλά ακτινοβολεί αξιοπρέπεια και σιγουριά. Δεν είναι χαρούμενο το κομμάτι αλλά δεν πρόκειται να μειώσει για κανέναν την αξία του. Don’t play those violins no more/their melancholic overtones/they echo off the floor and walls/I cannot bear to hear them. Νομίζω ότι ο όρος επικό δημιουργήθηκε για τέτοια τραγούδια.

four random picks

•10 Σεπτεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Αν μαζεύετε με μεγάλη συχνότητα δίσκους (σε οποιαδήποτε μορφή) σίγουρα θα βρεθείτε με αρκετά album τα οποία δεν θα τα ακούσετε πάρα πολύ γιατί απλά διαβάσατε κάπου ότι είναι καλά, είπατε να τα βρείτε, τα ακούσατε καμιά δεκαριά φορές και μετά για διαφόρους λόγους τα αφήσατε να υπάρχουν, ξεχνώντας πολλές φορές και τι είναι. Τις τελευταίες μέρες δεν πολυακούω καινούρια μουσική αλλά έχω αρχίσει να ξαναψάχνω το χάος για να ξανα-ακούσω κάποια πράγματα που τα βλέπω συνέχεια μπροστά μου και δεν μπορώ να θυμηθώ πότε και που τα βρήκα και γιατί τα έχω. Δεν είναι τόσο (ή μάλλον δεν είναι καθόλου) αγγαρεία όσο ακούγεται αφού και να μη βρεις το χαμένο δίσκο που περίμενες τόσο καιρό να σου αλλάξει τη ζωή, το πιθανότερο είναι ότι θα ανακαλύψεις ωραίες δουλειές που απλά δεν σου είχαν κινήσει το ενδιαφέρον είτε γιατί δεν τις είχες προσέξει αρκετά, είτε γιατί κάτι απροσδιόριστο σε αυτές σε χάλασε, αλλά που τελικά αξίζουν ένα κομμάτι του χρόνου σου. Το σημερινό απόγευμα, το χέρι μας έπεσε στα ακόλουθα τέσσερα album:

01. Pluramon – The Monstrous Surplus

Συμπαθέστατο shoegazing συγκροτηματάκι με γλυκύτατα γυναικεία φωνητικά, που μπορεί να θυμίσει και κομματάκι Piano Magic και που είναι ό,τι χρειάζεται για τις post-κάτι στιγμές σας που θέλετε όμως να είναι ήρεμες και μελωδικές. Επίσης περιέχει κάποιες συνθέσεις που ξεχωρίζουν αρκετά από το μέσο όρο του είδους ώστε να σου τραβήξουν περισσότερο την προσοχή. Δεν έχω ιδέα που το έμαθα.

02. Frog Pocket – Come On Primates Show Us Your Teeth!

Αυτό ήταν και μεγάλη διαφορά η πιο ευχάριστη έκπληξη της σημερινής μέρας. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το τι ήταν, απλά μια εντύπωση ότι κάτι με είχε χαλάσει πολύ όταν το είχα ακούσει, γι’ αυτό και έπιανε τεράστιες ποσότητες σκόνης τόσο καιρό. Τελικά μετά από μια αρκετά noise εισαγωγή, άρχισε να ξεδιπλώνεται μπροστά ένα εξαιρετικό idm δισκάκι που τα είχε όλα. Και τα περίεργα beat του, και τα string κομμάτια του και τις μελωδίες του και την επιθετικότητά του και από όλα έχει ο μπαχτσές. Είδατε τι περίεργο πράγμα είναι οι εντυπώσεις στον άνθρωπο;

