Άλλες φορές μπορείς, άλλες δεν θέλεις. Κάθεσαι στην διάβαση και περιμένεις να ανάψει το φανάρι της έμπνευσης. Άλλες φορές δεν σε νοιάζει. Κάποιες φορές οργανώνεις το πάρτυ του εσωτερικού διάλογου και ανυπομονείς να λύσεις τα θέματά σου. Ψάχνεις, βρίσκεις, χάνεσαι και σε όλο αυτό δεν έχεις ποτέ συνταξιδιώτη.
Η μπάντα όμως.
Η μπάντα – το συγκρότημα – μπορεί, ακόμα και όταν δεν θέλει καθόλου. Η μπάντα δεν στέκεται στην διάβαση. Βρίσκει τον τρόπο ό,τι και να σημαίνει αυτό. Λασπώνεται από πάνω ως κάτω αν χρειαστεί, ξεκινά το ταξίδι λαθρεπιβατικά. Αυτός ο ανθρώπινος σχηματισμός, είναι αυτό που είναι ή ξεκινά έτσι όπως ξεκινά, ενώνοντας τελείες. Μικρά σημεία που στο τέλος φτάνουν να σχηματίζουν έναν ορίζοντα από προοπτικές.
Αυτό το ποστ προκύπτει μεν από την πρόσφατη ντοκυ-ταινία PJTwenty των Pearl Jam, αλλά δεν είναι για τους ίδιους.
Υποθέτω πως πάντα είχα μια ιδιαίτερη ευαισθησία στις καλλιτεχνικές συνεργασίες. Θεωρώ πως μάλλον αυτό δείχνει μια εξαιρετικά και ηθελημένα αφελή κοσμοθεωρία πως χωρίς τις γενικότερες συνεργασίες αυτού του κόσμου τίποτα δεν θα στεκόταν όρθιο και τίποτα δεν θα γινόταν με φαντασία. Πορεύεσαι ως αυτοσχεδιαστικός τύπος και θεωρείς το πάρε-δώσε μεταξύ των ανθρώπων μια αποκαλυπτική διαδικασία, θεωρείς πως σηκώνουμε το βάρος ο ένας του άλλου, σκαρφαλώνουμε ομαδικά εκείνες τις σκάλες που σε πάνε κάπως πιο κοντά σε κάτι ανώτερο. Και καλά να πάθεις.
Στο καλλιτεχνικό σύμπαν, βρίσκω αντανάκλαση όλων αυτών, στα συγκροτήματα. Λίγα είναι αυτά που ξέρω σχετικά με την αστρονομία και θα έκανα μάλλον καλύτερους παραλληλισμούς αν ήξερα περισσότερα αλλά ίσως αρκεστώ στο να σκέφτομαι τα συγκροτήματα σαν πλανήτες συνεχώς σε κίνηση. Για να μην παρεξηγηθώ όμως, η αρχή του συλλογισμού μου είναι τα επιτυχημένα συγκροτήματα και φυσικά αυτός ο συλλογισμός μάλλον τελειώνει στο ερώτημα, τί θεωρείται επιτυχημένο συγκρότημα. Αλλά θα προτιμήσω να μην το τελειώσω εκεί.
Είναι ένα συγκρότημα αυτό μέσα στο οποίο πρέπει να σταθεί ένας μουσικός όταν πρωτοξεκινά γιατί αλλιώς μόνος του ίσως να είναι απλά αόρατος; Απλά δεν φτάνει; Είναι μοιραίο να συμβεί η ένωση; Η μουσική συμβαίνει ακριβώς λόγω της ένωσης; Είναι τραγουδιστής γιατί αυτό κάνει καλύτερα; Είναι ντράμμερ γιατί δεν είναι αρκετά καλός κιθαρίστας; Πως θα ήταν οι άνθρωποι που απαρτίζουν το αγαπημένο σου συγκρότημα αν δεν είχαν βρεθεί ποτέ μέσα σε αυτό; Ο frontman είναι αυτός που ακονίζει την κόψη του συγκροτήματος;
Η μουσική είναι το ένα είδος τέχνης που μοιάζει πολλές φορές να μηδενίζει την απόσταση μεταξύ της ανθρώπινης ακρότητας και του ίδιου του ανθρώπου. Δεν περπατάς όλη μέρα ουρλιάζοντας όπως ουρλιάζεις όταν ακούς το αγαπημένο σου κομμάτι. Όμως το να ουρλιάζεις, να κλείνεις τα μάτια, να βουρκώνεις, να οργίζεσαι, να χοροπηδάς σαν πίθηκος, είναι πράγματα που σου δίνουν ευχαρίστηση. Κι όμως δεν τα κάνεις κάθε μέρα. Θα ήθελες.
Θα ήθελες αυτή την ειλικρίνεια της στιγμής.
Το συγκρότημα είναι το σύνολο αυτό για το οποίο είναι εξαιρετικά δύσκολο να φέρει αυτού του είδους το τελικό αποτέλεσμα. Υπάρχει η σύγκρουση, οι διαφορετικές ανησυχίες, οι διαφορετικές αδυναμίες, οι διαφορετικές δυνάμεις, οι ισορροπίες, τα όρια, το υπερβολικό, οι απαιτήσεις και το πως να διαχειριστείς αυτές. Το ίδιο όνειρο που ονειρεύτηκε μια ομάδα ανθρώπων αλλά στην πορεία φαίνεται ότι το τέλος του ή η πορεία του είναι διαφορετική. Γι’αυτό τον λόγο όταν ακούω την μουσική ενός συγκροτήματος να επικοινωνεί με επιτυχημένο τρόπο κάποια αλήθεια, ενθουσιάζομαι.
Ένα μουσικό σχήμα αποκαλύπτει πολλά για την ανθρώπινη κατάσταση. Σίγουρα, η μουσική είναι το ρεύμα που τροφοδοτεί την λειτουργία της μηχανής, αλλά η μηχανή – ο άνθρωπος – άλλες φορές λειτουργεί ομαλά και πολλές φορές όχι.
Και ποιά η ανθρώπινη κατάσταση; Χιλιάδες άνθρωποι κάτω από μία σκηνή. Χιλιάδες ιδρωμένοι άνθρωποι, καλωδιωμένοι, συνδεδεμένοι με μια και μοναδική μπάντα που βρίσκεται πάνω στη σκηνή. Χιλιάδες πεινασμένοι για αλήθεια μάλλον, έτοιμοι να χώσουν έναν καθρέφτη μπροστά στον χειρότερο και καλύτερο εαυτό τους. Χιλιάδες φωνές να συνοδεύουν μια μελωδία, χιλιάδες διαφορετικές φωνές, χιλιάδες διαφορετικοί άνθρωποι να φωνάζουν την κατάστασή τους.
Στον κόσμο μου θα ήθελα οι άνθρωποι να λειτουργούσαν σε «μπάντες». Θα ήθελα πολύ να προσπαθούσαν περισσότερο ο ένας για τον άλλον. Γι’αυτό και ίσως θαυμάζω πάρα πολύ το έργο που παράγει μια μπάντα. Δεν λέω πως είναι πάντα αξιοθαύμαστο έργο. Αλλά όταν είναι, μπορεί να γίνει σαρωτικό.
Σκαρφαλώνεις λοιπόν για να αγγίξεις κάτι που υποθέτεις ότι σε φέρνει πιο κοντά σε κάτι πιο θεϊκό, σε κάτι άλλο από αυτό που έχεις, σε κάτι άλλο από αυτό που νιώθεις, ρισκάροντας το μοναδικό πράγμα από το οποίο κρατιέσαι. Σκαρφαλώνεις εκείνο το βράχο και ρίχνοντας το μοναδικό βλέμμα πίσω σου βλέπεις ότι έχεις συνταξιδιώτες. Μια μπάντα από μόνοι τους.
Όπως θα περίμενε ο καθένας που δεν θα συστηθεί με τους Craft το 2011, το κείμενο θα αρχίσει με τους Darkthrone. Αυτή είναι περισσότερο η γοητεία των Σουηδών, παρά η κατάρα τους. Πρέπει να υπάρχουν περίπου δέκα χιλιάδες black metal μπάντες που έχουν κυκλοφορήσει τουλάχιστον ένα δίσκο. Όλοι τους, ανελλιπώς, σε κάποια φάση της ζωής τους λάτρεψαν κάποια περίοδο των Darkthrone. Εξαιρείται ένας τύπος που είχα γνωρίσει μια φορά στην Αθήνα ο οποίος μου έλεγε πως δεν γούσταρε καθόλου τους ίδιους τους Darkthrone, αλλά μάζευε υστερικά τις δισκογραφίες των άμεσων αντιγραφέων τους. Ακόμα και των Dark Funeral. Το black metal έχει υπάρξει υπέρ του δέοντος αιρετικό, οπότε αυτές οι απόψεις είναι μόνο ρομαντικές και άξιες προς αναφορά σε κάθε τέτοια συζήτηση. Ούτε με τους Darkthrone θα συστηθούμε –φυσικά- το 2011. Για έναν άνθρωπο όμως, σαν εμένα, που τα τελευταία χρόνια όταν σκέφτεται τους Darkthrone πιάνει μηχανικά το “Ravishing Grimness” πρώτο και όχι Την Τριλογία, οι Craft σαν μπάντα έχουν τεράστια σημασία. Η δεύτερη εποχή των Darkthrone (με “Goatlord”, “Total Death” και “Plaguewielder” επίσης) ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε να πλησιάσει Την Πρώτη Εποχή των Darkthrone, μέχρι που εμφανίστηκαν τα δύο πρώτα albums των Craft, τα “Total Soul Rape” και “Terror Propaganda”, στην αρχή των 00’s. Και δεν είναι μόνο πως ήταν Ολοκληρωτικά Ταγμένοι Στο Όραμα και πως έγραφαν τόσο παραπλήσια κομμάτια που ξεχνιόσουν πως δεν άκουγες Darkthrone, είναι που αυτοί οι τύποι Αντιλαμβάνονταν τις πρώτες επιρροές των Darkthrone σαν δικές τους, σαν να έκαναν το ίδιο πράγμα κάποια χρόνια μετά. Όχι σαν “οι νέοι Darkthrone” όμως, ούτε σαν κάποιο next big thing στον ολοένα και πιο “ανοιχτό” χώρο δράσης που η μαζική δημοτικότητα του ιδιώματος επεφύλασσε αργά και σταθερά, από το πρώτο σπίρτο στην πρώτη εκκλησία και έπειτα. Περιγράφω. Λίγο όμως. Εκείνη η Βαθιά Κατανόηση της Celtic Frost λογικής, περασμένη μέσα από το φίλτρο της Εντελώς Συγκεκριμένης πικροξινάδας των Ατέλειωτων κιθαριστικών σημείων, με Αυτόν τον Ήχο, παρέπεμπε ως τους Craft, μονάχα στους Darkthrone σε Τέτοιο Βαθμό. Για αυτό και υπήρξαν οι_Darkthrone, που δέκα χιλιάδες black metal μπάντες κατατάχθηκαν στη στρατιά των περιστασιακών αντιγραφέων-μιμητών-ταγμένων. Όπως και να κατέληξε/ξεκίνησε ο καθένας, όλοι άκουγαν κάποτε το “Under a Funeral Moon” σαν μανιακοί, ε; Πληροφοριακά, περισσότερο από όλους όλους το έλιωναν οι Katharsis όταν έγραφαν το “666”, αλλά μια άλλη μέρα αυτοί. Μετά ήρθαν οι Craft, και προσέφεραν συγκινήσεις ανάλογης υφής, έχοντας ένα αξιοσημείωτο knowhow του πως να μην ακουστούν καθόλου παράταιροι ενώ όπως προείπα, ήταν Συγκεκριμένοι μέχρι Τέλους. Αυτό θέλει εκατό κιλά μαγκιάς, και τα δύο πρώτα albums των Craft είχαν εκατό κιλά μαγκιάς τελοσπάντων. Και όταν όλο αυτό, τουλάχιστον ως τότε, έπαιρνε βαθιές ανάσες από τον αέρα του underground, το έκανε και δέκα φορές πιο δελαστικό. Μετά οι Darkthrone έγιναν κάπως πιο χορευτικοί, και κάπου τότε οι Craft έβγαλαν το “Fuck the Universe”, το οποίο αποθεώθηκε τόσο που σιγά μην δεν το έβγαζε και η Southern Lord. Δεν είναι πως ξίνισα τη μούρη μου όσο ξίνιζαν εκείνοι τα riffs τους παλαιότερα, αλλά τελικά το έκανα. Όσο ωραίο album είναι, τόσο με εκνεύρισαν εκείνου_του_τύπου οι ταχύτητες που με έκαναν να μην παραδεχτώ ποτέ το “Volcano” των Satyricon ως μεγάλο album, και ας είχε μέσα το “Black Lava”. Αρκετά –ως πολλά- χρόνια μετά, οι Darkthrone βγάζουν το “Circle the Wagons” και γελάει ο κόσμος, ενώ το δυναμικό comeback των Craft στα δρώμενα αποτελεί ένα κάποιο γενναίο ζητούμενο σε μια κουρασμένη μουσική σκηνή. Ένα ενήλικο σκεπτικό σχεδόν διατάσσει πως όσο σόκαραν οι Craft στη ζωή τους σόκαραν, αυτό ήταν, ενώ μια κάπως φρέσκια νεανική ανάγκη ελπίζει στο “Void” των Craft. Ίσως όμως να συμβαίνει και το αντίθετο. Η νεανική οπτική δηλαδή να μηδενίζει τους Craft, ενώ η κάπως ενήλικη να εντοπίζει τα στοιχεία που το σώζουν. Γιατί πρέπει να σωθεί. Γίνεται κάτι οπωσδήποτε ενδιάμεσο και μπερδεμένο. Για αυτό και ο άνθρωπος που ακούει το “Ravishing Grimness” συχνότερα τα τελευταία χρόνια, δεν βιάζεται να καταλήξει σε ολοκληρωμένη άποψη, πριν ακούσει προσεκτικά το “Void” περί τις τριάντα φορές. Και αν ακόμα δεν έχει κατατάξει ένα “Void” οριστικά και αμετάκλητα κάπου, έχει βγάλει εναδυό συμπεράσματα. Αυτός ο άνθρωπος βρήκε τρομερές κιθάρες σε σημεία, βρήκε επίσης δύο-τρία μεγάλα κομμάτια. Πέταξε στα σκουπίδια τα σημεία ταχυτήτων εκείνου_του_τύπου και απόλαυσε ιδιαιτέρως τα πιο αργά κομμάτια με τα black metal δηλητήρια που δυναστεύουν την ψυχή του. Εκνευρίστηκε δεόντως με το παιδικό refrain στο “I want to commit murder”, το οποίο κατά τα άλλα έχει μια χαρά τις κοφτές Celtic Frost σημειάρες του. Αγάπησε τα dooooom σημεία. Αντιπάθησε τα κοινότυπα φωνητικά έναντι των παλιών ασύλληπτων ουρλιαχτών που σήκωναν την τρίχα, ανέμιζαν τα wristbands σε παγωμένους ανέμους, και στράβωναν το στόμα με τον γνωστό και λατρεμένο τρόπο. Απόρησε σε βαθμό επιληψίας για το γεγονός πως ενώ μέλος της μπάντας είναι ο πελώριος Dirge Rep, όλα τα τύμπανα του δίσκου είναι γραμμένα/ηχογραφημένα με drum machine! Οι Craft εδώ χαρακτηρίζονται από τον Τύπο σαν να μπολιάζουν τον ήχο τους με νέα στοιχεία, αλλά για τον άνθρωπο του ravishing συμβαίνει το αντίθετο. Και δεν είναι πως δεν θα το ακούσει άλλες τριάντα φορές μέσα στους επόμενους μήνες, απλώς μέσα του κατανοεί σιγά σιγά πως η ενήλικη (ή η νεανική!) άποψη που θέλει τους Σουηδούς Craft να μην μπορούν να τον Σοκάρουν Το Ίδιο πια, κερδίζει τους περισσότερους πόντους. Και όταν το Μη_Σοκ κερδίζει τους περισσότερους πόντους, κάπως δύσκολα μετά έρχεται Το_Σοκ εκεί που δεν το περίμενε. Για να είναι ειλικρινής του έχει συμβεί στο παρελθόν και αυτό, απλά μάλλον δεν θα συμβεί με το “Void” των Craft. Και κύριοι της Trust No One, όταν απευθύνεσαι σε ένα από τα μεγαλύτερα tape trading κυκλώματα της ιστορίας της μουσικής, με τα rapidshares να παίρνουν φωτιά πριν καλά καλά ηχογραφηθεί το album, κοστολογείς τον διπλό δίσκο στα 33ευρώ, και αυτός γίνεται sold out ΠΑΝΤΟΥ σε μισή βδομάδα, είναι κάπως Γελοίο να γράφεις στο οπισθόφυλλο πως “copying and lending is strictly prohibited”. Κάπου εδώ ευχαριστώ τον Πάνο που μου εξασφάλισε ένα βινυλιακό αντίτυπο σε ανθρώπινη τιμή όσο εγώ κοιμόμουν τον ύπνο του δικαίου και έχασα φυσικά το preorder, και κάπου λίγο πιο εδώ θα καταλήξω σε κάτι σαν συμπέρασμα, στην final verse του rap song μου: Θεωρώ τους Craft μεγάλη black metal μπάντα. Και όταν θεωρείς μια μπάντα μεγάλη, οφείλεις να έχεις ανάλογα μεγάλες απαιτήσεις από αυτήν και να της επιτίθεσαι με αυστηρότητα. Αν είναι πραγματικά τόσο μεγάλη, θα αντέξει. Πως ήταν οι Watain πχ στα τελευταία τους; Καμία σχέση. Και αν ο υπόλοιπος κόσμος, μην θεωρώντας τα ίδια πράγματα για το album, το ανέβασε στην θέση 7 των επίσημων Σουηδικών Charts, είναι κάπως οριστικό πως στην δική μου λίστα της τελευταίας ημέρας του Δεκέμβρη, μιας πατροπαράδοτα αγαπημένης ημέρας για το Sonic Death Monkey, το “Void“ δεν θα βρίσκεται. Δεν είμαι βέβαιος για το πότε θα ξεκολλήσει από το πικάπ πάρα ταύτα, αλλά θα βεβαιωθώ, αυτή είναι μια υπόσχεση.
Από την μια πλευρά είμαι υπερβολικά νυσταγμένος για να γίνει οποιοδήποτε δομημένο post, αλλά από την άλλη παραήταν καλό το τριήμερό μας για να μην το κλείσουμε με ένα ημι-πανηγυρικό κυριακάτικο (αν και το ρολόι του υπολογιστή επιμένει να λέει Δευτέρα). Η λογική συνέχεια λέει ότι θα είμαστε σύντομοι και περιεκτικοί και θα ανανεώσουμε το ραντεβού μας για το πολύ άμεσο μέλλον.
Αυτό το παρασκευοσαββατοκύριακο λοιπόν υπήρξαν Μεγάλες συζητήσεις για Μεγάλα πράγματα, άλλες για μικρότερα, μπόλικο ποτό, υπερβολικό φαγητό, αρκετή μουσική, ευχάριστα πηγαινέλα, αναλύσεις και προβληματισμοί, εξορκισμοί και σιωπές, γλυκά και μωρά, μπαλκόνια και σαλόνια, μαγειρέματα και πλυσίματα. Τώρα το μόνο που μένει είναι το σεντόνι και η ηρεμία της νύχτας. Από αύριο μια ακόμα Δευτέρα. Με μια ακόμα επιστροφή σε πράγματα που δεν μας ενθουσιάζουν πάντα. Προς το παρόν απλά χαζεύω και ακούω ραδιόφωνο.
Το παρακάτω τραγούδι χαρακτηρίστηκε ήδη τραγούδι της χρονιάς. Δεν με ενθουσίασε από την αρχή, αλλά σήμερα εμφανίστηκε σχεδόν ύπουλα σε μια στιγμή που μιλούσαμε για πιθανές αναχωρήσεις. Συμβαίνει μερικές φορές να στήνει κάτι τέτοιες περίεργες ενέδρες η μουσική. Το ποιος θα κερδίσει τη μάχη δεν το ξέρεις ποτέ αλλά πολύ συχνά είσαι σε αρκετά μειονεκτική θέση.
Ακόμα δεν το θεωρώ το καλύτερο κομμάτι της χρονιάς, αλλά για κάποια ώρα το κοιτούσα με πολύ διαφορετικό βλέμμα. Συνεχίζω βέβαια να λέω ότι το επόμενο δύσκολα ξεπερνιέται από οτιδήποτε
Και για μια ακόμα στιγμή από εκείνες τις περίεργες που συμβαίνουν πότε πότε, πριν κάνα δεκάλεπτο σιγομουρμούριζα στο μυαλό μου τη μελωδία του «Solitary Man» και να που τώρα ακούω την εισαγωγή του από το ραδιόφωνο. Έχω ξαναπεί πολλάκις ότι δεν είμαι μεγάλος fan του Cash, ειδικά όταν τον πιάνουν τα πολύ βλάχικά του, αλλά ρε παιδιά υπάρχουν κάποιες στιγμές που νιώθεις ότι καταφέρνει να αγγίξει το κέντρο του σύμπαντος με τη μουσική του (ή και τη μουσική άλλων όπως εδώ). Μας αρέσει όταν λέγονται Μεγάλες Αλήθειες στα τραγούδια μας. Κλείνοντας πριν αφήσω το laptop δίπλα μου και επιστρέψω στην ζέστη του κρεβατιού μου, λέμε ένα καληνύχτα και στον Johnny και πάμε να ξεκινήσουμε τη βδομάδα μας
Μπορεί σύμφωνα με την Guardian να έχουμε πτωχεύσει τρεις φορές μέχρι τον Δεκέμβριο (ως χώρα) και από Ιανουάριο να πίνουμε καφέ από ρεβύθια (ως ανθρώποι), και όχι για κάποια ομοιοπαθητική θεραπεία, εγώ όμως από το δευτερόλεπτο που είδα αυτή την αφίσα και μετά, μαζεύω εικονικά χρήματα γιατί αποφάσισα αληθινά πως ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΕΚΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΝΑ ΧΑΛΑΣΕΙ
θα εμφανιστούν οι Con-Dom, JFK, Controlled Bleeding, Prurient, Skullflower, Grunt, Ramleh, Sigillum S, Sewer Election, Le syndicat, Consumer Electronics, The New Blockaders, Giancarlo Toniutti, Kleistwahr, Treriksröset, kallous boys, Voltigeurs, putrefier, Mauro Teho Teardo
Είχα ξεκινήσει να γράφω κάποια πράγματα για το album των Craft, αλλά αυτό με νίκησε. Δεν είναι κατάσταση αυτή, κάθε δεύτερο Σάββατο να Λονδίνο. Δηλώνετε συμμετοχή στα κόμμεντς.
Η CTS Productions με λύπη σας ανακοινώνει ότι αναγκάζεται να προβεί στην αναβολή της αυριανής συναυλίας 22 Σεπτεμβρίου των Aura Noir στην Αθήνα.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Η συναυλία της Θεσσαλονίκης μεθαύριο, Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου στο Eightball Club θα πραγματοποιηθεί κανονικά.
Έπειτα από την ανακοίνωση της 24ωρης απεργίας όλων των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, το τελικό χτύπημα για την συναυλία ήρθαν να δώσουν οι σημερινές ανακοινώσεις για την 24ωρη απεργία των ταξί και την συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο κέντρο της Αθήνας καθιστώντας αδύνατη την μεταφορά του κοινού προς και από τον χώρο διεξαγωγής, καθώς και για τις στάσεις εργασίας της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας που δημιουργούν μεγάλη καθυστέρηση της πτήσης των Aura Noir και συνεπώς τεράστια προβλήματα στο χρονοδιάγραμμα της συναυλίας.
Θα ακολουθήσει σύντομα νέα ενημέρωση με τη νέα ημερομηνία διεξαγωγής της συναυλίας, ούτως ώστε οι συνθήκες να είναι κατάλληλες για όλους μας και να απολαύσουμε την μεγάλη Νορβηγική αυτή μπάντα όπως της αρμόζει.
Οι κάτοχοι των εισιτηρίων προπώλησης διατηρούν προς το παρόν τα εισιτήρια τους μέχρι νεοτέρης ανακοίνωσης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Aura Noir meet’n’greet & black metal party @ Roi Mat
Εφόσον οι Aura Noir θα φθάσουν (έστω και καθυστερημένα) στην Αθήνα και για να σας ανταμείψουμε όσο μπορούμε κι εμείς αλλά και οι ίδιοι οι Aura Noir, διοργανώνουμε αντί της συναυλίας ένα meet’n’greet στο Roi Mat (Σολωμού 17-19, Αθήνα) αύριο στις 23:00, τουλάχιστον για όσους μένουν κοντά και μπορούν να παρευρεθούν περπατώντας ή διατίθενται να πάρουν αυτοκίνητο.
Οι Aura Noir κατανοούν απόλυτα την κατάσταση και λυπούνται πολύ. Επίσης μας ενημέρωσαν ότι έχουν ετοιμάσει t-shirts αποκλειστικά για το show της Αθήνας, τα οποία θα ειναι διαθέσιμα στο Roi Mat.
Αναρωτιέμαι άραγε γιατί κάθε φορά η όρεξη να γράψω μου έρχεται στο δρόμο. Εκείνες τις στιγμές τα πάντα ρέουν χωρίς καμιά δυσκολία στο κεφάλι μου, ξέρω τι θέλω να πω και πως θα το πω και αυτό διαρκεί περίπου μέχρι να κάτσω μπροστά από την οθόνη μου (το μολύβι και το χαρτί, δυστυχώς, μάλλον το έχουμε ξεχάσει). Μοιραία είναι άπειρες οι φορές που τελικά τα έχω παρατήσει (γενικά δεν φημίζομαι για την επιμονή μου), καταλήγοντας να κάνω κάτι άλλο, πιθανότατα αρκετά ανούσιο. Επειδή κάπου πρέπει να τραβάει ο καθένας της γραμμές του βέβαια, σήμερα αποφάσισα ότι θα σφίξω τα δόντια, θα βάλω επιτέλους να ακούσω τη συλλογή που έφτιαξε ο Μάνος την τελευταία φορά, θα αγνοήσω τη ζέστη που επιμένει να μας χτυπάει τα παράθυρα και θα γράψω. Κάτι. Οτιδήποτε (όπως είναι φανερό).
Για τη σημερινή μέρα ακόμα προσπαθώ να αποφασίσω αν η πλάστιγγα γέρνει προς το «καλή» ή προς το «κακή». Καλή φυσικά όσο το επιτρέπουν οι ευρύτερες χωροχρονικές συνθήκες, καθότι, ας το παραδεχτούμε, ελάχιστες πτυχές της έννοιας του καλού μας έχουν μείνει εδώ και αρκετό καιρό. Βγήκαμε από ένα κάκιστο καλοκαίρι για να μπούμε σε κάτι που όλα τα σημάδια δείχνουν ότι θα είναι ένα κάκιστο φθινόπωρο. Ακόμα και σήμερα οι σύντομες συζητήσεις με τα δικά μας πρόσωπα αφορούσαν από άσχημα έως μουδιασμένα νέα. Τα περισσότερα από αυτά οικονομικής φύσης φυσικά, και το γεγονός ότι έχουμε φτάσει να ασχολούμαστε συνεχώς με το πόσα βγάζουμε, πόσα δίνουμε, αν βγαίνουμε ή όχι και τι ροή θα υπάρχει στο άμεσο μέλλον, είναι ελαφρώς αποκαρδιωτικό γιατί δεν μπορώ να βγάλω από το κεφάλι μου ότι μας αποσπά από τα πράγματα που έχουν μια κάποια παραπάνω σημασία. Δυστυχώς βέβαια δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς.
Αυτή τη στιγμή κοιτάω έξω από το παράθυρο προσπαθώντας να χαζέψω τους γείτονές μου, αναζητώντας αν κρύβεται και εδώ ένας ξάδερφος του μαλάκα της προηγούμενης δευτέρας. Βλέπω μια παρέα από γιαγιάδες που κατασκηνώνουν έξω από το διπλανό παράθυρο συζητώντας τα βράδια, κάτι πιτσιρίκια που παίζουν στο δρόμο (όταν δεν κοιτάνε μέσα στα παράθυρα όταν νομίζουν ότι δεν τα βλέπεις), αρκετά κλειστά πατζούρια και μια γενικότερη ησυχία να κυριαρχεί. Είμαι πεπεισμένος ότι κάπου εδώ θα κρύβεται και ένας δικός μας μαλάκας (νομίζω ότι κάθε γειτονιά θα πρέπει να θεωρεί τυχερό τον εαυτό της αμα έχει μόνο ένα), αλλά συνειδητοποιώ μετά από λίγο ότι δεν ξέρω το παραμικρό για τους περισσότερους από τους γείτονές μου. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό αυτό, δεν μπορώ παρά να το θεωρήσω κάπως παράδοξο βέβαια αν σκεφτεί κανείς ότι μένω κοντά 30 χρόνια.
Μιλώντας για 30 χρόνια, τη βδομάδα που μας πέρασε μπήκε άλλος ένας της οικογενείας στην παρέα των εισχωρησάντων στην τέταρτη δεκαετία της ζωής τους. Έρχεται και η σειρά των υπολοίπων σιγά σιγά, αν και τελικά μάλλον του αφιερώνουμε λιγότερη σκέψη από ότι θα περίμενε κανείς. Κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον πρέπει να αποφασίσουμε να παρτάρουμε και λίγο πιο οργανωμένα, αλλά τις λεπτομέρειες τις αφήνω στα μεγάλα μυαλά του Sonic Death Monkey. Ποτέ δεν ήμουν καλός στις διοργανώσεις έτσι και αλλιώς. Αυτή τη στιγμή σημειώνω ότι δεν έχω ιδέα ποιοι είναι αυτοί οι Health, αλλά πολύ ωραίοι ακούγονται και πρέπει να μπουν και αυτοί στη σειρά. Πάλι με το τρέξιμο των τελευταίων ημερών μαζεύτηκαν αρκετά πράγματα, αλλά τουλάχιστον τέλειωσε η μεγάλη αναδιοργάνωση οπότε αντιμετωπίζω τη μουσική μου ελαφρώς ανανεωμένα.
Το απόγευμα άκουγα μια παλιότερη συλλογή, από εκείνες που περιέχουν μόνο τραγούδια που έχεις λιώσει και σκεφτόμουν και πάλι, πόσο ανακούφιση σου προσφέρουν τα τραγούδια που έχεις κάνει δικά σου με τον πιο ολοκληρωτικό τρόπο. Δεν ξέρω αν είναι οξύμωρο, αλλά δεν μπορώ παρά να νιώσω ιδιαίτερη ζεστασιά ακούγοντας τον Pall Jenkins να τραγουδάει «and what holds you now will bury you then/and on what you pray you will lie with them» και να μπορώ να κοιτάξω τριγύρω μου με ελαφρώς πιο καθαρό βλέμμα. Μη νομίζετε, τελευταία αυτό χρειάζεται αρκετά συχνά για να καταφέρεις να διατηρήσεις μια προοπτική απέναντι σε όλα αυτά που συμβαίνουν καθώς προχωράς.
Εδώ και αρκετά χρόνια η σχέση μου με το θεό είναι κάπως περίεργη. Είμαι αρκετά ειλικρινής για να μη μπορώ να αποκλείσω οποιαδήποτε πιθανότητα ύπαρξής του αλλά και αρκετά ρεαλιστής για να πιστεύω ότι αν υπήρχε, μάλλον θα μπορούσε να είχε κάνει και καλύτερη δουλειά. Τι μένει; Μια γκρίζα περιοχή που δεν μπορεί να έχει την ανακούφιση ούτε της μιας πλευράς, ούτε της άλλης στην πεποίθηση ότι έχουν κατανοήσει ένα κομμάτι της λειτουργίας του κόσμου. Δυστυχώς δεν τα πάω και πολύ καλά με τις γκρίζες περιοχές, προτιμώ τα απόλυτα στη ζωή μου, ξεκαθαρίζουν περισσότερο τα πράγματα και σου αφήνουν μια καθαρότητα που είναι καλό να διαθέτει κάποιος στη σκέψη του. Πολυτέλειες θα πει κάποιος. Μάλλον δεν θα διαφωνήσω αλλά προσπαθώ όσο μπορώ να προβάλλω τις αντιστάσεις μου στη μόνιμη ανάμιξη μαύρου και άσπρου. Ακόμα και στη μουσική τώρα τελευταία. Το σκεφτόμουν σήμερα το πρωί όταν μου είπαν ότι το Νοέμβρη θα ξανάρθουν οι Ulver για live στην Ελλάδα και το μόνο που έκανα για μπόλικη ώρα ήταν να στραβομουτσουνιάζω και να κράζω. Πάω να ξαναβάλω το «Wars Of The Roses» για να πειστώ ότι έχω δίκιο (σε περίπτωση που πιστέψετε ότι το «Providence» θα μου αλλάξει γνώμη, το πιθανότερο είναι ότι θα συμβεί το αντίθετο).
Μιλώντας για γνώριμες μουσικές, ένα από τα τραγούδια που άκουγα το απόγευμα ήταν το «Changing Of The Light» του Justin Sullivan. Περίεργη συγκυρία καθώς πρόσφατα αναρωτιόμουν αν κάνουν τίποτα αυτή την εποχή οι New Model Army, ενώ υπήρξε το καλοκαίρι μια γενικότερη αναπόληση παλαιότερων ημερών, ημερών όπου το «Changing Of The Light» έπαιζε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο. Από όταν τον πρωτογνώρισα, τον εκτιμούσα τον Justin ως στιχουργό, ίσως και περισσότερο από ότι ως μουσικό, μια που ήξερε να τα λέει τα πράγματα όπως θα ήθελα να τα πω και γω αν είχα ανάλογες ικανότητες. Μετά από τις συνεχόμενες συζητήσεις των τελευταίων ημερών, σήμερα καθώς ερχόμουν από τη δουλειά, πέτυχα μια εικόνα που με έκανε να σκεφτώ συγχρόνως πόσο εύκολο είναι να γυρίσει το μυαλό κάποιου αλλά και πόσες ασφάλειες (θέλετε να το πείτε άμυνες, θέλετε να το πείτε πείσμα, δύναμη, δεν ξέρω εγώ τι άλλο) εχει το ίδιο αυτό σύστημα όταν αντιμετωπίζουμε τις καταστάσεις τριγύρω μας. Στο λεωφορείο που πηρα εγώ για να επιστρέψω από τη Δάφνη σπίτι, ανέβηκε και μια αρκετά ηλικιωμένη κυρία (δεν φαινόταν πολύ μικρότερη από τη γιαγιά μου) μαζί με την κόρη ή εγγονή της που είχε μια αρκετά βαριά (όπως φαινόταν) μορφή αυτισμού ή κάποιου ανάλογου συνδρόμου. Η κυρία στην όψη ήταν από εκείνους τους ηλικιωμένουν ανθρώπους που φαίνονται λεπτοί και γεμάτοι ρυτίδες, αλλά αυτό δεν μοιάζει να είναι δείγμα αδυναμίας, περισσότερο μάλλον το ότι ο χρόνος έχει διώξει οτιδήποτε περιττό από πάνω τους, κρατώντας μόνο τον πυρήνα. Δεν διεκδικώ δάφνες ιδιαίτερης αντίληψης ως προς τους χαρακτήρες των άλλων ανθρώπων (είμαι μάλλον χαζός σε αυτόν τον τομέα), αλλά δεν μπόρεσε να μου έρθει η εικόνα ενός καθαρού βλέμματος και μιας φροντίδας απέναντι στον άνθρωπό της. Σε καμιά περίπτωση δεν θα ανάγω τέτοιες καταστάσεις σε θυσίες, όσο δύσκολες και αν είναι (και πιστέψτε με, είναι). Θεωρώ αυτονόητο ότι γι’ αυτούς που έχουν σημασία θα κινήσεις τη γη με τα ίδια σου τα χέρια χωρίς δεύτερη σκέψη αν χρειαστεί και ας μην νιώθεις ότι έχεις δύναμη. Δεν μπόρεσα όμως να σκεφτώ πόσο τρομακτικό είναι να ξέρεις ότι φτάνεις στο τέλος της ζωής σου και να μην ανησυχείς για τον εαυτό σου, αλλά για κάποιον που θα αφήσεις και δεν θα μπορείς πλέον να του δίνεις την απαραίτητη φροντίδα. Κάτι παρόμοιο είχε γράψει και ο Hornby στο «31 Songs» σχετικά με το γιο του και πάντα τέτοιες εικόνες στριφογυρίζουν περίεργα μέσα στο κεφάλι μου.
Κάποιες ώρες αργότερα ήρθε να κολλήσει και ο Sullivan σε αυτές τις σκέψεις. «Pain is what we live with and try to change the subject» λέει ο τροβαδούρος και μάλλον εκεί ειναι το μυστικό της συνεχιζόμενης ψυχικής μας υγείας. Ίσως αν μια μέρα σταματήσουμε να μπορούμε να αποστασιοποιούμαστε, έστω και στιγμιαία, από το χάος γύρω μας, να έχουμε σοβαρό πρόβλημα. Εύχομαι να μη συμβεί ποτέ, όπως εύχομαι από τα βάθη της καρδιάς μου η κυρία του απογεύματος να βρει τις λύσεις που χρειάζεται.
Τελειώνει και το «Wars Of The Roses» χωρίς να το καταλάβουμε καλά καλά, στο βάθος παίζει ο Πάοκ με την Τότεναμ γιατί πρέπει να κάνουμε και την αναγκαία αναμετάδοση στους εργαζόμενους και η προτελευταία μέρα της εργασιακής βδομάδας σιγά σιγά το παίρνει απόφαση ότι πρέπει να τελειώσει. Συνέχεια θα έχουν μάλλον οι νέες εκτελέσεις του «Ain’t No Sunshine» που βρήκα στο όμορφο internet και η εμπέδωση της φωνής της Lyn Collins, η οποία με εντυπωσίασε όταν τη θυμήθηκα μετά από καιρό στο προαναφερθέν τραγούδι. Περισσότεροι νέοι φόροι από αύριο. Ας νικήσει τουλάχιστον ο Πάοκ ώστε οι στιγμιαίες άμυνες να κρατήσουν λίγο παραπάνω.
Έξω από το δωμάτιο μου μένει ένας μαλάκας και μια μέρα θα του κάνω κακό. Θα ήθελα να μην έχω κάτι προσωπικό μαζί του, και απλώς να ήταν αντιπρόσωπος του είδους του, μα δυστυχώς έχω. Δεν το βουλώνει ποτέ τη νύχτα. Σε σημείο που κάθε βράδυ γνωρίζω εκ των προτέρων πριν κοιμηθώ πως οι γάτες και το σκουπιδιάρικο θα έχουν τον μαλάκα ως τενόρο να σιγοντάρει. Κάποιος μου έλεγε κάποτε πως όταν τον ξυπνάνε τα σκουπιδιάρικα το βράδυ βιώνει μια παράξενη εκστατική γαλήνη, καθώς νιώθει πως “όλα στον κόσμο είναι στην θέση τους”. Ίσως είναι τρελός. Πάρα ταύτα, στο θέμα μας, και αφού διάφορα βράδια έφτασα μέχρι του σημείου να βρέξω τον μαλάκα με το λάστιχο, και εφόσον ο μαλάκας δεν πτοήθηκε, μέχρι να του κάνω κακό, ο ΜΑΛΑΚΑΣ μέσα μου πάλεψε να τον κανονικοποιήσει στην πραγματικότητα, να του στρώνει κάθε βράδυ να κοιμηθεί, να του χαρίζει θέματα προς συζήτηση, να του δίνει στοματικά διαλύματα για στεντόρεια φωνή μέσα στο άραχνο της νυκτός. Είναι θέμα χρόνου να γίνουμε φίλοι, και όλα στον κόσμο θα είναι στη θέση τους, και ίσως μέχρι τότε να έχω τρελαθεί πραγματικά και εγώ. Με τίτλο “ζεστές νύχτες σε αστικό περιβάλλον”. Η ημέρα δεν είναι πολύ καλύτερη, επειδή σπανίως οι ημέρες είναι πολύ καλύτερες από τις νύχτες. Μέσα σε τρεις ώρες θα ξέρω αν θα μάθημα αύριο ή στο νέο έτος, και αν ο βγενό θα ή δεν θα. Τέσσερις ιδιαιτέρως καταστροφικές περιπτώσεις σε κάθε δυνατή βάση και…
Σταματάω.
Τα κάπως πιο δραστήρια πράγματα των τελευταίων ημερών είναι ο νέος (και πολύ κοντινός!) σουπερνόβα στον σπειροειδή γαλαξία Μ101. Ο υπερκαινοφανής αστέρας αυτός είναι τύπου Ia, και αυτό είναι σημαντικό διότι σημαίνει πως ένας λευκός νάνος απορρόφησε τη μάζα ενός συνοδού αστέρα, και όταν μεγάλωσε τόσο που πέρασε το κρίσιμο όριο Chandrasekhar (ο οποίος ήταν ένας τύπος που ανακάλυψε το όριο αυτό με χαρτί και με μολύβι καθώς ταξίδευε με ένα τραίνο) των 1,4 ηλιακών μαζών, τότε συνέβη η ζητούμενη θερμοπυρηνική έκρηξη, η μεγάλη νίκη της βαρύτητας στον κοσμάκη που ζούμε. Αυτό έγινε σε απόσταση μόλις εικοσιπέντε εκατομμυρίων ετών φωτός, δηλαδή συνέβη πριν εικοσιπέντε εκατομμύρια χρόνια. Το πιο όμορφο πράγμα σε αυτές τις καταστάσεις, εν αντιθέσει με κάθε ανθρώπινη λογική, είναι πως η Μεγαλύτερη Στιγμή ενός αστεριού, η πιο εκθαμβωτική του, είναι η στιγμή του θανάτου του, το αστρικό πτώμα ενός πράγματος που ζυμωνόταν για δεκάδες δισεκατομμύρια χρόνια.
Με αφορμή αυτό το πολύ όμορφο πράγμα
Έφτιαξα μια συλλογή με τραγούδια ανάλογου θεματικού πυρήνα.
Μετάνιωσα, γιατί αρκεί μια περίληψη, και ολόκληρη συλλογή θα κουβαλάει ένα απευκταίο και επουσιώδες βάρος. Και μιας και η ζωή ενός αστεριού είναι η συνεχής μεγαλεπίβολη μάχη του ενάντια στην βαρύτητα, αρκεί ένα στιγμιότυπο για να μιλήσει αντί για εμένα
Jefre Cantu-Ledesma – The First Time I Saw Your Face, I Thought It Was A Dying Star
Ο γαλαξίας M101 ανακαλύφθηκε από τον Pierre Méchain στις 27 Μαρτίου του 1781, και ήταν το πρώτο σπειροειδές νεφέλωμα. Η απόσταση του ταυτοποιήθηκε με τη βοήθεια των μεταβλητών Κηφειδών κατά τη διετία 1994/95 με τη βοήθεια του τηλεσκοπίου Hubble, περίπου 24 (συν-πλην δύο) εκατομμύρια έτη φωτός. Το εν λόγω τηλεσκόπιο μας χαρίζει μερικές εξαιρετικές εικόνες του γαλαξία M101.
Ένας μαλάκας κοιμάται ήσυχος και ευτυχισμένος, σε μια γενική συνέλευση πέφτουν σίγουρα μάπες, ενώ ο ΜΑΛΑΚΑΣ ακούει τον Ανδρέα Βγενόπουλο να βρίζει τον Τζίγγερ με καρφώματα/ρουφιάνους εδώ και πενήντα ακριβώς λεπτά, σε ένα άπειρο, υπέροχο ξεκατίνιασμα.
Πρώτη σωστή βδομάδα του Σεπτεμβρίου. Πλήρης επιστροφή. Κόσμος στους δρόμους. Όρθιοι στα λεωφορεία. Αύξηση της δουλειάς. Επιστροφή αγανακτισμένων. Προβληματισμός για τη νέα σαιζόν. Οι Βαρδινογιάννηδες εκτός Παναθηναϊκού. Οι γάμοι συνεχίζονται. Το περπάτημα ξαναξεκινάει. Ακούγονται φήμες για τις πρώτες βροχές. Εισιτήρια για τον Matt Elliott. Η ζέστη συνεχίζει επίμονα. Το ίδιο και οι αναπολήσεις. Τελευταίοι έξοδοι πριν τα κεφάλια αναγκαστούν να μπουν κάτω απο τα σκεπάσματα. Γενέθλια, γιορτές και λοιπά ευτυχή γεγονότα. Το Sonic Death Monkey αποκτά ένα νέο σπίτι (μας βρίσκετε πλέον και στο http://sonicdeathmonkey.org). Καινούρια μουσική. Αναδιοργάνωση της ψηφιακής δισκοθήκης (αυτή της φυσικής είναι πολύ πρόσφατη για να ξαναγίνει). Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε ο Rob. H αναδιοργάνωση φέρνει ανακάλυψη ή υπενθύμιση. Επιτέλους βρίσκουμε χρήσιμο το http://www.discogs.com. Οι απεργίες σιγά σιγά μπαίνουν και αυτές στο ρυθμό τους. Τα διλήμματα επιστρέφουν. Το ίδιο και η απόλαυση του να γυρίζεις στο χάος του σπιτιού σου. Οι καθυστερημένοι επιμένουν. Εμείς συνεχίζουμε να απογοητευόμαστε αδίκως. Σχολεία ξεκινούν ξανά. Χωρίς βιβλία λένε. Πανεπιστήμια το σκέφτονται ακόμα. Το άγχος αυξάνεται. Οι φίλοι επιστρέφουν στις πόλεις τους. Εμείς στενοχωριόμαστε γιατί δεν πολυθέλουν να επιστρέψουν. Σχεδιάζονται τα πρώτα επόμενα ταξίδια. Ανησυχούμε μήπως δεν τα καταφέρουμε όλα. Ανησυχούμε για τους δικούς μας, εκείνοι για μας, βλέπουμε περίεργους κύκλους. Αναρωτιέμαι τι επιφυλάσσει το μέλλον. Και κατανοώ πόσο μάταιο είναι αυτό. Αναζητούμε το χαμένο ύπνο. Εκνευριζόμαστε για το ότι κάνουμε πάρα πολλά ή πάρα πολύ λίγα. Υπολογίζουμε αν μας φτάνουν τα λεφτά μας. Και νευριάζουμε που φτάσαμε να μας απασχολούν. Πονοκεφαλιάζουμε και χαλαρώνουμε.
Και πες ότι γίνεται ένας σεισμός. Που είσαι, με ποιον είσαι, ποιον παίρνεις τηλέφωνο να ειδοποιήσεις ότι δεν έπεσε κανένα ντουβάρι στην κεφάλα σου, που πας, τι παίρνεις μαζί σου, τι κάνεις γενικά; Αυτά με απασχολούν, αν αυτή τη στιγμή γίνει κάτι Μεγάλο, κάτι Σημαντικό, εσύ που και πως τοποθετείσαι στην όλη ιστορία;
Εγώ για παράδειγμα σε εκείνο το σεισμό του ’99 ήμουν σπίτι και έπινα φραπέ χαρούμενος γιατί είχα μόλις δει Εκείνη που τότε αυτό ας πούμε και ο φραπές ήταν γλυκός και ωραίος και μετά το σεισμό ήταν επίσης ωραίος, η γειτονιά τον υποδέχθηκε αρκετά ψύχραιμα γενικά. Κατεβήκαμε στα πεζοδρόμια, με μποξεράκια και ποδιές και τακούνια και αθλητικά, όπως ο καθένας τέλος πάντων, και αράξαμε και τα είπαμε και όσοι δεν έφυγαν τρέχοντας για τα εξοχικά τους (ανάμεσα στους οποίους και Εκείνη η παραπάνω) κοιμηθήκαμε σε γειτονικά ισόγεια και σε στρώματα και σε αυτοκίνητα και παραγγέλναμε πίτσες και μας ρωτούσαν «και σε ποιον όροφο;» και γελούσαμε και του λέγαμε «ποιον όροφο ρε φίλε, στην είσοδο χεχε» και γελούσε κι εκείνος με τα χαζά αστεία μας.
Εκείνη λοιπόν έφυγε με την οικογένειά της για το εξοχικό της κάπου προς Κόρινθο αλλά πριν την Κόρινθο και δεν ήταν εδώ στα γενέθλιά μου πράγμα που δε μου άρεσε καθόλου εμένα αλλά τι να κάνεις. Δεν υπήρχαν και κινητά τότε, τουλάχιστον εγώ δεν είχα, Εκείνη είχε, εγώ είχα λίγες μέρες μετά επειδή η μάνα μου φοβήθηκε με το σεισμό και μας πήρε από ένα κινητό σε μένα και στην αδερφή μου και έτσι υπήρχε μια κάποια επικοινωνία με γλυκά μηνύματα για καληνύχτα και τέτοιες εφηβικές σαχλαμάρες. Τι να το κάνεις όμως, δεν ήρθε.
Σημαντικότατος εκείνος ο Σεπτέμβρης παιδιά, πέρα από το σεισμό, ο σεισμός δεν μπαίνει καν στο τοπ3, πουνασουλέω.
Αυτή είναι μία συλλογή με τα κομμάτια που άκουσα τις περισσότερες φορές τις τελευταίες δυο εβδομάδες όπου εγώ ήμανε κλεισμένος σπίτι και η άμυνά μας ορθάνοιχτη και φάγαμε οχτώ:
forfeit the shape to fit
the antlers : i don’t want love
cat power : speak for me
gravenhurst : saints
horse feathers : thistled spring
mumford & sons : after the storm
felix : ode to the marlboro man
fanfarlo : comets
mark lanegan : constant waiting
the morning after girls : hidden spaces
health : usa boys
the blue angel lounge : die away as one in time
yeasayer : wait for the summer
the black ryder : all that we see
the divine comedy : time to pretend
pj harvey : angelene
Δεν ξέρω αν μπορώ να ακολουθήσω πλήρως το πνεύμα της αρχικής ιδέας γι’ αυτά τα post και η επιλογή μου σίγουρα είναι αρκετά πιο safe και προβλέψιμη (ο Barry σίγουρα θα γκρίνιαζε) από ένα οποιοδήποτε τραγούδι των Swans, αλλά κάναμε μια σχετική συζήτηση σε μια παραλία πρόσφατα και δεν ήθελα να αφήσω να πάει χαμένη η ευκαιρία.
Κακά τα ψέμματα, οι Madrugada είναι ένα συγκρότημα που αρέσει σε πολύ κόσμο. Σίγουρα ένα μεγάλος μέρος αυτού του κόσμου θα μας γύριζε τα άντερα αν το γνωρίζαμε, ένα άλλο μέρος θα μας ήταν παντελώς αδιάφορο, κάποιοι ελαφρώς συμπαθείς, ενώ σίγουρα θα υπήρχαν και λίγοι που θα μας φαίνονταν ok ατομάκια, αν κάναμε τα extra βήματα για να τους γνωρίσουμε. Έχουμε μάθει όμως να είμαστε πολύ εγωιστές με τη μουσική μας και μας κακοφαίνεται όταν πράγματα που έχουν γατζωθεί στα ίδια μας τα σωθικά προκαλούν εξίσου έντονα συναισθήματα σε πολλούς άλλους που δεν ελέγχουμε. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό αυτό, και δεν με πολυνοιάζει κιόλας. Έχω εκφράσει συχνά ανάλογα συναισθήματα και δεν μετανιώνω γι’ αυτά.
Η πρώτη μου επαφή με τους Madrugada ήρθε σε ιδιαίτερα περίεργη περίοδο για μένα, τόσο μουσικά, όσο και προσωπικά, και αυτό έκανε ακόμα πιο εύκολη την προσκόλλησή της στο μικρο-σύμπαν μου. Δεν θυμάμαι ποιος μου τους έμαθε, είμαι σχεδόν σίγουρος ότι δεν διάβασα απλά κάπου γι’ αυτούς, ήταν κάποιος γνωστός που με ώθησε να τους δοκιμάσω. Ήταν 2-3 χρόνια μετά την κυκλοφορία του “A Nightly Disease” κάπου στο 2003-2004. Το γεγονός ότι ήταν και ψιλο-σκατά εποχή σε πολλαπλά επίπεδα ταίριαξε με τα περισσότερα από τα συναισθήματα που έβγαζε η ίδια η μουσική τους. Θυμάμαι όμως με απόλυτη σιγουριά ότι τα δυο πρώτα πράγματα που άκουσα από αυτούς ήταν το “A Deadend Mind” και το τραγούδι που θα μας απασχολήσει εδώ, το “The Frontman”.
Δεν ξέρω και γω πόσες φορές έχουμε κάνει μεταξύ μας τη συζήτηση για το καλύτερο/τα καλύτερα τραγούδια των Madrugada. Ακόμα και γω καταλήγω κάθε φορά σε διαφορετικά αποτελέσματα. Αυτό μπορώ να το θεωρήσω μόνο ως θετικό γεγονός για τη σημασία του συγκροτήματος στη ζωή μας. Μπορώ να μιλήσω με εξίσου ισχυρά επιχειρήματα για πολλά ακόμα από τα τραγούδια τους, σχεδόν για την ολότητα των δυο πρώτων κυκλοφοριών τους και για μεγάλο των επόμενων δουλειών τους. Η επιλογή του να συμπεριλάβω το “The Frontman” σε αυτή την κατηγορία, εντοπίζεται σε δυο, κυρίως, λόγους που είναι απόλυτα εγωιστικοί και δεν αφορούν σχεδόν καθόλου την, αντικειμενικά τεράστια, μουσική αξία του τραγουδιού. Ο πρώτος είναι ακριβώς ότι ήταν η πρώτη μου επαφή με μια μουσική που έγινε δική μου σχεδόν άμεσα και η οποία ήρθε σε μια περίοδο ιδιαίτερου μουσικού ανοίγματος, πολύ ενδιαφέρουσα, η οποία μπορώ να πω οτι διαμόρφωσε τη συνέχεια. Ο δεύτερος είναι μια φράση που περιέχει το τραγούδι στο refrain του, το “I tried, I tried so hard I could only fail”. Μια φράση που περιγράφει με εκνευριστική ακρίβεια ένα μεγάλο μέρος της ύπαρξής μας.
Το ίδιο το τραγούδι μιλάει πολύ εύγλωττα για ένα θέμα που έχει αναλυθεί χιλιάδες φορές από χιλιάδες μουσικούς, αλλά τελικά όλοι ξέρουμε ότι τα μεγαλύτερα τραγούδια τις περισσότερες φορές μιλάνε απλά για ραγισμένες καρδιές, απόρριψη και πόνο και θλίψη και απώλεια. Το ίδιο το κομμάτι μοιάζει να περιγράφει μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης, ο Hoyem στην αρχή είναι σχεδόν απολογητικός (“it’s a mellow song and I mean it well”) και μοιάζει να μιλάει κοιτώντας χαμηλά, αλλά όσο προχωράει το τραγούδι και η ένταση μεγαλώνει, δείχνει ότι μάλλον συνειδητοποιεί την μάταιη είναι αυτή η προσπάθεια, ο ίδιος στίχος λίγο αργότερα μοιάζει να απευθύνεται αυτή τη φορά περισσότερο στον ίδιο του τον εαυτό, παρά σε κάποιον άλλον. Όσο προχωράει το κομμάτι και οι υπόλοιποι από πίσω του ανεβάζουν τους τόνους, οι ίδιοι οι στίχοι του καταλήγουν σε ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα. Η τελευταία επανάληψη του “I tried, I tried so hard I could only fail” περιέχει μέσα της όλο το ζουμί του τραγουδιού. Μερικά πράγματα μάλλον πρέπει να αφήνονται ήσυχα, όσο και αν δεν μας αρέσει.
Την μεγαλύτερη δουλειά στο κομμάτι κάνει η κιθάρα του μακαρίτη Burås, η οποία επαναλαμβάνει 2-3 φράσεις, τόσο επιτυχημένες που κρατούν όλο το σώμα του κομματιού στους ώμους τους. Στο τέλος δε καταφέρνει να φωνάξει περισσότερο και από τον ίδιο τον Hoyem. Ίσως η μεγαλύτερη γοητεία του τραγουδιού είναι στο ότι το ξέσπασμα στο τέλος του έχει να κάνει περισσότερο με απογοήτευση παρά με κάθαρση. Κάποιες φορές ακόμα και η ματαιότητα των πραγμάτων μπορεί να προσφέρει ώθηση. Για τον Hoyem δεν χρειάζεται να ειπωθούν και πολλά πράγματα. Προικισμένος με μια εκπληκτική φωνή και αρκετά ταλαντούχος στιχουργός ώστε να γράφει στίχους που σου αρέσουν χωρίς να χρησιμοποιεί ιδιαίτερα εντυπωσιακά τεχνάσματα. Μάλλον και γι’ αυτό είναι και τόσο πετυχημενος, ενώ η ικανότητά του να δημιουργεί εικόνες που εντυπώνονται στο μυαλό σου (ικανότητα που είναι ακόμα πιο εμφανής στο “Industrial Silence” κατά τη γνώμη μου) σε κάνει να βλέπεις μπροστά σου τα τραγούδια με διαυγέστατη καθαρότητα καθώς τα ακούς.
Με το “Nightly Disease” οι Madrugada διατηρήθηκαν στα δυσθεώρητα ύψη που έπιασαν με το ντεμπούτο τους, και το “The Frontman” αποτελεί μάλλον την κορυφή του νέου βουνού τους. Και αν η συνέχεια με το “Grit” τους οδήγησε σε μια βουτιά σχεδόν ανεξήγητη, η μετέπειτα πορεία τους έδειξε ότι είχαν τα αποθέματα να δημιουργήσουν ακόμα μεγάλη μουσική (έστω και τελικά τα δυο πρώτα τους album παρέμειναν άπιαστα). Ο θάνατος του Burås το 2007 και η διάλυση του συγκροτήματος το 2008 τους πέρασαν στην ιστορία με μια ζηλευτή κληρονομιά. Και τώρα που μπαίνουμε στην τέταρτη δεκαετία της ζωή μας σιγά σιγά, θα μας θυμίζουν πάντα το ξεκίνημα της τρίτης, άλλοτε επεισοδιακό και άλλοτε όχι. Τελικά τι παραπάνω θέλετε από το “I find I’m very, very, hard to define”; Ματαιοδοξία και αυταπάτη; Ίσως μας χρειάζεται μερικές φορές για να ξεπερνούμε κάποια πράγματα.
Εγώ έκανα διακοπές και ο Conrad Schnitzler πέθανε από καρκίνο του στομάχου σε ηλικία που πεθαίνεις από καρκίνους του στομάχου. Ο αείμνηστος Conrad επανέφερε στο τραπέζι την συζήτηση για το πόσο στα αλήθεια θλιβόμαστε για τους θανάτους των Conrad Schnitzlers του κόσμου αυτού. Μην επαναλαμβάνοντας τα επιχειρήματα κάθε πλευράς, αστεία και μη, παραθέτω τη θέση μου : πέρα από τον κύκλο της ανθρώπινης ζωής, του δράματος και της ομορφιάς της, πέρα από τα όσα άλλα λογικά/ρομποτικά «δεν τον ήξερες σαν άνθρωπο» επαναφέρουν την φόρτιση των αισθημάτων στην παγωμάρα της ψυχρής λογικής, εγώ στεναχωρήθηκα που πέθανε ο Conrad Schnitzler, και μπορώ να εξηγήσω. Με απλά λόγια. Οι κόσμοι που ζούμε είναι κακοί και άπονοι και πικροί και μυρίζουν κάτι από Στελλάρα Καζαντζίδη και Νίκο Ξανθόπουλο, και τελοσπάντων υπάρχουν πολλά κακά, πικρά και άπονα παντού, αλλά υπάρχουν και μερικά καλά. Πολύ καλά. Όπως η μουσική, αλλά όχι όλη η μουσική. Ένα ελαχιστότατο μικρό κομμάτι της. Και ένα ακόμα πιο απειρομικρό yoctoκομμάτι του προηγουμένου ελαχιστότατου : Είναι τα Μεγάλα Albums. Τα Μεγάλα εκείνα, που δίνουν όλες τις απαντήσεις, που είναι πάντα εκεί. Ανθρώποι έρχονται, φεύγουν, έρχονται άλλοι, φεύγουν, χαρές, λύπες, διακοπές, άλλες διακοπές, αλλού, μουσικές που «ξέρουμε σαν όνομα», που «δεν πολυθυμόμαστε», άλλες τέτοιες μουσικές, γκόμενες, άλλες γκόμενες, και έχει ο καιρός, και εδώ θα είμαστε να τα λέμε, με εσάς, αλλά και με άλλους. Και τι μένει; Ε κάτι μένει, έχουμε έρθει σε ένα σημείο και κάτι μας έφερε ως εδώ, θα φύγουμε φυσικά και από εδώ (και γρήγορα μάλιστα), αλλά όπου και να πάμε, έχουμε στην τσέπη μας καμιά δεκαριά πράγματα που μας έκαναν κατά μια έννοια αυτό που είμαστε. Όχι σαν κολώνες, αλλά σκαλοπάτια. Πολλές High Fidelity συζητήσεις για το αν αυτά τα εφόδια είναι άνθρωποι ή έργα ανθρώπων. Σκεφτείτε το για εσάς. Εγώ το σκέφτομαι για εμένα κυρίως. Και έχει ως εξής, πριν από σαράντα χρόνια ο Conrad Schnitzler έπαιξε στο «Electronic Meditation» των Tangerine Dream. Αν έπιανα το μέτρημα, θα ήταν το αγαπημένο μου album των 70’s, το καλύτερο ίσως album της rock μουσικής και μπορώ να συνεχίσω. Υπήρξε μια σταθερά, ένα σημείο αναφοράς, μια πόρτα. Έχει και ένα ενδιαφέρον η ιστορία του πως το πρωτοάκουσα, αλλά μάλλον έχει ενδιαφέρον μόνο για μένα. Συνοψίζοντας, όταν ένα Τοτέμ, ένα άτομο αγνού θαυμασμού σταματά να υφίσταται, κάπως υποσυνείδητα και ενστικτωδώς μειώνονται τα «μερικά καλά, πολύ καλά» του κοσμάκη αυτού. Η διαταραχή είναι μικρή και το σύστημα επανέρχεται σε ισορροπία γρήγορα, αλλά η διαταραχή παραμένει διαταραχή. Δεν συνθλίβει όμως, γιατί δεν είμαστε τόσο παιδιά πια. Ο Conrad Schnitzler έχει μια εξαιρετική βιογραφία που θα βρείτε στη wikipedia, κάποια albums του είναι μεγάλα αριστουργήματα, έπαιξε σε δύο μεγάλα τέτοια των Kluster, και στη σόλο καριέρα του έχτισε τον μύθο του ηλεκτρονικού πρωτοπόρου. Οι λεπτομερείς αναφορές είναι για τα βιβλία και τα μουσικά περιοδικά, αλλά δεν μπορώ να μην αναφερθώ στα rhymes of goodbye του : Φέτος κυκλοφόρησε το «Hirschgebrull» LP, μια συνεργασία του Schnitzler με τον Νορβηγό Bjørn Hatterud (Norwegian Noise Orchestra). Το ιδιόμορφο της συνεργασίας είναι ο σκοπός της, όπου οι δύο καλλιτέχνες αλληλογραφούν ο ένας στον άλλον τα μουσικά κομμάτια που δεν τους ικανοποίησαν σε άλλες κυκλοφορίες και τα έκρυψαν στο συρτάρι, με σκοπό να «σωθούν» με κάποιο remix. Είναι σαν να μην μπορείς να λύσεις μια άσκηση δύσκολη, και να παίρνεις κάνα φίλο σου να διαβάσετε μαζί, μπας και κατέβει καμιά ιδέα. Βέβαια η άσκηση *πρέπει* να λυθεί, ενώ τα κάπως_μέτρια κομμάτια ίσως δεν *πρέπει* να βγουν παραέξω. Με ιδιότητα καθηγητή και οπαδού, αποφασίζω πως πρέπει να γίνουν και τα δύο. Οι σημερινές εποχές σηκώνουν αναβίωση παλιών πραγμάτων για διάφορους λόγους. Ξανανοίγουν εργοστάσια βινυλίου. Όλο και περισσότεροι καλλιτέχνες κυκλοφορούν τη μουσική τους σε κασσέτες. Τα αγόρια και τα κορίτσια φοράνε τα παλιά ρούχα των γονιών τους. Δεν ψωνίζουν στην ερμού, αλλά στο μοναστηράκι. Το kraut rock θα την γλίτωνε; Ή η ηλεκτρονική; Σε κάθε λοιπόν νέα rock κυκλοφορία που θέλει να (δείχνει πως) ξεφεύγει από την πεπατημένη, να σου και μερικά kraut rock περάσματα και ήχοι. Κακό; Δεν με αφορά αν είναι κακό, με αφορά πως τις περισσότερες φορές λείπει η τεχνογνωσία. Και αυτό καθησυχάζει πλήρως την ψυχή μου, που προτιμά να εμπιστεύεται περισσότερο τις τελευταίες δουλειές του Conrad, ακόμα και τα leftover τους, από μια καλοπαιγμένη αναβίωση πιθανότατα στην Thrill Jokey. To «Hirschgebrull» είναι ένα πιο θορυβώδες πάντως, σχεδόν ηλεκτρονικό album, που δίνει χώρο στο να μπαίνουν σαράντα χρόνια Μουσικής Τριβής μέσα σε καμιά δεκαριά κομμάτια που δεν είναι και τα καλύτερα του δημιουργού. Και αν ακόμα και αυτά καταφέρνουν να δημιουργούν ένα πολύ δυνατό album, ένα album που άξιζε να είναι το τελευταίο του Conrad του Schnitzler που έπαιζε στο «Electronic Meditation», όλο αυτό μου λέει για τελευταία φορά τι μεγέθους υπήρξε στα αλήθεια ο δημιουργός, και πόσο θα μου λείψει, και αντίο και σε ευχαριστώ για όλα.
Εδώ το ένατο κομμάτι της συνεργασίας :
Πρόσφατα επανακυκλοφόρησε σε δίσκο το πελώριο «Ballet Statique». Εδώ ένας κάπως συγκινητικός αποχαιρετισμός.
Σε υπόλοιπα νέα, ο Thomas Ekelund δισκογραφεί το «Dreadcade» ως Dead Letters Spell Out Dead Words και προσεγγίζει τα albums των Deaf Center και Kreng με συνοπτικές διαδικασίες. Πρόκειται για συλλογή κομματιών από κασέτες και εφτάρια, αλλά στις τραγικά μικρές ποσότητες που τα βγάζει, δεν θα τα άκουγα σίγουρα αν δεν έβγαιναν όλα μαζί. Το Black Clouds of Summer βαφτίζεται σούπερ χιτ για Ιούλιο/Αύγουστο 2011. Αν σας θυμίσει λίγο το ένατο κομμάτι της προηγούμενης συνεργασίας μην σκιαχτείτε, απλά απολαύστε την καλοκαιρινή μυσταγωγία. Επανερχόμενος σε κάτι λιγότερο μαύρο, αλλά περισσότερο περίπλοκο, πολύ από τον χρόνο μου τρώει το album που έκαναν οι FIRE! με τον Jim O’Rourke. Δύο πληροφορίες, οι FIRE! Είναι μια μπάντα στην οποία παίζει ο Mats Gustafsson και το «Unreleased?» Κυκλοφόρησε στην Rune Grammofon. O σουηδός είναι ένας free jazz τύπος με ιδιαίτερα rock ακούσματα, πράγμα που τον έχει κάνει να συνεργαστεί με τους Sonic Youth σε διάφορα επίπεδα πάνω από είκοσι φορές. Αυτή μάλλον θα καταλήξει η αγαπημένη μου συνεργασία τους. Και αν είχατε τρομάξει με το label με κάτι Grindstones που κυκλοφορούσε, εδώ κινηθείτε άφοβα. Μελετημένο υλικό σε βάθος, kraut rock λογικές (χα!), ασύλληπτα ξεσπάσματα και όχι jazz ψυχαναγκασμός πάνω σε jazz μουσικές. Μακάρι να το σαμποτάρει όλη η jazz υφήλιος, που –εδώ που τα λέμε- θα το κάνει. Σε σημεία μου έφερε στο νου τη συνεργασία του John Wiese με τον Evan Parker. Παίρνω πάσα από την θορυβώδη αναφορά μου και πετάω στο παιχνίδι τον Rudolf Ebner. Αυτός είναι ένας Ελβετός, έχει μικρή σχέση με τη μουσική, κυκλοφορεί αβέρτα δίσκους με διάφορα music concrete projects, πίνακες ζωγραφικής, κάνει περιοδείες με τον Joke Lanz των Sudden Infant και τον τελευταίο καιρό προσπαθώ να τον εξερευνήσω περισσότερο σε βάθος. Στην κασσέτα που είχε κάνει το 1995 μαζί με τους Masonna, την «Clitoris Projectile Pump Action», έπαιξε ένα υπερβατικό harsh/industrial noise πράγμα, όμοιο του οποίο δεν έχω ξανακούσει πουθενά και ποτέ, και κάθε φορά που παίζει απορώ και με αυτό, αλλά και με εμένα. Σε εμένα έδρασε σαν προπομπός της νέας ενασχόλησης στα διαλυμένα εγκεφαλικά μου κύτταρα, εσείς μπορείτε κάλλιστα να το προσπεράσετε. Τόσο αυτό, όσο και το «Ecstasy of the Angels» της Junko. Η Junko είναι η τραγουδίστρια των Hijokaidan, και αν εκείνοι βάζουν τα γυαλιά σε κάθε πιθανό ψαγμενοθορυβοπερίεργο με την Ηχάρα που δημιουργούν συστηματικά εδώ και τριάντα χρόνια (τσεκάρετε την συλλογή «The Lord of Noise» για να το διαπιστώσετε), τα προσωπικά της albums απαιτούν Πραγματικά Γερά Νεύρα. Στα περισσότερα φτάνω ως τη μέση. Του πρώτου κομματιού. Σαν σωστός μαζοχιστής όμως, δόθηκα στο «Ecstasy of the Angels» κυρίως γιατί το εξώφυλλό του έμοιαζε με soundtrack αμερικάνικης ρομαντικομεντί, και ίσως εκεί η Junko να ένιωθε λίγο. Δεν. Πάρα ταύτα παίζει συνεχώς σε cd/mp3 players, ακόμα και στο κινητό μου. Η φωνή της είναι ένα εντελώς ιδιόμορφο πράγμα, είναι σαν μουσικό όργανο, και βγάζει εκείνη *ακριβώς* τη δυναμική που είχε το πρώτο LP της Diamanda Galas και διάφορα της Maja Ratkje. Αλλά η Junko είναι ιαπωνέζα, και στην Ιαπωνία τα πράγματα είναι πιο ακραία. Ξαναγίνομαι άνθρωπος και ξεθάβω το «In Die Nacht» album του Asmus Tiechens μετά από προτροπή. Καλοκαιρινά πράγματα. Τι φοβερός τύπος ο Asmus Tiechens. Η προτροπή μου θυμίζει πως είχε παίξει live στο μουσείο Μπενάκη. Αναθεματίζω με όλα όσα δεν μαθαίνω εγκαίρως. Ωραίο το εν λόγω album, όπως και η υπόλοιπη σειρά των κυκλοφοριών του στη Die Stadt. Κλείνω με τη νέα σουπερμπάντα που ό,τι βλακεία και αν αποφάσιζε να παίξει εμένα θα μου άρεσε και θα έβρισκα επιχειρήματα : είναι οι Grumbling Fur! O Daniel O Sullivan προσθέτει άλλο ένα ισχυρό project στο ενεργητικό του (οι Miracle δεν πιάνονται ως τέτοιο, δεν είναι τόσο καλοί, βγήκε 12” που τους ρεμιξάρουν Fennesz και Ulver πάντως), αφού συνεργάζεται με τον Alexander Tucker και μέλη των Circle/Pharoah Overlord. Δεν υπήρξα ιδιαίτερα επιφυλακτικός, και το album μου άρεσε όπως περίμενα να συμβεί. Μου άρεσε που ο ρόλος κάθε μέλους είναι ιδιαιτέρως φανερός. Απόλαυσα ιδιαίτερα τα σημεία όπου στα πιο απλωμένα/πειραματικά κομμάτια σκάνε στο βάθος εκείνα τα Circle φωνητικά για τα οποία έχω παραδοθεί αμαχητί στους Circle τους ίδιους. Το κομμάτι «Bears Wandering Into Milky Chapel» μπαίνει (μαζί με το «Providence») στο gang των Τεράστιων Τραγουδιών για το 2011. Και δεν είμαι μόνος μου σε αυτό. Θα το δείτε. To album λέγεται «Furrier», με κόπο προσπαθώ να μη το συνδέσω με τον μετασχηματισμό Fourier, και κυκλοφορεί στην Aurora Borealis. Οι Craft πάλι, επανήλθαν έξι χρόνια μετά το «Fuck the Universe» με το «Void». Το άκουσα αρκετές φορές και θα το ξανακούσω. Νομίζω πως θέλουν να γίνουν οι Watain, αλλά ίσως είναι ιδέα μου. Δεν ενθουσιάζομαι. Τα δύο πρώτα τους είναι τρομερό black metal. Φτάνει τώρα. Την καλημέρα μου.