έχει
ως
εξής

η κατάσταση
δεν έχει ποτάμια

«All my tears, they fell like rain, don’t you see them falling?»
Το προηγούμενο post περί υπερβολών, οριών, εκμετάλλευσης και μαζοχιστικής επιμονής να αφήνουμε τους εαυτούς μας να γίνονται λίγο θύματα ήρθε να συμπέσει με ένα πρόσφατο άρθρο στο Sonik (το οποίο αγόρασα μετά από πάρα πολύ καιρό – είναι λίγο καλύτερο από ό,τι το θυμόμουν αλλά διατηρεί μπόλικα κολλήματα/βλαμμένα σημεία) που ασχολιόταν με ένα θέμα το οποίο είναι από τα αγαπημένα των μουσικόφιλων τα τελευταία χρόνια. Κυρίως έχει να κάνει με το μέλλον της δισκογραφικής βιομηχανίας, το δωρεάν status της μουσικής και το πως αντιμετωπίζουν οι νέοι ακροατές την μουσική. Ένα κομμάτι μάλιστα μου έκανε μεγάλη εντύπωση καθώς μιλούσε για τη σχέση των νεότερων γενιών με τα mp3 και την δημιουργία της άποψης ότι πλέον αυτό είναι το normal format για την μουσική, ότι πλέον τα cd και οι δίσκοι θεωρούνται ξεπερασμένοι και δεν μπορούν να κατανοήσουν την ενασχόληση με αυτά τα πράγματα, ενώ το πιο αγαπημένο τους πράγμα που έχει να κάνει με την μουσική είναι το ipod τους. Όντας παιδί των 90s και άρα της μεγάλης άνθησης του cd, η αγάπη μου για την μουσική φυσικά μεταφράστηκε στην όρεξη για απόκτηση περισσότερων φυσικών μέσων αποθήκευσής της. Καθώς το βινύλιο άρχιζε να ξανακερδίζει έδαφος, έγινε και αυτό ένας ιδιαίτερα ελκυστικός στόχος συλλογής και αγοράς. Νομίζω ότι οι 20-somethings του σήμερα είναι και από τις τελευταίες γενιές που έχει τόσο στενή σχέση με την συλλογή δίσκων ή cd.
Αυτό που πάντα σκεφτόμουν όταν διάβαζα κάτι σχετικό με το θέμα είναι το ερώτημα αν αυτή η νέα προσέγγιση είναι πιο σωστή (καθώς το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι η μουσική και όχι το πακέτο) ή έχει χάσει κάποιο από το ρομαντισμό της (μια που ένα σημαντικό μέρος της μαγείας του θέματος μουσική είχε να κάνει και με το όλο τελετουργικό της απόκτησης ενός νέου cd ή ενός νέου δίσκου, το artwork, το να μυρίσεις το βιβλιαράκι κλπ.). Και, ναι, πιθανότατα αυτό είναι ένα δείγμα φετιχισμού αλλά για να πω και την αλήθεια δεν έχω και μεγάλες τύψεις, ούτε μετανιώνω ακόμα και για τις στιγμές που συνειδητά το έχω παρακάνει. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι πιστεύω ότι οι πιο νέοι (λες και γεράσαμε εμείε) το χουν καταλάβει λάθος το όλο πράγμα. Έτσι και αλλιώς παρόλη τη γενική τάση υπάρχουν κάποιες μειονότητες που λες και θέλουν να αντισταθμήσουν το ατέλειωτο downloading και χαλάνε ακόμα περισσότερο χρόνο και χρήμα για να αποκτήσουν και το τελευταίο χρωματιστό βινύλιο περιορισμένο στα 123.62 αντίτυπα από το τυχαίο νεο-ψαγμένο συγκρότημα που έχει αποκτήσει μια underground φήμη. Αλλά και αυτοί περνάνε καλά οπότε ποιος είμαι εγώ να τους κατηγορήσω.
Πάντως μάλλον όλη αυτή η στροφή προς τα mp3 θα γίνει ακόμα μεγαλύτερη και όσο και αν εκτιμώ και ευχαριστώ την ύπαρξή τους γιατί μου έμαθαν και μου έδωσαν την ικανότητα να μάθω πολλή καινούρια μουσική, η οποία μάλλον με έκανε λίγο καλύτερο άνθρωπο, θα λυπηθώ πολύ αν χάσουμε και τα πιο παραδοσιακά αντικείμενα στα οποία λατρεύουμε να ξοδεύουμε τα λεφτά μας. Και τώρα που το συζητάμε είδα εκείνο το 9πλό box set του Albert Ayler μόνο 30 λίρες και άρχισαν να τρέχουν τα σάλια μου.
Σε άλλα νέα, το «Cries A Girl» με έκανε να ξεθάψω το μεγαλύτερο μέρος της δισκογραφίας του Buck 65 και να ακούσω προσεκτικότερα album στα οποία δεν είχα αφιερώσει πολύ χρόνο, ενώ τα πραγματικά shocking news είναι κάτσαμε να ακούσουμε καινούριο τραγούδι Metallica, ότι μας άρεσε (oh dear god!!!) και ότι μάλλον είναι ό,τι καλύτερο έχουν γράψει από το «Load» και μετά. Ρε λες;
Πριν ένα χρόνο, ήταν βράδυ, είχα πάει για ένα drink στα eksarxeia, και γυρνώντας, πετυχαίνω στη βιτρίνα ενός (κλειστού!) δισκοπωλείου ένα 10″ βινύλιο του «Satanic Art» των Dodheimsgard. To «Satanic Art» των Dodheimsgard ήταν η μοναδική τους μαζική κυκλοφορία που δεν της είχε χαριστεί βινυλιακή έκδοση. Το «Supervillain Outcast» δεν το μετράμε, διότι θεωρητικά, και σύμφωνα με λεγόμενα του ιδίου του Vicotnik, θα κοπεί και στο format που το θέλουμε. Αυτό βέβαια εμπίπτει στην λεγόμενη Νορβηγική Ασυνέπεια, οπότε μη ξέροντας, μένουμε στο «Satanic Art». Την επόμενη ηλιόλουστη αυγουστιάτικη μέρα, πήγα χαρούμενος στο κατάστημα και αγόρασα το LP, κάνοντας παζάρια για την τιμή του, καθώς τα είκοσι ευρώ για κυκλοφορία της Black Hand Productions, με σήμα τη μούτζα (κυριολεκτώ), δεν είναι τα ενδεδειγμένα, σύμφωνα με το συνδικάτο καταναλωτών. Η τιμή έπεσε κάπως, και έφυγα αγκαλιά με πορτοκαλί splatter Dodheimsgard, αριθμημένο στα 200 αντίτυπα, με αριθμό 13. Όλα καλά, αν εξαιρέσεις αυτήν την ηλίθια ασθένεια που λέγεται αγοραστική μανία, και χτυπάει στην ανάγκη σου για απόκτηση οποιασδήποτε έκδοσης οποιασδήποτε μορφής οποιασδήποτε κυκλοφορίας των πολύ αγαπημένων σου συγκροτημάτων. Το εν λόγω δεκάιντσο αποδείχτηκε πως κυκλοφορούσε αβίαστα στα συνήθη μέρη αγοράς, και πως δεν ήταν 200 τα αντίτυπα. Σε κάποια φάση να φανταστείτε, έπεσε στα χέρια μου και δεύτερο βινύλιο με αριθμό 13. Bootleg της κακιάς ώρας λοιπόν, από Βραζιλία, αν ευσταθούν οι πληροφορίες μου, και πλέον βρίσκεται ανάμεσά μας σε πολλά χρώματα, των ίδιων «διακοσίων» αντιτύπων. Η εξήγηση βρίσκεται -όπως όλες οι εξηγήσεις- στο Catch 22, και στην εξήγηση του Μάιλο στο κατά πόσο δύο ανήλικες πόρνες είναι στα αλήθεια πάνω από τριάντα χρονών, και στο πως η περιπλοκότητα των σχέσεων που προκύπτουν από τον καλπάζοντα καπιταλισμό είναι στα αλήθεια τόσο περίπλοκες, που τελικά ακόμα και εμείς φύγαμε χαρούμενοι από το δισκάδικο με τη μαλακία στο χέρι. Τα είκοσι ευρώ που χαρίστηκαν προ τριών μηνών στην -αξιοπρεπέστατη κατά τα άλλα- bootleg βινυλιακή κοπή του «Hostmorke» των Isengard, χαράζουν την αλήθεια ακόμα και στο πιο κρυμμένο υποσυνείδητο : Είμαστε ασθενείς. Το εν λόγω Isengard έχει πλάκα, στην αρχή είχε κυκλοφορήσει αισχρή έκδοσή του σε δίσκο (εγώ θα το έφτιαχνα καλύτερο, αλήθεια), ενώ φέτος υποτίθεται η Moonfog το έκοψε κανονικά. Αλλά είναι bootleg ωραιότατο και αυτό, σιγά μη θυμόταν ο Satyr το 2008 να κόψει Isengard δίσκο, ήταν προφανής η αλητεία. Αλλά τα είκοσι ευρώ στο ταμείο, είκοσι ευρώ. Ακόμα και ο ίδιος ο Fenriz θα γελούσε με τα χάλια μου. Χτες, δεν υπήρχε και μεγάλο budget όταν μπήκα σε ένα άλλο δισκάδικο. Μόλις 15 ευρώ. Αυτό που αντίκρυσα όμως, ένα μωβ εξώφυλλο σαν scene του media player με το λογότυπο του album των Thorns όμως ήταν υπεράνω περιγραφής. Μαύρο λεπτό και ελαφρύ βινύλιο, τα pixels στο logo πιο ευδιάκριτα και από καρπούζι σε φρουτοσαλάτα με καρπούζι και κεράσια, ένθετο με στίχους σε times new roman, και η kaleidoscope productions έκανε την υπέρβαση στον bootleg ορίζοντα. Πήρε τον δίσκο με την υψηλότερη αισθητική ίσως στην ιστορία του metal ή black metal ή απλά rock, και τον κέρασε με τη χειρότερη, αντιαισθητικότερη, χοντροκομμένη, ανούσια, απαράδεκτη και φτηνή πρώτη έκδοση σε LP που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Το θέαμα ήταν αστείο, στο οπισθόφυλλο μάλιστα υπήρχε ακόμα και το παλιό logo των Thorns, ξεκάρφωτο, πάνω από τους τίτλους. Ακόμα και στο Χ «100 χρόνια βουκολικά λαϊκά» του περιοδικού Πίστα, θα τα είχαν καταφέρει καλύτερα στον αισθητικό τομέα. Μαντέψτε τι συνέβη στα 15 ευρώ μου.
Υπάρχει πρόβλημα.
Η σχέση μου με το hip hop ποτε δεν ήταν πολύ καλή. Θέλετε κάτι μια προκατάληψη με τη κιτς βλακώδη γελοιότητα του εμπορικού μέρους του (τόσο μουσικά, όσο και στιχουργικά/στυλιστικά), θέλετε κάτι οι αντιδιαμετρικά τοποθετημένες μουσικές ρίζες μου, δεν είχα κάτσει να το πάρω και πολύ στα σοβαρά. Μια μικρή αλλάγη και ένα νεύμα του κεφαλιού σε ένδειξη σεβασμού ήρθε πρώτα με το soundtrack του RZA για το Ghost Dog (από τα καλύτερα που έχουν υπάρξει). Από τότε ο RZA αλλά και η γενικότερη κολλεκτίβα των Wu Tang Clan ήταν από τα πράγματα που εκτιμούσα, έστω και αν δεν καταλάμβαναν πολύ χρόνο στο στερεοφωνικό μου.
Σιγά σιγά, αν και οι γνώμη μου για το ευρύτερο είδος δεν άλλαξε, κάτι η επιρροή του σε αγαπημένα συγκροτήματα και είδη (δες trip-hop), κάτι η γνωριμία με διάφορους ελαφρώς outsiders (δες Streets), ήρθαν κάποια μεμονωμένα σημεία τα οποία όχι απλά συμπάθησα, αλλά λάτρεψα. Την μεγαλύτερη ευθύνη για όλο αυτό είχε ένας Καναδός κύριος, ο Richard Terfry aka Buck 65 και η τελειότητα που λέγεται «Secret House Against The World». Πέρυσι δυστυχώς είχε βγάλει ένα απογοητευτικό album («Situation») και προχτές χαζεύοντας κάτι με αφορμή το video του «Devil’s Eyes», ανακάλυψα ότι φέτος κυκλοφορεί ένα live album του μαζί με την συμφωνική ορχήστρα της Νέας Σκωτίας. Όχι πρωτότυπο εγχείρημα, αλλά αρκετά ενδιαφέρον για να δούμε το αποτέλεσμα.
Δυστυχώς το live είναι αρκετά άνισο. Οι στιγμές που υπάρχει έντονη παρουσία της ορχήστρας είναι μετριότατες, μάλλον γιατί δεν κολλάει το ύφος μιας συμφωνικής με το ύφους του Buck 65. Ναι είναι μελωδικός, ναι, είναι ατμοσφαιρικός, ναι μπορεί να είναι ρομαντικός ή μελαγχολικός, αλλά πάνω από όλα είναι down to earth, δεν έχει την επίσημη φορεσιά που απαιτεί μια ορχήστρα, είναι ο τύπος με την αθλητική ζακέτα και το jockey και η μουσική του είναι άκρως συνυφασμένη με την πόλη και το τσιμέντο και τους ανθρώπους που ζουν εκεί. Δεν έχει να κάνει με music hall και μεγάλες αίθουσες, έχει να κάνει με σκοτεινά μπαρ, ένα πιάνο και ένα turntable. Η μαγεία της μουσικής του είναι ακριβώς αυτός ο συνδυασμός της αίσθησης της μελωδίας αλλά και του κοντινού σε μας. Η ορχήστρα στα τραγούδια του ακούγεται υπερβολικά αποστειρωμένη, σαν να τα απομακρύνει από εμάς. Προσπαθεί να εντείνει το δραματικό στοιχείο αλλά απλά καταφέρνει να το αραιώσει και να το κάνει πιο safe. Αντίθετα τα κομμάτια που δεν πολυακούγεται η ορχήστρα ειναι εξαιρετικά δείγματα των live ικανοτήτων του.
Όμως το σημαντικό γι’ αυτή την κυκλοφορία δεν είναι όλα αυτά. Είναι η ύπαρξη του τέταρτου κομματιού του, του μέχρι πρότινος άγνωστου σε μένα «Cries A Girl» (υπάρχει στο best of του). Θυμηθείτε τις καλύτερες στιγμές του «Secret House…» (το «Corrugated Tin Facade», του «Blood Of A Young Wolf» κλπ). Και τώρα φανταστείτε κάτι που να φτάνει με άνεση το μεγαλείο τους. Έχετε νιώσει ποτέ ακούγοντας μουσική ότι αυτό που ακούτε υπερβαίνει την στενή έννοια του «τραγουδιού» και γίνεται κάτι περισσότερο; Κάτι μεγαλειώδες; Κατι που σας φέρνει δάκρυα στα μάτια και ανατριχίλες στην πλάτη; Κάτι που σας κάνει ευτυχισμένο για την ύπαρξη της μουσικής στον κόσμο; Το «Cries A Girl» είναι όλα αυτά και η ουσία του αποδεικνύει γιατί ποτέ καμιά ορχήστρα δεν πρόκειται να κατανοήσει αυτά που έχει να πει ο Καναδός και γιατί για μερικά πράγματα το hip-hop είναι η κατάλληλη γλώσσα όταν ο δημιουργός έχει αρκετό ταλέντο.
I saw diamonds divide, corners of her eyes
Γειά σου errorflynn γράφει πάνω δεξιά. Γειά σου και σένα, άγνωστε. Κάπου ανάμεσα στην προετοιμασία μιας μακαρονάδας, τα αεροδρόμια, τα τρένα, τα βαπόρια, τις βαλίτσες, τα γειά σου, τα καλώς ήρθες κατάφερες να επιστρέψεις. Γενικά νομίζεις πως τα «back» θα είναι μπόλικα, τουλάχιστον για τον επόμενο μήνα περίπου. Μερικά από δαύτα θα’ναι στραπατσαρισμένα ανάμεσα σε ρούχα διακοπών, μερικά στην μουσική που άκουγες στις διάφορες επιστροφές, στην πρώτη μουσική που ακούς το πρώτο δευτεριάτικο πρωινό καθώς επιστρέφεις στη δουλειά. Και σκέφτεσαι στο δρόμο εκεί που πας ασθμαίνοντας σαν το ζόμπι – έλα, έλα το ένα πόδι μπροστά από το άλλο – τι μουσική πρέπει να ακούσω τώρα για να φτάσω αβλαβής στη δουλειά χωρίς να χω στο μεταξύ πηδήξει από κανένα flyover. Καταλήγεις σε κάτι που ξέρεις σίγουρα πως θα σε σπρώξει μπροστά για το επόμενο πόδι. Κάτι για κατάρρευση επικοινωνίας άκουσες, κάτι για μπερδέματα, κάτι για καλές εποχές, κακές εποχές. Άκρως κατάλληλα πράγματα δηλαδή για την πολή της οποίας τα πεζοδρόμια περπατάς. Το νιώθεις εξάλλου στον αέρα της. Κάθε φορά που διαπερνούν το νευρικό σου σύστημα οι γνώριμες νότες, επιβεβαιώνεται η πεποίθησή σου ότι κάθε πόλη έχει τον ήχο της.
Ποιός μίλησε για Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές; Τον Σεπτέμβρη να δεις απορίες. Ρώτησες και το φιλαράκι σου, πως πιστεύει οτι θα είναι ο ερχόμενος χειμώνας και σου είπε μοναχικός. Εκεί έπεσε πιο βαρύ το χτύπημα. Μαύρισα αρκέτα; Ήταν απ’το κακό μου ή που έζησα το μύθο μου στην Ελλάδα; Από Σεπτέμβρη δίαιτα. Πρέπει να βρω δουλειά. Τι με περιμένει πίσω στην πόλη. Με σκέφτεται άραγε; Θα’χει κίνηση; Θα πεθάνει; Θα τα καταφέρω; Αμφιβολίες και ελπίδες. Τον Σεπτέμβρη να δεις.
Είναι ο μήνας που δεν ξέρεις τι να ακούσεις. Θες να ανέβεις ή έχεις σιχαθεί να πέφτεις που λες ότι έχεις ανακαλύψει νέους πάτους. Και κοιτάς έξω από τα παράθυρα πολύ. Να το παρατηρήσεις αυτό. Ψάχνεις παράθυρα γενικά. Λίγο που δεν σε χωράει ο τόπος, λίγο οι αμφιβολίες. Δεν θέλει και πολύ.
Ε, και προσπαθείς. Στριφογυρνάς στο κρεβάτι γιατί είναι ξένο και δεν το έχεις συνηθίσει ακόμα. Στριφογυρνάει και το σπίτι γιατί δεν σε έχει συνηθίσει αυτό, μόνο που αυτό είναι λίγο πιο καλόβολο από σένα. Το σκέφτεσαι αν θες να βγεις από το σπίτι ή όχι, το σκέφτεσαι αν θες να πας να δεις φίλους, το σκέφτεσαι αν έχεις και ποιός θέλει να σε δει. Και ξαφνικά, ακούγεται από τα πολυμετακομισμένα ηχεία σου εκείνο το τραγούδι. Που είχες να ακούσεις από εκείνο το καλοκαίρι που ήσουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι και οι αμφιβολίες και οι απορίες ήταν τόσες πολλές και τόσο απολαυστικές. Δεν ήξερες καν ότι μπορούσαν να έχουν γεύση. Και το είχες ακούσει τόσες πολλές φορές. Δεν ήξερες καν ότι ένα τραγούδι μπορεί να ακουστεί τόσες πολλές φορές. Και το τέλος του καλοκαιριού ήταν μεταμφιεσμένο σε αρχή των πάντων. Που άρχισαν, που ξεκίνησαν ούτε πήρες χαμπάρι. Τα μπάσα είναι βαριά όμως και δεν ξεχνιούνται και ο ρυθμός είναι βαθύς. Που ξεκινάει, που τελειώνει ούτε σε νοιάζει να μάθεις. Κάνε τον Σεπτέμβρη, άνοιξη και την Πρωτοχρονιά σου, Ιούνη και ξεγέλασέ τα, τα πούστικα. Η μουσική θα σε θυμάται βεβαίως, αλλά αυτή ούτως ή άλλως δεν θέλεις να σε ξεχάσει.
Υπάρχει μια φήμη/βρώμα πως η Αθήνα είναι τέλεια τον δεκαπενταύγουστο, επειδή ο ζωώδης πληθυσμός της ταλαιπωρεί παραθερίζοντας κάποιο ήδη ταλαιπωρημένο προορισμό διακοπών, γνωστό ως «θα παω στο χωριό μου» ή «και φέτος Κουφονήσια μάγκα» ή «με τον Αντώνη θα κάνουμε το γύρο των Αντικυθήρων με πατίνι» ή τελοσπάντων κάτι τέτοιο φρικτό και φρικαλέο. Με αυτά και με αυτά, η Αθήνα υποτίθεται είναι άδεια και εμείς μπορούμε σαν άνθρωποι πια να τη χαρούμε. Να χαρούμε τι; Το φάσμα εκπομπής των πεζοδρομίων; Το κοσμικό νέφος; Τη χαριτωμένη θερμοκρασία; Με όλα τα σοβαρά μαγαζιά κλειστά, με τα δισκάδικα με stock Απριλίου και με μουσικά events συχνότητος ύπαρξης μη ντοπαρισμένου αθλητή στην ελληνική αποστολή στο Μπέιτζην;
Γεγονότα. Το ταξίδι με πλοίο έχει χάρες ξεχασμένες και πλώρες αλατισμένες, και ο αέρας μια που σε κτυπά, μια που είσαι ο Καββαδίας. Οι παραλίες περιείχαν άμμο και υπεράριθμους λουόμενους, τα ποτά περιείχαν νερό, τα ψώνια πληθωρισμό, το σώμα εγκαύματα, οι μπλούζες αρωματικό ιδρώτα, τα tourist shops τουρίστες, και όλα συνετέλεσαν σε αυτό που απέξω μας βρίζουμε μα τελικά μας είχε λείψει, τις διακοπές στην Ελλάδα, Χελλάντ, όπως προτιμάτε. Γεγονότα : Ακούγαμε πολύ το «The Slip» των Nine Inch Nails (κάπου αυτές τις μέρες συνειδητοποίησα πόσο μεγάλος δίσκος είναι), το «The Essential» του Leonard Cohen (και οι συλλογές έχουν μια α χρησιμότητα ανά καιρούς), το «Huffin’ Rag Blues» των Nurse with Wound (απίστευτα πράγματα), το «The New Backwards» των Coil (μέσα στους δέκα αγαπημένους μου Coil δίσκους για πλάκα), το ομώνυμο των Madrugada (αυτό που έχει το «Honey Bee»!!) και το «Volta» της Bjork. Την Bjork την είδαμε και στη συναυλία της, όμως προτιμώ να μη μιλήσω για αυτό, θα ξαναχάσω την ψυχραιμία μου και δεν θα ήθελα κάτι τέτοιο.
Meanwhile, back in Athens, σιγοτραγουδώντας ακόμα οποιοδήποτε τραγούδι του Leonard Cohen έρθει στο μυαλό μας, βρίσκουμε στο γραμματοκιβώτιο μας αναπάντεχα τον δίσκο του Blackfilm. Σε επόμενο post, κάποια ώρα με λιγότερο ήλιο θα αναφερθούμε και μεις με πρέποντα τρόπο, σε καθαρά μουσικές βάσεις πάνω στις νέες κυκλφορίες που -ευτυχώς- έχουν πάντα τον τρόπο τους να μας επισκέπτονται, οποτεδήποτε εμφανιστούν στο προσκήνιο.
back in Athens λοιπόν.
Στην υγειά σας
Το ρολόι δείχνει 4:30 και αρκετά νυσταγμένοι βρίσκουμε έναν (δυστυχώς) πιο νυσταγμένο ταξιτζή που ευγενικότατα δέχτηκε να μας πάει μέχρι το αεροδρόμιο (και καταδέχτηκε να πάρει και τα λεφτά μας – υπερβάλλω, ο άνθρωπος ήταν πολύ συμπαθής). Είναι πάντα ιδιαίτερες οι διαδρομές προς και από οποιοδήποτε αεροδρόμιο. Είτε είναι πολύ όμορφες γιατί κάτι ξεκινά, είτε ιδιαιτέρως σκυθρωπές γιατί κάτι τελειώνει (τουλάχιστον για το παρόν χρονικό διάστημα). Η συγκεκριμένη άνηκε στην δεύτερη κατηγορία, αλλά η νύστα και τα χασμουρητά δεν άφηναν πολύ χώρο για κατσούφικες γκριμάτσες. Για κάποιο περίεργο λόγο πάντα μου άρεσε η διαδρομή το βράδυ στην Αττική Οδό, χαζεύοντας κάτω από τα φώτα του δρόμου την πόλη σιγά σιγά να εξαφανίζεται και για μια φορά να μπορείς να έχεις μια ήρεμη διαδρομή μέσα σε ένα αυτοκίνητο στην Αθήνα. Παρέα στην νύστα του φίλου ταξιτζή έκανε ο Παρέα FM (no pun intended), αγνώστων λοιπών στοιχείων και όσο πήρε το αυτί μου δεν έχουμε και ιδιαίτερη βιασύνη να μάθουμε περισσότερα γι’ αυτόν. Τουλάχιστον μπορούσες να το αγνοήσεις και να επικεντρωθείς στη διαδρομή (σε αντίθεση με την ράτσα εκείνων των οδηγών που πιστεύει ότι ο Ντέρτι ταιριάζει σε κάθε ώρα και στιγμή).
Τα πρώτα βήματα μέσα στο αεροδρόμιο, η κλασσική πρώτη ματιά στον πίνακα για να δεις που πρέπει να πας και να προσανατολιστείς μου φέρνει πάντα στο μυαλό την αρχή του Love Actually (ή εναλλάκτικά εκείνη την σκηνή στην αρχή του Dogma – «This is humanity at its best. Look at them. All that anger, all that mistrust, all that unhappiness… forgotten, for that one perfect moment when they get off the plane.»). Και όταν πας τελικά και βρίσκεις το check-in σου η ουρά είναι πάντα μεγαλύτερη από όσο θέλεις (πιθανότατα γιατί θέλεις απλά να είσαι μόνος σου) και οι επιβάτες για Λάρνακα επιμένουν να μην εμφανίζονται («Passengers for Larnaka!») ενώ μια Γαλλίδα κυρία προσπαθεί να σε προσπεράσει κουμαντάροντας με δυσκολία τις εκατονπενηνταδυομιση βαλίτσες της και αναφωνόντας «Λαγνακά, Λαγνακά». Γιατί να μην παίζει μουσική στα αεροδρόμια; Είναι εύκολα μια από τις μεγαλύτερες χαμένες ευκαιρίες για συνθέτες soundtrack, το να επιδιώξουν να επενδύσουν με μουσική αυτό το χάος (το όμορφο χάος βέβαια). Μερικούς καφέδες, κρουασάν, κουλούρια, τυρόπιτες, Nitro με την Σασα Μπαστα σε ρόλο Μαντόνα, τουρίστες να κοιμούνται παντού (θέαμα το οποίο είναι παραδόξως ιδιαίτερα ζεστό), ήρθε η ώρα για την επιστροφή. Χωρίς παρέα αυτή τη φορά, αφού ο καθένας επέλεξε διαφορετικό μέσο για την συνέχεια. Προσωπικά (δυστυχώς) η συνέχεια θα ήταν επίγεια, αυτή τη φορά με παρέα το «Neither here Nor there» του Bill Bryson, το οποίο περιγράφει ένα ταξίδι του στην Ευρώπη από χώρα σε χώρα (και παρόλο που πρέπει να το διαβάσετε και να αρχίσετε να πακετάρετε, αυτή την περίοδο είναι λίγο σαν να ρίχνεις αλάτι στις πληγές – δεν μπορώ να αντισταθώ όμως) και το πάντα πιστό mp3 player.
Πρώτο βήμα έξω από το αεροδρόμιο στις 6:30, χωρίς να έχει ξημερώσει καλά καλά και ο ουρανός παρά την καθαρότητα του έχει μια πολύ φθινοπωρινά συννεφιασμένη γκριζάδα, έτσι που σε κάνει για μια στιγμή να αναρωτιέσαι αν το ημερολόγιο σου κάνει λάθος. Τα πόδια μπαίνουν στο αυτόματο και σε κατευθύνουν προς τις αποβάθρες του μετρό, χαζεύοντας δεξιά και αριστερά το, ακόμα σχετικά ήσυχο, περιβάλλον. Το μετρό φεύγει στις 7 και αποφασίζεις να πας να κατσεις στα γοητευτικώς άδεια βαγόνια, να βάλεις τα ακουστικά στα αυτιά και να πας να συναντήσεις τον κ. Bryson, τον οποίο είχες αφήσει κάπου στο Βέλγιο προς Ολλανδία. Πρώτη επιλογή το «Treny» του Jakaszek, ήρεμο, ταιριάζει με την ώρα και την διάθεση, θα σε ηρεμήσει και θα σε κάνει για μια στιγμή να πιστεψεις πως δεν είσαι σε ένα Μετρό που κάνει το Αεροδρόμιο-Σύνταγμα, αλλά σε ένα τραίνο που θα σε πάει από το Amsterdam στην Γερμανία και από εκεί στην Δανία για να δεις την Κοπεγχάγη. Μπορεί τα προάστια της Αθήνας να μην είναι Κοπεγχάγη, αλλά αν η βραδινή διαδρομή στην Αττική Οδό είναι όμορφη, τότε η πρωινή διαδρομή με το Μετρό από το αεροδρόμιο με την ανατολή του ηλίου είναι ακόμα περισσότερο ομορφη. Προσπάθεια για απαθανάτιση της ανατολής με το κινητό καταλήγει σε οικτρή αποτυχία, οπότε επιλέγω να συγκεντρωθω στο βιβλίο, στη μουσική και στο αεροπλάνο που ετοιμάζεται για απογείωση.
Κάπου στο Χαλάνδρι, τελειώνει ο δίσκος, ίσως γιατί κατάλαβε ότι έχουμε μπει πλέον για τα καλά στην Αθήνα και η επόμενη επιλογή μετά από σύντομη σκέψη είναι το «Industrial Silence». To οποίο πολύ γρήγορα μοιάζει φτιαγμένο για κυριακάτικες, πρωινές επιστροφές από το αεροδρόμιο. Παίζει το «Vocal», παίζει το «Beautyproof», παίζει το «Shine», ο Hoyem τραγουδάει «Hey little mister driver man/Keep your head up/We are nearly there» και τα πόδια συνεχίζουν να είναι στον αυτόματο. Σύνταγμα, αποβίβαση με το βιβλίο στα χέρια, επιβίβαση στο μετρό προς Δάφνη και ετοιμαζόμαστε πλέον να κατευθυνθούμε προς Σουηδία. Ο κόσμος συνεχίζει να είναι λίγος (Κυριακή 7 το πρωί και δεκαπενταύγουστος), φτάνουμε σύντομα στη Δάφνη και βγαίνουμε πάλι στο φως. Το πρωινό είναι εκνευριστικά ωραίο (αν και κάπως υπερβολικά ζεστό), λεωφορείο για Ηλιούπολη παρέα με ελάχιστους άλλους που όλο και κάποιο λόγο θα έχουν να κυκλοφορούν τόσο νωρίς κυριακάτικα, ο Bryson είναι σε ένα ferry που τον πάει Σουηδία και προσπαθεί μέσα σε μια ουρά να αγοράσει κάτι να φάει, ενώ εγώ φτάνω στην ακόμα πιο έρημη Ηλιούπολη και κατευθύνομαι προς το σπίτι. Το «Industrial Silence» μοιάζει να δένει ακόμα πιο τέλεια τώρα με το περιβάλλον.
Σπίτι, πέταμα ρούχων και τσαντών, ετοιμασία του δεύτερου καφέ της ημέρας και αναζήτηση της μουσικής που θα συνοδέψει το γράψιμο. Ένα σύντομο πέρασμα από το ράδιο (Κόσμος και Εν Λευκώ δεν παίζουν μουσική για μας τώρα), το καινούριο album των Son Lux αντέχει 2-3 τραγούδια, των Sole and The Skyrider Band 1, το «3» των Black Heart Procession παίζει μέχρι τη μέση με μενα να ερωτεύομαι ξανά το «We always knew» («did you come back from the quest/was it all to see the light in your own dream»), αλλά τελικά συνειδητοποιώ ότι η μέρα ανήκει στο «Industrial Silence» και αρχίζει να παίζει ξανά ακριβώς εκεί που έμεινε. Το δεύτερο μέρος του άλλωστε είναι ίσως και το καλύτερο. «Electric» («Pack your bags, run away/Along the freeway, out of town»), «Salt» («No life, no life without a fall/Now the wind has swept us all»), «Norwegian Hammerworks Corp.» («Let me tell you about the way the hammer moves»), «Terraplane» («I’m gonna ride that terraplane to the ground»). Έρχεται πάλι στο μυαλό η γνώριμη απορία του αν σε τέτοιες στιγμές οι δημιουργοί συνειδητοποιούσαν πραγματικά τι δημιουργούσαν. Δεν έχει σημασία όμως, καμία σημασία.
Το ρολόι λέει ακόμα 9:16, ξημερώματα για Κυριακή αλλά ήδη μοιάζει επικίνδυνα με μεσημέρι. Η μέρα προβλέπεται να περιλαμβάνει ελάχιστη κατανάλωση ενέργειας, αλλά, ελπίζω, τεράστια κατανάλωση μουσικής. Πάντα βοηθάει και τελευταία την είχαμε παραμελήσει αρκετά. Ο Bryson μας περιμένει ακόμα στη Σουηδία για να συνεχίσουμε το ταξίδι, το Wire του Αυγούστου και o Tricky στο εξώφυλλό του περιμένει υπομονετικά την σειρά του (ευχαριστώ αγαπημένη Πολιτεία που μας γλύτωσες ένα πενταυρο από την τιμή του), επιτέλους αξιώθηκα να αγοράσω το «Fever Pitch» και θα σταματήσει να με κράζει το αφεντικό (μόλις τελειώσει η Ευρώπη παίρνει σειρά, καθώς το «Slam» δεν μας άρεσε όσο ευχόμασταν και πρέπει να ξαναερωτευτούμε παράφορα τον κύριο Nick), η μουσική περιμένει στο pc και στο γραφείο (αγοράσαμε και το καινούριο Slagmaur που είναι πολύ όμορφο), το Supernatural έχει μείνει κάπου στη δεύτερη σαιζόν αλλά η σκέψη αυτή τη στιγμή είναι μια. Όπως θα έλεγε και η κυρία που ελπίζω να περάσει καταπληκτικά στην Λάρνακα:
Bon voyage.
Πέρασε κανένα εικοσαήμερο από την προηγούμενη εμφάνισή μας αλλά δικαιολογούμαστε, καθότι Αύγουστος είναι, ζέστη κάνει και δεν μπορούμε να γράφουμε συνέχεια (όχι ότι το κάναμε και ποτέ δηλαδή). Ο τελευταίος μήνας του καλοκαιριού βρίσκει το Sonic Death Monkey σκόρπιο εδώ και εκεί, αφού ένας από εμάς είναι Κρήτη και λιάζεται, ένας είναι Ρόδο και ετοιμάζεται να ξεκινήσει να υπηρετεί την μαμά πατρίδα (και μέχρι τότε λιάζεται), μια είναι στο εξωτικό Λουτράκι και επίσης λιάζεται με διαλείμματα για καφέ, ενώ στην όμορφη Αθήνα έχω ξεμείνει εγώ που περνάω μαγευτικές μέρες στο ακόμα πιο μαγευτικό Πεντάγωνο σπαταλώντας τον χρόνο μου και το αφεντικό που υποτίθεται ότι διαβάζει και συγχρόνως βρίσκει χρόνο για το κυνήγι της εργασίας (σαν της αγριόπαπιας μόνο που είναι ανοιχτό όλο το χρόνο). Που και που ακούμε και καμιά μουσική, αν και τελευταία το σπορ το εξασκούμε λίγο σποραδικά και ελπίζουμε να γίνει πιο εντατικό στο άμεσο μέλλον. Συγκίνηση/δάκρυ/στιγμή νοσταλγίας για τις τελευταίες μέρες, η ακρόαση του «En Oria» των Nocternity.
Μια λοιπόν που είμαστε για έναν ακόμα Αύγουστο στην πόλη είπαμε να φτιάξουμε και μια συλλογή για τις μέρες που περνάμε εδώ. Μ’ αυτή την αφορμή ξεθάψαμε και διάφορα ωραία τραγούδια οπότε είπαμε να την μοιραστούμε με το πολυπληθές κοινό μας.
Warm night and days in summerville
01. Astor Piazzolla – Prologue (Tango Apasionado)
02. Massive Attack – What Your Soul Sings
03. Motorpsycho – The Mirror And The Lie
04. Subgud – Metropacem
05. Paradise Lost – Albino Flogged In Black
06. Vauxdvihl – For The Son Has Gone To Hell
07. Kyuss – 50 Million Year Trip (Downside Up)
08. Corrosion Of Conformity – Drowning In A Daydream
09. Foetus & Lydia Lunch – Don’t Fear The Reaper
10. Noir Desir – A Ton Etoile
11. New Model Army – Lurhstaap
12. David Usher – Black Black Heart
13. Spoon – The Two Sides Of Monsieur Valentine
14. Ulver – Hallways Of Always
15. Harmonia – Hausmusik
Υπάρχει και τρίτη «όχι ακριβώς noise» (ή «μπορεί και noise») κυκλοφορία που το Sonic Death Monkey έχει την χαρά να προτείνει. Δεν είναι το αγαπημένο σας καλοκαιρινό album. Όχι πως το χειμώνα θα το αγαπήσετε περισσότερο, αλλά εμείς ως international τύποι ξέρουμε να ακούμε black metal το καλοκαίρι και reggae το χειμώνα! Πλάκα κάνω, δεν ακούμε reggae σε κανένα καιρικό σύστημα. Black Metal ακούμε όμως, και μάλιστα συχνά. Και όταν μας πρότειναν τους Ash Pool του «World turns on it’s Hinge» το ακούγαμε συχνά πυκνά. Μόνος μου τα έκανα αυτά, αλλά βάζω πρώτο πληθυντικό για να μη νιώθω μόνος. Τελοσπάντων, αργήσαμε (!) να κάνουμε τη σύνδεση μεταξύ Ash Pool και Prurient, παρότι το split LP των τελευταίων με τους Akitsa μας είχε προϊδεάσει για το blackmetal υπόστρωμα του Dominick Fernow, ανθρώπου πίσω τόσο από Ash Pool όσο και από Prurient. Οι πρώτοι περνάμε στο backround, καθώς η υποσχόμενη πρόταση έχει να κάνει με τους Prurient. Οι Prurient γαμάνε, και γαμάνε σχεδόν όσο οι Wolf Eyes. Αρκεί αυτό; Αρκεί, αν και είμαστε στη θέση να παραδεχτούμε πως μπορεί και να προτιμούμε κάποια project των Wolf Eyes από τους ίδιους, παραδείγματος χάριν τους Dead Machines και -κυρίως- τους Demons. Όπως και να χει, οι Prurient γαμάνε σαν τους Wolf Eyes και αυτό από μόνο του είναι αναγκαίο και ικανό γεγονός ώστε να ασχοληθούμε περαιτέρω. Δεν θα αναφερθώ σε κάποια από τις παλιές κυκλοφορίες του, κασσετικές (must), ψηφιακές, αναλογικές, κλπ, αλλά θα μπω σαν ακριβής και «διάνας» που είμαι, κατευθείαν στο θέμα, το θέμα που λέγεται «And Still, Wanting», φετινό album στη No Fun (το λέει και το εννοεί) Productions, σε μουσικές που ανακατεύουν όλη τη σύγχρονη noise, τη Yellow Swans ευαισθησία, τον Skullflower ήχο (ναι, αμε!), και σαν να ήταν και ο ίδιος στο roster της Tumult (αγαπάμε), πετάει και λίγο blackmetal στήσιμο πάνω στα υπόλοιπα. Όχι θα άφηνε. Το «And Still, Wanting», ακόμα και οι noise artists έχουν καρδιά, έχουν, έρχεται σε απίστευτη digipack συσκευασία, με στίχους, ένθετο με εικόνες, και στις πρώτες κάμποσες (ε δε θυμάμαι) κόπιες σκάει μύτη και ένα 5″ LP με τίτλο «Shield» , που θα μπορούσε να θεωρηθεί και τα λεφτά τα όλα του εγχειρήματος. Εκτός από την No Fun, προτιμήστε και το mailorder της Hospital Productions, σας εύχομαι να προλάβετε τη «There is a Part of Me That You Will Never Know» συνεργασία των Wolf Eyes με τους Sickness, και γω θα ήθελα αλλά δεν υπάρχει κάστανο, η τελευταία αγορά του Ιουλίου αφιερώθηκε εξαιρετικά στο » A Silhouette In Splinters» των Leviathan καθώς και -επιτέλους- στο «Albino de Congo»
των τρελαμένων «kabondobondo, muborobondo» Lugubrum, σε blackmetal μοτίβο, και δεν πάει να μπει και Αύγουστος!
Κυριακή πρωί με το ρολόι να δείχνει 10:46 και το ημερολόγιο να λέει ότι αισίως φτάσαμε στις 20 Ιουλίου. Περνάει ο καιρός και άλλα κλισέ, το Sonic Death Monkey πάει προς τα δεύτερα γενέθλιά του (να φτιάξουμε και τούρτα!), εμείς αγχωνόμαστε για το αν καταφέρουμε να πάμε μέχρι το Λουτράκι για διακοπές (ας είναι καλά το τιμημένο πολεμικό ναυτικό), η ζέστη δεν μειώνεται ιδιαίτερα από ένα ελαφρύ αεράκι, αλλά παρ’ όλη την γκρίνια απολαμβάνουμε ένα ωραίο και ήρεμο κυριακάτικο πρωινό παρέα με καφέ και το «All Hour Cymbals» των Yesayer, το οποίο κάθε φορά που το ακούω μου φαίνεται ακόμα πιο γλυκά γοητευτικό.
Αυτό που πάντα μου έκανε εντύπωση και σκεφτόμουν πάλι χτες την ώρα που έπεφτα για ύπνο είναι πως μερικοί άνθρωποι επιλέγουν να κοιμούνται χωρίς μουσική (ή έστω χωρίς ράδιο). Όταν δεν το επιτρέπουν οι συνθήκες φυσικά και θα το κάνεις αλλά ακόμα και τότε νιώθεις ότι κάτι λείπει. Λίγες αισθήσεις είναι πιο όμορφες από το να ξυπνάς μέσα στη νύχτα και μισοκοιμισμένος να ακούς αυτό που παίζει. Βέβαια η επιλογή της μουσικής για την νύχτα είναι ένα πράγμα που θέλει προσοχή (εκτός αν αφεθείς στις επιλογές του ραδιοφώνου – η νυχτερινή ζώνη, δηλαδή μετά τις 2, του Εν Λευκώ είναι μια πολύ καλή επιλογή σε περίπτωση που βαριέστε να φτιάξετε δικιά σας playlist) και χρειάζεται αρκετή σκέψη για να μην ξυπνήσεις το βράδυ υπό τους ήχους ενός album που δεν ταιριάζει με εκείνη την ώρα και φυσικα δεν υπάρχει περίπτωση να σηκωθείς από το κρεβάτι για να το αλλάξεις. Επίσης μεγάλη σημασία έχει και η λεπτή ισορροπία που πρέπει να πετύχεις στην ένταση στην μουσική ώστε να μην είναι τόσο χαμηλή ώστε να σε αναγκάζει να συγκεντώνεσαι για να ακούσεις (και άρα να μην υπάρχει ελπίδα να κοιμηθείς), αλλά ούτε και τόσο ψηλή που να σε ενοχλεί και να σε κάνει να ξυπνήσεις με πονοκέφαλο.
Οι επιλογές για το τι θα ακούσεις είναι υπερβολικά πολλές, γενικότερα καλό θα είναι να προτιμήσει κάποιος ήρεμα πράγματα (δεν λέω ωραίοι οι Darkthrone, αλλά να ξυπνήσεις στις 4 και να παίζει το «Transylvanian Hunger» παίζει να μην είναι και η πλέον ειδυλλιακή στιγμή). Εδώ απλά προτείνουμε την playlist της προηγούμενης νύχτας (προορισμένη για περίπου 9 ώρες ύπνου).
Have A Nice Life – Deathconsciousness (01:25:01)
«Deathconsciousness is the highly enjoyable and addictive double debut album from Have a nice Life who’s sound is original mix 80’s synth pop, Goth electronics, doom, ambient, cold folk, Industrial and Shoegaze indie. Managing to be tuneful and atmospheric, noisy yet soothing and cathartic, epic yet shambolic» λέει το Musique Machine. Φετινός δίσκος, έχει μπόλικες παραξενιές αλλά μόλις τις κατανοήσεις σου αποκαλύπτονται μεγάλες δόσεις ομορφιάς. Και το δεύτερο cd ξεκινάει με τραγούδι που έχει τον τίτλο «Waiting for Black Metal Records to Come in the Mail».
Russian Circles – Station (00:43:23)
Το δεύτερο album των post rock-άδων Russian Circles δεν ξεφεύγει πολύ από τα κλισέ του είδους, ούτε είναι καμιά τρελή δισκάρα, αλλά για την συγκεκριμένη στιγμή είναι πολύ ευχάριστα χαλαρωτικό και ταιριάζει απόλυτα με την ώρα. Ίσως περισσότερες ακροάσεις να αποκαλύψουν και άλλα προτερήματα.
Εmanuele Εrrante – Ηumus (00:55:53)
To καινούριο album του Ιταλού ήρθε από το πουθενά και είπε να καλύψει κάποια κενά για όσους έψαχναν συνθέτες που ακολουθούν τη σχολή του Steve Reich. Πολύ ωραίο album και αυτός ο ηλεκτρονικοακουστικός μινιμαλισμός είναι ό,τι πρέπει για την ώρα που ήδη έχει αρχίσει να κινείται προς τα ξημερώματα.
Joe Grimm – Brain Cloud (00:57:29)
Δευτερη σερί επιλογή συνθέτη για την συγκεκριμένη ώρα, ο Αμερικάνος Joe Grimm αυτή τη φορά έρχεται να μας προσθέσει τις επιρροές των Alvin Lucier (μαθητής του οποίου υπήρξε), Charlemagne Palestine και Gyorgy Ligeti. Μην περιμένετε εξάρσεις και δυναμικά σημεία αλλά φροντίστε να ξυπνήσετε όσο θα παίζει και να το ακούσετε στην ησυχία της νύχτας.
The Elemental Chrysalis – The Calocybe Collection (01:15:49)
Θυμόμαστε το album που έβγαλαν το 2005 οι φίλοι μας και λατρέψαμε από την πρώτη στιγμή που το ακούσαμε. Folk, ψυχεδέλεια, ambient, drone και μπολικα άλλα δημιουργούν ένα δίσκο ανυπέρβλητης ατμόσφαιρας που σε καμιά περίπτωση δεν γίνεται πνιγηρή (ωστε να μας ενοχλήσει) αλλά περίεχει πολλά κομμάτια που θα σου φέρουν χαμόγελα όταν θα αναρωτιέσαι μέσα στον ύπνο σου τι είναι αυτό που παίζει.
Bersarin Quartett – S/T (00:58:09)
Τον Γερμανο τον εκθείαζα όταν έπεσε στα χέρια μου το ντεμπούτο του πριν κάποιους μήνες. Soundtrack-ική δουλειά που θα θυμίσει από Craig Armstrong και Massive Attack μέχρι glitch. Αυτό να κάτσετε σίγουρα να το ακούσετε προσεκτικά γιατί είναι από τα καλύτερα φετινά album.
Sawako – Bitter Sweet (00:49:07)
Το τέταρτο album της Γιαπωνεζούλας που φροντίζει να μας χαρίζει ambient ηχοτόπια αλλά που χαρακτηρίζονται από την ιδιαίτερη αίσθηση της μελωδίας που έχουν μέσα τους οι μουσική από την συγκεκριμένη χώρα. Έχει αρχίσει να ξημερώνει κιόλας οπότε θέλετε κάτι χαλαρό, απλό και ελκυστικό.
Ass – My Get Up And Go Just Got Up And Went (00:40:14)
Γι’ αυτό το album είχαμε ξαναμιλήσει σε σχετικά πρόσφατο post οπότε σας παραπέμπω εκεί.
William Basinski – The River (01:33:45)
Μια δουλειά του αγαπητού κυρίου Basinski από το 1983 που επανακυκλοφόρησε φέτος θα είναι ο δίσκος που θα κλείσει την playlist μας. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να λείπει ο εν λόγω μουσικός από τέτοιες νυχτερινές ακροάσεις αφού οι δουλειές του εδώ και πολλά χρόνια είναι σεμινάρια στην ambient μουσική.
(09:18:50)
Κάπως έτσι φτάσαμε στο τέλος του ύπνου μας και ξυπνάμε αναζητώντας τον πρωινό κυριακάτικο καφέ μας. Επίσης όσο έγραφα αυτό το post το «All Hour Cymbals», αναμενόμενα, τέλειωσε και έδωσε την θέση του στο πολύ διαφορετικό «Ghost Town» του Dan Friel (www.danfriel.com), το οποίο είναι η δεύτερη όχι-ακριβώς-noise κυκλοφορία μετά το album των Fuck Buttons που καλό θα είναι να ακούσετε. Γεμάτο ενέργεια, σχεδόν punk σε σημεία, συνδυάζει τις εκρήξεις και τις ατμόσφαιρες, τις μελωδίες και τα παραμορφωμένα beats. Δώστε noise στο λαό.
Καλή σας μέρα.