03. Edith Frost – Wonder Wonder

Αυτό είμαι σχεδόν σίγουρος ότι το είχα πετύχει πριν καμιά τετραετία στο πλέον πεθαμένο Always On The Run και το είχα κατεβάσει χωρίς πολύ σκέψη. Υπογραφή Drag City για τα credentials και αναμενόμενο αποτέλεσμα. Συμπαθητική singer/songwriter από εκείνη την περίεργη αμερικάνικη γενιά που έβγαλε η εταιρεία και οι ανάλογες εταιρείες, όχι κάτι το ξεχωριστό εκτός από κάποιες συνθέσεις, αλλά ιδανικό background για στιγμές που θες να σκεφτείς και δεν θες να σε αποσπά πολύ η μουσική. Θα σε βάλει σε ωραίο mood αλλά δεν θα σου ζητάει και συνέχεια την προσοχή. Ήρεμα, μελωδικά πράγματα.

04. Pamelia Kurstin – Thinking Out Loud

Το «Thinking Out Loud» δεν ταιριάζει ακριβώς στην κατηγορία αφού ξέρουμε ακριβώς τι είναι και γιατί το έχουμε, αλλά η φύση του η ίδια το κάνει έναν από εκείνους τους δίσκους που εκτιμάς απεριόριστα μεν, τους ακούς ψιλοσπάνια δε. Επίσης ακόμα χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο που ο προγραμματισμός μας δεν μας επέτρεψε να την δούμε στο περσινό Synch. Με όπλο το theremin της (όργανο κατεξοχήν συνδεδεμένο με την ψυχεδέλεια), έφτιαξε ένα απίστευτο album, σαφώς ambient-ίζον αλλά με τρομερό πλούτο ήχων. Να το ακούσετε.

Αυτά προς το παρόν. Τώρα σειρά έχει το καινούριο album των Boduf Songs που μοιάζει γευστικότατο, και ίσως να μας αλλάξει τη διάθεση προς την καινούρια μουσική που έχει δημιουργηθεί αυτό το μήνα.

some autumn haze for sunny Septembers

•10 Σεπτεμβρίου, 2008 • 1 σχόλιο

Κανένας λογικός άνθρωπος δε συμπάθησε ποτέ κανένα Σεπτέμβριο, ενώ φυσικά υπάρχουν εξαιρέσεις σε αυτό. Δεν χρειάζεται να απομονώσω τη ζέστη, την εξεταστική, ή κάτι άλλο παραπονιάρικο, απλώς ξεκαθαρίζω πως ο εν λόγω, είναι μακράν ο βαρετότερος μήνας της χρονιάς, όχι απαραίτητα μόνο της φετινής, γενικώς. Θα μπω στο θέμα άμεσα. Λέγονται DET ÄR JAG SOM ÄR DÖDEN, μαντέψτε από που είναι, έχουν μέλη των Bogus Blimp, και παίζουν εκκεντρικότατη pop σε σημείο να τους λατρεύει κανείς. Το album τους το νέο, λέγεται «Hey Space!» και πρέπει να το αποκτήσω. Περνάμε σε κάτι πιο γνωστό. Είσαι ο Andrew Liles, και ξανακούς το «Disconnected» album των Nurse With Wound (των οποίων είσαι μέλος)  & Faust (των οποίων είσαι οπαδός). Όσο το ακούς, τόσο σου φαίνεται πως ενώ θα μπορούσε να είναι η δυνατότερη συνεργασία όλων των εποχών, κατέληξε να ακούγεται κάπως αδιάφορο.  Πρέπει να επανορθώσεις. Παίρνεις λοιπόν τηλέφωνο τον Jean-Herve Peron των Faust, και του λες με τον τρόπο σου να κάνετε πάλι μουσική. Περνάει κάποιος καιρός, και εγένετο «Fini!». Το βρήκα μια μέρα άξαφνα στο γραμματοκιβώτιο, μαζί με άλλο ένα remix cd του Liles.  Το αποτέλεσμα είναι αντάξιο των ονομάτων, επιτέλους. Το «Fini!» περιέχει άνισες δόσεις πολλών αγαπημένων εκ των προτέρων χαρακτηριστικών των δυο ανθρώπων. Ούτε κρύβεται πίσω από εύκολη ambient, ούτε είναι μια συνεργασία για τα μάτια του κόσμου. Ήδη, έχει πάρει το δρόμο των πολλών, συνεχόμενων ακροάσεων. Στο «Click Opera» blog του Momus (αγαπημένο μου blog ever), ανακάλυψα μια μπάντα που προτείνει, τους Anathallo. Το «Floating World» που άκουσα, είναι ο ορισμός της ήρεμης indie rock, που κατορθώνει να προκαλέσει αρκετά παραπάνω από όσα περίμενα στην αρχή. Πράγμα που έκανε και ο Spectrum, που συναντώντας τον Captain Memphis, χαρίζει ένα «Indian Giver» σκέτο κόλλημα. Ειλικρινά δεν περίμενα να το ακούσω τόσες φορές. Παρέα με το νέο album του Otto Von Schirach δε, ο Σεπτέμβριος δείχνει να μην είναι τόσο κακός. It’s a trick! Σε άλλα νέα, οι Mgla κυκλοφόρησαν το πρώτο τους LP, λέγεται «Groza» και είναι φανταστικό, αναλόγου επιπέδουν των τριών εφταριών που προηγήθηκαν. Το κυκλοφόρησε η Northern Heritage σε cd, αλλά θα περιμένω τον δίσκο. Ας πούμε πως θα κοπεί τον Ιανουάριο, να είμαστε μέσα. Ο Ιανουάριος είναι ένας επίσης κακός μήνας, αλλά δεν θα τον μελετήσουμε τώρα, τώρα είναι Σεπτέμβριος. Και Σεπτέμβριο επέλεξαν οι Aura Noir για να κυκλοφορήσουν το «Hades Rise». Αλλά για αυτό θα πρέπει να μιλήσουμε πολύ αναλυτικότερα. Και όχι τώρα. Τώρα είναι Σεπτέμβριος. Και ο Σεπτέμβριος είναι ένας άσχημος μήνας.

evening songs

•9 Σεπτεμβρίου, 2008 • 1 σχόλιο

10 χρόνια μετά, η νυχτερινή ακρόαση αυτών των 35 λεπτών τελειότητας ακούγεται το ίδιο μαγευτική. Σίγουρα από τους δίσκους που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι πολλά πράγματα στην μουσική. Και μόνο γι’ αυτό χρειάζεται ένα τεράστιο ευχαριστώ. Και γιατί μας έμεινε ο τίτλος από τότε.

Cheers

a significant accumulation of water

•6 Σεπτεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Σήμερα η μουσική απόφαση της μέρας είναι να κάτσουμε να ξανακούσουμε όλα τα φετινά album στα οποία δεν είχαμε δώσει τον απαιτούμενο χρόνο και την απαιτούμενη σημασία. Αρκετοί δίσκοι πέρασαν (και θα περάσουν από το στερεοφωνικό) αλλά μέχρι στιγμής αυτός που μπαίνει στην κατηγορία «μαλάκα-γιατί-δεν-το-είχα-λιώσει-τόσο-καιρό-και-τι-σκατά-σκεφτόμουν-όταν-το-πρωτοάκουσα» και κερδίζει μάλλον και την πρώτη θέση είναι το «A Certain Feeling» των Bodies Of Water. Μια εποχή που οι indie pop/rock δίσκοι βγαίνουν ο ένας μετά τον άλλο με ρυθμό ασταμάτητο και που όλοι μοιάζουν να θέλουν να γίνουν οι νέοι Arcade Fire, οι νέοι National και γενικά οι νέοι «κάτι», ο δεύτερος δίσκος των αμερικάνων δύσκολα δεν θα σου τραβήξει την προσοχή. Αν και δεν μοιάζουν ιδιαίτερα ηχητικά, θα έλεγα ότι η αντίδρασή μου ήταν ανάλογη με τις πρώτες ακροάσεις του «Picaresque». Αρκετά σκοτεινός παρά το indie προσωπείο του, αρκετά 70s σε ήχους αλλά και αρκετά pop ώστε να μην γίνεται απλό αναμάσημα, με «ας τραγουδήσουμε όλοι μαζί» φωνητικά που θα έκαναν περήφανους τους A Silver Mt. Zion των τελευταίων δίσκων, αλλά και μπόλικη γλυκύτητα ώστε να σου φέρνουν χαμόγελα στο πρόσωπο. Όταν γίνονται πιο rock, δεν ξεχνούν να συνοδέψουν τις κιθάρες τους και με μπόλικο (αγαπημένο) hammond, κάτι που τους κάνει ακόμα πιο συμπαθείς. Προσωπικά μου ταιριάζουν πολύ περισσότερο από οτιδήποτε έχουν κάνει οι Arcade Fire και ομολογώ ότι δεν θέλω να εξελιχθούν σε «οι νεοι οτιδήποτε» (δεν ξέρω αν το θέλουν οι ίδιοι βέβαια).

Μετά από αυτό σειρά έχουν οι πρώτες ακροάσεις του δίσκου των Spires That In The Sunset Rise (έχουμε διαβάσει εξαιρετικά λόγια) και Procer Veneficus (έχουμε διαβάσει ακόμα περισσότερα εξαιρετικά λόγια). Αν προκύψει και τίποτα άλλο από το ξεθάψιμο της μέρας εδώ είμαστε να το συζητήσουμε.

join the army

•1 Σεπτεμβρίου, 2008 • Σχολιάστε

Η πρώτη μου επαφή με τους New Model Army (ως όνομα) είναι από τις καθαρότερες που έχω σε ότι έχει να κάνει με την μουσική. Ακόμα σχεδόν βλέπω τον εαυτό μου, 15 χρονών, το 1997 να κρατάει στα χέρια του το τεύχος Αυγούστου του Metal Hammer με την ανταπόκριση από το Rockwave εκείνης της χρονιάς, τη δεύτερη μέρα του οποίου είχαν εμφανιστεί οι NMA ανάμεσα στους Sisters Of Mercy και τα Διαφανα Κρίνα, σε ένα line-up ψιλοαχταρμά. Και αν με βάση τα τότε γούστα μου εμένα με ενθουσίαζε κυρίως η τρίτη μέρα και ο κύριος Dickinson (τότε είχε βγάλει και το Accident Of Birth – ε ρε γλεντια), αφού από τα συγκροτήματα της δεύτερης πρέπει να είχα ακούσει μόνο το «Vision Thing» των SoM και κάτι εκτρωματικά από τα μονίμως αντιπαθητικά Διάφανα Κρίνα, δεν μπόρεσα παρά να εντυπωσιαστώ από τα αποθεωτικά λόγια του συντάκτη (αν δεν κάνω τραγικό λάθος, που δεν κάνω, πρέπει να ήταν ο Φακίνος) τόσο για την εμφάνιση όσο και γενικότερα για την οντότητα που λεγόταν New Model Army και γι’ αυτόν τον περίεργο τύπο με τα αραιά δόντια που χαν πίσω από το μικρόφωνο.

Fast forward κάπου στις αρχές των 00s. Πολλά έχουν αλλάξει στα γούστα του πιτσιρικά που διάβαζε για το Rockwave αλλά λόγω κάποιας παράξενης σύμπτωσης το όνομα New Model Army δεν βρίσκεται ανάμεσα σε αυτά που θα ονομάσει αγαπημένα. Για να πω την αλήθεια μάλλον είχα ξεχάσει και την ύπαρξή τους. Η λατρεία που τους τρέφει όμως μια πολύ καλή φίλη, με κάνει να αρχίσω να ψάχνω την δισκογραφία τους. Η αρχή με τα κλασσικά: «Ghost of Cain», «Thunder And Consolation», «Impurity». Κάπου εκεί έρχεται και η κυκλοφορία του «Navigating By The Stars», του προσωπικού album του Justin Sullivan (ναι, εκείνου με τα αραιά δόντια). Το να προσπαθήσω να μιλήσω γι’ αυτό το album και μόνο, μου προκαλεί ανατριχίλες. Στις ακροάσεις τις περισσότερες φορές δεν αποφεύγουμε να μας πάρουν και τα ζουμιά. Πραγματικά δεν υπάρχουν λέξεις να περιγράψουν το τι έχει βάλει μέσα στα τραγούδια του αυτός ο άνθρωπος.

Και κάπως έτσι η συνέχεια είναι η λογική. Θα κάτσεις να διαβάσεις στίχους, να λιώσεις δίσκους, να συνδέσεις τραγούδια με τις μέρες σου, να βρεις τα κοινά σημεία ανάμεσα σε σένα και την μουσική. Και οι New Model Army θα γίνουν ένα από τα δικά σου συγκροτήματα. Τελικά κατάφερα να τους δω το 2006 στο Gagarin, και παρ’ όλο που δεν τους ευχαριστήθηκα όσο θα ήθελα για άσχετους λόγους, δεν ήταν κάτι λιγότερο από συγκλονιστικοί.

Η αφορμή για αυτό το post είναι ότι κατάφερα επιτέλους μετά από ένα χρόνο να ακούσω το τελευταίο τους album, το «High». Εξαιρετικό για μια ακόμα φορά (δεν νομίζω ότι έχουν κάνει κάτι άσχημο αυτοί οι άνθρωποι), γεμάτο από τραγούδια με την ανθρωπιά που τους χαρακτηρίζει. Δεν μπορώ να σκεφτώ πολλά συγκροτήματα τόσο κοντινά όσο αυτοί εδώ οι Βρετανοί. Και περιέχει τουλάχιστον ένα τραγούδι-αριστούργημα, το «Sky In Your Eyes». Κάντε τον κόπο απλά και διαβάστε τους στίχους του. Ελπίζω να τους ξαναπετύχουμε κάπου και να τραγουδήσει και κανένα από τα προσωπικά του ο Sullivan.

Μέχρι τότε..

eleven executioners

•30 Αυγούστου, 2008 • Σχολιάστε

And the first he kills only the wicked
And the second kills only the good
And the third he kills people more handsome than him
And the fourth kills the misunderstood
And the fifth kills the women who’ve loved him
And the sixth kills the couldn’t-care-less
The seventh kills people who fill questionnaires in
The eighth kills the deeply depressed
And the ninth kills the twentieth century
And the tenth waits to kill you and me
The eleventh kills only our fear of the tenth
The best executioner he

treading our path to summer’s end

•28 Αυγούστου, 2008 • Σχολιάστε

Ξεκινήσαμε τα post αυτό το μήνα με μια συλλογή, ας τα τελειώσουμε με μια ακόμα. Αυτή τη φορά όμως θα αποφασίσουμε να μην το παίξουμε μελαγχολικοί και ρομαντικοί τροβαδούροι αλλά να επιβεβαιώσουμε το rock χαρακτήρα του Sonic Death Monkey (τον ποιον?!?!??!!?!?). Οι μέρες πλέον έχουν αρχίσει να μικραίνουν αισθητά (σχεδόν καταλαβαίνεις τη διαφορά κάθε μέρα), οι σημαίες να πέφτουν πιο γρήγορα (!!!) αλλά για κάποιο απροσδιόριστο λόγο σήμερα υπήρχε η όρεξη για περισσότερη ενέργεια. Μάλλον θα φροντίσουμε να μπούμε τρέχοντας στον Σεπτέμβριο και κουνώντας ρυθμικά το κεφάλι. Να ‘μαστε λοιπόν..

between a rock and a blue moon

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε