Neighbourhood Watch : the end is near

•21 Μαρτίου, 2009 • Σχολιάστε

Ο χρήστης cirkus λέει:
τι fatboy slim ρε καγκουρα

Thanx Αιμίλιος

hazardous love, resurrection & night raids

•18 Μαρτίου, 2009 • Σχολιάστε

Αυτό είναι ένα post που ήθελα να κάνω εδώ και μέρες, αλλά ποτέ δεν έβρισκα τον χρόνο. Δεν ξέρω αν θα το κάνω σωστά και τώρα, μια που υπάρχει πλήρης έλλειψη συγκέντρωσης και μια εκνευριστικά επίμονη νύστα, αλλά αν το αναβάλλω και άλλο δεν πρόκειται να γραφτεί ποτέ.

Έχουν βγει ήδη αρκετά album που έχουν ξεχωρίσει φέτος και περιμένουμε και μπόλικα ακόμα. Αλλά υπάρχουν τρία (ή και δυο μπορεί να πει κανείς) που με έκαναν να σταματήσω και να σκεφτώ «ρε κάτι έχουμε εδώ (ρε)». Θα τα αναφέρω και μαζί γιατί υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου, μπόλικες αναλογίες μεταξύ τους. Ίσως όχι στη μουσική, αλλά στην νοοτροπία σύνθεσης και δομής του album.

Και τα τρία ήταν αρκετά μεγάλες εκπλήξεις, όχι γιατί δεν περιμέναμε κάτι εξαιρετικό από τους δημιουργούς τους, αλλά γιατί κατάφεραν να μας παρουσιάσουν κάτι διαφορετικό από αυτό που είχαμε στο μυαλό μας, αλλά και κάτι ακόμα καλύτερο από αυτό που περιμέναμεΓια ποια μιλάμε; Μα φυσικά για τα «The Resurrectionists» και «The Night Raiders» των Crippled Black Phoenix και το «The Hazards Of Love» των Decemberists.

Τα δυο πρώτα χρειάστηκαν πραγματικά πολύ καιρό για να τα αφομοιώσω, να κατανοήσω τι συμβαίνει μέσα τους αλλά και να μπορέσω να σχηματίσω μια ενιαία εικόνα για το τι έχουν κάνει οι Άγγλοι στους διάδοχους του εκπληκτικού «A Love Of Shared Disasters».  Καταρχήν, κατάφεραν να φτιάξουν δυο album πιο πλούσια από το προηγούμενο, πιο ποικιλόμορφα, αλλά εξίσου (αν όχι παραπάνω) ποιοτικά. Επιτέλους ακούσαμε το «Burnt Raynolds», εκείνο που μας είχε κολλήσει τα σαγόνια στο πάτωμα στο live τους. Πολύ έξυπνα το έχουν βάλει και πρώτο στο «Resurrectionists» για να μας μπάζει με την πρώτη στο κόλπο. Από εκεί και πέρα, οι CBP αρχίζουν να ξεσαλώνουν. Λίγες post rock μπάντες έχουν καταφέρει να συνδυάσουν τόσα πράγματα μαζί, αλλά και να μην χάσουν τον χαρακτήρα τους. Σαφώς και θα ακούσεται μπόλικο από το γνωστό post rock των Άγγλων εδώ, αλλά θα ακούσετε και μπόλικες Pink Floyd επιρροές (έγραψαν και το δικό τους «Echoes» εδώ με τις νότες του «Time of ye life/Born for nothing/Paranoid arm if narcoleptic empire»), αρκετή ψυχεδέλεια, κάποιες πτυχές των U2, μέχρι και Tom Waits-ικό κομμάτι έχουν γράψει. Γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται τεράστιος χρόνος να καταφέρεις να ακους τα album, χωρίς να χάνεις τη μπάλα. Σ’ αυτό βέβαια βοήθησαν και άπειρες προσεκτικές ακροάσεις σε βραδυνές (και μη) διαδρομές με λεωφορεία, μετρό και άλλα μέσα. Αλλά από την στιγμή που θα περάσεις εκείνο το όριο και θα τα κάνεις δικά σου, δεν υπάρχει περίπτωση να μην μείνεις μαλάκας από την μουσική τους. Δεν ξέρω κατά πόσο η επιλογή να τα κυκλοφορήσουν και τα δυο μαζί, θα αποδειχτεί έξυπνη (ή πετυχημένη) εμπορικά, αλλά το στοίχημα της ποιότητας το κέρδισαν και με το παραπάνω.

Το «Hazards of Love» είναι σαφώς πιο πρόσφατη προσθήκη. Αλλά η τεράστια έκπληξη που προξένησε ήταν και η αφορμή για αυτή τη σύνδεση (και αυτό το post). Για τους Decemberists είχαμε σχηματίσει μια αρκετά σταθερή μουσική εικόνα. Τους μάθαμε με το «Picaresque», εκφραστήκαμε με άναρθρους αλαλαγμούς ενθουσιασμού, ακούσαμε και τα προηγούμενα και τους αγαπήσαμε, τους παρακολουθήσαμε και όταν έβγαλαν το «Crane Wife» που επίσης λατρέψαμε, αλλά η αλήθεια είναι ότι κάποια περίεργα ψήγματα που ακούσαμε εκεί μέσα δεν μας προετοίμασαν γι’ αυτό που έμελλε να ακολουθήσει. Ξεχάστε λοιπόν τα φολκλορικά, τροβαδούρικα παραμύθια που μας έλεγαν μέχρι τώρα οι Decemberists. Τώρα αποφάσισαν να θυμηθούν παιδικά τους απωθημένα μάλλον και πήραν θέση έναρξης, πάτησαν με το ένα πόδι στα 60s και με το άλλο στα 70s, σταθεροποιήθηκαν και ξεκίνησαν τον αγώνα. Σαφώς rock ο χαρακτήρας του album, και μάλιστα rock παλαιότερων εποχών (έστω και αν διατηρούν την αισθητική τους, τόσο ως συγκρότημα, όσο και ως εποχή), με τρόπο όχι πολύ διαφορετικό από τους Σκανδιναβούς αναβιωτές του heavy rock των 70s. Το concept είναι ίσως το μόνο που ακολουθεί το γνώριμο story-telling ύφος των Decemberists. Υπάρχουν σίγουρα και μπόλικες στιγμές που θυμίζουν τα παλιότερα album, αλλά εδώ επέλεξαν να φορέσουν άλλες μάσκες. Οι περισσότερες από αυτές είναι δε από την απέναντι μεριά του Ατλαντικού (σε σχέση με τους Decemberists πάντα!!). British ψυχεδέλεια των 60s; Check! Jethro Tull-ιανοί χοροί; Check! Progressive rock (και μπόλικο hammond); Check! Μπαλαντοειδείς folk-rock μελωδίες; Check! Αλλά αυτό που κάνει το δίσκο να τα σπάει ακόμα περισσότερο είναι τα γυναικεία φωνητικά που μοιράζονται η Becky Stark των Lavender Diamond και η αγαπητή μας Shara Worden των My Brightest Diamond. Τα ξεσπάσματα και οι ερμηνείες αυτών των δυο είναι μάλλον η κορυφαία στιγμή του δίσκου (project της χρονιάς να ακούσουμε live το «The Wanting Comes in Waves/Repaid» – η αλήθεια είναι ότι εδώ μέχρι και Madder Mortem μου θυμίσανε λίγο). Τεράστιο album ρε παιδί μου, τεράστιο.

Οι επόμενες μέρες φιλοδοξούμε να επικεντρωθούνε στην πιο black metal πλευρά της φετινής χρονίας. Και αν το kiwiknorr μίλησε για τα Cobalt και Amesoeurs, νομίζω ότι θα έρθει η ώρα να μιλήσουμε για τις δυο φετινές κυκλοφορίες των Wolves In The Throne Room.

Βρέχει.

got a spot at Lukin’s

•17 Μαρτίου, 2009 • 1 σχόλιο

Το μπλογκ έχει πολλάκις αναφερθεί στο παρελθόν στο ζήτημα του φετιχιστή-ακροατή-θύματος.

Νομίζω το χειρότερο χαρακτηριστικό του εν λόγω είδους είναι αυτή η ντροπή που νοιώθει το υποκείμενο εκείνα τα κρίσιμα σαρανταδώδεκα κατά μ.ο. λεπτά αμέσως μετά την αγορά ενός ακόμα αχρείαστου σκατού που γράφει πάνω κάτι που υποτίθεται έχει πολύ μεγάλη σημασία. Δε μοιάζει με την ντροπή που καταστρέφει ερωτευμένους εφήβους πριν το κρίσιμο «θες να χορέψουμε;», ούτε με εκείνη μικρού παιδιού που μόλις έχει σπάσει το βάζο μιας υπερβολικά βαμμένης εορτάζουσας θείτσας. Είναι ένα ολόδικό μας πράγμα.

Δεν είναι καλό πράγμα πάντως, είμαι σίγουρος. Οι άλλοι χαμογελούν συγκαταβατικά και προσπαθούν να αλλάξουν θέμα. Σε βλέπουν σαν το χαμένο κρίκο ανάμεσα στον Τάκη της κυρά Νίτσας που κατέληξε πρεζόνι να κόβει βόλτες στη Σοφοκλέους για να βρει μια δόση και κάποιο κλασσικό geek, δεύτερο ρόλο σε αμερικάνικη ταινία που γεμίζει το μεσημέρι Κυριακής στο πρόγραμμα του Star πριν τα Φιλαράκια. Σκέφτομαι τον Έρκλ με μια σύριγγα και γελώ. Εμμέσως προσπαθώ να αλλάξω θέμα. Άμεσα γυρνώ. Χέσε τους άλλοι, δεν πρόκειται να καταλάβουν. Εσύ που είσαι υποτίθεται έξυπνος και γαμάτο τυπάκι και τα πάντα όλα, πως δεν το βλέπεις; Είναι μυστήριο, αλήθεια. Πως. Δεν.

Ενενήνα και άλλες εννέα λίρες είναι πολλές; Σίγουρα.
Είναι αρκετές για να μην; Με τίποτα.

Νοιώθω βρώμικος.

Υπάρχει πρόβλημα, είναι σαφές.

επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως

•17 Μαρτίου, 2009 • Σχολιάστε

Χωρίς link.

again and again and again (for the millionth time)

three albums for a sunday

•15 Μαρτίου, 2009 • Σχολιάστε

Είναι Κυριακή πρωί, και αυτή τη βδομάδα ακούσαμε τόση όμορφη νέα μουσική, που θέλουμε να τη μοιραστούμε όσο είναι καιρός. Γιατί μετά θα είναι Κυριακή μεσημέρι και θα πάμε για πικ νικ και δε θα μπορούμε. Έξω έχει ωραία μέρα, και πίνω καφέ στον οποίο ξέχασα να (μη) βάλω ζάχαρη σε funky φλιτζάνι Hondos Center που ειλικρινά δε μου αρέσει. Αυτά από εμένα, τις καλημέρες μου!

Cobalt – Gin

Προορισμένο για κυκλοφορία σε καμιά βδομάδα από τώρα, η Profound Lore το έστελνε από νωρίτερα, και φυσικά το πήρα. Πριν περίπου δύο χρόνια, το «Eater of Birds» με είχε ψαρώσει στις πρώτες ακροάσεις, και παρότι αμερικάνικο, μου έδινε μια γεμάτη περίληψη ευρωπαϊκών -ως επί το πλείστον- ήχων. Η ποιότητα και η τραχύτητα των κομματιών ήταν υπάρχουσα και όχι αμελητέα, αλλά σαν ψεγάδι θα μπορούσα να μιλήσω για μια κάποια έλλειψη προσωπικού χαρακτήρα. Το album ήταν φυσικά ό,τι έπρεπε για repeats, αν σε εκείνη τη φάση κάποιος επιζητούσε κάτι ωραίο να παίζει. Για να το λήξω εδώ, αν ίσως σε κάποια φάση της ζωής μου έπαιζαν το «Eater of Birds» και εγώ είχα πιεί (σε εκείνη ακριβώς τη φάση) δύο-τρία ποτηράκια παραπάνω, ίσως να μην ούρλιαζα «Cobalt είναι!» στα δύο πρώτα τραγούδια. Πέρσι βγήκε ένα EP που ήταν κάπως μυστήρια αδιάφορο, αλλά είχε ωραία διασκευή στο «Extinction» των Θεών Nausea. Φέτος, βγήκε το «Gin». Και από τις πρώτες ακροάσεις μου κάθισε τόσο καλά (με έμφαση στο «τόσο») που δεν μπορώ να κάνω ταύτιση με τον αρχικό eater of birds ενθουσιασμό. Διότι εδώ οι επιρροές έχουν περάσει από μικροσκόπιο πρώτα, και οι Cobalt συνθέτουν σαν Cobalt μόνο. Πληροφοριακά, οι Cobalt είναι δύο τύποι από την Αμερική που δεν δείχνουν να ενθουσιάζονται τόσο με το black metal της χώρας τους, αλλά με άλλα είδη αυτής. Αυτή τη στιγμή μιλάμε για ένα σκληρό ήχο που σαγηνεύεται από την αισθητική συγκροτημάτων όπως οι Neurosis και οι Killing Joke (ακούστε το «Dry Blood»), και τη συγγραφική των Ernest Hemingway και Hunter S. Thompson, σε μια περαιτέρω προσπάθεια εξερεύνησης της αμερικάνικης κουλτούρας. Ίσως με πέτυχε και στην κατάλληλη στιγμή, που λιώνω ξανά το «On the Road» του Jack Kerouac και είμαι φιλικά προσκείμενος σε καθετί αμερικάνικο. Τόσο, που σκέφτομαι να πάω και στα Friday’s αύριο. Εν πάσει περιπτώσει, το «Gin» έχει εύκολα τις πιο ενδιαφέρουσες νότες που άκουσα από τους Cobalt ποτέ, και δείχνουν να έχουν τα φόντα για μελλοντική αγορά των albums τους πριν την πρώτη τους ακρόαση ακόμα. Στα επιπλέον σχόλια, εδώ συμμετέχει (πάλι!) η Jarboe, η οποία να το δείτε, έτσι όπως πάει σε κάνα χρόνο θα ακούει μόνο τις κασσέτες Black Witchery και θα βγάζει μανιφέστα για το πόσο ξεπουλήθηκαν οι Abigail όταν έβγαλαν το πρώτο album τους. Επίσης, οι Cobalt είχαν βγάλει και ένα πρώτο album το 2005 σε παρακλάδι της παραπαίουσας Displeased Records, με το κακό όνομα «War Metal». Το album δεν είναι τόσο κακό όμως, και είχα κωλοχαρεί που το είχα πετύχει στον λατρεμένο Λωτό στην τιμή των τεσσάρων ευρώ. Οι Cobalt ήρθαν να πάρουν τη σκυτάλη από τους Funeral Mist για το κυρίαρχο black metal άκουσμα των ημερών…

Amesoeurs – Amesoeurs

…και στη συνέχεια να την παραδώσουν στους Amesoeurs. Εν αρχή ήταν οι Peste Noire και το album τους «La Sanie des siècles – Panégyrique de la dégénérescence», όπου όταν το άκουσα φαντασιωνόμουν κάτι τύπους που στα νιάτα τους άκουγαν μόνο τη γαλλική σέκτα της Black Legions και χλεύαζαν κατάφορα τους «φλώρους τους νορβηγούς», και μιάς και από τότε έχει μείνει μόνο ο Meyhna’ch να παλεύει με τους Mutiilation, οι Peste Noire μου έφεραν μια υπερδισκάρα αφάνταστα καλή. Αναβιωτική. Αν ο kathleenturneroverdrive σας πει πως οι Peste Noire είναι βαρετοί, θυμίστε του πως του άρεσε το τελευταίο Nachtmystium. Μένοντας στους γάλλους όμως, σιγά σιγά άρχισα να μαθαίνω τις παράπλευρες δραστηριότητες του Neige, κιθαρίστα της μπάντας. Ο τύπος διατηρούσε also τους Alcest και τους Amesoeurs. Οι Alcest έβγαλαν το 2007 το «Souvenirs d’un Autre Monde», το οποίο είναι ο Απόλυτος δίσκος για ταξίδι, να κοιτάς παράθυρα και να βρέχει και τέτοια, είναι ο ορισμός του φθινοπωρινού album, δουλειάς που έκανε χαβαλέ σε όλη σχεδόν την post rock σκηνή εκεί έξω. Τα έχουμε ξαναπεί για το γεγονός πως τα όρια του black metal είναι μεγαλύτερα από αυτά οποιουδήποτε σύγχρονου ιδιώματος. Τα όρια αυτά ομολογουμένως δεν πλησιάζονται συχνά, αλλά υπάρχουν εκεί και περιμένουν. Οι Amesoeurs πάλι, είχαν μείνει σε ένα single, το «Ruines Humaines», το οποίο είναι εξαιρετικό. Σε κάποια φάση άκουσα πως διαλύθηκαν, και μου έκατσε άσχημα. Σε κάποια άλλη φάση, βλέπω εξώφυλλο και download link και προπαραγγελίες του βινυλίου στη Northern Silence. Κατεβάζω ευθύς, και εδώ έχουμε να κάνουμε με τον Neige σε φόρμα. Ο Alcest αέρας είναι αισθητά εντονότερος από ότι στο EP, ενώ αυτό που ακούμε σφύζει προσωπικότητος, συναισθηματισμού και χαρακτήρα. Ο τύπος άκουγε ξεκάθαρα Red Sparowes («Recueillemen»), Electrelane, Savage Republic, Noir Desir, Joy Division, Cure και ρε διάολε, είναι τόσο όμορφο να τραγουδάς στα γαλλικά πάνω σε black metal βάσεις! Πάρτε τους Solefald στο «Omnipolis» ή ακόμα και τις απαγγελίες των Arkhon Infaustus στο «Orthodoxyn». H γαλλιδούλα που τραγουδάει εδώ κάνει απίστευτη δουλειά, και είμαι σχεδόν ενθουσιασμένος που δεν ξέρω γαλλικά, ώστε να μην καταλαβαίνω και απλώς να νιώθω. Τώρα που μιλάμε, ο Πάρης (δεν τον ξέρετε τον Πάρη) με ενημερώνει πως το πρώτο κομμάτι του θυμίζει Archive. Άλλοι μου έλεγαν χτες πως το περίμεναν καλύτερο, και πως το EP είναι το opus magnum τους! Εγώ λέω πως μου χει σπάσει το κεφάλι έτσι που το ακούω συνέχεια, έτσι μελαγχολικό που είναι. Τα black metal του μέρη, μπορεί να μην είναι τα κλασικά black metal μέρη που ίσως θα περίμενε κανείς, αλλά είναι καταπληκτικά. Νομίζω πως έχω πάθει μεγάλη πλάκα με το album, και είναι κρίμα μεγάλο που το διέλυσαν ευθύς αμέσως μετά την ηχογράφηση/κυκλοφορία του. Να μου πει κάποιος το όνομα της γαλλίδας, να δω που αλλού θα την ακούσω. Αυτά για τους Amesoeurs. Αναμένω εναγωνίως το νέο album των ΛΑΤΡΕΜΕΝΩΝ Forgotten Woods, στους οποίους πλέον έχει αναλάβει τα φωνητικά ο Neige. To album θα λέγεται «Pig». Ελπίζω να τον πάρουν και στους Joyless. Δεν ξέρω γιατί. Απλά το φαντασιώνομαι υπερβατικά καλό να τον ακούσω να λέει το «Room of Velvet Splendour».

Magenta – Art and Accidents

Τη δεύτερη φορά που είχαμε δει τους Apoptygma Berzerk, έπαιζαν support οι Magenta, και έτσι τα σαράντα ευρώ του εισιτηρίου έφυγαν πολύ πιο εύκολα. Τους Magenta τους αγαπούσαμε από παλιά. θα τους ξέρετε όλοι, καθώς το τραγούδι τους «All Over» έπαιζε σε μια διαφήμιση της Sprite Zero με μια γκόμενα που έβγαζε τη μπλούζα της και την πέταγε σε μια κάμερα και ουάου ας πιούμε όλοι Sprite Zero! Δεν πίνεται αυτή η μαλακία, αλλά το «All OVer» είναι κομματάρα. Δεν έχω δει πιο αστείο πράγμα από το αυτoκόλλητο πάνω στο «Little Girl Lost» των Magenta. Έγραφε «Περιέχει το ALL OVER που είναι στη διαφήμιση της SPRITE ZERO. Συμμετέχουν μέλη των SATYRICON, MAYHEM, CADAVER». Αγαπώ τους Magenta. Έτσι απλά. Επειδή η φωνή της Vilde Lockert είναι πολύ γλυκιά και όμορφη (όσο και η ίδια, θα έλεγε κάποιος εξωτερικός παρατηρητής). Και κυρίως, επειδή από πίσω κρύβεται ο τεράστιος Anders Odden. O Anders Odden είχε την εξής πορεία. Είχε τους Cadaver και έπαιζε death metal στη Νορβηγία, σχεδόν πριν υπάρξει η αλληλουχία λέξεων «black metal». Μετά, πήγε στους Apoptygma Berzerk όντας μέλος στους δύο καλύτερους δίσκους του. Στη συνέχεια έφυγε από αυτούς και σχημάτισε πάλι τους Cadaver (Inc) σε tech-grind μοτίβο παρέα με τους Carl Michael και Apollyon, ενώ μετά την κυκλοφορία του -οριστικά τελευταίου album τους- «Necrosis», επέστρεψε στους Apoptygma Berzerk για να ηχογραφήσουν παρέα το «You and Me Against the World». Αυτό ήταν ένα εξαιρετικά ευχάριστο γεγονός, καθώς το album ήταν ένα αριστούργημα κιθαριστικής pop, με τα e.b.m στοιχεία να βρίσκονται σχεδόν υπό του μηδενός. Στη συνέχεια εγκαταλείπει τους Apoptygma πάλι, ώστε να γίνει δεύτερος κιθαρίστας των Celtic Frost και αργάαα αργά να κυκλοφορήσει το διάδοχο του «Little Girl Lost». O Anders Odden έχει μια εξαιρετική ικανότητα, που λίγοι πολυprojectοι καλλιτέχνες έχουν : Ξέρει τι μουσική παίζει σε κάθε μπάντα που παίζει. Εννοώ πως είναι γνώστης ρε παιδί μου, ξέρει από ποιόν να επηρεαστεί για κάθε μπάντα του, ξέρει τι (σωστά) στοιχεία να βάλει σε κάθε μια, γενικώς το γνωρίζει καλά το θέμα, για αυτό είναι και τεράστια μουσικάρα. Οι Apoptygma Berzerk κυκλοφόρησαν πριν λίγες μέρες το «Rocket Science», χωρίς τον Odden στη σύνθεσή τους, και το «Rocker Science» είναι η απογοήτευση η ίδια. Αυτό, διότι ενώ υπάρχουν όλα τα όμορφα τεχνικά στοιχεία, η παραγωγή, οι προδιαγραφές, η όρεξη, η Amanda Palmer, δεν υπάρχουν κομματάρες. Ούτε μία. Υπάρχουν μόνο ωραία τραγουδάκια και μέτρια τραγουδάκια και αδιάφορα τραγουδάκια. Ο Anders Odden κυκλοφορεί το «Art and Accidents» των Magenta. Ένα album που έχει ΜΟΝΟ ΚΟΜΜΑΤΑΡΕΣ. Αποκλειστικά. Τίποτα άλλο. Μία προς Μία. Το «Untouchable» αδυνατώ να το ακούσω λιγότερες από δέκα φορές συνεχόμενες. Το album είναι χαρούμενο, φεύγει σαν σφηνάκι, παίζει πολλές φορές μαζί, φτιάχνει τη διάθεση, και έχει μέσα την εξαιρετικότερη pop που άκουσα τελευταία. Γιατί τέτοια είναι, όσο «industrial/gothic rock» ρετσινιά τους έχει κολλήσει σαν ταμπέλα. Όχι πως δεν υπάρχουν στοιχεία, αλλά εδώ έχουμε pop. In disguise, αλλά θεϊκή pop. Το «Art and Accidents» το περίμενα πολύ καιρό, και είναι εύκολα η αγαπημένη μου δουλειά των Magenta. Δεν έχει νόημα να περιγράψεις ένα album που έχει πιάσει την απόλυτη τελειότητα στο είδος του. Εξυπηρετεί στο έπακρο όποιους (μα όποιους) σκοπούς θα μπορούσε να έχει. Καταπληκτικά πράγματα. Δεν θα πλέξω άλλο το εγκώμιο του Anders Odden. Ο τύπος έχει συμμετάσχει σε πολλές άλλες μπάντες και ό,τι αγγίζει πραγματικά δεν έχει ψεγάδι. Για εμένα. Γιατί οι άνθρωποι της Coca Cola δεν πρέπει να ενθουσιάστηκαν πολύ με το video του «All Over» που τους είχε στείλει με κεντρικό ήρωα τον…Mortiis. Παραγωγή στο νέο album o Stephen Groth, ο οποίος συμμετέχει κιόλας στο «Massive Enigma». Είσαι σαν ξώγαμο του Molko, και είπα κακά λόγια για το τελευταίο album σου, αλλά οι Apoptygma Berzerk μου είχαν αλλάξει τη ζωή σε κάποια φάση. Επάνοδος, άμεση!

«then i felt invinsible, unbreakable, UNTOUCHABLE
i want my love to have it all, you own my soul
LA LA LA LA LALALAAAAA»

two for the road

•13 Μαρτίου, 2009 • Σχολιάστε

Υπάρχουν albums στα οποία κυριαρχεί ένα pattern σχετικά με την τοποθέτηση των τραγουδιών. Μπήκα λίγο απότομα στο θέμα, οπότε το παίρνω από την αρχή. Καλημέρα σας, έχω κουβαλήσει περίπου διακόσια κιλά στόκο και άλλα τόσα πλακάκια, και τώρα πίνω ένα γρήγορο γρήγορο καφέ γιατί σε λίγο δουλειά. Εύχομαι να είστε όλοι καλά και αγαπημένοι. Λοιπόν. Υπάρχουν albums στα οποία κυριαρχεί ένα pattern σχετικά με την τοποθέτηση των τραγουδιών. Για παράδειγμα, μερικά στην αρχή έχουν τα πιο γρήγορα κομμάτια, ενώ κάποια άλλα είναι τίγκα στο (κλισέ και εύκολο) πιανιστικό ιντερλούδιο. Γενικώς ζούμε στην εποχή του μοτίβου, και η μουσική σιγά μην είναι εξαίρεση, ακόμα και η καλή μουσική.

Ένα πολυαγαπημένο μου είναι αυτό του καταστροφικά στενάχωρου κλεισίματος, της προσωπογραφίας του τραγικού, αλλά με μια βαθιά κρυμμένη αισιόδοξη νότα, είτε στους στίχους, είτε στη μουσική, είτε ακόμα και στο feeling απλώς.

Το Sonic Death Monkey επιλέγει δύο υπέροχα τραγούδια που γράφτηκαν με τέτοιο σκεπτικό, και ακούγονται υπέροχα μαζί.

Είναι το «None Shall Die» των Caïna και το «I Can See You» των Neurosis.

Μπορεί στιχουργικά να προσεγγίζουν το ίδιο θέμα από διαφορετική οπτική, αλλά το συναίσθημα είναι θαυμαστά όμοιο. Όμορφο πολύ είναι να ακούς ιστορίες που μοιάζουν πολύ. Με τρόπο ώστε ακόμα και από τη βαριά μελαγχολία τους να μπορείς να δεις κάτι αισιόδοξο.

Και επιμένω, πως τόσο οι Caïna και οι Neurosis είναι τελικά αισιόδοξες μπάντες.

Δεν είναι δυνατόν ένας απαισιόδοξος άνθρωπος να γράψει τόσο θλιμμένη μουσική.

you ask for one

•11 Μαρτίου, 2009 • Σχολιάστε

i’ll give you 21

the remains of the day

•10 Μαρτίου, 2009 • Σχολιάστε

Το sonicdeathmonkey είναι σαν το δωματιό μου. Λείπω πέντε μέρες, και δεν έχει πειράξει κανείς τίποτα. Αν εξαιρέσω το δελτίο τύπου του Synch που βρήκα στο γραφείο μου. Σαν χτες το θυμάμαι το προπέρσινο, ωραίο synch. Μια συνεχόμενη δημοσίευση με ίδιο θεματικό πυρήνα όμως, ισοδυναμεί με μια άχρηστη δημοσίευση, οπότε θα ξαναπούμε για το όμορφο αυτό σκηνικό όταν θα το έχουμε βιώσει.

Σήμερα, δυο-τρείς κουβέντες είναι αρκετές. Μια μέρα είχα συναντηθεί με το -τότε!- υπόλοιπο crew του ταχέως αναπτυσσόμενου τότε blog μας, και ο ΚΤΟ μου έδωσε στο χέρι το -φρέσκο τότε- «You are there» των Mono, με σχεδόν εκβιαστικές πιέσεις ακρόασης. Μου το έβαλε στην αγκαλιά, και μου έδωσε την ευχή του. Ως τότε είχα ασχοληθεί μονάχα με το «One step more and you die», κυρίως επειδή με τέτοιο τίτλο είναι δύσκολο να μην ασχοληθεί κανείς. Οι Mono, ως μια μουσική εκδοχή του φαντασιακού υποσυνείδητου, έχουν ένα τερατώδες ταλέντο στο να δημιουργούν εικόνες στο μυαλό, μονάχα με artworks, τίτλους και νότες. Κυρίως με νότες. Το «Moonlight», τελευταίο κομμάτι του album, κατάφερε με το στήσιμό του να προκαλέσει σαστιμάρα ανάλογη του «Popplagid» των Sigur Ros, και μιας και το εν λόγω είναι από τις δυνατότερες στιγμές στην Τέχνη με τις νότες, οι Mono, από μια φοβερή νέα μπάντα (αν και κάπως αποπροσανατόλιστη στις αρχές της), με το «You are There» για μένα εκτινάχθηκαν στους μεγαλύτερους του είδους. Σε μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με φίλο οπαδό του Ταακίρα Τάκα Γκότο και του Ταμάκι, αποφασίστηκε πως ένας κυρίαρχος λόγος για τον οποίο οι Mono ξεχωρίζουν ουσιαστικά εκεί έξω, είναι επειδή το συναίσθημα της (εξαιρετικής) μελωδίας τους φιλτράρεται από μια αξιοθαύμαστη τεχνική κατάρτιση που όμοιά της δύσκολα συναντάμε, ακόμα και στη γενικότερη ασαφή post rock σέκτα. Σιχαίνομαι να λέω πως μ’αρέσει η post rock, αλλά λατρεύω να ακούω μπάντες τις οποίες μέσα μου δεν θεωρώ post rock, αλλά ίσως είναι. Οι Mono δεν έχουν παγιδευτεί ούτε σε μισό κλισέ, και όταν τους είδαμε στο An εκείνο το βράδυ διαπιστώσαμε πόσο ανεπαρκής είναι η μέση μπάντα του ιδιώματος, που ένα βράδυ μαζεύεται, πίνει μπύρες, και ακούει τόσες φορές Mogwai, μέχρι να έρθει στο κατάλληλο mood ώστε να συγχρονίσει το jam-άρισμα του κάθε οργάνου. Σε εποχές που ακόμα και οι ίδιοι οι Mogwai είναι για μένα ανεπαρκείς, αλλά αυτό άλλο κεφάλαιο.

Οι Mono, στις 24 του Μάρτη κυκλοφορούν το πέμπτο album τους, «Hymn to the Immortal Wind», με τον Steve Albini αγκαλιά, όσο και με μια κτηνώδη ορχήστρα με βιολιά, τσέλα, βιόλες, κοντραμπάσα και φλάουτα. Στις αρχές του φεβρουάρ έφτασε στο winamp μας, και το γεγονός πως πρόκειται για τον πληρέστερο και καλύτερο δίσκο τους, δεν μου το ξεκολλάτε από το κεφάλι. Είναι μαγικό που διαρκεί σχεδόν εβδομήντα λεπτά και δεν υπάρχει μισό περιττό δευτερόλεπτο. Εδώ έχουμε ακαδημαϊκό σεμινάριο δημιουργίας του τέλειου album ενός ιδιώματος. Η αισθητική τους, για άλλη μια φορά παραμένει υψηλότατη.

Μέχρι να τους δούμε ζωντανά λοιπόν τον επόμενο μήνα, χαζέψτε το video που σκάρωσαν για το «Follow the Map».

in synch

•10 Μαρτίου, 2009 • Σχολιάστε

Την αγάπη μας ως blog για το θεσμό του Synch την έχουμε εκφράσει πολλάκις. Και αν στο περσινό με στρατούς, τρεξίματα και μαλακισμένες καταστάσεις δεν καταφέραμε να πάμε, φέτο λέμε να επανορθώσουμε και μάλιστα με τριήμερη παρουσία. Ειδικά αν τελικά επαληθευτούν όλα όσα ακούγονται από εδώ και από εκεί, θα έχουμε να μιλάμε για το καλύτερο φεστιβάλ που έχει γίνει στην Ελλάδα από τον καιρό ανακαλύψαμε τη φωτιά (μη σας πω και από τον καιρό των δεινοσαύρων). Μέχρι στιγμής το site του φεστιβάλ μας ενημερώνει ότι έχουν κλείσει οι παρακάτω:

TORTOISE (LIVE)-US
THE MATTHEW HERBERT BIG BAND (LIVE)-UK
FRIENDLY FIRES (LIVE)-UK
JUNIOR BOYS (LIVE)-CA
FUJIYA & MIYAGI (LIVE)-UK
THE BUG (LIVE)-UK
MR. OIZO (DJ SET)-FR
AEROPLANE (DJ SET)-BE
MATHEW JONSON (DJ SET)-CA
3 CHAIRS (feat. Theo Parrish, Marcellus Pittman, Rick Wilhite / DJ SET)-US
FENNESZ (LIVE)-AU
MERZBOW (LIVE)-JP
SHIT ROBOT (DJ SET)-IR
CLUSTER (LIVE)-DE

Βλέπω τουλάχιστον τρία ονόματα που με κάνουν από το να χαμογελάω πλατιά μέχρι να ανατριχιάζω στη σκέψη του τι θα δούμε και θα ακούσουμε. Παρακαλάμε για επιβεβαίωση Tobin και Burial και ελπίζουμε σε ακόμα περισσότερες εκπλήξεις.

Σε άλλα συναυλιακά νέα (καλοκαιρινά) στο φετινό Rockwave, ανάμεσα στους υπόλοιπους πάτους, θα ξαναέρθουν να παίξουν οι Monster Magnet, αλλά όσο και αν λυπόμαστε που δεν θα τους δούμε πάλι, 50 ευρώ για αυτούς μόνο δεν θα δώσουμε.

Σε δισκογραφικά νέα, εμπεδώνουμε το καινούριο full των Wolves in the Throne Room (μετά το υπερ-καταπληκτικό εφτάρι που βγάλανε νωρίτερα φέτος), σκεφτόμαστε το καινούριο Arbouretum, βρίζουμε το καινούριο U2, εκπλησσόμαστε ευχάριστα με την jazz του Geir Lysne Ensemble, συμπληρώνουμε τις Fennesz-ικές εμμονές μας με τα Fennesz/Dafeldecker/Brandlmayr και Ρegenorchester ΧΙΙ, μένουμε με το στόμα ανοιχτό μπροστά στο κάψιμο του καινούριου Decemberists (γι’ αυτό νομίζω ότι θα μιλάμε πολύ καιρό), ενώ περιμένουμε να πάρει σειρά η συνεργασία των Angel και Strings Of Consciousness. Έχει και μπόλικα ακόμα ο μπαχτσές αλλά καιρό έχουμε μπροστά μας.

Σε άλλα νέα πλέον και τα 4/4 του Sonic Death Monkey φορούν πολιτικά και βλέπουν μπροστά τους αθηναϊκές πινακίδες. Και εις άλλα με υγεία!

Και λίγοι Eldritch, Adams, Marx και Hussey. Ώρα βραδινή.

•4 Μαρτίου, 2009 • Σχολιάστε

Είναι το πρώτο τραγούδι τους που άκουσα. Ναι, πριν το «Temple of Love» ακόμα. Όχι, όχι επειδή το έμαθε ο κόσμος όλος μέσω των Cradle of Filth. Απλά επειδή. It’s just it’s.

It’s just a feeling
I get sometimes
A feeling
Sometimes
And I get frightened
Just like you
I get frightened too
but it’s…

(no no no) No time for heartache
(no no no) No time to run and hide
(no no no) No time for breaking down
(no no no) No time to cry

Sometimes in the world as is you’ve
Got to shake the hand that feeds you
It’s just like Adam says
It’s not so hard to understand
It’s just like always coming down on
Just like Jesus never came and
What did you expect to find
It’s just like always here again it’s…

Everything will be alright
Everything will turn out fine
Some nights I still can’t sleep
And the voices pass with time
And I keep

No time for tears
No time to run and hide
No time to be afraid of fear
I keep no time to cry

kiss

•28 Φεβρουαρίου, 2009 • Σχολιάστε

For a minute, I got uptight. But she told me to take it easy, I had no reason. She’d marry me, and if it was important, because of our parents, it could even be in a hall. That wasn’t the point. The point was somewhere else altogether– three years ago, in Mombasa, when she and Lihi went there after the army. Just the two of them went, because the guy who was her boyfriend had re-enlisted. In Mombasa, they lived in the same place the whole time, some kind of guest-house where a whole bunch of people hung out, mostly from Europe. Lihi wouldn’t hear about leaving the place, because she’d just fallen in love with some German guy who lived in one of the cabins. She didn’t mind staying either, she was pretty much enjoying the quiet. And even though that guest-house was exploding with drugs and hormones, no one hassled her. They could probably sense that she wanted to be alone. No one – except for some Dutch guy who got there maybe a day after them and didn’t leave the place until she went back home. And he didn’t actually hassle her either, just looked at her a lot. That didn’t bother her. He seemed like an alright guy, a little sad, but one of those sad types who don’t complain. They were in Mombasa for three months, and she never heard him say a word. Except for once, a week before they left, and even then, there was something so gentle about the way he talked to her, something so weightless, that it was as if he hadn’t said anything at all. She explained to him that the timing was bad, told him about her boyfriend, who was some technical something in the air force, about how they’d known each other since high school. And he just smiled and nodded and moved back to his regular spot on the steps of the hut. He didn’t speak to her anymore, but kept on looking. Except that actually, now that she thought about it, he did speak to her one more time, on the day she flew back, and he said the funniest thing she’d ever heard. Something about how, between every two people in the world, there’s a kiss. What he was actually trying to tell her was that he’d already been looking at her for three months and thinking about their kiss, how it would taste, how long it would last, how it would feel. And now she was leaving, and she had a boyfriend and everything, he understood, but just that kiss, he wanted to know if she would agree. It was awfully funny, the way he spoke, kind of confused, maybe because he didn’t know English well, or he just wasn’t much of a talker. But she said okay. And they kissed. And after that, he really didn’t try anything and she came back to Israel with Lihi. Her boyfriend was at the airport in his uniform to pick her up in his army car. They moved in together, and to spice up their sex life a little, they added some new things. They tied each other to the bed, dripped some wax, once they even tried to do it anally, which hurt like hell, and in the middle, shit came out. In the end, they split up, and when she started school, she met me. And now, we’re going to get married. She has no problem with that. She said I should pick the hall and the date and whatever I want, because it really doesn’t matter to her. That isn’t the point at all. Neither is that Dutch guy, I have nothing to be jealous of there. He’s probably dead already from an overdose or else he’s lying drunk on some sidewalk in Amsterdam, or he went and got a Master’s degree in something, which sounds even worse. In any case, it’s not about him at all, it’s that time in Mombasa. For three months, a person sits and looks at you, imagining a kiss.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε