αβαν γκαρντ ρεμπετικα

•11 Απριλίου, 2009 • Σχολιάστε

Αναρωτιέμαι συχνά πόσο σημαντικό είναι το «εξωτικό» κομμάτι οποιασδήποτε μουσικής ώστε να αναδειχτεί σε μέρος κάποιας ψαγμένης, πειραματικής ή οτιδήποτε σκηνής και αργότερα να γνωρίσει μεγαλύτερη ή μικρότερη (αλλά πιο πιστή) επιτυχία ανάμεσα στους εκάστοτε οπαδούς.

Αφορμή για όλα αυτά, το καινούριο A Hawk and A Hacksaw, στο οποιό οι συμπαθείς αμερικανοί από το Albuquerque (ναι, εκεί που έστριβε πάντα λάθος ο Bugs Bunny) στο οποίο διασκευάζουν την «Φωνή του Αργιλέ» του Περπινιάδη (σε περίπτωση που δεν μπορείτε να το θυμηθείτε είναι και γνωστό ως «Πεντε χρονια δικασμένος» ή εναλλακτικά «φύσα ρούφα τράβα τονε πάτα τονε κι άναφτονε») μαζί με κάτι τούρκικους ημιαμανέδες και μια τζούρα από Βαλκάνια. Από την άλλη οι Beirut, εδώ και πολύ καιρό πλέον, έχουν γίνει από τα πιο hot ονόματα της γιαποεθνικ/ιντι νεολαίας και μη, οι Funeral Mist θυμήθηκαν ότι ο πατέρας του Arioch είχε παραπεταμένο κάπου ένα soundtrack από τον καιρό των Τσιγγάνων και είπαν να sample-άρουν το «Ederlezi», οι Crippled Black Phoenix διασκευάζουν το «Γιαννη μου το μαντήλι σου» σε εκείνο το απίστευτο live, εμείς ως νεανίες τον παίζαμε λίγο ακούγοντας τον Fenriz μεθυσμένο να αυτοσχεδιάζει είτε με τους Storm είτε με τους Isengard σε παραδοσιακά άσματα της μαμάς Νορβηγίας και εγώ τώρα κάθομαι και ακούω το «Le Mystere Des Voix Bulgares». Επίσης η (όχι και τόσο νέα) μόδα ανάμεσα σε πολλούς post-κάτι οπαδούς είναι από τη μια μεριά να ακούν κάθε καμένη noise/drone κυκλοφορία και από την άλλη Τσιτσάνη, ενώ το «Ederlezi» πάλι διασκευάζεται και από την νικήτρια του Ουγγρικού Pop Idol ή κάτι ανάλογο τέλος πάντων.

Η αλήθεια είναι ότι θα με έψηνε πάρα πολύ να γκρινιάξω λίγο για την (πολλές φορές ανύπαρκτη) αυθεντικότητα τέτοιων προσπαθειών. Από την άλλη πλευρά νομίζω ότι δύσκολα μπορείς να ξέρεις ποτέ το πραγματικό σκεπτικό πίσω από την οποιαδήποτε μουσική δημιουργία. Δεν θα το κάνω όμως γιατί ακούγοντας όλα αυτά τα πράγματα, οφείλω να παραδεχτώ ότι το εκάστοτε fusion μπορεί πολλές φορές να γίνεται ιδιαιτέρως άγαρμπα, εξίσου πολλές φορές έχει αποτελέσματα που δεν μπορείς να μην τα παραδεχτείς. Και για να πω και την αμαρτία μου χέστηκα ποιοι έχουν φτάσει να εκθειάζουν τους Beirut ή το κατά πόσο ένας πιτσιρικάς από την Αμερική μπορεί να πιάσει πραγματικά το feeling των Βαλκανίων. Μου φτάνει και με το παραπάνω ότι όταν τους είδα live χαμογέλαγα σαν το βλαμμένο καθόλη τη διάρκεια της συναυλίας.

Μην περιμένετε κάποιο ηθικό νόημα από το συγκεκριμένο post. Απλά δεν μπορούσα να δω (και δεν ηθελα κιολας) την Arsenal σε streaming, αλλά μια που το θυμήθηκα πάω να δω αν έπαιζε η Sunderland σήμερα. Και το λήγουμε ψάχνοντας εκτελέσεις απο το «Ederlezi». Και δίσκους του Matt Bauer.

λετς ντου δε πόλκα τουίστ!

•11 Απριλίου, 2009 • Σχολιάστε

Το Σάββατο είναι μια περίεργη μέρα παραδοσιακά. Ειδικά σήμερα. Έχει μπάλα αλλά όχι αξιοπρεπές στρήμιν να δούμε την Arsenal να χάνει κι άλλους αμυντικούς, έχει αρκετό νεκρό χρόνο αλλά παραδόξως κανένα νέο δίσκο να με συγκινεί ιδιαίτερα ώστε να του δώκω λίγη προσοχή, έχει ησυχία γιατί οι αθρώποι κοιμούνται και η πλάση ηρεμεί αλλά ταυτόχρονα στο αριστερό αυτί μου από την ώρα που σηκώθηκα παίζει τα μεγαλύτερα σουξέ του Stephen O’ Malley.

Στο δεξί πάλι, όχι. Καθαρά χωροταξικό το ζήτημα, καθόμασταν ψες αριστερά της σκηνής του ΑΝ. Το ένα αυτί λοιπόν είχε να αντιμετωπίσει ορδές από βόμβους και τριξίματα από τα ηχεία και το άλλο τη συζήτηση της διπλανής παρέας. Το αριστερό κέρδισε εύκολα. Ωραίοι οι Bliss και οι Low Gravity, τίμιοι οι Lord 13, απολαυστικοί οι Earthbound και οι Nightstalker ως Nightstalker. Η συζήτηση της διπλανής παρέας ήταν εξίσου ενδιαφέρουσα, πολύ θα ήθελα να μάθω αν τελικά το έριξε το γκομενάκι. Βέβαια σχέση που ευλόγησε, έστω και έμμεσα, ο Αργύρης, δε γίνεται να μην οδηγήσει στην Απόλυτη Ευτυχία. Είναι ο Νόμος. Αλλά ωραία συναυλία, ωραία βραδιά. Με κόσμο και κέφι. Έξω, 4 παρά, ανεβαίνοντας προς την πλατεία ένας τύπος χόρευε *κάτι* και φώναζε «πόλκα τουίστ, ΠΟΛΚΑ ΤΟΥΙΣΤ». Πολύ θα το χαιρόμουν αν επρόκειτο για αυτοσχέδια διασκευή στο γνωστό χιτάκι των Detroit Cobras. Δε ρώτησα όμως, είπαμε, ήταν 4 παρά και η πλάτη μου βιαζόνταν, η μέση μου καθυστερούσε, παρατηρήθηκε μια ευρύτερη σύγχυση μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδρομή ως το κρεβάτι.

To post αυτό άρχισε με βουητό στ’αυτιά και την Arsenal να χάνει 1-0 κάνοντας (και πάλι) αναγκαστική αλλαγή στα στόπερ. Μετά έβαλα το Coldest Season των Deepchord Presents: Echospace. Το cd ε, μακάρι να είχα τα 4 12άρια. Είχα και καιρό να το ακούσω. Το post αυτό τελειώνει με τα αυτιά μου επιτέλους σε ηρεμία και την Arsenal να βάζει 4 στο δεύτερο ημίχρονο.

Θαύμα, το.

a special school

•11 Απριλίου, 2009 • Σχολιάστε


I am neither breather nor speaker
I am neither walker nor sleeper
I am neither sister brother son nor daughter
Solely in my chest is my heart a drum of water

I am under no disguise

School of Seven Bells (often just SVIIB) is a three-piece band formed by Benjamin Curtis of Secret Machines, together with identical twins Alejandra and Claudia Deheza, formerly of On! Air! Library!. The band is named after the School of the Seven Bells, a mythical South American pickpocket training academy.

the one(s) that got away

•6 Απριλίου, 2009 • 3 Σχόλια

Μάλλον οι προηγούμενες συννεφιασμένες, ημι-βροχερές μέρες μας έχουν φέρει σε μια κατάσταση αναπόλησης των παιδικών μας χρόνων και άλλων ρομαντικών, δεν εξηγείται αλλιώς πόσες συζητήσεις έχουμε κάνει για διάφορα κομμάτια του μουσικού μας παρελθόντος. Μια τέτοια συζήτηση που ξεκίνησε από το sampler της Karmakosmetix και η μνήμη της ανακάλυψης ενός επίσης εξαιρετικού, πλην ιδιαιτέρως σκονισμένου sampler της Head Not Found, μας οδήγησε σε ένα από τα απωθημένα μας, που ποτέ δεν καταφέραμε να αποκτήσουμε.

Η αγγλική Misanthropy, που δημιουργήθηκε με τον (σοβαρότατο) σκοπό να κυκλοφορήσει τα τότε albums των Burzum, αφού ο Varg ήταν στη φυλακή και δεν μπορούσε να το κάνει μόνος του, ενώ κανένα άλλο παιδάκι δεν τον έπαιζε, εξελίχτηκε με την πάροδο του χρόνου σε μια από τις καλύτερες (αν όχι συνολικά η καλύτερη) εταιρείες που ασχολήθηκαν με τον ευρύτερο, πειραματικό metal (και black metal) χώρο της Νορβηγίας. Ένα roster συγκροτημάτων που περιελάμβανε In The Woods…, Fleurety, Arcturus, Ved Buens Ende, Beyond Dawn, Madder Mortem, ένα σύντομο πέρασμα των Mayhem και φυσικά τις μετά-Ηvis Lyset Tar Oss κυκλοφορίες των Burzum, νομίζω ότι πολλοί θα το ζηλεύανε. Κάπου εκεί βολοδέρνανε και οι Monumentum, οι αγαπημένοι των φίλων μας των χεβυ-μεταλλαδων οι Solstice, ενώ πρόλαβε να κυκλοφορήσει και το καλύτερο album των Primordial (ναι, το «A Journey’s End» λέω).

Κάπου το 1998 λοιπόν, κάνα χρόνο πριν βαρεθεί τελικά η Tiziana, τα παρατήσει όλα και πάει να μαζέψει γκυ ως παγανίστρια ιέρεια, η Misanthropy κυκλοφόρησε ένα compilation μαζί με το πιο industrial, neo-folk παρακλάδι της, την Elfenblut (που επίσης είχε μικρό αριθμό κυκλοφοριών αλλα εντυπωσιακότατο – Amber Asylum, Aphrodisiac, Ain Soph, Blood Axis, αλλα και οι Hagalaz Runedance), με τον τίτλο «Presumed Guitly».

r-267261-1099249098

και με το εξής track list:

01 Dream Into Dust – Stormbringer
02 In The Woods… – Let There Be More Light
03 Solstice – The Sleeping Tyrant
04 Hagalaz’ Runedance – The Oath He Swore One Winter’s Day
05 Primordial – Journey’s End
06 Burzum – Et Hvitt Lys Over Skogen
07 Amber Asylum – Dreams of Thee
08 Babylon Whores – Somniferum
09 Madder Mortem – These Mortal Sins
10 Mayhem – Ancient Skin
11 Beyond Dawn – Need
12 Endvra – Vestigial Horn
13 Aphrodisiac – Lux Et Tenebrae
14 Monumentum – The Colour Of Compassion (Instrumental)

Αν και το ερωτευτήκαμε από την πρώτη φορά που το είδαμε να αναφέρεται σε σχετικό τύπο (ναι, ερωτευόμαστε πολύ συχνα μέσα σε μουσικά πλαίσια – είμαστε άστατοι, τι να κάνουμε), ποτέ δεν το καταφέραμεν να το κάνουμε δικό μας και πάντα, κάπου, βαθειά μέσα μας υπήρχε ένα κενό και μια απώλεια.

Γι’ αυτό λοιπόν, αν κάποιο παιδάκι μπορεί να ενώσει αυτές τις δυο χαμένες ψυχές, ας μη διστάσει να μιλήσει και θα φροντίσουμε να ανταμειφτεί πλουσιοπάροχα με άφθονη μπύρα και ακόμα περισσότερες ώρες διασκέδασης με μέλη του Sonic Death Monkey να γκρινιάζουν για τυχαία μουσική κυκλοφορία.

Today’s special

•3 Απριλίου, 2009 • 3 Σχόλια

– All I’m saying is women don’t listen to music often the way men do
– Ah, come on Terry that’s just plain stupid
– No it ain’t! Listen, most women prefer the soft, easy listenin’ stuff and men just work really hard for their music, they respect it, they take good care of it
– You fool, remember that night at Ronnie’s?
– What about it?
– That red jukebox was the shame of you, you were goin’ round talking the same old shit about how women don’t know nothing about music and then Grandma Sally smacks you on the head –
– Grandma Sally’s a crazy old woman
– Watchou talkin’ about fool? When Dusty came on you said you wouldn’t mind a piece of her fine black ass!

The Sonicxploitation of Mr Terry Lee Manoeuvre (You learn the hard way or how Dusty Springfield never wished she had a fine black ass)

King Curtis – Memphis Soul Stew
Booker T. & The MG’s – Green Onions
Aretha Franklin – Chain of Fools
Stevie Wonder – Superstition
The Staple Singers – I’ll take you there
Curtis Mayfield – Freddie’s Dead
Marvin Gaye – Trouble Man
Bobby Bland – Ain’t no love in the heart of the city
Bill Withers – Who is he (and what is he to you)
Al Green – Take me to the river
Otis Redding – Hard to handle
Timmy Thomas – Why can’t we live together
Bill Withers – I can’t write left-handed

Click

Πως προτιμάτε το νέο Sonic Death Monkey post σας;

•3 Απριλίου, 2009 • 2 Σχόλια

Δεν γίνεται να διαβάζετε πάντα ό,τι θέλουμε εμείς. Γίνεται δηλαδή, αλλά αυτά τα κάνουν τα άλλα blogs, και για αυτό εσείς διαβάζετε εμάς.

Για αυτό θα κάνω ένα μικρό δημοψήφισμα. Τι προτιμάτε για το επόμενο post εδώ;

Έχουμε μια πλειάδα επιλογών εδώ, όπως ένα αφιέρωμα στα projects του Mortiis, ένα κείμενο ονειροφαντασίωση για την απογοήτευση, ένα εξώφυλλο κάποιου random_album με μια ακαταλαβίστικη λεζάντα στην αγγλική να το συνοδεύει, και παράθεση των στίχων του «Mouth’s Cradle» της Bjork ή του «Another Day Full of Dread» του Bonnie ‘Prince’ Billy, το τελευταίο θα έχει και live video, το οποίο έχει ξαναμπεί όμως.

Ή μπορώ να γράψω για τον Johnny Cash.

Πείτε, η γνώμη σας έχει σημασία.

dream #374

•2 Απριλίου, 2009 • 2 Σχόλια

Ήμουνα λέει στο μπαλκονάκι του φάρου ολομόναχος. Ανοιχτό το λαπτοπ, έπινα ένα κρύο μπυρόνι και άκουγα μουσική. Ελληνικό χιπ χοπ πιο συγκεκριμένα, με γκόμενες, όπλα, προδότες και τέτοια, ξέρεις μωρέ. Και ξαφνικά ανοίγει το πορτάκι και σκάει η κυρία Σταματιάδη που την είχα φιλόλογο στο γυμνάσιο αλλά πολύ πιο νέα και όμορφη και μου πετάει μπουκάλια, αναπτήρες και ηχεία από το τραπέζι και μου φωνάζει που ακούω αυτές τις αηδίες αντί για πιο ποιοτικά πράγματα που θα με κάνουν καλύτερο άνθρωπο. Εγώ αντί να της απαντήσω της τραβάω τα κουμπιά από το μαύρο ταγιέρ που φοράει, σκίζω το σουτιέν και το κάνουμε εκεί, λίγα μέτρα πάνω από τα κύματα. Και παρ’τα από εδώ, και από εκεί, και από αλλού και την έχω πεθάνει την τύπισσα, φωνάζει, ουρλιάζει, είμαι και ο πρώτος γκόμενος, είμαι εκπληκτικός, είμαι σαν τους μπρατσαράδες στις τσόντες, πειστικός, αυτό είμαι, “πειστικός”, μέχρι που μου ζητάει να της πω τους αρχικούς χρόνους του «ειμί», εγώ κολλάω, δεν έχω ιδέα τι με ρωτάει, της λέω πως έχω κολλήσει και δεν έχω ιδέα τι με ρωτάει και εκείνη αμέσως μου δαγκώνει τον πούτσο, τον κόβει από τη βάση του, μασουλάει για λίγο κι έπειτα τον φτύνει και μου λέει «εκεί, μαζί με τα υπόλοιπα σκουπίδα αξίζει μόνο να βρίσκεται» δείχνοντας στα βράχια από κάτω. Πονάω τρομερά αλλά περιέργως δε βγάζει αίμα, ούτε σπέρμα, ούτε ιδρώτα, τίποτα απολύτως. Οδυνηρά ηττημένος και φανερά ολόγυμνος, με τα χέρια μου εντελώς ασυναίσθητα, μηχανικά, να πηγαίνουν από ντροπή να κρύψουν αυτό που πλέον δεν υπάρχει, προχωράω προς τον πίνακα (υπήρχε πίνακας από την αρχή; δε θυμάμαι) και γράφω τους αρχικούς χρόνους όπως μου τους υπαγορεύει εκείνη. Πριν προλάβει να με ρωτήσει κάτι άλλο καταλαβαίνω ότι αυτό που κρατάω δεν είναι κιμωλία αλλά το μαξιλάρι μου, εγώ κοιμάμαι, ή πιο σωστά, κοιμόμουν, αυτό ήταν ένα όνειρο και τώρα θα πρέπει να στριφογυρίζω στο κρεβάτι για τις επόμενες τρεις ώρες μέχρι να σηκωθώ για να προσποιηθώ ότι υπάρχει λόγος. Το προτιμούσα όταν ήμουν ευνούχος σε μάθημα αρχαίων. Ωραία χρόνια.

lighthouse, pt.III

goldmund … the winter of 1539-1540
maja ratkje … dictaphone jam
pan sonic … tykitys
gaiser … ground
yagya … rigning tvö
claro intelecto … new dawn
deadbeat … night stepping
byetone … straight
starkey … last chance (original mix)
moderat … nasty silence
actress … crushed
various production feat. gerry mitchell … coffin fogbound
jay bharadia … snowy day
peter broderick … below it
hildur guðnadóttir … erupting light

( ( ( νταουνλόουντ ) ) )
~ 60′, 100mb

0-100 σε τέσσερα και πενήντα οκτώ.

•30 Μαρτίου, 2009 • Σχολιάστε

δεν παίζει να έχει γράψει άνθρωπος κομμάτι που να γαμάει ψυχολογίες πιο γρήγορα και αποτελεσματικά.

o Ludovico Einaudi έξω από τον κοσμάκη.

circles

•28 Μαρτίου, 2009 • 1 σχόλιο

Πριν 2-3 μέρες στη δουλειά έψαχνα να βρω αν υπάρχει video του «Highwayman» (των Jennings/Cash/Nelson/Kristofferson, όχι αυτό της Λορίνας) μια που σκεφτόμουν ότι είχα πάρα πολύ καιρό να το ακούσω. Ναι, το ξέρω, ότι θα έπρεπε να δουλεύω περισσότερο, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Τελικά υπάρχει video, και live και original, αλλά η ακρόασή του με έκανε να θυμηθώ κάτι άλλο.

Η σχέση μου με την country δεν ήταν ποτέ η καλύτερη. Ακόμα και τώρα που εκτιμώ κάποια κομμάτια της (είτε alt, είτε όχι), δεν αντέχω με τίποτα τα πιο πανηγυρτζίδικα «ας βγάλουμε τα γελάδια έξω να βοσκήσουν και ας πάμε να χορέψουμε» κομμάτια της. Έτσι λοιπόν ποτέ δεν είχα κάτσει να ψάξω τι παίζει και με τους μεγάλους του είδους, με πρώτο και κυριότερο τον ίδιο τον Cash. Όπως πολλά πράγματα στη (μουσική) ζωή μου, έτσι λοιπόν και η εισαγωγή μου στην country, προήλθε κατά μια έννοια από το νορβηγικό black metal. Έχουν περάσει έξι χρόνια από τότε, από το φθινόπωρο του 2003, όταν κυκλοφόρησε το διπλό, αποχαιρετιστήριο live album των In The Woods… (το «Live At Caledonien Hall»). Στη συσκευασία του, η νεοσύστατη τότε Karmakosmetix είχε βάλει και ένα sampler cd της, με την παρέα εκείνων των συγκροτημάτων που την αποτελούσαν, πολλά από τα οποία (αν όχι τα περισσότερα) ήταν τα καινούρια projects των μελών των In The Woods… Είχε μπόλικα κομμάτια μέσα, άλλα ωραία, άλλα λιγότερο καλά, άλλα από ονόματα που ξέραμε ότι αιωρούνταν γύρω από το κυρίως συγκρότημα, άλλα παντελώς άγνωστα. Ένα από αυτά που μου είχε κάνει τότε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το «Highwayman» από τον Egil Olsen (αγνώστων λοιπών στοιχείων), που φαινόταν ότι επρόκειτο για σύνθεση τεραστίων διαστάσεων, ειδικά στην αίσθηση της μελωδίας που είχε. Ψάχνοντας από εδώ και από εκεί να βρούμε, ποιος είναι επιτέλους αυτός που γράφει τέτοια κομμάτια, έμαθα (κοκκινίζοντας λίγο είναι η αλήθεια) ότι το συγκεκριμένο κομμάτι το είχαν γράψει το ’85 οι Highwaymen, το country super-group που είχε σχηματιστεί τότε από τους Johnny Cash, Kris Kristofferson, Waylon Jennings και Willie Nelson. Με τους περισσότερους από αυτούς δεν είχα πει ούτε καν γεια από μακριά, εκτός από το να γνωρίζω την ύπαρξή τους ως ονόματα, άντε να έχω δει και καμιά b movie που να παίζει ο Kristofferson (αυτός ο άνθρωπος όσο συμπαθής μουσικός είναι, σε τόσες ηλίθιες ταινίες έχει παίξει).

Από τότε έχουν υπάρξει μερικές προσεγγίσεις προς την country. Μη φανταστείτε τίποτα μεγάλους έρωτες και πάθη, στην καλύτερη καμιά ξεπέτα που και που (με την εξαίρεση του «Hurt» φυσικά), και αυτή κυρίως με τον Cash, που έχω και εδώ τον φίλο μου τον Μανώλη να μου πρήζει τα αρχίδια συνεχώς με την πάρτη του («Satan Cowboy Mongo»;). Ο πρώτος δίσκος των Highwaymen παραμένει όμως μια από τις ωραιότερες δουλειές που έχω ακούσει στο χώρο. Αυτή λοιπόν η υπενθύμιση, με έκανε σήμερα να αναρωτηθώ τι έκανε από τότε εκείνη η παρέα της Karmakosmetix, με την οποία δυστυχώς οι αποστάσεις μας χώρισαν μετά από λίγο καιρό και την έχασα. Έτσι λοιπόν αποφάσισα να ψάξω να βρω τι έχουν κάνει από τότε οι φίλοι μας οι Naervaer (αν και αυτοί δεν κυκλοφορούσαν ποτέ στην Karmakosmetix), οι Stille Oppror, ο Jan Kenneth και οι υπόλοιποι. Και για να πω και την μαύρη αλήθεια, με έχει πιάσει μια νοσταλγία, καθώς πλέον είναι αρκετά σπάνιο να αγαπήσεις τόσο έντονα όσο τότε. Με τεράστια χαρά βλέπω ότι η Κarmakosmetix υπάρχει ακόμα και βγάζει 1-2 δίσκους το χρόνο (μάλιστα ετοιμάζεται να βγάλει το 2009 συνεργασία Stille Oppror με Transit και πολύ χαίρομαι που θα χω να το περιμένω και αυτό – το Μάιο, μετά το When, αν όλα πάνε καλά). Τώρα δε ακούω τους δίσκους και είναι λες και ανακάλυψα θησαυρό καταχωνιασμένο σε ξεχασμένη γωνιά του σπιτιού.

Φαίνεται πως δεν είναι κακό πράγμα να κινείσαι σε κύκλους λοιπόν. Πότε πότε απλά χρειάζονται για να σου υπενθυμίζουν κάποια πράγματα.

voice over the rest

•25 Μαρτίου, 2009 • 1 σχόλιο

Αυτό το post ήταν να αφορά το «Black Cascade» των Wolves in the Throne Room, το οποίο άκουσα για πρώτη φορά με ακουστικά σήμερα μέσα σε ένα λεωφορείο και ξανακατάλαβα το πόσο έχουν πιάσει το νόημα (και το ότι ο καλύτερος black metal ήχος που έχει υπάρξει ποτέ ήταν αυτός του «Filosofem»). Τελικά όμως κάπου προς το τέλος του δίσκου, η σκέψη άλλαξε. Η σκέψη επικεντρώθηκε πάνω στην φωνή εκείνη τη στιγμή. Μπορεί να πει κάποιος ότι είναι εύκολο το να τραγουδήσεις με black metal φωνητικά. Και η αλήθεια είναι ότι τεχνικά ίσως να είναι όντως εύκολο. Εδώ που τα λέμε ούτε καμιά ιδιαίτερη αίσθηση της μελωδίας χρειάζεται, ούτε απαιτήσεις για σωστές νότες και εύρος φωνής, ούτε τίποτα από τα κλασσικά. Όμως τελικά είναι πολύ δύσκολο να έχεις ΚΑΛΑ black metal φωνητικά. Γιατί; Απλά γιατί στη μεγαλύτερη πλειονότητα των επίδοξων ερμηνευτών λείπει το πάθος. Περισσεύει η «κακία» και η «γαμωσταυροσύνη» αλλά ξεχνάνε την ουσία αυτής της φωνής. Ότι είναι η πεμπτουσία του ουρλιαχτού που ο οποιοσδήποτε κάποια στιγμή στη ζωή του θέλει να φωνάξει. Ότι είναι ο καλύτερος τρόπος για να οδηγηθείς στην κάθαρση μέσα από τα διάφορα σκατά (per aspera ad astra το έλεγαν οι φίλοι μας οι Λατίνοι). Και αν δεν μπορείς να βάλεις την ψυχή σου σε αυτή τη φωνή, όχι γιατί θες να δείξεις ότι είσαι ακόμα πιο κακός από τους υπόλοιπους και οτι δικαιολογείς τα δεκαπέντε κιλά καρφιά στη φωτογράφηση στο generic δάσος, αλλά γιατί θες να φωνάξεις και θες να πας πιο ψηλά, με οποιοδήποτε τρόπο, άστο γάμησε το αγόρι μου, πήγαινε να μαζέψεις παπαρούνες. Οι Wolves ευτυχώς το έχουν αυτό, δικαιολογώντας με τον καλύτερο τρόπο το πρώτο συνθετικό του ονόματός τους. Δεν σε πολυνοιάζει τι λένε, αρκεί που μπορείς να ακούσεις το ουρλιαχτό τους και να το κάνεις δικό σου εκείνη τη στιγμή, μπας και καταφέρεις να τρομάξεις αυτά που σε πειράζουν.

Το χουν πιάσει αρκετοί το νόημα. Οι τεράστιες ερμηνείες δεν έρχονται από τους άρτιους. Έρχονται από αυτούς που ζούνε αυτό που τραγουδάνε. Ακούστε το «7 Νάνοι στο S-S Cyrenia» και πείτε ότι υπάρχει καλύτερη εκτέλεση από αυτή που έχει αποφασίσει να το πάρει πάνω του ο ίδιος ο Μικρούτσικος. Και τολμήστε να πείτε ότι η φωνή του είναι μέτρια, ότι είναι ψευδός, ότι δεν μπορεί να χρωματίσει τη χροιά του. Αλλά εκείνη τη στιγμή που τον ακούς στη μέση του τραγουδιού να φωνάζει, απλά να φωνάζει, παραδέξου αν τολμάς ότι δεν τον βλέπεις μπροστά σου να προσπαθεί να διαλύσει το πιάνο. Και έλα να μου πεις μετά, ότι εκεινή τη στιγμή δεν ανατρίχιασες, ότι δεν ήσουν και εσύ πάνω σε εκείνο το πλοίο.

Ο «Σταυρός του Νότου» και κατ’ επέκταση ο Γιάννης Κούτρας είναι η άλλη όψη του νομίσματος στο θέμα της φωνής. Πάνε 4-5 χρόνια, όχι παραπάνω που κάποιοι φίλοι με πήραν από το χέρι και με έφεραν μπροστά σε αυτό το δίσκο. Μέχρι τότε οφείλω να ομολογήσω ότι ο Μικρούτσικος για μένα ήταν μια «Ρόζα» και 5-6 ακόμα τραγούδια. Ποτέ δεν είχα μπει ιδιαίτερα σε αυτό το χώρο. Όμως πλέον μπορώ με σιγουριά να πω του Rob ότι όταν κάνουμε εκείνο το top 5 με τα τραγούδια που θα παίξουν στην κηδεία μας, η «Εσμεράλδα» θα είναι σίγουρα μέσα σ’ αυτά. Ο Κούτρας δεν φωνάζει, σχεδόν δεν τραγουδάει καν. Περισσότερο σου φαίνεται ότι σου μιλάει και μάλιστα χωρίς να αλλάζει ιδιαίτερα τον τόνο της φωνής του. Και όμως ρε παιδί μου, κατάφερε πριν λίγα χρόνια, 25 χρόνια μετά την κυκλοφορία του δίσκου να είναι από τους ελάχιστους τραγουδιστές που με έχουν κάνει να δακρύσω σε συναυλία. Δεν παραβλέπω τη δύναμη των λέξεων που μας τραγουδά, κάθε άλλο. Δεν νομίζω ότι το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο χωρίς αυτές, καθώς χτυπάνε χορδές που οι περισσότεροι μας έχουν και μπορούν να τους μαγέψουν. Αλλά αυτή η φωνή, αυτή η φωνή είναι που σε κάνει να μην θες απλά να είσαι πάνω σε εκείνο στο καράβι, αλλά να θυμάσαι ότι ήσουν πάνω σε εκείνο στο καράβι. Ρε πούστη μου, δεν μπορείς να μην ζηλεύεις λίγο γιατί εσύ δεν θα μπορείς να το κάνεις ποτέ αυτό. Τουλάχιστον, παρά το γεγονός ότι δεν είσαι ο δημιουργός, αυτή η μουσική είναι και δική σου.


memories are made of this

•24 Μαρτίου, 2009 • Σχολιάστε

Μια από τις εμπειρίες που δεν θα ξεχάσω ποτέ, έρχεται από τα παιδικά μου χρόνια. Ήμουν-δεν ήμουν δέκα χρονών, και ήταν η πρώτη μέρα που πήγαμε στην αγορά. Εγώ, με τον αδερφό μου. Ο αδερφός μου ήταν μεγαλύτερος από εμένα, αλλά όχι πολύ, περίπου δύο χρόνια. Αλλά εγώ τον ένιωθα πολύ μεγαλύτερο. Ίσως σε εκείνη την ηλικία η διαφορά δύο χρόνων ήταν κάτι πραγματικά μεγάλο. Ίσως απλά ο αδερφός μου ήθελε με όλη του την καρδιά να είναι ο μεγαλύτερος, και εγώ δεν ήθελα να του το χαλάσω. Αγαπούσα τον αδερφό μου, αλλά όχι πάρα πολύ. Δηλαδή νοιαζόμουν για αυτόν, αλλά δεν ήταν ο αγαπημένος μου άνθρωπος. Δεν είχα ακόμα αγαπημένο άνθρωπο όταν ήμουν-δεν ήμουν δέκα χρονών. Για την ακρίβεια μάλιστα, η εμπειρία αυτή που πρόκειται να περιγράψω ήταν για εμένα μόνο έντονη, καθώς ο αδερφός μου συνήθιζε να πηγαίνει στην αγορά πολύ προτού κατσούφικα δεχτεί να με πρωτοπάρει μαζί του. Η ημέρα είχε ξεκινήσει με όλες τις προοπτικές, καθώς -σαν ένα πρώτο ενθαρρυντικό σημάδι- δεν έβρεχε, πράγμα από μόνο του παράξενο για την περιοχή της βόρειας Αγγλίας που ο θεός αποφάσισε να μας βαφτίσει ως πατρική γη. Τον πατέρα μας πάλι, τον είχαμε χάσει πριν τον γνωρίσω, αλλά ο αδερφός μου τον είχε δει. Και του άρεσε να το αναφέρει σε πρώτη ευκαιρία, πως εκείνος είχε ζήσει με τον πατέρα μας, ενώ εγώ όχι. Η αγορά είχε πολύ κόσμο, αλλά είχε όλα τα πράγματα που θα μπορούσαν να γουρλώσουν τα μάτια ενός παιδιού δέκα (ή κάτι λιγότερο) ετών. Δεν είχαμε πολλά χρήματα, δηλαδή εγώ δεν είχα, ο αδερφός μου είχε μερικά, τα οποία υποψιάζομαι πως ήταν η αμοιβή του για να δεχτεί να με πάρει μαζί του και να κοστολογήσει την ντροπή του να με παρουσιάσει στους μεγαλύτερους φίλους του, που τον έκαναν χαριστικά παρέα, χωρίς μητρική προτροπή αυτοί, απλά επειδή μάλλον δεν είχαν κάτι καλύτερο να κάνουν τα μεσημέρια της Κυριακής στο Νιουκάστλ. Εμένα όμως ήταν η μέρα μου, και τίποτα δε θα με σταματούσε από το να ψάξω όλη την αγορά, σπιθαμή προς σπιθαμή. Οι φίλοι του αδερφού μου δεν ήθελαν να γυρίσουν την αγορά, επειδή τους ενδιέφερε μονάχα το μπιλιάρδο, και ο αδερφός μου πήγε ευθύς μαζί τους σέρνοντάς με από το χέρι. Αυτό με νευρίασε πολύ, επειδή το μόνο που είχαμε προλάβει να αγοράσουμε ήταν δύο αφίσες, μία για τον καθένα μας. Για εμένα, και τον αδερφό μου. Ή μάλλον το αντίθετο. Πέρασα την υπόλοιπη ημέρα βλέποντας τον αδερφό μου να κάθεται δίπλα στους μεγαλύτερους φίλους του, ελπίζοντας βαθιά μέσα του να τον αφήσουν να παίξει και αυτός λίγο μαζί τους. Και δεν πινόταν με τίποτα εκείνο το κάτι-σαν-τσάι που μου σέρβιραν στο μαγαζί με τα μπιλιάρδα. Αργά το απόγευμα γυρίσαμε στο σπίτι και εγώ είχα περάσει μια ομολογουμένως άσχημη -πλην έντονη- ημέρα. Για να σωθεί κάπως η αίσθηση της χαρούμενης Κυριακής, πρότεινα στον αδερφό μου να κολλήσουμε στον τοίχο τις αφίσες μας, πράγμα με το οποίο συμφώνησε, καθώς υποθέτω πως δεν θα είχε κάτι καλύτερο να κάνει. Μέναμε και οι δύο σε ένα δωμάτιο, και τα κρεβάτια μας ήταν τοποθετημένα επίτηδες με τέτοιο τρόπο, ώστε το δωμάτιο να χωρίζεται σε δύο ακριβώς ίσα μέρη. Δεν είχαμε τραβήξει λευκή γραμμή στη μέση, αλλά τα όρια ήταν συγκεκριμένα (παρότι νοητά) και απαράβατα (παρότι αδελφικά). Πάνω από το προσκεφάλι μου, σε απόσταση αναπνοής, κόλλησα την αφίσα του Alice Cooper που με τόση χαρά είχα αγοράσει, ενώ ο αδερφός μου τοποθέτησε βαριεστημένα (και κάπως στραβά) την δική του, μια του George Best. Έγραφε από κάτω «Maradona Good, Pele Better, George Best». Η δική μου δεν έγραφε τίποτα, ή ίσως έγραφε «School’s Out», να μια λεπτομέρεια που δυσκολεύομαι να επαναφέρω σε μορφή ανάμνησης. Την επόμενη το πρωί, η μητέρα μας μπήκε αναστατωμένη στο δωμάτιο, ενώ εμείς είχαμε μόλις ξυπνήσει για το σχολείο. «Αυτός κατεβαίνει», φώναξε, και δεν θέλει μεγάλη σκέψη για να φανταστείτε ποιόν έδειχνε. «Μα μαμά..», προσπάθησα. «Αυτός κατεβαίνει τώρα», με έκοψε οριστικά. Και κατέβηκε, ήσυχα, χωρίς αντιρρήσεις.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά, μου είναι πολύ δύσκολο να πω τι μου δίδαξαν εκείνες οι ημέρες. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω αν δίδαξαν σε εμένα κάτι, ή όλα αυτά ήταν κάτι που θα έπρεπε να περιμένω. Πόσο μάταιο θα ήταν να εξηγήσω στον αδερφό μου πως φερόταν μια ζωή σαν τον χειρότερο μαλάκα; Όσο μάταιο θα είναι να του το εξηγήσω τώρα, τρία χρόνια νεκρό από τροχαίο, να κοκορεύεται στα σίγουρα κάπου εκεί πάνω πως μπορεί ακόμα να βλέπει τον πατέρα μας, ενώ εγώ δεν μπορώ. Όσο μάταιο είναι να εξηγήσω στη γριά μάνα μου πως ο George Best ήταν ένας αλκοολικός που έδερνε τις εκάστοτε γυναίκες του και μοίραζε ξώγαμα δεξιά και αριστερά, ενώ ο Alice Cooper κάτι πολύ κοντινότερο στα οικογενειακά πρότυπα που ήθελε απεγνωσμένα να μας «διδάξει».

Δεν έχω ξαναπάει Κυριακή στην αγορά από τότε, και η γυναίκα μου συνεχίζει κάθε φορά να απορεί και να εκνευρίζεται κάπως. Καμιά φορά όμως το σκάω νωρίτερα από τη δουλειά, και της πηγαίνω ένα λουλούδι ή κάτι τέτοιο, και εκείνη χαμογελάει και προσπαθεί έτσι να ξεχάσει αυτή την κάπως χαζή συμπεριφορά μου. Και εικοσιπέντε χρόνια μετά, τα καταφέρνουμε μια χαρά.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε