«I’m as lonely as a ghost as I sit down to write these notes
To you and your intended, spring is the worst time for most
Who’ve never reached the boundaries
Or heard the notes as they were sung»

«I’m as lonely as a ghost as I sit down to write these notes
To you and your intended, spring is the worst time for most
Who’ve never reached the boundaries
Or heard the notes as they were sung»
It was sad music. But it waved the sadness like a battle flag. It said the universe had done all it could but you were still alive.

01. Soulsavers – Unbalanced Pieces
02. The Black Heart Procession – Heaven And Hell
03. Susanna & The Magical Orchestra – Another Day
04. Speech Debelle – Speech Therapy
05. Weaker – Long May You Run
06. Michael J. Sheehy and The Hired Mourners – Don’t Let Them Steal Your Soul
07. Timber Timbre – Until The Night Is Over
08. Johnny Cash & Willie Nelson – (Ghost) Riders In The Sky
09. Nancy Elizabeth – Bring On The Hurricane
10. Daisy Chapman – Hallelujah
11. Twiggy Frostbite – Along Your Way
12. Fever Ray – Keep The Streets Empty For Me
13. Gene Clark – Silver Rain
14. Vic Chesnutt – Granny
ΠιΕς: Κατα λάθος το «Granny» έχει μπει με νούμερο 10 στο .rar. Βάλτε το στο τέλος
Και ο πανικός νέων κυκλοφοριών συνεχίζεται. Ξεπερνάμε την μαλακιούλα που έβγαλαν οι Pearl Jam, αφήνουμε για πιο μετά το καινούριο Black Heart Procession του οποίου η πρώτη ακρόαση δεν μας άφησε με ανοιχτό το στόμα, οπότε θέλουμε να το ξανακούσουμε αρκετές φορές, προσπερνάμε και την ευχάριστη έκπληξη του «Childish Prodigy» του Kurt Vile, καθώς και της, εκ των πρώτων ακροάσεων, ομορφότατης νέας δουλειάς του David Sylvian. Μεγάλη ομορφιά ήταν επίσης και το «Metamorphosis» των Pleq (καιρό είχαμε να εντυπωσιαστούμε από ηλεκτρονικοπερίεργο), ενώ και το καινούριο ep των Massive Attack άφησε πολύ καλές υποσχέσεις για το καινούριο τους album (ελπίζω να βγει σύντομα).
Και έτσι καταλήγουμε στους δυο δίσκους για τους οποίους θέλω να μιλήσω σήμερα. Ο πρώτος είναι η καινούρια κυκλοφορία της Σουζάννας. Αυτή τη φορά θυμήθηκε ότι στην αρχή την συνόδευε και η μαγική ορχήστρα της, οπότε είπε να την επαναφέρει. Απλούστατα «3» το νέο album, μετά τα «Sonata Mix Dwarf Cosmos» και «Flower Of Evil» και η αλλαγή στον ήχο αρκετά σημαντική. Πάνε οι μινιμαλισμοί των προηγούμενων δίσκων, οι διασκευές, η ησυχία και οι αρκούντως εύθραυστες μελωδίες. Εδώ η Susanna Karolina Wallumrød ψιλοξεχνάει την jazz και την electronica και θυμάται μάλλον πόσο αγαπάει την Kate Bush. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποια μεγαλύτερη επιρροή να διαπνέει το «3». Οι ενορχηστρώσεις, ο ήχος, η ατμόσφαιρα, ακόμα και ο τρόπος που τραγουδάει η Susanna, θυμίζουν την Bush. Ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία είναι που δηλώνει θαυμασμό για την Αγγλίδα τραγουδίστρια θα μου πείτε. Δεν θα διαφωνήσω. Από την άλλη πλευρά ακόμα προσπαθώ να καταλήξω στο αν είναι πραγματικά καλός αυτός ο δίσκος ή αν η Susanna μπορούσε και καλύτερα. Μπορώ με σιγουριά να πω ότι μου άρεσε το album, και μάλιστα αρκετά. Δεν το έχω ακούσει πολλές φορές ακόμα, αλλά το γεγονός ότι περιέχει πολύ ωραία τραγούδια είναι εμφανές. Από την άλλη πλευρά όμως δεν μπορεί να μου βγει η ιδέα από το μυαλό ότι, ακόμα και όταν διασκεύαζε κομμάτια άλλων, στα προηγούμενα album της ήταν σαφώς πιο πρωτότυπη, πιο προσωπική και, τελικά, πιο μαγευτική. Εδώ, το ταλέντο της και του Qvenild βγάζει προς τα έξω τον πιο pop εαυτό του και, αν και δεν με χαλάει ακριβώς, τους προτιμούσαν στις πιο stripped down στιγμές τους. Δεν είναι περίεργο που το καλύτερο κομμάτι του δίσκου είναι μάλλον η διασκευή στο «Another Day» του Roy Harper, που είναι και το πιο ήρεμο και μελαγχολικό κομμάτι του δίσκου. Η δεύτερη διασκευή ανήκει για μια ακόμα στην κατηγορία «σχετικά αναπάντεχη» και είναι το «Subdivisions» των Rush. Ενδιαφέρουσα η οπτική της Susanna, έχοντας μια πιο synth-pop/electronica υφή αλλά διατηρώντας (και ίσως και τονίζοντας εξαιτίας του πιο αργού tempo του) τον επικό χαρακτήρα του πρωτότυπου. Διατηρώ τις επιφυλάξεις μου, τονίζω την συμπάθειά μου και το ξανασυζητάμε στο μέλλον.
Για το δεύτερο δίσκο θα μεταφερθούμε στην άλλη άκρη του κόσμου κυριολεκτικά. Μια που τελειώνουμε το «Down Under» του Bill Bryson λοιπόν (και μας άρεσε πάρα πολύ) αποφασίσαμε να παραμείνουμε στην Αυστραλία. Για αρκετά διαφορετικούς λόγους βέβαια. Austere λέγονται οι κύριοι που θα μας απασχολήσουν και μάλλον δεν θα μπορούσαν να είχαν θέση ποτέ σε κάποιο βιβλίο του Bryson. Βέβαια θα είμαι δίκαιος και θα πω ότι οι κκ Mitch, Tim και D. μάλλον δεν θα ενδιαφέρονταν και πολύ να μπουν στο βιβλίο. Όμως η αλήθεια είναι ότι θα μου φαινόταν εντυπωσιακό άμα ήταν φαν του φίλου αμερικάνου συγγραφέα. Κατά τ’ άλλα έχουμε από αυτές τις νεόκοπες black metal ταμπέλες, κυρίως αμερικανοφερμένες, τύπου depressive black metal και άλλα συγκλονιστικά. Πολύ κακό για το τίποτα νομίζω εγώ, για μια γενιά που απλά άκουγε πολύ Burzum μικρή. Και εδώ έγκειται και το σημείο που κάνει αυτούς εδώ τους Αυστραλούς ιδιαιτέρως συμπαθείς και γοητευτικούς. Ενώ οι αμερικάνοι συνοδοιπόροι τους έχουν πιάσει και επηρεάζονται ομαδικώς (ενίοτε και κοπιάρουν ξεδιάντροπα) το μουσικό όχημα του φίλου καθυστερημένου Varg, οι Austere ξεθάβουν το «HEart Of The Ages» και του δίνουν και καταλαβαίνει στο «To Lay Like Old Ashes». Δυστυχώς δεν μπορώ να θεωρήσω τρομερά πιθανό να έχει φτάσει η επιρροή του πρώτου album των In The Woods… μέχρι και την τελευταία γενιά black metal μουσικών (ειδικά των Αυστραλών), κυρίως γιατί οι In The Woods… δεν μοιάζουν να είναι ανάμεσα στα ακούσματα των σύγχρονων black metal-άδων. Όμως ακούγοντας τα φωνητικά στο «To Fade With The Dusk» δυσκολεύομαι αρκετά και να αποδώσω την ομοιότητα με αυτά του Jan Kenneth στο «Yearning The Seeds Of A New Dimension» σε απλή σύμπτωση. Ελπίζω ειλικρινά να μην είναι σύμπτωση. Το album ολόκληρο είναι ένα διαμαντάκι. Αργό, ατμοσφαιρικό black metal με τα αναμενόμενα ημι-ambient περάσματα και αρκετά πιο καθαρά σημεία για να τονίσουμε και τις νορβηγοτραφείς επιρροές. Ίσως να μην έχει την πιο ψυχεδελική αισθητική των In The Woods… αλλά διατηρώ τις ελπίδες μου για το μέλλον. Που ξέρεις; Μια μέρα μπορεί να μιλήσουμε και για το νέο Omnio. Μοναδική εξαίρεση στο άψογο τελικό αποτέλεσμα είναι ίσως το «Coma II», που μπορεί να είναι ένα συμπαθέστατο, ακόμα και όμορφο, mood piece αλλά δεν δικαιολογεί ιδιαίτερα τα σχεδόν 21 λεπτά του, ούτε στέκεται στο επίπεδο των υπόλοιπων κομματιών. Και τώρα που το σκέφτομαι αν έλειπε αυτό, το album θα έπιανε και εκείνη την μαγική black metal διάρκεια των 34 λεπτών, οπότε θα αγαπούσαμε ακόμα περισσότερο. Να το ακούσετε όσοι μπλακμεταλλάδες δεν το χετε ακούσει ήδη. Ίσως αγαπήσετε. Ίσως όχι, άμα είστε λίγο βλάκες βέβαια.
Μπορεί ο Σεπτέμβρης να ναι σκατά από επαγγελματικής και από ακαδημαϊκής πλευράς, αλλά από μουσική καλά πάμε. Και όχι μόνο από μουσική εδώ που τα λέμε. Ας μην είμαστε αχάριστοι. Θυμόμαστε μια νυχτερινή ακρόαση του «With These Hands» και χαμογελάμε.
Ας το παραδεχτούμε. Αυτές τις μέρες οι εκάστοτε singers-songwriters είναι περίπου a dime-a dozen. Άλλοι είναι συμπαθητικοί, άλλοι βαρετοί, αλλοι γελοιωδώς μελό, πολύ λίγοι είναι όμως εντυπωσιακοί. Ακόμα και αυτοί που μπορεί να σε εντυπωσιάσουν, δείχνουν ότι μερικές φορές δεν μπορούν να διατηρηθούν. Τρανό παράδειγμα ο Tom McRae, ο οποίος μετά τα δυο πρώτα εκπληκτικά album που κυκλοφόρησε, κινείται σε αρκετά μέτριες δισκογραφικές δουλειές (δυστυχώς για εμάς, αλλά και γι’ αυτόν που έδειχτε ότι το είχε). Από τους δίσκους που με έχουν εντυπωσιάσει όσο λίγα πράγματα τον τελευταίο καιρό, δυο ανήκουν σε μουσικούς που θα μπορούσαν να τοποθετηθούν σε αυτή την κατηγορία. Ο πρώτος είναι παλιός γνώριμος και είμαι ευτυχής, ο δεύτερος αν και με χρόνια πίσω του, προσωπικώς τώρα τον μαθαίνω και καλά κάνω εδώ που τα λέμε. Πέρα όμως από τις μουσικές ομοιότητες και συγγένειες, τούτοι εδώ οι δυο τύποι μοιάζουν να έχουν και παρόμοιες προσωπικότητες.
Ο πρώτος είναι φυσικά ο Vic Chesnutt. Το προπέρσινο «North Star Deserter» ήταν δικαιώς ανάμεσα στα καλύτερα album εκείνης της χρονιάς. Φέτος κυκλοφορεί το «At The Cut», το δεύτερό του με την Constellation. Δυστυχώς δεν το έχω στα χέρια μου για να ξέρω αν του κάνει πάλι παρέα η κομπανία των Godspeed You Black Emperor, αλλά, ακούγοντας το album ξανά και ξανά, δεν θα με εξέπληττε καθόλου. Στα ίδια επίπεδα με το περσινό, ο Chesnutt παραμένει από τους πιο αγαπημένους μας πικρόχολους και κυνικούς μουσικούς (κάτι σαν τον Bernard Black των singers/songwriters), διατηρώντας όμως μια αξιοπρέπεια και ένα humour και μια αυτο-ειρωνική διάθεση που δεν τον αφήνει να χαθεί σε μια θάλασσα μιζέριας. Γι’ αυτό τον αγαπάω κυρίως, γιατί μπορεί να πετάει δηλητήριο χωρίς να ακούγεται μικροπρεπής. Και αυτό είναι σπάνια αρετή στις μέρες μας, φίλοι μου. Είναι επίσης από τους λίγους «ρομαντικούς τροβαδούρους» που ξέρει ακριβώς πότε να βάζει και το βύσμα στον ενισχυτή και να τσιτώνει λίγο την ένταση. Μη φανταστείτε βέβαια rock ‘n’ roll ριφφάκια, αλλά όπως και στις καλύτερες στιγμές του «North Star Deserter», ο Chesnutt φωνάζει όσο πιο δυνατά γίνεται. Θα βρείτε φυσικά και τις πιο alt-country στιγμές του, αλλά, παρότι εξαιρετικές, επιμένω ότι αυτό που αξίζει περισσότερο είναι ο θυμός του. Φυσικά και δεν μπορώ να πω αν είναι καλύτερο από το «North Star Deserter», ισάξιο είναι πάντως, αλλά αν μπορεί μετά από 20 χρόνια να βγάζει τέτοιες δισκάρες, χαλάλι του. Θα το ακούμε συνέχεια, θα το ξανασυναντήσουμε σε καμιά συλλογή σίγουρα και θα ξαναμιλήσουμε γι’ αυτό στο τέλος του χρόνου δω πέρα. «Granny what you doin’ with your false teeth/She said: I’m just picking out the blackberry seeds».
O δεύτερος της παρέας, ονομάζεται Michael J. Sheehy. Χρόνια και αυτός στην πιάτσα, πρώτα με τους Dream City Film Club και τα τελευταία χρόνια μονάχος του, στο τελευταίο μαζί με μια παρέα που λέγεται The Hired Mourners, είναι Λονδρέζος αλλά ακούγεται όσο πιο Αμερικάνος γίνεται. Αρκετά blues (διασκευάζει εξαιρετικά και το «Nobody’s Fault But Mine»), μπόλικη folk, μια essence από την ατμόσφαιρα του Nick Cave, ακόμα και ελαφρά gospel επιρροές, δεν τον κάνουν να μοιάζει να προέρχεται από την Γηραιά Αλβιόνα. Ίσως το μόνο που έχει κρατήσει από τον τόπο του είναι η γκριζάδα που κυριαρχεί στη μουσική του. Το «With These Hands (The Rise And Fall Of Francis Delaney», όπως προδίδει και ο τίτλος του, είναι ένα concept album που περιγράφει τη ζωή ενός σχετικά επιτυχημένου boxer, ο οποίος πούλησε έναν αγώνα για να καταλήξει με σοβαρές εγκεφαλικές βλάβες στο τέλος της ζωής του. Δεν είναι και το πιο ιδιαίτερο πράγμα στον κόσμο οφείλω να πω, αλλά ο Sheehy το κερδίζει το παιχνίδι στην ικανότητα διήγησης της ιστορίας. Αν και αντιμετωπίζει τον ήρωά του με σαφώς μεγαλύτερη συμπάθεια, από ό,τι θα το έκανε ο Chesnutt π.χ., o δίσκος παραμένει στο μεγαλύτερο μέρος του ιδιαιτέρως πικρός, σκοτεινός και κυνικός. Όμως είναι αυτή η γλυκύτητα που επιτρέπει να μπει στη μουσική του που κυριαρχεί σε δυο από τις ομορφότερες στιγμές του δίσκου, τα εκπληκτικά «Don’t Let Them Steal Your Soul» και «When Did We Grow So Old», τα οποία όμως είναι βουτηγμένα και μέσα σε μια πικρία που δύσκολα την αγνοείς. Τα διάφορα επεισόδια κατά τη διάρκεια της αφήγησης του Sheehy, του επιτρέπουν να δίνει σημαντική ποικιλία ήχων στη μουσική του, έτσι ώστε να ταιριάζουν είτε με τα γεγονότα είτε με τους χαρακτήρες που έρχονται στο προσκήνιο. Το «With These Hands» είναι από εκείνους τους δίσκους που η ενιαία ιστορία τους προσφέρει μια ενότητα και μια συνέχεια, η οποία τους κάνει αρκετά πιο έντονους, παρά το γεγονός ότι η ιστορία μπορεί να μην είναι κάτι το συγκλονιστικό. Συμβουλή: ακούστε το στο κρεβάτι σας με κλειστά τα φώτα (και κατά προτίμηση και τα μάτια) και θα το εκτιμήσετε ακόμα περισσότερο.
Θα επανέλθουμε λίαν συντόμως και με αρκετές άλλες κυκλοφορίες, καθώς το τέλος του καλοκαιριού μοιάζει να τους έχει κάνει όλους να έχουν παρει φόρα.
Όταν τις βροχερές Κυριακές η τηλεόραση παίζει επανάληψη το “Gevevieve”, ο Rob Gordon εκνευρίζεται, όταν απομακρυνόμενος από το κέντρο και προσεγγίζοντας τα πράσινα περίχωρα του Λονδίνου, ετοιμάζει εκείνη την κάπως υποχρεωτική επίσκεψη στους γονείς του. Ξέρει κατά βάθος πως θα δει το “Gevevieve” και αυτός, και είναι –υποθέτω- κουραστικό για κάθε άνθρωπο να γνωρίζει κάθε φορά την αρχή, την μέση, το τέλος ενός πράγματος, να ξέρει κάθε φορά την ιστορία. Ιδίως αν η ιστορία δεν είναι και κάτι το ιδιαίτερο, είναι ας πούμε μια καθημερινή ιστορία. Να κάνεις όλο το δρόμο, να χαλάς την ωραία σου Κυριακή, για να δεις το ίδιο τέλος της ίδιας μαλακίας. Γιατί περί τέτοιας πρόκειται, πόσες φορές θα μπορούσατε να δείτε νηφάλιοι αυτό; :
Περίπου πριν πέντε χρόνια, για να μπω στο θέμα, η Full Moon Productions, ένα ιδιαιτέρως γνωστό (και χαροκαμμένο) αμερικάνικο label, κυκλοφορεί το “Genevieve” των Velvet Cacoon. Δεν έχω ιδέα αν ήταν Κυριακή, αλλά λίγους μήνες μετά έφτασε στα αυτιά μας, τόσο αυτό, όσο και ένα κύμα παραφιλολογίας που αφορούσε στο συγκρότημα. Αποτελούμενοι λοιπόν από ένα ζευγάρι (asexual by choice όπως λένε), τον Josh και την Angela, οι Velvet Cacoon αποφάσισαν να ακολουθήσουν μια εντελώς ανορθόδοξη πορεία στα μουσικά δρώμενα, αλλά κυρίως στη ζωή τους. Κάθε τους πράξη, κρίνεται, χαρακτηρίζεται και δημιουργείται από την εκτενή και μεθοδική χρήση ναρκωτικών ουσιών, ειδικά της Dextromethorphan ουσίας, που φαίνεται να αγαπούν και περισσότερο. Μέχρι τότε υπήρχε απλά το “Genevieve” album της μπάντας, ένα ενορχηστρωτικό αριστούργημα του αμερικάνικου black metal, μια καίρια ενωτική τομή του (ταχέως) αναπτυσσόμενοι στους Άποικους ιδιώματος, με πολλά καλά στοιχεία της ambient, όπως δεν την εννοούν οι black metal οπαδοί συνήθως, καθώς εδώ υπήρξε (καταλάθος;) ποιοτικότατη προσέγγιση του ιδιώματος. Αυτό είχαμε στα χέρια μας, και το αγαπούσαμε με τον καιρό όλο και περισσότερο, και έχουν υπάρξει βράδια που τα πλήκτρα του “Laudanum” μου ακούγονταν πολλά περισσότερα από όσο συνήθως,άλλες φορές δεν άκουγα τίποτα, και το album παρότι μονολιθικά γκρίζο όπως μπορεί να ακούγεται στις πρώτες ακροάσεις, κατέχει πραγματικά κορυφαία θέση στην κατηγορία των albums που κρύβουν τα άπειρα πράγματα μέσα τους, πράγματα όχι οφθαλμοφανή, even εμφανίσιμα αν κάνεις το λάθος να ακούσεις το album επιφανειακά. Αν δεν ζοριστείς, δεν θα το κατακτήσεις. Όλο αυτό ενδέχεται να είναι μέρος του Τεράστιου Πλάνου των Velvet Cacoon, μπορεί όμως να είναι απλά και μια παρενέργεια στραβής λήψης δεξτρομεθορφάνης. Το album έχει βοηθήσει πολύ στις ώρες του, απλά αγνοώ τους σκοπούς τους, πράγμα το οποίο όσο να ‘ναι με υποκινεί σε περαιτέρω ακροάσεις. Για να έρθουμε στο Πλάνο, το συγκρότημα είναι όλα όσα το απασχολούν, η αποδοχή της internet forum κουλτούρας ως επικοινωνιακό μέσο, οι μυστήριες ανακοινώσεις, και όλα όσα γράφονται γενικώς στους διάφορους διαδικτυακούς τόπους. Το Sonic Death Monkey, αναγνωρίζοντας το κόλπο, θα “αντιγράψει” τα απολύτως απαραίτητα από το διαδίκτυο μόνο, και θα περιγράψει εκτενέστερα τα όσα “έζησε” το ίδιο. Στις αρχές (προς μέσες!) του 2005, μαθαίνουμε πως η μπάντα κυκλοφόρησε σε cd-r το νέο της demo “How the Last Day Came and Stayed then Faded into Simulated Rain”. Σε 33 αντίτυπα έλεγαν, οπότε απλά το κατεβάσαμε και το ΣΟΚ ήταν τόσο μεγάλο που μιλούσαμε για Πολύ καιρό για το πόσο το black metal Ξέρει να σπρώχνει τα όριά του μακρύτερα από κάθε άλλο μουσικό ιδίωμα. Ακούγαμε ένα πιάνο, μια φυσαρμόνικο, ένα βιολί από πίσω, και την μελαγχολική εκείνη γυναικεία φωνή να σου τραγουδάει γλυκά για το τέλος των ημερών, για το τέλος της ιστορίας που πραγματικά δεν ήξερες. Για πολλούς μήνες, όταν στις από κοντά συζητήσεις αναφέρονταν οι Velvet Cacoon, το τεράστιο εύρος μεταξύ του album και του demo, καθώς και η ποιότητα αυτών, αρκούσαν για να τραβήξει για ώρα το πράγμα. Ήταν το “next big thing” στον μικρόκοσμό μας, δεν το κρύβω. Λίγο καιρό μετά, ένα δεύτερο demo, το “Dizzy From Eternity” έρχεται ως διάδοχος του πρώτου. Επίσης cd-r που μοιράστηκε σε φίλους, κοινώς soulseek με την pstn μας (μέρος του blog άργησε πολύ να βάλει dsl), και το σοκ καλά κράτησε. Ενδυναμωμένο, με πιο rock/shoegaze δομή, με ολοκληρωμένα τραγούδια, και όχι τα θλιμμένα αξιολάτρευτα παραληρήματα του πρώτου, το “Dizzy From Eternity” το πήγε στα άκρα το πράγμα, μας ήταν αδύνατο να διανοηθούμε πως μια άγνωστη μπάντα-καταχνιά του usbm με ένα μεγάλο δίσκο του ιδιώματος ξέφυγε Τόσο. Εκείνο το “March Lilac, Over April Into May”, Δεν Γινόταν να το έχουν γράψει black metal άνθρωποι. Τους Alcest και τους Caina τους ακούσαμε ομολογουμένως αργότερα. Τα δύο demo είχαν γραφτεί σε δικό μας cd-r με προσεκτικά ζωγραφισμένο VC logo, έπαιζαν κάθε βράδυ πριν πέσουμε για ύπνο, καταπληκτικές εποχές. Και καταπληκτικό internet. Στο παλιό site της μπάντας, μια σωρεία εξωφύλλων παλιών demos, εκτενείς και αποτυχημένες αναζητήσεις τους, και ανακοίνωση για νέο album, πανηγυρίζαμε. Και ακούγαμε ξανά τα demos. Και μια μέρα, μια κυρία, η Miranda Lehman, ήρθε να μας γαμήσει το όνειρο, ανακοινώνοντας πως μια μπάντα, οι Velvet Cacoon, της είχε ξεδιάντροπα ΚΛΕΨΕΙ ολόκληρο το αυτοχρηματοδοτούμενο demo της “Shipwrecks & Russian Roulette”, αλλάζοντας μόνο μερικούς τίτλους και αφαιρώντας ένα κομμάτι. Ακόμα και το virtual εξώφυλλο των Velvet Cacoon ήταν πανομοιότυπο με εκείνο της Korouva, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της κυρίας Miranda. Κάπου εκεί, άρχισε ο Κακός Χαμός, με αυτό που λέμε internet culture να γνωρίζει πρωτοφανή αποθέωση. Τα forums πήραν φωτιά, με ορκισμένους υποστηριχτές να λένε πως η Korouva πάει να κλέψει τη δόξα, αλλά με μια πλειοψηφία να γιουχάρει ασύστολα τους Velvet Cacoon, αποκηρύσσοντας ολοκληρωτικά τους Josh και Angela από οτιδήποτε θετικό είχε ειπωθεί για αυτούς. Μερίδα κόσμου επίσης, υποστήριζε ένθερμα τη θεωρία πως η Korouva ήταν κατασκεύασμα των Velvet Cacoon, και πως όλος ο χαμός δημιουργήθηκε από τους ίδιους, ώστε να γίνει το όνομά τους μεγαλύτερο με γεωμετρική πρόοδο. Πως με το ίδιο τους το χέρι σταυρώθηκαν, κομμάτι του Πλάνου, έτσι ώστε οι Velvet Cacoon να αποκτήσουν εκείνο το publicity που χρειάζεται για να σε ακούσει πραγματικά πολύς κόσμος : το κακό. Καζαντζακική θεωρία, δεν θα πάρουμε θέση επί του θέματος. Όλα αυτά κράτησαν ως την επίσημη ανακοίνωση του Josh, που έλεγε πως η μπάντα είναι μια τεράστια απάτη, πως δεν υπάρχει οτιδήποτε πνευματικό σε εκείνον ή στους Velvet Cacoon, πως τίποτα που αφορά τους Velvet Cacoon δεν φέρει υποψία σημαντικότητας, και πως τα δύο demos τους είναι κλεμμένα, από την Korouva το πρώτο, και από κάποιους My Violent Ego το δεύτερο. Συμπληρώνει επίσης, πως το “Northsuite” album (που στο μεταξύ είχε κυκλοφορήσει ως συλλογή δύο παλιωωωών demos από την FMP) είχε ηχογραφηθεί μέσα σε ένα τρίωρο, και για αυτό “είναι τόσο απαίσιο”. Οι Velvet Cacoon (όπως συνέχιζε η ανακοίνωση) άρχισαν να εκθέτουν ανεπανόρθωτα τους εαυτούς τους, παραδεχόμενοι τα πάντα, και αποτελώντας το ζωντανό παράδειγμα του πόσο προβληματικό μπορούν να σε κάνουν τα ναρκωτικά, πράγμα που στην Ελλάδα γνωρίζαμε από το 2000 κιόλας, πατήστε εδώ και θα καταλάβετε. Υπήρχε και ένα τρίτο demo που γυρόφερνε στο soulseek εκείνες τις ημέρες, αλλά ένα format και καμία άλλη αναφορά στο διαδίκτυο Έληξαν Πρόωρα την Αστρική του ζωή και μετατράπηκε σύντομα σε λευκό νάνο, έπειτα σε μελανό, και κανείς δεν ξανάκουσε να μιλάνε για αυτό. Το θέμα με τους Velvet Cacoon όμως, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, έχει ένα ιδιαίτερο βάθος και μια πηγαία ειλικρίνεια : Το Ψέμα τους δεν έχει να κάνει ούτε με εμπορική αναγνώριση, ούτε με ύπουλη προσπάθεια ωραιοποίησης του άσχημου. Για μένα ακολουθεί το γενικό concept της μπάντας, με την ουσία της, που δεν περιορίζεται μονάχα στις μουσικές που αυτή κυκλοφορεί, αλλά στο γενικό παράδοξο των αισθήσεών τους, με τα πολλά τα ναρκωτικά να ορίζουν την κάθε κίνηση του ζευγαριού, ώστε να ξέρεις, πως κάθε ενέργειά τους είναι άμεσο αποτέλεσμα του τοξικοφόρου τρόπου ζωής του, πως οτιδήποτε, από τσακωμούς στο internet και κλεμμένα demos, ως τις αληθινές τους προσεγγίσεις της Τέχνης, έχουν όλα το ίδιο, άμεσο, συνειδητό ερέθισμα. Τις περιηγήσεις τους στα ναρκωτικά και την προσωπικότητα που μπορείς να αποκτήσεις μετά από συστηματική και ακατάπαυστη χρήση τους. Δεν περιορίζεται το θέμα ακριβώς στο “έχω μια μπάντα – κυκλοφορώ albums”, είναι κάτι με εντελώς διαφορετικές βάσεις, ένας ασυνείδητος χλευασμός στις συνήθεις φόρμες δημιουργίας, entertainment, λαϊκής κουλτούρας, τέχνης. Ακόμα πιο θαυμάσιο είναι πως μπορεί να παλεύω να δώσω μια ερμηνεία ώστε οι Velvet Cacoon να αποκτήσουν την υπόσταση που θα με ικανοποιούσε, πως δηλαδή η Δήλωσή τους θα είχε πραγματική σημασία, πως η Πράξη τους θα ισοδυναμούσε με μορφή τέχνης αξίας, ενώ Όλο Αυτό μπορεί να έχει γίνει απλά στην τύχη. Για την ιστορία, αμέσως μετά τον πανικό με τα κλεμμένα demos, οι Velvet Cacoon ανακοίνωσαν πως η σύνθεση της μπάντας αποτελείται πλέον από την Angela και άλλες έξι φίλες της (!!!!!), ενώ λίγο καιρό μετά στο website τους είχε εννοηθεί πως υπήρχε ένας άνθρωπος πίσω από το ζεύγος, που τους είχε γράψει ως τώρα όλη τη μουσική, και πως θα αναλάμβανε την πορεία τους στο άμεσο μέλλον, όπου ηχογραφούσαν ήδη τον διάδοχο του “Genevieve”. Η FMP έριξε στην αγορά ένα διπλό album, το “Dextronaut”, το οποίο υποτίθεται πως είναι επανακυκλοφορία ενός album που κυκλοφόρησε το 2002, με ένα bonus cd (καταπληκτικής) ambient μουσικής από την μπάντα. Φυσικά για το “Dextronaut” πρωτοακούσαμε όλοι το 2005, ουδείς γνώριζε την ύπαρξή του από το 2002, οπότε σας προκαλώ να βγάλετε άκρη, εγώ παραιτήθηκα. Περιττό να αναφέρουμε πως στο ebay ξοδεύονταν τα άπειρα χρήματα (στην αρχή) για τις εκδόσεις των “Genevieve” και “Northsuite”, καθώς έσερναν με την σειρά τους τη φήμη των υπερπεριορισμένων εκδόσεων. Όπως θα μαντέψατε, ένα από τα forums που γινόταν Ο Πόλεμος του Ίντερνετ (και συμμετείχε ανά καιρούς και η ίδια η μπάντα), ήταν το forum της Southern Lord, οπότε και οι O’Malley/Andersson δεν έχασαν την ευκαιρία, και κυκλοφόρησαν τις πανάκριβες βινυλιακές εκδόσεις των δύο κυκλοφοριών.
Τρία (ίσως και παραπάνω) χρόνια ανακοινώσεων νέων κυκλοφοριών, και τρία χρόνια ουσιαστικής απραξίας. Η μπάντα επιστρέφει φέτος δυναμικά δραστήρια, αφού η FMP και η Starlight Temple Society κυκλοφορούν αντίστοιχα το διπλό “Atropine” album και το “P aa opal Poere Pr. 33”. Εικάζω πως ο λόγος των δύο διαφορετικών κυκλοφοριών, είναι πως το μεν “Atropine” είναι ένα album εντελώς αφαιρετικό, το οποίο δεν έχω ακούσει ακόμα, εκτός από ένα video που θα βρείτε πιο κάτω, ενώ το P aa, το οποίο έχω ακούσει και μου φαίνεται σχεδόν μυστηριακά υπνωτικό και ΠΟΛΥ μπάσο, ιδιαιτέρως ατμοσφαιρικό, είναι ξεκάθαρο black metal, με τα φωνητικά να έχει αναλάβει ο τραγουδιστής κάποιων Snowfall. Περίμενα να κυκλοφορήσουν σε mp3 πρώτα και έπειτα να τα παραγγείλω, καθώς δεν ψηνόμουν ιδιαίτερα να αγοράσω το “Welcome to the Jungle” και το “Painkiller” ίσως, με τη σφραγίδα των Velvet Cacoon. Η ουσία είναι πως το κείμενο μεγάλωσε ανησυχητικά, πως οι Velvet Cacoon θυμίζουν κανονικό συγκρότημα, πως το black metal album τους είναι για μένα καταπληκτικό, ενώ το preview από το “Atropine” μπορείτε να το κρίνετε από μόνοι σας. Στο website τους, μπορείτε να διαβάσετε πράγματα που θα σας ωθήσουν στα δικά σας συμπεράσματα. Δεν είναι φυσικά σημαντικό να καταλήξουμε κάπου όλοι μαζί, σημασία έχει να κατανοήσουμε το pattern. Ο καθένας για τον εαυτό του. Και άμα.
Πάρτε Funeral Noir
So. Έψαχνα να βρω τί βίντεο μπορώ να ποστάρω που να εκφράζει μερικά πράγματα αυτή την σούπερ σπέσιαλ μέρα που κλείνεις τα 28, γέρο. Ευτυχώς τα τραγούδια είναι πολλά, οι συζητήσεις ακόμα περισσότερες και οι ευχές δύσκολα να τελειώσουν. Φαντάζεσαι όταν πεθάνεις να υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος που θα δείξει έντονο ενδιαφέρον να μάθει τί υπάρχει μέσα στη δισκοθήκη σου;
Νομίζω ξέρω γιατί διάλεξα αυτό το βίντεο.
«I really wanted to become better friends with him, cause I really liked talking to him»
Χρόνια καλά, αφεντικό.
ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ = 888
ΙΗΣΟΥΣ = 888
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΠΙΛΕΧΤΗΚΕ <<ΚΑΤ΄ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ>> ΝΑ ΕΚΦΡΑΣΕΙ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΘΕΟΥ. Η KAINH ΔΙΑΘΗΚΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΥΧΑΙΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙ 27 ΒΙΒΛΙΑ….ΟΣΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ (24 + 3 χαμένα γράμματα που ΔΕΝ προφέρονται…)
999 = TΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ
999 = ΘΕΟΣ ΑΝΕΚΛΑΛΗΤΟΣ
999= ΤΟ ΑΡΡΗΤΟΝ
Η ΕΝΩΣΗ (ΟΤΑΝ ΚΟΛΛΗΣΟΥΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ) ΤΟΥ ΤΕΛΕΙΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΖΩΝΤΟΣ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΘΕΟΥ <<ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ>> = 999 ΜΕ ΤΟΝ ΤΕΛΕΙΟ ΑΔΑΜ <<Ο ΤΕΛΕΙΟΣ ΑΔΑΜ>> = 666, ΦΕΡΝΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟ ΙΗΣΟΥ <<ΙΗΣΟΥΣ>>= 888. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΘΕΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ.

οι Mount Fuji Doomjazz Corporation συμφωνούν με τα παραπάνω και έχουν και ~~~>επιχειρήματα<~~~ να το στηρίξουν.
υγ: τώρα βέβαια σκέφτομαι τα αποτελέσματα που θα δουν τα ματάκια μας στα search engine terms τις επόμενες εβδομάδες και φοβούμαι σα να εμφανίστηκε ο μπαφομέτ ο ίδιος ομπρός μου αλλά δεν πειράζει, παίρνουμε τα ρίσκα μας.
Για κάποιο περίεργο λόγο πάντα σνόμπαρα/δεν έμπαινα στον κόπο να ακούσω τα album που είχε κάνει ο Jan Garbarek με το Hilliard Ensemble. Ίσως λόγω του έντονου «θρησκευτικού» πνεύματος (μα θα με πείτε: «Εσύ δεν είσαι που έβγαζες αλαλαγμούς με το «Miserere» του Part;». Ναι, θα σας απαντήσω, αλλά άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου). Δεν ξέρω να σας πω για να είμαι ειλικρινής. Δοκιμάζοντας πριν λίγο καιρό ένα client του Soulseek έψαχνα να βρω κάτι εύκολα αναζητήσιμο να κατεβάσω και για κάποιο λόγο μου ήρθε στο μυαλό το «Mnemosyne». Βέβαια αφού κατέβηκε το παράτησα να πιάνει εικονική σκόνη στο σκληρό μέχρι να πάρει τη θέση του σε ένα από τα dvd που με συνοδεύουν στη δουλειά. Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε αυτό το συγκεκριμένο dvd έφτασε και μέχρι τον υπολογιστή της δουλειάς. Και ω του θαύματος! Ήρθε η ώρα να ακούσω το «Mnemosyne». Εκπληκτικότατο μέσα στην απλότητα του, ουσιαστικά μόνο το σαξόφωνο του Garbarek και το κουαρτέτο των Βρεττανών να είναι στο προσκήνιο, υμνικό αλλά γεμάτο μετριοφροσύνη. Και τα δυο cd έπαιξαν αρκετές φορές μέσα στο οχτάωρο της δουλειάς και συνόδευσαν ιδιαιτέρως αρμονικά το γράψιμο. Όσοι αγάπησαν τον Garbarek, την ECM ή ακόμα και τον Part, ας το ακούσουν. Δεν πρόκειται να χάσουν. Αυτά για σήμερα, δεν έχει πολύ κουράγιο για πολυλογίες. Κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον θα υπάρξει τεράστιο post αποθέωσης για τους καινούριους δίσκους του Michael J. Sheehy (το ανάφερα και τις προάλλες) και του Vic Chesnutt (δεν το ανάφερα τις προάλλες). Bon nuit.
οι μεγάλες αγάπες μένουν για πάντα και σε τρώνε και σε παίρνουν από το χεράκι και σε πάνε σε ωραία μέρη και περνάτε φίνα, χωρίς τίποτε άλλο μαζί, μόνο τις μεγάλες αγάπες. και σε τρώνε όμως, αυτό ισχύει. αλλά.
τι καλά! τα φιλιά μου.
Με κίνδυνο να ακουστώ αρκετά ιερόσυλος, δεν νομίζετε ότι ο κύριος Sheehy έχει μια σχεδόν Dylan-ική ικανότητα να λέει ιστορίες;
…να βρούμε το φθινόπωρο εκεί στην εξοχη!
Καλό μας μήνα όπως καταλάβατε. Το καλοκαίρι επιτέλους έφυγε, τουλάχιστον ημερολογιακά, γιατί από ζέστες έχουμε μέλλον ακόμα. Ο Σεπτέμβριος προβλέπεται γεμάτος πανικό, απλά ελπίζουμε να είναι ο τελευταίος όπου θα ασχοληθούμε με την σεπτεμβριάτικη φοιτητική κατάρα. Σίγουρα θα ρίξουμε αρκετό τρέξιμο πάντως.
Έπαιξε πάρα πολύ μουσική τις προηγούμενες μέρες και αναμένεται ακόμα περισσότερη, καθώς θα είναι η κυριότερη παρέα για τις υπερ-μπόλικες ώρες μοναχικού γραψίματος. Άκουσα αρκετούτσικα (πολύ) ωραία πράγματα. Το καινούριο Kronos Quartet ήταν ιδιαιτέρως ανατολίτικα εύγευστο, το καινούριο Motorpsycho ακούστηκε εξαιρετικό αλλά δεν πρόλαβα να το απορροφήσω εντελώς (πιθανότατα θα μιλήσει και ο Μανώλης γι’ αυτό), το κόλλημα με το Broken συνεχίζεται, ακούσαμε και το εντυπωσιακά καλό project του Christofersson, τους Soisong. Ίσως το μεγαλύτερο κόλλημα των ημερών ήρθε απο δυο αρκετά folk δίσκους, το «The Crescent Sun» της Ellen Mary McGee, που θυμίζει τις καλύτερες στιγμές της Marissa Nadler και έχει πραγματικά εκπληκτικό song-writing, και το «With These Hands (The Rise And Fall Of Francis Delaney)» των Michael J. Sheehy And The Hired Mourners στο οποίο αγάπησα πραγματικά τη blues-ίζουσα alt-country του (απίστευτη φωνή ο Sheehy να σημειώσω κάπου εδώ). Είναι και concept το τελευταίο για τις περιπέτειες και τα δράματα φανταστικού πυγμάχου, κάτι που δίνει σε μερικά κομμάτια εκείνη τη βιογραφική ποιότητα που κάνει πιο έντονη την ατμόσφαιρά τους, γιατί σε κάποιο επίπεδο τουλάχιστον νιώθεις ότι περιγράφουν μια πραγματική ιστορία.
Είχαμε και πιο hip-hop στιγμές αυτό τον καιρό, κυρίως με το tribute-ικό (για τη Blue Note) «Shades Of Blue» και το λίγο ηλεκτρονικό, λίγο pop, αλλά εντελώς κολλητικό «Light» του Matisyahu. Θα τον πω τον καημό μου ότι το περίμενα σαφώς καλύτερο το «In The Fishtank» των Sparklehorse και Fennesz, αλλά σίγουρα έχει και αυτό τις στιγμές του. Και για να το κλείνουμε και εδώ γιατί πρέπει να πάμε και για ύπνο λίαν συντόμως, ο τελευταίος primer του Wire, με κόλλησε με μερικούς δίσκους βρεττανικής jazz που δεν είχα ιδέα ότι υπήρχαν και πολύ κακώς έκανα. Προσωπικές επιλογές, το «Once Upon A Time» των Alan Skidmore Quintet, το «Metropolis» του Mike Westbrook και το εντυπωσιακά, εντυπωσιακό «Septober Energy» των Centipede. A! Για να μην το ξεχάσω, έβγαλε και καινούριο δίσκο η Imogen Heap, μια από εκείνες τις τραγουδίστριες των οποίων αγαπάμε υπερβολικά την εγγενή εκκεντρικότητά τους. Και το album ωραίο είναι.
Περισσότερες ακροάσεις από αύριο στη δουλειά. Περάστε καμιά βόλτα να μας πείτε τι καλό ακούσατε και εσείς τελευταία.