γλυκιά jazz

•24 Μαΐου, 2009 • 2 Σχόλια

Υπάρχουν μερικές ώρες που θέλω να ακούω γλυκιά jazz. Αυτή δεν είναι free, ούτε fusion, ούτε nu, ούτε ασανσέρ. Είναι αυτό που είπα, γλυκιά. Αυτή τη συνομωταξία την έφτιαξε ο Moondog, και επειδή όλοι έχουμε τα κολλήματά μας, χτες είχε Moondog, έχει και σήμερα. Σε βιογραφικά πλαίσια, τυφλός, άστεγος για 20 χρόνια (από επιλογή) στην έκτη λεωφόρο της Νέας Υόρκης (πράγμα που του κόλλησε το παρατσούκλι «The Viking of 6th Avenue», ποιητής, jazz-ίστας και κατασκευαστής μουσικών οργάνων. Δεν έβλεπε. Δεν είδε ποτέ του. Αλλά ήταν από αυτούς που δεν χρειάζονταν τη συγκεκριμένη αίσθηση, είχε άλλες, εμείς δεν τις έχουμε. Η αισθητική παρουσία του Moondog αποτέλεσε το κυριότερο ίσως χαρακτηριστικό του, καθώς ίσως δεν έχουν ακούσει πολλοί τη μουσική του, αλλά όλοι έχουν ακούσει μια ιστορία για την αινιγματική του παρουσία. Δηλαδή τέτοιο μούσι, δεν το βλέπεις κάθε μέρα τριγύρω.

Ο Moondog είχε «κατηγορηθεί» ως απλοϊκός από κάποιους κύκλους της jazz, και είναι αλήθεια πως σε σχέση με ένα SUN RA ας πούμε, ναι, είναι απλοϊκός μέσα στον πλουραλισμό του, αλλά δεν νομίζω πως ο κύριος Viking είχε ποτέ τη διάθεση να μπει στις κλίκες της jazz, εδώ απείχε συνειδητά από κατάσταση στέγασης, βρήκε μια πορεία και την βάδισε ολομόναχος, και μην ξεχνιόμαστε, χωρίς να βλέπει κιόλας. Είναι γνωστό πως οι κλίκες οποιουδήποτε ιδιώματος μπορούν να καταστρέψουν μεγάλο κομμάτι του ιδιώματος (ειδικά σε τεράστια από αυτά, όπως η jazz ή η κλασική μουσική), οπότε το καλό είναι να απέχεις, και είναι βέβαιο, πως αυτοί που θα σε εκτιμούσαν στα αλήθεια, θα σε συναντήσουν όπως και να έχει. Ο Moondog πέθανε το 1999 στην ηλικία των οδγοντατριών. Υπάρχει στα ίντερνετς ένα εξαιρετικό website, που αν δεν είχε πέσει/λήξει, θα μπορούσατε να διαβάσετε τα άπειρα γύρω από τον τύπο, όπως και να δείτε δεκάδες φωτογραφίες.

Περιστατικό ένα. Έλαβε χώρα χτες το απόγευμα. Ψέματα, ήταν βράδυ, και ήμουν σε μια πλατεία και περίμενα παρέα και τελοσπάντων, mp3 και «Elpmas» songs του Moondog, διότι όπως είπα, χτες Moondog. Γαληνεύει την ψυχή, γαληνεύει και την αναμονή. Στην εκκλησία της πλατείας είχε τελειώσει ένας γάμος, και το νεόνυμφο ζευγάρι (να ζήσουν τα παιδιά) έβγαζε τις τυπικές φωτογραφίες έξω από την εκκλησία, με τους καλεσμένους να συνεχίζουν να παρασιτούν εκεί γύρω τους, αρνούμενοι να, νααα, ξέρωγω εξαφανιστούν. Ξαφνικά, μπαίνει μια νέα παρουσία στο πλάνο, σε κοντινή απόσταση με τα του γάμου και των φωτογραφιών αυτού. Ήταν ένας γεράκος, προφανώς άστεγος, αγνοώ αν ήξερε τι είναι η jazz, αλλά ρακένδυτος ως ήτο, το μούσι του πήγαινε για ένα κάποιο ρεκόρ. Μήκους. Θα πρέπει να ενόχλησε την αισθητική όλων των καλοντυμένων εκεί, αλλά παρακολουθούσα με κατάνυξη να κάνει το εξής : Πήρε ένα καρβέλι ψωμί, και άρχισε να το ποδοπατάει. Ήθελε καταφανώς να το κάνει κομμάτια, και μετά από πηδηματάκια, σάλτους και πατήματα πάνω στο άτυχο ψωμί, άρχισε να χορεύει πάνω του. Τραγουδώντας. Εγώ άκουγα τον ηθικό αυτουργό στα ακουστικά και παρακολουθούσα την κλασική μαλακισμένη πενηνταπενταροεξηντοεβδομηντάρα ΘΕΙΑ, με κόκκινο κραγιόν που προσγειώνει αεροπλάνο (και δεν θα μιλήσω για το άρωμα) να αναφέρεται στον ήρωά μας, σε καταφανώς υποτιμητικό τόνο, «τι κάνεις εκεί άνθρωπέ μου;». Οι καλεσμένοι ήταν ενοχλημένοι, η νύφη βρήκε εκείνο το ΈΝΑ που δέκα χρόνια υπολόγιζε να της χαλάσει το γάμο, ενώ ο γαμπρός νομίζω σταρχίδια του λίγο, ευτυχώς ο γάμος ήταν Σάββατο και αύριο θα δει τον Παναθηναϊκό με τον Πάοκ, εκείνος έλυσε το ΈΝΑ που τον απασχολούσε. Η ελληνίδα Madame Bovary ήταν επίμονη όμως, καθώς η κάφτρα μου φώτιζε τον νυχτερινο ουρανό (υπέροχο χρώμα;) και ο Moondog μου τραγουδούσε το Westhard Ho! : «Τι κάνεις άνθρωπέ μου εκεί;; Γιατί πατάς το ψωμί;». Για να γυρίσει εκείνος, ήρεμος, ο ending credits ζητιάνος, να της πει με εκείνη την ωραία περιφρόνηση, «για να μην πνιγούν τα περιστέρια». Τεράστιο χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπό μου. Αν είχα πυροτεχνήματα θα τα έριχνα στον ουρανό. Υπέροχο χρώμα; Δεν είχα. Και ήρθε η παρέα μου και έφυγα. Δεν ξανάκουσα ποτέ να μιλάνε για όλους αυτούς.

Περιστατικό δύο. Θεσσαλονίκη. Νοέμβριος, και στο Principal παίζουν οι The Residents, και βρίσκομαι εκεί. Και όταν ο κύριος Bunny Boy άρχισε να μας ξεναγεί στο Secret Room του (φοβερό κομμάτι;), ανάμεσα σε πολλά διάφορα περίεργα πραγματάκια, παρατηρώ μια φωτογραφία του Moondog. Δεύτερο χαμόγελο στο πρόσωπο μου. Πρώτο χρονικά μεν, αλλά για να τηρήσω και μια ροή στο post, δεύτερο.

Περιστατικό τρία, λαμβάνει χώρα τώρα. Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, στη «Βροχή από Κάτω» έχει χρησιμοποιήσει samples από το «Marimba Mondo 1: The Rain Forest» του Moondog. Και το λεγα, από τότε που είχα πρωτοακούσει την βροχή του, τραγούδι με τίτλο «Ο Σκύλος των Άστρων» δεν μπορεί να έχει τυχαία τέτοιο τίτλο. Με τα μάτια κοιτάζω ψηλά, με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη, καλημέρα σας.

it’s been a long, a long time calling.

•22 Μαΐου, 2009 • 2 Σχόλια

Αυτό το μπλογκ ξεκίνησε σαν μια κάπως απελπισμένη προσπάθεια ενός ανθρώπου να καταπολεμήσει την ανία. Λίγο μετά οι βαριεστημένοι έγιναν δύο, μετά τρεις και (ναι, σωστά μάντεψες) αργότερα τέσσερις. Yπήρξαν και άλλοι που βαριόντουσαν σε τέτοιο βαθμό ώστε η ένταξή τους στο τημ να κριθεί ως επιτακτική αλλά ήταν ωραία τυπάκια γενικά και βρήκαν άλλα πράματα στη ζωή τους και δε βαριόντουσαν πια. Τους αγαπούμε βέβαια και αυτούς και είμαι σίγουρος ότι τρέχουν ακόμη δάκρυα από τις ΜΑΓΟΥΛΑΡΕΣ των, κάθε φορά που μας θυμούνται. Ξεφεύγω όμως. Αυτό το μπλογκ λοιπόν είναι υπόθεση τεσσάρων ανθρώπων που δεν υπήρξαν «φίλοι από τα παλιά» ας πούμε αλλά έχουν μια ωραία σχέση σαν τετράδα. Κάποια στιγμή που τα χιτς μας θα πέσουν πολύ χαμηλά θα κάνω ένα ποστ που θα αναλύω τις σχέσεις ανά ζευγάρια με κους κους και τέτοια. Αυτό το ποστ θα είναι το προτελευταίο μέτρο, δυο μέρες πριν τις «ΟΛΟΓΥΜΝΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΓΚΟΜΕΝΑΣ ΠΟΥ ΛΕΕΙ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΡΤ ΤΑ ΑΠΟΓΙΟΜΑΤΑ!!! ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ!!! ΒΥΖΙΑ ΚΑΙ ΜΠΟΥΤΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΧΕΙΡΑ!!!».

Σκεφτόμουν λοιπόν αν υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης/γκρουπ/αρτίστας/πεταλουδίτσα_της_νύχτας που να παραδεχόμαστε και οι τέσσερις στον ίδιο βαθμό και κατέληξα πως αν όντως υπάρχει, αυτός μπορεί να είναι μόνο ο Otis Redding. Σε περίπτωση που κάποιος δεν ξέρει ποιος είναι ο Otis Redding να πούμε ότι α. λολ, δεν έχεις ψυχή και β. και στα γρήγορα υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους soul τραγουδιστές.

Ο Otis έμοιαζε κάπως έτσι. Σαν κομπάρσος στο πρώτο Lethal Weapon θα έλεγε κάποιος κακεντρεχής. Δεν είχε τη βαριά, shεξουαλική φωνή ενός Solomon Burke, δεν τραγουδούσε όμως και light και κάπως αποστειρωμένα όπως ο (εξαιρετικός φυσικά και με σημαντικότατα σουξέ) Curtis Mayfield και, το κυριότερο, δεν έλαβε την αναγνώριση που του άξιζε σε αντίθεση με αρκετούς άλλους, μην πούμε ονόματα τώρα και αρχίσουμε τις διαφωνίες. Ίσως βέβαια επειδή δεν πρόλαβε να παρουσιάσει και το δισκογραφία που μπορούσε αφού σκοτώθηκε στα 26 του σε αεροπορικό δυστύχημα στο Γουισκόνσιν. Όπως και με την περίπτωση του Buddy Holly που λέγαμε πριν καιρό, έτσι και εδώ έχουν βγει διάφορες φήμες με κυριότερη εκείνη που αναφέρει πως είχε 7 θέσεις το αεροπλάνο για 8 άτομα και πως ο ένας από την μπάντα του σώθηκε επειδή ήταν η σειρά του να ταξιδέψει με διαφορετική πτήση. Υπάρχουν χιλιάδες πηγές στα νετς για να διαβάσει κάποιος βιογραφικά και αναλύσεις και όλα αυτά τα πράγματα, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων τα λέει και πολύ καλύτερα από όσο θα μπορούσαμε εμείς στο ΣΔΜ. Δεν είναι αυτό το θέμα τούτου του ποστ.

Η ιστορία έχει λοιπόν ως εξής: Πριν χρόνια ξεκινάνε δυο φίλοι και μπαίνουν σε ένα κτέλι για να πάνε στο σπίτι ενός τρίτου φίλου. Μικρό το ταξίδι, μιάμιση ώρα στο δρόμο, μισή ώρα καφές και άλλη μισή ώρα μετά στα πασίγνωστα παντοφλοειδή φερυμπότ μέχρι να φτάσουν απέναντι όπου τους περιμένει ισχυρή αντιπροσωπεία της οικοδέσποινας οικογένειας. Στρωμένα τραπέζια, συκώτια και κεφτέδες και πατάτες και σαλάτες και κρασιά και περισσότεροι καφέδες μετά και τέλος πάντων η παρέα καταλήγει στον κήπο με την ΥΠΕΡΟΧΗ θέα. Η παρέα πλέον αποτελείται από τους τρεις φίλους, τον μπαμπά του ενός και μια σκύλα που συγκινείται από τη θέα φανερά λιγότερο από τους υπόλοιπους. Η συζήτηση όπως συμβαίνει περίπου πάντα έχει διάφορες φάσεις σε καμία από τις οποίες δε συμμετέχουν ενεργά και οι τέσσερις (ο Ζαχαριάδης και τα λάθη του Εμφυλίου, ο Ανατολάκης και η αλληλοκάλυψη στην άμυνα, ο Λαρς φον Τρίερ και γιατί δεν τον έχει κοπανήσει κάποιος ακόμα, σοβαρά ζητήματα θέλω να πω, όχι μαλακίες) και καταλήγει στα ερωτικά/γκομενοειδή/αγαπησιάρικα όπου συμμετέχουν όλοι εκτός από τη σκύλα που τους παράτησε. Υποπτεύομαι είχε γκόμενο και ήταν ευτυχισμένη.

Γκρινιάζουν όλοι, ο καθένας φυσικά στα πλαίσια του ρόλου του. Του έμπειρου ο μπαμπάς, του πρόσφατα χωρισμένου ο ένας, του τρελά ερωτευμένου ο δεύτερος, του κάτι ανάμεσα ο τρίτος και κάπου εκεί, ανάμεσα σε θάλασσες και μακρινά φώτα και τσαμπουκάδες των αλκοόλς σε στομάχια και μυαλά και στο σιντί που παίζει και κανένας δε θυμάται ποιος και τι και γιατί, έρχεται η σειρά του Ain’t no sunshine. Με τον Otis. Και σκάει ο κόσμος όλος. Ο ένας παριστάνει ότι στρίβει τσιγάρα, ο άλλος κοιτάει οθόνες κινητών, μια κωλοκατάσταση γενικά. Και τι να πεις δηλαδή, τι παραπάνω. Μετά My girl, και Sitting On The Dock Of The Bay, και She Put The Hurt On Me, και Dum Dum Dum, και Fa Fa Fa Fa Fa. Εκπληκτική βραδιά. Πιο αργά, οι τρεις (ο μπαμπάς δεν άντεξε παραπάνω) ανέβηκαν στο πάνω μπαλκόνι, έβγαλαν καρέκλες, τραπεζάκι, ούζο και παγάκια και άφησαν το ίδιο cd να παίζει ξανά και ξανά.

Δεν έγινε κάτι συγκλονιστικό βέβαια μετά, είναι αληθινή ιστορία, δε διαφημίζουμε ουίσκια και αντρίλες εδώ πέρα. Συνέχισαν μπερδεμένοι και λίγα χρόνια μετά πέθανε και η σκύλα και τέλος πάντων αμφιβάλλω αν ποτέ βρήκαν το νόημα που έψαχναν, εδώ σταμάτησε ο Ανατολάκης και ακόμα τα ίδια κενά υπάρχουν ανάμεσα στα δυο στόπερ. Αλλά γνώρισαν τον Otis. Δίκαιη ανταλλαγή.

Την άλλη μέρα πήγαν στα Δρακόσπιτα και χέστηκαν πάνω τους ε.

change is gonna come
apparently.

explanations

•21 Μαΐου, 2009 • 3 Σχόλια

Καλοκαίρι, και βρίσκομαι σε ένα αμάξι. Συνοδηγός, διότι δεν οδηγός. Ανοιχτό παράθυρο, θάλασσα δεξιά, χωριά αριστερά, ζέστη αλλά αεράκι από το παράθυρο. Ωραίο. Δεν φοράω μαύρα γυαλιά, διότι δεν μαύρα γυαλιά. Τσιγάρο, διότι τσιγάρο. Μουσική ναι, και ναι, και ναι μουσική, και cd και Joyless και «Wisdom and Arrogance» και «Why should i cry?». Why, διότι should I? Δεν. Δεν υπάρχει αυτοκίνητο, θάλασσα και χωριά, υπάρχει τσιγάρο, διότι τσιγάρο και στο μπαλκόνι. Μπαλκόνι, και δεν υπάρχει καν καλοκαίρι, διότι Μάιος ακόμα. Και Joyless και Wisdom και Arrogance. Επειδή διότι. Τελειώνει το τσιγάρο, και winamp συνεχίζει, και όχι cd, και όχι ωραίο καλοκαιρινό στιγμιότυπο και πάντα joyless. Και κάτι γίνεται πορτοκαλί, όχι φανάρι, όχι κόκκινο, όχι πράσινο, μόνο πορτοκαλί, διότι msn. Έρχομαι, έρχομαι, μην αναβοσβήνεις, ένα τσιγάρο κάνω. Διότι.

music rage

•21 Μαΐου, 2009 • Σχολιάστε

And for some reason, I thought music was going to be easier, which, considering I’m a musician, wasn’t real smart. I only have a lot invested in books, but I got my whole life invested in music. I thought I couldn’t go wrong with Nick Drake, especially in a room full of people who’ve got the blues. If you haven’t heard him… Man, it’s like he boiled down all the melancholy in the world, all the bruises and all the fucked-up dreams you’ve let go, and poured the essence into a little tiny bottle and corked it up. And when he starts to play and sing, he takes the cork out, and you can smell it. You’re pinned into your seat, as if it’s a wall of noise, but it’s not – it’s still, and quiet, and you don’t want to breathe in case you frighten it away. And we were listening to him over at Maureen’s, because we couldn’t play our own music at Starbucks, and at Maureen’s you’ve got the sound of Matty breathing, which was like this whole extra freaky instrument. So I was sitting there thinking, man, this is going to change these people’s lives for ever.
At the end of the first song, Jess started putting her fingers down her throat and making faces.
‘But he’s such a drip,’ she said. ‘He’s like, I dunno, a poet or something.’ This was meant to be an insult: I was spending my days with someone who thought that poets were creatures you might find living in your lower intestine.
‘I don’t mind it,’ said Martin. ‘I wouldn’t walk out, if he was playing in a wine bar.’
‘I would,’ said Jess.
I wondered whether it would be possible to punch both of them out simultaneously, but rejected the idea on the grounds that it would all be over too quickly, and there wouldn’t be enough pain involved. I’d want to keep on pummeling them after they were down, which would mean doing them one at a time. It’s music rage, which is like road rage, only more righteous. When you get road rage, a tiny part of you knows you’re being a jerk, but when you get music rage, you’re carrying out the will of God, and God wants these people dead.

~~~~Long way down~~~

I’m not the man they think I am at home

•20 Μαΐου, 2009 • 7 Σχόλια

Το Sonicdeathmonkey αρπάζει την ευκαιρία αυτού του πρωινού για να ευχηθεί ένα μεγάλο χρόνια πολλά στον αγαπημένο μας φίλο kiwiknorr και του αφιερώνω ένα τραγούδι που ενώ θα έλεγα πως ταιριάζει και στους άλλους 2 άντρες αυτού του ταπεινού μπλογκ, σήμερα είναι η μέρα του και είναι όλο δικό του. Μανωλάκη, σου ευχόμαστε κάθε μέρα να είναι δική σου =)

She packed my bags last night pre-flight
Zero hour nine a.m.
And i’m gonna be high as a kite by then
I miss the earth so much i miss my wife
It’s lonely out in space
On such a timeless flight

And i think it’s gonna be a long long time
Till touch down brings me round again to find
I’m not the man they think i am at home
Oh no no no i’m a rocket man
Rocket man burning out his fuse up here alone

Mars ain’t the kind of place to raise your kids
In fact it’s cold as hell
And there’s no one there to raise them if you did
And all this science i don’t understand
It’s just my job five days a week
A rocket man, a rocket man

and I’m lost

•20 Μαΐου, 2009 • Σχολιάστε

My daddy told me, lookin back,
The best friend you’ll have is a railroad track
So when I was 13 said, I’m rollin’ my own
And I’m leavin’ Missouri and I’m never comin’ home

φάση #1.

there is a light that never goes out

•18 Μαΐου, 2009 • 3 Σχόλια

Λίγα πράγματα με έχουν αναγκάσει να βρίσω τόσο άσχημα όσο η αίσθηση του «απόψε δε θα κοιμηθείς πουσταρά». Φαντάζομαι την έχουμε όλοι νιώσει σε διάφορες φάσεις. Ψες το βράδυ σηκώνομαι και κλείνω τον υπολογιστή με το τελευταίο απόθεμα δυνάμεων που είχαν ξεμείνει σε μια αποθηκούλα στη γωνίτσα. Κλείνω φως, βάζω ξυπνητήρι και χαμογελώ γιατί ξέρω ότι έρχεται ο Ύπνος. Ξανασηκώνομαι για να ανάψω το φως γύρω στις τέσσερις παρά και δε χαμογελώ γιατί δε με παίρνει ο ύπνος (όχι με κεφαλαία πλέον). Το πισί δεν ξανανοίγει, πάω μέχρι το πικάπ, κοιτώ λίγο, καταλήγω σε δυο τελικές υποψηφιότητες και βάζω τα ακουστικά.

Η πρώτη είναι οι Ανάσες των Λύκων. Πρώτη πλευρά, πρώτο κομμάτι. Πρώτη πλευρά, πρώτο κομμάτι. Πρώτη πλευρά, πρώτο κομμάτι. Πάει μετά να μου ξεφύγει και να αρχίσει το δεύτερο κομμάτι αλλά δεν είναι τόσο εύκολο, πιάνω τη βελόνα και τη γυρίζω πίσω. Είναι η Groundhog Day της. Πρώτη πλευρά, πρώτο κομμάτι. Λίγο μετά είμαι έτοιμος. Η δεύτερη επιλογή που μου είχα δώκει ήταν το No Code αλλά δεν μπήκα καν στον κόπο να το σκεφτώ ιδιαίτερα. Η κουβέρτα και το μαξιλάρι ήταν πολύ πιο φιλικά πλέον.

Πήγα και στο Gagarin το Σάββατο, πολύ ωραία βραδιά. Μου άρεσαν αρκετά και οι Rockin Bones που είχαν και μια εκπληκτική ρογκερόλ διασκευή στο Changes αλλά «είδα επιτέλους Last Drive». Δεν υπήρξαν ποτέ το αγαπημένο μου συγκρότημα σε όλο τον κοσμάκη αλλά ένα κάποιο αίσθημα υπήρχε από παλιά. Έπρεπε να έρθει το 2009 βέβαια για να τα πούμε και από κοντά αλλά έστω κι έτσι άξιζε. Μετά ταξί και διακριτικό κλάμα στις ειδήσεις για την ήττα του Σάκη. Που είναι τα χρόνια που βγαίναμε από τους Isis στο Ρόδον να έρθουμε αντιμέτωποι με αλαλάζοντες (γιου)ρεβιζιονιστές παπαριζικούς.

Υ.Γ.: Μπαίνεις βέβαια καμιά φορά σε ένα ταξί κουρασμένος, πρωί πρωί, και ο οδηγός σε ρωτάει απλά που πάμε. Και αντί να σε βομβαρδίσει με τηλεφωνήματα από αγανακτισμένους πολίτες/γονείς/φορολογούμενους/οδηγούς/οπαδούς/ανθρώπους/ανθρωποειδή ή την τελευταία φουρνιά από πόπιουλαρ αμανέδες και ντιριντάχτα εκείνος βάζει Smiths. Την καλημέρα μου.

i lost my colour vision

•17 Μαΐου, 2009 • Σχολιάστε

Κάθε φορά δυσκολεύομαι να συνηθίσω το γεγονός ότι πλησιάζει εννιά το βράδυ και όμως το φως επιμένει πεισματικά να δηλώνει παρόν έξω από το παράθυρό μου. Μην πάει ο νού σας σε γότθικες ανησυχίες, μακριά από μας τέτοια πράγματα. Αλλά ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, στην Ελλάδα, το βράδυ είναι μια από τις πιο όμορφες ώρες που μπορείς να έχεις, πρώτον γιατί επιτέλους αρχίζει να πέφτει λίγο η θερμοκρασία και το όποιο αεράκι κάνει σαφώς πιο αισθητή την παρουσία του, αλλά και γιατί ειδικά στη γειτονιά εδώ επέρχεται μια πολύ όμορφη ησυχία και σε κάνει να θες να κάτσεις στο γραφείο ή στο κρεβάτι, βάζοντας την μουσική λίγο χαμηλά και με ένα ποτήρι οτιδήποτε (η τελευταία προτίμηση εδώ είναι το γάλα) και να χαζέψεις. Πάλι οτιδήποτε, δεν έχει και πολύ σημασία.

Ανάμικτα τα συναισθήματα αυτές τις μέρες. Μερικά καλά, μερικά κακά, μερικά μπερδεμένα, ξέρετε πως έχει η κατάσταση. Ελλείψη πολλών νέων κυκλοφοριών έπιασα αυτό το σαββατοκύριακο να ξεθάψω κάποια από τα πάμπολλα φετινά album που πέρασαν απο το στερεοφωνικό μου, αλλά δεν διεκδίκησαν πολύ χρόνο. Πάντα το κάνω αυτό όταν έχω ώρα. Και πάντα ανακαλύπτω δίσκους που την πρώτη φορά, είτε λόγω εποχής, είτε λόγω προσήλωσης, είτε λόγω περιστάσεων δεν με είχαν εντυπωσιάση, αλλά που στη δεύτερη ή τρίτη διαφορετική στιγμή ακρόασης μου λένε κάτι περισσότερο. Το «Aboa Sleeping» των Burning Hearts κυκλοφόρησε στα μέσα του Φλεβάρη, αλλά νομίζω ότι θα είχαν κάνει καλύτερα να το κυκλοφορούσαν κάπου στα τέλη Μαϊου. Έπρεπε να περάσει το θερμόμετρο τους 30 βαθμούς Κελσίου για να μπορέσω να εκτιμήσω την ομορφιά της κλασσικής synth-pop τους. Δεν είναι και από τους μεγάλους έρωτες μου το είδος, αλλά οι Φινλανδοί αυτοί νομίζω ότι θα κερδίσουν μια θέση στο κομμάτι εκείνο της δισκοθήκης μου που κατοικούν και οι Eleanoora Rosenholm με τους Bel Canto. Μ’ αρεσουν τα καλογραμμένα pop κομμάτια που μόνο με την μελωδία τους σου δίνουν μια αίσθηση ξεγνοιασιάς. Είναι σίγουρα ευχάριστο διάλειμμα από τα πιο «σοβαρά» πράγματα που συνήθως απολαμβάνουμε (όταν δεν έχουμε διάθεση). Όχι δηλαδή ότι η μουσική των Burning Hearts διακρίνεται από έλλειψη σοβαρότητας, απλά μάλλον ξέρει να περνάει καλά ακόμα και όταν δεν έχει και πολύ όρεξη.

Επίσης το καινούριο album των Gomez, «Α New Tide», μοιάζει ιδανικά φτιαγμένο για την στιγμή που θα έχεις απλωθεί σε μια καρέκλα σε μια παραλία και θα πίνεις την μπύρα σου, χαζεύοντας την θάλασσα. Υπό άλλες συνθήκες δεν νομίζω ότι θα κέρδιζε πολύ ώρα το, αρκετά αναμενόμενο, indie rock τους, αλλά σε αυτό το περιβάλλον μου μοιάζει ιδανικό. Και για να είμαστε ειλικρινείς, πιστεύω ότι είναι δύσκολο να βρίσκεις την πραγματικά κατάλληλη μουσική για την κάθε στιγμή.

Α και που είστε; Αρχίστε να ψάχνετε τα προγράμματα των καλοκαιρινών κινηματογράφων.

summer son

•16 Μαΐου, 2009 • Σχολιάστε

Αναρωτιέμαι πόσοι θυμούνται τούτο το υπερτεράστιο hit-άκι των Texas που είχε κυριέψει τα ανά την Ελλάδα και την Ευρώπη cafe, bars και clubs το καλοκαίρι του 99; Άκρως κολλητικό, αν και ελαφρώς χαζούλικο εδώ που τα λέμε, αλλά για όλους αυτούς που (σαν και μένα) τέλειωσαν εκείνη την χρονιά το σχολείο, νομίζω ότι έχει συνδεθεί με μπόλικα πράγματα.

Ξανάρθε το καλοκαιράκι λοιπόν. Πάντα είχα βάλει σαν σημάδι για την έλευση του καλοκαιριού την πρώτη φορά που το βράδυ κοιμόμουν χωρίς κουβέρτα, αλλά μόνο με το σεντόνι. Φέτος καθυστέρησε λίγο, αλλά ήρθε πολύ απότομα και πήγαμε από τα μπουφάν στις βερμούδες σε μια βδομάδα σχεδόν. Συνειδητοποιώ αυτές τις μέρες ότι ακούω λιγότερη μουσική, εν μέρη γιατί η ζέστη με έχει οδηγήσει σε μια ημιληθαργική βαρεμάρα για οποιαδήποτε εγκεφαλική ή σωματική λειτουργία και από την άλλη γιατί δεν βλέπω να κυκλοφορεί και τίποτα συγκλονιστικό. Αναμενόμενο θα μου πείτε. Τρομεροί δίσκοι σπάνια έβγαιναν το καλοκαίρι. Και οι καλλιτέχνες άνθρωποι είναι και πρέπει να πάνε και αυτοί τις διακοπούλες τους.

Εν μέσω καύσωνα λοιπόν έβγαλαν και οι Sunn O))) το καινούριο τους δίσκο, που έψαξα να βρω να το ακούσω πιο πολύ από περιέργεια (μια που οι περιγραφές το κάνουν να μοιάζει λίγο με υπερπαραγωγή), παρά γιατί πιστεύω ότι πρόκειται να με συγκινήσουν ξανά. Από άλλα πράγματα δεν βλέπω τίποτα που να με αφήνει με ανοιχτό το στόμα και να βγήκε τώρα. Μοναδική εξαίρεση το φετινό του Chris Robley and The fear of heights που το ξανάκουσα μετά από καιρό και με κέρδισε.

Συναυλίες ιδιαίτερες δεν παίζουν, οι Depeche Mode ακυρώθηκαν και όλοι τώρα ξανασυζητάνε για το πόσο μπουρδέλο είναι το θέμα συναυλίες στην Ελλάδα, κάπου πήρε το μάτι μου ότι η Monika παίζει στο Θέατρο Βράχων τον Ιούνιο οπότε ευκαιρία να πεταχτούμε εδώ δίπλα να την δούμε επιτέλους, εισιτήρια για το Synch δεν έχουμε πάρει ακόμα, ενώ το θέμα διακοπές μοιάζει ελαφρώς πιο δύσκολο να ξεκαθαριστεί από έναν 10χ10 κύβο του Rubik.

Τέλος, κάποιος πρέπει να καταργήσει τις λεύκες το καλοκαίρι.

Bonus απαίχθειας για την θερμοκρασία ένα ep με κολλητικά, αν και ελαφρώς χαζούλικα τραγούδια

photographicsurrealism2 copy

01 Harold Faltermeyer – Axel F
02 Christopher Cross – Ride Like The Wind
03 Hall & Oates – Maneater
04 Sniff’n The Tears – Driver’s Seat
05 Michael Jackson – Smooth Criminal

παραμ παραμ

Skótoseme

•12 Μαΐου, 2009 • 1 σχόλιο

Πριν μερικές μέρες η Error Flynn μου έπαιζε το εξαιρετικό «No Quarter» Page/Plant dvd, και θυμήθηκα την απορία που παλιότερα είχαμε εκφράσει με τον Κωνσταντίνο στον Robert Plant σε ένα press conference για τη τότε συναυλία του. Πού ήταν ο John Paul Jones το 1994; Η απάντηση ήταν του στυλ «διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις», και ήταν σωστή.

Να που ήταν ο John Paul Jones λοιπόν :

στα καλύτερα.

(συγχωρέστε την κακή ποιότητα του video, αλλά δεν βλέπω να υπάρχει άλλο)

once i dreamed of heaven

•11 Μαΐου, 2009 • Σχολιάστε

Πολλές φορές μου αρέσουν οι slightly-out-of-context μουσικές καταστάσεις. Παρουσιάζουν πλευρές που δεν υπάρχει περίπτωση να βρίσκαμε μπροστά μας ποτέ.  Ο Terry Callier από την καριέρα του ως soul τραγουδιστής/κιθαρίστας στα 60s και 70s έχει να επιδείξει 6 ημιγνωστούς δίσκους και ένα παιδικό κολλητιλίκι με τον Curtis Mayfield. Πιθανότατα αδίκως να έχει μόνο αυτά, καθώς ο Callier έχει μια από εκείνες τις καταπληκτικά ζεστές soul φωνές που δεν υπάρχει περίπτωση να μην ερωτευτείτε, αν έχετε έστω και την μικρότερη σχέση με οποιαδήποτε πτυχή της μαύρης μουσικής (πιθανότατα και με οποιαδήποτε της μουσικής γενικότερα). Για διαφόρους λόγους που δεν ξέρω, η μουσική του όμως έμεινε στην αφάνεια και αυτός κατέληξε προγραμματιστής στο πανεπιστήμιο του Σικάγο.

Για εξίσου άγνωστους λόγους τον ξανα-ανακάλυψαν διάφοροι στα 90s και κατέληξε να επανέλθει στην δισκογραφική καριέρα (ελπίζω να μην παράτησε εντελώς τον προγραμματισμό!!). Φέτος, λοιπόν, κυκλοφόρησε ένα album με τον τίτλο «Hidden Conversations» με την συνδρομή των Massive Attack. Και εδώ έρχεται αυτό το ωραίο out-of-context που λέγαμε. Σε αυτό το δίσκο ακούμε μια κλασσική (πιο κλασσική δεν γίνεται) soul φωνή να ψιλο-ραππάρει πάνω από trip-hop beats που μπερδεύονται με soul μελωδίες, να φέρνει κοντά την Stax και τη Mo’Wax και, φυσικά, να τραγουδάει με ισάξιο τρόπο με τους μεγαλύτερους του είδους. Ειδικά το κομμάτι που ανοίγει το album, το «Wings», είναι από τα πιο συναισθηματικά όμορφα τραγούδια που έχουν βγει φέτος.

Προσωπικά δηλώνω ξεκάθαρα γοητευμένος. Και θα θυμάμαι για πάντα την πρώτη ακρόαση του δίσκου. Για διάφορους λόγους.

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε